Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1/2020
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΤΑ ΤΟ 2019
Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή Δ.Π.Θ

(H μελέτη δημοσιεύτηκε το Μάρτιο 2020 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline.gr)

Στις σελίδες του digestaonline προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το έτος 2019. Πρόκειται για μία καταγραφή, που γίνεται εκ μέρους μας από το 2004, των αποφάσεων των ενωσιακών Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας/προσφυγής. Τέτοιες θεωρούμε, κυρίως, τις αποφάσεις επί προσφυγών για παράβαση που ασκήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, τις αποφάσεις επί προσφυγών ακυρώσεως, κατά παραλείψεων και αποζημιώσεως που ασκήθηκαν από την ελληνική Κυβέρνηση ή από Έλληνες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) κατά των κοινοτικών οργάνων, τις προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, τις παραπομπές στο Δικαστήριο εκ μέρους δικαστηρίων άλλων Κρατών-μελών, στις οποίες εμπλέκεται Έλληνας ως διάδικος στην κύρια δίκη και, τέλος, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου (ΔΕΕ) επί αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου (ΓΔΕΕ). 
Στην παρακάτω καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο οι υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των ενωσιακών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.
Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:

1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2019) καταγράφτηκαν  δώδεκα (12) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός, που είναι ίδιος με τον αριθμό των αποφάσεων του 2018 και κινείται σε συμφωνία με τον αριθμούς που παρατηρούνται κατά κανόνα την τρέχουσα δεκαετία (μόλις 11 αποφάσεις το 2011 και το 2013, 13 το 2012 και 17 το 2016, 12 το 2018). Στο ίδιο διάστημα, βέβαια, παρατηρήθηκαν και αρκετά υψηλότεροι αριθμοί (40 το 2014 και 21 το 2017), ωστόσο, όπως είχαμε παρατηρήσει, ο ιδιαίτερα υψηλοί αυτοί αριθμοί οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα) το 2014 και σε αποφάσεις επί  υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων το 2017. Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τη διαχρονική έρευνα της παρουσίας της Ελλάδας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο ετήσιος αριθμός αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον δεν μπορεί να αυξηθεί θεαματικά όσο ο αριθμός ελληνικών προδικαστικών παραπομπών παραμένει εξαιρετικά χαμηλός και αποκλίνει σημαντικά από τους αριθμούς άλλων Κρατών-μελών (βλ. παρακάτω). Ενδεικτικοί είναι οι αριθμοί προδικαστικών παραπομπών που περιήλθαν στο Δικαστήριο κατά το 2018: Γερμανία 78, Ιταλία 68, Ισπανία 67, Γαλλία 41 και Βέλγιο 40 (τα στοιχεία για το 2029 δεν είναι ακόμη διαθέσιμα). 

2. Το 2019 παρουσιάζεται η ίδια βελτιωμένη εικόνα της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται δύο (2) μόνο καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς. Ο αριθμός αυτός αποτελεί την καλύτερη επίδοση της χώρας μας σε σχέση με τη συμμόρφωση στις υποχρεώσεις της και κινείται κοντά στο μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις.  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στο αντίστοιχο σημείωμά μας για το 2014, οπότε παρέλκει η εκτενής επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: Στη σημασία που φαίνεται να αποδίδει πλέον η χώρα μας στην τήρηση των υποχρεώσεών της έναντι της Ένωσης, στην προσπάθεια να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της ενωσιακών θεσμών και, τέλος, στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Η βελτιωμένη αυτή εικόνα «θαμπώνει» αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει η πρώτη χώρα σε εισηγμένες προσφυγές για παράβαση κατά την πενταετία 2014 – 2018, αφού η Επιτροπή προσέφυγε κατά της χώρας μας συνολικά είκοσι τέσσερις (22) φορές για παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας (στην επόμενη θέση βρίσκεται η Γερμανία με 17 ενώ ακολουθούν η Πολωνία και η Ισπανία με 16 προσφυγές). Στο ίδιο διάστημα εκδόθηκαν είκοσι (20) καταδικαστικές αποφάσεις κατά της χώρας μας, που και πάλι την φέρνουν στην πρώτη θέση μεταξύ των 28 Κρατών-μελών (τις επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν η Ισπανία με 14, η Πολωνία και η Γερμανία με 13 καταδικαστικές αποφάσεις). Θα πρέπει να σημειώσουμε, εξάλλου, ότι κατά μέσο όρο τα τελευταία έτη αντιστοιχεί 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις ανά Κράτος-μέλος (ΕΕ/28). 
Ωστόσο, θα πρέπει να τονισθεί ως θετικό το γεγονός ότι μεταξύ των δύο (2) καταδικαστικών αποφάσεων του 2019 δεν καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δύο (2) καταδικαστικές αποφάσεις αφορούν η μία την ελευθερία εγκαταστάσεως και η άλλη τη φορολογία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι δεν παρουσιάζονται για πρώτη χρόνια καταδικαστικές αποφάσεις στον τομέα του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη. Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε το 2019 με υποθέσεις  επεξεργασίας των  αστικών λυμάτων και διαχείρισης των αποβλήτων, που έχουν αναδειχθεί στα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση.   

3. Το 2019 εντοπίζονται μόλις δύο (2) αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που προήλθαν από Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο. Η σταθερά μικρή έως ελάχιστη συνεργασία των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ μέσω της προδικαστικής διαδικασίας και το 2019 επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 
Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων  κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιμετώπισης τόσο από τις Νομικές Σχολές όσο και από τα αρμόδια διοικητικά και εκπαιδευτικά όργανα της δικαιοσύνης. 
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες), η καθιέρωση ταχείας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικέ Υποθέσεις). 

4. Στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος θα πρέπει να επισημάνουμε, ως έχουσες ιδιαίτερη σημασία τις παρακάτω αποφάσεις του Δικαστηρίου:
(α) Υπόθεση C 729/17, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες, που πρέπει να αποτελούνται από έναν τουλάχιστον Δικηγορικό Σύλλογο και ένα τουλάχιστον Επιμελητήριο στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 15, παρ. 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παρ. 3, της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, υποβάλλοντας τη διαδικασία αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων σε προϋποθέσεις επιβολής πρόσθετων απαιτήσεων σχετικά με το περιεχόμενο των πιστοποιητικών και επιβολής αντισταθμιστικών μέτρων χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των ουσιωδών διαφορών και διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, υποχρεώνοντας τους αιτούντες διαπίστευσης της ιδιότητας του διαμεσολαβητή, που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης, κατόπιν εκπαίδευσης παρασχεθείσας στην Ελλάδα, να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, καθώς και από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παρ. 1, και από το παράρτημα VII της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013 (στο εξής: Οδηγία 2005/36). Σε αντίκρουση της προσφυγής της Επιτροπής η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε προκαταρκτικά ότι η επίδικη νομοθεσία είχε καταργηθεί από τις 17 Ιανουαρίου 2018, ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου 4512/2018, με αποτέλεσμα οι αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με την προσφυγή της να έχουν πλέον καταστεί κενές περιεχομένου. Σε απάντηση στην ως άνω επιχειρηματολογία η Επιτροπή υποστήριξε ότι η κρινόμενη προσφυγή αφορά και την κατάσταση που προέκυψε από τις εν λόγω νομοθετικές τροποποιήσεις, που εισήχθησαν με τον νόμο 4512/2018, στο μέτρο που με τα νέα μέτρα που έλαβε η Ελλάδα μετά την αιτιολογημένη γνώμη διατηρήθηκε στο σύνολό του το σύστημα που είχε θεσπιστεί με τη νομοθεσία που αποτέλεσε το αντικείμενο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της Ελληνικής Κυβέρνησης, υπενθυμίζοντας την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την όποια  η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους ως είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ ενδεχόμενες μεταγενέστερες μεταβολές δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Απέρριψε, εξάλλου, και τον ισχυρισμό της Επιτροπής τονίζοντας ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να καλύπτει υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της επίμαχης πράξης, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως. Επί της ουσίας και σε ότι αφορά την πρώτη αιτίαση η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίστηκε στην επισήμανση ότι, μετά τη θέσπιση του νόμου 4512/2018, αυτή αιτίαση έχει καταστεί κενή περιεχομένου. Το Δικαστήριο έκρινε τελικά ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες τις οποίες πρέπει να συνιστούν από κοινού ένας τουλάχιστον δικηγορικός σύλλογος και ένα τουλάχιστον επιμελητήριο της Ελλάδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παρ. 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παρ. 3, της Οδηγίας 2006/123. Σχετικά με την δεύτερη αιτίαση η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίστηκε στην επισήμανση ότι η υπουργική απόφαση 109088, όπως έχει τροποποιηθεί, καταργήθηκε με τη θέση σε ισχύ του νόμου 4512/2018 και, ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η εξεταζόμενη αιτίαση έχει καταστεί κενή περιεχομένου. Το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή αυτήν επιχειρηματολογία και έκρινε  ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιβάλλοντας, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων, πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο των απαιτούμενων πιστοποιητικών και αντισταθμιστικά μέτρα χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση της ύπαρξης πιθανών ουσιωδών διαφορών με την εθνική εκπαίδευση, καθώς και διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, καθόσον υποχρεώνουν τους αιτούντες διαπίστευση της ιδιότητας του διαμεσολαβητή που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης, κατόπιν εκπαίδευσης παρασχεθείσας στην Ελλάδα, να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παράγραφος 1, καθώς και από το παράρτημα VII της οδηγίας 2005/36.

(β) Υπόθεση C-91/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Με προσφυγή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά καθώς και βάσει του άρθρου 110 ΣΛΕΕ, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία υποβάλλει σε συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μειωμένο κατά 50 % σε σχέση με τον κανονικό εθνικό συντελεστή (α) το παραγόμενο από τους «συστηματικούς αποσταγματοποιούς» προϊόν τσίπουρο/τσικουδιά και (β) το παραγόμενο από τους αποκαλούμενους μικρούς, «διήμερους» αποσταγματοποιούς προϊόν τσίπουρο/τσικουδιά σε σημαντικά μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, ενώ τα αλκοολούχα ποτά που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη υπόκεινται στον κανονικό συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης. Προς στήριξη της προσφυγής της η Επιτροπή ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ελληνικό φορολογικό καθεστώς οδήγησε στη μείωση των πωλήσεων από το 2010 των εισαγόμενων στην Ελλάδα αλκοολούχων ποτών, όπως το ουίσκι, το τζιν και η βότκα, σε σύγκριση με την πώληση των εγχωρίως παραγόμενων, γεγονός που αποδεικνύει το προστατευτικό αποτέλεσμα της ελληνικής νομοθεσίας περί ειδικών φόρων κατανάλωσης. Η Ελληνική Δημοκρατία αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της Επιτροπής υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι (α) το ούζο, αφενός, και το τσίπουρο και η τσικουδιά, αφετέρου, ανήκουν, σύμφωνα με τον Κανονισμό 110/2008, σε διαφορετικές κατηγορίες αλκοολούχων ποτών, δηλαδή το ούζο στην κατηγορία «αποσταγμένο anis» και το τσίπουρο καθώς και η τσικουδιά στην κατηγορία «απόσταγμα στεμφύλων σταφυλής». Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα εν λόγω αλκοολούχα ποτά έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του ίδιου, μειωμένου κατά 50 %, συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης τόσο στο τσίπουρο και την τσικουδιά όσο και στο ούζο μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 23, παράγραφος 2, της Οδηγίας 92/83, παρά το γεγονός ότι η τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά, (β) η επίμαχη ελληνική νομοθεσία περί ειδικών φόρων κατανάλωσης δεν αντιβαίνει στο άρθρο 110, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στα προϊόντα άλλων κρατών μελών υψηλότερους φόρους από εκείνους που βαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Συγκεκριμένα το τσίπουρο και η τσικουδιά, είτε είναι αρωματισμένα είτε όχι, διαφοροποιούνται από άλλα εισαγόμενα αλκοολούχα ποτά, όχι μόνον όπως το ουίσκι, το τζιν ή η βότκα, αλλά και όπως η grappa ή η ζιβανία και, γενικά, από τα αλκοολούχα ποτά της κατηγορίας του αποστάγματος στεμφύλων σταφυλής, (γ) τα έτη 2010 έως 2012 αποτέλεσαν περίοδο κρίσης και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή ασφαλών και αξιόπιστων συμπερασμάτων σχετικά με την κατανάλωση των διαφόρων κατηγοριών αλκοολούχων ποτών. Έτσι, δεν αποδεικνύεται ο προβαλλόμενος από την Επιτροπή προστατευτικός χαρακτήρας της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας προς όφελος του τσίπουρου και της τσικουδιάς, (δ)  οι μικροί αποσταγματοποιοί του τσίπουρου και της τσικουδιάς, οι αποκαλούμενοι «διήμεροι», λειτουργούν εντός συγκεκριμένου εθνικού πλαισίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη μια μακροχρόνια παραδοσιακή πρακτική. Η πώληση του τσίπουρου και της τσικουδιάς, προϊόντων παραγόμενων σε εξαιρετικά απλά μηχανήματα, πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο χύμα, από ιδιώτη σε ιδιώτη, τα προϊόντα δε αυτά δεν έχουν ποτέ αποτελέσει αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών. 
Το Δικαστήριο τελικά δεν έκανε δεκτή την ανωτέρω επιχειρηματολογία και κάνοντας δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει: 
(1) από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 23, παρ. 2, της εν λόγω Οδηγίας, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει την εφαρμογή συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μειωμένου κατά 50 % σε σχέση με τον κανονικό εθνικό συντελεστή στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τις επιχειρήσεις απόσταξης, τους αποκαλούμενους «συστηματικούς αποσταγματοποιούς», και
(2) από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας και με το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 92/84/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των συντελεστών των ειδικών φόρων κατανάλωσης για την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις που η ίδια καθορίζει, την εφαρμογή σημαντικά μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τους μικρούς αποσταγματοποιούς, τους αποκαλούμενους «διήμερους».

(γ) Υπόθεση C-431/17, Μοναχός Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης του Εμμανουήλ κατά Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η διαφορά στην κύρια δίκη προέκυψε όταν ο Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης, μοναχός στην Ιερά Μονή Πέτρας (Καρδίτσα) με αίτησή του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ) ζήτησε να εγγραφεί στο ειδικό μητρώο του Συλλόγου αυτού ως δικηγόρος, που απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα σε άλλο κράτος μέλος, και ειδικότερα στην Κύπρο. Ο ΔΣΑ απέρριψε την αίτηση αυτή, βάσει των εθνικών διατάξεων σχετικά με το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, εκτιμώντας ότι οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τους δικηγόρους που επιθυμούν να ασκήσουν δικηγορία στην Ελλάδα υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής. Κατόπιν τούτου ο Μοναχός Ειρηναίος κατέθεσε αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως, προέβαλλε ιδίως ότι η εθνική νομοθεσία δεν συνάδει με τις διατάξεις της Οδηγίας 98/5, διότι επιβάλλει προϋπόθεση η οποία δεν προβλέπεται στην Οδηγία αυτή. Πλην όμως, κατά την άποψή του, η εν λόγω Οδηγία εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής των δικηγόρων που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά τους προσόντα σε άλλο κράτος μέλος. Ο ΔΣΑ υποστήριξε ότι η εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι μοναχοί κωλύονται να αποκτήσουν τη δικηγορική ιδιότητα δικαιολογείται από θεμελιώδεις αρχές και κανόνες που διέπουν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Ως προς το ζήτημα αυτό, η ως άνω αρχή προβάλλει ότι οι μοναχοί, εξαιτίας της ιδιότητάς τους, δεν μπορούν να παρέχουν, σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες και αρχές, εχέγγυα, μεταξύ άλλων, ανεξαρτησίας έναντι των εκκλησιαστικών αρχών στις οποίες υπόκεινται, δυνατότητας πλήρους απασχολήσεως με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, ικανότητας χειρισμού υποθέσεων υπό συνθήκες αντιδικίας, πραγματικής εγκαταστάσεως στην περιφέρεια του πρωτοδικείου όπου είναι διορισμένοι και συμμορφώσεως προς την απαγόρευση παροχής υπηρεσιών άνευ αμοιβής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Το άρθρο 3 της οδηγίας [98/5] έχει την έννοια ότι η εγγραφή ενός μοναχού της Εκκλησίας της Ελλάδος ως δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, μπορεί να απαγορεύεται από τον εθνικό νομοθέτη, για τον λόγο ότι οι μοναχοί της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν δύνανται, κατά το εθνικό δίκαιο, να εγγράφονται στα μητρώα των δικηγορικών συλλόγων, επειδή δεν παρέχουν, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, ορισμένα απαραίτητα για την άσκηση της δικηγορίας εχέγγυα;».
Το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, λόγω του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία αυτή ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορίας.
Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα  Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα,  συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που επισυνάπτεται.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com


           


Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 11/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Νοέμβριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-585/18, C-624/18 και C-625/18, A. K. κ.λπ. κατά Sąd Najwyższy – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 2 και του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και του άρθρου 9, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο (Τμήμα Εργατικών Διαφορών και Διαφορών Κοινωνικής Ασφαλίσεως της Πολωνίας στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, πρώτον, του A. K., δικαστή στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, και του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (υπόθεση C‑585/18) και, δεύτερον, των CP και DO, δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο, (υποθέσεις C‑624/18 και C‑625/18), σχετικά με την πρόωρη συνταξιοδότηση των δικαστών αυτών κατόπιν της θέσεως σε ισχύ νέας εθνικής νομοθεσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν, ανεξαρτήτως των ισχυόντων στο οικείο Κράτος-μέλος (Πολωνία) εθνικών κανόνων περί κατανομής δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων, δικαστήριο, όπως το αιτούν, υποχρεούται να μην εφαρμόσει τους εν λόγω εθνικούς κανόνες και να αναλάβει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, δικαιοδοτική αρμοδιότητα για να επιληφθεί των διαφορών των κύριων δικών, που σχετίζονται με το δίκαιο της Ένωσης. Η αρμοδιότητα σύμφωνα με τους εθνικούς δικαιοδοτικούς κανόνες είχε απονεμηθεί στο πειθαρχικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο όμως δεν είχε συσταθεί. Επιπρόσθετα, το αιτούν εθνικό δικαστήριο εκτίμησε ότι, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες έπρεπε να πραγματοποιηθεί ο διορισμός των νέων δικαστών του πειθαρχικού τμήματος, υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν το τμήμα αυτό και τα μέλη του θα παρείχαν επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 47 του Χάρτη και το άρθρο 9, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπεται διαφορές σχετικές με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου που δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Τούτο συμβαίνει όταν οι αντικειμενικές συνθήκες της συστάσεως του οικείου οργάνου και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, καθώς και ο τρόπος διορισμού των μελών του, δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του οργάνου αυτού έναντι εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων και, ως εκ τούτου, δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα να μη δίδει το εν λόγω όργανο εντύπωση ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας, στοιχείο. Ωστόσο, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αν τούτο συμβαίνει στην περίπτωση οργάνου όπως είναι το πειθαρχικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ εκτίμησε ότι σε τέτοια περίπτωση, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει τη διάταξη του εθνικού δικαίου βάσει της οποίας αποκλειστικώς αρμόδιο να επιληφθεί των διαφορών των κύριων δικών είναι το εν λόγω όργανο, ώστε οι διαφορές αυτές να μπορούν να εξετασθούν από δικαιοδοτικό όργανο το οποίο πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και το οποίο θα ήταν αρμόδιο στον οικείο τομέα εάν η αρμοδιότητά του δεν αποκλειόταν βάσει της εν λόγω διατάξεως.

2.ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-192/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας – Προσφυγή για παράβαση

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκώντας προσφυγή για παράβαση του Δικαίου της ΕΕ ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας:
Αφενός μεν, καθορίζοντας, βάσει του άρθρου 13, σημεία 1 έως 3, του νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων της 12ης Ιουλίου 2017 διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί, παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, καθώς και από το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο στʹ, της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης,
Αφετέρου δε, μειώνοντας, βάσει του άρθρου 13, σημείο 1, του τροποποιητικού νόμου της 12ης Ιουλίου 2017, το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών που υπηρετούν στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και εξουσιοδοτώντας τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Πολωνία) να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού δικαστικής υπηρεσίας παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επί της αιτιάσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της Δίκης κατόπιν της θέσεως σε ισχύ, στις 23 Μαΐου 2018, του νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (Τροποποιητικός νόμος της 12ης Απριλίου 2018) το ΔΕΕ έκρινε ότι κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής.
Επί των αιτιάσεων-ισχυρισμών της Επιτροπής, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, καθορίζοντας βάσει του επίδικου νομοθετικού πλαισίου που όριζε διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί, παραβίασε τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις επίμαχες διατάξεις. 
Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας εξουσιοδοτώντας, τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Πολωνία) να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού υπηρεσίας των δικαστών των πολωνικών τακτικών δικαστηρίων πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εν λόγω δικαστών παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019., Υπόθεση C-555/18, K.H.K. κατά B.A.C. και E.E.K. – Προδικαστική 

Η αίτηση  αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 655/2014 περί διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού που στοχεύει στη διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 4 σημείο 10 του ανωτέρω Κανονισμού «δημόσιο έγγραφο” […], το έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωριστεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο σε ένα κράτος μέλος, η γνησιότητα του οποίου: α) συνδέεται με την υπογραφή και το περιεχόμενο του εγγράφου, και β)  πιστοποιείται από δημόσια ή άλλη εξουσιοδοτημένη αυτής τούτο αρχή». H αίτηση υποβλήθηκε από το  Περιφερειακό Δικαστήριο της Σόφιας (Βουλγαρία) (Sofiyski rayonen sad) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, K.H.K και, αφετέρου, B.A.C. και E.E.K. (οφειλέτες) σχετικά με την ικανοποίηση με αναγκαστική εκτέλεση, κινηθείσα με πρωτοβουλία του K.H.K., απαιτήσεως την οποία υποστηρίζει ότι έχει έναντι των B.A.C. και E.E.K. μέσω ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, σημείο 10, του Κανονισμού 655/2014 έχει την έννοια ότι μια διαταγή πληρωμής που στερείται εκτελεστότητας, συνιστά «δημόσιο έγγραφο», κατά την έννοια αυτής διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, σημείο 10, του Κανονισμού 655/2014 έχει την έννοια ότι διαταγή πληρωμής, που δεν είναι εκτελεστή δεν συνιστά «δημόσιο έγγραφο», κατά την έννοια αυτής διατάξεως αυτής.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-484/18, Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (Spedidam) κ.λπ. κατά Institut national de l’audiovisuel – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, του άρθρου 3, παρ. 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (Spedidam) και των PG και GF, και, αφετέρου, του Institut national de l’audiovisuel (εθνικού ραδιοτηλεοπτικού ινστιτούτου, ΙΝΑ), με αντικείμενο τη φερόμενη προσβολή, από το INA, των δικαιωμάτων ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη  των οποίων είναι δικαιούχοι οι PG και GF. Ειδικότερα, οι PG και GF διαπίστωσαν ότι το INA εκμεταλλευόταν εμπορικώς, μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος στον ιστότοπό του και χωρίς την άδειά τους, βιντεογραφήματα και φωνογραφήματα στα οποία αναπαράγονταν ερμηνείες του ZV που χρονολογούνταν από το 1959 έως το 1978.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχ. βʹ, και το άρθρο 3, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2001/29 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν εθνική νομοθεσία που καθιερώνει, όσον αφορά την εκμετάλλευση οπτικοακουστικών αρχείων από τον φορέα ο οποίος έχει οριστεί ως αρμόδιος προς τούτο, μαχητό τεκμήριο συγκατάθεσης εκ μέρους του ερμηνευτή καλλιτέχνη για την εγγραφή και την εκμετάλλευση της ερμηνείας του, σε περίπτωση που ο ερμηνευτής καλλιτέχνης συμμετέχει στην ηχογράφηση-βιντεοσκόπηση οπτικοακουστικού έργου με σκοπό τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοσή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν την ανωτέρω εθνική νομοθεσία που καθιερώνει όσον αφορά την εκμετάλλευση οπτικοακουστικών αρχείων από τον φορέα ο οποίος έχει οριστεί ως αρμόδιος προς τούτο, μαχητό τεκμήριο συγκατάθεσης εκ μέρους του ερμηνευτή καλλιτέχνη για την εγγραφή και την εκμετάλλευση της ερμηνείας του, σε περίπτωση που ο ερμηνευτής καλλιτέχνης συμμετέχει στην ηχογράφηση-βιντεοσκόπηση οπτικοακουστικού έργου με σκοπό τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοσή του.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-396/18, Gennaro Cafaro κατά DQ – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του σημείου FCL.065 του παραρτήματος I του Κανονισμού 1178/2011 για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων και διοικητικών διαδικασιών όσον αφορά το ιπτάμενο προσωπικό πολιτικής αεροπορίας και της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 της ανωτέρω Οδηγίας   «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που προβλέπει ο εθνικός νόμος και τα οποία σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαία για την ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.». Επιπρόσθετα, το άρθρο 4, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας προβλέπει «Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι [αναλογική].». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte suprema di cassazione) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Gennaro Cafaro και του πρώην εργοδότη του, της DQ, σχετικά με την αυτόματη λύση της σχέσεως εργασίας του για τον λόγο ότι είχε συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2000/78 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την αυτόματη λύση της σχέσεως εργασίας των χειριστών που απασχολεί εταιρία, η οποία εκμεταλλεύεται αεροσκάφη στο πλαίσιο δραστηριοτήτων συνδεόμενων με την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας Κράτους-μέλους όταν αυτοί συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, παρ. 5, της Οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική ρύθμιση, υπό τον όρο ότι η ρύθμιση αυτή είναι αναγκαία για τη δημόσια ασφάλεια και είναι αναλογική, πράγμα το οποίο στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει 

6. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-379/18, Deutsche Lufthansa AG κατά Land Berlin – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, του άρθρου 6, παρ. 3 έως 5, καθώς και του άρθρου 11, παρ. 1 και 7, της Οδηγίας 2009/12/ΕΚ για τα αερολιμενικά τέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγίας 2009/12 «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αερολιμενικά τέλη να μην εισάγουν διακρίσεις μεταξύ χρηστών αερολιμένων, σύμφωνα με το [δίκαιο της Ένωσης]. Αυτό δεν αποκλείει τη διαφοροποίηση των αερολιμενικών τελών για λόγους δημόσιου και γενικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών. Τα κριτήρια για τη διαφοροποίηση αυτήν πρέπει να είναι συναφή, αντικειμενικά και διαφανή.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της της Deutsche Lufthansa AG και του Ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου, σχετικά με την έγκριση από το τελευταίο του νέου συστήματος χρέωσης αερολιμενικών τελών που κατάρτισε, για το αεροδρόμιο Berlin-Tegel (Γερμανία). Ας σημειωθεί ότι η Berliner Flughafen GmbH ήταν φορέας διαχείρισης του αερολιμένα. Ειδικότερα, η Deutsche Lufthansa, εταιρία αερομεταφορών, υπό την ιδιότητά της ως χρήστη αερολιμένα, κινήθηκε εναντίον της έγκρισης ενός νέου συστήματος αερολιμενικών τελών για τον αερολιμένα Berlin-Tegel, ο οποίος βρίσκεται υπό τη διαχείριση του ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου.
Το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου, υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνου για την ανεξάρτητη εποπτική αρχή φορέα, ενέκρινε, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015, το νέο σύστημα αερολιμενικών τελών που κατάρτισε η BFG. Η Deutsche Lufthansa άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω έγκρισης.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2009/12, και ιδίως το άρθρο 3, το άρθρο 6, παρ. 5, στοιχείο αʹ, καθώς και το άρθρο 11, παρ. 1 και 7, έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική διάταξη η οποία επιτρέπει σε φορέα διαχείρισης αερολιμένα να καθορίζει μαζί με χρήστη αερολιμένα αερολιμενικά τέλη διαφορετικά από εκείνα που έχουν καθοριστεί από τον εν λόγω φορέα και εγκριθεί από την ανεξάρτητη εποπτική αρχή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η οδηγία 2009/12 και οι επίμαχες διατάξεις του Δικαίου της ΕΕ έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική διάταξη η οποία επιτρέπει σε φορέα διαχείρισης αερολιμένα να καθορίζει μαζί με χρήστη αερολιμένα αερολιμενικά τέλη διαφορετικά από εκείνα που έχουν καθοριστεί από τον φορέα αυτό και εγκριθεί από την ανεξάρτητη εποπτική αρχή, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2009/12 έχει την έννοια ότι αποκλείει ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία χρήστης αερολιμένα δεν μπορεί να προσβάλει ευθέως την απόφαση της ανεξάρτητης εποπτικής αρχής περί έγκρισης του συστήματος αερολιμενικών τελών, ενώ μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου και να προβάλει με αυτή αποκλειστικώς και μόνον ότι το τέλος το οποίο καθορίστηκε στο πλαίσιο του συστήματος αερολιμενικών τελών και το οποίο πρέπει να καταβάλει δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο της δίκαιης κρίσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2009/12 έχει την έννοια ότι αποκλείει την ανωτέρω ερμηνεία του εθνικού δικαίου. 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-363/18, Organisation juive européenne και Vignoble Psagot Ltd κατά Ministre de l'Économie et des Finances – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 1169/2011 σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 στοιχ. θ «1. Σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 35 και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, είναι υποχρεωτική η αναγραφή των ακόλουθων ενδείξεων: […] θ) η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 26·[…]». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ανωτέρω Κανονισμού «Η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης αναγράφονται υποχρεωτικά: α) όταν η μη αναγραφή τους ενδέχεται να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική χώρα καταγωγής ή τον πραγματικό τόπο προέλευσης του τροφίμου, ιδίως αν οι πληροφορίες που συνοδεύουν το τρόφιμο ή η ετικέτα στο σύνολό της υπονοούν ότι το τρόφιμο έχει διαφορετική χώρα καταγωγής ή τόπο προέλευσης· […]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας (Conseil d’État) στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Organisation juive européenne και της Vignoble Psagot Ltd και, αφετέρου, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αφετέρου, σχετικά με τη νομιμότητα ανακοίνωσης του Υπουργού, η οποία αφορούσε την ένδειξη της καταγωγής των προϊόντων που προέρχονται από τα εδάφη τα οποία κατέχει το κράτος του Ισραήλ από τον Ιούνιο του 1967.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο θʹ, του Κανονισμού 1169/2011 έχει την έννοια ότι τα τρόφιμα που κατάγονται από έδαφος κατεχόμενο από το κράτος του Ισραήλ, πέραν της ένδειξης του εν λόγω εδάφους, πρέπει, όταν προέρχονται από τοποθεσία ή σύνολο τοποθεσιών που αποτελεί ισραηλινό οικισμό στο εσωτερικό του εν λόγω εδάφους, να φέρουν και την ένδειξη αυτής της προέλευσής τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχ. θʹ, του Κανονισμού 1169/2011 έχει την έννοια ότι τα τρόφιμα που κατάγονται από έδαφος κατεχόμενο από το κράτος του Ισραήλ, πέραν της ένδειξης του εν λόγω εδάφους, πρέπει, όταν προέρχονται από τοποθεσία ή σύνολο τοποθεσιών που αποτελεί ισραηλινό οικισμό στο εσωτερικό του εν λόγω εδάφους, να φέρουν και την ένδειξη αυτής της προέλευσής τους.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-349/18 έως C-351/18, Nationale Maatschappij der Belgische Spoorwegen (NMBS) κατά Mbutuku Kanyeba κ.λπ. - Προδικαστική 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου του Κανονισμού 1371/2007 σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιβατών σιδηροδρομικών γραμμών καθώς και του άρθρου 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 3 σημείο 8 του Κανονισμού 1371/2007  «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι εξής ορισμοί: 8) ως “σύμβαση μεταφοράς” νοείται η σύμβαση μεταφοράς, επ’ αμοιβή ή δωρεάν, μεταξύ σιδηροδρομικής επιχείρησης ή πωλητή εισιτηρίων και του επιβάτη για την παροχή μιας ή περισσοτέρων υπηρεσιών μεταφοράς».  Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ειρηνοδικείο Αμβέρσας του Βελγίου (vredegerecht te Antwerpen) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Nationale Maatschappij der Belgische Spoorwegen (NMBS) (εθνικής εταιρίας βελγικών σιδηροδρόμων, SNCB) και, αφετέρου, του Mbutuku Kanyeba (υπόθεση C-349/18), της Larissa Nijs (υπόθεση C‑350/18) και του Jean-Louis Anita Dedroog (υπόθεση C-351/18), με αντικείμενο πρόσθετα ποσά που αξίωσε η εταιρία από τους δεύτερους επειδή είχαν ταξιδέψει με αμαξοστοιχία χωρίς να διαθέτουν τίτλο μεταφοράς.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, σημείο 8, του Κανονισμού 1371/2007 έχει την έννοια ότι η περίπτωση κατά την οποία ένας επιβάτης επιβιβάζεται σε αμαξοστοιχία για την πραγματοποίηση διαδρομής χωρίς να έχει αγοράσει εισιτήριο εμπίπτει στην έννοια της «σύμβασης μεταφοράς», κατά τη διάταξη αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, σημείο 8, του Κανονισμού 1371/2007 έχει την έννοια ότι η περίπτωση κατά την οποία ένας επιβάτης επιβιβάζεται σε ελεύθερα προσβάσιμη αμαξοστοιχία για την πραγματοποίηση διαδρομής χωρίς να έχει αγοράσει εισιτήριο εμπίπτει στην έννοια της «σύμβασης μεταφοράς».

9. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-255/18, State Street Bank International GmbH κατά Banca d'Italia – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2014/59 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63 για τη συμπλήρωση της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τις εκ των προτέρων συνεισφορές σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63, το οποίο φέρει τον τίτλο «Νεοεποπτευόμενα ιδρύματα ή αλλαγή καθεστώτος» «1. Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα είναι νεοεποπτευόμενο ίδρυμα μόνο για ένα μέρος της περιόδου συνεισφοράς, η μερική συνεισφορά καθορίζεται με εφαρμογή της μεθοδολογίας που παρατίθεται στο τμήμα 3 για το ποσό της ετήσιας συνεισφοράς του, που υπολογίζεται κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου συνεισφοράς με παραπομπή στον αριθμό των πλήρων μηνών της περιόδου συνεισφοράς για τους οποίους εποπτεύεται το ίδρυμα. 2. Μια αλλαγή του καθεστώτος ενός ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου ενός μικρού ιδρύματος, κατά τη διάρκεια της περιόδου συνεισφοράς δεν επηρεάζει την ετήσια καταβλητέα συνεισφορά κατά το συγκεκριμένο έτος.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Διοικητικό Πρωτοδικείο Λατίου της Ιταλίας (Tribunale amministrativo regionale per il Lazio) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της State Street Bank International GmbH και της Banca d’Italia, με αντικείμενο την καταβολή συνεισφορών στο εθνικό ταμείο εξυγίανσης στην Ιταλία. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της State Street Bank International GmbH και της Banca d’Italia, με αντικείμενο την καταβολή συνεισφορών στο εθνικό ταμείο εξυγίανσης στην Ιταλία.
Ένα από τα νομικά ζητήματα που προέκυψε ήταν εάν το άρθρο 12, παρ. 2, του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία η διασυνοριακή συγχώνευση με απορρόφηση ιδρύματος, το οποίο ευρίσκεται σε ένα Κράτος μέλος (Ιταλία), από τη μητρική του εταιρία, η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος μέλος(Γερμανία), και η συνακόλουθη εξαφάνιση του απορροφηθέντος αυτού ιδρύματος έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του 2015, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ούτε η εθνική αρχή εξυγίανσης ούτε το εθνικό ταμείο είχαν ακόμη επισήμως συσταθεί από το πρώτο Κράτος μέλος (Ιταλία), οι δε συνεισφορές δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 12, παρ. 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση διότι η επίμαχη διασυνοριακή συγχώνευση έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του 2015, όταν ο ανωτέρω κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός ήταν σε ισχύ. Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν επηρεάζει το γεγονός, αναφορικά με την ισχύ του Κανονισμού ότι ούτε η εθνική αρχή εξυγίανσης ούτε το εθνικό ταμείο είχαν ακόμη επισήμως συσταθεί από το πρώτο Κράτος μέλος (Ιταλία), οι δε συνεισφορές δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-609/17 και C-610/17, Terveys-ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) ry και Auto-ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT ry κατά Hyvinvointialan liitto ry και Satamaoperaattorit ry - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και του άρθρου 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το δικαστήριο εργατικών διαφορών  της Φιλανδίας (työtuomioistuin), στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, α) στην υπόθεση C-609/17, μεταξύ της Terveys-ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) και της Hyvinvointialan liitto και β) στην υπόθεση C-610/17, μεταξύ της Auto-ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT και της Satamaoperaattorit, με αντικείμενο την απόρριψη των αιτημάτων δύο εργαζομένων που βρέθηκαν σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας κατά τη διάρκεια περιόδου ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών και ζήτησαν τη μεταφορά ημερών ετήσιας άδειας αντίστοιχων με τον συνολικό αριθμό ή μέρος των ημερών αναρρωτικής άδειας που έλαβαν.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 αντιτίθεται σε εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή σε συλλογικές συμβάσεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιπλέον ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πέραν της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή ελάχιστης περιόδου τεσσάρων εβδομάδων, αλλά ταυτόχρονα αποκλείουν το ενδεχόμενο μεταφοράς των ημερών αυτών στην περίπτωση ασθένειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη αντιτίθεται σε εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή σε συλλογικές συμβάσεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιπλέον ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παρ. 1, της οδηγίας 2003/88 ελάχιστης περιόδου τεσσάρων εβδομάδων, αλλά ταυτόχρονα αποκλείουν το ενδεχόμενο μεταφοράς των ημερών αυτών στην περίπτωση ασθένειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο του 51, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί όσον αφορά τέτοιες εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή συλλογικές συμβάσεις.


CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2020
Το ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής (τριτενέργειας) των δικαιωμάτων 
του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κυρίου Νικολάου Κάκου με θέμα: Το ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής (τριτενέργειας) των δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Δεκέμβριος 2019) αξιολογήθηκε από την Τριμελή Επιτροπή Κρίσης με το βαθμό άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                             
                                                                                                                                 ΜΔΧ       

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η εφαρμογή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, δηλαδή η λεγόμενη οριζόντια εφαρμογή ή τριτενέργεια (horizontal direct effect), δεν ήταν ούτε είναι μέχρι σήμερα δεδομένη, όπως άλλωστε διαφαίνεται από τη νομολογία του ΔΕΕ από την έναρξη της δεσμευτικής ισχύος του Χάρτη την 1η Δεκεμβρίου του 2009. Η σκέψη ότι ο Χάρτης ως ισόκυρος με τις Συνθήκες θα τύχει ανάλογης αντιμετώπισης από το Δικαστήριο στο ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής δεν επαληθεύτηκε από την αντίστοιχη νομολογία, η οποία διήνυσε μέχρι τώρα μία κυμαινόμενη πορεία μέχρι τη διατύπωση συγκεκριμένων κριτηρίων για την ανάπτυξης τριτενέργειας. 
Η μελέτη της εφαρμογής των διατάξεων του Χάρτη σε οριζόντιες σχέσεις απαιτεί πρωτίστως την γενικότερη εξέταση του «ενωσιακού φαινομένου» υπό το πρίσμα της «θεωρίας της τριτενέργειας» ιδίως όπως αποτυπώνεται στη νομολογία του ΔΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό σημαντικά στοιχεία που τονίζονται στην παρούσα εργασία είναι τα εξής: πρώτον, η «ενσωμάτωση» της τριτενέργειας στην ενωσιακή έννομη τάξη διαπερνά τα ιστορικά στεγανά εντός των οποίων διαμορφώθηκε και έτσι αποκτά νέες διαστάσεις. Ενώ η προβληματική της εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και γενικών αρχών στις σχέσεις ιδιωτών στηρίζεται στην ιδέα των αμυντικών δικαιωμάτων έναντι του κράτους και στη διάκριση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης μία τέτοια αφετηρία δεν υφίσταται, αφού όχι μόνο η ιδέα της κρατικής εξουσίας υπό την τυπική έννοια απουσιάζει, αλλά και ο διαχωρισμός μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου είναι δυσδιάκριτος, εφόσον κράτος και ιδιώτες αντιμετωπίζονται συχνά ως ισότιμοι φορείς της Εσωτερικής Αγοράς. Εξάλλου, η ΕΕ δεν είχε εξαρχής ένα κατάλογο δικαιωμάτων, αντίστοιχο με ένα Σύνταγμα, και επομένως η νομολογιακή επεξεργασία αφορούσε κατά κύριο λόγο τις κοινοτικές ελευθερίες και δικαιώματα του παραγώγου δικαίου. Δεύτερον, η τριτενέργεια στην ενωσιακή έννομη τάξη ανάγεται σε ζήτημα σχέσης εθνικού με τον ενωσιακό κανόνα. Ενώ στο πλαίσιο ενός κράτους εξετάζεται καθεαυτό το ζήτημα της τριτενέργειας, όταν ένα δικαίωμα κατοχυρώνεται σε έναν εξωκρατικό κανόνα δικαίου είναι αναγκαίο να διευκρινισθούν πρώτα ζητήματα εισόδου, επικλησιμότητας και υπεροχής αυτού του κανόνα. Αφού πρώτα ελεγχθεί η ισχύς του κανόνα στην εθνική έννομη τάξη, τότε μόνο δύναται να τριτενεργήσει. Έτσι, το Δικαστήριο προσέγγισε την τριτενέργεια των ενωσιακών δικαιωμάτων ως μέρος της θεωρίας του άμεσου αποτελέσματος. Τρίτον, υπό το παραπάνω πρίσμα, αναγνωρίστηκε η τριτενέργεια αρκετών διατάξεων των Συνθηκών, των κανονισμών, των αποφάσεων, κατά περίπτωση των διεθνών συνθηκών που υπογράφει η Ένωση, αλλά κατά πάγια νομολογία απορρίπτεται η τριτενέργεια των διατάξεων των οδηγιών με κυριότερο επιχείρημα την άρνηση της ευθύνης των ιδιωτών για την αβελτηρία του κράτους μέλους. Τέλος, οι γενικές αρχές αποτελούν μία κατηγορία κανόνων, που αν και αναγνωρίστηκε η τριτενέργειά τους (υποθέσεις  Mangold, Κücükdeveci), υπάρχει μία ασάφεια σχετικά με τον τρόπο που αυτό γίνεται. Τέταρτον, σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο ακολουθεί μία right-by-right προσέγγιση, χωρίς να απορρίπτει ή να δέχεται συλλήβδην την τριτενέργεια των ενωσιακών δικαιωμάτων. 
Έχοντας υπόψη τις παραπάνω σκέψεις, ο μελετητής της τριτενέργειας του Χάρτη αντιμετωπίζει επίσης ζητήματα που αφορούν την ιδιαιτερότητα του περιεχομένου του. Ένα παγκοσμίως πρωτότυπο κείμενο που όμως η εφαρμογή του περιορίζεται από ρυθμίσεις που οι ίδιοι οι συντάκτες του έθεσαν. Οι τρεις περιορισμοί του Χάρτη αφορούν (1) την δεσμευτικότητά του μόνο όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ενωσιακό δίκαιο, (2) τους αποδέκτες του Χάρτη, που κατά το γράμμα του άρθρου 51 παρ. 1  είναι μόνο τα όργανα της Ένωσης και τα κράτη-μέλη, και (3) τη διάκριση δικαιωμάτων και αρχών, από τα οποία μόνο τα δικαιώματα έχουν επικλησιμότητα. Αν και ο δεύτερος περιορισμός έχει λυθεί από το Δικαστήριο υπέρ της τριτενέργειας, οι άλλοι δύο περιορισμοί συνεχίζουν να αποτελούν τροχοπέδη της επικλησιμότητάς του.
Στη συνέχεια, η ανατομία της ενωσιακής νομολογίας, από την νομική ισχύ του Χάρτη και έπειτα, αναδεικνύει την προβληματική όπως εκτέθηκε ανωτέρω. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ μπορεί να διακριθούν σε δύο φάσεις. Στην πρώτη περίοδο διάχυτη είναι η επιφυλακτικότητα στην αναγνώριση της οριζόντιας εφαρμογής των δικαιωμάτων του Χάρτη με μοναδική εξαίρεση, αν και δίχως επαρκή επιχειρηματολογία, την υπόθεση AMS, όπου απορρίφθηκε η τριτενέργεια του άρθρου 27 ΧΘΔΕ και ως obiter dictum κρίθηκε η οριζόντια εφαρμογή του άρθρου 21 ΧΘΔΕ. Η περίοδος αυτή, που αρχίζει με την υπόθεση Κücükdeveci και καταλήγει στην Dansk Industri, χαρακτηρίζεται από διστακτικότητα, αφού η χρήση του Χάρτη περιορίζεται μόνο στο να επενδύσει με μία υψηλή συμβολική αξία την δικαστική κρίση. Μάλιστα, στην υπόθεση Dominguez, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, η σιωπή του ΔΕΕ στη χρήση του Χάρτη ήταν «εκκωφαντική». Πλέον, η νομολογία έχει εισέλθει σε μία νέα δεύτερη φάση στην οποία όχι μόνο εξετάζει την πιθανή τριτενέργεια των δικαιωμάτων του Χάρτη, αλλά και έχει θέσει σαφή κριτήρια στις υποθέσεις Bauer και Max-Planck. Το πρώτο κριτήριο είναι ο «επιτακτικός χαρακτήρας» της διάταξης, δηλαδή το γεγονός ότι δεν χρειάζεται ένα επιπλέον ενωσιακό ή εθνικό εκτελεστικό μέτρο για να εξειδικευτεί το περιεχόμενό της και δεύτερον το «ανεπιφύλακτο» υπό την έννοια της ακρίβειας και της σαφήνειας του περιεχομένου της διάταξης. 
Ακόμα και με τη σημαντική αυτή νομολογιακή στροφή, η μεθοδολογική προσέγγιση του ΔΕΕ στο ζήτημα της τριτενέργειας παραμένει αγκυλωμένη σε δογματικά ζητήματα του ενωσιακού δικαίου. Το γεγονός ότι ο Χάρτης δεν αποτελεί σημείο αναφοράς στις δικαστικές αποφάσεις, ως η πρωταρχική πηγή δικαίου σε θέματα τριτενέργειας των δικαιωμάτων, αλλά δεύτερη ή και τρίτη εναλλακτική μετά τη τεχνική της σύμφωνης ερμηνείας και την έστω τυπική εξέταση της οριζόντιας ισχύος των οδηγιών, τον καθιστά έναν επικουρικό μηχανισμό (fallback mechanism) και η προστασία των δικαιωμάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις καταλήγει να είναι μία παράπλευρη διαπίστωση σε μία αμιγώς τεχνική διαδικασία. Επίσης, εφόσον το ΔΕΕ δεν δείχνει τη διάθεση να μεταστρέψει την πάγια νομολογία της άρνησης οριζόντιας ισχύος των οδηγιών και στο μέτρο που τα δικαιώματα του Χάρτη ιδίως τα κοινωνικά αλλά και η αρχή της μη διάκρισης κατοχυρώνονται και σε οδηγίες, η αμηχανία να αποτυπωθεί η ακριβής σχέση των οδηγιών και των δικαιωμάτων του Χάρτη είναι έκδηλη, όπως έκδηλος είναι και ο ετεροκαθορισμός του Χάρτη λόγω της μη αυτόνομης ερμηνείας και επεξεργασίας του ανεξαρτήτως άλλων πηγών. Μήπως λοιπόν το ζήτημα της τριτενέργειας του Χάρτη θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για μία νέα αντίληψη περί της αρχής του άμεσου αποτελέσματος ιδίως στο ζήτημα των οδηγιών; Πάντως, το ΔΕΕ οφείλει όχι απλά να  επιδιώξει τη σύγκλιση των διατάξεων του Χάρτη με τις Συνθήκες, αλλά να αντιληφθεί ότι το ζήτημα της διαπροσωπικής ενέργειας των δικαιωμάτων ως ουσιαστικό ζήτημα δεν τίθεται σε καμία περίπτωση εν αμφιβόλω και να το διακρίνει από το νομοτεχνικό ζήτημα που αφορά απλώς τον τρόπο που θα επιτευχθεί αυτή.
Δες τη μελέτη εδώ

Κάκος Νικόλαος, ΜΔΕ Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο 
nikolaoskakos@gmail.com




CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2020
H ΕΔΡΑ JEAN MONNET ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ Δ.Π.Θ.
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2016 - 2019

Με απόφαση της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Decision Nr. 2016 – 2402/001-001 EACEA) απένειμε στην Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Έδρα Jean Monnet, μετά από διαγωνιστική διαδικασία κατά την οποία αξιολογήθηκαν 737 αιτήσεις Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων  από όλο τον κόσμο.  Η τιμητική αυτή απόφαση, που έφερε τη Νομική Σχολή μεταξύ 147 επιλεγέντων Ιδρυμάτων, βασίστηκε, σύμφωνα με την κρίση ανεξάρτητων αξιολογητών, στην παράδοση και στην ποιότητα των προσφερομένων ευρωπαϊκών σπουδών στη Σχολή, στην πληρότητα της υποβληθείσας πρότασης και ικανότητα της ομάδας που θα αναλάβει την υλοποίηση του έργου της Έδρας. Στο πλαίσιο των παραπάνω και με την χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά την τριετή διάρκεια του προγράμματος (2016 – 2019) η Έδρα Jean Monnet της Νομικής Σχολής κλήθηκε να υλοποιήσει Πρόγραμμα με τίτλο: Το Κράτος Δικαίου στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: κεκτημένο ή ζητούμενο; 

Το πρόγραμμα της Έδρας προέβλεπε:

  • Την διατήρηση, ενίσχυση και εμβάθυνση στα θέματα που σχετίζονται με το Κράτος Δικαίου και τις άλλες αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων του Προγράμματος Σπουδών.
  • Την οργάνωση σεμιναρίων για σπουδαστές άλλων Τμημάτων του ΔΠΘ, νέους Δικηγόρους, Δικαστές, Εκπαιδευτικούς άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης και φορείς χάραξης πολιτικής.
  • Την οργάνωση Συνεδρίου, Στρογγυλής Τράπεζας, Ενημερωτικών Συναντήσεων. 
  • Την εκπόνηση συναφών με το θέμα του προγράμματος μελετών και ερευνητικών προγραμμάτων.
  • Την δημοσίευση εκπαιδευτικών εργαλείων, μελετών και πρακτικών Συνεδρίων.


Οι δραστηριότητες που ανάπτυξε η Έδρα Jean Monnet κατά την υλοποίηση του προγράμματός της  είχαν πολλαπλές επιδράσεις: 

Ενισχύθηκε το πρόγραμμα των ευρωπαϊκών σπουδών της Νομικής Σχολής με την εισαγωγή νέων μαθημάτων, ενώ παρήχθησαν νέα εκπαιδευτικά εργαλεία για την υποστήριξη της διδασκαλίας των μαθημάτων. Σήμερα η Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης   διαθέτει το πιο διευρυμένο πρόγραμμα ευρωπαϊκών σπουδών σε σύγκριση με τις άλλες  Νομικές Σχολές της Ελλάδας. Η δυναμική, εξάλλου, που ανέπτυξε η Έδρα αποτέλεσε το γόνιμο έδαφος για να δημιουργηθεί το 2018 ένα νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τον τίτλο: Σύγχρονες Ευρωπαϊκές  Σπουδές: Δίκαιο, Οικονομία, Πολιτική. 

Δόθηκε ώθηση στην έρευνα γύρω από τα θέματα των αξιών της Ένωσης και του Κράτους Δικαίου και παρήχθη ένα αξιοσημείωτο ερευνητικό αποτέλεσμα. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Έδρα στο πλαίσιο του ερευνητικού της προγράμματος έδωσε την ευκαιρία σε νέους επιστήμονες να ερευνήσουν, να συγγράψουν μελέτες και να δουν να δημοσιεύεται το προϊόν της έρευνάς τους.  

Αποτέλεσε, μέσω των ανοικτών εκδηλώσεων που διοργάνωσε, το πλαίσιο για την ανάπτυξη ενός γόνιμου επιστημονικού διαλόγου με την συμμετοχή επιστημόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικού. Κοινωνοί αυτού του διαλόγου έγιναν οι φοιτητές αλλά και το ευρύτερο κοινό είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της δημοσίευσης των πρακτικών των συνεδρίων, που διοργανώθηκαν. 

Η Έδρα, μέσω των σεμιναρίων και των ενημερωτικών συναντήσεων που διοργάνωσε, αποτέλεσε μια διαρκής πηγή πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης γύρω από επίκαιρα θέματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που δεν περιορίστηκε μόνο στους φοιτητές της Νομικής Σχολής αλλά επεκτάθηκε και σε φοιτητές άλλων Τμημάτων του Πανεπιστημίου, σε νομικούς από την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, σε εκπαιδευτικούς άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης και σε δημοσίους υπαλλήλους.  
Δες αναλυτικά τον απολογισμό εδώ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com


Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 10/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Οκτώβριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ


1. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-489/19 PPU, NJ κατά Generalstaatsanwaltschaft Berlin – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο του Βερολίνου της Γερμανίας (Kammergericht Berlin) στο πλαίσιο της εκτελέσεως ΕΕΣ, στη Γερμανία, εκδοθέντος κατά του NJ, από τη Εισαγγελία της Βιέννης της Αυστρίας και επικυρωθέντος με απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βιέννης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν εμπίπτουν στην έννοια του ΕΕΣ αυτά που εκδίδονται από τις εισαγγελικές αρχές Κράτους-μέλους οι οποίες, στο πλαίσιο της εκδόσεως αυτών των ενταλμάτων συλλήψεως, ενδέχεται να δεχθούν, άμεσα ή έμμεσα, εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη υπόθεση αναφέρεται  σε οδηγίες από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, έχοντας συνεκτιμήσει το γεγονός ότι τα εντάλματα αυτά πρέπει υποχρεωτικώς να επικυρωθούν από δικαστήριο που ελέγχει, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, τις αναγκαίες προϋποθέσεις εκδόσεως καθώς και την αναλογικότητα των εν λόγω ενταλμάτων συλλήψεως. Άρα το ζήτημα σχετίζεται με το κατά πόσο είναι επιτρεπτή η επέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στις εισαγγελικές αρχές συνεκτιμώντας ότι η τελική επικύρωση πραγματοποιείται από τα δικαστήρια. 
Το ΔΕΕ, αρχικά, επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι το σύστημα του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία συνδέεται με την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών μελών. Έτσι τα ΕΕΣ πρέπει να εκδίδονται βάσει των προϋποθέσεων που θέτει η Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584 και να καλύπτονται από τις εγγυήσεις που προσιδιάζουν στις δικαστικές αποφάσεις.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι στην έννοια του «ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» εμπίπτουν τα ΕΕΔ που εκδίδονται από τις εισαγγελικές αρχές Κράτους-μέλους, υπό την προϋπόθεση 
Α) ότι τα εν λόγω εντάλματα υπόκεινται, υποχρεωτικώς, προκειμένου να είναι δυνατή η διαβίβασή τους από τις εν λόγω εισαγγελικές αρχές, σε επικύρωση από δικαστήριο
Β) Το εθνικό δικαστήριο ελέγχει κατά τρόπο αντικειμενικό και ανεξάρτητο, έχοντας πρόσβαση στο σύνολο της ποινικής δικογραφίας στην οποία περιλαμβάνονται οι τυχόν εντολές ή οδηγίες στη συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, τις προϋποθέσεις εκδόσεως καθώς και την αναλογικότητα αυτών των ίδιων των ενταλμάτων συλλήψεως, εκδίδοντας ως εκ τούτου μια αυτοτελή απόφαση η οποία προσδίδει σε αυτά την οριστική τους μορφή.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-274/18, Minoo Schuch-Ghannadan κατά Medizinische Universität Wien – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 97/81/ΕΚ. Σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της Συμφωνίας Πλαισίου «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Εργατικών και Κοινωνικών υποθέσεων της Αυστρίας (Arbeits- und Sozialgericht Wien) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Minoo Schuch-Ghannadan και του Ιατρικού Πανεπιστημίου Βιέννης σχετικά με αγωγή της πρώτης με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η μεταξύ τους σχέση εργασίας κατέστη αορίστου χρόνου.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία ορίζει, όσον αφορά τους εργαζομένους μεγαλύτερη μέγιστη διάρκεια της σχέσης εργασίας για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο αντιτίθεται στην εθνική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον διαπιστωθεί ότι η ρύθμιση αυτή επηρεάζει αρνητικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό γυναικών εργαζομένων απ’ ό,τι ανδρών εργαζομένων και εφόσον δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο σκοπό ή τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεν είναι πρόσφορα και αναγκαία.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-260/18, Kamil Dziubak και Justyna Dziubak κατά Raiffeisen Bank International AG, prowadzący działalność w Polsce w formie oddziału pod nazwą Raiffeisen Bank International AG Oddział w Polsce, anciennement Raiffeisen Bank Polska SA,– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 2, του άρθρου 4, του άρθρου 6, παρ. 1, και του άρθρου 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Kamil Dziubak και της Justyna Dziubak, αφενός, και της Raiffeisen Bank International AG, prowadzący działalność w Polsce w formie oddziału pod nazwą Raiffeisen Bank International AG Oddział w Polsce, σχετικά με τον φερόμενο ως καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών που αφορούν τον μηχανισμό μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο, αφού διαπιστώσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα ορισμένων ρητρών δανειακής συμβάσεως με ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος και με επιτόκιο άμεσα συνδεόμενο με το διατραπεζικό επιτόκιο του συγκεκριμένου νομίσματος, να κρίνει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς τις ρήτρες αυτές για τον λόγο ότι η απάλειψή τους θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της φύσεως του κυρίου αντικειμένου της εν λόγω συμβάσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε εθνικό δικαστήριο, να διαπιστώσει ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς τις ρήτρες αυτές για τον λόγο ότι η απάλειψή τους θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της φύσεως του κυρίου αντικειμένου της εν λόγω συμβάσεως.
Ένα δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη συμπλήρωση των κενών συμβάσεως, τα οποία προκαλούνται λόγω της απαλείψεως των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται σε αυτή, αποκλειστικώς και μόνον βάσει εθνικών διατάξεων γενικού χαρακτήρα οι οποίες προβλέπουν ότι οι έννομες συνέπειες δικαιοπραξίας συμπληρώνονται, ιδίως, από τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την αρχή της επιεικείας ή από τα συναλλακτικά ήθη
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη συμπλήρωση των κενών συμβάσεως υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις


4. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-285/18, Kauno miesto savivaldybė και Kauno miesto savivaldybės administracija κατά UAB „Irgita“ και UAB „Kauno švara“ – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και άρθρων της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων και ειδικότερα το άρθρο 12 παρ. 1 της τελευταίας. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 στοιχ. α-γ της Οδηγίας 2014/24 «Μια δημόσια σύμβαση που ανατίθεται από αναθέτουσα αρχή σε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εάν πληρούνται οι κατωτέρω σωρευτικές προϋποθέσεις: α) η αναθέτουσα αρχή ασκεί επί του εν λόγω νομικού προσώπου έλεγχο ανάλογο εκείνου που ασκεί επί των δικών της υπηρεσιών· β) περισσότερο από το 80 % των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου νομικού προσώπου διεξάγεται κατά την εκτέλεση καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί από την ελέγχουσα αναθέτουσα αρχή ή άλλες νομικές οντότητες που ελέγχει η εν λόγω αναθέτουσα αρχή, και γ) δεν υπάρχει άμεση ιδιωτική κεφαλαιακή συμμετοχή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, με εξαίρεση μειοψηφικές και χωρίς δυνατότητα αρνησικυρίας μορφές ιδιωτικής κεφαλαιακής συμμετοχής που απαιτούνται από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις, σύμφωνα με τις Συνθήκες, οι οποίες δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο. […..]»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας (Lietuvos Aukščiausiasis Teismas) στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία κίνησαν ο Δήμος του Κάουνας και η διοίκηση του Δήμου του Κάουνας, (αναθέτουσα αρχή) με αντικείμενο τη σύναψη, μεταξύ της UAB «Kauno švara» και της αναθέτουσας αρχής, μιας σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών. Ειδικότερα τον Φεβρουάριο 2014 η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και διαχείρισης των χώρων πρασίνου, των δασών και των πάρκων του Δήμου του Κάουνας. Η σχετική δημόσια σύμβαση ανατέθηκε στην Irgita και, στο πλαίσιο αυτό, υπογράφηκε, μεταξύ άλλων, στις 18 Μαρτίου 2014 σύμβαση παροχής υπηρεσιών αποψίλωσης και κλαδέματος για διάρκεια τριών ετών, ήτοι έως τις 18 Μαρτίου 2017. Επειδή η αναθέτουσα αρχή δεν δεσμευόταν να παραγγείλει όλες τις υπηρεσίες ούτε ολόκληρο τον όγκο των υπηρεσιών που προβλέπονταν στην εν λόγω σύμβαση, τον Απρίλιο του 2016 ζήτησε την άδεια της αρχής δημοσίων συμβάσεων προκειμένου να συνάψει με την Kauno švara σύμβαση εσωτερικής ανάθεσης για υπηρεσίες ανάλογες με εκείνες τις οποίες είχε αναλάβει η Irgita. Ας σημειωθεί ότι η Kauno švara, η οποία διαθέτει νομική προσωπικότητα, ελέγχεται από την αναθέτουσα αρχή, που κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της.
Το βασικό νομικό ζήτημα που προέκυψε ήταν  να διευκρινιστεί αν η πραγματοποίηση εσωτερικής ανάθεσης που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12, παρ. 1, στοιχ. αʹ έως γʹ, της Οδηγίας 2014/24 είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης.
Το Δικαστήριο έκρινε αρχικά ότι το γεγονός ότι μια εσωτερική ανάθεση, υπό την έννοια του άρθρου 12, παρ. 1, της Οδηγίας 2014/24, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας αυτής δεν μπορεί να απαλλάξει τα Κράτη-μέλη αλλά ούτε και τις αναθέτουσες αρχές από την υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αναλογικότητας και της διαφάνειας.
Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι το δικαστήριο οφείλει ειδικότερα να κρίνει αν η αναθέτουσα αρχή, πραγματοποιώντας εσωτερική ανάθεση, της οποίας το αντικείμενο επικαλύπτει εκείνο της δημόσιας σύμβασης που εκτελούσε ήδη η Irgita ως ανάδοχος, παρέβη τις συμβατικές υποχρεώσεις τις οποίες υπείχε από τη δημόσια αυτή σύμβαση και παραβίασε την αρχή της διαφάνειας, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η αναθέτουσα αρχή δεν προσδιόρισε με επαρκή σαφήνεια τις ανάγκες της, ιδίως παραλείποντας να εξασφαλίσει στην ανάδοχο την παροχή ενός ελάχιστου όγκου υπηρεσιών, ή ακόμη αν η εν λόγω εσωτερική ανάθεση συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της όλης οικονομίας της σύμβασης που είχε συναφθεί με την Irgita.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-267/18, Delta Antrepriză de Construcţii şi Montaj 93 SA κατά Compania Naţională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 57, παρ. 4, στοιχ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Βουκουρεστίου της Ρουμανίας (Curtea de Apel Bucureşti) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Delta Antrepriză de Construcții și Montaj 93 SA και της Compania Națională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA, υπό την ιδιότητά της ως αναθέτουσας αρχής, με αντικείμενο τον αποκλεισμό της Delta από τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 4 στοιχ. ζ «Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αποκλείουν ή μπορούν να υποχρεώνονται από τα κράτη μέλη να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης οποιονδήποτε οικονομικό φορέα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις: […] ζ) εάν ο οικονομικός φορέας έχει επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, προηγούμενης σύμβασης με αναθέτοντα φορέα ή προηγούμενης σύμβασης παραχώρησης που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της προηγούμενης σύμβασης, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις».
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 57, παρ. 4, στοιχ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι η ανάθεση σε υπεργολάβο, από οικονομικό φορέα, μέρους των έργων στο πλαίσιο προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, η οποία αποφασίστηκε χωρίς την έγκριση της αναθέτουσας αρχής και είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία της συμβάσεως αυτής, συνιστά σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους υποχρέωσης σχετικής με την προγενέστερη δημόσια σύμβαση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και δικαιολογεί τον αποκλεισμό του εν λόγω οικονομικού φορέα από τη συμμετοχή του σε διαδικασία σύναψης μεταγενέστερης δημόσιας σύμβασης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 57, παρ. 4, στοιχ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ έχει την έννοια ότι η ανάθεση σε υπεργολάβο, από οικονομικό φορέα, μέρους των έργων στο πλαίσιο προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, η οποία αποφασίστηκε χωρίς την έγκριση της αναθέτουσας αρχής και είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία της συμβάσεως αυτής, συνιστά σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια και δικαιολογεί τον αποκλεισμό του εν λόγω οικονομικού φορέα
Τα ανωτέρω ισχύουν εφόσον η αναθέτουσα αρχή που οργανώνει την εν λόγω διαδικασία σύναψης της μεταγενέστερης σύμβασης, αφού προβεί στη δική της αξιολόγηση όσον αφορά την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του οικονομικού φορέα για τον οποίον είχε αποφασισθεί η καταγγελία της προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, κρίνει ότι μια τέτοια υπεργολαβία συνεπάγεται τον κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης με τον συγκεκριμένο οικονομικό φορέα. 

6. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-128/18, Dumitru-Tudor Dorobantu κατά Generalstaatsanwaltschaft Hamburg – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) καθώς και της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο Αμβούργου της Γερμανίας (Hanseatisches Oberlandesgericht Hamburg) στο πλαίσιο της εκτελέσεως στη Γερμανία (ΕΕΣ) εκδοθέντος στις 12 Αυγούστου 2016 από το Πλημμελειοδικείο Medgidia, εις βάρος του Dumitru-Tudor Dorobantu, με σκοπό την άσκηση ποινικών διώξεων στη Ρουμανία. Ειδικότερα, τον Αυγούστου 2016, το Πλημμελειοδικείο Medgidia εξέδωσε ΕΕΣ κατά του D.-T. Dorobantu, Ρουμάνου πολίτη, με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως για πράξεις που συνιστούν εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, καθώς και εγκλήματα πλαστογραφίας ή πλαστογραφίας μετά χρήσεως και το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Αμβούργου έκρινε νόμιμη την παράδοση του D.‑T. Dorobantu στις ρουμανικές αρχές κατ’ εκτέλεση του ΕΕΣ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν ποιες είναι οι ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι συνθήκες κρατήσεως ώστε να συνάδουν με το άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση του άρθρου 4 του Χάρτη στην περίπτωση προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η δικαστική αρχή εκτελέσεως η οποία έχει στη διάθεσή της αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών οφείλει, ακολούθως, να εκτιμήσει συγκεκριμένα και με ακρίβεια εάν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παραδόσεώς του στο κράτος μέλος αυτό, το συγκεκριμένο πρόσωπο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-70/18, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά A κ.λπ. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της απόφασης 2/76, η οποία λήφθηκε από το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χωρών (Raad van State) στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, του Υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας και του Α, και του υφυπουργού, αφενός, και των Β και P, αφετέρου, σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας κατά τη λήψη των βιομετρικών δεδομένων των A και B για τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής στις Κάτω Χώρες. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης 2/76 και της Απόφασης 1/80: «Τα κράτη μέλη της Κοινότητας και η [Τουρκική Δημοκρατία] δεν δύνανται να επιβάλλουν στους εργαζομένους που διαμένουν και απασχολούνται νομίμως στο έδαφός τους νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση.»
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7 της απόφασης 2/76 και το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 έχουν την έννοια ότι εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής σε υπηκόους τρίτων κρατών, συμπεριλαμβανομένων Τούρκων υπηκόων, τελεί υπό την προϋπόθεση της λήψης, καταχώρισης και διατήρησης των βιομετρικών δεδομένων τους σε κεντρικό αρχείο, συνιστά «νέο περιορισμό» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση συνιστά «νέο περιορισμό». Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από τον σκοπό που συνίσταται στην πρόληψη και στην καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

8. ΔΕΕ απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-673/17, Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände - Verbraucherzentrale Bundesverband e.V. κατά Planet49 GmbH – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχ. στʹ, και του άρθρου 5, παρ. 3, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών καθώς και του άρθρου 6, παρ. 1, στοιχ. αʹ, του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ομοσπονδίας των οργανώσεων και ενώσεων καταναλωτών και της Planet49 GmbH, εταιρίας η οποία παρέχει υπηρεσίες διαδικτυακών παιχνιδιών, σχετικά με τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων σε διαφημιστικό παιχνίδι διοργανωθέν από την εταιρία αυτή για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων τους σε χορηγούς και εμπορικούς εταίρους της εν λόγω εταιρίας καθώς και για την αποθήκευση πληροφοριών και την πρόσβαση σε πληροφορίες αποθηκευμένες στον τερματικό εξοπλισμό των χρηστών αυτών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το ανωτέρω ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι η συγκατάθεση δίδεται έγκυρα όταν η αποθήκευση πληροφοριών ή η πρόσβαση σε πληροφορίες ήδη αποθηκευμένες στον τερματικό εξοπλισμό του χρήστη ιστοτόπου, μέσω cookies, επιτρέπεται βάσει προσυμπληρωμένου τετραγωνιδίου το οποίο ο χρήστης πρέπει να από-επιλέξει προκειμένου να αρνηθεί να δώσει τη συγκατάθεσή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι η κατά τις εν λόγω διατάξεις συγκατάθεση δεν δίδεται έγκυρα υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-703/17, Adelheid Krah κατά Universität Wien – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, του άρθρου 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης καθώς και των άρθρων 20 και 21 του ΧΘΔΕΕ. Το άρθρο 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 ορίζει τα εξής: «Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο της Βιέννης στην Αυστρία στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Adelheid Krah και του Πανεπιστημίου της Βιέννης της Αυστρίας σχετικά με τη μερική προσμέτρηση της συναφούς προϋπηρεσίας την οποία συμπλήρωσε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης για τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών της.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, το άρθρο 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση πανεπιστημίου Κράτους-μέλους, κατά την οποία, για τη μισθολογική κατάταξη εργαζομένου ως μεταδιδακτορικού senior lecturer στο πανεπιστήμιο, η συναφής προϋπηρεσία που έχει πραγματοποιήσει ο εργαζόμενος προσμετράται μόνο μέχρι το ανώτατο όριο των τεσσάρων συνολικά ετών, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για προϋπηρεσία συμπληρωθείσα στο ίδιο πανεπιστήμιο ή σε άλλα πανεπιστήμια ή παρόμοια ιδρύματα του ίδιου ή άλλου Κράτους-μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45, παρ. 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση. 

10. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-93/18, Ermira Bajratari κατά Secretary of State for the Home Department - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, «Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον: α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής, ή β) διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Βόρειας Ιρλανδίας (Court of Appeal in Northern Ireland)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ermira Bajratari και του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με το δικαίωμά της διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1, στοιχ. β, της Οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ανήλικος πολίτης της Ένωσης διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνει υπέρμετρα το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του Κράτους-μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής του, ακόμη και όταν οι πόροι αυτοί προέρχονται από εισοδήματα αντλούμενα από απασχόληση την οποία ασκεί παράνομα ο πατέρας του, υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος δεν διαθέτει τίτλο διαμονής και άδεια εργασίας στο εν λόγω Κράτος-μέλος (Ηνωμένο Βασίλειο).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, παρ. 1, στοιχ. β, της Οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ανήλικος πολίτης της Ένωσης διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνει υπέρμετρα το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του Κράτους-μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής του υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.