Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Spot στην Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Spot στην Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

  CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2022

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η αξιακή ταυτότητα της ΕΕ

Μ. Δ. Χρυσομάλλη, Καθηγητή Νομικής Σχολής ΔΠΘ

(Εισήγηση στις 17ες  Διεθνολογικές Συναντήσεις Ναυπλίου, 23-25/9/2022)


Κύριε Πρόεδρε,

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Κυρίες και κύριοι,

Η αρχική μου πρόθεση ήταν να θέσω ως τίτλο σε αυτήν την εισήγηση κάτι πιο υπαινικτικό: «το κλαδί». Εξηγούμαι: παρακολουθώντας τη δημόσια συζήτηση για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία παρατήρησα ότι πολύ συχνά χρησιμοποιείται από τους φανερούς  και κρυφούς υποστηρικτές της Ρωσίας, μεταξύ των άλλων επιχειρημάτων η φράση «με τη θέση που έλαβε η ΕΕ απέναντι στη Ρωσία πριονίζει το κλαδί στο οποίο κάθεται». Εναλλακτικά, γίνεται λόγος για «αυτοκτονία της ΕΕ». Η επιχειρηματολογία αυτή εντάθηκε τελευταία έχοντας ως επίκεντρο την ενεργειακή κρίση και «τα παθήματα που μας έρχονται το χειμώνα λόγω διακοπής της παροχής ρωσικού αερίου». Σε αγαστή, ηθελημένη ή μη, συνεργασία με τη ρωσική προπαγάνδα, το αφήγημα πλέον είναι ότι «θα παγώσουμε χωρίς ρωσικό αέριο, επιμένοντας σε κυρώσεις που έτσι κι αλλιώς δε δουλεύουν». Άλλωστε, η σωστή προπαγάνδα έχει και απειλή αλλά και δήθεν έγνοια για τον αδύναμο. Η θέση αυτή, που αποσκοπεί να στρέψει την κοινή γνώμη κατά των επιλογών των κυβερνήσεων των Κρατών-μελών και της ΕΕ έτσι ώστε να πιεστούν και  να άρουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, βασίζεται στην παραδοχή ότι λόγος ύπαρξης, θεμέλιο και σκοπός της ΕΕ είναι να διασφαλίζει την διαρκή οικονομική ανάπτυξη και μέσω αυτής την ευημερία των πολιτών της. Αυτό είναι λοιπόν το κλαδί στο οποίο κάθεται η Ένωση. Έτσι πιστεύουν. Άλλωστε οι Ευρωπαίοι (βλέπε, κατά προέκταση, οι Δημοκρατίες σε σύγκριση με τα απολυταρχικά καθεστώτα) είμαστε πιο μαλθακοί και δεν αντέχουμε σε καμία έκπτωση της ποιότητας της ζωής μας. 

Από τη
ν άλλη πλευρά παρατηρεί κανείς ότι οι πρόσφατες μετρήσεις της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών είναι υπέρ της συνέχισης της υποστήριξης της Ουκρανίας, ακόμη και αν αυτό σημαίνει υψηλές τιμές ενέργειας, ακρίβεια και πληθωρισμό. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι σύμφωνα με το πολιτικό βαρόμετρο του ZDF το 70% των Γερμανών (αυτών δηλαδή που φαίνεται να θίγονται περισσότερο λόγω της μεγάλης ενεργειακής εξάρτησης της χώρας τους) τάσσεται υπέρ της συνέχισης της στήριξης της Ουκρανίας. Εξάλλου, τα αποτελέσματα έρευνας που παρουσίασε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις αρχές Σεπτεμβρίου δείχνουν ότι η υποστήριξη της Ουκρανίας παραμένει αρκετά ισχυρή, με τους περισσότερους να λένε ότι η χώρα τους κάνει το σωστό ή θα πρέπει να κάνει περισσότερα για να στηρίξει την Ουκρανία (από 64% στην Πολωνία, 66% στη Γαλλία και 76% στο ΗΒ), ενώ σχετικά λίγοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η κυβέρνησή τους κάνει πάρα πολλά για να στηρίξει την Ουκρανία (από 10% στο Ηνωμένο Βασίλειο έως 32 % στην Πολωνία). 

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι οι Ευρωπαίοι, τόσοι οι πολίτες όσο και οι κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα, αντιλαμβάνονται διαφορετικά «το κλαδί το οποίο κάθεται η Ένωση». Αυτό δεν είναι άλλο από τις αξίες της δημοκρατίας, του σεβασμού των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, του Κράτους Δικαίου κα, όπως αυτές διατυπώνονται με σαφήνεια στο άρθρο 2 της ΣΕΕ και συγκροτούν την αξιακή της ταυτότητα. Για να το πούμε διαφορετικά μόνο ο σεβασμός αυτών των αξιών τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διεθνείς σχέσεις μπορούν να εξασφαλίσουν την ειρήνη και την ευημερία στην ήπειρο. Αυτές είναι λοιπόν που απειλούνται από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, εξ ου και η έντονη στήριξη των κυρώσεων, που λαμβάνονται κατά της Ρωσίας.   

Ομολογουμένως η απάντηση της ΕΕ στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία με σκοπό να υπερασπιστεί τις δικές της αξίες και συμφέροντα ήταν άνευ προηγουμένου τόσο ως προς την ταχύτητα εκδήλωσης όσο και ως προς το εύρος της. Βέβαια, η Ένωση είναι συνηθισμένη στις κρίσεις, αφού τα τελευταία 15 χρόνια παρατηρήθηκε μια σειρά από υπαρξιακές προκλήσεις για την ΕΕ, στην αντιμετώπιση των οποίων αυτή έχει δοκιμαστεί: η ΕΕ μας είχε συνηθίσει να αργεί στην αντίδρασή της, η απάντησή της χαρακτηρίζεται πρώτα από εσωτερικές συγκρούσεις και διαφωνίες και μόνο στο σημείο έκτακτης ανάγκης από λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένες νομικές και πολιτικές λύσεις, ως αποτέλεσμα ενός επώδυνου συμβιβασμό. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις εξωτερικές υποθέσεις, όπου η Ένωση εμποδίζεται από την απαίτηση της ομοφωνίας και τη μεγάλη ποικιλία συμφερόντων των Κρατών-μελών, που επιτρέπουν σε εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες να φέρνουν τα Κράτη- μέλη εναντίον του άλλου. 

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία άλλαξε μια ευρέως διαδεδομένη υπόθεση ότι ο πόλεμος στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι παρελθόν. Σε λιγότερο από ένα μήνα και κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής των Βερσαλλιών στις 11 Μαρτίου, οι ηγέτες της ΕΕ χαρακτήρισαν την εισβολή «τεκτονική αλλαγή στην ευρωπαϊκή ιστορία». Σε απάντηση η Ένωση, λοιπόν,  έλαβε σημαντικές αποφάσεις για να αντιμετωπίσει τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας: πρωτοφανή πακέτα κυρώσεων, στρατιωτική και ανθρωπιστική βοήθεια και ενιαία διπλωματική απάντηση. Σε αυτή πρέπει να προστεθεί και η στρατιωτική βοήθεια από τα Κράτη-μέλη της ΕΕ σε διμερές επίπεδο. Μετά τη ρωσική εισβολή ταμπού πολλών δεκαετιών ξεπεράστηκαν τόσο εντός των Κρατών-μελών όσο και στο πλαίσιο της εξωτερικής δράσης της ΕΕ. Στην ουσία αυτή αναδιατύπωσε τον εαυτό της: απώλεσε την αυτοκατανόησή της και την εικόνα της ως απρόθυμου διεθνούς παράγοντα, που εστιάζει στη διπλωματία και την κανονιστική ρύθμιση, και αντ' αυτού αναδείχθηκε σε παράγοντα, που μπορεί να προστατεύσει γρήγορα και αποτελεσματικά τα στρατηγικά βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμφέροντά του. Πρόκειται για την ανάδυση ενός νέου γεωπολιτικού αυτή τη φορά ρόλου για την ΕΕ, που η σημασία του αναδεικνύεται αν συγκριθεί με την αντίδραση της Ένωσης στην προσάρτηση της Κριμαίας ή την εισβολή της Ρωσίας στην Γεωργία. Αυτή η μετατροπή της ΕΕ σε γεωπολιτικό παράγοντα, ικανό να αντιδρά και να ενεργεί για τα στρατηγικά της συμφέροντα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, έχει  μια σειρά επιπτώσεων που αναμφισβήτητα θα αλλάξουν την  Ένωση μακροπρόθεσμα. Αναμφισβήτητα, η απάντηση της ΕΕ στη ρωσική εισβολή προμηνύει ορισμένες θεμελιώδεις αλλαγές στη φύση της: 

Μια πρώτη αλλαγή αφορά τον σκοπό και τον λόγο ύπαρξης της ΕΕ. Η διατήρηση της «ειρήνης και ευημερίας», που ήταν ικανή να κινητοποιήσει τις ελίτ και τους πολίτες κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πρώτων δεκαετιών και να προσδώσει την αναγκαία νομιμοποίηση στο ενοποιητικό εγχείρημα δεν είναι πλέον αξιόπιστη. Ο πόλεμος και η φτώχεια σε ολόκληρη την ήπειρο που ήταν αδιανόητα χάρη της ΕΕ, δεν εξαρτώνται πλέον από αυτήν και την ύπαρξή της. Γιατί λοιπόν τα Κράτη-μέλη και οι πολίτες να επωμίζονται το κόστος της ένταξης στις επόμενες δεκαετίες; Τώρα μπορούμε να έχουμε μια νέα απάντηση σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα: αποστολή της ΕΕ είναι να  προστατεύει τα στρατηγικά γεωπολιτικά συμφέροντα των Κρατών-μελών και των πολιτών της είτε στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής είτε στις σχέσεις της με άλλες παγκόσμιες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από στρατιωτικές απειλές. Αναμένεται ότι η ΕΕ θα κάνει πολλά τα επόμενα χρόνια προς την κατεύθυνση της  δημιουργίας ενός νέου λόγου ύπαρξης που θα ενισχύει τη νομιμοποίησή της, διαμορφώνοντας τις εσωτερικές της δομές κατά τρόπο που θα επιτρέπει στα κράτη μέλη και στους πολίτες της να συσπειρωθούν εκ νέου γύρω της 

Αλλά ένας τέτοιος νέος λόγος ύπαρξης θα επιφέρει, αναπόφευκτα, τις αναγκαίες νομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Πέρα από τη διαφαινόμενη ανακατανομή των εξουσιών μεταξύ των θεσμικών οργάνων, η αυξημένη χρήση της εσωτερικής και εξωτερικής αιρεσιμότητας, που έρχεται να εμπλουτίσει την εργαλειοθήκη των μέσων συμμόρφωσης στους κανόνες της, η συρρίκνωση του δικαιώματος αρνησικυρίας των Κρατών-μελών σε ορισμένες πτυχές των εξωτερικών υποθέσεων σε συνδυασμό με την χρήση της διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης αλλά και η χρήση της (προσωρινής και περιορισμένης) αμοιβαιοποίησης του χρέους τόσο για την αντιμετώπιση της κρίσης όσο και για τη μόχλευση της συστημικής αλλαγής στις κοινωνίες και τις οικονομίες των Κρατών-μελών και τρίτων χωρών, είναι ορισμένες από τις επερχόμενες αλλαγές. Η υιοθέτηση του Next Generation EU με τα 750 δισεκατομμύρια ευρώ, που είναι διαθέσιμα για οικονομική ανάκαμψη μετά τον Covid-19 αλλά και το προτεινόμενο πακέτο RePower, που προορίζεται για να ενισχύσει την ενεργειακή μετάβαση της ΕΕ και την στρατιωτική της ικανότητα δείχνουν ότι οι προαναφερθείσες μεταρρυθμίσεις ως ένα βαθμό είναι ήδη παρούσες. 

Η ανάδυση της ΕΕ ως γεωπολιτικού παράγοντα, ωστόσο, συνοδεύεται και από πολλαπλές τις προκλήσεις της. Η κυριότερη μεταξύ αυτών των προκλήσεων είναι το γεγονός ότι η Ένωση αναγκάζεται να αντιμετωπίσει αμφιλεγόμενα ερωτήματα και επιλογές που προτιμούσε να αποφύγει εδώ και δεκαετίες. Οι προκλήσεις τις οποίες να αντιμετωπίσει η ΕΕ εντελώς επιγραμματικά είναι: 

1. Ασφάλεια και άμυνα, με βελτιωμένη συνεργασία ΕΕ–ΝΑΤΟ και έναν ισχυρότερο «ευρωπαϊκό στρατιωτικό πυλώνα»•

2. Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση, με νέο πακέτο ανάκαμψης και μεταρρύθμιση των δημοσιονομικών κανόνων•

3. Ενεργειακή πολιτική, με ταχεία απεξάρτηση των Κρατών-μελών από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα και εξασφάλιση ταυτόχρονα αποδεκτών τιμών ενέργειας για τους καταναλωτές και σεβασμό των κλιματικών στόχων•

4. Διεύρυνση και πολιτική γειτονίας, με επανεξέταση των στόχων τους και δημιουργία επιλογών για τις χώρες που είναι απίθανο να γίνουν μέλη της Ε.Ε στο εγγύς μέλλον; και

5. Οπισθοδρόμηση του κράτους δικαίου σε Κράτη-μέλη και διασφάλιση των αξιών της Ένωσης στο εσωτερικό της. 

Για να μπορεί όμως η Ένωση να εξελιχθεί σε ένα στρατηγικά οξυδερκή γεωπολιτικό παράγοντα και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις παραπάνω προκλήσεις θα πρέπει να απαντήσει σε ένα ερώτημα που είναι περισσότερο υπαρξιακό. Είναι δύσκολο να έχουμε μια εξωτερική στρατηγική χωρίς πρώτα να κατανοήσουμε ποια είναι η αξιακή ταυτότητα της Ένωσης: ποιες είναι οι προκλήσεις, οι στόχοι, οι ανάγκες και οι φιλοδοξίες της; Τι προστατεύει στρατηγικά η ΕΕ; Ποια θα πρέπει να είναι η αυτοκατανόηση των αξιών της;

 Όπως υποστηρίζεται μπορούμε εδώ να εντοπίσουμε μια σύγκρουση μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών οραμάτων για το τι προσπαθεί να προστατεύσει η ΕΕ μέσω του γεωπολιτικού της ρόλου:

Από τη μια πλευρά συναντά κανείς ένα όραμα, που παρουσιάζεται ως στενό, τοπικό και περιορισμένο, εστιάζοντας στον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», μια εικόνα και μια γλώσσα που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να δικαιολογήσει ή να συγκαλύψει ξενοφοβικές και επαρχιώτικες διαισθήσεις, συχνά προϊόν των ραγδαίων αλλαγών στις οποίες η ίδια η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει συμβάλει. Αυτή η σχεδόν συντηρητική άποψη της ταυτότητας της ΕΕ βλέπει τη γεωπολιτική της εμφάνιση ως αμυντικό μέσο, που θα της επιτρέπει σε τελευταία ανάλυση να περιπολεί πιο δυναμικά στα σύνορα μεταξύ «υμών» και «των άλλων».

Από την άλλη πλευρά ένα δεύτερο όραμα για την ταυτότητας τη ΕΕ είναι πιο κοσμοπολίτικο και βλέπει τη γεωπολιτική της Ένωσης ως μέσο υπεράσπισης των δημοκρατικών αξίων και αυτού που συνιστά μια αξιοπρεπή κοινωνία, η οποία  πρέπει να προστατεύεται όπου είναι δυνατόν σε συνεργασία με εταίρους που ενστερνίζονται τα ίδια ιδεώδη. 

Είναι βέβαιο ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο οραμάτων θα αναδυθεί ξανά στην επιφάνεια τα επόμενα χρόνια. Ειδικά, όταν η εξωτερική απειλή που θα αντιμετωπίσει η ΕΕ δεν θα είναι τόσο βάρβαρη όσο οι ενέργειες του Πούτιν, οι οποίες δεν αφήνουν χώρο για εσωτερική πόλωση των Κρατών-μελών ούτε για διάσπαση της δημόσιας υποστήριξης για αποφασιστική δράση.

Κυρίες και κύριοι,

Αναμφισβήτητα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θα πρέπει να ιδωθεί ως σημείο καμπής στην ιστορία της ΕΕ, αφού την ανάγκασε να στραφεί προς τα προς τα έξω και την μεταμόρφωσε σε έναν παράγοντα που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα στρατηγικά της συμφέροντα σε διαφορετικούς τομείς με τη χρήση ενός ευρέος οπλοστασίου ρυθμιστικών, πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών μέσων. Αυτό αντιπροσωπεύει μια αλλαγή στη φύση της ΕΕ, που δεν μπορεί να υποτιμηθεί, και φέρνει μαζί της πολλές ευκαιρίες, που απαιτούν μια σειρά από σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, αλλά επίσης, αναπόφευκτα, φέρνει στο προσκήνιο αμφιλεγόμενα ζητήματα που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει φροντίσει (ίσως σοφά) να αποφύγει στο παρελθόν.

Τόσο η πανδημία COVID-19 όσο και η βάρβαρη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποκάλυψαν ότι τα θεσμικά όργανα και τα Κράτη-μέλη είναι ικανά στη διαχείριση κρίσεων γρήγορα και αποφασιστικά. Αυτή η πραγματικότητα ασφαλώς αυξάνει τη νομιμοποίησή της στα μάτια των πολιτών της καθώς και των συμμάχων της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, λοιπόν, αυτή τη στιγμή της αλλαγής για να αυξήσει τη φιλοδοξία της για μεταρρυθμίσεις και για την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.


Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, 

Κοσμήτορας Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com


Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

 CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2021
ΔΙΑΛΕΞΗ ΚΡΑΤΕΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ 2021

Κρίση του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ
Μιχάλης δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Κοσμήτορας Νομικής ΔΠΘ

(Κομοτηνή Δεκέμβριος 2021)



Παρά τις επιτυχίες που παρουσίασε η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς, υιοθέτηση του Ευρώ, διαδοχικές διευρύνσεις) τις δύο τελευταίες δεκαετίες αντιμετωπίζει διαδοχικές κρίσεις. Η εικόνα που δημιουργείται είναι αυτή της Ένωσης, που έχει χάσει την ενοποιητική της ορμή, που αντιδρά με καθυστέρηση, άτολμα και κατά κανόνα αναποτελεσματικά μπροστά στις προκλήσεις των καιρών, που κινδυνεύει να εισέλθει σε τέλμα από το οποίο είχε ξεφύγει μετά το 1987 και την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα διαρκώς αυξανόμενο έλλειμμα εμπιστοσύνης των ευρωπαϊκών λαών προς το ενοποιητικό εγχείρημα, που φαίνεται να αποστερείται της εκ του αποτελέσματος νομιμοποίησης, που απολάμβανε επί σειρά ετών, ενώ ενισχύει τον ευρωσκεπτικισμό και τις φυγόκεντρες τάσεις.  Από τις κρίσεις που αντιμετώπισε η ΕΕ την τελευταία δεκαετία – κρίση χρέους Κρατών-μελών της Ευρωζώνης (2010), προσφυγική κρίση (2015), BREXIT, κρίση πανδημίας (2020) – που δοκίμασαν την αποτελεσματικότητα της και τη συνοχή της, η λιγότερο γνωστή και προβεβλημένη είναι η «κρίση Κράτους Δικαίου», στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, επιχειρώντας να αποδείξω ότι αυτή είναι η σοβαρότερη, αφού τείνει να καταστεί υπαρξιακή. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ βασίζεται «στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες». Μεταξύ των παραπάνω «συνταγματικών θεμελίων», που συγκροτούν την φιλελεύθερη αξιακή ταυτότητα της Ένωσης, κεντρική θέση κατέχει η αρχή του Κράτους Δικαίου, που λειτουργεί ως «αρχή ομπρέλα» και υποχρεώνει σε σεβασμό της τόσο τα Θεσμικά Όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και τα Κράτη-μέλη, αποκτώντας έτσι καθολικό χαρακτήρα. Σημειώνω ότι μόλις πρόσφατα (2020) εμφανίστηκε σε ενωσιακό νομικό κείμενο για πρώτη φορά ορισμός του Κράτους Δικαίου, που επί χρόνια η έννοια του θεωρούνταν αφηρημένη και ανοικτή παρά την ενσωμάτωση της στην έννομη τάξη της ΕΕ με τη νομολογία του Δικαστηρίου με την περίφημη απόφασή του στην υπόθεση των Πρασίνων το 1983. Έτσι, στο άρθρο 2 του Κανονισμού 2020/2092 ως Κράτος Δικαίου ορίζεται «η αξία της Ένωσης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία περιλαμβάνει τις εξής αρχές: νομιμότητα, που υποδηλώνει διαφανή, υπεύθυνη, δημοκρατική και πλουραλιστική διαδικασία για τη θέσπιση νόμων• ασφάλεια δικαίου• απαγόρευση της αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας• αποτελεσματική δικαστική προστασία από ανεξάρτητα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων• διάκριση των εξουσιών και ισότητα ενώπιον του νόμου».

Από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας παρουσιάστηκαν σε Κράτη-μέλη, όπως στην Ουγγαρία, στην Ρουμανία και στην Πολωνία σοβαρές αποκλίσεις από τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε λόγο για «κρίση Κράτους Δικαίου». Ο όρος απηχούσε μια αρχική αντίληψη στους κόλπους των ευρωπαϊκών θεσμών ότι πρόκειται για μια κατάσταση, που είναι σοβαρή μεν αλλά ευκαιριακή, εξαιρετική και τελικά αντιμετωπίσιμη με τα διαθέσιμα μέσα. Γρήγορα, ωστόσο, χρησιμοποιήθηκε ο όρος «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» (rule of law backsliding), ως πιο κατάλληλος για να περιγράψει το γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, της συστηματικής αποδυνάμωσης των συνταγματικών μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης (checks and balances) από μια νέα γενιά εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών, όπως ο Πούτιν, ο Ερντογάν, οι Τσάβες και Μαδούρο, ο Όρμπαν και οι αδελφοί Κατσίνσκι. Εξάλλου, ο όρος αποτυπώνει, ιδιαίτερα για το χώρο της ΕΕ, μια κατάσταση διολίσθησης χωρών, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, από το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο ίσχυε σε αυτές και αποτέλεσε προϋπόθεση για την προσχώρησή τους στην Ένωση σε αντιφιλελεύθερες μορφές διακυβέρνησης (illiberalism). Οι L. Pech και K. L. Scheppele ορίζουν την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου ως «τη διαδικασία μέσω της οποίας εκλεγμένες δημόσιες αρχές εφαρμόζουν εσκεμμένα κυβερνητικά σχέδια, που αποσκοπούν στη συστηματική αποδυνάμωση, εκμηδένιση ή έλεγχο των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας, με στόχο την απογύμνωση του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους και την εδραίωση της μακροχρόνιας κυριαρχίας του επικρατούντος κόμματος». Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κυβερνητικών σχεδίων για την αποδυνάμωση του Κράτους Δικαίου, που εκδηλώθηκαν σε Κράτη-μέλη της ΕΕ την τελευταία δεκαετία, είναι οι παρεμβάσεις στη δικαστική εξουσία, με σκοπό την επιβολή περιορισμών στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης,  στην αμεροληψία του δικαστικού σώματος, στο σύστημα του δικαστικού ελέγχου, ιδιαίτερα των συνταγματικών δικαστηρίων, όπου αυτά υφίστανται. Ελέγχοντας την δικαιοσύνη και ιδιαίτερα τα ανώτατα δικαστήρια μπορούν κατόπιν να θεσπίζουν αυταρχική νομοθεσία χωρίς να κινδυνεύουν να κριθεί αυτή ως αντισυνταγματική.
 
Η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της Ένωσης εγκυμονεί σοβαρούς πολιτικούς και νομικούς κινδύνους για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της ενωσιακής έννομης τάξης ειδικότερα. Οι πολιτικοί κίνδυνοι συνδέονται με την αποδυνάμωση της νομιμοποίησης του ενωσιακού συστήματος λήψης αποφάσεων από τη συμμετοχή σε αυτό κυβερνήσεων που δεν σέβονται τις αξίες της. Σήμερα που η Ε.Ε. και τα Θεσμικά της Όργανα καθορίζουν μέσω του ενωσιακού δικαίου τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτή εξαρτάται από αυταρχικές κυβερνήσεις, όταν αυτές καλούνται να συμπράξουν στην ενωσιακή διαδικασία λήψης αποφάσεων. Εξάλλου, ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου, ιδιαίτερα από τα Κράτη-μέλη, είναι κομβικής σημασίας, αφού «παράγει» την αναγκαία αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών και μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, στην οποία εδράζεται το νομικό ενωσιακό οικοδόμημα μετά και την εγκαθίδρυση ενός Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, που θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων. Οι δικαστικές αποφάσεις ενός Κράτους-μέλους μπορούν να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται αυτόματα σε όλα τα υπόλοιπα Κράτη-μέλη επειδή όλα αναγνωρίζουν και σέβονται τις ίδιες αξίες, όπως είναι το Κράτος Δικαίου, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Βεβαίως, η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου πέρα από τους παραπάνω σοβαρούς κινδύνους έχει και άλλες σημαντικές για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση συνέπειες: 
(α) Ο κίνδυνος διάχυσης του φαινομένου. Ήδη η Επιτροπή στην Έκθεσή της το 2020 για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου στα Κράτη-μέλη απαριθμεί εκτός από την Ουγγαρία και την Πολωνία αλλά 5 Κράτη-μέλη όπου παρουσιάζονται προβλήματα: Ρουμανία, Βουλγαρία, Σλοβακία, Κροατία και Μάλτα. 
(β) Η αμφισβήτηση της υποχρέωσης συμμόρφωσης στο ενωσιακό δίκαιο. Ο κίνδυνος της διάχυσης δεν αφορά μόνο την παραβίαση των αξιών αλλά και την τάση της Ουγγαρίας και της Πολωνίας να αρνούνται να συμμορφωθούν στο δίκαιο της Ένωσης και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες αυτό αναγνωρίζει ότι οι χώρες αυτές παραβίασαν τις υποχρεώσεις τους εκ των Συνθηκών. Έτσι, όμως, αμφισβητείται το βασικό δομικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που δεν είναι άλλο από την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών συμμόρφωσης στο ενωσιακό δίκαιο. 
(γ) Η επιμένουσα οπισθοδρόμηση Κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το Κράτος Δικαίου και την αξιακή ταυτότητά της γενικότερα θέτει προς συζήτηση τους μηχανισμούς και τις ακολουθούμενες πρακτικές διεύρυνσης της Ένωσης (κριτήρια της Κοπεγχάγης 1993), στο βαθμό που ο σεβασμός των αξιών της αποτελεί κατά το άρθρο 49 ΣΕΕ προϋπόθεση προσχώρησης νέων Κρατών-μελών. 
 
Παρά την αυξανόμενη σημασία της αρχής του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης ο έλεγχος του σεβασμού της αρχής τόσο πολιτικά όσο και δικαστικά, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» σ’ ένα Κράτος-μέλος, παρουσιάστηκε αρκετά ανεπαρκής. Κατ’ ουσία η Ένωση εμφανίστηκε εξαιρετικά αδύναμη να προστατεύσει τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως αυτές αποτυπώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, όταν αυτές παραβιάζονται συστηματικά από τα Κράτη-μέλη. 
Από τη μια πλευρά ο δικαστικός έλεγχος μέσω της προσφυγής για παράβαση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, με ευθύνη κυρίως της Επιτροπής, που κινεί κατ’ απόλυτη διακριτή ευχέρεια τη διαδικασία της προσφυγής παρουσιάστηκε περιορισμένος. Κατά την Επιτροπή, αν και δεν αμφισβητείται ο δεσμευτικός χαρακτήρας της διάταξης του άρθρου 2 ΣΕΕ και των απαριθμούμενων σε αυτό αξιών/αρχών, ο «ανοικτός» και πολυσχιδής χαρακτήρας της αρχής του Κράτους Δικαίου σε συνδυασμό με την ανάγκη ύπαρξης συγκεκριμένης παραβίασης της ενωσιακής νομοθεσίας για την ενεργοποίηση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, αποτελούν εμπόδιο στην αυτοτελή επίκληση του άρθρου 2 ΣΕΕ. Αν και σε ότι αφορά τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης η ανάγνωση αυτή μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση του Συνδικάτου των Πορτογάλων Δικαστών άλλαξε μετά το 2018, η συγκεκριμενοποίηση αυτή δεν είναι πάντα εφικτή σε όλο το εύρος των επιμέρους αρχών που συγκροτούν μια ανοικτή έννοια, όπως αυτή του Κράτους Δικαίου. Αναμφίβολα η ανωτέρω απόφαση του ΔΕΕ αποτελεί μια σημαντική συμβολή του δικαστικού οργάνου της Ένωσης  στην αντιμετώπιση της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της Ένωσης, ερχόμενη, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει τους μηχανισμούς συμμόρφωσης εντός του νομικού πλαισίου των Συνθηκών. Αν δε ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που ακολούθησαν στην περίπτωση της Πολωνίας φαίνεται να επιβεβαιώνεται η θέση που είχε διατυπωθεί εξ αρχής ότι η εν λόγω απόφαση είναι σε ότι αφορά το σεβασμό του Κράτους Δικαίου η σημαντικότερη απόφαση του Δικαστηρίου μετά το 1986 και την απόφασή του στην υπόθεση των Πρασίνων. Ωστόσο, όπως παρατηρείται, η διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή στην περίπτωση της Ουγγαρίας, «αν και μπορεί να προσφέρει ορισμένες σημαντικές νομικές νίκες, τελικά, δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει ευρύτερα θεσμικά θέματα, που απειλούν τα ίδια τα θεμέλια του κράτους δικαίου και των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας». 

Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, εξάλλου, τίθεται και ζήτημα αποτελεσματικότητας της διαδικασίας της προσφυγής για παράβαση. Αυτό φαίνεται ανάγλυφα στις περιπτώσεις της καταδίκης για τη μη συμμόρφωση της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχίας στο σύστημα μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο από την Ιταλία και την Ελλάδα, που αποφάσισε το Συμβούλιο το 2015 αλλά και στην καταδίκη της Ουγγαρίας για τα μέτρα που έλαβε εναντίον του Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης. Οι καταδίκες αυτές δημιούργησαν μια γλυκόπικρη γεύση και χαρακτηρίστηκαν ως «πύρρειος νίκη», αφού οι καταδικαστικές αποφάσεις ήρθαν με μεγάλη καθυστέρηση και όταν η ζημιά είχε γίνει. Έτσι, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν εμπόδισαν ούτε την κατάρρευση του συστήματος μετεγκατάστασης ούτε τελικά την αποχώρηση Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης από την Ουγγαρία. Οι εξελίξεις αυτές θέτουν το γενικότερο ζήτημα για το κατά πόσο η προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που αποδείχτηκε εξαιρετικά αποτελεσματική για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, μπορεί να αποβεί εξίσου χρήσιμη όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» κατά του Κράτους Δικαίου. 

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η αοριστία των εννοιών που συγκροτούν την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης και ο ανοικτός και πολυσχιδής τους χαρακτήρας σε συνδυασμό με έως πρόσφατα έλλειψη προσπάθειας συγκεκριμενοποίησης, εκτός του ότι δημιουργεί προβλήματα στην επικλησιμότητα των αξιών αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου, προάγει την ερμηνευτική αμφισημία και επιτρέπει σε ηγέτες σαν τον Όρμπαν να ισχυρίζονται ότι συμμορφώνονται πλήρως με τις αξίες της Ένωσης. Έτσι αυτός δηλώνει ότι είναι ο «αληθινός ευρωπαίος» και ότι οι πολιτικές του αντικατοπτρίζουν τις ρίζες της ΕΕ και αποσκοπούν στην ενίσχυση του ευρωπαϊκού σχεδίου, ενώ κατηγορούμενος για αντισημιτισμό και ξενοφοβία, που χρηματοδοτείται από το Κράτος, δεν διστάζει να ισχυριστεί ότι  η αντι-μετανάστευση πολιτική του είναι «πλήρως εναρμονισμένη με τις βασικές αξίες της Ευρώπης και τις προθέσεις των ιδρυτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και ότι η «ευρωπαϊκή χριστιανική δημοκρατική προσέγγιση», επιπλέον, «δεν ανέχεται οποιαδήποτε αντι-μουσουλμανική πολιτική».  Από εκεί και πέρα στη ρητορική του για να δικαιολογήσει τις όποιες αποκλίσεις αντλεί επιχειρήματα από την ίδια τη Συνθήκη αναφερόμενος στις αρχές της εθνικής κυριαρχίας, της επικουρικότητας και του σεβασμού της εθνικής και συνταγματικής ταυτότητας των Κρατών-μελών. 

Από την άλλη πλευρά οι μηχανισμοί του άρθρου 7 ΣΕΕ, που προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων σε Κράτη-μέλη όταν δεν σέβονται τις αξίες της (όχι πάντως αποπομπή άλλα αναστολή δικαιωμάτων) παρουσιάζονται, όπως προαναφέρθηκε, παντελώς αναποτελεσματικοί. Ο κατασταλτικός μηχανισμός του άρθρο 7 παρ. 2 ΣΕΕ, που ονομάστηκε και «πυρηνικό όπλο» ουδέποτε τέθηκε σε εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν περιπτώσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο προσφυγής στη διάταξη. Είναι βεβαίως η παραλυτική απαίτηση ομοφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και διαρκούς παραβίασης, αν και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της διαδικασίας, που επιτρέπει πολιτική διαχείριση της κρίσης και συμφωνίες μεταξύ των Κρατών-μελών «πίσω από τις κουρτίνες». Με μεγάλη δε καθυστέρηση επιχειρήθηκε με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η ενεργοποίηση για την περίπτωση της Ουγγαρίας του προληπτικού του άρθρου 7 παρ. 1 ΣΕΕ. Πραγματικά με Ψήφισμα της 12ης Σεπτεμβρίου του 2018 το Κοινοβούλιο υιοθετώντας σχετική πρόταση Ψηφίσματος αποφάσισε να απευθύνει αιτιολογημένη πρόταση στο Συμβούλιο, το οποίο καλείται να διαπιστώσει σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 ΣΕΕ αν υπάρχει σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ από την Ουγγαρία και να της απευθύνει κατάλληλες συστάσεις. Το Ψήφισμα εγκρίθηκε με 448 ψήφους υπέρ και 197 ψήφους κατά, ενώ 48 ευρωβουλευτές απείχαν της ψηφοφορίας. Η Ουγγρική κυβέρνηση προσέβαλε  ανεπιτυχώς με προσφυγή ακυρώσεως το εν λόγω Ψήφισμα στο Δικαστήριο. Είναι εντυπωσιακό ότι τρία χρόνια μετά το Συμβούλιο δεν πήρε θέση επί της αιτιολογημένης προτάσεως του Κοινοβουλίου (και της αντίστοιχης της Επιτροπής για την Πολωνία), γεγονός που έχει εγείρει τις διαμαρτυρίες του Κοινοβουλίου με Ψήφισμα της 16ης Ιανουαρίου 2020.

Οι ανεπάρκειες των μηχανισμών της Ένωσης για τη διασφάλιση των αξιών της έδωσαν το έναυσμα για μια εκτεταμένη συζήτηση κυρίως στην επιστημονική κοινότητα, στο πλαίσιο του οποίου κατατέθηκαν και υποστηρίχθηκαν μεγάλος αριθμός προτάσεων για την ενίσχυση των ενωσιακών μηχανισμών διασφάλισης της αξιακής ταυτότητας της Ένωσης στα Κράτη-μέλη. Η εξαντλητική απαρίθμηση και συζήτηση των παραπάνω προτάσεων ξεφεύγει από τα όρια αυτής της εισήγησης. Θα πρέπει, πάντως, να τονισθεί ότι η πλειοψηφία των παραπάνω προτάσεων απαιτεί τροποποίηση των Συνθηκών (πχ η αποπομπή Κράτους-μέλους), κάτι που στην παρούσα συγκυρία δεν αποτελεί ένα ρεαλιστικό εγχείρημα. Έτσι, ιδιαίτερη αξία απέκτησαν οι προτάσεις εκείνες σύμφωνα με τις οποίες οι δυνατότητες των Συνθηκών δεν έχουν εξαντληθεί και ότι υπάρχουν διατάξεις στις οποίες αφενός η Επιτροπή θα μπορούσε να καταφύγει συνδυάζοντας αυτές με το άρθρο 2 ΣΕΕ για την άσκηση προσφυγών κατά Κρατών-μελών και αφετέρου επιτρέπουν την υιοθέτηση μηχανισμών προστασίας των αξιών της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη αξία αποκτά η καθιέρωση με τον Κανονισμό 2020/2092  μηχανισμού αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα Κράτη-μέλη. O όρος αιρεσιμότητα (conditionality) «αναφέρεται στην υιοθέτηση μιας καθορισμένης συμπεριφοράς από τις κυβερνήσεις ή τους ιδιωτικούς φορείς, επειδή η εν λόγω συμπεριφορά αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ένα υποσχόμενο όφελος από την ΕΕ».

Η ιδέα της σύνδεσης του σεβασμού των απαιτήσεων του Κράτους Δικαίου με τα Ευρωπαϊκά Ταμεία διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 2017, όταν έγινε φανερό ότι δεν μπορούσε να ανακοπεί η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου με τα προβλεπόμενα από τη Συνθήκη μέσα και ιδιαίτερα με το άρθρο 7 ΣΕΕ. Δεν ήταν λίγες οι φωνές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που τόνιζαν ότι δεν μπορεί τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογούμενων να χρηματοδοτούν αυταρχικούς και ευρωσκεπτικιστές ηγέτες. Η ιδέα αναπτύχθηκε περαιτέρω και υποστηρίχθηκε από θεωρητικές συμβολές, που τόνισαν την ανάγκη υιοθέτησης ισχυρής αιρεσιμότητας Κράτους Δικαίου στον ενωσιακό προϋπολογισμό. Μια τέτοια αιρεσιμότητα δικαιολογείται από το γεγονός ότι ενωσιακή (οικονομική) αλληλεγγύη, που εκδηλώνεται μέσα από τον προϋπολογισμό, βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών μελών, που με τη σειρά της οικοδομείται πάνω στο σεβασμό των αξιών της Ένωσης. Έτσι, κάθε φορά που η αμοιβαία εμπιστοσύνη αμφισβητείται, λόγω παραβιάσεων της αξιακής ταυτότητας της Ένωσης από Κράτη-μέλη, δικαιολογείται η διακοπή της εκδήλωσης της αλληλεγγύης προς το υπεύθυνο Κράτος-μέλος. Η θέση αυτή ενισχύονταν από το γεγονός ότι οι αυταρχικές κυβερνήσεις στην ΕΕ, όπως αυτές της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, είναι οι κύριοι αποδέκτες των κονδυλίων της ΕΕ (καθαροί λήπτες), με αποτέλεσμα η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση να καθίσταται ένα από τα βασικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις αυτές για την διαιώνιση της εξουσίας τους. Παράλληλα, ελλείψεις στους μηχανισμούς του Κράτους Δικαίου σε αυτά τα Κράτη κάνουν δύσκολη την ανάκτηση κονδυλίων της Ένωσης, όταν διαπιστώνονται παρατυπίες από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανά της (OLAF, Ελεγκτικό Συνέδριο).

Κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων για το νέο ΠΔΠ 2021 – 2027 η Επιτροπή στις 2 Μαΐου 2018 με σχετική της Ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έθεσε το ζήτημα τονίζοντας ότι την ανάγκη «προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ από χρηματοοικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με γενικευμένες ελλείψεις όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη. Αν οι ελλείψεις αυτές θίγουν ή απειλούν να θίξουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να καθοριστούν οι συνέπειες για την ενωσιακή χρηματοδότηση». Την ίδια ημέρα η Επιτροπή κατέθεσε πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη. Η πρόταση με νομική βάση το άρθρο 322 παρ. 1, στ. α ΣΛΕΕ (λήψη μέτρων σχετικών με τη δημοσιονομική διαχείριση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ) αποσκοπούσε στην ενίσχυση της προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ από χρηματοοικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με «γενικευμένες ελλείψεις» του Κράτους Δικαίου στα Κράτη-μέλη. Αν οι ελλείψεις αυτές θίγουν ή απειλούν να θίξουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα να καθοριστούν οι συνέπειες για την ενωσιακή χρηματοδότηση. Τα μέτρα που λαμβάνονται θα πρέπει να είναι αναλογικά προς τη φύση, τη σοβαρότητα και την έκταση των γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το Κράτος Δικαίου. Τα μέτρα αυτά δεν θίγουν τις υποχρεώσεις των Κρατών-μελών ως προς τους τελικούς δικαιούχους. Η λήψη της απόφασης ως προς το εάν μια γενικευμένη έλλειψη Κράτους Δικαίου εγκυμονεί κινδύνους επηρεασμού των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ προτείνεται από την Επιτροπή και εγκρίνεται από το Συμβούλιο με αντίστροφη ειδική πλειοψηφία. Το ενδιαφερόμενο Κράτος-μέλος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκθέσει τη συλλογιστική του πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. 
Ακολουθώντας τη συνήθη νομοθετική διαδικασία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά τη γνωμοδότηση  του Ελεγκτικού Συνεδρίου, υιοθέτησε στις 4 Απριλίου 2019  Ψήφισμα νομοθετικού περιεχομένου σε πρώτη ανάγνωση, που τροποποιούσε την πρόταση της Επιτροπής ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον προσδιορισμό των περιπτώσεων που συνιστούν «γενικευμένες ελλείψεις» όσον αφορά το Κράτος Δικαίου και επηρεάζουν ή κινδυνεύουν να επηρεάσουν τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Οι τροποποιήσεις έγιναν δεκτές από την Επιτροπή. 
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 2019 η νομοθετική διαδικασία λίμνασε, αφού το Συμβούλιο εμφανίστηκε διστακτικό στην ψήφιση του Κανονισμού. Σε αντίθεση με μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, οι αντιδράσεις δεν περιορίζονταν μόνο στην Ουγγαρία και την Πολωνία. Πολλές άλλες κυβερνήσεις ιδιαίτερα αυτές με προβλήματα κράτους δικαίου, που ήταν αρχικά αντίθετες στην ιδέα της υιοθέτηση μηχανισμού αιρεσιμότητας και στην πάροδο του χρόνου  άλλαξαν στάση, αντιτάσσονταν στην ισχυροποίηση του ρόλου της Επιτροπής και στην αναγνώριση μεγάλης διακριτικής ευχέρειας υπέρ της, φοβούμενα ότι κάποια μέρα μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους. Υπό αυτές τις συνθήκες θα ήταν δύσκολο να γίνει δεκτή, όπως είχε διατυπωθεί αρχικά η πρόταση της Επιτροπής, από το Συμβούλιο, ιδιαίτερα  η αντίστροφη ειδική πλειοψηφία ως κανόνας στη λήψη των αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά και η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου δεν έβλεπε με καλό μάτι την υιοθέτηση του μηχανισμού, θεωρώντας ότι η οποιαδήποτε παράκαμψη του άρθρου 7 ΣΕΕ θέτει ζητήματα νομιμότητας του προτεινόμενου Κανονισμού. 

Σημείο καμπής αποτέλεσε η έκρηξη της πανδημίας COVID-19 και η ανάγκη μιας «ολοκληρωμένης, τολμηρής και διατηρήσιμης» αντίδρασης της Ένωσης στην κρίση. Έτσι, στο ιστορικό  Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουλίου 2020 επήλθε πολιτική συμφωνία μεταξύ των Κρατών-μελών για την υιοθέτηση του ΠΔΠ  2021 – 2027, την δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης (γνωστού ως New Generation EU – NGEU) και την αύξηση των ιδίων πόρων της ΕΕ. Το συνολικό «πακέτο» που αποφασίστηκε ανήλθε σε 1,8 τρις ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πιεζόμενο από την ομάδα των Καρτών-μελών που είναι γνωστή ως «Frugal Four» (την Αυστρία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και τη Δανία) που είναι καθαροί δότες του προϋπολογισμού, τοποθετήθηκε υπέρ της ταυτόχρονης θέσπισης ενός καθεστώτος αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού και του NGEU και προδιέγραψε και τη λειτουργία του, τονίζοντας ότι η Επιτροπή θα μπορεί να προτείνει μέτρα σε περίπτωση παραβάσεων του Κράτους Δικαίου, που θα εγκρίνονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία. Αν και το «πακέτο ανάκαμψης» συμφωνήθηκε πολιτικά τον Ιούλιο, η θέσπιση των αναγκαίων νομικών πράξεων καθυστέρησε λόγω της εκκρεμότητας στη διαμόρφωση του Κανονισμού για την αιρεσιμότητα του Κράτους Δικαίου, που θεωρήθηκε προϋπόθεση για την έγκριση των υπολοίπων πράξεων. Έχοντας την πολιτική ώθηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου η Γερμανική Προεδρία από το Σεπτέμβριο 2020 ξεκίνησε εντατικές διαβουλεύσεις αρχικά στο Συμβούλιο και κατόπιν μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής που κατέληξαν σε ένα οριστικό νομοθετικό σχέδιο στις 5 Νοεμβρίου 2020.  Το τελικό κείμενο περιείχε 3 σημαντικές αποκλίσεις από την αρχική πρόταση της Επιτροπής: 
Πρώτον, άλλαξε το εύρος της προστασίας. Έτσι ενώ η πρόταση της Επιτροπής αποσκοπούσε στην προστασία του Κράτους Δικαίου, με την πίεση του κινδύνου διακοπής της ενωσιακής χρηματοδότησης, το κείμενο που υιοθετήθηκε περιορίζει την εφαρμογή του μηχανισμού μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι παραβιάσεις του Κράτους  Δικαίου «επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» και μάλιστα «κατά τρόπο επαρκώς άμεσο». Έτσι. Ο μηχανισμός αποκτά επικουρικό χαρακτήρα με τις εντελώς αναποτελεσματικές διαδικασίες του άρθρου 7 ΣΕΕ, αφού κάθε σημαντική παραβίαση του Κράτους Δικαίου δεν οδηγεί αυτόματα στη λήψη μέτρων, ενώ καθίσταται εξαιρετικά δύσκολή η απόδειξη του αναγκαίου στενού συνδέσμου παραβιάσεων του  Κράτους Δικαίου με την χρηστή οικονομική διαχείριση του προϋπολογισμού.
Δεύτερον, αντί της αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας που πρότεινε η Επιτροπή και συμφωνούσε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με την οποία «η πρόταση της Επιτροπής για την λήψη μέτρων θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο, εκτός εάν αυτό αποφασίσει, με ειδική πλειοψηφία, να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής εντός ενός μήνα από την έγκρισή της από την Επιτροπή», επιβλήθηκε η ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο κάτι που κάνει ευκολότερο το μπλοκάρισμα της απόφασης από τα ενδιαφερόμενα Κράτη-μέλη με τα συγκρότηση blocking minority, ενώ η Επιτροπή για να μπορέσει να περάσει την πρότασή της για την λήψη μέτρων θα πρέπει να συγκεντρώσει υπέρ της την ειδική πλειοψηφία.
Τρίτον, προβλέπεται ρήτρα εφεδρικής τροχοπέδης, σύμφωνα  με την οποία αναγνωρίζεται η δυνατότητα του Κράτους-μέλους κατά του οποίου απειλείται η λήψη μέτρων, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να φέρει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που πρέπει να συζητήσει το θέμα κατά κανόνα εντός τριών μηνών από την υποβολή της πρότασης της Επιτροπής στο Συμβούλιο. Στο διάστημα αυτό δεν λαμβάνεται καμία απόφαση από το Συμβούλιο σχετικά με τα μέτρα. Η ρήτρα προσθέτει μια ακόμη καθυστέρηση της λήψης μέτρων και επεκτείνει την προθεσμία που έχει το Συμβούλιο για να αποφασίσει τη λήψη μέτρων από τον ένα μήνα κατά την πρόταση της Επιτροπής στους έξι. 

Όταν έγινε φανερό ότι επίκειται η υιοθέτηση ενός μηχανισμού αιρεσιμότητας Κράτους Δικαίου, η Πολωνία και η Ουγγαρία, χώρες που από την αρχή αντιτάχθηκαν σε μια τέτοια προοπτική και κατά γενική ομολογία η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σ’ αυτές είναι έκδηλη, απείλησαν με κοινή τους δήλωση να «μπλοκάρουν» την υιοθέτηση του νέου ΠΔΠ και της Απόφασης για τους ίδιους πόρους σε περίπτωση θέσπιση του Κανονισμού αιρεσιμότητας. Η διαπραγματευτική θέση των δύο χωρών παρουσιάζονταν ισχυρή ώστε να μπορούν να εκβιάσουν, αφού, ενώ ο μεν Κανονισμός αιρεσιμότητας μπορούσε να ψηφιστεί από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, ο Κανονισμός για το νέο ΠΔΠ θα έπρεπε κατά το άρθρο 312 ΣΛΕΕ να ψηφιστεί με ομοφωνία και η Απόφαση για τους ίδιους πόρους για να τεθεί σε ισχύ θα έπρεπε να επικυρωθεί από όλα τα Κράτη-μέλη κατά τους συνταγματικούς τους κανόνες. Χρειάστηκε μια νέα σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που στις 10 – 11 Δεκεμβρίου 2020, για να αρθεί το αδιέξοδο, κατέληξε σε μια «ερμηνευτική δήλωση σχετικά με τον νέο μηχανισμό κράτους δικαίου», που στην ουσία ανέστειλε την εφαρμογή του Κανονισμού αιρεσιμότητας πριν καν αυτός θεσπιστεί (!). Συγκεκριμένα δέσμευσε την Επιτροπή να μην εφαρμόσει τον Κανονισμό, όπως κανονικά έπρεπε από 1 Ιανουαρίου 2021, μέχρι να αποφασίσει το Δικαστήριο επί της προσφυγής ακυρώσεως που θα κατέθεταν η Ουγγαρία και η Πολωνία (την οποία και προανήγγειλε) και αφού η Επιτροπή εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του Κανονισμού (κάτι που δεν προβλέπεται στον Κανονισμό), που θα οριστικοποιηθούν όμως μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, ώστε να ενσωματωθούν όλα τα σχετικά στοιχεία που θα προκύψουν από την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου. Η λύση αυτή, που δέχτηκε σφοδρή κριτική, αφού εγείρει σοβαρά νομικά και πολιτικά ζητήματα για το ρόλο και τις εξουσίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, επέτρεψε την άρση του veto των δύο χωρών και την υιοθέτηση του Κανονισμού 2020/2092 για την αιρεσιμότητα από το Συμβούλιο (14.12.2020) με μειοψηφία της Πολωνίας και της Ουγγαρίας και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (16.12.2020).  

Όσα διαδραματίστηκαν στο τέλος του 2020 κατά την υιοθέτηση του μηχανισμού, στον οποίο πολλοί είχαν εναποθέσει ελπίδες για την αντιμετώπιση της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου αποτελούν, για άλλους δείγμα πολιτικού ρεαλισμού και αναγκαίων συμβιβασμών έτσι ώστε να μπορέσουν να ξεμπλοκαριστεί η ψήφιση  του ΠΔΠ και του Ταμείου Εξυγίανσης – είναι γνώστη η ρήση της Καγκελαρίου Μέρκελ, που είχε την ευθύνη του τελικού συμβιβασμού «για να προστατεύσουμε τους πόρους της Ένωσης….πρέπει να υπάρχουν πόροι», ενώ για άλλους δείγμα της διστακτικότητας και της αμφισημίας πολλών Κρατών-μελών  απέναντι στο καθεστώς Όρμπαν, που κινείται στη γκρίζα ζώνη μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας. Για πολλούς οι αποφάσεις που λήφθηκαν δίνουν την δυνατότητα στον Όρμπαν να πάει στις εκλογές του Ιουνίου 2022 χωρίς να κινδυνεύει να στερηθεί της ενωσιασκής χρηματοδότησης, που είναι αναγκαία για την διαιώνιση του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε.  
Είναι φανερό ότι ο Βίκτωρ Όρμπαν και το Fidesz επί σειρά ετών απολαμβάνει ασυλίας στο πλαίσιο του συστήματος της ΕΕ. Ισχυρή προστασία από την κριτική του προσφέρει η συμμετοχή του στο ΕΛΚ, που μόλις το 2019 ανέστειλε την ιδιότητα μέλους του Fidesz, χωρίς να τολμήσει να το αποπέμψει από τους κόλπους του. Είναι ενδεικτικό ότι η υιοθέτηση του Ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ενεργοποίηση του άρθρου 7 παρ.1 ΣΕΕ έγινε τελικά εφικτή μόνο όταν ένα μέρος των ευρωβουλευτών προερχομένων από το ΕΛΚ ψήφισαν υπέρ του Ψηφίσματος, θεωρώντας ότι εξαντλείται η υπομονή τους απέναντι στο καθεστώς Όρμπαν ιδιαίτερα μετά τα μέτρα που ελήφθησαν κατά του Πανεπιστημίου της Κεντρικής Ευρώπης. Έτσι, το ερώτημα που τίθεται είναι αν το ζήτημα της αντιμετώπισης της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ είναι νομικό και θεσμικό (υπό την έννοια της ανεπάρκειας των μηχανισμών διασφάλισης και της ανάγκης δημιουργίας νέων) ή μήπως τελικά είναι πολιτικό (υπό την έννοια έλλειψης ισχυρής πολιτικής βούλησης εκ μέρους των Κρατών-μελών).  Δεν σας κρύβω ότι τείνω να αποδεχτώ την δεύτερη θέση, μετά και τις τελευταίες εξελίξεις.

Συμπερασματικά, 

(α) Η «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» σε Κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη κρίση του συστήματος της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης αλλά μία κατάσταση που τείνει να θέσει σε αμφιβολία την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ως μιας «διαρκώς στενότερης ένωσης των ευρωπαϊκών λαών», βασισμένης στις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στο επίκεντρο των οποίων τοποθετείται η αρχή του Κράτους Δικαίου. Σήμερα η Ένωση βρίσκεται ενώπιον του υπαρκτού κινδύνου να έχει στους κόλπους της ένα ή περισσότερα αντιφιλελεύθερα (illiberal) Κράτη-μέλη. Ο κίνδυνος όμως αυτός δύσκολα αντιμετωπίζεται, αφού στο «ενωσιακό συνταγματικό σύστημα» χαρακτηρίζεται από μια «κανονιστική ασυμμετρία». Αφού, η υποχρέωση σεβασμού των αρχών που συγκροτούν κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης δεν συνοδεύονται από μια αποτελεσματική «εργαλειοθήκη» μηχανισμών διασφάλισης.

(β) Παρά την ομολογουμένως εξαιρετικά σημαντική συμβολή του Δικαστηρίου στη διασφάλιση του Κράτους Δικαίου, κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη αφού σε «ατελή συνταγματικά συστήματα», όπως αυτό της Ένωσης, ο ρόλος που καλούνται να διαδραματίσουν τα δικαστήρια είναι κατά κανόνα υπερτονισμένος, αυτό δεν μπορεί να απαντήσει, ως εκ της φύσεως του, στο θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα: η αντιμετώπιση της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου στην Ένωση απαιτεί μεταρρύθμιση των μηχανισμών συμμόρφωσης των Κρατών-μελών ή απαιτεί την μεταρρύθμιση της ίδιας της Ένωσης στο σύνολό της; 
Κρίνοντας δε παραπάνω ότι το ζήτημα είναι περισσότερο πολιτικό παρά νομικό και θεσμικό πιστεύω ότι αυτό που πρέπει να αλλάξει πρωτίστως είναι η σταθερή επιλογή, μεταξύ της ενσωμάτωσης, δηλαδή της εμβάθυνσης της ολοκλήρωσης, και της διεύρυνσης υπέρ της δεύτερης, αφού στο DNA της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι η αγορά. Έτσι, η διεύρυνση της αγοράς καταντά αυτοσκοπός, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για την καταλληλόλητα των νέων Κρατών-μελών.       
(γ) Η οποιαδήποτε ανοχή απέναντι σε αυταρχικές κυβερνήσεις εντός της ΕΕ, εκτός από την υπονόμευση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών-μελών και της αναγκαίας της νομιμοποίησης του συστήματος λήψης αποφάσεων εγκυμονεί τον κίνδυνο διάχυσης. Όπως παρατηρεί ο R. D. Kelemen, «η αποδοχή μιας αυταρχικής κυβέρνησης στην ΕΕ είναι σαν να αφήνεις μια τουαλέτα σε μια πισίνα. Τελικά η βρωμιά θα μολύνει ολόκληρη την πισίνα». 

(δ) Η κρίση αξιών στους κόλπους της Ένωσης τείνει, τελικά, να εξελιχθεί σε υπαρξιακό ζήτημα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφού σε τελευταία ανάλυση, θέτει σε αμφισβήτηση την δομική επιλογή των «πατέρων των Συνθηκών» για την «δια του δικαίου ολοκλήρωση».   Για να το θέσουμε διαφορετικά η Ευρωπαϊκή Ένωση ή θα είναι δημοκρατική ή θα τεθεί σε αμφισβήτηση η ύπαρξή της. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Έδρα Jean Monnet 
Κοσμήτορας Νομικής Σχολής ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com



Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2019
Δημοκρατία και κράτος δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Αστέρη Πλιάκου, καθηγητή Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

(δημοσιεύτηκε στις 9/7/2019 στο Capital.gr)

Η δυστοκία στον ορισμό Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως και επιβολής κυρώσεων στην Πολωνία για την παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών, αναδεικνύει την ελλειπτική θεσμογένεση της Ένωσης, η οποία, παρ’ όλη την εντυπωσιακή πορεία οικοδόμησής της, ως μιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας, εξακολουθεί να είναι δέσμια των κρατών - μελών της. 

Αποτελεί αναμφισβήτητη πραγματικότητα ότι, καίτοι η Συνθήκη της Λισαβόνας, σε συνέχεια της Συνθήκης για την εκπόνηση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος, έθεσε σαφέστερα τις βάσεις μετατροπής της Ένωσης σε μια δημοκρατική Ένωση δικαίου, με την  υιοθέτηση σπουδαίων μεταρρυθμιστικών αλλαγών, όπως της καθιέρωσης ευρωπαϊκών αξιών και δεσμευτικότητας του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, η λογική της Ευρώπης των κρατών αντιστέκεται, θέτει εμπόδια, εκμεταλλεύεται τα ρυθμιστικά κενά, επιχειρεί να αλλοιώσει το ενωσιακό πνεύμα. 

Το παράδειγμα αδυναμίας ορισμού Προέδρου της Επιτροπής, το οποίο και κατά τον ορισμό του νυν Προέδρου κ. Γιούνκερ είχε εκδηλωθεί με το Ηνωμένο Βασίλειο να εκδηλώνει την απροθυμία του λόγω των υπερβολικών ομοσπονδιακών απόψεων του, εμφανίστηκε και πάλι προ ημερών, αυτή τη φορά με αντίστροφη επιχειρηματολογία, όσον αφορά τον νέο πρόεδρο της Επιτροπής. Ωστόσο, η Συνθήκη είναι σαφής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει να λάβει υπόψη του τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Διαφορετικά, η οικοδόμηση μιας υπερεθνικής δημοκρατίας πλήττεται δεινώς, αφού στέλνεται ένα απογοητευτικό μήνυμα στους πολίτες της Ένωσης, η θέληση των οποίων αγνοείται με καταλυτικές συνέπειες για τη συμμετοχή τους στα ενωσιακά δρώμενα και επομένως για τη νομιμοποίηση των θεσμών.  

Αυτή η θεσμική διελκυστίνδα εκδηλώνεται και στην αδυναμία του Συμβουλίου να αποφασίσει για την παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών από την Πολωνία και την Ουγγαρία, λόγω ελλείψεως της πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων των μελών του. Ωστόσο, με όλα τα κοινώς αποδεκτά κριτήρια αξιολόγησης των μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται στις χώρες αυτές, το συμπέρασμα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας: πρόκειται για μια επιχείρηση άλωσης του κράτους δικαίου και υπαγωγής ιδίως της δικαστικής εξουσίας στη σκοπιμότητα των κρατικών οργάνων. Όσο και να επικαλούνται οι δύο αυτές χώρες την εθνική δημοκρατική αρχή, υπό την έννοια ότι οι εθνικές εκλογές δεν αποδοκίμασαν τους "μεταρρυθμιστές" του δικαιοδοτικού συστήματος, η αλήθεια όπως πάντα είναι απλή και τους τη θύμισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην πρόσφατη απόφασή του της 24.6.2019. 

Πράγματι, το σύνολο των κρατών-μελών, διαχρονικά, διάφανα και δημοκρατικά αποφάσισαν, όχι άπαξ αλλά σε βάθος πολλών δεκαετιών, να δημιουργήσουν μια νέα υπερεθνική συνταγματική τάξη, όχι μόνο "κατ’ εικόνα και ομοίωση" των εθνικών, αλλά και εμπλουτισμένη με τις καλύτερες ευρωπαϊκές παραδόσεις, στο επίκεντρο της οποίας θα είναι ο σεβασμός και η προαγωγή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της αρχής του κράτους δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Μάλιστα, τόνισαν ότι οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη-μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. 

Επομένως, μεταρρυθμίσεις που αποβλέπουν στην αποβολή από το δικαστικό σώμα δικαστών μη αρεστών στην εκάστοτε εκτελεστική εξουσία, όπως και η θεσμική δυνατότητα της τελευταίας να επηρεάζει την ανεξάρτητη λειτουργία των Εισαγγελέων, είναι ασυμβίβαστες με την αρχή του κράτους δικαίου και εκείνης της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της πρώτης. Η κατάργηση των επίμαχων μεταρρυθμίσεων στην Πολωνία αποτελεί νίκη των ευρωπαϊκών αξιών και των ενωσιακών θεσμών. 

Απολογιστικά, δεν μπορούμε παρά να ευγνωμονούμε τη θεσμική ιδιοφυΐα των αρχικών ιδρυτών των ευρωπαϊκών συνθηκών, οι οποίοι φρόντισαν, ήδη από το 1952, να εντάξουν στο πολιτικό κοινοτικό σύστημα το δικαστήριο, κατανοώντας ότι μόνο έτσι οι διακρατικές διενέξεις δεν θα μπορέσουν να δηλητηριάζουν τους λαούς και να χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα άλλων σκοπιμοτήτων των κρατούντων. Δυστυχώς, η Ιστορία έχει αποδείξει ότι η Ευρώπη των κρατών είναι επιρρεπής σε συγκρούσεις και πολέμους, τις περισσότερες φορές με την επίκληση της προστασίας των λαών τους. 

Στην Ευρώπη αυτή, πρέπει να αντιταχθεί η Ευρώπη των πολιτών και των κρατών που σέβονται τις αξίες τους. Αποτελεί ευτύχημα ότι οι πρόσφατες ευρωεκλογές περιόρισαν τους κινδύνους από την αναβίωση και επέκταση του ακραίων ιδεολογιών που μόνο δεινά προκάλεσαν στους λαούς της Ευρώπης. Θα ήταν επομένως εκκωφαντικά παράταιρο να αγνοηθεί η βούληση που εκδηλώθηκε με τις Ευρωεκλογές, όπως βέβαια και να επιτραπεί σε ορισμένα κράτη μέλη να ενεργούν πρόδηλα και κυνικά σε βάρος των ευρωπαϊκών αξιών.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 4/2018
Πόσο V. Orbán είσαι; 
Ο "οδικός χάρτης" για την εγκαθίδρυση ανελευθερων καθεστώτων
Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Αν. Καθηγητή, Νομική Σχολή ΔΠΘ

                                                  «We are parting ways with western European dogmas,
                                                   making ourselves independent from them … We have
                                                   to abandon liberal methods and principles of organising
                                                   a society. The new state that we are building is an
                                                   illiberal state, a non-liberal state»
                                                                                                                 Viktor Orbán, 29/10/2014

1. Το τελευταίο διάστημα και στο πλαίσιο της μακρόσυρτης προεκλογικής περιόδου, που διάγει η χώρα  μας, ακούσαμε αρκετές φορές να παρομοιάζουν οι βασικοί «παίκτες» της εγχώριας πολιτικής σκηνής ό ένας τον άλλον με τον Πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Viktor Orbán. Εξάλλου, οι ασχολούμενοι με τα ζητήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είχαν την ευκαιρία τα τελευταία χρόνια να παρακολουθήσουν διάφορα «επεισόδια» έντασης στις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της υπό τον Orbán Ουγγρικής Κυβέρνησης σχετικά με τις πολιτικές επιλογές της. Η περίπτωση της Ουγγαρίας απασχόλησε δε και το Δικαστήριο της ΕΕ. Σε τι συνίσταται λοιπόν το φαινόμενο Orbán; 
 Στο ερώτημα αυτό θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο παρόν, λαμβάνοντας υπόψη ότι η περίπτωση Orbán εντάσσεται σε ένα γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, μιας γενιάς εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών (Τσάβες, Πούτιν, Ερντογάν, Ούρμπαν, Κατσίνσκι και Σίντλο), που παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, παρουσιάζουν κοινά στοιχεία, αφού πολιτεύονται εγκαθιδρύοντας καθεστώτα, που χαρακτηρίζονται από τη σοβαρή οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου. Τα κοινά αυτά στοιχεία, θα αναδείξουμε παρακάτω, αφού προηγουμένως οριοθετήσουμε εννοιολογικά την «οπισθοδρόμηση του Κράτους δικαίου» και τους κινδύνους που εγκυμονεί για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.    

2. Από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας παράλληλα με την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, που μονοπώλησε σχεδόν το πολιτικό και επιστημονικό ενδιαφέρον, παρουσιάστηκαν σε Κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως  στην Ουγγαρία (2011), στην Ρουμανία (2012) και τελευταία στην Πολωνία (2016) σοβαρές αποκλίσεις από τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη η Ένωση βασίζεται «στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες». Μεταξύ των παραπάνω «συνταγματικών θεμελίων», που συγκροτούν την φιλελεύθερη αξιακή ταυτότητα της Ένωσης, κεντρική θέση κατέχει η αρχή του Κράτους Δικαίου, που υποχρεώνει σε σεβασμό της τόσο τα θεσμικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και τα Κράτη-μέλη. Έτσι, γίνεται λόγος για «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» (rule of law backsliding), με σκοπό να περιγράψει το γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, της συστηματικής αποδυνάμωσης των συνταγματικών μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης (checks and balances) από μια νέα γενιά εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών. Εξάλλου, ο όρος αποτυπώνει, ιδιαίτερα για το χώρο της ΕΕ, μια κατάσταση διολίσθησης χωρών, όπως η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Πολωνία, από το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο ίσχυε σε αυτές και αποτέλεσε προϋπόθεση για την προσχώρησή τους στην Ένωση σε αντιφιλελεύθερες μορφές διακυβέρνησης (illiberalism). Οι  L. Pech και K. L. Scheppele ορίζουν την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου ως «τη διαδικασία μέσω της οποίας εκλεγμένες δημόσιες αρχές εσκεμμένα εφαρμόζουν κυβερνητικά σχέδια, που αποσκοπούν στη συστηματική αποδυνάμωση, εκμηδένιση ή έλεγχο των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας, με στόχο την απογύμνωση του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους και την εδραίωση της μακροχρόνιας κυριαρχίας του επικρατούντος κόμματος». 
Η οπισθοδρόμηση αυτή του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μελή της Ένωσης εγκυμονεί σοβαρούς πολιτικούς και νομικούς κινδύνους για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της ενωσιακής έννομης τάξης ειδικότερα. Οι πολιτικοί κίνδυνοι συνδέονται με την αποδυνάμωση της νομιμοποίησης του συστήματος λήψης αποφάσεων της Ένωσης από τη συμμετοχή σε αυτό κυβερνήσεων που δεν σέβονται τις φιλελεύθερες αξίες της. Σήμερα που η ΕΕ και τα Θεσμικά της Όργανα καθορίζουν μέσω του ενωσιακού δικαίου τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η τύχη τους εξαρτάται από αντιδημοκρατικές κυβερνήσεις, όταν αυτές καλούνται να συμπράξουν στην ενωσιακή διαδικασία λήψης αποφάσεων. Εξάλλου, ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου ιδιαίτερα από τα Κράτη-μέλη είναι κομβικής σημασίας, αφού «παράγει» την αναγκαία αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών και μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, στην οποία εδράζεται το νομικό ενωσιακό οικοδόμημα μετά και την εγκαθίδρυση ενός Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, που θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων. 

3. Για την εγκαθίδρυση ανελεύθερων καθεστώτων (illiberal states) από ηγέτες «τύπου  Orbán» ακολουθείται ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, που παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις, τα στοιχεία του συνοψίζονται στον παρακάτω «οδικό χάρτη»

(α) Η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου τείνει να αρχίσει με σημαντικό αριθμό πολιτών να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας  για λόγους που ποικίλλουν: από την αυξανόμενη ανισότητα, την υψηλή και επίμονη ανεργία ή τις αρπακτικές πρακτικές της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Συχνά αυτό συνοδεύεται από μια κρίση στο κομματικό σύστημα, στο οποίο τουλάχιστον ένα από τα κυρίαρχα κόμματα είτε συγκλονίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις είτε παίρνει μια απότομη στροφή προς ένα πολιτικό άκρο, γεγονός που στη συνέχεια και στις επόμενες εκλογές παρουσιάζεται ως επιλογή κανονικότητας.

(β) Οι δυσαρεστημένοι πολίτες ψηφίζουν για να σπάσουν το «παλιό σύστημα» εκλέγοντας έναν ηγέτη, ο οποίος υπόσχεται ριζική αλλαγή, συχνά αναφερόμενος στη «βούληση του λαού», επιτιθέμενος στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο με έξυπνα σχεδιασμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες (συνταγματικός λαϊκισμός), συνήθως δανεισμένες από άλλους «επιτυχημένους» αυταρχικούς ηγέτες.

(γ) Οι νέοι ολιγαρχικοί ηγέτες δρουν γρήγορα για να απενεργοποιήσουν, να περιορίσουν ή να ελέγξουν πλήρως  εξουσίες «κλειδιά», που μπορούν να αντισταθούν στην εδραίωση της εξουσίας τους. Στις εξουσίες αυτές περιλαμβάνονται πρωτίστως η ανεξάρτητη δικαιοσύνη, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους (υπηρεσίες ασφαλείας, αστυνομία, εισαγγελική αρχή). Βασική τους στόχευση είναι συστηματική υπονόμευση των βασικών συνιστωσών του Κράτους Δικαίου γνωστών ως checks and balances. 

(δ) Για να παραμείνουν δημοφιλείς, οι νέοι κυβερνώντες σχεδιάζουν, προσφέρουν και προβάλλουν παροχές σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν να ελέγξουν τον δημόσιο διάλογο και να εξαλείψουν τις εναλλακτικές απόψεις μέσω του εκφοβισμού κοινωνικών και πολιτικών ομάδων και την ανάπτυξη κατά των αντιπάλων τους φορολογικών, αστυνομικών και εισαγγελικών διώξεων από τις ελεγχείσες σύμφωνα με τα παραπάνω εκ μέρους τους εξουσίες, που θεωρούνται «κλειδιά» για την εδραίωση της εξουσίας τους.

(ε) Στη συνέχεια, αλλάζουν τον εκλογικό σύστημα και το εκλογικό σώμα (σπρώχνοντας όπου αυτό είναι δυνατόν την αντιπολίτευση εκτός της χώρας ή καταπιέζοντας τους ψηφοφόρους της) ή και τα δύο. 

(στ) Όταν οι ψηφοφόροι τελικά αντιληφθούν («ξυπνήσουν») τη ζημία που έχει γίνει, κάτι που συμβαίνει συνήθως πολύ αργά, καθώς ο νέος αυταρχικός ηγέτης κατά το διάστημα που διέρρευσε κατέστρεψε κάθε δίαυλο μέσω του οποίου μπορούν να εκφραστούν εναλλακτικές απόψεις, έχουν λίγες επιλογές αντίστασης, αφού το συνταγματικό πλαίσιο «βρίσκεται σε αιχμαλωσία» (captured), όρος που προτάθηκε από τον Jan-Werner Müller, και δεν παραμένει κάποια συνταγματική οδός για να αμφισβητήσει αποτελεσματικά το κυβερνών κόμμα. 

(ζ) Στην σπάνια περίπτωση που εκδηλωθεί αντίσταση είτε στο Κοινοβούλιο είτε στους δρόμους (διαδηλώσεις κα), τα προκατειλημμένα ή μεροληπτικά  δημοψηφίσματα (μέσω της κατάλληλης θέσης των ερωτημάτων) μπορούν πάντοτε να οργανωθούν για να επιβεβαιώσουν τη βούληση του ηγέτη με το πρόσχημα της «θέλησης του λαού», μια έκφραση που οι κυβερνώντες λαϊκιστές θεωρούν χρήσιμη  να επικαλούνται για να θέσουν τους εαυτούς τους «πάνω από τους δημοκρατικούς θεσμούς και να ξεπεράσουν τα εμπόδια», που μπορεί να σταθούν στο δρόμο τους.

(η) Έχοντας περιορίσει τις αντίθετες φωνές και αλλάξει το εκλογικό σύστημα, οι νέοι ηγέτες μπορούν στη συνέχεια να περιμένουν να πάρουν τις ψήφους που χρειάζονται για να κερδίσουν επόμενες εκλογές, επιστρατεύοντας φανταστικούς εχθρούς και εμφανιζόμενοι  ψηφοθηρικά γενναιόδωροι με παροχές σε τμήματα του λαού. Με αυτόν τον τρόπο η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία «αποτελεί χαρακτηριστικό του παρελθόντος».

Συνοπτικά, όπως σημειώνουν οι Kim Lane Scheppele και Laurent Pech, η  σύγχρονη εκδοχή της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου «μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της χειραγώγησης των δημοκρατικών κανόνων και θεσμών. Τα συντάγματα και οι εκλογικοί κανόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ευνοήσουν ένα κυβερνών κόμμα και να περιορίσουν την ανεξαρτησία και την εξουσία της δικαστικής εξουσίας και των μέσων ενημέρωσης». Τελικός στόχος σε κάθε περίπτωση είναι η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος που θα κινείται «σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας». 

4. Παρά την αυξανόμενη σημασία της αρχής του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης ο έλεγχος του σεβασμού της αρχής τόσο πολιτικά όσο και δικαστικά, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» σ’ ένα Κράτος-μέλος, παρουσιάστηκε αρκετά ανεπαρκής. Κατ’ ουσία η Ένωση εμφανίστηκε εξαιρετικά αδύναμη να προστατεύσει τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως αυτές αποτυπώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, όταν αυτές παραβιάζονται συστηματικά από τα Κράτη-μέλη (βλ. Μιχ. Χρυσομάλλη (επιμέλεια), Η αρχή του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 80 επ).

Ωστόσο, από τις αρχές του τρέχοντος έτους φαίνεται ότι «η τιμή της Ευρώπης» διασώζεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που με διαδοχικές του αποφάσεις, επιχειρεί να ορθώσει νομικούς φραγμούς στην  οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη. Ενθαρρυντικό είναι ότι στα μηνύματα της νομολογίας ανταποκρίθηκε άμεσα η Επιτροπή, που προσέφυγε στο Δικαστήριο κατά της Πολωνίας σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή για παράβαση) επικαλούμενη αυτοτελώς την παραβίαση του άρθρου 2 ΣΕΕ (Αξίες της Ένωσης – Κράτος Δικαίου) και ειδικότερα τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, που αποτελεί δομικό στοιχείο του Κράτους Δικαίου. Στις εξελίξεις αυτές θα αναφερθούμε διεξοδικά σε προσεχές μας άρθρο. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 3/2018
Εθνικοί προϋπολογισμοί και διαδικασία εκτίμησης των σχεδίων των προϋπολογισμών των Κρατών-μελών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Αν. Καθηγητή, Νομική Σχολή ΔΠΘ

Κατατέθηκε από την Κυβέρνηση στη Βουλή το σχέδιο Προϋπολογισμού για το 2019. Ο προς ψήφιση προϋπολογισμός είναι ο πρώτος μετά τη λήξη του 3ου Προγράμματος Χρηματοδοτικής Συνδρομής και αποτυπώνει σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους την «ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας από την Ελλάδα μετά τη λήξη των μνημονίων». Πόσο ελεύθερο, όμως, είναι ένα μέλος της Ευρωζώνης, όπως η χώρα μας, στην χάραξη της οικονομικής – δημοσιονομικής πολιτικής; Υπάρχουν περιορισμοί και ποια η ακολουθητέα διαδικασία μέχρι την τελική ψήφιση του Προϋπολογισμού; Στα ερωτήματα αυτά θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο παρόν σημείωμα. 

1. Με την καθιέρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου (δέσμη των έξι νομοθετικών μέτρων) υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 121 ΣΛΕΕ διαδικασίας της πολυμερούς εποπτείας των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών της Ένωσης μια δομημένη κατά στάδια εξαμηνιαία διαδικασία, που έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο και την αξιολόγησης των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων από τα όργανα της Ένωσης. Το ευρωπαϊκό εξάμηνο ολοκληρώνεται τον Ιούλιο με την υιοθέτηση από το Συμβούλιο των Συστάσεων ανά Κράτος-μέλος για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομική και δημοσιονομική του πολιτική έτσι ώστε αυτές να είναι σύμφωνες με τους Γενικούς Προσανατολισμούς της Οικονομικής Πολιτικής των Κρατών-μελών και της ΕΕ, που υιοθετούνται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Μάρτιο κάθε έτους. Τις παραπάνω Συστάσεις οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τα Κράτη-μέλη κατά τη φάση της σύνταξης και ψήφισης των εθνικών τους προϋπολογισμών, που ακολουθεί. Κατά την Επιτροπή, που εισηγήθηκε τη «δέσμη των δύο νομοθετικών μέτρων» (δίπτυχο) το ευρωπαϊκό εξάμηνο παρουσίαζε τα εξής κενά:
Πρώτον, δεν διασφαλίζονταν αποτελεσματικά ότι τα Κράτη-μέλη θα λάβουν υπόψη τους τις Συστάσεις του Συμβουλίου κατά τη σύνταξη των προϋπολογισμών τους. 
Δεύτερον, οι τρόποι με τους οποίους τα Κράτη-μέλη πραγματοποίησαν την «εσωτερίκευση» (internalization) του ευρωπαϊκού εξαμήνου, εντάσσοντάς το στις εθνικές διαδικασίες σχεδιασμού, ψήφισης και ελέγχου των δημοσιονομικών πλαισίων (προϋπολογισμών) ποικίλει εξαιρετικά από Κράτος σε Κράτος. 
Τρίτον, απουσίαζε η συνοχή μεταξύ δύο ευρωπαϊκών εξαμήνων, αφού η διαδικασία συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών διακόπτονταν ουσιαστικά τον Ιούλιο (λήξη εξαμήνου)  και ξανάρχιζε τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους (έναρξη εξαμήνου).  
Τέταρτον, το ευρωπαϊκό εξάμηνο αποσκοπεί γενικά στο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών της Ένωσης. Στο πλαίσιό του κατ’ ουσία δεν προβλέπονταν διαδικασία ελέγχου στη δημοσιονομική αποτύπωση των επιλογών οικονομικής πολιτικής του κάθε Κράτους-μέλους.
Πέμπτον, απουσίαζαν κοινοί (εναρμονισμένοι) δημοσιονομικοί κανόνες, που να εφαρμόζονται κατά τη σύνταξη και ψήφιση των εθνικών προϋπολογισμών, ώστε να διευκολύνεται η εκτίμησή τους από τα εποπτικά όργανα της Ένωσης. 

2. Για την κάλυψη των παραπάνω κενών και τη συμπλήρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου υιοθετήθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 473/2013 με τον οποίο θεσπίστηκε ένα κοινό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα με ενισχυμένες εξουσίες εποπτείας και εκτίμησης από την Επιτροπή, κοινοί δημοσιονομικοί κανόνες για τα Κράτη- μέλη της Ζώνης του Ευρώ, ενώ προβλέπονται ειδικοί κανόνες για τα Κράτη-μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος.  Έτσι, για τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης  «το δίπτυχο» προσθέτει το φθινοπωρινό αντίστοιχο της εαρινής διαδικασίας,  εστιάζοντας μόνο στα δημοσιονομικά σχέδια για το επόμενο έτος. Ειδικότερα, και με αρχή τον δημοσιονομικό κύκλο του 2014 το κοινό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα καθορίζει τα εξής ορόσημα:
Μέχρι τις 30 Απριλίου, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ πρέπει να δημοσιεύουν τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά σχέδιά τους (προγράμματα σταθερότητας), μαζί με τις προτεραιότητες πολιτικής για την ανάπτυξη και την απασχόληση για τους επόμενους 12 μήνες (Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων) στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής.
Μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ πρέπει να δημοσιεύουν το σχέδιο προϋπολογισμού τους για το επόμενο έτος. Η δημοσίευση του σχεδίου προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης θα πρέπει να συνοδεύεται από τη δημοσίευση των βασικών παραμέτρων των σχεδίων προϋπολογισμού όλων των άλλων υποτομέων του δημοσίου. Τέτοιες παράμετροι θα πρέπει να περιλαμβάνουν ιδίως τα προβλεπόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα των άλλων υποτομέων, τις κύριες παραδοχές στις οποίες βασίζονται αυτές οι προβολές και τους λόγους για αναμενόμενες αλλαγές σε σχέση με τις παραδοχές του προγράμματος σταθερότητας. Το σχέδιο του προϋπολογισμού, που υποβάλλεται στην Επιτροπή και στην Ευρωομάδα, θα πρέπει να είναι συμβατό με τις Συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΣΣΑ (ευρωπαϊκό εξάμηνο) και, κατά περίπτωση, με τις Συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ετήσιου κύκλου εποπτείας περιλαμβανομένης της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών και με τις γνώμες για τα προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης, που αναφέρονται στο άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013.
Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ πρέπει να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό τους για το επόμενο έτος. 

3. Η σημαντικότερη καινοτομία της «δέσμης δύο μέτρων» αποτελεί η κατά το άρθρο 7 Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013 διαδικασία εκτίμησης των σχεδίων προϋπολογισμών από την Επιτροπή, η οποία, στο πλαίσιο της γενικότερης τάσης ενίσχυσης του ρόλου της, αναλαμβάνει μια σημαντικότατη εξουσία. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι η Επιτροπή θα εξετάζει και θα εκφέρει γνώμη σχετικά με κάθε σχέδιο προϋπολογισμού το αργότερο μέχρι τις 30 Νοεμβρίου. Εάν η Επιτροπή εντοπίσει σοβαρή περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις δημοσιονομικής πολιτικής που προβλέπονται στο ΣΣΑ, εκδίδει, μετά από διαβούλευση με το οικείο Κράτος-μέλος,  την γνώμη της εντός δύο εβδομάδων από την υποβολή του σχεδίου προϋπολογισμού. Τούτο συμβαίνει «ειδικότερα οσάκις η εφαρμογή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος θα έθετε σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους ή την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης ή οσάκις η εφαρμογή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος θα οδηγούσε καταφανώς σε σημαντική παραβίαση των συστάσεων που ενέκρινε το Συμβούλιο στο πλαίσιο του ΣΣΑ». Με τη γνώμη της η Επιτροπή ζητά την υποβολή αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος (προϋπολογισμού) το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία έκδοσης της γνώμης της. Το αίτημα της Επιτροπής αιτιολογείται και δημοσιοποιείται. Η Επιτροπή εγκρίνει νέα γνώμη για το αναθεωρημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος. Ακόμη, για το σύνολο της Ζώνης του Ευρώ, η Επιτροπή θα δημοσιεύει συνολική αξιολόγηση των δημοσιονομικών προοπτικών για το επόμενο έτος. Οι γνώμες της Επιτροπής σχετικά με εθνικούς προϋπολογισμούς και τη ζώνη του Ευρώ αποσκοπούν στη διευκόλυνση των  συζητήσεων στο Eurogroup κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

4. Ευθέως συνδεδεμένη με την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και εκτίμησης, που ανατίθενται στην Επιτροπή, είναι η ποιότητα των εθνικών δημοσιονομικών προβλέψεων, αφού κατά τον Κανονισμό ΕΕ 473/2013 «οι μεροληπτικές και μη ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις μπορούν να παρεμποδίσουν την αποτελεσματικότητα του δημοσιονομικού προγραμματισμού και, κατά συνέπεια, να εξασθενίσουν τη δέσμευση για δημοσιονομική πειθαρχία». Έτσι, προβλέπεται η υποχρέωση των Κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ να συστήσουν ανεξάρτητους φορείς, λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τη διοικητική δομή του αντίστοιχου Κράτους-μέλους, για την παροχή «αντικειμενικών και ρεαλιστικών μακροοικονομικών προβλέψεων», που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε όλη τη δημοσιονομική διαδικασία (ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις). Κατά τους ορισμούς του Κανονισμού ως «ανεξάρτητοι φορείς νοούνται φορείς, που είναι διαρθρωτικά ανεξάρτητοι ή φορείς που διαθέτουν λειτουργική αυτονομία έναντι των δημοσιονομικών αρχών του Κράτους μέλους, και οι οποίοι στηρίζονται σε εθνικές νομοθετικές διατάξεις που διασφαλίζουν υψηλό βαθμό λειτουργικής αυτονομίας και λογοδοσίας». Ειδικότερα οι φορείς αυτοί θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαθέτουν τα εξής χαρακτηριστικά:
i) το νομικό καθεστώς τους στηρίζεται σε εθνική νομοθεσία, κανονιστική ρύθμιση ή διοικητικές διατάξεις νομικά δεσμευτικού χαρακτήρα,
ii) δεν λαμβάνουν οδηγίες από τις δημοσιονομικές αρχές του οικείου Κράτους- μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα,
iii) είναι σε θέση να επικοινωνούν έγκαιρα με το κοινό,
iv) οι διαδικασίες ορισμού των μελών τους βασίζονται στην εμπειρία και την ικανότητα,
v) έχουν επάρκεια πόρων και κατάλληλη πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους·

Ως «ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις» νοούνται οι προβλέψεις τις οποίες εκπονούν ή εγκρίνουν οι κατά τα παραπάνω ανεξάρτητοι φορείς.
Τα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα και τα σχέδια προϋπολογισμών, τα οποία καλείται να εκτιμήσει και να εκφέρει τη γνώμη της η Επιτροπή θα  πρέπει να βασίζονται σε ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις και αναφέρουν εάν οι δημοσιονομικές προβλέψεις έχουν εκπονηθεί ή εγκριθεί από ανεξάρτητο φορέα. Ειδικότερα οι ανεξάρτητοι φορείς παρακολουθούν τη συμμόρφωση προς:
α) αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι ενσωματώνουν στην εθνική δημοσιονομική διαδικασία τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους·
β) αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες. 
Εξάλλου, οι εν λόγω φορείς παρέχουν, κατά περίπτωση, δημόσιες εκτιμήσεις, μεταξύ άλλων, σχετικά με:
α) την ύπαρξη περιστάσεων που οδηγούν στην ενεργοποίηση του διορθωτικού μηχανισμού για τις περιπτώσεις όπου παρατηρείται σημαντική απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο στόχο ή την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, 
β) το κατά πόσον η εκτέλεση της δημοσιονομικής διόρθωσης διενεργείται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και σχέδια,
γ) τυχόν ύπαρξη ή παύση περιστάσεων, που μπορεί να επιτρέπουν προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, υπό τον όρο ότι η απόκλιση αυτή δεν θέτει σε κίνδυνο την μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα.

5. Η καθιέρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου με τη «δέσμη των έξι νομοθετικών μέτρων» συνοδεύτηκε με πολλές αντιδράσεις, σε νομικό και σε πολιτικό επίπεδο, για το σοβαρό ρήγμα, που επιφέρει, στην παραδοσιακή κυριαρχία του κράτους επί του κρατικού προϋπολογισμού και τη συνακόλουθη συρρίκνωση των εξουσιών των εθνικών κοινοβουλίων. Στις επιφυλάξεις που σχετίζονται με τη δημοκρατική νομιμοποίηση της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εξαμήνου θα πρέπει να προστεθούν και αυτές που αφορούν και τη μη αποφασιστική συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαμόρφωση των αποφάσεων (Γενικοί Προσανατολισμοί των Οικονομικών Πολιτικών των Κρατών-μελών και της Ένωσης, Συστάσεις) σε ευρωπαϊκό επίπεδο.  Οι αντιδράσεις αυτές εδράστηκαν και μόνο στο γεγονός ότι οι εθνικές αρχές, που είναι επιφορτισμένες με τη σύνταξη και την έγκριση του προϋπολογισμού, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους  τις  Συστάσεις, που υιοθετεί το Συμβούλιο για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομική και δημοσιονομική του πολιτική έτσι ώστε αυτές να είναι σύμφωνες με τους Γενικούς Προσανατολισμούς της Οικονομικής Πολιτικής των Κρατών-μελών και της Ένωσης, που υιοθετούνται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Μάρτιο κάθε έτους. Με τη «δέσμη των δύο νομοθετικών μέτρων» και την καθιέρωση της υποχρέωσης των Κρατών-μελών της Ευρωζώνης να υποβάλλουν το σχέδιο προϋπολογισμού τους, της εξουσίας εκτίμησης που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή, η οποία μπορεί να ζητά τροποποιήσεις επί του σχεδίου προϋπολογισμού, αν αυτό αποκλίνει από τις παραπάνω Συστάσεις του Συμβουλίου, οι παραπάνω αντιδράσεις μοιάζουν παρωχημένες, ενώ οι υποχρεώσεις, που αναλαμβάνονταν  στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου, εξαιρετικά ήπιες (soft coordination). 

Βέβαια, η Επιτροπή, που είχε τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη συμπλήρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου με τον Κανονισμό (ΕΕ) 473/2013 και καλείται να ασκήσει σημαντικά αναβαθμισμένες εξουσίες ελέγχου, προβάλλει την θέση «ότι η δέσμη δύο μέτρων δεν δίνει το δικαίωμα στην Επιτροπή να αλλάζει τα σχέδια εθνικών προϋπολογισμών και δεν δημιουργεί την υποχρέωση να ακολουθούν τα κράτη μέλη αυστηρά τη γνώμη της Επιτροπής». Για να συμπληρώσει ότι «η προστιθέμενη αξία αυτής της διαδικασίας συνίσταται στο ότι εισάγει το στοιχείο των άμεσων κατευθύνσεων στη διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού, παρέχοντας σε όλους όσοι συμμετέχουν στην εθνική δημοσιονομική διαδικασία τις πληροφορίες τις οποίες χρειάζονται για να λάβουν αποφάσεις σχετικά με τον προϋπολογισμό». 

Θα πρέπει να παρατηρήσουμε, πάντως, ότι η παραπάνω θέση εμπεριέχει τη μισή αλήθεια, αφού ναι μεν δεν αναγνωρίζεται εξουσία στην Επιτροπή να τροποποιεί τα σχέδια των εθνικών προϋπολογισμών, ωστόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013, η γνώμη της, με την οποία προτείνονται αλλαγές σ’ αυτά, εξοπλίζεται με τέτοια δύναμη, που καθίσταται σχεδόν αδύνατη η μη συμμόρφωση σ’ αυτή. Συγκεκριμένα, στην 22η αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού προβλέπεται ότι «ο βαθμός στον οποίο θα έχει ληφθεί υπόψη στο νόμο για τον προϋπολογισμό ενός κράτους μέλους η εν λόγω γνώμη θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην εκτίμηση, εάν και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις, για την έκδοση απόφασης σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στο οικείο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, η μη συμμόρφωση με την έγκαιρη προειδοποίηση εκ μέρους της Επιτροπής θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας» (η υπογράμμιση δική μας). Το άρθρο 12 παράγραφος 1 του Κανονισμού έρχεται να προσδιορίσει την έννοια «του επιβαρυντικού παράγοντα». Έτσι, ορίζεται ότι ο βαθμός στον οποίο το οικείο Κράτος  μέλος έχει λάβει υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής εξετάζεται από: 

α) την Επιτροπή, όταν συντάσσει έκθεση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ  (εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης και του ύψους του δημόσιου χρέους Κράτους-μέλους) και όταν απευθύνει σύσταση προς το Συμβούλιο για την επιβολή κυρώσεων (άτοκης κατάθεσης) στο διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ (Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος) σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 1173/2011·

β) από το Συμβούλιο, όταν αποφασίζει κατά πόσον υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ. 

γ) εξάλλου, θα πρέπει να σημειώσουμε την προσπάθεια διάχυσης της «μακροοικονομικής αιρεσιμότητας» (macroeconomic conditionality), στο μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών της Ένωσης και ειδικά αυτών που έχουν αναδιανεμητικό χαρακτήρα. Έτσι, σταδιακά αυτή θα καταστεί «ακρογωνιαίος λίθος» ή condition sine qua non της συμμετοχής ενός Κράτους στην ΕΕ, αφού, η απόλαυση συγκεκριμένων ενωσιακού χαρακτήρα δικαιωμάτων για το Κράτος-μέλος και τους πολίτες του θα εξαρτάται από την τήρηση εκ μέρους του των υποχρεώσεων που απορρέουν από τους κανόνες της δημοσιονομικής πειθαρχίας και τη διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι θεωρητικό, αν λάβει κανείς υπόψη τη δέσμη των νομοθετικών ρυθμίσεων, που αφορούν τη νέα Πολιτική Συνοχής (Προγραμματική Περίοδος 2014–2020) και υιοθετήθηκαν το Δεκέμβριο του 2013. Έτσι, με το άρθρο 23 παρ. 9 του Κανονισμού (EE) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που ως γενικός Κανονισμός αφορά το σύνολο των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ), εισάγεται η «μακροοικονομική αιρεσιμότητα», αφού προβλέπεται ότι το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής που προφανώς θα έχει ως σημείο αναφοράς τη γνώμη της επί του προϋπολογισμού Κράτους-μέλους, μπορεί να αναστέλλει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, μέρος ή το σύνολο των πληρωμών και των αναλήψεων υποχρεώσεων για τα προγράμματα ενός Κράτους-μέλους, που αυτό εμφανίζεται «δημοσιονομικά απείθαρχο».  

6. Ο τρόπος με τον οποίο συμπληρώθηκε το ευρωπαϊκό εξάμηνο με τη «δέσμη των δύο οικονομικών μέτρων» και η καθιέρωση της υποχρέωσης των Κρατών-μελών της Ευρωζώνης να υποβάλλουν προς έλεγχο το σχέδιο προϋπολογισμού τους, της εξουσίας εκτίμησης που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή, η οποία μπορεί να ζητήσει τροποποιήσεις επί του σχεδίου προϋπολογισμού, αν αυτό αποκλίνει από τις Συστάσεις του Συμβουλίου, δείχνει ότι «αυτό που σήμερα φαντάζει αναπόφευκτο τέσσερα χρόνια πριν ήταν απλώς αδιανόητο». Κατά τη γνώμη μας, πάντως, βρισκόμαστε στο μέσο του δρόμου, αφού σύμφωνα με την Επιτροπή (Σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική οικονομική και νομισματική ένωση, Έναρξη συζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, COM/2012/0777 final/2 – 2012) σε μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα «θα απαιτηθεί περαιτέρω δημοσιονομικός συντονισμός, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να απαιτηθεί αναθεώρηση εθνικού προϋπολογισμού σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις» (η υπογράμμιση δική μας). Η Επιτροπή μάλιστα έχει θέσει προς συζήτηση τις εξής σχετικές επιλογές, αναγνωρίζοντας, πάντως, ότι για την υιοθέτησή τους απαιτείται προηγούμενη τροποποίηση της Συνθήκης:

  • Πρόβλεψη της υποχρέωσης ενός Κράτους-μέλους να αναθεωρήσει το σχέδιο του εθνικού προϋπολογισμού, εάν το απαιτήσει η Ένωση σε περίπτωση αποκλίσεων από τις υποχρεώσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας, που είχαν καθοριστεί προηγουμένως σε ενωσιακό επίπεδο. Αυτό συνεπάγεται τροποποίηση της φύσης των γνωμοδοτήσεων για τους εθνικούς προϋπολογισμούς, που προβλέπεται στο «δίπτυχο» έτσι ώστε από μη δεσμευτικό να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. 
  • Σε ορισμένες ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις που θα καθοριστούν, θέσπιση δικαιώματος να ζητηθεί αναθεώρηση των επιμέρους αποφάσεων για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, όσον αφορά αποφάσεις που θα είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρή απόκλιση από την πορεία δημοσιονομικής εξυγίανσης που έχει οριστεί σε επίπεδο ΕΕ.
  • Απονομή αρμοδιότητας στην Ένωση να εναρμονίζει την εθνική δημοσιονομική νομοθεσία και δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.  

Περισσότερα βλ. Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση: Οικοδόμηση, Εμβάθυνση, Ζητήματα Δημοκρατίας και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 2/2018
Ανοικτή Επιστολή 23 Πανεπιστημιακών προς τον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής 
Frans Timmermans για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου στην Πολωνία

Είκοσι επτά (27) Πανεπιστημιακοί, Καθηγητές Ευρωπαϊκού και Συνταγματικού Δικαίου, απευθύνονται με την από 8/6/2018 ανοικτή επιστολή τους προς τον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής Frans Timmermans, αρμόδιο για το Κράτος Δικαίου και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ζητώντας την άμεση κίνηση από την Επιτροπή της διαδικασίας της προσφυγής για παράβαση (άρθρο 258 ΣΛΕΕ) καθώς και της λήψης προσωρινών μέτρων (279 ΣΛΕΕ) κατά της Πολωνίας για παραβιάσεις του Κράτους Δικαίου και ειδικότερα των περιορισμών της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Οι υπογράφοντες πανεπιστημιακοί στην ουσία καλούν την Επιτροπή να εγκαταλείψει τη διστακτικότητά της και να αξιοποιήσει την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) στην υπόθεση C-64/16, Associação Sindical dos Juízes Portugueses κατά Tribunal de Contas, με την οποία το ΔΕΕ έκρινε ότι όταν οι κυβερνήσεις των Κρατών-μελών περιορίζουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης παραβιάζουν τα άρθρα 2, 19 παρ. 1 ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ. 
Πηγή verfassungsblog on matters Constitutional: htt ps://verfassungsblog.de/open-letter-to-vice-president-frans-timmermans/

Open Letter to Vice-President Frans Timmermans

Dear Vice-President Timmermans,

We write as legal and constitutional scholars who are particularly concerned with the European Union, democracy, and the rule of law.   
We believe that the time has come for the EU institutions, and the Commission in particular, to take urgent and decisive steps to respond to recent actions of the Polish government that constitute an assault on the rule of law in that country.  The Law and Justice government has adopted laws relating to the courts, the National Council of the Judiciary and the Supreme Court which, when taken together, substantially undermine judicial independence and subordinate the judiciary to the governing party.
The procedure already initiated under Article 7 TEU has thus far brought about only cosmetic amendments to the laws introduced by the government of Poland.  We believe that the law on the Supreme Court should be made the subject of urgent and immediate infringement proceedings under Article 258 and Article 279 TFEU to highlight the violation of provisions such as Articles 2, 4(3) and 19(1) of the Treaty on European Union that the law on the Supreme Court would bring about. 
If the law on the Supreme Court enters into force in the beginning of July, as is currently planned, a large number of sitting judges of that Court will see their tenure unconstitutionally extinguished. In combination with an increase in the number of seats on the Supreme Court, this means that the newly politicized National Council of the Judiciary, elected by the governing party, will be in a position to appoint a majority of the judges on the Supreme Court. We believe this to be in direct contravention of the rule of law, which is proclaimed as a core value of the EU in Article 2 TEU, and of the fundamental requirement of the independence of the judiciary which is a key component of the rule of law.   
We urge the Commission to take the immediate necessary steps to initiate the infringement procedure, with a view to enabling the Court of Justice, in case these laws are not reversed, to rule on the matter. 
In addition to the threat to the rule of law in Poland, we believe that the credibility of the European Union as a whole, and its commitment to the rule of law, is at stake.

Yours sincerely,

Wojciech Sadurski, University of Sydney, University of Warsaw
Gráinne de Búrca, New York University
Bruce Ackerman, Yale University (for purposes of institutional identification only)
Jan Barcz, Kozminski University, Warsaw
Monica Claes, Maastricht University
Paul Craig, Oxford University
Bruno de Witte, Maastricht University and European University Institute, Florence
Gábor Halmai, European University Institute, Florence
Ronald Janse, Open University, Heerlen, the Netherlands
R. Daniel Kelemen, Rutgers University
Claire Kilpatrick, European University Institute, Florence
Tomasz Tadeusz Koncewicz, University of Gdansk; Program in Law and Public Affairs, Princeton University
Martin Krygier, University of New South Wales, Australia
Mattias Kumm, WZB Berlin and New York University
Marcin Matczak, University of Warsaw
Vlad Perju, Boston College
Laurent Pech, Middlesex University London
Kim Lane Scheppele, Princeton University
Robert Schuetze,  Durham University and College of Europe, Bruges
Joanne Scott, European University Institute, Florence
Maximilian Steinbeis,  Verfassungsblog
Neil Walker, University of Edinburgh
Stephen Weatherill, Oxford University