Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα FOCUS στη Νομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα FOCUS στη Νομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2022

 CES-Duth Working Paper 3/2022

 Η αιρεσιμότητα (conditionality) στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 
Τεχνικό εργαλείο συμμόρφωσης ή «συνταγματική» αρχή με ευρύτερες επιπτώσεις;

Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Καθηγητή Νομικής Σχολής ΔΠΘ

(Η μελέτη αποτελεί τη συμβολή μας στον υπό έκδοση Τιμητικό Τόμο 
Κωνσταντίνου Καλαβρού)


Η μακρόσυρτη διαδικασία υιοθέτησης του Κανονισμού 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έφερε, μεταξύ άλλων, στο προσκήνιο, όσο ποτέ άλλοτε, το ζήτημα της αιρεσιμότητας (conditionality), ως εργαλείο διακυβέρνησης σε ένα πολυεπίπεδο σύστημα, όπως αυτό της Ένωσης. Ο Κανονισμός θεσπίζει μηχανισμό αιρεσιμότητας κράτους δικαίου, όταν οι παραβιάσεις του εκ μέρους των Κρατών-μελών θίγουν κατά τρόπο επαρκώς άμεσο τον προϋπολογισμό και τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, Θυμίζουμε ότι η αιρεσιμότητα έγινε ευρύτερα γνωστή στο ελληνικό κοινό με τη μορφή των «αυστηρών όρων πολιτικής», που αποτυπώθηκαν στα Μνημόνια που κλήθηκε να εφαρμόσει η χώρα μας κατά τη διάρκεια της χρηματοδοτικής κρίσης της περιόδου 2010 – 2018. Τι είναι, όμως, η περιβόητη αιρεσιμότητα; 

O όρος αιρεσιμότητα (conditionality) «αναφέρεται στην υιοθέτηση μιας καθορισμένης συμπεριφοράς από τις κυβερνήσεις ή τους ιδιωτικούς φορείς, επειδή η εν λόγω συμπεριφορά αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ένα υποσχόμενο όφελος από την ΕΕ». Με άλλα λόγια είναι η σύνδεση μιας παροχής με την εκπλήρωση ορισμένων όρων ή μιας δεδομένης συμπεριφοράς.

Σήμερα η  αιρεσιμότητας στην έννομη τάξη της Ένωσης «γίνεται συστημική», αποτελεί πλέον «μια καθιερωμένη πρακτική» και ένα «καθοριστικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», με τάση εφαρμογής της και σε άλλους τομείς, όπως η μετανάστευση, το άσυλο και την κλιματική αλλαγή. Ενώ, όμως, «η αιρεσιμότητα ήρθε για να μείνει» με σοβαρές επιπτώσεις στην ενοποιητική διαδικασία η ΕΕ στερείται ακόμη ενός «δόγματος αιρεσιμότητας» αντίστοιχου με αυτό των ΗΠΑ ή για να είμαστε πιο σαφείς φαίνεται ότι βρισκόμαστε στις απαρχές της δημιουργίας ενός τέτοιου δόγματος.  

Όπως συνάγεται και από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές ακυρώσεως του Κανονισμού 2020/2092, που άσκησαν η Ουγγαρία και η Πολωνία, η αιρεσιμότητα και η σύμφυτη λογική του «οφέλους σε αντάλλαγμα μιας καλής συμπεριφοράς» μπορεί, ιδιαίτερα η «εσωτερική αιρεσιμότητα» (στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των Κρατών-μελών της), να έχει αντίκτυπο σε βασικές «συνταγματικές» αρχές της ‘Ένωσης, όπως η αρχή της ισότητας των Κρατών-μελών, η αρχή της πίστης, της αλληλεγγύης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ενώ επιπτώσεις υπάρχουν και στην κατανομή αρμοδιοτήτων είτε πρόκειται για κάθετη είτε πρόκειται για οριζόντια. Τα ζητήματα αυτά επιχειρεί να προσεγγίσει η μελέτη, έχοντας ως σημείο εκκίνησης τη συζήτηση και την ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στην αιρεσιμότητα και των υποστηρικτών της. 

Δες τη μελέτη εδώ


Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com                                


Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2022
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΕΕ: ΙΟΥΝΙΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2021
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Υπόθεση C-709/20, CG κατά The Department for Communities in Northern Ireland – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 18 ΣΛΕΕ και υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κοινωνικών και φορολογικών υποθέσεων της Βόρειας Ιρλανδίας  του Ηνωμένου Βασίλειου (Appeal Tribunal for Northern Ireland). Σύμφωνα με το άρθρο 24 της Οδηγίας 2004/38 «1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητώς στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής βάσει της παρούσας οδηγίας, απολαύουν ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους ημεδαπούς του εν λόγω κράτους μέλους εντός του πεδίου εφαρμογής της συνθήκης. Το ευεργέτημα του δικαιώματος αυτού εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον έχουν δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής. 2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι υποχρεωμένο να χορηγεί δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής, ή, κατά περίπτωση, κατά το μακρότερο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο β), ούτε να δίνει, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούμενη από σπουδαστικές υποτροφίες ή σπουδαστικά δάνεια σε άλλα πρόσωπα εκτός από μισθωτούς, μη μισθωτούς, […] πρόσωπα που διατηρούν αυτή την ιδιότητα και […] μέλη των οικογενειών τους.». Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της CG, έχουσας διπλή ιθαγένεια, κροατική και ολλανδική και διαμένουσας στη Βόρεια Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο) από το 2018, και του Υπουργείου Κοινοτήτων της Βόρειας Ιρλανδίας σχετικά με την εκ μέρους του δευτέρου απόρριψη της αιτήσεως της πρώτης για τη χορήγηση κοινωνικής παροχής.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 24 της Οδηγίας 2004/38 αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους υποδοχής που αποκλείει από το ευεργέτημα κοινωνικών παροχών τους οικονομικώς ανενεργούς πολίτες της Ένωσης, δηλαδή αυτούς που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους και στους οποίους το εν λόγω κράτος μέλος παρέσχε, βάσει του εθνικού δικαίου, δικαίωμα προσωρινής διαμονής, μολονότι διασφαλίζεται η χορήγηση των παροχών αυτών στους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους που τελούν στην ίδια κατάσταση.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 24 της Oδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση κράτους μέλους υποδοχής. Ωστόσο, καθόσον πολίτης της Ένωσης διαμένει νομίμως, βάσει του εθνικού δικαίου, εντός κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια, οι αρμόδιες για τη χορήγηση κοινωνικών παροχών εθνικές αρχές οφείλουν να διακριβώνουν ότι ενδεχόμενη απόρριψη αιτήσεως για τη χορήγηση τέτοιων παροχών βάσει της ρυθμίσεως αυτής δεν εκθέτει τον πολίτη της Ένωσης, καθώς και τα τέκνα που αυτός συντηρεί, σε συγκεκριμένο και ενεστώτα κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, όπως κατοχυρώνονται με τα άρθρα 1, 7 και 24 του Χάρτη. 

2. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Ιουλίου 2021, Υπόθεση C-178/20, Pharma Expressz Szolgáltató és Kereskedelmi Kft κατά Országos Gyógyszerészeti és Élelmezés-egészségügyi Intézet – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 70 έως 73 της Οδηγίας 2001/83/ΕΚ περί Κοινοτικού Κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση και του άρθρου 36 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το δικαστήριο Βουδαπέστης της Ουγγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Pharma Expressz Szolgáltató és Kereskedelmi Kft και του Εθνικού Ινστιτούτου Φαρμάκων και Διατροφής σχετικά με την πώληση στην Ουγγαρία φαρμάκου το οποίο δεν είχε λάβει στην Ουγγαρία άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (ΑΚΑ), αλλά διέθετε ΑΚΑ σε άλλο Κράτος-μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), στο οποίο χορηγούνταν χωρίς ιατρική συνταγή.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 36 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι ποσοτικός περιορισμός επί των εισαγωγών, ο οποίος επιβάλλει, για τη χορήγηση φαρμάκου το οποίο δεν διαθέτει ΑΚΑ, ιατρική συνταγή και βεβαίωση της αρμόδιας για θέματα υγείας αρχής δικαιολογείται από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, ακόμη και αν το φάρμακο αυτό έχει καταχωρισθεί σε άλλο κράτος μέλος ως φάρμακο που μπορεί να χορηγηθεί χωρίς ιατρική συνταγή.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανωτέρω κρατική ρύθμιση δεν αποτελεί ποσοτικό περιορισμό και μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Υπόθεση C-795/19, XX κατά Tartu Vangla  - Προδικαστική 

Η αίτηση  αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 2, και του άρθρου 4, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Εσθονίας (Riigikohus) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του XX και της φυλακής του Tartu κατόπιν της απόφασης του διευθυντή της τελευταίας να απολύσει τον XX λόγω μη τήρησης των απαιτήσεων σχετικά με την ακουστική οξύτητα των σωφρονιστικών υπαλλήλων.

Ο προσφεύγων απασχολήθηκε στη φυλακή του Tartu ως σωφρονιστικός υπάλληλος επί σχεδόν δεκαπέντε έτη. Εργάστηκε ως φύλακας στο τμήμα «Κράτηση» της φυλακής αυτής και, εν συνεχεία, ως φύλακας στο τμήμα «Επιτήρηση» της φυλακής.

Οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις του στην τελευταία αυτή θέση περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εποπτεία, σύμφωνα με τις οδηγίες, προσώπων τελούντων υπό ηλεκτρονική επιτήρηση μέσω ενός συστήματος παρακολούθησης καθώς και τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικών με τα πρόσωπα αυτά, την παρακολούθηση των συσκευών ελέγχου και σηματοδότησης, την αντίδραση και την παροχή πληροφοριών ιδίως σε περίπτωση συναγερμού, καθώς και τη διαπίστωση παραβάσεων του εσωτερικού κανονισμού της φυλακής.

Από ιατρικό πιστοποιητικό προέκυψε ότι το όριο αντίληψης του ήχου στο αριστερό αυτί του προσφεύγοντος πληρούσε τις απαιτήσεις της κανονιστικής απόφασης υπ’ αριθ. 12, ενώ, στο δεξί του αυτί, ανερχόταν σε 55 έως 75 ντεσιμπέλ (dB) για τις συχνότητες από 500 έως 2 000 χερτζ (Hz). Κατά τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, επρόκειτο για πρόβλημα ακοής το οποίο υφίστατο από την παιδική του ηλικία.

Εν συνεχεία, ο διευθυντής της φυλακής του Tartu απέλυσε τον προσφεύγοντα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εσθονικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 της κανονιστικής αυτής απόφασης, για τον λόγο ότι η ακουστική οξύτητά του δεν πληρούσε τα καθοριζόμενα από την κανονιστική απόφαση ελάχιστα όρια αντίληψης του ήχου.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι είναι απολύτως αδύνατο να παραμείνει στα καθήκοντά του σωφρονιστικός υπάλληλος του οποίου η ακουστική οξύτητα δεν ανταποκρίνεται στα καθοριζόμενα από τη ρύθμιση αυτή ελάχιστα όρια αντίληψης του ήχου, χωρίς να επιτρέπει τη χρήση μέσων διόρθωσης κατά την εκτίμηση της τήρησης των απαιτήσεων σχετικά με την ακουστική οξύτητα.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το επίδικο δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι είναι απολύτως αδύνατο να παραμείνει στα καθήκοντά του σωφρονιστικός υπάλληλος σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά

4. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Υπόθεση C-791/19, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας - Παράβαση Κράτους-μέλους 

Η συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε προσφυγή για παράβαση ασκηθείσα από την Επιτροπή κατά της Πολωνίας. Η Επιτροπή ζήτησε, μεταξύ άλλων, από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Πολωνία: α) επιτρέποντας τον χαρακτηρισμό του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων ως πειθαρχικού αδικήματος όσον αφορά τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, β) μη διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πειθαρχικό τμήμα), στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει ο έλεγχος των αποφάσεων που εκδίδονται επί πειθαρχικών διαδικασιών κατά δικαστών, γ) παρέχοντας στον πρόεδρο του πειθαρχικού τμήματος διακριτική ευχέρεια κατά τον ορισμό του αρμόδιου σε πρώτο βαθμό πειθαρχικού δικαστηρίου σε υποθέσεις δικαστών των τακτικών δικαστηρίων παραβίασε  τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Πολωνία παραβίασε τις υποχρεώσεις της που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

5. ΔΕΕ Απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Υπόθεση C-371/20, Peek & Cloppenburg KG, légalement représentée par Peek & Cloppenburg Düsseldorf Komplementär B.V. κατά Peek & Cloppenburg KG, légalement représentée par Van Graaf Management GmbH - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του σημείου 11, πρώτο τμήμα περιόδου, του παραρτήματος I της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με το παράρτημα I της Οδηγίας, τιτλοφορούμενο «Εμπορικές πρακτικές οι οποίες, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, κρίνονται αθέμιτες» (ειδικότερα το σημείο 11) η «χρήση ανακοινώσεων στα μέσα, για την προώθηση ενός προϊόντος, πληρωμένων από τον εμπορευόμενο, χωρίς αυτό να γίνεται σαφές από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης ή από εικόνα ή ήχο σαφώς αναγνωρίσιμα από τον καταναλωτή (κεκαλυμμένη διαφήμιση)». H αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Peek & Cloppenburg KG, νομίμως εκπροσωπούμενης από την Peek & Cloppenburg Düsseldorf Komplementär BV και της Peek & Cloppenburg KG, νομίμως εκπροσωπούμενης από την Van Graaf Management GmbH, νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητων εταιριών, σχετικά με τον αθέμιτο χαρακτήρα διαφημιστικής ενέργειας.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν το σημείο 11, πρώτο τμήμα περιόδου, του παραρτήματος I της Οδηγίας 2005/29 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση πληρωμής την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή καλύπτει κάθε είδους παροχή εκ μέρους του εμπορευομένου και κάθε οικονομικό πλεονέκτημα παρεχόμενο από αυτόν προκειμένου να δημοσιευθεί ένα άρθρο και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η εν λόγω παροχή πρέπει να πραγματοποιείται ως άμεσο αντάλλαγμα για την ως άνω δημοσίευση.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το σημείο 11, πρώτο τμήμα περιόδου, του παραρτήματος I της Οδηγίας 2005/29 έχει την έννοια ότι η προώθηση προϊόντος μέσω δημοσιεύσεως ανακοινώσεως στα μέσα είναι «πληρωμένη» από εμπορευόμενο, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν ο εμπορευόμενος παρέχει για τη δημοσίευση αντάλλαγμα έχον περιουσιακή αξία, είτε με τη μορφή της καταβολής χρηματικού ποσού είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή, εφόσον υφίσταται βέβαιη σχέση μεταξύ της με τον τρόπο αυτό πραγματοποιούμενης πληρωμής από τον εμπορευόμενο και της εν λόγω δημοσιεύσεως. Τούτο συμβαίνει ιδίως σε περίπτωση δωρεάν παραχωρήσεως από τον εμπορευόμενο εικόνων που προστατεύονται από δικαιώματα χρήσεως, στις οποίες απεικονίζονται οι εμπορικές εγκαταστάσεις του εμπορευομένου και τα προϊόντα που αυτός εμπορεύεται.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, Υπόθεση C-107/19XR κατά Dopravní podnik hl. m. Prahy, a.s., Προδικαστική

Η αίτηση αφορoύσε την ερμηνεία του άρθρου 2 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω Οδηγίας, χρόνος εργασίας νοείται κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.

Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο 9ου τομέα Πράγας, Τσεχική Δημοκρατία (Obvodní soud pro Prahu 9) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του XR και της Dopravní podnik hl. m. Prahy, akciová společnost (DPP), όσον αφορά την άρνηση της δεύτερης να καταβάλει στον XR το ποσό των 95 335 τσεχικών κορωνών (CZK) (περίπου 3 600 ευρώ), πλέον τόκων υπερημερίας, ως αμοιβή για τα διαλείμματα που αυτός έλαβε κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του από τον Νοέμβριο του 2005 έως τον Δεκέμβριο του 2008.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν συνιστά «χρόνο εργασίας» ή «περίοδο ανάπαυσης», κατά την έννοια του άρθρου 2 της Οδηγίας 2003/88, το παρεχόμενο σε εργαζόμενο κατά τον χρόνο της ημερήσιας εργασίας διάλειμμα κατά τη διάρκεια του οποίου αυτός οφείλει, σε περίπτωση ανάγκης, να είναι σε θέση να αναχωρήσει εντός δύο λεπτών για άμεση επέμβαση και εάν ο περιστασιακός και απρόβλεπτος χαρακτήρας καθώς και η συχνότητα των επεμβάσεων αυτών κατά τον χρόνο του διαλείμματος ασκούν επίδραση στον εν λόγω χαρακτηρισμό.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το παρεχόμενο με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά διάλειμμα συνιστά εργασία, εφόσον από τη σφαιρική εκτίμηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων προκύπτει ότι οι δεσμεύσεις που επιβάλλονται στον εργαζόμενο, καθώς διαρκεί το διάλειμμα είναι τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζουν αντικειμενικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό την ευχέρειά του να διαχειρίζεται ελεύθερα τον χρόνο κατά τη διάρκεια του οποίου δεν απαιτείται να παρέχει τις επαγγελματικές του υπηρεσίες και να τον αφιερώνει στα δικά του ενδιαφέροντα.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Υπόθεση C-718/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας – Προδικαστική

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από διάφορες διατάξεις της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ.

Η συγκεκριμένη απόφαση, μεταξύ άλλων, αφορούσε το περιεχόμενο της έννοιας της «κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησης (ΚΟΕ)» στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου.

Το ΔΕΕ ως προς το ζήτημα  του ορισμού της ΚΟΕ διαπίστωσε ότι συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβανομένων υπόψη των επιβαλλόμενων από την αρχή της ισότητας επιταγών της ομοιόμορφης εφαρμογής του εν λόγω δικαίου. Επομένως, το περιεχόμενο της ως άνω έννοιας δεν μπορεί να καθοριστεί με αναφορά στις γνωστές έννοιες του δικαίου των κρατών μελών ή των κατηγοριοποιήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο.

Επιπλέον, καθόσον το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 21, της οδηγίας 2009/72 και του άρθρου 2, σημείο 20, της Οδηγίας 2009/73 δεν μνημονεύει κανένα στοιχείο σχετικά με το έδαφος στο οποίο ασκεί τη δραστηριότητά της η ΚΟΕ ή τον τόπο της έδρας της, έπεται ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν επιβάλλουν κανέναν ρητό εδαφικό περιορισμό σε σχέση με την έννοια της «ΚΟΕ», βάσει του οποίου να πρέπει να θεωρηθεί ότι η έννοια αυτή αφορά τις δραστηριότητες που ασκούνται στο εσωτερικό της Ένωσης και μόνον.















Κυριακή 15 Μαΐου 2022

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2/2022
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΑΠΡΛΙΟΣ -ΙΟΥΝΙΟΣ 2021
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Απριλίου 2021, Υπόθεση C-896/19, Repubblika κατά Il-Prim Ministru – Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 19 ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρώτο τμήμα του πολιτικού δικαστηρίου δικάζον ως Συνταγματικό Δικαστήριο της Μάλτας (Prim’Awla tal-Qorti Ċivili – Ġurisdizzjoni Kostituzzjonali) στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της Repubblika, ενώσεως η οποία είναι καταχωρισμένη ως νομικό πρόσωπο στη Μάλτα και έχει ως σκοπό την προώθηση της προστασίας της δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου στο εν λόγω Kράτος-μέλος και του Πρωθυπουργού. Αντικείμενο της δίκης ήταν η άσκηση λαϊκής αγωγής σχετικά με τη συμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης των διατάξεων του Συντάγματος της Μάλτας που διέπει τη διαδικασία διορισμού των δικαστών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ αντιτίθεται σε εθνικές διατάξεις, οι οποίες παρέχουν στον Πρωθυπουργό του οικείου Κράτους-μέλους (Μάλτα) αποφασιστική εξουσία κατά τη διαδικασία διορισμού των δικαστών, προβλέποντας συγχρόνως την παρέμβαση, στη διαδικασία αυτή, οργάνου επιφορτισμένου, μεταξύ άλλων, με την αξιολόγηση των υποψηφίων για τη θέση του δικαστή και την παροχή γνώμης στον εν λόγω Πρωθυπουργό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ δεν αντιτίθεται στις ανωτέρω εθνικές διατάξεις.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Υπόθεση C-826/19, WZ κατά Austrian Airlines AG – Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 5 έως και 9 του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο Korneuburg της Αυστρίας, (Landesgericht Korneuburg) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του WZ και της Austrian Airlines AG με αντικείμενο αίτημα αποζημιώσεως του πρώτου λόγω της ταλαιπωρίας που υπέστη συνεπεία της ανακατευθύνσεως πτήσεως προς άλλον αερολιμένα προορισμού από εκείνον για τον οποίο είχε γίνει η κράτηση, ο οποίος όμως βρίσκεται εντός της ίδιας γεωγραφικής ζώνης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 5, παρ. 1, στοιχείο γʹ, το άρθρο 7, παράγραφος 1, και το άρθρο 8, παράγραφος 3, του Κανονισμού 261/2004 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση ανακατευθύνσεως πτήσεως και προσγειώσεώς της σε άλλον αερολιμένα από εκείνον για τον οποίο είχε γίνει η κράτηση, ο οποίος όμως εξυπηρετεί την ίδια πόλη ή περιοχή, μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα του επιβάτη σε αποζημίωση λόγω ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι σε περίπτωση ανακατευθύνσεως πτήσεως και προσγειώσεώς της σε άλλον αερολιμένα από εκείνον για τον οποίο είχε γίνει η κράτηση, ο οποίος όμως εξυπηρετεί την ίδια πόλη ή περιοχή, δεν μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα του επιβάτη σε αποζημίωση λόγω ματαιώσεως της πτήσεως. Ωστόσο, ο επιβάτης πτήσεως δικαιούται, κατ’ αρχήν, αποζημίωση όταν φθάνει στον τελικό προορισμό του τρεις ή περισσότερες ώρες μετά την ώρα αφίξεως που είχε αρχικά προγραμματίσει ο πραγματικός αερομεταφορέας.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, Υπόθεση C-511/19, AB κατά Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών – Σπύρος Λούης – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2 (ορισμός της άμεσης και της έμμεσης διακρίσεως στο πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης) και του άρθρου 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει: α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους». Η αίτηση υποβλήθηκε από τον Άρειο Πάγο στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του ΑΒ και του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών – Σπύρος Λούης σχετικά με την ένταξη του πρώτου, πριν από τη συνταξιοδότησή του, στο προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2 και το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, δυνάμει της οποίας οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα οι οποίοι συμπληρώνουν, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος τίθενται, έως τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας το οποίο συνεπάγεται μείωση των αποδοχών τους, απώλεια της τυχόν δυνατότητας επαγγελματικής εξέλιξής τους και μείωση, ή ακόμη και απώλεια, της αποζημίωσης απόλυσης την οποία θα δικαιούνταν να λάβουν κατά τη λύση της σχέσης εργασίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο Δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση εφόσον η ρύθμιση αυτή επιδιώκει θεμιτό σκοπό της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.(αρχή της αναλογικότητας)

4. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Υπόθεση C-485/19, LH κατά Profi Credit Slovakia s.r.o. – Προδικαστική 
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης), της αρχής της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, καθώς και των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό δικαστήριο Prešov της Σλοβακίας (Krajský súd v Prešove), στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ LH και Profi Credit Slovakia s. r. o. σχετικά με αδικαιολόγητο πλουτισμό της εταιρίας αυτής από πληρωμή στην οποία προέβη ο δανειολήπτης βάσει ρητρών σύμβασης καταναλωτικής πίστης, οι οποίες φέρονται ως καταχρηστικές ή παράνομες.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η αρχή της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία προβλέπει ότι αγωγή την οποία ασκεί καταναλωτής για την απόδοση ποσών που αχρεωστήτως κατέβαλε με βάση ρήτρες καταχρηστικές κατά την έννοια της Οδηγίας 93/13 ή ρήτρες αντίθετες προς τις επιταγές της Οδηγίας 2008/48, υπόκειται σε τριετή παραγραφή που αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 20ης Μαΐου 2021, Υπόθεση C-8/20, L.R. κατά Bundesrepublik Deutschland – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 33, παρ. 2, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 2 στοιχ. δ «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αίτηση για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη μόνο εάν:[….] «δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95».
Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο Schleswig‑Holstein της Γερμανίας (Schleswig-Holsteinisches Verwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του L.R. και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με τη νομιμότητα αποφάσεως της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μεταναστεύσεως και Προσφύγων, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση ασύλου του ενδιαφερομένου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα απορρίψεως ως απαράδεκτης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, που υποβάλλεται στο Κράτος-μέλος αυτό από υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή του οποίου προγενέστερη αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα, υποβληθείσα σε τρίτο κράτος το οποίο εφαρμόζει τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ σύμφωνα με τη Συμφωνία μεταξύ της Ένωσης, της Ισλανδίας και της Νορβηγίας, είχε απορριφθεί από το τρίτο κράτος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 33, παρ. 2, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Μαΐου 2021, Υπόθεση C-6/20, Sotsiaalministeerium κατά Riigi Tugiteenuste Keskus, anciennement Innove SA – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 2 (αρχή της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων) και 46 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών καθώς και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 46 της ανωτέρω Οδηγίας «Είναι δυνατόν να ζητείται από κάθε οικονομικό φορέα που επιθυμεί να συμμετάσχει σε δημόσια σύμβαση να αποδεικνύει την εγγραφή του σε επαγγελματικό ή εμπορικό μητρώο ή να προσκομίζει ανάλογη ένορκη βεβαίωση ή πιστοποιητικό, όπως προσδιορίζονται στο παράρτημα ΙΧ Α για τις δημόσιες συμβάσεις έργων, στο παράρτημα ΙΧ Β για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και στο παράρτημα ΙΧ Γ για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, και σύμφωνα με τους προβλεπόμενους όρους στο κράτος μέλος εγκατάστασής του. Στις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, οσάκις οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες πρέπει να διαθέτουν ειδική έγκριση ή να είναι μέλη συγκεκριμένου οργανισμού για να είναι σε θέση να παράσχουν τη σχετική υπηρεσία στη χώρα καταγωγής τους, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να τους ζητάει να αποδείξουν ότι διαθέτουν την έγκριση αυτή ή ότι είναι μέλη του εν λόγω οργανισμού.»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Ταλίν της Εσθονίας (Tallinna Ringkonnakohus) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και του κέντρου υπηρεσιών αρωγής του κράτους σχετικά με την απόφαση οικονομικής διόρθωσης με την οποία το τελευταίο απέρριψε ορισμένες αιτήσεις πληρωμής που υπέβαλε το υπουργείο στο πλαίσιο έργου για την αγορά και τη διανομή επισιτιστικής βοήθειας για τα πλέον μειονεκτούντα άτομα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 2 και 46 της Οδηγίας 2004/18 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αναθέτουσα αρχή οφείλει να απαιτεί από τους προσφέροντες, με την προκήρυξη διαγωνισμού και ως κριτήριο ποιοτικής επιλογής, να αποδείξουν, ήδη κατά την υποβολή της προσφοράς τους, ότι διαθέτουν την κατά τον νόμο απαιτούμενη βεβαίωση εγγραφής σε μητρώο ή άδεια για την άσκηση της δραστηριότητας που αποτελεί αντικείμενο της επίμαχης δημόσιας σύμβασης και έχει χορηγηθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ έχουν ήδη εγγραφεί σε αντίστοιχο μητρώο ή έχουν λάβει αντίστοιχη άδεια στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένοι.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση. 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, Asociaţia «Forumul Judecătorilor din România» κ.λπ. κατά Inspecţia Judiciară κ.λπ. Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-83/19, C-127/19, C-195/19, C-291/19, C-355/19 και C-397/19 – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από δικαστήρια της Ρουμανίας και αφορούσαν θεσμικές πτυχές του ρουμανικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης, οι οποίες τροποποιήθηκαν στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης που πραγματοποιήθηκε στο εν λόγω Κράτος-μέλος με αντικείμενο τους λεγόμενους «νόμους για τη δικαιοσύνη». Οι πέντε αιτήσεις αφορούσαν τον προσωρινό διορισμό του επικεφαλής της Δικαστικής Επιθεώρησης και τη σύσταση μιας υπηρεσίας της εισαγγελικής αρχής, επιφορτισμένης με τη διερεύνηση των αδικημάτων που διαπράττονται εντός του δικαστικού σώματος.

Ένα σημαντικό ζήτημα που τέθηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης ήταν εάν αν το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών καθώς και η απόφαση 2006/928 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνουν σε εθνική ρύθμιση, η οποία θεσπίστηκε από την κυβέρνηση κράτους μέλους και της επιτρέπει να προβαίνει σε προσωρινούς διορισμούς στις διευθυντικές θέσεις της δικαστικής αρχής που είναι αρμόδια για τη διενέργεια των πειθαρχικών ερευνών και για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης εις βάρος των δικαστών και των εισαγγελέων, χωρίς να τηρείται η συνήθης διαδικασία διορισμού η οποία προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο για τέτοιες θέσεις.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο Δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση εφόσον μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να εγείρει εύλογες αμφιβολίες περί χρησιμοποίησης των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων της αρχής αυτής ως μέσου άσκησης πιέσεων στο έργο των δικαστών και των εισαγγελέων ή ως μέσου πολιτικού ελέγχου του έργου τους.

Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ εξέτασε το ζήτημα αν το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ καθώς και η απόφαση 2006/928 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνουν σε εθνική ρύθμιση που προβλέπει την ίδρυση εξειδικευμένης υπηρεσίας της εισαγγελικής αρχής με αποκλειστική αρμοδιότητα διερεύνησης των αδικημάτων που διαπράττονται από τους δικαστές και τους εισαγγελείς.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο Δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση, χωρίς η ίδρυση τέτοιας υπηρεσίας

– να δικαιολογείται από αντικειμενικές και επαληθεύσιμες επιτακτικές ανάγκες που άπτονται της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και

–  να συνοδεύεται από ειδικές εγγυήσεις, χάρη στις οποίες, αφενός, να αποκλείεται κάθε κίνδυνος χρησιμοποίησης της υπηρεσίας αυτής ως μέσου πολιτικού ελέγχου του έργου των δικαστών και των εισαγγελέων, ικανός να υπονομεύσει την ανεξαρτησία τους, και, αφετέρου, να διασφαλίζεται ότι κατά την άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας έναντι των δικαστών και των εισαγγελέων μπορούν να τηρούνται πλήρως οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη.

8. ΔΕΕ απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-94/20, Land Oberösterreich κατά KV - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 11 της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες, του άρθρου 2 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής και του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 11 της ανωτέρω Οδηγίας που φέρει τον τίτλο «Ίση μεταχείριση», προβλέπει ότι «1. Ο επί μακρόν διαμένων απολαύει ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς όσον αφορά: […] δ)      την κοινωνική ασφάλιση, την κοινωνική αρωγή και την κοινωνική προστασία, όπως ορίζονται από το εθνικό δίκαιο· […] 4.      Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ίση μεταχείριση ως προς την κοινωνική αρωγή και την κοινωνική προστασία στα βασικά πλεονεκτήματα. […]».
Η αίτηση υποβλήθηκε από το περιφερειακό δικαστήριο του Linz, της Αυστρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του KV και του Land Oberösterreich ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας, σχετικά με αίτημα αποκατάστασης της ζημίας την οποία υπέστη ο KV λόγω της απόρριψης αιτήματος για τη χορήγηση στεγαστικού επιδόματος.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται, ακόμη και όταν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας παρέκκλισης που προβλέπει το άρθρο 11, παρ. 4, της Οδηγίας αυτής, σε ρύθμιση Κράτους-μέλους βάσει της οποίας η χορήγηση στεγαστικού επιδόματος στους επί μακρόν διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν, με τρόπο καθοριζόμενο από τη ρύθμιση αυτή, ότι έχουν βασικές γνώσεις της γλώσσας αυτού του κράτους μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται, ακόμη και όταν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας παρέκκλισης στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση εφόσον το στεγαστικό επίδομα συνιστά «βασικό πλεονέκτημα» κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ζήτημα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-65/20, VI κατά KRONE – Verlag Gesellschaft mbH & Co KG – Προδικαστική 
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 6, της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των Κρατών-μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της VI, Αυστριακής υπηκόου και της KRONE – Verlag Gesellschaft mbH & Co KG, δημοσιογραφικής επιχειρήσεως με έδρα την Αυστρία, με αντικείμενο αγωγή της VI για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης οφειλόμενης στην τήρηση εσφαλμένης συμβουλής υγείας που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα την οποία εκδίδει η ως άνω εταιρία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2 της Οδηγίας 85/374, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 1 και του άρθρου 6 αυτής, έχει την έννοια ότι συνιστά «ελαττωματικό προϊόν», κατά τις εν λόγω διατάξεις, φύλλο έντυπης εφημερίδας το οποίο, κατά την εξέταση παραϊατρικού θέματος, παρέχει μια εσφαλμένη συμβουλή υγείας σχετικά με τη χρήση ενός φυτού, της οποίας η τήρηση προκάλεσε βλάβη στην υγεία ενός αναγνώστη της εφημερίδας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2 της Οδηγίας 85/374 έχει την έννοια ότι δεν συνιστά «ελαττωματικό προϊόν» σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά. περιστατικά.

10. ΔΕΕ απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-719/19, FS κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1 και του άρθρου 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών. Το άρθρο 15 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει «1.  Οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας. […] 3. Το κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύει η παράγραφος 1.».
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας των κάτω Χωρών (Raad van State)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του FS, πολίτη της Ένωσης που εγκατέλειψε την επικράτεια των Κάτω Χωρών κατόπιν εκδόσεως εις βάρος του αποφάσεως απομακρύνσεως, και του Υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας (Κάτω Χώρες) σχετικά με απόφαση με την οποία ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης τέθηκε υπό διοικητική κράτηση κατόπιν επανεισόδου του στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 15, παρ.  1, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι απόφαση απομακρύνσεως πολίτη της Ένωσης από το έδαφος του Κράτους-μέλους υποδοχής, εκδοθείσα βάσει της διατάξεως αυτής, με την αιτιολογία ότι ο πολίτης της Ένωσης δεν έχει πλέον δικαίωμα προσωρινής διαμονής στο έδαφος του εν λόγω Κράτους έχει εκτελεστεί πλήρως εκ του γεγονότος και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκατέλειψε το εν λόγω έδαφος εντός της ταχθείσας με την απόφαση απομακρύνσεως προθεσμίας για την οικειοθελή αναχώρησή του, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν, αφενός, στην περίπτωση άμεσης επανεισόδου του στο έδαφος αυτό, ο συγκεκριμένος πολίτης της Ένωσης απολαύει νέου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 6, παρ. 1, της Οδηγίας ή αν, αφετέρου, το Κράτος-μέλος υποδοχής μπορεί να λάβει νέα απόφαση απομακρύνσεως προκειμένου να τον εμποδίσει να εισέρχεται επανειλημμένως στο έδαφός του για σύντομο διάστημα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι απόφαση απομακρύνσεως πολίτη της Ένωσης δεν έχει εκτελεστεί πλήρως εκ του γεγονότος και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκατέλειψε το εν λόγω έδαφος εντός της ταχθείσας με την απόφαση απομακρύνσεως προθεσμίας για την οικειοθελή αναχώρησή του. Προκειμένου να απολαύει νέου δικαιώματος διαμονής στην εν λόγω επικράτεια πρέπει όχι μόνο να έχει εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά και να έχει επίσης όντως θέσει πραγματικό τέρμα στη διαμονή του στο συγκεκριμένο έδαφος, ούτως ώστε, σε περίπτωση επανεισόδου του σε αυτό, να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαμονή του συνιστά, στην πραγματικότητα, συνέχεια της προηγούμενης διαμονής του στο ίδιο έδαφος. 

11. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-718/19, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. κατά Conseil des ministers – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου (Cour constitutionnelle) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Ordre des barreaux francophones et germanophone, Association pour le droit des Étrangers ASBL, Coordination et Initiatives pour et avec les Réfugiés et Étrangers ASBL, Ligue des Droits de l’Homme ASBL και Vluchtelingenwerk Vlaanderen ASBL και του Συμβουλίου Υπουργών με αντικείμενο εθνική ρύθμιση που εφαρμόζει στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους α) μέτρα παρεμφερή με αυτά που εφαρμόζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών για την αποφυγή παντός κινδύνου διαφυγής των εν λόγω υπηκόων κατά την προθεσμία που τους τάσσεται για να εγκαταλείψουν το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής μετά την έκδοση αποφάσεως επιστροφής και β) ανώτατο χρονικό διάστημα κράτησης ενόψει απομάκρυνσης πανομοιότυπο με εκείνο που εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών.
Η Βελγική νομοθεσία όριζε ότι δύναται να εκδοθεί διαταγή εγκατάλειψης του εδάφους απευθυνόμενη σε πολίτη της Ένωσης και μέλη της οικογένειας του τάσσοντας συγκεκριμένη για την εφαρμογή της διαταγής. Εντός της προθεσμίας, η βελγική νομοθεσία όριζε ότι θα μπορούσαν να ληφθούν και προληπτικά μέτρα προς αποφυγή κινδύνου διαφυγής. Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι το Δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την επιβολή μέτρων στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους προς αποφυγή του κινδύνου διαφυγής τους, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που τους τάσσεται για να εγκαταλείψουν το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή κατά την παράταση της προθεσμίας αυτής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ καθώς και η Οδηγία 2004/38 αντιτίθενται στην πρόβλεψη εθνικών διατάξεων εφαρμοστέων στο πλαίσιο της εκτελέσεως αποφάσεως απομάκρυνσης πολιτών της Ένωσης και μελών των οικογενειών τους των οποίων το περιεχόμενο είναι πανομοιότυπο ή παρεμφερές με διατάξεις που αποσκοπούν στη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2008/115 σχετικά με την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι:

–  δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία εφαρμόζει στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που τους τάσσεται για να εγκαταλείψουν το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής διατάξεις που αποσκοπούν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, οι οποίες είναι παρεμφερείς με εκείνες οι οποίες αφορούν τους υπηκόους τρίτων χωρών (Οδηγία 2008/115/ΕΚ) υπό την προϋπόθεση ότι οι πρώτες διατάξεις τηρούν τις γενικές αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 27 της Οδηγίας 2004/38,

- αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία εφαρμόζει στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους, οι οποίοι, μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας ή της παράτασης της προθεσμίας αυτής, δεν συμμορφώθηκαν προς απόφαση απομάκρυνσης, μέτρο κράτησης ανώτατης διάρκειας οκτώ μηνών ενόψει απομάκρυνσης, δεδομένου ότι η διάρκεια αυτή είναι ίδια με εκείνη που εφαρμόζεται, κατά το εθνικό δίκαιο, στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν συμμορφώθηκαν προς απόφαση επιστροφής (βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2008/115).


12. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-645/19, Facebook Ireland Limited κ.λπ. κατά Gegevensbeschermingsautoriteit – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 55, παρ. 1, των άρθρων 56 έως 58 και 60 έως 66 του Κανονισμού 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Το άρθρο 58 παρ. 5 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπει «Κάθε αρχή ελέγχου διαθέτει όλες τις ακόλουθες εξουσίες έρευνας:[….] 5. Κάθε κράτος μέλος προβλέπει διά νόμου ότι η οικεία εποπτική αρχή έχει την εξουσία να γνωστοποιεί στις δικαστικές αρχές τις παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, να κινεί ή να μετέχει κατ’ άλλο τρόπο σε νομικές διαδικασίες, ώστε να επιβάλει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο των Βρυξελλών (hof van beroep te Brussel) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Facebook Ireland Ltd, Facebook Inc. και Facebook Belgium BVBA και της αρχής προστασίας δεδομένων με αντικείμενο αγωγή παραλείψεως εγερθείσα από τον πρόεδρο της τελευταίας με σκοπό να παύσει η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των χρηστών του διαδικτύου στο βελγικό έδαφος, η οποία πραγματοποιείται από το ηλεκτρονικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook μέσω τεχνολογιών όπως τα «cookies», τα «social plugins» και τα «pixels».
Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης τέθηκε το ζήτημα αν το άρθρο 58, παρ. 5, του Κανονισμού 2016/679 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση διασυνοριακής επεξεργασίας δεδομένων, εποπτική αρχή κράτους μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να κινεί ένδικες διαδικασίες, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μόνον εφόσον ο υπεύθυνος της διασυνοριακής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά του οποίου στρέφεται η ένδικη διαδικασία διαθέτει «κύρια εγκατάσταση» στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ή κάποια άλλη εγκατάσταση σε αυτό (Βέλγιο).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι εποπτική αρχή κράτους μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να κινεί ένδικες διαδικασίες, χωρίς να απαιτείται ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών τη διασυνοριακή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά του οποίου στρέφεται η ένδικη διαδικασία να διαθέτει κύρια εγκατάσταση ή άλλη εγκατάσταση στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού.
Επιπροσθέτως,  τέθηκε το ζήτημα αν το άρθρο 58, παρ. 5, του Κανονισμού 2016/679 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση διασυνοριακής επεξεργασίας δεδομένων, εποπτική αρχή κράτους μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να ασκήσει την εξουσία της να γνωστοποιεί οποιαδήποτε προβαλλόμενη παράβαση του εν λόγω Κανονισμού σε δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους και να κινεί, κατά περίπτωση, ένδικες διαδικασίες, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η ένδικη διαδικασία στρέφεται κατά της κύριας εγκαταστάσεως του υπευθύνου επεξεργασίας ή κατά της εγκαταστάσεως η οποία κείται στο κράτος μέλος στο οποίο η ίδια υπάγεται.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 58, παρ. 5, του Κανονισμού 2016/679 έχει την έννοια ότι εποπτική αρχή Κράτους-μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να ασκεί την εξουσία να γνωστοποιεί οποιαδήποτε προβαλλόμενη παράβαση του εν λόγω Κανονισμού σε δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους και να κινεί, κατά περίπτωση, ένδικες διαδικασίες στρεφόμενη τόσο κατά της κύριας εγκαταστάσεως του υπευθύνου επεξεργασίας η οποία ευρίσκεται στο Κράτος-μέλος στο οποίο υπάγεται η εν λόγω αρχή όσο και κατά άλλης εγκαταστάσεως του εν λόγω υπευθύνου, εφόσον η ένδικη διαδικασία αφορά επεξεργασία δεδομένων η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της εγκαταστάσεως αυτής και εφόσον η εν λόγω αρχή έχει αρμοδιότητα ασκήσεως της εξουσίας αυτής.

13. ΔΕΕ απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-439/19, Διαδικασία που κίνησε ο/η B - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 5, 6 και 10 του Κανονισμού 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, του άρθρου 1, παρ. 2, στοιχείο γγʹ, της Οδηγίας 2003/98/ΕΚ για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα καθώς και των αρχών της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και της ασφάλειας δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ανωτέρω Κανονισμού «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας που βασίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής ή εάν η επεξεργασία επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων. Πλήρες ποινικό μητρώο τηρείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Λετονίας στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο B σχετικά με το σύννομο εθνικής νομοθεσίας η οποία προβλέπει την πρόσβαση του κοινού στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τους βαθμούς ποινής που επιβάλλονται για τροχαίες παραβάσεις.
Το σημαντικότερο νομικό ζήτημα που προέκυψε από την συγκεκριμένη απόφαση ήταν εάν οι διατάξεις του ΓΚΠΔ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία υποχρεώνει τον δημόσιο φορέα που διατηρεί το μητρώο στο οποίο καταχωρίζονται οι βαθμοί ποινής που επιβάλλονται στους οδηγούς οχημάτων για τροχαίες παραβάσεις να γνωστοποιεί τα δεδομένα αυτά σε οποιονδήποτε υποβάλλει σχετική αίτηση, χωρίς ο αιτών να χρειάζεται να αποδείξει ειδικό συμφέρον για τη λήψη των εν λόγω δεδομένων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, παρ. 1, το άρθρο 6, παρ. 1, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 10, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Επιπροσθέτως,  τέθηκε το νομικό ζήτημα αν οι διατάξεις του ΓΚΠΔ, ιδίως το άρθρο 5, παρ. 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 10, καθώς και το άρθρο 1, παρ, 2, στοιχείο γγʹ, της Οδηγίας 2003/98, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει στον δημόσιο φορέα που διατηρεί το μητρώο στο οποίο καταχωρίζονται οι βαθμοί ποινής που επιβάλλονται στους οδηγούς οχημάτων για τροχαίες παραβάσεις να γνωστοποιεί τα δεδομένα αυτά σε επιχειρηματίες για σκοπούς περαιτέρω χρήσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο Δίκαιο της ΕΕ αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομοθεσία.

14. ΔΕΕ απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-682/18 και C-683/18, Frank Peterson κατά Google LLC κ.λπ. και Elsevier Inc. κατά Cyando AG - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την  ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1, και του άρθρου 8, παρ. 3, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Το άρθρο 3 της ανωτέρω Οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα παρουσίασης έργων στο κοινό και δικαίωμα διάθεσης άλλων αντικειμένων στο κοινό», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ του Frank Peterson και των εταιριών Google LLC και YouTube LLC (υπόθεση C-682/18) καθώς και μεταξύ της Elsevier Inc. και της Cyando AG (υπόθεση C-683/18), με αντικείμενο πλείονες προσβολές των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας του F. Peterson και της Elsevier εκ μέρους χρηστών της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο που διαχειρίζεται η YouTube και της πλατφόρμας φιλοξενίας και ανταλλαγής αρχείων που διαχειρίζεται η Cyando, αντίστοιχα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας έχει την έννοια ότι ο διαχειριστής πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο ή πλατφόρμας φιλοξενίας και ανταλλαγής αρχείων, στην οποία οι χρήστες μπορούν να θέτουν παρανόμως στη διάθεση του κοινού προστατευόμενο περιεχόμενο, τελεί ο ίδιος πράξη «παρουσίασης στο κοινό» του περιεχομένου αυτού, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας έχει την έννοια ότι ο διαχειριστής πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο δεν τελεί πράξη «παρουσίασης στο κοινό» σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, εκτός εάν συμβάλλει, κατά τρόπο που δεν περιορίζεται απλώς στη διάθεση της πλατφόρμας, στην παροχή στο κοινό πρόσβασης σε προστατευόμενο περιεχόμενο η οποία συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν ο διαχειριστής α) γνωρίζει συγκεκριμένα ότι είναι παρανόμως διαθέσιμο στην πλατφόρμα του προστατευόμενο περιεχόμενο και παραλείπει να το διαγράψει ή να καταστήσει ταχέως αδύνατη την πρόσβαση σε αυτό, ή β) όταν ο διαχειριστής, μολονότι γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι, γενικώς, τίθεται παρανόμως στη διάθεση του κοινού προστατευόμενο περιεχόμενο μέσω της πλατφόρμας του από τους χρήστες αυτής, δεν λαμβάνει τα κατάλληλα τεχνικά μέτρα που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να ληφθούν από έναν ευρισκόμενο στη θέση του επιχειρηματία ο οποίος επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια, για να αντιμετωπίσει με αξιόπιστο και αποτελεσματικό τρόπο τις προσβολές του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

 


CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΜΑΡΤΙΟΣ 2021
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2021, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-229/19 και C-289/19, Dexia Nederland BV κατά XXX και Z  - Προδικαστικές

Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από εφετείο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες, (Gerechtshof te Amsterdam) (C‑229/19) και το εφετείο της Χάγης, Κάτω Χώρες, (Gerechtshof Den Haag) (C‑289/19),  στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ της εταιρίας Dexia Nederland BV (Dexia) και καταναλωτών. Αντικείμενο της διαφοράς αποτέλεσε η άρνηση πληρωμής των τελικών λογαριασμών που είχε καταρτίσει η εταιρία αυτή, κατόπιν της καταγγελίας, από την πλευρά της εταιρείας, των συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως μετοχών, οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ των καταναλωτών και μιας εταιρίας την οποία διαδέχθηκε η Dexia. 

Ειδικότερα, ο δανειολήπτης, που είναι συνήθως καταναλωτής, δανείζεται από μια τράπεζα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ένα χρηματικό ποσό, που προσδιορίζεται ως «κεφάλαιο», με το οποίο η τράπεζα αυτή αποκτά μετοχές για λογαριασμό και προς όφελος του δανειολήπτη. Η ως άνω τράπεζα εξακολουθεί να έχει την κυριότητα των μετοχών μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του δανεισθέντος με τον τρόπο αυτόν ποσού, τα ενδεχόμενα μερίσματα όμως καταβάλλονται στον δανειολήπτη. Κατά τη διάρκεια της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο δανειολήπτης καταβάλλει δόσεις οι οποίες αντιστοιχούν στους τόκους επί του κεφαλαίου, σε ορισμένες δε περιπτώσεις σε χρεωλύσια προς αποπληρωμή του κεφαλαίου αυτού. Κατά τη λήξη της συμβάσεως, οι μετοχές εκποιούνται και ο δανειολήπτης εισπράττει το εισόδημα που προκύπτει από τη μεταβίβαση των μετοχών αυτών, αφαιρουμένου του υπολοίπου του κεφαλαίου και των δόσεων που ενδεχομένως οφείλονται ακόμη στην τράπεζα.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ρήτρα, η οποία καθορίζει εκ των προτέρων το πλεονέκτημα που αποκομίζει ο επαγγελματίας σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της συμβάσεως πρέπει να θεωρείται καταχρηστική βάσει της Οδηγίας 93/13 απλώς και μόνο λόγω του γεγονότος ότι η εν λόγω ρήτρα είναι ικανή να δημιουργήσει σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών που απορρέουν από τη σύμβαση κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως της συμβάσεως αυτής. Η επίδικη ρήτρα όριζε ότι η DEXIA είχε δικαίωμα να αξιώσει ολόκληρο το ανεξόφλητο υπόλοιπο του συνολικού ποσού (ή ποσών) χρηματοδοτικής μίσθωσης που συμφωνήθηκε με βάση όλες τις παρόμοιες με την παρούσα σύμβαση ισχύουσες συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθώς και να πωλήσει τους τίτλους στο χρηματιστήριο ή κατ’ άλλον τρόπο, σε χρόνο που θα ορίσει η τράπεζα. Η τράπεζα θα αφαιρούσε τα έσοδα εκ της πωλήσεως αυτής από το ποσό που της οφείλει ο δανειολήπτης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ρήτρα πρέπει να θεωρείται καταχρηστική εφόσον είναι ικανή να δημιουργήσει σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως της συμβάσεως αυτής, τούτο δε έστω και αν η ως άνω ανισορροπία θα μπορεί να ανακύψει μόνο σε περίπτωση επελεύσεως ορισμένων περιστάσεων ή έστω και αν, υπό άλλες περιστάσεις, η ρήτρα αυτή θα μπορούσε να αποβεί ακόμα και επωφελής για τον καταναλωτή.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-255/19,  Secretary of State for the Home Department κατά OA – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, του άρθρου 7 και του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 στοιχ. ε «1. Ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής παύει να είναι πρόσφυγας εάν: […] ε) δεν μπορεί πλέον να εξακολουθεί να αρνείται την προστασία που του παρέχει η χώρα της ιθαγένειας, διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα».

H αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Διοικητικών Διαφορών, τμήμα μεταναστεύσεως και ασύλου (Upper Tribunal, Immigration and Asylum Chamber) του Ηνωμένου Βασιλείου, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργού Εσωτερικών και του OA, Σομαλού υπηκόου, σχετικά με την ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα που είχε αναγνωριστεί στον ενδιαφερόμενο. Ειδικότερα, ο Υπουργός Εσωτερικών ανακάλεσε το καθεστώς πρόσφυγα του OA λόγω μεταβολής των συνθηκών στη χώρα καταγωγής του και τον απέκλεισε από την παροχή ανθρωπιστικής προστασίας δυνάμει του εθνικού δικαίου περί μεταναστεύσεως, εκτιμώντας παράλληλα ότι η επιστροφή του OA στη χώρα καταγωγής του δεν θα ήταν αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχ. εʹ, της Οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η «προστασία» στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή σε σχέση με την παύση του καθεστώτος πρόσφυγα πρέπει να ικανοποιεί τις ίδιες απαιτήσεις με εκείνες που απορρέουν, ως προς την αναγνώριση του ως άνω καθεστώτος, από το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω Οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, αυτής.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι λόγω της συμμετρίας που καθιερώνεται μέσω της Οδηγίας 2004/83 μεταξύ της αναγνωρίσεως και της παύσεως του καθεστώτος πρόσφυγα θα πρέπει να ικανοποιούνται οι ίδιες προϋποθέσεις. Επιπροσθέτως, η διαπίστωση από τις αρμόδιες αρχές ότι ο φόβος του πρόσφυγα ότι θα υποστεί διώξεις δεν είναι πλέον βάσιμος, θα πρέπει να εξακριβωθεί, λαμβάνοντας υπόψη την ατομική κατάσταση του πρόσφυγα, ότι ο φορέας ή οι φορείς προστασίας έλαβαν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τις διώξεις, ότι επομένως διαθέτουν, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικό νομικό σύστημα για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν διώξεις και ότι ο ενδιαφερόμενος πρόσφυγας θα έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή σε περίπτωση παύσεως της υπαγωγής του στο καθεστώς πρόσφυγα 

3. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-308/19, Consiliul Concurenţei κατά Whiteland Import Export SR - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 3, ΣΕΕ, του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 25, παρ. 3, του Κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα, 101 και 102 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ρουμανίας, (Înalta Curte de Casaţie şi Justiţie)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Αρχής Ανταγωνισμού και της Whiteland Import Export SRL (Whiteland), σχετικά με απόφαση περί επιβολής προστίμου στην εταιρία αυτή λόγω παράβασης των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ (αρχή της κοινοτικής πίστης ή καλόπιστης συνεργασίας) και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, κατά την οποία η εκδοθείσα από την εθνική αρχή ανταγωνισμού απόφαση περί κίνησης έρευνας σχετικά με παράβαση των κανόνων του περί ανταγωνισμού δικαίου της Ένωσης είναι η τελευταία πράξη της αρχής αυτής η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγραφής, που ισχύει σχετικά με την εξουσία της να επιβάλλει κυρώσεις, αποκλειομένης της δυνατότητας διακοπής της παραγραφής από μεταγενέστερη πράξη δίωξης ή έρευνας.

Εν προκειμένω, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση προέβλεπε ότι η παραγραφή για την επιβολή κυρώσεων λόγω παραβιάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού είναι πενταετής, ότι η παραγραφή αυτή αρχίζει από την ημέρα παύσης της παράβασης, ότι μπορεί να διακοπεί από ορισμένες πράξεις της εθνικής αρχής ανταγωνισμού και ότι η παραγραφή επέρχεται το αργότερο την ημερομηνία κατά την οποία έχει παρέλθει προθεσμία διάρκειας διπλάσιας της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει για την παράβαση χωρίς να έχει επιβληθεί κύρωση.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο καθορισμός εύλογων προθεσμιών παραγραφής όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού χάριν της ασφάλειας δικαίου, ο οποίος προστατεύει τόσο τις οικείες επιχειρήσεις όσο και τις αρχές αυτές, συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης. 

Επομένως, οι εθνικοί κανόνες που καθορίζουν τις προθεσμίες παραγραφής πρέπει να έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ των σκοπών της κατοχύρωσης της ασφάλειας δικαίου και της διασφάλισης της εξέτασης των υποθέσεων εντός εύλογης προθεσμίας, ως γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, και, της πραγματικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στο άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ και 101 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, όταν αποδεικνύεται συστημικός κίνδυνος ατιμωρησίας για τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τέτοιες παραβάσεις, κάτι που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-843/19, Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS) κατά BT – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 1, της Οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
– το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
–  την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
– τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο δικαστήριο της Καταλονίας της Ισπανίας, (Tribunal Superior de Justicia de Cataluña) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης (INSS) και της BT σχετικά με την άρνηση του INSS να χορηγήσει στην BT πρόωρη σύνταξη γήρατος.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, παρ. 1, της Οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση εθελούσιας πρόωρης συνταξιοδότησης εργαζομένου που είναι ασφαλισμένος στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, εξαρτά το δικαίωμα του εν λόγω εργαζομένου σε πρόωρη σύνταξη γήρατος από την προϋπόθεση να είναι το ποσό της σύνταξης αυτής τουλάχιστον ίσο με το ποσό της κατώτατης σύνταξης που θα δικαιούνταν ο εργαζόμενος στην ηλικία των 65 ετών, στο μέτρο που η εν λόγω ρύθμιση θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζομένους.

Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η συγκεκριμένη εθνική ρύθμιση δεν εισάγει διάκριση βασιζόμενη άμεσα στο φύλο, εφόσον εφαρμόζεται αδιακρίτως στους εργαζομένους, άνδρες και γυναίκες.

Όσον αφορά το ζήτημα αν μια τέτοια ρύθμιση εισάγει έμμεση διάκριση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη ιδιαίτερα μειονεκτικής μεταχείρισης μπορεί να διαπιστωθεί, ιδίως, εάν αποδειχθεί ότι η εθνική ρύθμιση επηρεάζει δυσμενώς σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό προσώπων ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου. 

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση ακόμη και αν η εν λόγω ρύθμιση θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζομένους –πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, εφόσον πάντως η συνέπεια αυτή δικαιολογείται από θεμιτούς σκοπούς κοινωνικής πολιτικής, οι οποίοι είναι άσχετοι προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-507/19, Bundesrepublik Deutschland κατά XT – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 12, παρ. 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας κλπ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της ανωτέρω Οδηγίας, που φέρει τον τίτλο ««Αποκλεισμός από το καθεστώς πρόσφυγα»: «1. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα εφόσον: α) εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 1 σημείο Δ της σύμβασης της Γενεύης, το οποίο αφορά την παροχή προστασίας ή συνδρομής από όργανα ή οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, εκτός της UNHCR. Σε περίπτωση που η εν λόγω προστασία ή συνδρομή έχει παύσει για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση των προσώπων αυτών σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τα εν λόγω πρόσωπα θα δικαιούνται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα της παρούσας οδηγίας».

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Bundesrepublik Deutschland και του XT σχετικά με την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο XT προκειμένου να του αναγνωρισθεί το καθεστώς πρόσφυγα.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της Οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν έχει παύσει η προστασία ή συνδρομή της UNRWA (οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για την παροχή προστασίας και συνδρομής στους Παλαιστίνιους υπό την ιδιότητά τους ως «Παλαιστινίων προσφύγων»), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η περιοχή της ζώνης επιχειρήσεων της UNRWA στην οποία ένας ανιθαγενής παλαιστινιακής καταγωγής είχε την πραγματική διαμονή του κατά το χρονικό σημείο της αναχώρησής του από την εν λόγω ζώνη επιχειρήσεων ή ότι πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλες περιοχές δράσης υπαγόμενες στη ζώνη επιχειρήσεων και, στην τελευταία περίπτωση, ποιες είναι οι περιοχές αυτές.

Το ΔΕΕ έκρινε το επίμαχο άρθρο του Δικαίου της ΕΕ έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν έχει παύσει η προστασία ή η συνδρομή της Υπηρεσίας Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο ατομικής αξιολόγησης όλων των κρίσιμων στοιχείων της εξεταζόμενης περίπτωσης, όλες οι περιοχές της ζώνης επιχειρήσεων της UNRWA στα εδάφη των οποίων έχει τη συγκεκριμένη δυνατότητα να εισέλθει και να παραμείνει ασφαλής ένας ανιθαγενής παλαιστινιακής καταγωγής, ο οποίος έχει εγκαταλείψει τη ζώνη αυτή.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-129/20 ΧΙ κατά Caisse pour l'avenir des enfants – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των ρητρών 1.1, 1.2 και 2.1, καθώς και της ρήτρας 2.3, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 96/34/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES. Σύμφωνα με τη ρήτρα 2.1 «Η παρούσα συμφωνία παρέχει ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας σε εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, έτσι ώστε να μπορούν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας που μπορεί να φτάνει μέχρι τα οκτώ έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους», ενώ η ρήτρα και 3.1 στοιχ. β ορίζει «Οι προϋποθέσεις πρόσβασης και οι κανόνες εφαρμογής της γονικής άδειας ορίζονται από το δίκαιο και/ή τις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, ενόσω τηρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις της παρούσας συμφωνίας. Τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν συγκεκριμένα: β) να εξαρτούν το δικαίωμα της γονικής άδειας από περίοδο εργασίας και/ή περίοδο αρχαιότητας που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος». 

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (Cour de cassation du Grand-Duché de Luxembourg) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ΧΙ και του Caisse pour l’avenir Ταμείου για το μέλλον των παιδιών, σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στη XI δικαίωμα γονικής άδειας προκειμένου να φροντίσει τα δίδυμα παιδιά της, με την αιτιολογία ότι δεν κατείχε αμειβόμενη θέση απασχόλησης κατά τον χρόνο της γέννησής τους.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν οι ρήτρες 1.1, 1.2 και 2.1, καθώς και η ρήτρα 2.3, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 96/34 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εξάρτηση της χορήγησης γονικής άδειας από τη διττή προϋπόθεση ο εργαζόμενος να απασχολείται νομίμως σε χώρο εργασίας και να είναι ασφαλισμένος, με την ιδιότητα του εργαζομένου, στον οικείο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, πρώτον, αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα τουλάχιστον μηνών αμέσως πριν από την έναρξη της γονικής άδειας και, δεύτερον, κατά τον χρόνο της γέννησης του παιδιού ή των παιδιών ή της αναδοχής τους προς υιοθεσία.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι ρήτρες 1.1, 1.2 και 2.1, καθώς και η ρήτρα 3.1, στοιχείο βʹ, της (αναθεωρημένης) συμφωνίας-πλαισίου της 18ης Ιουνίου 2009, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2010, σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια (και με την κατάργηση της Οδηγίας 96/34/ΕΚ), έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση ως προς την αδιάλειπτη εργασιακή απασχόληση του αιτούντος γονέα. Αντιθέτως, οι ρήτρες αυτές αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά τη χορήγηση δικαιώματος γονικής άδειας από την προϋπόθεση να έχει ο γονέας την ιδιότητα του εργαζομένου κατά τον χρόνο γέννησης ή υιοθεσίας του παιδιού του.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-922/19, Stichting Waternet κατά MG – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 9 της Οδηγίας 97/7/ΕΚ για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, του άρθρου 27 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, καθώς και του άρθρου 5, παρ. 5, και του σημείου 29 του παραρτήματος I της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά.

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών Hoge Raad der Nederlanden στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Stichting Waternet, εταιρίας ύδρευσης, και του MG, καταναλωτή, όσον αφορά αγωγή με αίτημα την εξόφληση τιμολογίων σχετικών με την κατανάλωση πόσιμου νερού παρεχόμενου από την εταιρία αυτή. Ειδικότερα, ο MG δεν ενημέρωσε τη Stichting Waternet ότι είναι ο νέος ένοικος της οικίας αυτής, αλλά ούτε ο προηγούμενος ένοικος δήλωσε τη αποχώρησή του από την εν λόγω οικία, ενώ συνέχισε να πληρώνει τους σχετικούς λογαριασμούς ύδρευσης μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2014. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η Stichting Waternet απέστειλε στον MG επιστολή καλωσορίσματος και αμέσως μετά άρχισε να του αποστέλλει λογαριασμούς ύδρευσης για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2014. Ο MG δεν εξόφλησε κανέναν λογαριασμό για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 18 Νοεμβρίου 2016. Κατόπιν τούτου, η Stichting Waternet άσκησε αγωγή ενώπιον του kantonrechter (ειρηνοδίκη, Κάτω Χώρες), ζητώντας να υποχρεωθεί ο MG να καταβάλει το ποσό των 283,79 ευρώ, πλέον νόμιμων τόκων και εξόδων, καθώς και, επικουρικώς, να της χορηγηθεί άδεια για τη διακοπή της σύνδεσης της εν λόγω οικίας με το δίκτυο ύδρευσης. Το δικαστήριο αυτό απέρριψε το αίτημα της Stichting Waternet περί καταβολής των ως άνω ποσών, με το σκεπτικό ότι η παροχή πόσιμου νερού αποτελούσε «μη παραγγελθείσα παροχή» βάσει του εθνικού αστικού κώδικα. 

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν σύμφωνα με το ανωτέρω επίμαχο ενωσιακό δίκαιο μια σύμβαση μεταξύ εταιρίας ύδρευσης και καταναλωτή μπορεί να θεωρηθεί ως συναφθείσα όταν ο καταναλωτής δεν έχει δώσει τη ρητή συναίνεσή του.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο όρος «παροχή μη παραγγελθέντων», κατά το σημείο 29 του παραρτήματος I της Οδηγίας 2005/29, έχει την έννοια ότι δεν καλύπτει την εμπορική πρακτική εταιρίας διανομής πόσιμου ύδατος η οποία συνίσταται στη διατήρηση της σύνδεσης με το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης κατά την εγκατάσταση καταναλωτή σε οικία η οποία κατοικούνταν προηγουμένως, εφόσον ο καταναλωτής αυτός α) δεν διαθέτει ελευθερία επιλογής του παρόχου της οικείας υπηρεσίας, β) ο πάροχος εφαρμόζει τιμολόγια τα οποία είναι κοστοστρεφή και διαφανή, δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι ανάλογα προς την κατανάλωση νερού, γ) ο δε καταναλωτής γνωρίζει ότι η οικία αυτή είναι συνδεδεμένη με το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης και ότι η παροχή νερού γίνεται έναντι πληρωμής.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-760/18, M.Β. κ.λπ. κατά Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (O.T.A.) «Δήμος Αγίου Νικολάου»

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 1 και της ρήτρας 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. 

Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης», ορίζει τα εξής: «1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

2. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται “διαδοχικές”·
β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου (Ελλάδα) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Μ.Β. και άλλων εργαζομένων και, αφετέρου, του εργοδότη τους, ήτοι του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία «Δήμος Αγίου Νικολάου», με αντικείμενο τον χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας τους ως απασχολούμενων με σχέση αορίστου χρόνου στην υπηρεσία καθαριότητας του εν λόγω δήμου.

Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει περιλαμβάνει την εφαρμογή εθνικής διάταξης που επιτρέπει τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μολονότι άλλη εθνική διάταξη, ανώτερης τυπικής ισχύος λόγω της συνταγματικής της φύσης, απαγορεύει απολύτως τέτοια μετατροπή όσον αφορά τον δημόσιο τομέα.(103 παρ. 8 του Ελληνικού Συντάγματος)

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας εθνικής ρύθμισης που επιτρέπει τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοστούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή όσον αφορά τον δημόσιο τομέα.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-857/19, Slovak Telekom a.s. κατά Protimonopolný úrad Slovenskej republiky – Προδικαστική

H αίτηση αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 6 του Κανονισμού 1/2003 «1. Η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού της Ένωσης. […] 6. Η κίνηση διαδικασίας με σκοπό την έκδοση απόφασης κατ’ εφαρμογή του κεφαλαίου ΙΙΙ από την Επιτροπή συνεπάγεται την απώλεια από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Εάν η αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους έχει ήδη επιληφθεί μιας υπόθεσης, η Επιτροπή κινεί διαδικασία μόνον κατόπιν διαβούλευσης με αυτή την εθνική αρχή ανταγωνισμού.»

Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Slovak Telekom a.s. και της σλοβακικής αρχής ανταγωνισμού σχετικά με τη νομιμότητα απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στην ST πρόστιμο λόγω κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της, κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, καθόσον τα τιμολόγια που εφάρμοσε σε αγορές λιανικών υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και στην αγορά χονδρικής διασύνδεσης επέφεραν συμπίεση των περιθωρίων κέρδους.

Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003 έχει την έννοια ότι οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών παύουν να είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή κινήσει διαδικασία για την έκδοση απόφασης με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των διατάξεων αυτών.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003 έχει την έννοια ότι οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών παύουν να είναι αρμόδιες υπό την προϋπόθεση ότι η τυπική αυτή πράξη αφορά τις ίδιες παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, οι οποίες φέρονται ως διαπραχθείσες από την ίδια ή τις ίδιες επιχειρήσεις στην ίδια ή στις ίδιες αγορές προϊόντων και στην ίδια ή στις ίδιες γεωγραφικές αγορές, κατά τη διάρκεια της ίδιας ή των ίδιων χρονικών περιόδων, με τις παραβάσεις που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας ή των διαδικασιών που έχουν προηγουμένως κινηθεί από τις εν λόγω αρχές.

Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, όπως η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης κατά το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, εφόσον για τις παραβάσεις αυτές επιβάλλονται κυρώσεις, χωριστά και ανεξάρτητα, από την Επιτροπή και από αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή ne bis in idem, έχει την έννοια ότι α) εφαρμόζεται σε παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού και β) απαγορεύει την εκ νέου καταδίκη επιχείρησης ή άσκηση δίωξης κατ’ αυτής για αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά σε σχέση με την οποία είτε της έχει ήδη επιβληθεί κύρωση είτε κρίθηκε ότι δεν έχει ευθύνη με προγενέστερη απόφαση η οποία έχει πλέον καταστεί απρόσβλητη. Αντιθέτως, η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή όταν μια επιχείρηση διώκεται και υφίσταται κυρώσεις, χωριστά και ανεξάρτητα, από μια αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους και από την Επιτροπή, που αφορούν διαφορετικές αγορές προϊόντων ή διαφορετικές γεωγραφικές αγορές, ή όταν μια αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους παύει να είναι αρμόδια, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-771/19, NAMA Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές Α.Ε. – LDK Σύμβουλοι Μηχανικοί A.E. κ.λπ. κατά Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) και Αττικού Μετρό A.E. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 3, του άρθρου 2, παρ. 1, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και του άρθρου 2α, παρ. 2, της Οδηγίας 92/13/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών.

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας αναστολής εκτέλεσης την οποία κίνησε ένωση εταιριών και οι εταιρίες που την απαρτίζουν (NAMA) κατά της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) (Ελλάδα) και της Αττικό Μετρό A.E., όσον αφορά τη νομιμότητα απόφασης την οποία εξέδωσε η Αττικό Μετρό A.E., ως αναθέτουσα αρχή, σχετικά με την αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης δημόσιων συμβάσεων στον τομέα των μεταφορών.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1, παρ. 3, το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και το άρθρο 2α, παρ. 2, της Οδηγίας 92/13, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική πρακτική κατά την οποία ένας προσφέρων ο οποίος αποκλείστηκε από διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης σε στάδιο προγενέστερο του σταδίου της ανάθεσης της σύμβασης αυτής και του οποίου η αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αποκλεισμού του από τη διαδικασία αυτή απορρίφθηκε δεν μπορεί, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, να προβάλει, με την ταυτοχρόνως ασκηθείσα αίτησή του για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης περί αποδοχής της προσφοράς άλλου προσφέροντος ισχυρισμούς άσχετους προς τις πλημμέλειες λόγω των οποίων αποκλείστηκε η προσφορά του, με εξαίρεση τον ισχυρισμό ότι η απόφαση περί αποδοχής της προσφοράς αυτής αντιβαίνει στην αρχή του ίσου μέτρου κρίσεως όσον αφορά τις προσφορές. 

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανωτέρω επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι ένας προσφέρων μπορεί να προβάλει, με την ταυτοχρόνως ασκηθείσα αίτησή του για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης περί αποδοχής της προσφοράς άλλου προσφέροντος, όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων μεταφοράς της νομοθεσίας αυτής, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών που δεν έχουν σχέση με τις πλημμέλειες λόγω των οποίων αποκλείστηκε η προσφορά του. Η δυνατότητα αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι απορρίφθηκε η προδικαστική προσφυγή ενώπιον ανεξάρτητου εθνικού οργάνου, την οποία έπρεπε, βάσει του εθνικού δικαίου, να ασκήσει προηγουμένως ο εν λόγω προσφέρων κατά της απόφασης αποκλεισμού του, εφόσον η απόρριψη αυτή δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

11. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-739/19, VK κατά An Bord Pleanála – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5 της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της ως άνω Οδηγίας «Για την άσκηση των δραστηριοτήτων οι οποίες αφορούν την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτου ενώπιον δικαστηρίου, κάθε Κράτος μέλος δύναται να επιβάλει στους δικηγόρους που αναφέρονται στο άρθρο 1 ως προϋπόθεση: α) να εμφανίζονται ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου και, κατά περίπτωση ενώπιον του προέδρου του αρμοδίου δικηγορικού συλλόγου στο Κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τους τοπικούς κανόνες ή τις τοπικές συνήθειες, β) να ενεργούν κατόπιν συμφωνίας, είτε με δικηγόρο που ασκεί την δραστηριότητά του ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεως και ο οποίος θα είναι υπεύθυνος, ενδεχομένως έναντι του δικαστηρίου αυτού, είτε με “avoué” ή “procuratore” που ασκεί την δραστηριότητά του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας (Supreme Court) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του VK και της αρχής εξετάσεως προσφυγών σχετικών με θέματα σχεδιασμού σχετικά με την υποχρέωση της παρέχουσας υπηρεσίες δικηγόρου και εκπροσώπου του εκκαλούντος της κύριας δίκης να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο εγγεγραμμένο στον τοπικό δικηγορικό σύλλογο με σκοπό την εκπροσώπηση του εν λόγω εκκαλούντος ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5 της Οδηγίας 77/249 έχει την έννοια ότι απαγορεύει να επιβάλλεται σε δικηγόρο, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες εκπροσώπησης του πελάτη του, η υποχρέωση να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο που ασκεί τις δραστηριότητές του ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υπόθεσης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5 της Οδηγίας 77/249 έχει την έννοια ότι:

– δεν απαγορεύει να επιβάλλεται σε δικηγόρο η υποχρέωση να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο που ασκεί τις δραστηριότητές του ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υπόθεσης 

–  δεν είναι δυσανάλογη στο πλαίσιο συστήματος στο οποίο οι δικηγόροι έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τους αντίστοιχους ρόλους τους, δεδομένου ότι ο δικηγόρος που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου έχει ως μοναδικό σκοπό, κατά γενικό κανόνα, να επικουρεί τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την προσήκουσα εκπροσώπηση του πελάτη και την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι του δικαστηρίου αυτού·

–  η επιβολή της ανωτέρω υποχρέωσης ενέργειας χωρίς να συνεκτιμάται η πείρα του παρέχοντος υπηρεσίες δικηγόρου βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

12. ΔΕΕ απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-578/19, X κατά Kuoni Travel Ltd – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο « 2. Όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν εις βάρος του καταναλωτή λόγω μη εκτελέσεως ή πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής να φέρουν ευθύνη, εκτός αν αυτή η μη εκτέλεση ή πλημμελής εκτέλεση δεν οφείλεται ούτε σε δική τους υπαιτιότητα ούτε σε υπαιτιότητα κάποιου άλλου παρέχοντος υπηρεσίες, διότι - οι παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά την εκτέλεση της συμβάσεως καταλογίζονται στον καταναλωτή, - οι παραλείψεις αυτές καταλογίζονται σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στη σύμβαση και έχουν απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο χαρακτήρα, – οι παραλείψεις αυτές οφείλονται σε λόγους ανωτέρας βίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, σημείο ii), ή σε γεγονός που ούτε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, ούτε ο παρέχων υπηρεσίες, θα μπορούσαν, με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια να προβλέψουν ή να αποτρέψουν. […]».

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου (Supreme Court of the United Kingdom) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της X, καταναλώτριας διαμένουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο, και της Kuoni Travel Ltd, διοργανώτριας ταξιδιών εγκατεστημένης στο Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικά με αξίωση αποζημιώσεως που προέβαλε η X λόγω ζημίας η οποία ανέκυψε από την πλημμελή εκτέλεση συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου που συνήφθη μεταξύ της X και της Kuoni

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν ότι το άρθρο 5, παρ. 2, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 90/314 έχει  την έννοια ότι, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως των συγκεκριμένων υποχρεώσεων οφειλόμενης σε πράξεις υπαλλήλου ενός παρόχου υπηρεσιών που εκτελεί τη σύμβαση, ο υπάλληλος αυτός πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παρέχων υπηρεσίες για τους σκοπούς εφαρμογής της διατάξεως, ο δε διοργανωτής δύναται να απαλλαγεί από την ευθύνη του λόγω μη εκπληρώσεως ή λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως, κατ’ εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι α) ο υπάλληλος αυτός δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παρέχων υπηρεσίες για τους σκοπούς εφαρμογής της διατάξεως αυτής, β) ο δε διοργανωτής δεν δύναται να απαλλαγεί από την ευθύνη του λόγω μη εκπληρώσεως ή λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως.

13. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-824/18, A.B. κ.λπ. κατά Krajowa Rada Sądownictwa – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 2, του άρθρου 4, παρ. 3, του άρθρου 6, παρ. 1, και του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, του άρθρου 15, παράγραφος 1, του άρθρου 20, του άρθρου 21, παράγραφος 1, του άρθρου 47 και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία.

Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πολωνίας (Naczelny Sąd Administracyjny) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ των A.B., C.D., E.F., G.H. και I.J., αφενός, και του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (KRS), αφετέρου, σχετικά με πορίσματα με τα οποία το εν λόγω Συμβούλιο αποφάσισε να μην προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας τον διορισμό των ενδιαφερομένων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να προτείνει τον διορισμό άλλων υποψηφίων στις θέσεις αυτές.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι αντιτίθενται σε τροποποιήσεις της εθνικής έννομης τάξεως οι οποίες: α) στερούν από εθνικό δικαστήριο την αρμοδιότητά του να αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό επί προσφυγών ασκουμένων από υποψηφίους για θέσεις δικαστών δικαστηρίου, όπως είναι το Ανώτατο Δικαστήριο κατά αποφάσεων οργάνου, όπως το KRS να μην προταθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η υποψηφιότητά τους, αλλά να προταθεί εκείνη άλλων υποψηφίων, β) καταργούν αυτοδικαίως τη δίκη επί τέτοιων προσφυγών εφόσον η εκδίκασή τους εκκρεμεί ακόμη, αποκλείοντας το ενδεχόμενο να συνεχισθεί η εξέτασή τους ή οι προσφυγές αυτές να ασκηθούν εκ νέου, και γ) στερούν από εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα τα οποία είχε υποβάλει στο Δικαστήριο. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι του επιβάλλει να μην εφαρμόσει τις τροποποιήσεις αυτές και, κατά συνέπεια, να ασκήσει την αρμοδιότητα που είχε να αποφαίνεται επί των διαφορών των οποίων είχε επιληφθεί πριν από τη θέσπιση των εν λόγω τροποποιήσεων.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι στην περίπτωση των ανωτέρω τροποποιήσεων το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι : α) το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε τέτοιες τροποποιήσεις σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις αυτές είχαν ειδικώς ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν το Δικαστήριο να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων, β) το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε τέτοιες τροποποιήσεις στην περίπτωση που αυτές δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς το ανεπηρέαστο των δικαστών, οι οποίοι διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας βάσει των εν λόγω αποφάσεων του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου έναντι εξωτερικών στοιχείων, ειδικότερα δε έναντι της άμεσης ή έμμεσης ασκήσεως επιρροής εκ μέρους της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, γ) σε περίπτωση αποδεδειγμένης παραβάσεως των εν λόγω άρθρων, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις επίμαχες τροποποιήσεις, ανεξαρτήτως αν είναι νομοθετικής ή συνταγματικής φύσεως, και να συνεχίσει να ασκεί την αρμοδιότητα που είχε να εκδικάζει τις διαφορές των οποίων είχε επιληφθεί πριν θεσπισθούν οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις.


Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 8/2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-710/19, G. M. A. κατά Βελγικού Δημοσίου - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, και του άρθρου 14 παρ. 4 στοιχ. β της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών, καθώς και την ερμηνεία των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 στοιχ. β της ανωτέρω Οδηγίας ορίζεται ότι  «4. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου VI, δεν λαμβάνεται επ’ ουδενί μέτρο απέλασης κατά πολιτών της Ένωσης ή μελών της οικογένειάς τους, εφόσον: […] β) οι πολίτες της Ένωσης εισήλθαν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να αναζητήσουν εργασία. Σε αυτή την περίπτωση, οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, δεν μπορούν να απελαθούν ενόσω οι πολίτες της Ένωσης δύνανται να παρέχουν αποδείξεις ότι εξακολουθούν να αναζητούν εργασία και ότι έχουν πραγματικές πιθανότητες να προσληφθούν.»

H αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας του Βελγίου (Conseil d’État) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ G. M. A. και État belge (Βελγικού Δημοσίου) σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να αναγνωρίσει στον G. M. A., ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία, δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών στη βελγική επικράτεια. Ειδικότερα, ο G. M. A., Έλληνας υπήκοος, υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση βεβαιώσεως εγγραφής στα μητρώα των αρμόδιων αρχών στο Βέλγιο προκειμένου να αποκτήσει δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία, σύμφωνα με σχετική νομοθεσία του Βελγίου. Ωστόσο, η αίτησή του απορρίφθηκε με απόφαση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών του Βελγίου με την αιτιολογία ότι ο G. M. A. δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από τη βελγική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής άνω των τριών μηνών. Ειδικότερα, κατά την Υπηρεσία Αλλοδαπών, από τα έγγραφα που προσκόμισε ο G. M. A. δεν προέκυπτε ότι αυτός είχε πραγματικές πιθανότητες να προσληφθεί στη βελγική επικράτεια. Κατά συνέπεια, οι αρχές επέβαλαν στον G. M. A. να εγκαταλείψει τη χώρα εντός 30 ημερών από την εν λόγω απόφαση.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήτα εάν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 14, παρ. 4, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχουν την έννοια ότι το Κράτος-μέλος υποδοχής υποχρεούται να χορηγεί εύλογη προθεσμία σε αναζητούντα εργασία προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση των προσφερομένων θέσεων εργασίας που είναι κατάλληλες για αυτόν και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να προσληφθεί, ότι η προθεσμία αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερη των έξι μηνών και ότι, κατά το διάστημα αυτό, το Κράτος-μέλος υποδοχής μπορεί να επιβάλει στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να αποδείξει ότι αναζητεί εργασία και ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να προσληφθεί.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 14, παρ. 4, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχουν την έννοια ότι ένα Κράτος-μέλος υποδοχής υποχρεούται να χορηγεί εύλογη προθεσμία σε πολίτη της Ένωσης, η οποία αρχίζει να τρέχει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης εγγράφηκε στην αρμόδια υπηρεσία ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, το Κράτος-μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι αναζητεί εργασία. Μόνο μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας μπορεί το Κράτος-μέλος να απαιτεί από τον αναζητούντα εργασία να αποδείξει όχι μόνον ότι εξακολουθεί να αναζητεί εργασία, αλλά και ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να προσληφθεί.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-398/19, BY κατά Generalstaatsanwaltschaft Berlin – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 18 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C‑182/15. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως την οποία απηύθυναν οι ουκρανικές αρχές προς τις γερμανικές αρχές, όσον αφορά τον BY, Ουκρανό και Ρουμάνο υπήκοο, προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως. Ο BY ήταν Ουκρανός και Ρουμάνος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε στην Ουκρανία και έζησε στο κράτος αυτό έως τη μετεγκατάστασή του στη Γερμανία το 2012. Το 2014 απέκτησε, κατόπιν αιτήσεώς του, τη ρουμανική ιθαγένεια ως κατιών Ρουμάνων υπηκόων οι οποίοι ζούσαν παλαιότερα στην πρώην ρουμανική Μπουκοβίνα. Ωστόσο, ουδέποτε διέμεινε στη Ρουμανία. Το έτος 2016 βάσει εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από ουκρανικό δικαστήριο, η γενική εισαγγελία της Ουκρανίας υπέβαλε επίσημη αίτηση εκδόσεως του BY με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως για πράξεις υπεξαιρέσεως χρηματικών ποσών ουκρανικής κρατικής επιχειρήσεως. Η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέσω του ουκρανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση πολίτη της Ένωσης, υπηκόου Κράτους -μέλους (Ρουμανία), ο οποίος διαμένει στο έδαφος άλλου Κράτους-μέλους (Γερμανία) και για τον οποίον έχει υποβληθεί αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος (Ουκρανία), ακόμη και όταν ο ως άνω πολίτης της Ένωσης μετέφερε το κέντρο των συμφερόντων του στο άλλο αυτό Κράτος-μέλος (Γερμανία) σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν είχε ακόμη την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

Αρχικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι  το γεγονός ότι ο ως άνω πολίτης της Ένωσης απέκτησε την ιθαγένεια Κράτους-μέλους και, συνακόλουθα, την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης σε χρονικό σημείο κατά το οποίο διέμενε ήδη σε Κράτος-μέλος άλλο από εκείνο του οποίου την ιθαγένεια απέκτησε μεταγενέστερα δεν αναιρεί την ανωτέρω διαπίστωση. Στην περίπτωση αντίθετης ερμηνείας, η αδυναμία του πολίτη της Ένωσης να επικαλεστεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα της ιδιότητας αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση πολίτη της Ένωσης σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.


3. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-336/19, Centraal Israëlitisch Consistorie van België e.a. κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 26, παρ. 2, πρώτο εδάφιο, στοιχ. γʹ, του Κανονισμού 1099/2009 για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή τους. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου (Grondwettelijk Hof) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ των Centraal Israëlitisch Consistorie van België κ.λπ. (CICB κ.λπ.), και της Φλαμανδικής Κυβέρνησης με αντικείμενο το κύρος του διατάγματος περί τροποποιήσεως του νόμου της 14ης Αυγούστου 1986 σχετικά με την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων όσον αφορά τις επιτρεπόμενες μεθόδους σφαγής των ζώων.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 26, παρ.  2, πρώτο εδάφιο, στοιχ. γʹ, του Κανονισμού 1099/2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 13 ΣΛΕΕ και του άρθρου 10, παρ. 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους- μέλους η οποία επιβάλλει, στο πλαίσιο της λατρευτικού τύπου σφαγής, αναστρέψιμη διαδικασία αναισθητοποίησης που δεν επιφέρει τον θάνατο του ζώου.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία επιβάλλει, στο πλαίσιο της λατρευτικού τύπου σφαγής, αναστρέψιμη διαδικασία αναισθητοποίησης που δεν επιφέρει τον θάνατο του ζώου.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-311/19, BONVER WIN, a. s. κατά Ministerstvo financí ČR-Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Τσέχικης Δημοκρατίας (Nejvyšší správní soud) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της BONVER WIN a.s και του Υπουργείου Οικονομικών με αντικείμενο τη νομιμότητα της απόφασης ανάκλησης της άδειας που είχε χορηγηθεί στην πρώτη για την εκμετάλλευση τυχερών παιγνίων στην εδαφική περιφέρεια του Δήμου του Děčín (Τσεχική Δημοκρατία). Ειδικότερα και λόγω του γεγονότος ότι η πόλη Děčín, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 25 χλμ. από τα γερμανικά σύνορα, είναι δημοφιλής προορισμός για τους Γερμανούς υπηκόους η BONVER WIN προσκόμισε στοιχεία για να αποδείξει ότι μέρος της πελατείας της προέρχεται από άλλα Κράτη-μέλη.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στην περίπτωση εγκατεστημένης σε Κράτος-μέλος (Τσέχικη Δημοκρατία) εταιρίας, που απώλεσε την άδειά της για εκμετάλλευση τυχερών παιγνίων λόγω εθνικής ρύθμισης, η οποία καθορίζει τους τόπους όπου επιτρέπεται η διοργάνωση τέτοιων παιγνίων και η οποία εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους παρέχοντες υπηρεσίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο έδαφος του συγκεκριμένου Κράτους-μέλους, ανεξαρτήτως του αν αυτοί παρέχουν υπηρεσίες σε ημεδαπούς ή σε υπηκόους των λοιπών Κρατών-μελών, στην περίπτωση που μέρος της πελατείας της προέρχεται από άλλο Κράτος-μέλος (Γερμανία) και όχι από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στην ανωτέρω περίπτωση 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-218/19, Adina Onofrei κατά Conseil de l’ordre des avocats au barreau de Paris κ.λπ - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ, σε σχέση με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του δικηγόρου που προβλέπει εθνική κανονιστική ρύθμιση. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Adina Onofrei και του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Παρισιού κλπ. σχετικά με την αίτηση της A. Onofrei για εγγραφή στον δικηγορικό σύλλογο. Ειδικότερα, η Onofrei, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ζήτησε να γίνει δεκτή στον Δικηγορικό Σύλλογο Παρισιού. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου, αφού διαπίστωσε ότι η A. Onofrei, κάτοχος πτυχίου νομικής, μεταπτυχιακού τίτλου νομικής και διδακτορικού διπλώματος νομικής χορηγηθέντων από γαλλικά πανεπιστήμια, πληρούσε την προϋπόθεση του πτυχίου που προβλέπεται απέρριψε την αίτησή της με την αιτιολογία ότι  η A. Onofrei ουδέποτε είχε ασκήσει τα καθήκοντά της σε διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία η οποία υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της γαλλικής δημόσιας διοίκησης ούτε είχε ποτέ αποσπασθεί από γαλλική διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν προσκρούει στα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα της απαλλαγής από τις προϋποθέσεις επαγγελματικής καταρτίσεως και αποκτήσεως σχετικού τίτλου, οι οποίες προβλέπονται κατ’ αρχήν για την πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα, χορηγείται μόνο σε ορισμένους δημοσίους υπαλλήλους Κράτους-μέλους, οι οποίοι έχουν ασκήσει υπό την ιδιότητα αυτή, εντός του εν λόγω Κράτους-μέλους, νομικής φύσεως δραστηριότητες στον τομέα του εθνικού δικαίου σε διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία ή διεθνή οργανισμό, και αποκλείονται από το ευεργέτημα της εν λόγω απαλλαγής οι υπάλληλοι ή πρώην υπάλληλοι της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης που έχουν ασκήσει υπό την ιδιότητα αυτή νομικής φύσεως δραστηριότητες σε έναν ή περισσότερους τομείς του δικαίου της Ένωσης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 45 ΣΛΕΕ και 49 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι:
–  αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα της απαλλαγής δεν εφαρμόζεται στους μόνιμους, μη μόνιμους ή πρώην υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν ασκήσει καθήκοντα υπό την ιδιότητα αυτή εκτός της γαλλικής επικράτειας
–  δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα μιας τέτοιας απαλλαγής εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει ασκήσει ο ενδιαφερόμενος νομικής φύσεως δραστηριότητες στον τομέα του εθνικού δικαίου και αποκλείονται από το ευεργέτημα της απαλλαγής αυτής οι μόνιμοι, μη μόνιμοι ή πρώην υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν ασκήσει υπό την ιδιότητα αυτή νομικής φύσεως δραστηριότητες σε έναν ή περισσότερους τομείς που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση των νομικής φύσεως δραστηριοτήτων που συνεπάγονται την πρακτική ενασχόληση με το εθνικό δίκαιο.


6.  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-774/19, A. B. και B. B. κατά Personal Exchange International Limited – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 15, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού 44/2001: «1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5:
α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή·
β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή·
γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων [...]»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Σλοβενίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των A. B. και B. B., δύο φυσικών προσώπων που κατοικούν στη Σλοβενία, και της Personal Exchange International Limited (PEI), εμπορικής εταιρίας με έδρα τη Μάλτα, σχετικά με ποσό το οποίο η PEI παρακράτησε στο πλαίσιο συμβάσεως συμμετοχής σε παιχνίδι πόκερ συναφθείσας μέσω διαδικτύου.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 15, παρ.  1, του Κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι φυσικό πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε Κράτος-μέλος (Σλοβενία) το οποίο, αφενός, συνήψε με εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος-μέλος (Μάλτα) σύμβαση συμμετοχής σε παιχνίδι πόκερ μέσω διαδικτύου, η οποία περιέχει γενικούς όρους τους οποίους καθορίζει η εν λόγω εταιρία και, αφετέρου, δεν έχει δηλώσει επισήμως τη δραστηριότητα αυτή ούτε την παρέχει σε τρίτους ως υπηρεσία επί πληρωμή, χάνει την ιδιότητα του «καταναλωτή», όταν αφιερώνει στο παιχνίδι αυτό πολλές ώρες ημερησίως κερδίζοντας σημαντικά ποσά.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 15, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι φυσικό πρόσωπο υπό το πρίσμα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών δεν χάνει την ιδιότητα του «καταναλωτή», ακόμη και αν αφιερώνει πολλές ώρες ημερησίως στο παιχνίδι αυτό, διαθέτει ευρύτατες γνώσεις και κερδίζει σημαντικά ποσά.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-416/20 PPU, TR - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 8 και 9 της Οδηγίας 2016/343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4α της ανωτέρω Αποφάσεως – Πλαίσιο: «1. Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης:
α) εν ευθέτω χρόνω: i) είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης·
και ii)  είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Χανσεατικό Περιφερειακό Δικαστήριο του Αμβούργου της Γερμανίας (Hanseatisches Oberlandesgericht Hamburg) στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως, στη Γερμανία, ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων από Πρωτοδικείο Deva της Ρουμανίας και από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Hunedoara της Ρουμανίας με σκοπό την εκτέλεση στερητικών της ελευθερίας ποινών στις οποίες καταδικάσθηκε ο TR ερήμην του από τα ρουμανικά δικαστήρια. Ειδικότερα, o TR διέφυγε τον Οκτώβριο του 2018 στη Γερμανία προκειμένου να αποφύγει τις ποινικές διώξεις που κινήθηκαν εναντίον του στη Ρουμανία και οι οποίες κατέληξαν στις ανωτέρω καταδίκες. Οι ρουμανικές αρχές ενημέρωσαν τη γενική εισαγγελία του Αμβούργου ότι, όσον αφορά τις ποινικές καταδίκες για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως δεν είχε καταστεί δυνατόν να κλητευθεί αυτοπροσώπως ο κατηγορούμενος στη διεύθυνση κατοικίας που ήταν γνωστή στη Ρουμανία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με το ρουμανικό δίκαιο, κλήση προς εμφάνιση κοινοποιείτο κάθε φορά στη διεύθυνση του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι το ρουμανικό δίκαιο προβλέπει ότι, μετά την πάροδο δέκα ημερών, οι κλήσεις θεωρούνται κοινοποιηθείσες. Οι ρουμανικές αρχές προσέθεσαν ότι, στις δύο δίκες στις οποίες εκδόθηκαν οι εν λόγω καταδικαστικές αποφάσεις, ο κατηγορούμενος είχε εκπροσωπηθεί, σε πρώτον βαθμό, από δικηγόρους της επιλογής του και ότι, κατ’ έφεση, είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρους διορισθέντες αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Ωστόσο, οι ρουμανικές αρχές αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στο αίτημα των γερμανικών αρχών για παροχή εγγυήσεων όσον αφορά την επανάληψη των σχετικών ποινικών δικών.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν ένα αν το άρθρο 4α της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που, λόγω της διαφυγής του στο Κράτος-μέλος εκτελέσεως, ο ενδιαφερόμενος εμπόδισε την αυτοπρόσωπη κλήτευσή του και δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για τον λόγο και μόνον ότι στο πρόσωπο αυτό δεν παρέχεται η διασφάλιση ότι, σε περίπτωση παραδόσεως στο Κράτος-μέλος εκδόσεως του εντάλματος, θα γίνει σεβαστό το δικαίωμα σε νέα δίκη..

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4α της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-354/20 PPU, L και P – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 19, παρ. 1, ΣΕΕ, του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το πλημμελειοδικείο του Άμστερνταμ (Rechtbank Amsterdam) στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στις Κάτω Χώρες, δύο ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων, αντιστοίχως, όσον αφορά την υπόθεση C‑354/20 PPU, από το πλημμελειοδικείο περιφέρειας Πόζναν της Πολωνίας με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του L και, όσον αφορά την υπόθεση C‑412/20 PPU, στις 26 Μαΐου 2020, από το πλημμελειοδικείο περιφέρειας Sieradz της Πολωνίας με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής επιβληθείσας στον Ρ.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 1, παρ. 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Κάτω Χώρες) που καλείται να αποφασίσει για την παράδοση προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως έχει στη διάθεσή της στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν την ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στο Κράτος-μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως (Πολωνία), η εν λόγω αρχή δύναται να κρίνει ότι: 
α) το δικαστήριο που εξέδωσε το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως δεν έχει την ιδιότητα της «δικαστικής αρχής έκδοσης» και 
β) δύναται να πιθανολογήσει ότι υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση παραδόσεως στην Πολωνία, το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν δύναται να κρίνει ότι τα ανωτέρω, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένο και ακριβή έλεγχο συνεκτιμώντας την προσωπική του κατάσταση, τη φύση της επίμαχης αξιόποινης πράξεως και του πραγματικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η έκδοση του εντάλματος.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-62/19, Star Taxi App SRL κατά Unitatea Administrativ Teritorială Municipiul Bucureşti prin Primar General και Consiliul General al Municipiului Bucureşti – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παρ. 2 και 4, και του άρθρου 4 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Βουκουρεστίου της Ρουμανίας (Tribunalul Bucureşti) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Star Taxi App SRL, αφενός, και της Τοπικής διοικητικής ενότητας του Δήμου Βουκουρεστίου κλπ. σχετικά με κανονιστική ρύθμιση η οποία εξαρτά από τη χορήγηση προηγούμενης άδειας την άσκηση δραστηριότητας διευκολύνσεως της επικοινωνίας μεταξύ ατόμων που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης και αδειοδοτημένων οδηγών ταξί, μέσω εφαρμογής για έξυπνα τηλέφωνα. Ειδικότερα, η Star Taxi App εκμεταλλεύεται εφαρμογή για έξυπνα τηλέφωνα η οποία φέρει την επωνυμία της και συνδέει απευθείας τους χρήστες υπηρεσιών ταξί με τους οδηγούς ταξί.  Όταν ένα άτομο επιθυμεί να μετακινηθεί εντός πόλης, πραγματοποιεί αναζήτηση μέσω της εν λόγω εφαρμογής, η οποία προτείνει κατάλογο διαθέσιμων οδηγών ταξί, με πέντε ή έξι τύπους αυτοκινήτων, που προτείνουν διαφορετικές τιμές. Σημειωτέον, ότι η Star Taxi App δεν διαβιβάζει τα αιτήματα των πελατών στους οδηγούς ταξί και δεν καθορίζει το κόμιστρο, το οποίο καταβάλλεται απευθείας στον οδηγό στο τέλος της διαδρομής. Η Star Taxi App παρέχει την υπηρεσία αυτή συνάπτοντας απευθείας συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με οδηγούς ταξί.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι συνιστά «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά τις διατάξεις αυτές, υπηρεσία διαμεσολάβησης, η οποία φέρνει έναντι αμοιβής σε επαφή, μέσω εφαρμογής για έξυπνα τηλέφωνα, άτομα που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης και αδειοδοτημένους οδηγούς ταξί, για την οποία ο πάροχος της εν λόγω υπηρεσίας: 
α) έχει συνάψει προς τούτο συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τους οδηγούς αυτούς έναντι καταβολής μηνιαίας συνδρομής, αλλά δεν τους διαβιβάζει τα αιτήματα των πελατών, 
β) δεν καθορίζει το κόμιστρο ούτε το εισπράττει από τα άτομα αυτά, τα οποία το καταβάλλουν απευθείας στον οδηγό ταξί,
γ) δεν ασκεί έλεγχο ως προς την ποιότητα των οχημάτων και των οδηγών τους ή ως προς τη συμπεριφορά των τελευταίων.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι συνιστά «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» σύμφωνα με το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο υπηρεσία διαμεσολάβησης με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Σλοβενίας - Παράβαση Κράτους-μέλους 

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας και οι σλοβενικές αρχές διεξήγαγαν ανακριτική διαδικασία για ορισμένους υπαλλήλους της εν λόγω Κεντρικής Τράπεζας, μεταξύ των οποίων ο τότε διοικητής της τράπεζας αυτής, σε βάρος των οποίων υπήρχαν υπόνοιες καταχρήσεως εξουσίας και παραβάσεως καθήκοντος στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως μιας σλοβενικής τράπεζας. Στο πλαίσιο των ως άνω επαφών, η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας διαβίβασε στις σλοβενικές αρχές, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, ορισμένες πληροφορίες και ορισμένα έγγραφα, που δεν συνδέονταν με την εκπλήρωση της αποστολής του ΕΣΚΤ και του Ευρωσυστήματος. Οι σλοβενικές αρχές θεώρησαν ότι η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας δεν είχε παράσχει όλες τις πληροφορίες και όλα τα έγγραφα που της είχαν ζητηθεί και έτσι προέβησαν σε έρευνα και σε κατάσχεση εγγράφων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στα γραφεία της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας παρά το γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα υποστήριξε ότι οι σλοβενικές αρχές δεν έπρεπε να έχουν πρόσβαση χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της ΕΚΤ.
Μετά την τήρηση της προδικασίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας, προβαίνοντας μονομερώς στην κατάσχεση εγγράφων της ΕΚΤ και παραλείποντας να συνεργαστεί καλόπιστα με την ΕΚΤ παραβίασε α) τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 343 ΣΛΕΕ, β) το πρωτόκολλο (αριθ. 4) για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, γ) το πρωτόκολλο (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δ) από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 343 ΣΛΕΕ «Η Ένωση απολαύει, στην επικράτεια των κρατών μελών, των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής της, υπό τους όρους που καθορίζονται στο πρωτόκολλο της 8ης Απριλίου 1965 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αυτό ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.»
Η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας παραβίασε την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που υπέχει από το άρθρο 18 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών και από το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ, διότι οι Σλοβενικές Αρχές δεν συνεννοήθηκαν με την ΕΚΤ, είτε πριν είτε μετά την έρευνα και την κατάσχεση εγγράφων που διενήργησαν, προκειμένου να επιτύχουν τον συμβιβασμό μεταξύ της αρχής του απαραβίαστου των αρχείων της ΕΚΤ και της ανακριτικής διαδικασίας.

Το ΔΕΕ, επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έκρινε ότι οι σλοβενικές αρχές παραβίασαν την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας με την ΕΚΤ.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας, προβαίνοντας μονομερώς στην κατάσχεση εγγράφων σχετικών με την εκπλήρωση της αποστολής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και του Ευρωσυστήματος παραβίασε το επίδικο Δίκαιο της Ένωσης.