Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2020
Η συμβολή της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ στην καθιέρωση αποτελεσματικού αστικού συστήματος για παραβιάσεις των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της Κυρίας Δήμητρας - Μαρίας Παναγοπούλου με θέμα: Η συμβολή της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ στην καθιέρωση αποτελεσματικού αστικού συστήματος για παραβιάσεις των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Αναβαθμισμένες Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές, Ειδίκευση: Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, στην οποία συνέβαλε σημαντικά ο κύριος Δημήτριος Βουγιούκας ΔΝ, Δικηγόρος και Επιστημονικός Συνεργάτης του Τομέα, κατά την υποστήριξή της (Απρίλιος 2020) αξιολογήθηκε από την Τριμελή Επιτροπή Κρίσης με το βαθμό άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                             
                                                                                                                                 ΜΔΧ       

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

     Η μελέτη αποτελεί προσπάθεια αποτίμησης της συμβολής της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ (εφεξής Οδηγία) στην καθιέρωση ενός αποτελεσματικού αστικού συστήματος για παραβιάσεις των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού.
     Οι βασικές ρυθμίσεις της Οδηγίας, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το νόμο 4529/2018, αφορούν σε δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση αγωγών αποζημίωσης λόγω παραβιάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών-μελών. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι Εθνικές Αρχές Ανταγωνισμού είναι επιφορτισμένες με τη διαπίστωση των εν λόγω παραβιάσεων (δημόσια επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού). Οι ζημιωθέντες των παραβατικών συμπεριφορών μπορούν να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια και να αιτηθούν πλήρη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν (ιδιωτική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού), η οποία αφορά τόσο τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος, όσο και τους τόκους, από τη στιγμή που έλαβε χώρα η ζημία μέχρι την πλήρη αποκατάσταση αυτής. Η Οδηγία στοχεύει στο «συντονισμό» μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού, καθώς οι δύο αυτοί μηχανισμοί οφείλουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού.
     Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του περιεχομένου και την υιοθέτηση της Οδηγίας με δύο αποφάσεις-σταθμούς, με τις οποίες αναγνωρίστηκε το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητούν αποζημίωση, σύμφωνα με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, για τη ζημία που έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα παραβίασης των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού. (ΔΕΕ, C-453/99 Courage Ltd κατά Bernard Crehan και ΔΕΕ C-295/04 έως και C-298/04 Vincenzo Manfredi κατά Lloyd Adriatico Assicurazioni SpA κ.λ.π). 
     Με την Οδηγία θεσπίζεται το μαχητό τεκμήριο ότι οι συμπράξεις προκαλούν ζημία, γεγονός που διευκολύνει την αποζημίωση, δεδομένου ότι οι ζημιωθέντες συχνά δυσκολεύονται να αποδείξουν τη ζημία που υπέστησαν. Περαιτέρω, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν ευκολότερη πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται, προκειμένου να ασκηθούν αγωγές αποζημίωσης. Επιπροσθέτως, μια τελική απόφαση παράβασης εθνικής αρχής ανταγωνισμού αποτελεί πλήρη απόδειξη ενώπιον των δικαστηρίων του ίδιου κράτους μέλους, ενώ ενώπιον των δικαστηρίων άλλων κρατών μελών, αποτελεί prima facie αποδεικτικό στοιχείο της παράβασης. Με την Οδηγία καθορίζονται, επίσης, σαφείς κανόνες προθεσμίας παραγραφής, με βάση τους οποίους οι ζημιωθέντες μπορούν να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως εντός 5 ετών, αρχής γενομένης από τη στιγμή που θα ανακαλύψουν ότι υπέστησαν ζημία από παράβαση. Περαιτέρω, η Οδηγία αποσαφηνίζει τις νομικές συνέπειες της μετακύλισης («passing-on») και οριοθετεί την έννοια της αλληλέγγυας ευθύνης, με δυνατότητα συνεισφοράς από άλλους παραβάτες για το μερίδιο ευθύνης τους. Τέλος, εισάγει εξαιρέσεις για τους αποδέκτες ασυλίας και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης.
      Παρά τις θετικές μεταβολές που επέφερε η Οδηγία, ελλοχεύουν προβλήματα, εξαιτίας του μη εξαντλητικού και μη λεπτομερειακού πλαισίου εναρμόνισης  που εισάγει, καθώς προβλέπεται ένα πλαίσιο ελάχιστης εναρμόνισης. Θα μπορούσε, μάλιστα, να λεχθεί ότι η Οδηγία δεν κατάφερε να επιτύχει τους στόχους της, καθώς, καταρχάς, παρατηρείται έλλειψη διατάξεων που εγγυώνται στους καταναλωτές μηχανισμούς συλλογικής έννομης προστασίας. Επιπρόσθετα, πρέπει να επισημανθεί ότι, η Οδηγία δεν περιλαμβάνει ρυθμίσεις για το καίριο ζήτημα της ποσοτικοποίησης της ζημίας ή τις προϋποθέσεις της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου,  ούτε υπάρχει σχετική διάταξη με την οποία να αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις της υπαιτιότητας του παραβάτη. Επίσης, η Οδηγία αφήνει αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν την επέκταση της ευθύνης σε άλλα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή ζητήματα που αφορούν την προνομιακή μεταχείριση επιχειρήσεων, που συμμετέχουν σε πρόγραμμα επιείκειας και πέτυχαν μόνο μείωση και όχι απαλλαγή από το πρόστιμο. Τέλος, το σημαντικότερο, ίσως, ζήτημα που ανακύπτει από την εφαρμογή της Οδηγίας είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο επιτυχής συντονισμός της δημόσιας και ιδιωτικής επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού. Η προβληματική αυτή προκύπτει από τους περιορισμούς που έχουν τεθεί στην πρόσβαση σε έγγραφα, που έχουν στην κατοχή τους οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο αιτήσεων επιείκειας. Με τον τρόπο αυτό, επιβεβαιώνεται η σημασία που αποδίδεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στη δημόσια επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού και συγκεκριμένα στην αποκάλυψη των μυστικών οριζόντιων συμπράξεων μέσω των προγραμμάτων επιείκειας.  
     Εξαιτίας των γενικών ρυθμίσεων της Οδηγίας, καθίσταται δυσχερής η εναρμόνιση των εθνικών δικονομικών κανόνων σχετικά με την άσκηση της ιδιωτικής επιβολής, εφόσον το κάθε Κράτος-μέλος εξειδικεύει τις ρυθμίσεις της Οδηγίας με διαφορετικό τρόπο. Άλλωστε, όταν ελλείπει μια ενιαία ενωσιακή πρόβλεψη εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο κάθε Κράτους-µέλους να ορίσει τα αρμόδια όργανα και τις δικονομικές προϋποθέσεις άσκησης των δικαιωμάτων που παρέχονται στους ιδιώτες από την άμεση εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης (αρχή της δικονομικής αυτονομίας των Κρατών-μελών). 
        Αναπόφευκτα, λοιπόν, η Οδηγία δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ομοιομορφία και τη συνολική κάλυψη της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας στο πλαίσιο των αποζημιώσεων που θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει ένας κανονισμός. Ωστόσο, ακόμη και με τις αυτές τις «ατέλειες», η εφαρμογή της Οδηγίας δεν θέτει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της δημόσιας επιβολής των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού, ούτε την επιβολή των στόχων της ιδιωτικής επιβολής, παρόλο που η ρύθμιση πολλών ζητημάτων επαφίεται στο εθνικό δίκαιο και τα δικαστήρια των κρατών μελών.
     Η Οδηγία προσπαθεί να συμβάλλει στην εναρμόνιση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, που αποτελεί βασικό τομέα αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιπροσωπεύει, ουσιαστικά, μια νέα εξέλιξη, καθώς εισάγει ρυθμίσεις στο πεδίο του δικαίου του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δήμητρα-Μαρία Παναγοπούλου, ΜΔΕ Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο 
panagopouloudm@gmail.com


Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2020
Το ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής (τριτενέργειας) των δικαιωμάτων 
του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κυρίου Νικολάου Κάκου με θέμα: Το ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής (τριτενέργειας) των δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Δεκέμβριος 2019) αξιολογήθηκε από την Τριμελή Επιτροπή Κρίσης με το βαθμό άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                             
                                                                                                                                 ΜΔΧ       

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η εφαρμογή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, δηλαδή η λεγόμενη οριζόντια εφαρμογή ή τριτενέργεια (horizontal direct effect), δεν ήταν ούτε είναι μέχρι σήμερα δεδομένη, όπως άλλωστε διαφαίνεται από τη νομολογία του ΔΕΕ από την έναρξη της δεσμευτικής ισχύος του Χάρτη την 1η Δεκεμβρίου του 2009. Η σκέψη ότι ο Χάρτης ως ισόκυρος με τις Συνθήκες θα τύχει ανάλογης αντιμετώπισης από το Δικαστήριο στο ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής δεν επαληθεύτηκε από την αντίστοιχη νομολογία, η οποία διήνυσε μέχρι τώρα μία κυμαινόμενη πορεία μέχρι τη διατύπωση συγκεκριμένων κριτηρίων για την ανάπτυξης τριτενέργειας. 
Η μελέτη της εφαρμογής των διατάξεων του Χάρτη σε οριζόντιες σχέσεις απαιτεί πρωτίστως την γενικότερη εξέταση του «ενωσιακού φαινομένου» υπό το πρίσμα της «θεωρίας της τριτενέργειας» ιδίως όπως αποτυπώνεται στη νομολογία του ΔΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό σημαντικά στοιχεία που τονίζονται στην παρούσα εργασία είναι τα εξής: πρώτον, η «ενσωμάτωση» της τριτενέργειας στην ενωσιακή έννομη τάξη διαπερνά τα ιστορικά στεγανά εντός των οποίων διαμορφώθηκε και έτσι αποκτά νέες διαστάσεις. Ενώ η προβληματική της εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και γενικών αρχών στις σχέσεις ιδιωτών στηρίζεται στην ιδέα των αμυντικών δικαιωμάτων έναντι του κράτους και στη διάκριση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης μία τέτοια αφετηρία δεν υφίσταται, αφού όχι μόνο η ιδέα της κρατικής εξουσίας υπό την τυπική έννοια απουσιάζει, αλλά και ο διαχωρισμός μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου είναι δυσδιάκριτος, εφόσον κράτος και ιδιώτες αντιμετωπίζονται συχνά ως ισότιμοι φορείς της Εσωτερικής Αγοράς. Εξάλλου, η ΕΕ δεν είχε εξαρχής ένα κατάλογο δικαιωμάτων, αντίστοιχο με ένα Σύνταγμα, και επομένως η νομολογιακή επεξεργασία αφορούσε κατά κύριο λόγο τις κοινοτικές ελευθερίες και δικαιώματα του παραγώγου δικαίου. Δεύτερον, η τριτενέργεια στην ενωσιακή έννομη τάξη ανάγεται σε ζήτημα σχέσης εθνικού με τον ενωσιακό κανόνα. Ενώ στο πλαίσιο ενός κράτους εξετάζεται καθεαυτό το ζήτημα της τριτενέργειας, όταν ένα δικαίωμα κατοχυρώνεται σε έναν εξωκρατικό κανόνα δικαίου είναι αναγκαίο να διευκρινισθούν πρώτα ζητήματα εισόδου, επικλησιμότητας και υπεροχής αυτού του κανόνα. Αφού πρώτα ελεγχθεί η ισχύς του κανόνα στην εθνική έννομη τάξη, τότε μόνο δύναται να τριτενεργήσει. Έτσι, το Δικαστήριο προσέγγισε την τριτενέργεια των ενωσιακών δικαιωμάτων ως μέρος της θεωρίας του άμεσου αποτελέσματος. Τρίτον, υπό το παραπάνω πρίσμα, αναγνωρίστηκε η τριτενέργεια αρκετών διατάξεων των Συνθηκών, των κανονισμών, των αποφάσεων, κατά περίπτωση των διεθνών συνθηκών που υπογράφει η Ένωση, αλλά κατά πάγια νομολογία απορρίπτεται η τριτενέργεια των διατάξεων των οδηγιών με κυριότερο επιχείρημα την άρνηση της ευθύνης των ιδιωτών για την αβελτηρία του κράτους μέλους. Τέλος, οι γενικές αρχές αποτελούν μία κατηγορία κανόνων, που αν και αναγνωρίστηκε η τριτενέργειά τους (υποθέσεις  Mangold, Κücükdeveci), υπάρχει μία ασάφεια σχετικά με τον τρόπο που αυτό γίνεται. Τέταρτον, σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο ακολουθεί μία right-by-right προσέγγιση, χωρίς να απορρίπτει ή να δέχεται συλλήβδην την τριτενέργεια των ενωσιακών δικαιωμάτων. 
Έχοντας υπόψη τις παραπάνω σκέψεις, ο μελετητής της τριτενέργειας του Χάρτη αντιμετωπίζει επίσης ζητήματα που αφορούν την ιδιαιτερότητα του περιεχομένου του. Ένα παγκοσμίως πρωτότυπο κείμενο που όμως η εφαρμογή του περιορίζεται από ρυθμίσεις που οι ίδιοι οι συντάκτες του έθεσαν. Οι τρεις περιορισμοί του Χάρτη αφορούν (1) την δεσμευτικότητά του μόνο όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ενωσιακό δίκαιο, (2) τους αποδέκτες του Χάρτη, που κατά το γράμμα του άρθρου 51 παρ. 1  είναι μόνο τα όργανα της Ένωσης και τα κράτη-μέλη, και (3) τη διάκριση δικαιωμάτων και αρχών, από τα οποία μόνο τα δικαιώματα έχουν επικλησιμότητα. Αν και ο δεύτερος περιορισμός έχει λυθεί από το Δικαστήριο υπέρ της τριτενέργειας, οι άλλοι δύο περιορισμοί συνεχίζουν να αποτελούν τροχοπέδη της επικλησιμότητάς του.
Στη συνέχεια, η ανατομία της ενωσιακής νομολογίας, από την νομική ισχύ του Χάρτη και έπειτα, αναδεικνύει την προβληματική όπως εκτέθηκε ανωτέρω. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ μπορεί να διακριθούν σε δύο φάσεις. Στην πρώτη περίοδο διάχυτη είναι η επιφυλακτικότητα στην αναγνώριση της οριζόντιας εφαρμογής των δικαιωμάτων του Χάρτη με μοναδική εξαίρεση, αν και δίχως επαρκή επιχειρηματολογία, την υπόθεση AMS, όπου απορρίφθηκε η τριτενέργεια του άρθρου 27 ΧΘΔΕ και ως obiter dictum κρίθηκε η οριζόντια εφαρμογή του άρθρου 21 ΧΘΔΕ. Η περίοδος αυτή, που αρχίζει με την υπόθεση Κücükdeveci και καταλήγει στην Dansk Industri, χαρακτηρίζεται από διστακτικότητα, αφού η χρήση του Χάρτη περιορίζεται μόνο στο να επενδύσει με μία υψηλή συμβολική αξία την δικαστική κρίση. Μάλιστα, στην υπόθεση Dominguez, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, η σιωπή του ΔΕΕ στη χρήση του Χάρτη ήταν «εκκωφαντική». Πλέον, η νομολογία έχει εισέλθει σε μία νέα δεύτερη φάση στην οποία όχι μόνο εξετάζει την πιθανή τριτενέργεια των δικαιωμάτων του Χάρτη, αλλά και έχει θέσει σαφή κριτήρια στις υποθέσεις Bauer και Max-Planck. Το πρώτο κριτήριο είναι ο «επιτακτικός χαρακτήρας» της διάταξης, δηλαδή το γεγονός ότι δεν χρειάζεται ένα επιπλέον ενωσιακό ή εθνικό εκτελεστικό μέτρο για να εξειδικευτεί το περιεχόμενό της και δεύτερον το «ανεπιφύλακτο» υπό την έννοια της ακρίβειας και της σαφήνειας του περιεχομένου της διάταξης. 
Ακόμα και με τη σημαντική αυτή νομολογιακή στροφή, η μεθοδολογική προσέγγιση του ΔΕΕ στο ζήτημα της τριτενέργειας παραμένει αγκυλωμένη σε δογματικά ζητήματα του ενωσιακού δικαίου. Το γεγονός ότι ο Χάρτης δεν αποτελεί σημείο αναφοράς στις δικαστικές αποφάσεις, ως η πρωταρχική πηγή δικαίου σε θέματα τριτενέργειας των δικαιωμάτων, αλλά δεύτερη ή και τρίτη εναλλακτική μετά τη τεχνική της σύμφωνης ερμηνείας και την έστω τυπική εξέταση της οριζόντιας ισχύος των οδηγιών, τον καθιστά έναν επικουρικό μηχανισμό (fallback mechanism) και η προστασία των δικαιωμάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις καταλήγει να είναι μία παράπλευρη διαπίστωση σε μία αμιγώς τεχνική διαδικασία. Επίσης, εφόσον το ΔΕΕ δεν δείχνει τη διάθεση να μεταστρέψει την πάγια νομολογία της άρνησης οριζόντιας ισχύος των οδηγιών και στο μέτρο που τα δικαιώματα του Χάρτη ιδίως τα κοινωνικά αλλά και η αρχή της μη διάκρισης κατοχυρώνονται και σε οδηγίες, η αμηχανία να αποτυπωθεί η ακριβής σχέση των οδηγιών και των δικαιωμάτων του Χάρτη είναι έκδηλη, όπως έκδηλος είναι και ο ετεροκαθορισμός του Χάρτη λόγω της μη αυτόνομης ερμηνείας και επεξεργασίας του ανεξαρτήτως άλλων πηγών. Μήπως λοιπόν το ζήτημα της τριτενέργειας του Χάρτη θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για μία νέα αντίληψη περί της αρχής του άμεσου αποτελέσματος ιδίως στο ζήτημα των οδηγιών; Πάντως, το ΔΕΕ οφείλει όχι απλά να  επιδιώξει τη σύγκλιση των διατάξεων του Χάρτη με τις Συνθήκες, αλλά να αντιληφθεί ότι το ζήτημα της διαπροσωπικής ενέργειας των δικαιωμάτων ως ουσιαστικό ζήτημα δεν τίθεται σε καμία περίπτωση εν αμφιβόλω και να το διακρίνει από το νομοτεχνικό ζήτημα που αφορά απλώς τον τρόπο που θα επιτευχθεί αυτή.
Δες τη μελέτη εδώ

Κάκος Νικόλαος, ΜΔΕ Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο 
nikolaoskakos@gmail.com




Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 4/2019
Ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των Κρατών-Μελών και τα όριά του μετά την απόφαση Taricco II.
Ένα ιδιότυπο δικαιοδοτικό «bras de fer» στην εποχή του πολυεπίπεδου συνταγματισμού.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κυρίου Θανάση Γλαβίνα με θέμα: Ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των Κρατών-Μελών και τα όριά του μετά την απόφαση Taricco II: Ένα ιδιότυπο δικαιοδοτικό «bras de fer» στην εποχή του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Δίκαιο της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Δεκέμβριος 2019) αξιολογήθηκε από την Τριμελή Επιτροπή Κρίσης με το βαθμό άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                             
                                                                                                                                 ΜΔΧ       

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η οριοθέτηση της σχέσης ανάμεσα στο ενωσιακό δίκαιο και το εθνικό συνταγματικό δίκαιο των κρατών μελών αποτελεί σήμερα ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα στη σφαίρα του ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου ή αλλιώς του λεγόμενου ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Η συμμετοχή των κρατών μελών στην ΕΕ είχε ως αποτέλεσμα ένα σοβαρό ρήγμα στην κρατική κυριαρχία τους μέσα από τη μεταβίβαση άσκησης σημαντικών αρμοδιοτήτων σε αυτήν. Οι αρχές της αμέσου ισχύος και της υπεροχής του ενωσιακού έναντι όλων των κανόνων των εθνικών έννομων τάξεων των κρατών μελών έθεσαν σε αμφισβήτηση θεμελιώδεις αρχές των εθνικών εννόμων τάξεων και ανέτρεψαν κυρίαρχα  δόγματα ιεραρχίας κανόνων δικαίου, που ίσχυαν επί χρόνια, δημιουργώντας έτσι ανασφάλεια και προκαλώντας αντιδράσεις στο εσωτερικό τους. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν στο σημείο αυτό κυρίως τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια, τα οποία από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Κοινότητας έθεσαν υπό αμφισβήτηση την αρχή της υπεροχής έναντι του εθνικού συντάγματος, κυρίως στο πεδίο της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η σχέση του ενωσιακού δικαίου με το συνταγματικό δίκαιο των κρατών μελών εξελίχθηκε μέσα στο χρόνο περνώντας από διάφορα στάδια, τόσο από τη μεριά των κρατών μελών όσο και από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε μέσα από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ είτε μέσα από τη θεσμική διάσταση των διατάξεων των Συνθηκών. Ειδικότερα τα δικαστήρια των κρατών μελών επικαλούνταν συχνά την υπέρβαση των ορίων των παραχωρημένων αρμοδιοτήτων εκ μέρους της ΕΕ και των οργάνων της για να αρνηθούν την εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων. Έθεταν λοιπόν όρια στην αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δίκαιου έναντι των εθνικών δικαίων εκμεταλλευόμενα και την σκόπιμη σιωπή της πλειοψηφίας των εθνικών συνταγμάτων ως προς τη ρύθμιση του ζητήματος.
Η αποτυχία θέσπισης ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος και η συνακόλουθη υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας δημιούργησαν νέα δεδομένα. Η προσπάθεια αντιμετώπισης των διαφορών ανάμεσα στο ενωσιακό δίκαιο και τα εθνικά συντάγματα σε θεσμικό επίπεδο ναυάγησε μαζί με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και  την πρωτοβουλία των κινήσεων ανέλαβαν μοιραία τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια. Πολύτιμος σύμμαχος στην προσπάθεια αυτή στάθηκε η αναβαθμισμένη στο επίπεδο των Συνθηκών ρήτρα σεβασμού της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας του άρθρου 4 παρ. 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) στη βάση της οποίας τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια επικαλούμενα την προστασία της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας, επεδίωξαν τη θέσπιση αντίβαρων έναντι της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου ενώ διεκδίκησαν τη δυνατότητα «ελέγχου της εσωτερικής συνταγματικότητας» των πράξεων των οργάνων της Ένωσης και την συνακόλουθη επιβολή σχετικών περιορισμών ως προς τη δράση τους. Το σχήμα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής έννομης τάξης εγκαταλείφθηκε δίνοντας τη θέση του σε ένα μοντέλο συν-λειτουργίας των εννόμων τάξεων των κρατών μελών με την ενωσιακή έννομη τάξη, το οποίο και χαρακτηρίστηκε ως «πολυεπίπεδος συνταγματισμός». Στο πλαίσιο αυτό επιδίωξη των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων ήταν η διατήρηση ισχύος των εθνικών εννόμων τάξεων και η σχετικοποίηση της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου με όχημα της ρήτρα εθνικής συνταγματικής ταυτότητας υπέρ της προστασίας ενός στενού πυρήνα θεμελιωδών διατάξεων των εθνικών συνταγμάτων. Από την άλλη το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά την ασάφεια της έννοιας της συνταγματικής ταυτότητας, ανταποκρινόμενο στη δέσμευση που παράγουν οι Συνθήκες δεν μπορούσε να παραβλέψει το καθήκον της Ένωσης ως προς το σεβασμό της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών.   
Με βάση και αφετηρία τα ανωτέρω δομείται η παρούσα μελέτη, η οποία γενικά  ακολουθεί την πορεία διαλόγου ανάμεσα στα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια και το ΔΕΕ. Προηγείται μία ανάλυση και προσπάθεια αποσαφήνισης της έννοιας της συνταγματικής ταυτότητας και στη συνέχεια αναφορά στο ιστορικό και θεσμικό πλαίσιο της ρήτρας εθνικής συνταγματικής ταυτότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ, δεδομένα πολύ χρήσιμα για την κατανόηση του συνολικού πλαισίου της μελέτης. Στη συνεχεία ακολουθεί το κύριο μέρος της μελέτης, το οποίο όπως αναφέρθηκε, περιλαμβάνει τον δικαστικό διάλογο επί του επίμαχου ζητήματος. Στο τελευταίο  κεφάλαιο η μελέτη αυτή καταπιάνεται με την πολύ σημαντική υπόθεση Taricco και τη θεμελιώδη απόφαση Taricco ΙΙ του ΔΕΕ η οποία εισέφερε νέα, απροσδόκητα ενδεχομένως, δεδομένα για τον προσδιορισμό των σχέσεων ενωσιακής έννομης τάξης και εννόμων τάξεων των κρατών μελών μέσα από τον διάλογο των δικαστηρίων των δύο πλευρών, όπως προέκυψε μέσα από τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής.
Συνταγματικός πατριωτισμός, ενωσιακή υπεροχή ή συνταγματικός πλουραλισμός; Η όλη διαμάχη εξελίσσεται σε μία δημιουργική μονομαχία δικαστικής φύσης, ένα δικαιοδοτικό «bras de fer», όπως εύστοχα ονομάστηκε. Η τελευταία αναμέτρηση στην σειρά των υποθέσεων Taricco έβγαλε νικητή για πρώτη φορά τα κράτη μέλη εισφέροντας σημαντικό πλήγμα στην αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το μέλλον αυτής της σχέσης καθώς οι ανατροπές δεν λείπουν από το χρονολόγιό της. Πρόκειται για ένα - μέχρι σήμερα αλλά και μελλοντικά το πιθανότερο - «never ending story», μία διαμάχη που γνωρίζουμε το παρελθόν της, βιώνουμε το παρόν της αλλά δεν μπορούμε να προδικάσουμε το μέλλον της. Το ερώτημα αν πράγματι το αίτημα του συνταγματικού πλουραλισμού θα αποτελέσει την απάντηση στην δύσκολή προσπάθεια συγκερασμού και ώσμωσης δύο διαφορετικών εννόμων τάξεων δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. Αν και η αναγκαιότητα του για το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης είναι εμφανής, η μόνη βεβαιότητα είναι πως αν αποτύχει, είναι δεδομένο πως δε θα δυσκολευτούμε να βρούμε τελικά και τον νικητή του δικαστικού «bras de fer»: αυτός απλά δεν θα υπάρχει.
Δες τη μελέτη εδώ

Γλαβίνας Αθανάσιος, ΜΔΕ Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  
thanasisglavinas@yahoo.gr


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 3/2019
Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις κατά την Οδηγία 2014/41/ΕΕ 
και η ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κου Γιαντσελίδη Στέλιου με θέμα: Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις κατά την Οδηγία 2014/41/ΕΕ και η ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Δίκαιο της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Οκτώβριος 2019) αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
ΜΔΧ       


ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας αποτελεί το πιο πρόσφατο νομοθέτημα στο πεδίο της διακρατικής δικαστικής συνδρομής επί των ποινικών υποθέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εισήχθη στις 3 Απριλίου 2014 με την ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/44/ΕΕ και ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία στις 21 Σεπτεμβρίου 2017 με τον Ν.4489/2017, με τον οποίο μεταφέρθηκε σχεδόν αυτολεξεί το περιεχόμενο της Οδηγίας στο δίκαιο της χώρας μας. 
Η θέσπιση της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας υπαγορεύτηκε από την αναγκαιότητα μιας πιο αποδοτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου διασυνοριακού εγκλήματος. Ήδη από τη Σύνοδο του Τάμπερε το 1999 είχε διακηρυχτεί από τα ευρωπαϊκά όργανα ότι στο πλαίσιο ενίσχυσης ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης ήταν απαραίτητο να αναβαθμιστεί η διακρατική δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στη βάση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Στόχο του νέου νομοθετικού μέτρου αποτέλεσε η υιοθέτηση ενός ενιαίου, συνεκτικού και αποτελεσματικού εργαλείου για τη διασυνοριακή απόδειξη, προκειμένου να αντικατασταθεί το περίπλοκο και κατακερματισμένο προϋπάρχον σύστημα συγκέντρωσης και διαβίβασης αποδεικτικού υλικού. Μέχρι το πρώτο μισό του 2018 το νέο εργαλείο είχε καταστεί κύριο μέσο για την απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων στα κράτη μέλη, απλοποιώντας και επιταχύνοντας τις διασυνοριακές έρευνες. 
Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας ορίζεται ως δικαστική απόφαση ή απόφαση που εκδίδεται ή επικυρώνεται από δικαστική αρχή με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων. Κατά τη διαδικασία εφαρμογής της τα συμμετέχοντα μέρη είναι δύο, οι αρχές του κράτους που την εκδίδουν και τη διαβιβάζουν και οι αρχές του κράτος που την αναγνωρίζουν και την εκτελούν και επομένως κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποτελεί τόσο κράτος έκδοσης όσο και κράτος εκτέλεσης. Στους βασικούς άξονες εφαρμογής της, πέρα από την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο σε όλη τη διαδικασία, περιλαμβάνονται η αρχή regit forum actum, η αρχή της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αναλογικότητα της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας και του ερευνητικού μέτρου με τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς και η εξομοίωση  των προϋποθέσεων του ερευνητικού μέτρου.
Μια σειρά νέων ρυθμίσεων και καινοτομιών σε σχέση με το προϋπάρχον καθεστώς έχουν εισαχθεί και συγκεκριμένα: α) η κάλυψη όλων των αποδεικτικών στοιχείων τόσο με τη διεξαγωγή ερευνών στο κράτος εκτέλεσης όσο και με τη συγκέντρωση αποδείξεων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή του κράτους, β) η πρόβλεψη περιορισμένων λόγων άρνησης εκτέλεσης, γ) ο καθορισμός συγκεκριμένων προθεσμιών, δ) η κοινή για όλα τα κράτη τυποποιημένη φόρμα έκδοσης,  ε) η ενίσχυση του ρόλου των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι βρίσκονται σε άμεση οριζόντια επικοινωνία μεταξύ τους και συνεργάζονται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, στ) η ευχέρεια επιλογής των κατάλληλων μέτρων ανά περίπτωση, ζ) η δυνατότητα του κράτους εκτέλεσης να προσφύγει σε εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα, η) η πρόβλεψη για θεσμικά αντίβαρα, προκειμένου να αντισταθμίζονται οι κίνδυνοι από την αυστηρή εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. 
Οι εκπρόσωποι των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, αποτιμώντας τη μικρή μέχρι τώρα εμπειρία εφαρμογής του μέτρου, εκφράζουν την ικανοποίησή τους από το νέο νομοθέτημα, επισημαίνουν, ωστόσο, ότι απαιτείται μεγαλύτερη τεχνογνωσία μέσω της ανταλλαγής καλών πρακτικών και προβληματισμών, καθώς και στήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη δημιουργία «γέφυρας» επικοινωνίας μεταξύ των δικαστικών αρχών σε διαβουλεύσεις και πολύπλοκες υποθέσεις. Πεδίο έντονης κριτικής αποτελεί το ζήτημα της διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε όλη τη διαδικασία. 
Παρά τον εντοπισμό κάποιων αδυναμιών η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας είναι ένα νομοθετικό μέτρο προς τη σωστή κατεύθυνση και αποτελεί προηγμένο μέσο διεθνούς συνεργασίας, παρέχοντας εκτεταμένες δυνατότητες αναζήτησης, συλλογής και μεταφοράς αποδεικτικών στοιχείων. Η μέχρι τώρα βιβλιογραφία αναδεικνύει ουσιαστικές πτυχές του νέου μέτρου, που συνεπάγονται βελτίωση στις δικαστικές συνεργασίες των κρατών μελών και εγγυώνται πρόοδο στη καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας. Στον μικρό χρόνο εφαρμογής της, οι βασικοί στόχοι που είχαν τεθεί για συνεκτικότητα, ταχύτητα, ευελιξία και αποτελεσματικότητα φαίνεται να επιτυγχάνονται. 
Δες τη μελέτη εδώ

Γιαντσελίδης Στέλιος, ΜΔΕ Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  
yantsels@gmail.com 



CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2019
H απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Achmea και η ενωσιακή έννομη τάξη

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κου Γαβριηλίδη Δημήτριου με θέμα: H απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Achmea και η ενωσιακή έννομη τάξη, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Δίκαιο της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Οκτώβριος 2019) αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                  ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Οι διμερείς επενδυτικές συμφωνίες αποτελούν μία μεγάλη κατηγορία διακρατικών συμφωνιών, οι οποίες ρυθμίζουν το κανονιστικό πλαίσιο των ιδιωτικών επενδύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Οι συμφωνίες αυτές εγκαθιδρύουν ένα σύστημα επίλυσης διαφορών, κατά κανόνα υπό τη μορφή διαιτησίας, με σκοπό να μην εξαναγκάζεται ο επενδυτής να καταφεύγει στο χρονοβόρο σύστημα των εθνικών δικαστηρίων, το οποίο θεωρείται και επίφοβο για μη ισότιμη αντιμετώπιση των διαδίκων. Σήμερα τα Κράτη-μέλη της Ένωσης διατηρούν σε ισχύ δεκάδες τέτοιες συμφωνίες με άλλα Κράτη-μέλη (ενδοενωσιακές διμερείς επενδυτικές συμφωνίες), τα οποία δεν είχαν ενταχθεί στην Ένωση όταν αυτές είχαν συναφθεί. Η ολλανδική ασφαλιστική εταιρεία Αchmea κίνησε διαδικασία προκειμένου να υπαχθεί διαφορά της με τη Σλοβακία σε διαιτητικό δικαστήριο, που προβλεπόταν από τέτοια συμφωνία μεταξύ Ολλανδίας και Σλοβακίας. Το ΔΕΕ, κατόπιν προδικαστικών ερωτημάτων του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας  (Bundesgerichtsof), κλήθηκε να απαντήσει στα ζητήματα ενωσιακού δικαίου που δημιουργεί η λειτουργία του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου.  
Με την παρούσα εργασία επιχειρήθηκε η προσέγγιση της απόφασης αυτής του ΔΕΕ (Αchmea, C-284/16) από τη σκοπιά του ενωσιακού δικαίου και με σκοπό να καταδειχθεί η συμβολή της στην αρχιτεκτονική του ενωσιακού συνταγματικού οικοδομήματος. Ζητήματα που απασχολούν τον χώρο της επενδυτικής διαιτησίας καταγράφονται μόνο κατά τρόπο συνοπτικό, αφενός για να γίνουν αντιληπτά τα ζητήματα σχετικά με την έννομη τάξη της ΕΕ, που τίθενται με την απόφαση, αφετέρου στο πλαίσιο της ενασχόλησης με τις πρακτικές συνέπειες της απόφασης. Με σκοπό την πληρέστερη προσέγγιση του ζητήματος και την κατανόηση του ιδιαίτερα συνοπτικού σκεπτικού της απόφασης επί της υπόθεσης Achmea, θεωρήθηκε σκόπιμο να προηγηθεί αναφορά σε προγενέστερες υποθέσεις κατά τις οποίες το ΔΕΕ ασχολήθηκε με περιπτώσεις διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων.
Κεντρικό ζήτημα στην απόφαση επί της υπόθεσης Achmea αποτελεί η αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ. Στο σκεπτικό του Δικαστηρίου, κάθε αναφορά σχετική με την αυτονομία αυτή συνοδεύεται από παραπομπή σε αντίστοιχες σκέψεις της Γνωμοδότησης 2/13 για το σχέδιο προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ. Για πρώτη φορά, όμως, το Δικαστήριο αναφέρθηκε συνδυαστικά και κατά τρόπο ξεκάθαρο στην εσωτερική και στην εξωτερική διάσταση της αυτονομίας, σε δύο, δηλαδή, διαστάσεις, οι οποίες σε μία πρώτη ανάγνωση των προγενέστερων της Achmea αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων που αναφέρονταν είτε στη μία, είτε στην άλλη, φάνταζαν διακριτές. Μετά και από την έκδοση της Γνωμοδότησης 1/17 μπορεί πλέον να λεχθεί με βεβαιότητα ότι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν το Δικαστήριο στην υιοθετηθείσα με την Achmea λύση είναι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η θέση του Δικαστηρίου στην Achmea υποδηλώνει ότι η διατήρηση της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει ότι οι επενδυτές μπορούν να βασιστούν στο ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των επενδύσεών τους. Η περίπτωση του δικαστηρίου CETA (βλ. γνωμοδότηση 1/17) είναι ποιοτικώς διαφορετική κι αυτό διότι αυτό ιδρύθηκε βάσει συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά, οι δε σχέσεις των συμβαλλομένων αυτών μερών δεν βασίζονται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. 
Σε σχέση με τη διαφοροποίηση από τα γενόμενα δεκτά σε προγενέστερες αποφάσεις σχετικές με την εμπορική διαιτησία (Eco Swiss, C- 126/97 & Mostaza Claro, C-168/05),  η θέση του Δικαστηρίου στην Achmea μπορεί να γίνει αντιληπτή εάν ληφθεί υπόψη η έννοια της θεσμικής αυτονομίας. Η αυτονομία δεν διακυβεύεται όταν δύο ιδιώτες συμφωνούν να υπαγάγουν μια διαφορά σε εμπορική διαιτησία, από τη στιγμή που η διαιτησία υπόκειται στον έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια, που είναι τμήμα του ενωσιακού δικαιοδοτικού συστήματος. Δεν μπορεί, όμως, να λεχθεί το ίδιο για την περίπτωση που δύο Κράτη-μέλη, οι σχέσεις των οποίων διέπονται από αμοιβαία εμπιστοσύνη, επιλέγουν μια διαδικασία διαιτησίας, της οποίας η λειτουργία κατ’ ουσία είναι να αποσπά διαφορές από το δικαιοδοτικό σύστημα της ΕΕ.
Σε κάθε, λοιπόν, περίπτωση, η απόφαση στην Achmea είναι μια από τις σημαντικότερες των τελευταίων ετών, όχι μόνο λόγω των ηχηρών συνεπειών της στον τομέα της επενδυτικής διαιτησίας, αλλά και για το σχετικό με την αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ σκεπτικό της. Θα μπορούσε να ιδωθεί ως - μέχρι ένα βαθμό - αναμενόμενη εξέλιξη σε μια σειρά νομολογιακών κρίσεων, που προωθούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση διά της τελολογικής ερμηνείας των Συνθηκών. Εξέλιξη, βέβαια, προς την κατεύθυνση της προστασίας της αυτονομίας της έννομης τάξης της ΕΕ.
Δες τη μελέτη εδώ      

Γαβριηλίδης Δημήτριος, ΜΔΕ Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  
dimitrisgavriilidis89@yahoo.gr

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2019

Πρόσβαση Τρίτων στο Ηλεκτρικό Δίκτυο: Ευρωπαϊκό και Εθνικό Δίκαιο 
Ρουμπιές Κωνσταντίνος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κου Ρουμπιέ Κωνσταντίνου με θέμα: Πρόσβαση Τρίτων στο Ηλεκτρικό Δίκτυο: Ευρωπαϊκό και Εθνικό Δίκαιο, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                  ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε εθνικό επίπεδο συνιστά έναν κλάδο, ο οποίος παρόλο που εκκίνησε με την μορφή του μονοπωλίου, εντούτοις,  έχει οδηγηθεί, μέσω των νομοθετημάτων που έχουν θεσπιστεί, στην πλήρη απελευθέρωσή του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σταδιακή, εξελικτική απελευθέρωση της ηλεκτρικής αγοράς ενέργειας στο πέρασμα των χρόνων, η οποία επιτεύχθηκε με την έκδοση των Οδηγιών (και κατά συνέπεια των εθνικών κανόνων ενσωμάτωσής τους στις έννομες τάξεις των Κρατών-μελών). Ξεκινώντας, από τη σκοπιά του κοινοτικού νομοθέτη, σε επίπεδο Συνθηκών καθιερώνεται για πρώτη φορά μια πολιτική για την ενέργεια με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ το Δεκέμβριο του 2009, κάτι το οποίο καταδεικνύει την έως τότε ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο τομέας της ενέργειας με κανόνες παράγωγου δικαίου. Ειδικότερα, η Οδηγία  96/92/ΕΚ αποτέλεσε την πρώτη Οδηγία για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μεταξύ των άλλων ρυθμίσεων προβλέπει την πλήρη απελευθέρωση του μονοπωλίου στον τομέα της παραγωγής ενώ παραχωρεί στα Κράτη-μέλη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών εναλλακτικών μοντέλων πρόσβασης στο δίκτυο, ήτοι της πρόσβασης στο δίκτυο κατόπιν διαπραγματεύσεων, της ρυθμιζόμενης πρόσβασης και της πρόσβασης στο δίκτυο με βάση το σύστημα του μοναδικού αγοραστή, με μεγαλύτερη απήχηση να βρίσκει το δεύτερο μοντέλο, το οποίο υιοθέτησαν δεκατρία από τα τότε δεκαπέντε Κράτη-μέλη. Επιπλέον, οι διατάξεις της Οδηγίας ρυθμίζουν τέσσερις συνολικά λόγους άρνησης της πρόσβασης, δύο υποχρεωτικούς και δύο προαιρετικούς, δηλαδή την έλλειψη επαρκούς δυναμικού και την εκπλήρωση υποχρεώσεων κοινής ωφέλειας αφενός και την άρνηση καταβολής ανταλλάγματος και τη ρήτρα αμοιβαιότητας αφετέρου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε Κράτος-μέλος με το δίκαιό του δεν έχει τη δυνατότητα  να ρυθμίζει επιπλέον λόγους, η βασιμότητα των οποίων όμως να στηρίζεται στις διατάξεις της Οδηγίας. Εν συνεχεία, εκδόθηκε η  Οδηγία 2003/54/ΕΚ «σχετικά µε τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ», η οποία εν αντιθέσει με την προηγούμενη Οδηγία, περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τη διακριτική ευχέρεια των Κρατών-μελών και επιδιώκει την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας τόσο στο επίπεδο του βιομηχανικού όσο και του οικιακού καταναλωτή, ορίζοντας μάλιστα, ότι από 1.7.2007 όλοι οι πελάτες, συμπεριλαμβανομένων και των οικιακών πελατών πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμοι. Θεσπίζεται υποχρεωτικά η ρυθμιζόμενη πρόσβαση ως το μοναδικό πλέον σύστημα πρόσβασης στο δίκτυο, πραγματοποιούμενη βάσει δημοσιευμένων και εκ των προτέρων εγκεκριμένων τιμολογίων (σύστημα «προληπτικού ελέγχου»), τα οποία υπόκεινται σε κανονιστικές ρυθμίσεις, εφαρμόζονται υπό ισότιμους όρους εφόσον έχουν προηγουμένως λάβει την έγκριση της ρυθμιστικής αρχής. Αν και μοναδικός λόγος άρνησης πρόσβασης στο δίκτυο  μνημονεύεται η έλλειψη χωρητικότητας, εντούτοις μπορεί να θεμελιωθεί και σε άλλους λόγους, οι οποίοι προκύπτουν από το γενικότερο πνεύμα της Οδηγίας.. Σύμφωνα με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ «σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ» η ρυθμιζόμενη πρόσβαση (Regulated Third Party Access) παραμένει ως το μοναδικό σύστημα πρόσβασης στο δίκτυο καθοριζόμενη από ένα σύστημα με δημοσιευμένα τιμολόγια, εκ των προτέρων εγκεκριμένων ενώ υπάρχει και πληθώρα νέων διατάξεων, οι οποίες σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις για την πρόσβαση των τρίτων το ηλεκτρικό δίκτυο, οδηγούν σε μια αρτιότερη και ενισχυμένη απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ως λόγος εξαίρεσης από την πρόσβαση προβλέπεται και πάλι μόνο «η έλλειψη χωρητικότητας» αν και γίνονται δεκτοί και άλλοι λόγοι, ενώ να αναφερθεί ότι και στις τρείς οδηγίες επειδή η πρόσβαση συνιστά τον κανόνα και η άρνησή της την εξαίρεση, η τελευταία πρέπει να αιτιολογείται δεόντως, να εφαρμόζεται με αντικειμενικά κριτήρια και  να μη χρησιμοποιείται αυθαίρετα. Αναφορικά με το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο, ο Νόμος 2773/1999 «Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας-Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπών θεμάτων» ρυθμίζει την παραγωγή (ρυθμίζεται η απελευθέρωσή της), τη μεταφορά, τη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος στην ελληνική επικράτεια κατά το σύστημα της κοινής ωφέλειας. Η Δ.Ε.Η. εξακολουθεί να παραμένει κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση ηλεκτρικής ενέργειας, με εξαίρεση τη διαχείριση του δικτύου μεταφοράς, έχει όμως υποχρέωση τήρησης ξεχωριστών λογαριασμών. Ο έλληνας νομοθέτης ρυθμίζει με τις διατάξεις του την «πρόσβαση του τρίτου», επιλέγοντας ως σύστημα πρόσβασης αυτό της «ρυθμιζόμενης πρόσβασης», δηλαδή της ex ante ρυθμιστικής παρέμβασης στα  ηλεκτρικά δίκτυα, θεσπίζοντας εντούτοις Κώδικες για να επιτευχθεί η συγκεκριμενοποίηση των διατάξεων και να υπάρξει αρτιότερη και σχολαστικότερη ρύθμιση (όπως ο Κώδικας Διαχείρισης Του Συστήματος, ο Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας και ο Κώδικας Προμήθειας σε Πελάτες). Αναφορικά με την άρνηση πρόσβασης στο δίκτυο, δεν αποτυπώνονται ρητώς λόγοι, εντούτοις, λόγοι  προκύπτουν έμμεσα από το νόμο και τους προαναφερόμενους Κώδικες (έλλειψη διαθέσιμου δυναμικού, εκπλήρωση υποχρεώσεων κοινής ωφέλειας, άρνηση καταβολής του ευλόγου ανταλλάγματος, τεχνικοί λόγοι). Ο Νόμος 3426/2005 αναφορικά με την «Επιτάχυνση της διαδικασίας για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας», περιέχει πληθώρα νέων διατάξεων που αφορούν την πρόσβαση των τρίτων επιχειρήσεων στο ηλεκτρικό δίκτυο, ώστε να λαμβάνει υπόψη δυο παραμέτρους: καθορίζει τους δικαιούχους οι οποίοι συνεχώς αυξάνονται και παράλληλα οριοθετείται ένα κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο  για την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό εκδόθηκε ο «Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας», ενώ αν και προβλεπόταν η θέσπιση Κώδικα και για το Δίκτυο Διανομής και για το Δίκτυο Μη Διασυνδεδεμένων Νήσων, εντούτοις οι εν λόγω Κώδικες δεν εκδόθηκαν στο τότε προβλεπόμενο χρονικό διάστημα. Ο Διαχειριστής του Συστήματος μπορεί να αρνείται την πρόσβαση των δικαιουμένων στο Σύστημα, µόνο για λόγους εξάντλησης της ικανότητας φόρτισης του Δικτύου. Η άρνηση πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ενώ μπορούν να θεμελιωθούν από το γενικότερο πνεύμα και γράμμα του νόμου και οι προαναφερόμενοι λόγοι, ως λόγοι άρνησης. Τέλος, ο Νόμος 4001/2011 «Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις», ο οποίος ισχύει έως και σήμερα, αποτελεί τον βασικό νόμο για την οργάνωση, λειτουργία και πλήρη επίτευξη μιας απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και στην Ελλάδα, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2009/72/ΕΚ. Η χώρα μας επέλεξε το σύστημα της ex ante ρυθμιστικής παρέμβασης στα ηλεκτρικά της δίκτυα, μοντέλο πρόσβασης το οποίο συνυπάρχει με ένα καθεστώς κλαδικής ρύθμισης που σήμερα διασφαλίζεται από τη ΡΑΕ. Η εκ των προτέρων αυτή ρύθμιση έχει ανατεθεί στη ΡΑΕ και η πρόσβαση πραγματοποιείται με δημοσιευμένα τιμολόγια τα οποία εγκρίνει η εν λόγω Ανεξάρτητη Αρχή. Αναφορικά με την πρόσβαση στο Σύστημα Μεταφοράς, εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο νέος «Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας», ενώ δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά «Κώδικας διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ)» και «Κώδικας Διαχείρισης Μη Διασυνδεδεμένων Νήσων». Οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση, οι οποίες πρέπει να αιτιολογούνται πλήρως και να ερμηνεύονται στενά αναφέρονται στους αντίστοιχους Κώδικες και δε διαφοροποιούνται ιδιαιτέρως από όσους αναφέρθηκαν ανωτέρω. Πάντως, παρά το αναλυτικό, σαφές και ώριμο θεσπισμένο νομοθετικό πλαίσιο, πρέπει να αναφερθεί ότι στη χώρα μας, αν και υφίσταται τυπική απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, εντούτοις η είσοδος νέων επιχειρήσεων στον κλάδο δεν έχει αποσπάσει σημαντικά μερίδια αγοράς, εξελίσσεται αργά, συναντώντας ουσιαστικά σημαντικά προβλήματα, κάτι το οποίο αποδεικνύεται από το υψηλότατο ποσοστό της ΔΕΗ στην «πίτα» της ενεργειακής αγοράς, η οποία συνεχίζει να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά. 
Δες τη μελέτη εδώ

Ρουμπιές Κωνσταντίνος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
kwstasroumpies@yahoo.gr





Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

CES-DUTH ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 2/2018
Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο για την έναρξη λειτουργίας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. εντός του οικείου ευρωπαϊκού περιγράμματος 
Μαριάνα Τζούλη, Δικηγόρος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

(Περιβάλλον & Δίκαιο, Τεύχος 4/2017, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 681 – 692)

Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται το ελληνικό νομικό πλαίσιο που διέπει το σύνολο των διαδικασιών μέχρι να ξεκινήσει τη λειτουργία της μια εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρισμού από Α.Π.Ε.. Συγκεκριμένα, αφετηρία αποτέλεσε το άρθρο 194 της ΣΛΕΕ που στοχεύει στην υλοποίηση μίας εσωτερικής αγοράς στον τομέα της ενέργειας, όπως και το ελληνικό Σύνταγμα που παραθέτει τη συναφή με την ενέργεια πολιτική, που είναι η διαφύλαξη του περιβάλλοντος. Οι δύο παραπάνω πολιτικές συνδέονται άρρηκτα με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) για τις οποίες αναλύεται ο ορισμός της έννοιάς τους όπως και τα πλεονεκτήματά τους. Παρουσιάζεται η ισχύουσα Οδηγία 2009/28/ΕΚ που διέπει τις Α.Π.Ε. και παρατίθενται οι στόχοι της που ισχύουν μέχρι το 2020, όπως επίσης  αναλύονται και οι μελλοντικές στοχεύσεις της Ένωσης με απώτατο χρονικό όριο το 2050. Εκτίθεται το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο του ν. 3468/2006, που διέπει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε., όπως ισχύει σήμερα κατόπιν των τροποποιήσεων του από τους νόμους 3851/2010, 4062/2012 και 4414/2016. Εξάλλου, αποτυπώνονται και οι ελληνικές δεσμεύσεις που συγκεκριμενοποιούν τους στόχους της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, οι οποίες συγκροτήθηκαν βάσει αυτών. Παράλληλα, δίνεται ο ορισμός της έννοιας της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από Α.Π.Ε. βάσει του ν.3468/2006. Έπειτα, περιγράφονται οι προϋποθέσεις απόκτησης άδειας παραγωγής, άδειας εγκατάστασης και άδειας λειτουργίας αλλά και απόκτησης Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.). Ενώ αναλύεται και η αξία των Α.Π.Ε., που αποδεικνύεται με την κατά προτεραιότητα κατανομή του φορτίου που δίνεται από τον αντίστοιχο διαχειριστή όσον αφορά την παραγόμενη από μονάδες που αξιοποιούν Α.Π.Ε., ηλεκτρική ενέργεια, όταν οι μονάδες αυτές συνδέονται με το Σύστημα ή το Δίκτυο. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι αλλαγές που επήλθαν στο ν.3468/2006 από το ν.4414/2016 και έτσι αναλύεται η έννοια της σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας η οποία αντικαθίσταται βαθμιαία από τη Σύμβαση Λειτουργικής Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας (Σ.Ε.Δ.Π.) αλλά και το μεταβατικό πλαίσιο που θα ισχύσει, όπως και το καθεστώς τιμολόγησης της παραγόμενης από Α.Π.Ε. ηλεκτρικής ενέργειας τόσο το παλαιό όσο και το νέο. Ενώ παρουσιάζεται και ο τρόπος πιστοποίησης  ότι η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται πράγματι από Α.Π.Ε., όπως και η έννοια του Ειδικού Τέλους που βαρύνει τους παραγωγούς ηλεκτρισμού από Α.Π.Ε. αλλά και οι κυρώσεις παραβίασης των επιταγών του ν.3468/2006. Τέλος γίνεται μία αποτίμηση των παθογενειών της ελληνικής  πραγματικότητας που εμποδίζουν την εξάπλωση των Α.Π.Ε. στη χώρα μας και προτείνονται λύσεις εξάλειψης αυτών.
Δες τη μελέτη εδώ

Μαριάνα Τζούλη, Δικηγόρος  Θεσσαλονίκης, Μ.Δ.Ε. Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
E-mail: marianatzouli92@yahoo.gr


Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2018
Τα εθνικά καθεστώτα στήριξης της πράσινης ενέργειας και 
η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση 
Τατιάνα Βόζεμπεργκ Βρετού, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κας Τατιάνας Βόζεμπεργκ Βρετού με θέμα: Τα εθνικά καθεστώτα στήριξης της πράσινης ενέργειας και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                         
ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μία στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), τόσο σε διεθνές όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Τα πλεονεκτήματα από την χρήση των ΑΠΕ είναι ποικίλα με κυριότερο το ότι αποτελούν ανεξάντλητες πηγές ενέργειας. Η χρήση νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας εξυπηρετεί βασικούς στόχους και προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), μεταξύ των οποίων η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, η προστασία περιβάλλοντος και η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγή. Οι ανωτέρω στόχοι έχουν συμβάλλει δραστικά στην διαμόρφωση και ανάπτυξη μίας νέας περισσότερο βιώσιμης πολιτικής για την ενέργεια, η οποία πλαισιώνεται από νομοθετικές πρωτοβουλίες και δράσεις.
Στόχος της μελέτης είναι να καταδειχθεί η σημασία των ΑΠΕ και ο ουσιαστικός ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν στον ενεργειακό ανασχηματισμό της Ε.Ε. προς πιο βιώσιμες και φιλικές προς το περιβάλλον ενεργειακά λύσεις. Επίκεντρο της μελέτης είναι η ανάλυση της σχέσης που δημιουργείται μεταξύ των εθνικών καθεστώτων στήριξης της πράσινης ενέργειας και της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, καθώς και των προβλημάτων που απορρέουν από την αλληλεπίδραση αυτή, η οποία θα επιχειρηθεί μέσα από παρουσίαση και αξιολόγηση της σχετικής νομοθεσίας και της νομολογίας.
Αναλυτικότερα, η μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα βασικά κεφάλαια. Μετά από σύντομη Εισαγωγή, στο δεύτερο κεφάλαιο επιχειρείται μια συνοπτική παρουσίαση της νομοθεσίας στον τομέα των ΑΠΕ τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εναρκτήριο σημείο της Περιβαλλοντικής και Ενεργειακής Διεθνούς Πολιτικής υπήρξε η υπογραφή της Σύμβασης - Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, η οποία οδήγησε σταδιακά στην υιοθέτηση αποτελεσματικότερων δράσεων από την διεθνή κοινότητα και συνέβαλε δραστικά στην ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής, με αποκορύφωμα την υιοθέτηση της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ. 
Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται μια παρουσίαση των μηχανισμών προώθησης των ΑΠΕ που επιλέγουν τα κράτη μέλη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παράλληλα, επιχειρείται η αξιολόγηση των καθεστώτων αυτών υπό το πρίσμα των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις. Στο τέταρτο κεφάλαιο, ακολουθεί μια σύντομη παρουσίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αρχή η οποία εφαρμόζεται και στην ενέργεια καθώς αυτή συνιστά «εμπόρευμα» κατά την έννοια της ΣΛΕΕ. 
Μετά την θεωρητική προσέγγιση των δύο εννοιών, ήτοι των καθεστώτων στήριξης ΑΠΕ και της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, ακολουθεί, στο επόμενο κεφάλαιο, η πρακτική εφαρμογή των εννοιών αυτών μέσα από την παρουσίαση της νομολογίας, αφού φαίνεται το Δικαστήριο να έχει αναλάβει ρόλο «ρυθμιστή» της αλληλεπίδρασης των διαφορετικών αυτών ενωσιακών προτεραιοτήτων. Επιπλέον, θα σχολιαστούν, υπό το πρίσμα της ενιαίας και άνευ εμποδίων εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τα ζητήματα που απορρέουν από την αλληλεπίδραση των εθνικών καθεστώτων στήριξης των ΑΠΕ και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτά αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο, ώστε να αναζητηθεί αν τελικά υπάρχει ενιαία και χωρίς εμπόδια εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Με την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας (ITRE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να επιβεβαιώνει, στις 4 Αυγούστου το 2017, την επιθυμία των Ευρωβουλευτών να καταστούν οι στόχοι για τις ΑΠΕ περισσότερο φιλόδοξοι, δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε, ότι η δυναμική για την προώθηση των ΑΠΕ, θα διατηρηθεί και θα ενισχυθεί περαιτέρω. Ο μετασχηματισμός σε μια πιο οικολογική Ευρώπη αλλά και η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας δεν φαντάζουν πλέον ουτοπικά σενάρια αλλά πραγματοποιήσιμοι στόχοι.
Δες τη μελέτη

Τατιάννα Βόζεμπεργκ Βρετού , ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
tvozemberg@gmail.com

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2018
Ενεργειακή Ασφάλεια στη Διάρκεια Ενόπλων Συρράξεων 
Γιολάνδα Πετρίδου, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κας Γιολάνδας Πετρίδου με θέμα: Ενεργειακή Ασφάλεια στη Διάρκεια Ενόπλων Συρράξεων, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του Αν. Καθηγητή κου Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου, κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με το βαθμό Άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                           ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η ενεργειακή ασφάλεια, δηλαδή ο συνεχής εφοδιασμός της οικονομίας με επαρκείς ποσότητες ενέργειας, σε λογικές τιμές,  είναι ύψιστης σημασίας για την υπόσταση του κράτους. Πρώτον, διότι η ενέργεια τροφοδοτεί την παραγωγική διαδικασία, καθιστώντας έτσι την οικονομία διεθνώς ανταγωνιστική. Δεύτερον, διότι συνιστά δημόσιο συμφέρον, καθώς μέσω της κατανάλωσης ενέργειας όχι μόνο λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες (νοσοκομεία, δυνάμεις ασφαλείας κα), αλλά και εξασφαλίζεται η ίδια η επιβίωση του ατόμου και κυρίως των ευπαθών ομάδων. Τρίτον, το μέγεθος της εξάρτησης σε εισαγωγές ενέργειας κατευθύνει το κράτος στη λήψη αποφάσεων στην εξωτερική του πολιτική και το κάνει επιρρεπές σε πιέσεις. Η εξάρτηση αυτή είναι δείκτης του επιπέδου ασφάλειας ενός κράτους, αφού σε μία διακοπή εφοδιασμού θα επηρεαστεί η ομαλή λειτουργία της οικονομίας του, αν δεν έχει προνοήσει να τηρεί αποθέματα ή δεν έχει διαφοροποιήσει τους προμηθευτές του.
Η έρευνα γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια ξεκίνησε μετά τον πόλεμο του Γιόμ Κιπούρ (1973), όταν τα πετρελαιοπαραγωγά κράτη της Μέσης Ανατολής μείωσαν την παραγωγή πετρελαίου, αύξησαν τις τιμές του και κήρυξαν εμπάργκο στα κράτη που στήριξαν το Ισραήλ στον πόλεμο. Η διεθνής κοινότητα τότε διαπίστωσε το μέγεθος της ενεργειακής της εξάρτησης από τον αραβικό κόσμο.
Η στόχευση της παρούσας μελέτης είναι να εξακριβώσει τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας στη διάρκεια των διεθνών ενόπλων συρράξεων (ΔΕΣ), αφού ερευνήσει την εξέλιξή της στο χρόνο. Η εξέλιξη ξεκινά από τον πόλεμο που προαναφέρθηκε και καταλήγει έως τις σημερινές πτυχές της ενεργειακής ασφάλειας. Στη συνέχεια, επιχειρείται αφενός ο εντοπισμός και η αποτύπωση των πηγών του διεθνούς δικαίου σχετικά με την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας κατά τη διάρκεια των ΔΕΣ και αφετέρου ο έλεγχος του βαθμού συμμόρφωσης των κρατών σε αυτούς τους κανόνες δικαίου μέχρι τώρα. Τέλος, μέσα από τη σχετική διερεύνηση γίνεται απόπειρα κατανόησης των επιλογών ορισμένων κρατών, για την εξασφάλιση του ενεργειακού τους εφοδιασμού.
Η εργασία δομείται σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο προσδιορίζεται εννοιολογικά η ενεργειακή ασφάλεια και σκιαγραφούνται  οι διαστάσεις της, ενώ επιχειρείται μία γενική περιγραφή του δικαιϊκού και διακυβερνητικού πλαισίου, που ρυθμίζει την ενέργεια. Το δίκαιο της ενέργειας εν γένει επιχειρεί να ρυθμίσει τη ροή αυτής από πλούσιες σε ενεργειακούς πόρους χώρες προς τις εξαρτημένες ενεργειακά χώρες.
Το δεύτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στην εύρεση του νομικού πλαισίου που δύναται να ρυθμίσει την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας κατά τη διάρκεια των διεθνών ένοπλων συρράξεων. Διερευνάται το πώς οι ενεργειακές εγκαταστάσεις αναδείχθηκαν σε μεγάλης σημασίας πολεμικοί στόχοι κατά τη διάρκεια των ΔΕΣ, παρόλο που δεν είναι επιτρεπτός στόχος κατά το δίκαιο του πολέμου, για ανθρωπιστικούς και περιβαλλοντικούς λόγους. Επίσης, παρουσιάζονται οι ρυθμίσεις του δικαίου της κατοχής, δηλαδή οι υποχρεώσεις της κατέχουσας δύναμης, ως προς την ενεργειακή ασφάλεια της κατεχόμενης περιοχής. Η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών μιας κατεχόμενης χώρας δεν είναι νόμιμη. Αυτό προβλέπουν τα νομικά κείμενα που αναλύονται, αλλά και η αρχή της κρατικής κυριαρχίας. Κάθε τμήμα της θεωρίας πλαισιώνεται από αντίστοιχα παράδειγματα ένοπλων συρράξεων, έτσι ώστε να γίνει σφαιρικά αντιληπτή η υπάρχουσα κατάσταση και οι ιδιαιτερότητές της.
Το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην ανάλυση δύο περιπτώσεων ΔΕΣ: τον Πόλεμο του Ιράν με το Ιράκ (1980-1988) και τον Πόλεμο μεταξύ του Λίβανου με το Ισραήλ (2006). Το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί πρακτικά το πώς τα κράτη χειρίστηκαν τα ζητήματα της ενεργειακής τους ασφάλειας, το πόσο βρίσκουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις, που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο και το πόσο η διεθνής κοινότητα ευαισθητοποιήθηκε και αντέδρασε στις υπό εξέταση περιπτώσεις. 
Παράλληλα, δίνεται βαρύτητα στο ρόλο του περιβάλλοντος στην ενεργειακή ασφάλεια. Αρχικά, η κλιματική αλλαγή συνιστά απειλή για τις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Κατόπιν, η ίδια η καύση της ενέργειας προκαλεί τα αέρια του θερμοκηπίου, άρα αυτή πρέπει να γίνεται με μέτρο και με τη χρήση τεχνολογίας εξοικονόμησης ή απόδοσης ενέργειας. Τέλος, η ανυπολόγιστη κατανάλωση ενεργειακών πόρων αντίκειται στην αρχή της αειφόρου ανάπτυξης και απειλεί τον ενεργειακό εφοδιασμό των μελλοντικών γενεών, γιατί οδηγεί στην εξάντληση των πόρων. Όσον αφορά το ρόλο του περιβάλλοντος στις ένοπλες συρράξεις, περιγράφεται το πώς αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο διεξαγωγής πολέμου. Δεν παραλείπεται η αναφορά στο γεγονός ότι με την καταστροφή ενεργειακών στόχων και με τη χρήση συγκεκριμένων όπλων, υποβαθμίζεται υπερβολικά το περιβάλλον. Η μελέτη αυτή αναφέρει τους τρόπους προστασίας του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια των διεθνών ένοπλων συρράξεων.
Κάποια επιπρόσθετα ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας που πραγματεύεται η μελέτη είναι ο κυβερνοπόλεμος, η πολεμική και η ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, οι προβλέψεις του ΠΟΕ και της Συνθήκη του Χάρτη Ενέργειας (ECT) για την περίπτωση πολέμου, τα αντίποινα όσον αφορά τη διαμετακόμιση ενέργειας και το ερώτημα αν η ενέργεια αποτελεί τελικά δικαίωμα.
Το βασικό συμπέρασμα της παρούσας μελέτης είναι ότι επειδή τα κράτη καταρχήν δεν προωθούν το συλλογικό συμφέρον της διεθνούς κοινότητας αλλά φέρονται εγωιστικά, η ενεργειακή ασφάλεια είναι πρωτίστως ζήτημα μέριμνας του ίδιου του κράτους. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι υποτιμούνται τα όποια εγχειρήματα για διεθνή και διακρατική συνεργασία.
Δες τη μελέτη 

Γιολάνδα Πετρίδου, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας.
g.i.petridou@gmail.com

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2017

Η αμοιβαία ανταλλαγή ποινικών μητρώων μεταξύ Ελλάδας και κρατών- μελών της ΕΕ & η συνεκτίμηση από τις ελληνικές δικαστικές αρχές προγενέστερων ευρωπαϊκών καταδικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο νέας ποινικής διαδικασίας σε βάρος του ίδιου προσώπου για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά 

Δήμητρα Μπλίτσα, Εισαγγελική Πάρεδρος, LLM, υπ. Διδάκτωρ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κ Δήμητρας Μπλίτσα, Εισαγγελικής Παρέδρου, με θέμα: «Η αμοιβαία ανταλλαγή ποινικών μητρώων μεταξύ Ελλάδας και κρατών- μελών της ΕΕ & η συνεκτίμηση από τις ελληνικές δικαστικές αρχές προγενέστερων ευρωπαϊκών καταδικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο νέας ποινικής διαδικασίας σε βάρος του ίδιου προσώπου για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά».  Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω την συγγραφέα με την ιδιότητα του διδάσκοντος στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (τμήμα Εισαγγελέων) από το 2015, να εκτιμήσω ιδιαίτερα την εργατικότητά της και την παραγωγική νομική της σκέψη αλλά και να συζητήσω μαζί της ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα στον κύκλο των επαγγελματικών της ενδιαφερόντων. Η μελέτη που παρουσιάζουμε (πρωτοδημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PRO JUSTITIA τεύχος 2/2016) αποτελεί κατά την γνώμη μας χαρακτηριστικό δείγμα του πλούσιου επιστημονικού εξοπλισμού, που διαθέτει σήμερα η νέα γενιά των ελλήνων δικαστικών λειτουργών. 
                                                                                                                               
                                                                                                              ΜΔΧ


ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η συνημμένη μελέτη (βλέπε εδώ) εξετάζει την με το Ν. 4360/2016 ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Απόφασης-Πλαισίου 2009/315/ΔΕΥ σχετικά με τη διοργάνωση και το περιεχόμενο της ανταλλαγής πληροφοριών που προέρχονται από το ποινικό μητρώο μεταξύ των κρατών-μελών και της Απόφασης 2009/316/ΔΕΥ σχετικά με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου (ECRIS). Επίσης, εξετάζει τη συνεκτίμηση από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, επ’ ευκαιρία νέας ποινικής διαδικασίας κατά ενός προσώπου, προγενέστερων ευρωπαϊκών καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος του ίδιου προσώπου για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/675/ΔΕΥ. 
Η ύπαρξη μιας προγενέστερης καταδικαστικής απόφασης, που προέρχεται από άλλο κράτος-μέλος, δεν συνδέεται μόνο με την αρχή “ne bis in idem”. Δεν αφορά, δηλαδή, μόνο περιπτώσεις, όπου έχει εκδοθεί ήδη οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Το ζήτημα της αναγνώρισης αλλοδαπών καταδικαστικών αποφάσεων συνήθως ανακύπτει σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες ασκείται σε βάρος του ίδιου προσώπου νέα δίωξη σε άλλο κράτος-μέλος για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Το ποινικό παρελθόν του εν λόγω προσώπου, θα πρέπει να είναι γνωστό στις ευρωπαϊκές δικαστικές αρχές ενώπιον των οποίων προσάγεται, καθώς η προγενέστερη εγκληματική συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει τη μεταχείρισή του, τόσο κατά την προδικασία (π.χ. προσωρινή κράτηση), όσο και κατά την κύρια διαδικασία (π.χ. είδος και ύψος επιβαλλόμενης ποινής), αλλά και κατά το στάδιο εκτέλεσης της απόφασης (π.χ. δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της ποινής υπό όρο). Η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/675/ΔΕΥ προέβλεψε για πρώτη φορά τα κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία πρότερες ευρωπαϊκές καταδικαστικές αποφάσεις συνεκτιμώνται στο πλαίσιο νέας ποινικής διαδικασίας, που διεξάγεται σε άλλη χώρα της ΕΕ, κατά του ίδιου προσώπου, αλλά για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.Η χώρα μας δεν έχει προβεί ακόμη σε ενσωμάτωση της ως άνω Απόφασης-Πλαισίου. Η δε ισχύουσα νομοθεσία, όπως καταδεικνύεται στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, μόνο κατ’ εξαίρεση αποδίδει ισοδύναμα αποτελέσματα σε ευρωπαϊκές και ημεδαπές καταδικαστικές αποφάσεις. Έτσι, διερευνάται κατά πόσο η επίμαχη Απόφαση-Πλαίσιο μπορεί να αναπτύξει τα αποτελέσματά της μέσω της ερμηνευτικής μεθόδου της «σύμφωνης ερμηνείας».
Περαιτέρω, αν η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου εντός της ΕΕ δεν καταστεί αμέσως γνωστή, με τρόπο αξιόπιστο και κατανοητό, στο κράτος-μέλος, που διεξάγει τη νέα ποινική διαδικασία σε βάρος του, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί η ισοδυναμία των ποινικών αποφάσεων των κρατών-μελών. Η αμοιβαία, ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή, δηλαδή, πληροφοριών, που περιέχονται στο ποινικό μητρώο, είναι απαραίτητη, ώστε οι δικαστικές αρχές κάθε κράτους-μέλους να μπορούν να πληροφορούνται εγκαίρως το ποινικό παρελθόν του δράστη και να λαμβάνουν υπόψη τους τη σχετική ευρωπαϊκή καταδικαστική απόφαση στο πλαίσιο της νέας ποινικής διαδικασίας σε βάρος του.Στη βάση αυτή, η παρούσα μελέτη εξετάζει την πλέον πρόσφατη ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ανταλλαγή πληροφοριών, που περιέχονται στο ποινικό μητρώο, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 4360/2016.

Δήμητρα Μπλίτσα, Εισαγγελική Πάρεδρος, LLM, υπ. Διδάκτωρ Νομικής 
dimitra.blitsa@law.nyu.edu

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2016
Σύστημα για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου:
Ευρωπαϊκό και Ελληνικό Δίκαιο 
Αγγελική Ζησιού, Δικηγόρος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κ Αγγελικής Ζησιού με θέμα: Σύστημα για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου: Ευρωπαϊκό και Ελληνικό Δίκαιο, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με το βαθμό Άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος. 
                                                                                                                               
                                                                                                              ΜΔΧ                                                                                                                                                              

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 Η κλιματική αλλαγή είναι μία από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής μας με ορατές επιπτώσεις. Παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, συχνές και έντονες καταιγίδες, πλημμύρες, αυξημένες ημέρες καύσωνα και περισσότερες πυρκαγιές καταμαρτυρούν την μεταβολή του κλίματος. Ολοένα και συχνότερα οι επιστήμονες αποδίδουν την ένταση των φυσικών φαινομένων σε ανθρωπογενείς παράγοντες, με το φαινόμενο του θερμοκηπίου να αποτελεί την κύρια αιτία για την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Κάθε μία από τις τρεις τελευταίες δεκαετίες ήταν θερμότερη από την προηγούμενή της και οι προβλέψεις για το μέλλον διαγράφονται δυσοίωνες. Συγκεκριμένα, η θερμοκρασία αναμένεται να αυξηθεί περίπου 1,2oC πάνω από τα σημερινά επίπεδα (και συνολικά 2oC σε σχέση με τα επίπεδα της προβιομηχανικής περιόδου) γεγονός που θα επιφέρει μη αναστρέψιμες αλλαγές στο παγκόσμιο περιβάλλον.
Υπό το πρίσμα αυτό η διεθνής συνεργασία για τη λήψη μέτρων θεωρήθηκε επιτακτική. Η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος, καθώς και το πρωτόκολλο του Κιότο, που ακολούθησε, ήταν οι κυριότερες προσπάθειες συντονισμού με τη συμμετοχή των περισσοτέρων χωρών παγκοσμίως, στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αρωγός της όλης προσπάθειας, επιδεικνύοντας μάλιστα υπερβάλλοντα ζήλο, συνεχίζει να δεσμεύεται διεθνώς, θέτοντας μακρόπνοους στόχους μείωσης των εκπομπών της. Όπλο της στην όλη προσπάθεια αποτέλεσε η Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας (όπως τροποποιήθηκε), με την οποία εγκαθιδρύθηκε ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα εμπορίας ρύπων παγκοσμίως, δικαιώνοντας τους εμπνευστές του.
Στόχος της συνημμένης μελέτης είναι να προσεγγίσει τα βασικά χαρακτηριστικά του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής (ΣΕΔΕ) μέσα από μια ουσιαστική περιγραφή της λειτουργίας του ώστε να γίνει αντιληπτή η συμβολή του, ως μέτρο πολιτικής για το κλίμα, αλλά και να καταδειχθούν ενδεχόμενες δυσλειτουργίες και ελλείψεις αυτού τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο ελληνικό επίπεδο.
Αναλυτικότερα η μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια συνοπτική παρουσίαση της νομοθετικής εξέλιξης στο πλαίσιο της διεθνούς εννόμου τάξεως ως προς την αντιμετώπιση και την πρόληψη της κλιματικής αλλαγής. Με σημείο εκκίνησης το έργο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή και τη Συνδιάσκεψη του Ρίο παρουσιάζεται η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (United Nations Framework Convention on Climate Change, UNFCCC) με την οποία η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να θέσει τις ελάχιστες υποχρεώσεις στα συμβαλλόμενα μέρη της και, κυρίως, στα ανεπτυγμένα κράτη, υπογραμμίζοντας με αυτό τον τρόπο τις κοινές αλλά διαφοροποιημένες ευθύνες τους. Ακολουθεί η αναφορά στο Πρωτόκολλο του Κιότο και στην υιοθέτηση για πρώτη φορά νομικά δεσμευτικών στόχων μείωσης των εκπομπών. Τελευταίος σταθμός η Συνδιάσκεψη του Παρισιού, που πραγματοποιήθηκε από τις 30 Νοεμβρίου έως τις 11 Δεκεμβρίου 2015, καταδεικνύοντας την προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να γεφυρώσει τη σημερινή κατάσταση και την κλιματική ουδετερότητα πριν από το τέλος του αιώνα. Το πρώτο μέρος κλείνει με τις πρωτοβουλίες της ΕΕ για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, τους στόχους 20-20-20 και το πλαίσιο για το 2030 σε μια προσπάθειά της να ανταποκριθεί στις διεθνείς της δεσμεύσεις αλλά και να απαντήσει ουσιαστικά στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.
Στο δεύτερο μέρος, αρχικά, εκτίθεται η ιστορική και νομοθετική εξέλιξη του ΣΕΔΕ, περιλαμβάνοντας όλες τις νομοθετικές αλλαγές από τις οποίες έχει διέλθει η Οδηγία 2003/87 για το ΣΕΔΕ, αλλαγές η οποίες συνόδεψαν τη λειτουργία του. Ακολούθως, αναλύεται η δομική και λειτουργική του διάρθρωση. Δίδεται το πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ και οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του ενώ, τέλος, φωτίζονται και οι επιμέρους πτυχές συμμόρφωσης με αυτό, όπως και το πλαίσιο επιβολής κυρώσεων για την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργία του.
 Στο τρίτο μέρος παρουσιάζεται η εφαρμογή του ΣΕΔΕ σε εγχώρια κλίμακα. Ύστερα από μία σύντομη αναδρομή στο νομοθετικό πλαίσιο με το οποίο η χώρα μας ενσωμάτωσε όλα τα διεθνή και ευρωπαϊκά νομοθετικά μέτρα στην ελληνική έννομη τάξη, περιγράφεται η λειτουργία του ΣΕΔΕ σε εθνικό επίπεδο, το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής τόσο για τις σταθερές εγκαταστάσεις όσο και για τις αερομεταφορές, στοιχεία των πλειστηριασμών που διενεργήθηκαν για τη χώρα μας και ο τρόπος επιβολής κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο. Τέλος, παρατίθενται στατιστικά δεδομένα για τις επαληθεύσεις των εκπομπών των σημαντικότερων ελληνικών βιομηχανιών και αεροπορικών εταιριών, που συμμετέχουν στο ΣΕΔΕ.
Στο τέταρτο μέρος επιχειρείται μια κριτική επισκόπηση του ΣΕΔΕ. Η ερώτηση, όμως, αν αυτό επιτελεί επιτυχώς το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε, δεν επιδέχεται εύκολης απάντησης καθώς θα πρέπει να κριθεί υπό Το πρίσμα διάφορων παραμέτρων. Οι παράμετροι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους στόχους, που ορίζονται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ για το ΣΕΔΕ, δηλαδή η «μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό» με το μέγιστο δυνατό περιβαλλοντικό αποτέλεσμα «ώστε να συνεισφέρει στα επίπεδα μειώσεων που θεωρούνται επιστημονικώς απαραίτητα για την αποφυγή της επικίνδυνης αλλαγής του κλίματος». Υπό το πρίσμα αυτό αποτιμάται η συμβολή του ΣΕΔΕ σε περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο ενώ επιχειρείται η καταγραφή των επιμέρους προβλημάτων εναρμόνισης μεταξύ των Κρατών-μελών.
Σήμερα ένα χρόνο μετά τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η διεθνής κοινότητα τίθενται σε ισχύ (4/11/2016), αφού 79 από τα 197 συμβαλλόμενα κράτη της UNFCCC έχουν επικυρώσει τη Συμφωνία, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΕ. Με μεγάλη πλειοψηφία και διαδικασίες fast track το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρέσχε την έγκρισή του (σύμφωνη γνώμη) στην επικύρωση από το Συμβούλιο της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα, η οποία στις 7 Οκτωβρίου 2016 κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που είναι ο θεματοφύλακας της συμφωνίας του Παρισιού.
Με τον ΓΓ του ΟΗΕ Ban Ki-Moon να δηλώνει πως η συμφωνία του Παρισιού «Θα οδηγήσει στη μείωση της εκπομπής άνθρακα για μία πιο βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και στη διατήρηση της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου» και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker  να επισημαίνει ότι «Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση μετέτρεψε τις φιλοδοξίες της για το κλίμα σε δράση για το κλίμα. Η συμφωνία του Παρισιού είναι η πρώτη του είδους της και χωρίς την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είχε καταστεί δυνατή.  Σήμερα, γι’ άλλη μια φορά, πρωτοστατήσαμε και αποδείξαμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ενωμένη μπορεί να επιτυγχάνει τους στόχους της», δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε ότι η διεθνής πολιτική για το κλίμα θα αποδώσει καρπούς, με την ΕΕ να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και το ΣΕΔΕ να βρίσκει το βηματισμό του επιτελώντας ολοένα και καλύτερα το στόχο της μείωσης των εκπομπών παράλληλα με την ανάπτυξη της πράσινης τεχνολογίας και της οικονομικής αποδοτικότητας.
Αναλυτικά η μελέτη εδώ

Αγγελική Ζησιού, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
a.zisiou@gmail.com


Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2016

Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών και η αποτελεσματικότητά της
Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΜΔΕ στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ένας από τους σκοπούς του CES-DUTH Blogspot είναι η ενθάρρυνση των νέων επιστημόνων (μεταπτυχιακών φοιτητών, υποψηφίων διδακτόρων, διδακτόρων) να προβάλλουν τη δουλειά τους και πάνω από όλα να την θέσουν στην κρίση της επιστημονικής κοινότητας. Στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζουμε τη μελέτη του κ Παναγιώτη Αργαλιά, υποψήφιου Διδάκτορα της Νομικής Σχολής ΔΠΘ στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με θέμα την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών και την αποτελεσματικότητα του νέου αυτού θεσμού, που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας και αποτέλεσε μια από τις καινοτομίες της νέας Συνθήκης.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 4 Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης «πολίτες της Ένωσης, εφόσον συγκεντρωθεί αριθμός τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, υπήκοοι σημαντικού αριθμού κρατών μελών, μπορούν να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι εν λόγω πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών». Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών, έτσι, αποτελεί θεσμό πραγμάτωσης της συμμετοχικής δημοκρατίας, την οποία σέβεται και προωθεί η Ένωση, αφού κατά το άρθρο 10 παρ. 3 ΣΕΕ «κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στο δημοκρατικό βίο της Ένωσης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και εγγύτερα στους πολίτες».

Ήδη έχουν περάσει περισσότερα από 4 χρόνια από την υιοθέτηση του Κανονισμού 211/2011, ο οποίος κατ’ ουσία, θεσπίζοντας τις σχετικές λεπτομερείς ρυθμίσεις, έθεσε σε λειτουργία το νέο θεσμό. Στο διάστημα αυτό περισσότερες από 20 ΕΠΠ έχουν εκδηλωθεί, γεγονός που επιτρέπει έναν πρώτο απολογισμό και εκτίμηση της αποτελεσματικότητας    του θεσμού. Η θεματολογία των πρωτοβουλιών περιλαμβάνει θεσμικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Ωστόσο, αν και η θεματολογία είναι πλούσια, η επιτυχία των πρωτοβουλιών δεν είναι ικανοποιητική. Η μελέτη του κ Αργαλιά αφενός παρουσιάζει αναλυτικά και βήμα – βήμα τη λειτουργία (προϋποθέσεις, διαδικασία, συνέχεια) της ΕΠΠ, λειτουργώντας έτσι ως ένα χρήσιμο manual για μελλοντικές Πρωτοβουλίες και αφετέρου παρακολουθεί τις μέχρι σήμερα κατατεθείσες Πρωτοβουλίες Πολιτών, κατατάσσοντας αυτές σε επιτυχημένες και απορριφθείσες από την Επιτροπή, σε μια προσπάθεια διερεύνησης των αιτίων του μικρού αριθμού (μόλις 3) επιτυχημένων πρωτοβουλιών.

Ο κ Αργαλιάς συμπεραίνει  ότι η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία των Πολιτών, που έχει ως σκοπό  να δώσει τη δυνατότητα επηρεασμού της νομοθετικής διαδικασίας της Ένωσης από τους ευρωπαίους πολίτες, αντιπροσωπεύει το πρώτο εργαλείο άμεσης δημοκρατίας με υπερεθνική αξία, καθόσον υιοθετήθηκε από την ΕΕ ως οντότητα, ενώ αναφέρεται μόνο στο πεδίο του παράγωγου (δευτερογενούς) δικαίου της ΕΕ.  Εξάλλου, η μικρή μέχρι σήμερα αποτελεσματικότητα του θεσμού οφείλεται κατά τον συγγραφέα, μεταξύ άλλων, στα εξής: μεγάλος αριθμός ΕΠΠ έχουν απορριφθεί επειδή δεν εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, παρουσιάζονται αποκλίσεις μεταξύ των Κρατών-μελών σχετικά με τους όρους και τα προσωπικά δεδομένα που απαιτούνται για την εγκυρότητα των δηλώσεων υποστήριξης, δεν προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή μιας επιτυχημένης πρωτοβουλίας στην Επιτροπή, μετά την ολοκλήρωση της συγκέντρωσης των δηλώσεων υποστήριξης, η συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών δεν θεωρείται γενικά επαρκής ενώ παρουσιάζεται έλλειμμα ενημέρωσής τους για την ΕΠΠ και τις δυνατότητες που προσφέρει ο σχετικά νέος αυτός μηχανισμός.


Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης
Αναπληρωτής Καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com