Κυριακή 15 Μαΐου 2022

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2/2022
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΑΠΡΛΙΟΣ -ΙΟΥΝΙΟΣ 2021
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Απριλίου 2021, Υπόθεση C-896/19, Repubblika κατά Il-Prim Ministru – Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 19 ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρώτο τμήμα του πολιτικού δικαστηρίου δικάζον ως Συνταγματικό Δικαστήριο της Μάλτας (Prim’Awla tal-Qorti Ċivili – Ġurisdizzjoni Kostituzzjonali) στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της Repubblika, ενώσεως η οποία είναι καταχωρισμένη ως νομικό πρόσωπο στη Μάλτα και έχει ως σκοπό την προώθηση της προστασίας της δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου στο εν λόγω Kράτος-μέλος και του Πρωθυπουργού. Αντικείμενο της δίκης ήταν η άσκηση λαϊκής αγωγής σχετικά με τη συμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης των διατάξεων του Συντάγματος της Μάλτας που διέπει τη διαδικασία διορισμού των δικαστών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ αντιτίθεται σε εθνικές διατάξεις, οι οποίες παρέχουν στον Πρωθυπουργό του οικείου Κράτους-μέλους (Μάλτα) αποφασιστική εξουσία κατά τη διαδικασία διορισμού των δικαστών, προβλέποντας συγχρόνως την παρέμβαση, στη διαδικασία αυτή, οργάνου επιφορτισμένου, μεταξύ άλλων, με την αξιολόγηση των υποψηφίων για τη θέση του δικαστή και την παροχή γνώμης στον εν λόγω Πρωθυπουργό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ δεν αντιτίθεται στις ανωτέρω εθνικές διατάξεις.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Υπόθεση C-826/19, WZ κατά Austrian Airlines AG – Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 5 έως και 9 του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο Korneuburg της Αυστρίας, (Landesgericht Korneuburg) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του WZ και της Austrian Airlines AG με αντικείμενο αίτημα αποζημιώσεως του πρώτου λόγω της ταλαιπωρίας που υπέστη συνεπεία της ανακατευθύνσεως πτήσεως προς άλλον αερολιμένα προορισμού από εκείνον για τον οποίο είχε γίνει η κράτηση, ο οποίος όμως βρίσκεται εντός της ίδιας γεωγραφικής ζώνης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 5, παρ. 1, στοιχείο γʹ, το άρθρο 7, παράγραφος 1, και το άρθρο 8, παράγραφος 3, του Κανονισμού 261/2004 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση ανακατευθύνσεως πτήσεως και προσγειώσεώς της σε άλλον αερολιμένα από εκείνον για τον οποίο είχε γίνει η κράτηση, ο οποίος όμως εξυπηρετεί την ίδια πόλη ή περιοχή, μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα του επιβάτη σε αποζημίωση λόγω ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι σε περίπτωση ανακατευθύνσεως πτήσεως και προσγειώσεώς της σε άλλον αερολιμένα από εκείνον για τον οποίο είχε γίνει η κράτηση, ο οποίος όμως εξυπηρετεί την ίδια πόλη ή περιοχή, δεν μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα του επιβάτη σε αποζημίωση λόγω ματαιώσεως της πτήσεως. Ωστόσο, ο επιβάτης πτήσεως δικαιούται, κατ’ αρχήν, αποζημίωση όταν φθάνει στον τελικό προορισμό του τρεις ή περισσότερες ώρες μετά την ώρα αφίξεως που είχε αρχικά προγραμματίσει ο πραγματικός αερομεταφορέας.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, Υπόθεση C-511/19, AB κατά Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών – Σπύρος Λούης – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2 (ορισμός της άμεσης και της έμμεσης διακρίσεως στο πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης) και του άρθρου 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει: α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους». Η αίτηση υποβλήθηκε από τον Άρειο Πάγο στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του ΑΒ και του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών – Σπύρος Λούης σχετικά με την ένταξη του πρώτου, πριν από τη συνταξιοδότησή του, στο προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2 και το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, δυνάμει της οποίας οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα οι οποίοι συμπληρώνουν, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος τίθενται, έως τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας το οποίο συνεπάγεται μείωση των αποδοχών τους, απώλεια της τυχόν δυνατότητας επαγγελματικής εξέλιξής τους και μείωση, ή ακόμη και απώλεια, της αποζημίωσης απόλυσης την οποία θα δικαιούνταν να λάβουν κατά τη λύση της σχέσης εργασίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο Δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση εφόσον η ρύθμιση αυτή επιδιώκει θεμιτό σκοπό της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.(αρχή της αναλογικότητας)

4. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Υπόθεση C-485/19, LH κατά Profi Credit Slovakia s.r.o. – Προδικαστική 
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης), της αρχής της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, καθώς και των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό δικαστήριο Prešov της Σλοβακίας (Krajský súd v Prešove), στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ LH και Profi Credit Slovakia s. r. o. σχετικά με αδικαιολόγητο πλουτισμό της εταιρίας αυτής από πληρωμή στην οποία προέβη ο δανειολήπτης βάσει ρητρών σύμβασης καταναλωτικής πίστης, οι οποίες φέρονται ως καταχρηστικές ή παράνομες.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η αρχή της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία προβλέπει ότι αγωγή την οποία ασκεί καταναλωτής για την απόδοση ποσών που αχρεωστήτως κατέβαλε με βάση ρήτρες καταχρηστικές κατά την έννοια της Οδηγίας 93/13 ή ρήτρες αντίθετες προς τις επιταγές της Οδηγίας 2008/48, υπόκειται σε τριετή παραγραφή που αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία επήλθε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 20ης Μαΐου 2021, Υπόθεση C-8/20, L.R. κατά Bundesrepublik Deutschland – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 33, παρ. 2, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 2 στοιχ. δ «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αίτηση για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη μόνο εάν:[….] «δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95».
Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο Schleswig‑Holstein της Γερμανίας (Schleswig-Holsteinisches Verwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του L.R. και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με τη νομιμότητα αποφάσεως της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μεταναστεύσεως και Προσφύγων, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση ασύλου του ενδιαφερομένου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα απορρίψεως ως απαράδεκτης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, που υποβάλλεται στο Κράτος-μέλος αυτό από υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή του οποίου προγενέστερη αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα, υποβληθείσα σε τρίτο κράτος το οποίο εφαρμόζει τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ σύμφωνα με τη Συμφωνία μεταξύ της Ένωσης, της Ισλανδίας και της Νορβηγίας, είχε απορριφθεί από το τρίτο κράτος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 33, παρ. 2, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Μαΐου 2021, Υπόθεση C-6/20, Sotsiaalministeerium κατά Riigi Tugiteenuste Keskus, anciennement Innove SA – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 2 (αρχή της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων) και 46 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών καθώς και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 46 της ανωτέρω Οδηγίας «Είναι δυνατόν να ζητείται από κάθε οικονομικό φορέα που επιθυμεί να συμμετάσχει σε δημόσια σύμβαση να αποδεικνύει την εγγραφή του σε επαγγελματικό ή εμπορικό μητρώο ή να προσκομίζει ανάλογη ένορκη βεβαίωση ή πιστοποιητικό, όπως προσδιορίζονται στο παράρτημα ΙΧ Α για τις δημόσιες συμβάσεις έργων, στο παράρτημα ΙΧ Β για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και στο παράρτημα ΙΧ Γ για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, και σύμφωνα με τους προβλεπόμενους όρους στο κράτος μέλος εγκατάστασής του. Στις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, οσάκις οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες πρέπει να διαθέτουν ειδική έγκριση ή να είναι μέλη συγκεκριμένου οργανισμού για να είναι σε θέση να παράσχουν τη σχετική υπηρεσία στη χώρα καταγωγής τους, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να τους ζητάει να αποδείξουν ότι διαθέτουν την έγκριση αυτή ή ότι είναι μέλη του εν λόγω οργανισμού.»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Ταλίν της Εσθονίας (Tallinna Ringkonnakohus) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και του κέντρου υπηρεσιών αρωγής του κράτους σχετικά με την απόφαση οικονομικής διόρθωσης με την οποία το τελευταίο απέρριψε ορισμένες αιτήσεις πληρωμής που υπέβαλε το υπουργείο στο πλαίσιο έργου για την αγορά και τη διανομή επισιτιστικής βοήθειας για τα πλέον μειονεκτούντα άτομα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 2 και 46 της Οδηγίας 2004/18 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αναθέτουσα αρχή οφείλει να απαιτεί από τους προσφέροντες, με την προκήρυξη διαγωνισμού και ως κριτήριο ποιοτικής επιλογής, να αποδείξουν, ήδη κατά την υποβολή της προσφοράς τους, ότι διαθέτουν την κατά τον νόμο απαιτούμενη βεβαίωση εγγραφής σε μητρώο ή άδεια για την άσκηση της δραστηριότητας που αποτελεί αντικείμενο της επίμαχης δημόσιας σύμβασης και έχει χορηγηθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ έχουν ήδη εγγραφεί σε αντίστοιχο μητρώο ή έχουν λάβει αντίστοιχη άδεια στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένοι.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση. 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, Asociaţia «Forumul Judecătorilor din România» κ.λπ. κατά Inspecţia Judiciară κ.λπ. Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-83/19, C-127/19, C-195/19, C-291/19, C-355/19 και C-397/19 – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από δικαστήρια της Ρουμανίας και αφορούσαν θεσμικές πτυχές του ρουμανικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης, οι οποίες τροποποιήθηκαν στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης που πραγματοποιήθηκε στο εν λόγω Κράτος-μέλος με αντικείμενο τους λεγόμενους «νόμους για τη δικαιοσύνη». Οι πέντε αιτήσεις αφορούσαν τον προσωρινό διορισμό του επικεφαλής της Δικαστικής Επιθεώρησης και τη σύσταση μιας υπηρεσίας της εισαγγελικής αρχής, επιφορτισμένης με τη διερεύνηση των αδικημάτων που διαπράττονται εντός του δικαστικού σώματος.

Ένα σημαντικό ζήτημα που τέθηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης ήταν εάν αν το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών καθώς και η απόφαση 2006/928 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνουν σε εθνική ρύθμιση, η οποία θεσπίστηκε από την κυβέρνηση κράτους μέλους και της επιτρέπει να προβαίνει σε προσωρινούς διορισμούς στις διευθυντικές θέσεις της δικαστικής αρχής που είναι αρμόδια για τη διενέργεια των πειθαρχικών ερευνών και για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης εις βάρος των δικαστών και των εισαγγελέων, χωρίς να τηρείται η συνήθης διαδικασία διορισμού η οποία προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο για τέτοιες θέσεις.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο Δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση εφόσον μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να εγείρει εύλογες αμφιβολίες περί χρησιμοποίησης των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων της αρχής αυτής ως μέσου άσκησης πιέσεων στο έργο των δικαστών και των εισαγγελέων ή ως μέσου πολιτικού ελέγχου του έργου τους.

Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ εξέτασε το ζήτημα αν το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ καθώς και η απόφαση 2006/928 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνουν σε εθνική ρύθμιση που προβλέπει την ίδρυση εξειδικευμένης υπηρεσίας της εισαγγελικής αρχής με αποκλειστική αρμοδιότητα διερεύνησης των αδικημάτων που διαπράττονται από τους δικαστές και τους εισαγγελείς.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο Δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση, χωρίς η ίδρυση τέτοιας υπηρεσίας

– να δικαιολογείται από αντικειμενικές και επαληθεύσιμες επιτακτικές ανάγκες που άπτονται της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και

–  να συνοδεύεται από ειδικές εγγυήσεις, χάρη στις οποίες, αφενός, να αποκλείεται κάθε κίνδυνος χρησιμοποίησης της υπηρεσίας αυτής ως μέσου πολιτικού ελέγχου του έργου των δικαστών και των εισαγγελέων, ικανός να υπονομεύσει την ανεξαρτησία τους, και, αφετέρου, να διασφαλίζεται ότι κατά την άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας έναντι των δικαστών και των εισαγγελέων μπορούν να τηρούνται πλήρως οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη.

8. ΔΕΕ απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-94/20, Land Oberösterreich κατά KV - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 11 της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες, του άρθρου 2 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής και του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 11 της ανωτέρω Οδηγίας που φέρει τον τίτλο «Ίση μεταχείριση», προβλέπει ότι «1. Ο επί μακρόν διαμένων απολαύει ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς όσον αφορά: […] δ)      την κοινωνική ασφάλιση, την κοινωνική αρωγή και την κοινωνική προστασία, όπως ορίζονται από το εθνικό δίκαιο· […] 4.      Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ίση μεταχείριση ως προς την κοινωνική αρωγή και την κοινωνική προστασία στα βασικά πλεονεκτήματα. […]».
Η αίτηση υποβλήθηκε από το περιφερειακό δικαστήριο του Linz, της Αυστρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του KV και του Land Oberösterreich ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας, σχετικά με αίτημα αποκατάστασης της ζημίας την οποία υπέστη ο KV λόγω της απόρριψης αιτήματος για τη χορήγηση στεγαστικού επιδόματος.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται, ακόμη και όταν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας παρέκκλισης που προβλέπει το άρθρο 11, παρ. 4, της Οδηγίας αυτής, σε ρύθμιση Κράτους-μέλους βάσει της οποίας η χορήγηση στεγαστικού επιδόματος στους επί μακρόν διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν, με τρόπο καθοριζόμενο από τη ρύθμιση αυτή, ότι έχουν βασικές γνώσεις της γλώσσας αυτού του κράτους μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται, ακόμη και όταν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας παρέκκλισης στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση εφόσον το στεγαστικό επίδομα συνιστά «βασικό πλεονέκτημα» κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ζήτημα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-65/20, VI κατά KRONE – Verlag Gesellschaft mbH & Co KG – Προδικαστική 
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 6, της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των Κρατών-μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της VI, Αυστριακής υπηκόου και της KRONE – Verlag Gesellschaft mbH & Co KG, δημοσιογραφικής επιχειρήσεως με έδρα την Αυστρία, με αντικείμενο αγωγή της VI για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης οφειλόμενης στην τήρηση εσφαλμένης συμβουλής υγείας που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα την οποία εκδίδει η ως άνω εταιρία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2 της Οδηγίας 85/374, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 1 και του άρθρου 6 αυτής, έχει την έννοια ότι συνιστά «ελαττωματικό προϊόν», κατά τις εν λόγω διατάξεις, φύλλο έντυπης εφημερίδας το οποίο, κατά την εξέταση παραϊατρικού θέματος, παρέχει μια εσφαλμένη συμβουλή υγείας σχετικά με τη χρήση ενός φυτού, της οποίας η τήρηση προκάλεσε βλάβη στην υγεία ενός αναγνώστη της εφημερίδας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2 της Οδηγίας 85/374 έχει την έννοια ότι δεν συνιστά «ελαττωματικό προϊόν» σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά. περιστατικά.

10. ΔΕΕ απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-719/19, FS κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1 και του άρθρου 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών. Το άρθρο 15 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει «1.  Οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας. […] 3. Το κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύει η παράγραφος 1.».
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας των κάτω Χωρών (Raad van State)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του FS, πολίτη της Ένωσης που εγκατέλειψε την επικράτεια των Κάτω Χωρών κατόπιν εκδόσεως εις βάρος του αποφάσεως απομακρύνσεως, και του Υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας (Κάτω Χώρες) σχετικά με απόφαση με την οποία ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης τέθηκε υπό διοικητική κράτηση κατόπιν επανεισόδου του στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 15, παρ.  1, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι απόφαση απομακρύνσεως πολίτη της Ένωσης από το έδαφος του Κράτους-μέλους υποδοχής, εκδοθείσα βάσει της διατάξεως αυτής, με την αιτιολογία ότι ο πολίτης της Ένωσης δεν έχει πλέον δικαίωμα προσωρινής διαμονής στο έδαφος του εν λόγω Κράτους έχει εκτελεστεί πλήρως εκ του γεγονότος και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκατέλειψε το εν λόγω έδαφος εντός της ταχθείσας με την απόφαση απομακρύνσεως προθεσμίας για την οικειοθελή αναχώρησή του, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν, αφενός, στην περίπτωση άμεσης επανεισόδου του στο έδαφος αυτό, ο συγκεκριμένος πολίτης της Ένωσης απολαύει νέου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 6, παρ. 1, της Οδηγίας ή αν, αφετέρου, το Κράτος-μέλος υποδοχής μπορεί να λάβει νέα απόφαση απομακρύνσεως προκειμένου να τον εμποδίσει να εισέρχεται επανειλημμένως στο έδαφός του για σύντομο διάστημα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι απόφαση απομακρύνσεως πολίτη της Ένωσης δεν έχει εκτελεστεί πλήρως εκ του γεγονότος και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκατέλειψε το εν λόγω έδαφος εντός της ταχθείσας με την απόφαση απομακρύνσεως προθεσμίας για την οικειοθελή αναχώρησή του. Προκειμένου να απολαύει νέου δικαιώματος διαμονής στην εν λόγω επικράτεια πρέπει όχι μόνο να έχει εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά και να έχει επίσης όντως θέσει πραγματικό τέρμα στη διαμονή του στο συγκεκριμένο έδαφος, ούτως ώστε, σε περίπτωση επανεισόδου του σε αυτό, να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαμονή του συνιστά, στην πραγματικότητα, συνέχεια της προηγούμενης διαμονής του στο ίδιο έδαφος. 

11. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-718/19, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. κατά Conseil des ministers – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου (Cour constitutionnelle) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Ordre des barreaux francophones et germanophone, Association pour le droit des Étrangers ASBL, Coordination et Initiatives pour et avec les Réfugiés et Étrangers ASBL, Ligue des Droits de l’Homme ASBL και Vluchtelingenwerk Vlaanderen ASBL και του Συμβουλίου Υπουργών με αντικείμενο εθνική ρύθμιση που εφαρμόζει στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους α) μέτρα παρεμφερή με αυτά που εφαρμόζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών για την αποφυγή παντός κινδύνου διαφυγής των εν λόγω υπηκόων κατά την προθεσμία που τους τάσσεται για να εγκαταλείψουν το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής μετά την έκδοση αποφάσεως επιστροφής και β) ανώτατο χρονικό διάστημα κράτησης ενόψει απομάκρυνσης πανομοιότυπο με εκείνο που εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών.
Η Βελγική νομοθεσία όριζε ότι δύναται να εκδοθεί διαταγή εγκατάλειψης του εδάφους απευθυνόμενη σε πολίτη της Ένωσης και μέλη της οικογένειας του τάσσοντας συγκεκριμένη για την εφαρμογή της διαταγής. Εντός της προθεσμίας, η βελγική νομοθεσία όριζε ότι θα μπορούσαν να ληφθούν και προληπτικά μέτρα προς αποφυγή κινδύνου διαφυγής. Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι το Δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την επιβολή μέτρων στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους προς αποφυγή του κινδύνου διαφυγής τους, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που τους τάσσεται για να εγκαταλείψουν το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή κατά την παράταση της προθεσμίας αυτής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ καθώς και η Οδηγία 2004/38 αντιτίθενται στην πρόβλεψη εθνικών διατάξεων εφαρμοστέων στο πλαίσιο της εκτελέσεως αποφάσεως απομάκρυνσης πολιτών της Ένωσης και μελών των οικογενειών τους των οποίων το περιεχόμενο είναι πανομοιότυπο ή παρεμφερές με διατάξεις που αποσκοπούν στη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2008/115 σχετικά με την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι:

–  δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία εφαρμόζει στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που τους τάσσεται για να εγκαταλείψουν το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής διατάξεις που αποσκοπούν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, οι οποίες είναι παρεμφερείς με εκείνες οι οποίες αφορούν τους υπηκόους τρίτων χωρών (Οδηγία 2008/115/ΕΚ) υπό την προϋπόθεση ότι οι πρώτες διατάξεις τηρούν τις γενικές αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 27 της Οδηγίας 2004/38,

- αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία εφαρμόζει στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους, οι οποίοι, μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας ή της παράτασης της προθεσμίας αυτής, δεν συμμορφώθηκαν προς απόφαση απομάκρυνσης, μέτρο κράτησης ανώτατης διάρκειας οκτώ μηνών ενόψει απομάκρυνσης, δεδομένου ότι η διάρκεια αυτή είναι ίδια με εκείνη που εφαρμόζεται, κατά το εθνικό δίκαιο, στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν συμμορφώθηκαν προς απόφαση επιστροφής (βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2008/115).


12. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-645/19, Facebook Ireland Limited κ.λπ. κατά Gegevensbeschermingsautoriteit – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 55, παρ. 1, των άρθρων 56 έως 58 και 60 έως 66 του Κανονισμού 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Το άρθρο 58 παρ. 5 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπει «Κάθε αρχή ελέγχου διαθέτει όλες τις ακόλουθες εξουσίες έρευνας:[….] 5. Κάθε κράτος μέλος προβλέπει διά νόμου ότι η οικεία εποπτική αρχή έχει την εξουσία να γνωστοποιεί στις δικαστικές αρχές τις παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, να κινεί ή να μετέχει κατ’ άλλο τρόπο σε νομικές διαδικασίες, ώστε να επιβάλει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο των Βρυξελλών (hof van beroep te Brussel) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Facebook Ireland Ltd, Facebook Inc. και Facebook Belgium BVBA και της αρχής προστασίας δεδομένων με αντικείμενο αγωγή παραλείψεως εγερθείσα από τον πρόεδρο της τελευταίας με σκοπό να παύσει η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των χρηστών του διαδικτύου στο βελγικό έδαφος, η οποία πραγματοποιείται από το ηλεκτρονικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook μέσω τεχνολογιών όπως τα «cookies», τα «social plugins» και τα «pixels».
Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης τέθηκε το ζήτημα αν το άρθρο 58, παρ. 5, του Κανονισμού 2016/679 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση διασυνοριακής επεξεργασίας δεδομένων, εποπτική αρχή κράτους μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να κινεί ένδικες διαδικασίες, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μόνον εφόσον ο υπεύθυνος της διασυνοριακής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά του οποίου στρέφεται η ένδικη διαδικασία διαθέτει «κύρια εγκατάσταση» στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ή κάποια άλλη εγκατάσταση σε αυτό (Βέλγιο).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι εποπτική αρχή κράτους μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να κινεί ένδικες διαδικασίες, χωρίς να απαιτείται ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών τη διασυνοριακή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά του οποίου στρέφεται η ένδικη διαδικασία να διαθέτει κύρια εγκατάσταση ή άλλη εγκατάσταση στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού.
Επιπροσθέτως,  τέθηκε το ζήτημα αν το άρθρο 58, παρ. 5, του Κανονισμού 2016/679 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση διασυνοριακής επεξεργασίας δεδομένων, εποπτική αρχή κράτους μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να ασκήσει την εξουσία της να γνωστοποιεί οποιαδήποτε προβαλλόμενη παράβαση του εν λόγω Κανονισμού σε δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους και να κινεί, κατά περίπτωση, ένδικες διαδικασίες, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η ένδικη διαδικασία στρέφεται κατά της κύριας εγκαταστάσεως του υπευθύνου επεξεργασίας ή κατά της εγκαταστάσεως η οποία κείται στο κράτος μέλος στο οποίο η ίδια υπάγεται.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 58, παρ. 5, του Κανονισμού 2016/679 έχει την έννοια ότι εποπτική αρχή Κράτους-μέλους διαφορετική από την επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να ασκεί την εξουσία να γνωστοποιεί οποιαδήποτε προβαλλόμενη παράβαση του εν λόγω Κανονισμού σε δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους και να κινεί, κατά περίπτωση, ένδικες διαδικασίες στρεφόμενη τόσο κατά της κύριας εγκαταστάσεως του υπευθύνου επεξεργασίας η οποία ευρίσκεται στο Κράτος-μέλος στο οποίο υπάγεται η εν λόγω αρχή όσο και κατά άλλης εγκαταστάσεως του εν λόγω υπευθύνου, εφόσον η ένδικη διαδικασία αφορά επεξεργασία δεδομένων η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της εγκαταστάσεως αυτής και εφόσον η εν λόγω αρχή έχει αρμοδιότητα ασκήσεως της εξουσίας αυτής.

13. ΔΕΕ απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Υπόθεση C-439/19, Διαδικασία που κίνησε ο/η B - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 5, 6 και 10 του Κανονισμού 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, του άρθρου 1, παρ. 2, στοιχείο γγʹ, της Οδηγίας 2003/98/ΕΚ για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα καθώς και των αρχών της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και της ασφάλειας δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ανωτέρω Κανονισμού «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας που βασίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής ή εάν η επεξεργασία επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων. Πλήρες ποινικό μητρώο τηρείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Λετονίας στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο B σχετικά με το σύννομο εθνικής νομοθεσίας η οποία προβλέπει την πρόσβαση του κοινού στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τους βαθμούς ποινής που επιβάλλονται για τροχαίες παραβάσεις.
Το σημαντικότερο νομικό ζήτημα που προέκυψε από την συγκεκριμένη απόφαση ήταν εάν οι διατάξεις του ΓΚΠΔ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία υποχρεώνει τον δημόσιο φορέα που διατηρεί το μητρώο στο οποίο καταχωρίζονται οι βαθμοί ποινής που επιβάλλονται στους οδηγούς οχημάτων για τροχαίες παραβάσεις να γνωστοποιεί τα δεδομένα αυτά σε οποιονδήποτε υποβάλλει σχετική αίτηση, χωρίς ο αιτών να χρειάζεται να αποδείξει ειδικό συμφέρον για τη λήψη των εν λόγω δεδομένων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, παρ. 1, το άρθρο 6, παρ. 1, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 10, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Επιπροσθέτως,  τέθηκε το νομικό ζήτημα αν οι διατάξεις του ΓΚΠΔ, ιδίως το άρθρο 5, παρ. 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 10, καθώς και το άρθρο 1, παρ, 2, στοιχείο γγʹ, της Οδηγίας 2003/98, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει στον δημόσιο φορέα που διατηρεί το μητρώο στο οποίο καταχωρίζονται οι βαθμοί ποινής που επιβάλλονται στους οδηγούς οχημάτων για τροχαίες παραβάσεις να γνωστοποιεί τα δεδομένα αυτά σε επιχειρηματίες για σκοπούς περαιτέρω χρήσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο Δίκαιο της ΕΕ αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομοθεσία.

14. ΔΕΕ απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-682/18 και C-683/18, Frank Peterson κατά Google LLC κ.λπ. και Elsevier Inc. κατά Cyando AG - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την  ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1, και του άρθρου 8, παρ. 3, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Το άρθρο 3 της ανωτέρω Οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα παρουσίασης έργων στο κοινό και δικαίωμα διάθεσης άλλων αντικειμένων στο κοινό», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ του Frank Peterson και των εταιριών Google LLC και YouTube LLC (υπόθεση C-682/18) καθώς και μεταξύ της Elsevier Inc. και της Cyando AG (υπόθεση C-683/18), με αντικείμενο πλείονες προσβολές των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας του F. Peterson και της Elsevier εκ μέρους χρηστών της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο που διαχειρίζεται η YouTube και της πλατφόρμας φιλοξενίας και ανταλλαγής αρχείων που διαχειρίζεται η Cyando, αντίστοιχα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας έχει την έννοια ότι ο διαχειριστής πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο ή πλατφόρμας φιλοξενίας και ανταλλαγής αρχείων, στην οποία οι χρήστες μπορούν να θέτουν παρανόμως στη διάθεση του κοινού προστατευόμενο περιεχόμενο, τελεί ο ίδιος πράξη «παρουσίασης στο κοινό» του περιεχομένου αυτού, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας έχει την έννοια ότι ο διαχειριστής πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο δεν τελεί πράξη «παρουσίασης στο κοινό» σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, εκτός εάν συμβάλλει, κατά τρόπο που δεν περιορίζεται απλώς στη διάθεση της πλατφόρμας, στην παροχή στο κοινό πρόσβασης σε προστατευόμενο περιεχόμενο η οποία συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν ο διαχειριστής α) γνωρίζει συγκεκριμένα ότι είναι παρανόμως διαθέσιμο στην πλατφόρμα του προστατευόμενο περιεχόμενο και παραλείπει να το διαγράψει ή να καταστήσει ταχέως αδύνατη την πρόσβαση σε αυτό, ή β) όταν ο διαχειριστής, μολονότι γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι, γενικώς, τίθεται παρανόμως στη διάθεση του κοινού προστατευόμενο περιεχόμενο μέσω της πλατφόρμας του από τους χρήστες αυτής, δεν λαμβάνει τα κατάλληλα τεχνικά μέτρα που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να ληφθούν από έναν ευρισκόμενο στη θέση του επιχειρηματία ο οποίος επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια, για να αντιμετωπίσει με αξιόπιστο και αποτελεσματικό τρόπο τις προσβολές του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

 


CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΜΑΡΤΙΟΣ 2021
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2021, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-229/19 και C-289/19, Dexia Nederland BV κατά XXX και Z  - Προδικαστικές

Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από εφετείο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες, (Gerechtshof te Amsterdam) (C‑229/19) και το εφετείο της Χάγης, Κάτω Χώρες, (Gerechtshof Den Haag) (C‑289/19),  στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ της εταιρίας Dexia Nederland BV (Dexia) και καταναλωτών. Αντικείμενο της διαφοράς αποτέλεσε η άρνηση πληρωμής των τελικών λογαριασμών που είχε καταρτίσει η εταιρία αυτή, κατόπιν της καταγγελίας, από την πλευρά της εταιρείας, των συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως μετοχών, οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ των καταναλωτών και μιας εταιρίας την οποία διαδέχθηκε η Dexia. 

Ειδικότερα, ο δανειολήπτης, που είναι συνήθως καταναλωτής, δανείζεται από μια τράπεζα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ένα χρηματικό ποσό, που προσδιορίζεται ως «κεφάλαιο», με το οποίο η τράπεζα αυτή αποκτά μετοχές για λογαριασμό και προς όφελος του δανειολήπτη. Η ως άνω τράπεζα εξακολουθεί να έχει την κυριότητα των μετοχών μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του δανεισθέντος με τον τρόπο αυτόν ποσού, τα ενδεχόμενα μερίσματα όμως καταβάλλονται στον δανειολήπτη. Κατά τη διάρκεια της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο δανειολήπτης καταβάλλει δόσεις οι οποίες αντιστοιχούν στους τόκους επί του κεφαλαίου, σε ορισμένες δε περιπτώσεις σε χρεωλύσια προς αποπληρωμή του κεφαλαίου αυτού. Κατά τη λήξη της συμβάσεως, οι μετοχές εκποιούνται και ο δανειολήπτης εισπράττει το εισόδημα που προκύπτει από τη μεταβίβαση των μετοχών αυτών, αφαιρουμένου του υπολοίπου του κεφαλαίου και των δόσεων που ενδεχομένως οφείλονται ακόμη στην τράπεζα.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ρήτρα, η οποία καθορίζει εκ των προτέρων το πλεονέκτημα που αποκομίζει ο επαγγελματίας σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της συμβάσεως πρέπει να θεωρείται καταχρηστική βάσει της Οδηγίας 93/13 απλώς και μόνο λόγω του γεγονότος ότι η εν λόγω ρήτρα είναι ικανή να δημιουργήσει σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών που απορρέουν από τη σύμβαση κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως της συμβάσεως αυτής. Η επίδικη ρήτρα όριζε ότι η DEXIA είχε δικαίωμα να αξιώσει ολόκληρο το ανεξόφλητο υπόλοιπο του συνολικού ποσού (ή ποσών) χρηματοδοτικής μίσθωσης που συμφωνήθηκε με βάση όλες τις παρόμοιες με την παρούσα σύμβαση ισχύουσες συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθώς και να πωλήσει τους τίτλους στο χρηματιστήριο ή κατ’ άλλον τρόπο, σε χρόνο που θα ορίσει η τράπεζα. Η τράπεζα θα αφαιρούσε τα έσοδα εκ της πωλήσεως αυτής από το ποσό που της οφείλει ο δανειολήπτης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ρήτρα πρέπει να θεωρείται καταχρηστική εφόσον είναι ικανή να δημιουργήσει σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως της συμβάσεως αυτής, τούτο δε έστω και αν η ως άνω ανισορροπία θα μπορεί να ανακύψει μόνο σε περίπτωση επελεύσεως ορισμένων περιστάσεων ή έστω και αν, υπό άλλες περιστάσεις, η ρήτρα αυτή θα μπορούσε να αποβεί ακόμα και επωφελής για τον καταναλωτή.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-255/19,  Secretary of State for the Home Department κατά OA – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, του άρθρου 7 και του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 στοιχ. ε «1. Ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής παύει να είναι πρόσφυγας εάν: […] ε) δεν μπορεί πλέον να εξακολουθεί να αρνείται την προστασία που του παρέχει η χώρα της ιθαγένειας, διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα».

H αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Διοικητικών Διαφορών, τμήμα μεταναστεύσεως και ασύλου (Upper Tribunal, Immigration and Asylum Chamber) του Ηνωμένου Βασιλείου, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργού Εσωτερικών και του OA, Σομαλού υπηκόου, σχετικά με την ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα που είχε αναγνωριστεί στον ενδιαφερόμενο. Ειδικότερα, ο Υπουργός Εσωτερικών ανακάλεσε το καθεστώς πρόσφυγα του OA λόγω μεταβολής των συνθηκών στη χώρα καταγωγής του και τον απέκλεισε από την παροχή ανθρωπιστικής προστασίας δυνάμει του εθνικού δικαίου περί μεταναστεύσεως, εκτιμώντας παράλληλα ότι η επιστροφή του OA στη χώρα καταγωγής του δεν θα ήταν αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχ. εʹ, της Οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η «προστασία» στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή σε σχέση με την παύση του καθεστώτος πρόσφυγα πρέπει να ικανοποιεί τις ίδιες απαιτήσεις με εκείνες που απορρέουν, ως προς την αναγνώριση του ως άνω καθεστώτος, από το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω Οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, αυτής.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι λόγω της συμμετρίας που καθιερώνεται μέσω της Οδηγίας 2004/83 μεταξύ της αναγνωρίσεως και της παύσεως του καθεστώτος πρόσφυγα θα πρέπει να ικανοποιούνται οι ίδιες προϋποθέσεις. Επιπροσθέτως, η διαπίστωση από τις αρμόδιες αρχές ότι ο φόβος του πρόσφυγα ότι θα υποστεί διώξεις δεν είναι πλέον βάσιμος, θα πρέπει να εξακριβωθεί, λαμβάνοντας υπόψη την ατομική κατάσταση του πρόσφυγα, ότι ο φορέας ή οι φορείς προστασίας έλαβαν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τις διώξεις, ότι επομένως διαθέτουν, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικό νομικό σύστημα για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν διώξεις και ότι ο ενδιαφερόμενος πρόσφυγας θα έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή σε περίπτωση παύσεως της υπαγωγής του στο καθεστώς πρόσφυγα 

3. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-308/19, Consiliul Concurenţei κατά Whiteland Import Export SR - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 3, ΣΕΕ, του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 25, παρ. 3, του Κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα, 101 και 102 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ρουμανίας, (Înalta Curte de Casaţie şi Justiţie)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Αρχής Ανταγωνισμού και της Whiteland Import Export SRL (Whiteland), σχετικά με απόφαση περί επιβολής προστίμου στην εταιρία αυτή λόγω παράβασης των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ (αρχή της κοινοτικής πίστης ή καλόπιστης συνεργασίας) και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, κατά την οποία η εκδοθείσα από την εθνική αρχή ανταγωνισμού απόφαση περί κίνησης έρευνας σχετικά με παράβαση των κανόνων του περί ανταγωνισμού δικαίου της Ένωσης είναι η τελευταία πράξη της αρχής αυτής η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγραφής, που ισχύει σχετικά με την εξουσία της να επιβάλλει κυρώσεις, αποκλειομένης της δυνατότητας διακοπής της παραγραφής από μεταγενέστερη πράξη δίωξης ή έρευνας.

Εν προκειμένω, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση προέβλεπε ότι η παραγραφή για την επιβολή κυρώσεων λόγω παραβιάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού είναι πενταετής, ότι η παραγραφή αυτή αρχίζει από την ημέρα παύσης της παράβασης, ότι μπορεί να διακοπεί από ορισμένες πράξεις της εθνικής αρχής ανταγωνισμού και ότι η παραγραφή επέρχεται το αργότερο την ημερομηνία κατά την οποία έχει παρέλθει προθεσμία διάρκειας διπλάσιας της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει για την παράβαση χωρίς να έχει επιβληθεί κύρωση.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο καθορισμός εύλογων προθεσμιών παραγραφής όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού χάριν της ασφάλειας δικαίου, ο οποίος προστατεύει τόσο τις οικείες επιχειρήσεις όσο και τις αρχές αυτές, συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης. 

Επομένως, οι εθνικοί κανόνες που καθορίζουν τις προθεσμίες παραγραφής πρέπει να έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ των σκοπών της κατοχύρωσης της ασφάλειας δικαίου και της διασφάλισης της εξέτασης των υποθέσεων εντός εύλογης προθεσμίας, ως γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, και, της πραγματικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στο άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ και 101 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, όταν αποδεικνύεται συστημικός κίνδυνος ατιμωρησίας για τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τέτοιες παραβάσεις, κάτι που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-843/19, Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS) κατά BT – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 1, της Οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
– το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
–  την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
– τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο δικαστήριο της Καταλονίας της Ισπανίας, (Tribunal Superior de Justicia de Cataluña) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης (INSS) και της BT σχετικά με την άρνηση του INSS να χορηγήσει στην BT πρόωρη σύνταξη γήρατος.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, παρ. 1, της Οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση εθελούσιας πρόωρης συνταξιοδότησης εργαζομένου που είναι ασφαλισμένος στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, εξαρτά το δικαίωμα του εν λόγω εργαζομένου σε πρόωρη σύνταξη γήρατος από την προϋπόθεση να είναι το ποσό της σύνταξης αυτής τουλάχιστον ίσο με το ποσό της κατώτατης σύνταξης που θα δικαιούνταν ο εργαζόμενος στην ηλικία των 65 ετών, στο μέτρο που η εν λόγω ρύθμιση θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζομένους.

Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η συγκεκριμένη εθνική ρύθμιση δεν εισάγει διάκριση βασιζόμενη άμεσα στο φύλο, εφόσον εφαρμόζεται αδιακρίτως στους εργαζομένους, άνδρες και γυναίκες.

Όσον αφορά το ζήτημα αν μια τέτοια ρύθμιση εισάγει έμμεση διάκριση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη ιδιαίτερα μειονεκτικής μεταχείρισης μπορεί να διαπιστωθεί, ιδίως, εάν αποδειχθεί ότι η εθνική ρύθμιση επηρεάζει δυσμενώς σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό προσώπων ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου. 

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση ακόμη και αν η εν λόγω ρύθμιση θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζομένους –πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, εφόσον πάντως η συνέπεια αυτή δικαιολογείται από θεμιτούς σκοπούς κοινωνικής πολιτικής, οι οποίοι είναι άσχετοι προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Υπόθεση C-507/19, Bundesrepublik Deutschland κατά XT – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 12, παρ. 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας κλπ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της ανωτέρω Οδηγίας, που φέρει τον τίτλο ««Αποκλεισμός από το καθεστώς πρόσφυγα»: «1. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα εφόσον: α) εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 1 σημείο Δ της σύμβασης της Γενεύης, το οποίο αφορά την παροχή προστασίας ή συνδρομής από όργανα ή οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, εκτός της UNHCR. Σε περίπτωση που η εν λόγω προστασία ή συνδρομή έχει παύσει για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση των προσώπων αυτών σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τα εν λόγω πρόσωπα θα δικαιούνται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα της παρούσας οδηγίας».

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Bundesrepublik Deutschland και του XT σχετικά με την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο XT προκειμένου να του αναγνωρισθεί το καθεστώς πρόσφυγα.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της Οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν έχει παύσει η προστασία ή συνδρομή της UNRWA (οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για την παροχή προστασίας και συνδρομής στους Παλαιστίνιους υπό την ιδιότητά τους ως «Παλαιστινίων προσφύγων»), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η περιοχή της ζώνης επιχειρήσεων της UNRWA στην οποία ένας ανιθαγενής παλαιστινιακής καταγωγής είχε την πραγματική διαμονή του κατά το χρονικό σημείο της αναχώρησής του από την εν λόγω ζώνη επιχειρήσεων ή ότι πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλες περιοχές δράσης υπαγόμενες στη ζώνη επιχειρήσεων και, στην τελευταία περίπτωση, ποιες είναι οι περιοχές αυτές.

Το ΔΕΕ έκρινε το επίμαχο άρθρο του Δικαίου της ΕΕ έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν έχει παύσει η προστασία ή η συνδρομή της Υπηρεσίας Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο ατομικής αξιολόγησης όλων των κρίσιμων στοιχείων της εξεταζόμενης περίπτωσης, όλες οι περιοχές της ζώνης επιχειρήσεων της UNRWA στα εδάφη των οποίων έχει τη συγκεκριμένη δυνατότητα να εισέλθει και να παραμείνει ασφαλής ένας ανιθαγενής παλαιστινιακής καταγωγής, ο οποίος έχει εγκαταλείψει τη ζώνη αυτή.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-129/20 ΧΙ κατά Caisse pour l'avenir des enfants – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των ρητρών 1.1, 1.2 και 2.1, καθώς και της ρήτρας 2.3, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 96/34/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES. Σύμφωνα με τη ρήτρα 2.1 «Η παρούσα συμφωνία παρέχει ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας σε εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, έτσι ώστε να μπορούν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας που μπορεί να φτάνει μέχρι τα οκτώ έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους», ενώ η ρήτρα και 3.1 στοιχ. β ορίζει «Οι προϋποθέσεις πρόσβασης και οι κανόνες εφαρμογής της γονικής άδειας ορίζονται από το δίκαιο και/ή τις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, ενόσω τηρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις της παρούσας συμφωνίας. Τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν συγκεκριμένα: β) να εξαρτούν το δικαίωμα της γονικής άδειας από περίοδο εργασίας και/ή περίοδο αρχαιότητας που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος». 

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (Cour de cassation du Grand-Duché de Luxembourg) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ΧΙ και του Caisse pour l’avenir Ταμείου για το μέλλον των παιδιών, σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στη XI δικαίωμα γονικής άδειας προκειμένου να φροντίσει τα δίδυμα παιδιά της, με την αιτιολογία ότι δεν κατείχε αμειβόμενη θέση απασχόλησης κατά τον χρόνο της γέννησής τους.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν οι ρήτρες 1.1, 1.2 και 2.1, καθώς και η ρήτρα 2.3, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 96/34 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εξάρτηση της χορήγησης γονικής άδειας από τη διττή προϋπόθεση ο εργαζόμενος να απασχολείται νομίμως σε χώρο εργασίας και να είναι ασφαλισμένος, με την ιδιότητα του εργαζομένου, στον οικείο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, πρώτον, αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα τουλάχιστον μηνών αμέσως πριν από την έναρξη της γονικής άδειας και, δεύτερον, κατά τον χρόνο της γέννησης του παιδιού ή των παιδιών ή της αναδοχής τους προς υιοθεσία.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι ρήτρες 1.1, 1.2 και 2.1, καθώς και η ρήτρα 3.1, στοιχείο βʹ, της (αναθεωρημένης) συμφωνίας-πλαισίου της 18ης Ιουνίου 2009, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2010, σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια (και με την κατάργηση της Οδηγίας 96/34/ΕΚ), έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση ως προς την αδιάλειπτη εργασιακή απασχόληση του αιτούντος γονέα. Αντιθέτως, οι ρήτρες αυτές αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά τη χορήγηση δικαιώματος γονικής άδειας από την προϋπόθεση να έχει ο γονέας την ιδιότητα του εργαζομένου κατά τον χρόνο γέννησης ή υιοθεσίας του παιδιού του.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-922/19, Stichting Waternet κατά MG – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 9 της Οδηγίας 97/7/ΕΚ για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, του άρθρου 27 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, καθώς και του άρθρου 5, παρ. 5, και του σημείου 29 του παραρτήματος I της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά.

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών Hoge Raad der Nederlanden στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Stichting Waternet, εταιρίας ύδρευσης, και του MG, καταναλωτή, όσον αφορά αγωγή με αίτημα την εξόφληση τιμολογίων σχετικών με την κατανάλωση πόσιμου νερού παρεχόμενου από την εταιρία αυτή. Ειδικότερα, ο MG δεν ενημέρωσε τη Stichting Waternet ότι είναι ο νέος ένοικος της οικίας αυτής, αλλά ούτε ο προηγούμενος ένοικος δήλωσε τη αποχώρησή του από την εν λόγω οικία, ενώ συνέχισε να πληρώνει τους σχετικούς λογαριασμούς ύδρευσης μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2014. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η Stichting Waternet απέστειλε στον MG επιστολή καλωσορίσματος και αμέσως μετά άρχισε να του αποστέλλει λογαριασμούς ύδρευσης για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2014. Ο MG δεν εξόφλησε κανέναν λογαριασμό για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 18 Νοεμβρίου 2016. Κατόπιν τούτου, η Stichting Waternet άσκησε αγωγή ενώπιον του kantonrechter (ειρηνοδίκη, Κάτω Χώρες), ζητώντας να υποχρεωθεί ο MG να καταβάλει το ποσό των 283,79 ευρώ, πλέον νόμιμων τόκων και εξόδων, καθώς και, επικουρικώς, να της χορηγηθεί άδεια για τη διακοπή της σύνδεσης της εν λόγω οικίας με το δίκτυο ύδρευσης. Το δικαστήριο αυτό απέρριψε το αίτημα της Stichting Waternet περί καταβολής των ως άνω ποσών, με το σκεπτικό ότι η παροχή πόσιμου νερού αποτελούσε «μη παραγγελθείσα παροχή» βάσει του εθνικού αστικού κώδικα. 

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν σύμφωνα με το ανωτέρω επίμαχο ενωσιακό δίκαιο μια σύμβαση μεταξύ εταιρίας ύδρευσης και καταναλωτή μπορεί να θεωρηθεί ως συναφθείσα όταν ο καταναλωτής δεν έχει δώσει τη ρητή συναίνεσή του.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο όρος «παροχή μη παραγγελθέντων», κατά το σημείο 29 του παραρτήματος I της Οδηγίας 2005/29, έχει την έννοια ότι δεν καλύπτει την εμπορική πρακτική εταιρίας διανομής πόσιμου ύδατος η οποία συνίσταται στη διατήρηση της σύνδεσης με το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης κατά την εγκατάσταση καταναλωτή σε οικία η οποία κατοικούνταν προηγουμένως, εφόσον ο καταναλωτής αυτός α) δεν διαθέτει ελευθερία επιλογής του παρόχου της οικείας υπηρεσίας, β) ο πάροχος εφαρμόζει τιμολόγια τα οποία είναι κοστοστρεφή και διαφανή, δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι ανάλογα προς την κατανάλωση νερού, γ) ο δε καταναλωτής γνωρίζει ότι η οικία αυτή είναι συνδεδεμένη με το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης και ότι η παροχή νερού γίνεται έναντι πληρωμής.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-760/18, M.Β. κ.λπ. κατά Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (O.T.A.) «Δήμος Αγίου Νικολάου»

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 1 και της ρήτρας 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. 

Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης», ορίζει τα εξής: «1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

2. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται “διαδοχικές”·
β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου (Ελλάδα) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Μ.Β. και άλλων εργαζομένων και, αφετέρου, του εργοδότη τους, ήτοι του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία «Δήμος Αγίου Νικολάου», με αντικείμενο τον χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας τους ως απασχολούμενων με σχέση αορίστου χρόνου στην υπηρεσία καθαριότητας του εν λόγω δήμου.

Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει περιλαμβάνει την εφαρμογή εθνικής διάταξης που επιτρέπει τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μολονότι άλλη εθνική διάταξη, ανώτερης τυπικής ισχύος λόγω της συνταγματικής της φύσης, απαγορεύει απολύτως τέτοια μετατροπή όσον αφορά τον δημόσιο τομέα.(103 παρ. 8 του Ελληνικού Συντάγματος)

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας εθνικής ρύθμισης που επιτρέπει τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοστούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή όσον αφορά τον δημόσιο τομέα.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Υπόθεση C-857/19, Slovak Telekom a.s. κατά Protimonopolný úrad Slovenskej republiky – Προδικαστική

H αίτηση αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 6 του Κανονισμού 1/2003 «1. Η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού της Ένωσης. […] 6. Η κίνηση διαδικασίας με σκοπό την έκδοση απόφασης κατ’ εφαρμογή του κεφαλαίου ΙΙΙ από την Επιτροπή συνεπάγεται την απώλεια από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Εάν η αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους έχει ήδη επιληφθεί μιας υπόθεσης, η Επιτροπή κινεί διαδικασία μόνον κατόπιν διαβούλευσης με αυτή την εθνική αρχή ανταγωνισμού.»

Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Slovak Telekom a.s. και της σλοβακικής αρχής ανταγωνισμού σχετικά με τη νομιμότητα απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στην ST πρόστιμο λόγω κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της, κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, καθόσον τα τιμολόγια που εφάρμοσε σε αγορές λιανικών υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και στην αγορά χονδρικής διασύνδεσης επέφεραν συμπίεση των περιθωρίων κέρδους.

Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003 έχει την έννοια ότι οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών παύουν να είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή κινήσει διαδικασία για την έκδοση απόφασης με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των διατάξεων αυτών.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003 έχει την έννοια ότι οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών παύουν να είναι αρμόδιες υπό την προϋπόθεση ότι η τυπική αυτή πράξη αφορά τις ίδιες παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, οι οποίες φέρονται ως διαπραχθείσες από την ίδια ή τις ίδιες επιχειρήσεις στην ίδια ή στις ίδιες αγορές προϊόντων και στην ίδια ή στις ίδιες γεωγραφικές αγορές, κατά τη διάρκεια της ίδιας ή των ίδιων χρονικών περιόδων, με τις παραβάσεις που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας ή των διαδικασιών που έχουν προηγουμένως κινηθεί από τις εν λόγω αρχές.

Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, όπως η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης κατά το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, εφόσον για τις παραβάσεις αυτές επιβάλλονται κυρώσεις, χωριστά και ανεξάρτητα, από την Επιτροπή και από αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή ne bis in idem, έχει την έννοια ότι α) εφαρμόζεται σε παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού και β) απαγορεύει την εκ νέου καταδίκη επιχείρησης ή άσκηση δίωξης κατ’ αυτής για αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά σε σχέση με την οποία είτε της έχει ήδη επιβληθεί κύρωση είτε κρίθηκε ότι δεν έχει ευθύνη με προγενέστερη απόφαση η οποία έχει πλέον καταστεί απρόσβλητη. Αντιθέτως, η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή όταν μια επιχείρηση διώκεται και υφίσταται κυρώσεις, χωριστά και ανεξάρτητα, από μια αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους και από την Επιτροπή, που αφορούν διαφορετικές αγορές προϊόντων ή διαφορετικές γεωγραφικές αγορές, ή όταν μια αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους παύει να είναι αρμόδια, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παρ. 6, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού 1/2003.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-771/19, NAMA Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές Α.Ε. – LDK Σύμβουλοι Μηχανικοί A.E. κ.λπ. κατά Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) και Αττικού Μετρό A.E. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 3, του άρθρου 2, παρ. 1, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και του άρθρου 2α, παρ. 2, της Οδηγίας 92/13/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών.

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας αναστολής εκτέλεσης την οποία κίνησε ένωση εταιριών και οι εταιρίες που την απαρτίζουν (NAMA) κατά της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) (Ελλάδα) και της Αττικό Μετρό A.E., όσον αφορά τη νομιμότητα απόφασης την οποία εξέδωσε η Αττικό Μετρό A.E., ως αναθέτουσα αρχή, σχετικά με την αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης δημόσιων συμβάσεων στον τομέα των μεταφορών.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1, παρ. 3, το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και το άρθρο 2α, παρ. 2, της Οδηγίας 92/13, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική πρακτική κατά την οποία ένας προσφέρων ο οποίος αποκλείστηκε από διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης σε στάδιο προγενέστερο του σταδίου της ανάθεσης της σύμβασης αυτής και του οποίου η αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αποκλεισμού του από τη διαδικασία αυτή απορρίφθηκε δεν μπορεί, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, να προβάλει, με την ταυτοχρόνως ασκηθείσα αίτησή του για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης περί αποδοχής της προσφοράς άλλου προσφέροντος ισχυρισμούς άσχετους προς τις πλημμέλειες λόγω των οποίων αποκλείστηκε η προσφορά του, με εξαίρεση τον ισχυρισμό ότι η απόφαση περί αποδοχής της προσφοράς αυτής αντιβαίνει στην αρχή του ίσου μέτρου κρίσεως όσον αφορά τις προσφορές. 

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανωτέρω επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι ένας προσφέρων μπορεί να προβάλει, με την ταυτοχρόνως ασκηθείσα αίτησή του για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης περί αποδοχής της προσφοράς άλλου προσφέροντος, όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων μεταφοράς της νομοθεσίας αυτής, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών που δεν έχουν σχέση με τις πλημμέλειες λόγω των οποίων αποκλείστηκε η προσφορά του. Η δυνατότητα αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι απορρίφθηκε η προδικαστική προσφυγή ενώπιον ανεξάρτητου εθνικού οργάνου, την οποία έπρεπε, βάσει του εθνικού δικαίου, να ασκήσει προηγουμένως ο εν λόγω προσφέρων κατά της απόφασης αποκλεισμού του, εφόσον η απόρριψη αυτή δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

11. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-739/19, VK κατά An Bord Pleanála – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5 της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της ως άνω Οδηγίας «Για την άσκηση των δραστηριοτήτων οι οποίες αφορούν την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτου ενώπιον δικαστηρίου, κάθε Κράτος μέλος δύναται να επιβάλει στους δικηγόρους που αναφέρονται στο άρθρο 1 ως προϋπόθεση: α) να εμφανίζονται ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου και, κατά περίπτωση ενώπιον του προέδρου του αρμοδίου δικηγορικού συλλόγου στο Κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τους τοπικούς κανόνες ή τις τοπικές συνήθειες, β) να ενεργούν κατόπιν συμφωνίας, είτε με δικηγόρο που ασκεί την δραστηριότητά του ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεως και ο οποίος θα είναι υπεύθυνος, ενδεχομένως έναντι του δικαστηρίου αυτού, είτε με “avoué” ή “procuratore” που ασκεί την δραστηριότητά του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας (Supreme Court) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του VK και της αρχής εξετάσεως προσφυγών σχετικών με θέματα σχεδιασμού σχετικά με την υποχρέωση της παρέχουσας υπηρεσίες δικηγόρου και εκπροσώπου του εκκαλούντος της κύριας δίκης να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο εγγεγραμμένο στον τοπικό δικηγορικό σύλλογο με σκοπό την εκπροσώπηση του εν λόγω εκκαλούντος ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5 της Οδηγίας 77/249 έχει την έννοια ότι απαγορεύει να επιβάλλεται σε δικηγόρο, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες εκπροσώπησης του πελάτη του, η υποχρέωση να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο που ασκεί τις δραστηριότητές του ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υπόθεσης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5 της Οδηγίας 77/249 έχει την έννοια ότι:

– δεν απαγορεύει να επιβάλλεται σε δικηγόρο η υποχρέωση να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο που ασκεί τις δραστηριότητές του ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υπόθεσης 

–  δεν είναι δυσανάλογη στο πλαίσιο συστήματος στο οποίο οι δικηγόροι έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τους αντίστοιχους ρόλους τους, δεδομένου ότι ο δικηγόρος που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου έχει ως μοναδικό σκοπό, κατά γενικό κανόνα, να επικουρεί τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την προσήκουσα εκπροσώπηση του πελάτη και την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι του δικαστηρίου αυτού·

–  η επιβολή της ανωτέρω υποχρέωσης ενέργειας χωρίς να συνεκτιμάται η πείρα του παρέχοντος υπηρεσίες δικηγόρου βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

12. ΔΕΕ απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-578/19, X κατά Kuoni Travel Ltd – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο « 2. Όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν εις βάρος του καταναλωτή λόγω μη εκτελέσεως ή πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής να φέρουν ευθύνη, εκτός αν αυτή η μη εκτέλεση ή πλημμελής εκτέλεση δεν οφείλεται ούτε σε δική τους υπαιτιότητα ούτε σε υπαιτιότητα κάποιου άλλου παρέχοντος υπηρεσίες, διότι - οι παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά την εκτέλεση της συμβάσεως καταλογίζονται στον καταναλωτή, - οι παραλείψεις αυτές καταλογίζονται σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στη σύμβαση και έχουν απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο χαρακτήρα, – οι παραλείψεις αυτές οφείλονται σε λόγους ανωτέρας βίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, σημείο ii), ή σε γεγονός που ούτε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, ούτε ο παρέχων υπηρεσίες, θα μπορούσαν, με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια να προβλέψουν ή να αποτρέψουν. […]».

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου (Supreme Court of the United Kingdom) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της X, καταναλώτριας διαμένουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο, και της Kuoni Travel Ltd, διοργανώτριας ταξιδιών εγκατεστημένης στο Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικά με αξίωση αποζημιώσεως που προέβαλε η X λόγω ζημίας η οποία ανέκυψε από την πλημμελή εκτέλεση συμβάσεως οργανωμένου ταξιδίου που συνήφθη μεταξύ της X και της Kuoni

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν ότι το άρθρο 5, παρ. 2, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 90/314 έχει  την έννοια ότι, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως των συγκεκριμένων υποχρεώσεων οφειλόμενης σε πράξεις υπαλλήλου ενός παρόχου υπηρεσιών που εκτελεί τη σύμβαση, ο υπάλληλος αυτός πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παρέχων υπηρεσίες για τους σκοπούς εφαρμογής της διατάξεως, ο δε διοργανωτής δύναται να απαλλαγεί από την ευθύνη του λόγω μη εκπληρώσεως ή λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως, κατ’ εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι α) ο υπάλληλος αυτός δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παρέχων υπηρεσίες για τους σκοπούς εφαρμογής της διατάξεως αυτής, β) ο δε διοργανωτής δεν δύναται να απαλλαγεί από την ευθύνη του λόγω μη εκπληρώσεως ή λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως.

13. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, Υπόθεση C-824/18, A.B. κ.λπ. κατά Krajowa Rada Sądownictwa – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 2, του άρθρου 4, παρ. 3, του άρθρου 6, παρ. 1, και του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, του άρθρου 15, παράγραφος 1, του άρθρου 20, του άρθρου 21, παράγραφος 1, του άρθρου 47 και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία.

Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πολωνίας (Naczelny Sąd Administracyjny) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ των A.B., C.D., E.F., G.H. και I.J., αφενός, και του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (KRS), αφετέρου, σχετικά με πορίσματα με τα οποία το εν λόγω Συμβούλιο αποφάσισε να μην προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας τον διορισμό των ενδιαφερομένων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να προτείνει τον διορισμό άλλων υποψηφίων στις θέσεις αυτές.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι αντιτίθενται σε τροποποιήσεις της εθνικής έννομης τάξεως οι οποίες: α) στερούν από εθνικό δικαστήριο την αρμοδιότητά του να αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό επί προσφυγών ασκουμένων από υποψηφίους για θέσεις δικαστών δικαστηρίου, όπως είναι το Ανώτατο Δικαστήριο κατά αποφάσεων οργάνου, όπως το KRS να μην προταθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η υποψηφιότητά τους, αλλά να προταθεί εκείνη άλλων υποψηφίων, β) καταργούν αυτοδικαίως τη δίκη επί τέτοιων προσφυγών εφόσον η εκδίκασή τους εκκρεμεί ακόμη, αποκλείοντας το ενδεχόμενο να συνεχισθεί η εξέτασή τους ή οι προσφυγές αυτές να ασκηθούν εκ νέου, και γ) στερούν από εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα τα οποία είχε υποβάλει στο Δικαστήριο. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι του επιβάλλει να μην εφαρμόσει τις τροποποιήσεις αυτές και, κατά συνέπεια, να ασκήσει την αρμοδιότητα που είχε να αποφαίνεται επί των διαφορών των οποίων είχε επιληφθεί πριν από τη θέσπιση των εν λόγω τροποποιήσεων.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι στην περίπτωση των ανωτέρω τροποποιήσεων το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι : α) το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε τέτοιες τροποποιήσεις σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις αυτές είχαν ειδικώς ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν το Δικαστήριο να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων, β) το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε τέτοιες τροποποιήσεις στην περίπτωση που αυτές δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς το ανεπηρέαστο των δικαστών, οι οποίοι διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας βάσει των εν λόγω αποφάσεων του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου έναντι εξωτερικών στοιχείων, ειδικότερα δε έναντι της άμεσης ή έμμεσης ασκήσεως επιρροής εκ μέρους της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, γ) σε περίπτωση αποδεδειγμένης παραβάσεως των εν λόγω άρθρων, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις επίμαχες τροποποιήσεις, ανεξαρτήτως αν είναι νομοθετικής ή συνταγματικής φύσεως, και να συνεχίσει να ασκεί την αρμοδιότητα που είχε να εκδικάζει τις διαφορές των οποίων είχε επιληφθεί πριν θεσπισθούν οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις.


Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

 CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2021
ΔΙΑΛΕΞΗ ΚΡΑΤΕΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ 2021

Κρίση του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ
Μιχάλης δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Κοσμήτορας Νομικής ΔΠΘ

(Κομοτηνή Δεκέμβριος 2021)



Παρά τις επιτυχίες που παρουσίασε η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς, υιοθέτηση του Ευρώ, διαδοχικές διευρύνσεις) τις δύο τελευταίες δεκαετίες αντιμετωπίζει διαδοχικές κρίσεις. Η εικόνα που δημιουργείται είναι αυτή της Ένωσης, που έχει χάσει την ενοποιητική της ορμή, που αντιδρά με καθυστέρηση, άτολμα και κατά κανόνα αναποτελεσματικά μπροστά στις προκλήσεις των καιρών, που κινδυνεύει να εισέλθει σε τέλμα από το οποίο είχε ξεφύγει μετά το 1987 και την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα διαρκώς αυξανόμενο έλλειμμα εμπιστοσύνης των ευρωπαϊκών λαών προς το ενοποιητικό εγχείρημα, που φαίνεται να αποστερείται της εκ του αποτελέσματος νομιμοποίησης, που απολάμβανε επί σειρά ετών, ενώ ενισχύει τον ευρωσκεπτικισμό και τις φυγόκεντρες τάσεις.  Από τις κρίσεις που αντιμετώπισε η ΕΕ την τελευταία δεκαετία – κρίση χρέους Κρατών-μελών της Ευρωζώνης (2010), προσφυγική κρίση (2015), BREXIT, κρίση πανδημίας (2020) – που δοκίμασαν την αποτελεσματικότητα της και τη συνοχή της, η λιγότερο γνωστή και προβεβλημένη είναι η «κρίση Κράτους Δικαίου», στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, επιχειρώντας να αποδείξω ότι αυτή είναι η σοβαρότερη, αφού τείνει να καταστεί υπαρξιακή. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ βασίζεται «στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες». Μεταξύ των παραπάνω «συνταγματικών θεμελίων», που συγκροτούν την φιλελεύθερη αξιακή ταυτότητα της Ένωσης, κεντρική θέση κατέχει η αρχή του Κράτους Δικαίου, που λειτουργεί ως «αρχή ομπρέλα» και υποχρεώνει σε σεβασμό της τόσο τα Θεσμικά Όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και τα Κράτη-μέλη, αποκτώντας έτσι καθολικό χαρακτήρα. Σημειώνω ότι μόλις πρόσφατα (2020) εμφανίστηκε σε ενωσιακό νομικό κείμενο για πρώτη φορά ορισμός του Κράτους Δικαίου, που επί χρόνια η έννοια του θεωρούνταν αφηρημένη και ανοικτή παρά την ενσωμάτωση της στην έννομη τάξη της ΕΕ με τη νομολογία του Δικαστηρίου με την περίφημη απόφασή του στην υπόθεση των Πρασίνων το 1983. Έτσι, στο άρθρο 2 του Κανονισμού 2020/2092 ως Κράτος Δικαίου ορίζεται «η αξία της Ένωσης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία περιλαμβάνει τις εξής αρχές: νομιμότητα, που υποδηλώνει διαφανή, υπεύθυνη, δημοκρατική και πλουραλιστική διαδικασία για τη θέσπιση νόμων• ασφάλεια δικαίου• απαγόρευση της αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας• αποτελεσματική δικαστική προστασία από ανεξάρτητα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων• διάκριση των εξουσιών και ισότητα ενώπιον του νόμου».

Από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας παρουσιάστηκαν σε Κράτη-μέλη, όπως στην Ουγγαρία, στην Ρουμανία και στην Πολωνία σοβαρές αποκλίσεις από τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε λόγο για «κρίση Κράτους Δικαίου». Ο όρος απηχούσε μια αρχική αντίληψη στους κόλπους των ευρωπαϊκών θεσμών ότι πρόκειται για μια κατάσταση, που είναι σοβαρή μεν αλλά ευκαιριακή, εξαιρετική και τελικά αντιμετωπίσιμη με τα διαθέσιμα μέσα. Γρήγορα, ωστόσο, χρησιμοποιήθηκε ο όρος «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» (rule of law backsliding), ως πιο κατάλληλος για να περιγράψει το γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, της συστηματικής αποδυνάμωσης των συνταγματικών μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης (checks and balances) από μια νέα γενιά εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών, όπως ο Πούτιν, ο Ερντογάν, οι Τσάβες και Μαδούρο, ο Όρμπαν και οι αδελφοί Κατσίνσκι. Εξάλλου, ο όρος αποτυπώνει, ιδιαίτερα για το χώρο της ΕΕ, μια κατάσταση διολίσθησης χωρών, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, από το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο ίσχυε σε αυτές και αποτέλεσε προϋπόθεση για την προσχώρησή τους στην Ένωση σε αντιφιλελεύθερες μορφές διακυβέρνησης (illiberalism). Οι L. Pech και K. L. Scheppele ορίζουν την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου ως «τη διαδικασία μέσω της οποίας εκλεγμένες δημόσιες αρχές εφαρμόζουν εσκεμμένα κυβερνητικά σχέδια, που αποσκοπούν στη συστηματική αποδυνάμωση, εκμηδένιση ή έλεγχο των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας, με στόχο την απογύμνωση του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους και την εδραίωση της μακροχρόνιας κυριαρχίας του επικρατούντος κόμματος». Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κυβερνητικών σχεδίων για την αποδυνάμωση του Κράτους Δικαίου, που εκδηλώθηκαν σε Κράτη-μέλη της ΕΕ την τελευταία δεκαετία, είναι οι παρεμβάσεις στη δικαστική εξουσία, με σκοπό την επιβολή περιορισμών στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης,  στην αμεροληψία του δικαστικού σώματος, στο σύστημα του δικαστικού ελέγχου, ιδιαίτερα των συνταγματικών δικαστηρίων, όπου αυτά υφίστανται. Ελέγχοντας την δικαιοσύνη και ιδιαίτερα τα ανώτατα δικαστήρια μπορούν κατόπιν να θεσπίζουν αυταρχική νομοθεσία χωρίς να κινδυνεύουν να κριθεί αυτή ως αντισυνταγματική.
 
Η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της Ένωσης εγκυμονεί σοβαρούς πολιτικούς και νομικούς κινδύνους για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της ενωσιακής έννομης τάξης ειδικότερα. Οι πολιτικοί κίνδυνοι συνδέονται με την αποδυνάμωση της νομιμοποίησης του ενωσιακού συστήματος λήψης αποφάσεων από τη συμμετοχή σε αυτό κυβερνήσεων που δεν σέβονται τις αξίες της. Σήμερα που η Ε.Ε. και τα Θεσμικά της Όργανα καθορίζουν μέσω του ενωσιακού δικαίου τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτή εξαρτάται από αυταρχικές κυβερνήσεις, όταν αυτές καλούνται να συμπράξουν στην ενωσιακή διαδικασία λήψης αποφάσεων. Εξάλλου, ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου, ιδιαίτερα από τα Κράτη-μέλη, είναι κομβικής σημασίας, αφού «παράγει» την αναγκαία αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών και μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, στην οποία εδράζεται το νομικό ενωσιακό οικοδόμημα μετά και την εγκαθίδρυση ενός Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, που θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων. Οι δικαστικές αποφάσεις ενός Κράτους-μέλους μπορούν να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται αυτόματα σε όλα τα υπόλοιπα Κράτη-μέλη επειδή όλα αναγνωρίζουν και σέβονται τις ίδιες αξίες, όπως είναι το Κράτος Δικαίου, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Βεβαίως, η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου πέρα από τους παραπάνω σοβαρούς κινδύνους έχει και άλλες σημαντικές για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση συνέπειες: 
(α) Ο κίνδυνος διάχυσης του φαινομένου. Ήδη η Επιτροπή στην Έκθεσή της το 2020 για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου στα Κράτη-μέλη απαριθμεί εκτός από την Ουγγαρία και την Πολωνία αλλά 5 Κράτη-μέλη όπου παρουσιάζονται προβλήματα: Ρουμανία, Βουλγαρία, Σλοβακία, Κροατία και Μάλτα. 
(β) Η αμφισβήτηση της υποχρέωσης συμμόρφωσης στο ενωσιακό δίκαιο. Ο κίνδυνος της διάχυσης δεν αφορά μόνο την παραβίαση των αξιών αλλά και την τάση της Ουγγαρίας και της Πολωνίας να αρνούνται να συμμορφωθούν στο δίκαιο της Ένωσης και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες αυτό αναγνωρίζει ότι οι χώρες αυτές παραβίασαν τις υποχρεώσεις τους εκ των Συνθηκών. Έτσι, όμως, αμφισβητείται το βασικό δομικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που δεν είναι άλλο από την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών συμμόρφωσης στο ενωσιακό δίκαιο. 
(γ) Η επιμένουσα οπισθοδρόμηση Κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το Κράτος Δικαίου και την αξιακή ταυτότητά της γενικότερα θέτει προς συζήτηση τους μηχανισμούς και τις ακολουθούμενες πρακτικές διεύρυνσης της Ένωσης (κριτήρια της Κοπεγχάγης 1993), στο βαθμό που ο σεβασμός των αξιών της αποτελεί κατά το άρθρο 49 ΣΕΕ προϋπόθεση προσχώρησης νέων Κρατών-μελών. 
 
Παρά την αυξανόμενη σημασία της αρχής του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης ο έλεγχος του σεβασμού της αρχής τόσο πολιτικά όσο και δικαστικά, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» σ’ ένα Κράτος-μέλος, παρουσιάστηκε αρκετά ανεπαρκής. Κατ’ ουσία η Ένωση εμφανίστηκε εξαιρετικά αδύναμη να προστατεύσει τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως αυτές αποτυπώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, όταν αυτές παραβιάζονται συστηματικά από τα Κράτη-μέλη. 
Από τη μια πλευρά ο δικαστικός έλεγχος μέσω της προσφυγής για παράβαση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, με ευθύνη κυρίως της Επιτροπής, που κινεί κατ’ απόλυτη διακριτή ευχέρεια τη διαδικασία της προσφυγής παρουσιάστηκε περιορισμένος. Κατά την Επιτροπή, αν και δεν αμφισβητείται ο δεσμευτικός χαρακτήρας της διάταξης του άρθρου 2 ΣΕΕ και των απαριθμούμενων σε αυτό αξιών/αρχών, ο «ανοικτός» και πολυσχιδής χαρακτήρας της αρχής του Κράτους Δικαίου σε συνδυασμό με την ανάγκη ύπαρξης συγκεκριμένης παραβίασης της ενωσιακής νομοθεσίας για την ενεργοποίηση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, αποτελούν εμπόδιο στην αυτοτελή επίκληση του άρθρου 2 ΣΕΕ. Αν και σε ότι αφορά τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης η ανάγνωση αυτή μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση του Συνδικάτου των Πορτογάλων Δικαστών άλλαξε μετά το 2018, η συγκεκριμενοποίηση αυτή δεν είναι πάντα εφικτή σε όλο το εύρος των επιμέρους αρχών που συγκροτούν μια ανοικτή έννοια, όπως αυτή του Κράτους Δικαίου. Αναμφίβολα η ανωτέρω απόφαση του ΔΕΕ αποτελεί μια σημαντική συμβολή του δικαστικού οργάνου της Ένωσης  στην αντιμετώπιση της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της Ένωσης, ερχόμενη, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει τους μηχανισμούς συμμόρφωσης εντός του νομικού πλαισίου των Συνθηκών. Αν δε ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που ακολούθησαν στην περίπτωση της Πολωνίας φαίνεται να επιβεβαιώνεται η θέση που είχε διατυπωθεί εξ αρχής ότι η εν λόγω απόφαση είναι σε ότι αφορά το σεβασμό του Κράτους Δικαίου η σημαντικότερη απόφαση του Δικαστηρίου μετά το 1986 και την απόφασή του στην υπόθεση των Πρασίνων. Ωστόσο, όπως παρατηρείται, η διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή στην περίπτωση της Ουγγαρίας, «αν και μπορεί να προσφέρει ορισμένες σημαντικές νομικές νίκες, τελικά, δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει ευρύτερα θεσμικά θέματα, που απειλούν τα ίδια τα θεμέλια του κράτους δικαίου και των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας». 

Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, εξάλλου, τίθεται και ζήτημα αποτελεσματικότητας της διαδικασίας της προσφυγής για παράβαση. Αυτό φαίνεται ανάγλυφα στις περιπτώσεις της καταδίκης για τη μη συμμόρφωση της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχίας στο σύστημα μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο από την Ιταλία και την Ελλάδα, που αποφάσισε το Συμβούλιο το 2015 αλλά και στην καταδίκη της Ουγγαρίας για τα μέτρα που έλαβε εναντίον του Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης. Οι καταδίκες αυτές δημιούργησαν μια γλυκόπικρη γεύση και χαρακτηρίστηκαν ως «πύρρειος νίκη», αφού οι καταδικαστικές αποφάσεις ήρθαν με μεγάλη καθυστέρηση και όταν η ζημιά είχε γίνει. Έτσι, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν εμπόδισαν ούτε την κατάρρευση του συστήματος μετεγκατάστασης ούτε τελικά την αποχώρηση Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης από την Ουγγαρία. Οι εξελίξεις αυτές θέτουν το γενικότερο ζήτημα για το κατά πόσο η προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που αποδείχτηκε εξαιρετικά αποτελεσματική για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, μπορεί να αποβεί εξίσου χρήσιμη όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» κατά του Κράτους Δικαίου. 

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η αοριστία των εννοιών που συγκροτούν την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης και ο ανοικτός και πολυσχιδής τους χαρακτήρας σε συνδυασμό με έως πρόσφατα έλλειψη προσπάθειας συγκεκριμενοποίησης, εκτός του ότι δημιουργεί προβλήματα στην επικλησιμότητα των αξιών αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου, προάγει την ερμηνευτική αμφισημία και επιτρέπει σε ηγέτες σαν τον Όρμπαν να ισχυρίζονται ότι συμμορφώνονται πλήρως με τις αξίες της Ένωσης. Έτσι αυτός δηλώνει ότι είναι ο «αληθινός ευρωπαίος» και ότι οι πολιτικές του αντικατοπτρίζουν τις ρίζες της ΕΕ και αποσκοπούν στην ενίσχυση του ευρωπαϊκού σχεδίου, ενώ κατηγορούμενος για αντισημιτισμό και ξενοφοβία, που χρηματοδοτείται από το Κράτος, δεν διστάζει να ισχυριστεί ότι  η αντι-μετανάστευση πολιτική του είναι «πλήρως εναρμονισμένη με τις βασικές αξίες της Ευρώπης και τις προθέσεις των ιδρυτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και ότι η «ευρωπαϊκή χριστιανική δημοκρατική προσέγγιση», επιπλέον, «δεν ανέχεται οποιαδήποτε αντι-μουσουλμανική πολιτική».  Από εκεί και πέρα στη ρητορική του για να δικαιολογήσει τις όποιες αποκλίσεις αντλεί επιχειρήματα από την ίδια τη Συνθήκη αναφερόμενος στις αρχές της εθνικής κυριαρχίας, της επικουρικότητας και του σεβασμού της εθνικής και συνταγματικής ταυτότητας των Κρατών-μελών. 

Από την άλλη πλευρά οι μηχανισμοί του άρθρου 7 ΣΕΕ, που προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων σε Κράτη-μέλη όταν δεν σέβονται τις αξίες της (όχι πάντως αποπομπή άλλα αναστολή δικαιωμάτων) παρουσιάζονται, όπως προαναφέρθηκε, παντελώς αναποτελεσματικοί. Ο κατασταλτικός μηχανισμός του άρθρο 7 παρ. 2 ΣΕΕ, που ονομάστηκε και «πυρηνικό όπλο» ουδέποτε τέθηκε σε εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν περιπτώσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο προσφυγής στη διάταξη. Είναι βεβαίως η παραλυτική απαίτηση ομοφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και διαρκούς παραβίασης, αν και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της διαδικασίας, που επιτρέπει πολιτική διαχείριση της κρίσης και συμφωνίες μεταξύ των Κρατών-μελών «πίσω από τις κουρτίνες». Με μεγάλη δε καθυστέρηση επιχειρήθηκε με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η ενεργοποίηση για την περίπτωση της Ουγγαρίας του προληπτικού του άρθρου 7 παρ. 1 ΣΕΕ. Πραγματικά με Ψήφισμα της 12ης Σεπτεμβρίου του 2018 το Κοινοβούλιο υιοθετώντας σχετική πρόταση Ψηφίσματος αποφάσισε να απευθύνει αιτιολογημένη πρόταση στο Συμβούλιο, το οποίο καλείται να διαπιστώσει σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 ΣΕΕ αν υπάρχει σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ από την Ουγγαρία και να της απευθύνει κατάλληλες συστάσεις. Το Ψήφισμα εγκρίθηκε με 448 ψήφους υπέρ και 197 ψήφους κατά, ενώ 48 ευρωβουλευτές απείχαν της ψηφοφορίας. Η Ουγγρική κυβέρνηση προσέβαλε  ανεπιτυχώς με προσφυγή ακυρώσεως το εν λόγω Ψήφισμα στο Δικαστήριο. Είναι εντυπωσιακό ότι τρία χρόνια μετά το Συμβούλιο δεν πήρε θέση επί της αιτιολογημένης προτάσεως του Κοινοβουλίου (και της αντίστοιχης της Επιτροπής για την Πολωνία), γεγονός που έχει εγείρει τις διαμαρτυρίες του Κοινοβουλίου με Ψήφισμα της 16ης Ιανουαρίου 2020.

Οι ανεπάρκειες των μηχανισμών της Ένωσης για τη διασφάλιση των αξιών της έδωσαν το έναυσμα για μια εκτεταμένη συζήτηση κυρίως στην επιστημονική κοινότητα, στο πλαίσιο του οποίου κατατέθηκαν και υποστηρίχθηκαν μεγάλος αριθμός προτάσεων για την ενίσχυση των ενωσιακών μηχανισμών διασφάλισης της αξιακής ταυτότητας της Ένωσης στα Κράτη-μέλη. Η εξαντλητική απαρίθμηση και συζήτηση των παραπάνω προτάσεων ξεφεύγει από τα όρια αυτής της εισήγησης. Θα πρέπει, πάντως, να τονισθεί ότι η πλειοψηφία των παραπάνω προτάσεων απαιτεί τροποποίηση των Συνθηκών (πχ η αποπομπή Κράτους-μέλους), κάτι που στην παρούσα συγκυρία δεν αποτελεί ένα ρεαλιστικό εγχείρημα. Έτσι, ιδιαίτερη αξία απέκτησαν οι προτάσεις εκείνες σύμφωνα με τις οποίες οι δυνατότητες των Συνθηκών δεν έχουν εξαντληθεί και ότι υπάρχουν διατάξεις στις οποίες αφενός η Επιτροπή θα μπορούσε να καταφύγει συνδυάζοντας αυτές με το άρθρο 2 ΣΕΕ για την άσκηση προσφυγών κατά Κρατών-μελών και αφετέρου επιτρέπουν την υιοθέτηση μηχανισμών προστασίας των αξιών της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη αξία αποκτά η καθιέρωση με τον Κανονισμό 2020/2092  μηχανισμού αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα Κράτη-μέλη. O όρος αιρεσιμότητα (conditionality) «αναφέρεται στην υιοθέτηση μιας καθορισμένης συμπεριφοράς από τις κυβερνήσεις ή τους ιδιωτικούς φορείς, επειδή η εν λόγω συμπεριφορά αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ένα υποσχόμενο όφελος από την ΕΕ».

Η ιδέα της σύνδεσης του σεβασμού των απαιτήσεων του Κράτους Δικαίου με τα Ευρωπαϊκά Ταμεία διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 2017, όταν έγινε φανερό ότι δεν μπορούσε να ανακοπεί η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου με τα προβλεπόμενα από τη Συνθήκη μέσα και ιδιαίτερα με το άρθρο 7 ΣΕΕ. Δεν ήταν λίγες οι φωνές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που τόνιζαν ότι δεν μπορεί τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογούμενων να χρηματοδοτούν αυταρχικούς και ευρωσκεπτικιστές ηγέτες. Η ιδέα αναπτύχθηκε περαιτέρω και υποστηρίχθηκε από θεωρητικές συμβολές, που τόνισαν την ανάγκη υιοθέτησης ισχυρής αιρεσιμότητας Κράτους Δικαίου στον ενωσιακό προϋπολογισμό. Μια τέτοια αιρεσιμότητα δικαιολογείται από το γεγονός ότι ενωσιακή (οικονομική) αλληλεγγύη, που εκδηλώνεται μέσα από τον προϋπολογισμό, βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών μελών, που με τη σειρά της οικοδομείται πάνω στο σεβασμό των αξιών της Ένωσης. Έτσι, κάθε φορά που η αμοιβαία εμπιστοσύνη αμφισβητείται, λόγω παραβιάσεων της αξιακής ταυτότητας της Ένωσης από Κράτη-μέλη, δικαιολογείται η διακοπή της εκδήλωσης της αλληλεγγύης προς το υπεύθυνο Κράτος-μέλος. Η θέση αυτή ενισχύονταν από το γεγονός ότι οι αυταρχικές κυβερνήσεις στην ΕΕ, όπως αυτές της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, είναι οι κύριοι αποδέκτες των κονδυλίων της ΕΕ (καθαροί λήπτες), με αποτέλεσμα η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση να καθίσταται ένα από τα βασικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις αυτές για την διαιώνιση της εξουσίας τους. Παράλληλα, ελλείψεις στους μηχανισμούς του Κράτους Δικαίου σε αυτά τα Κράτη κάνουν δύσκολη την ανάκτηση κονδυλίων της Ένωσης, όταν διαπιστώνονται παρατυπίες από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανά της (OLAF, Ελεγκτικό Συνέδριο).

Κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων για το νέο ΠΔΠ 2021 – 2027 η Επιτροπή στις 2 Μαΐου 2018 με σχετική της Ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έθεσε το ζήτημα τονίζοντας ότι την ανάγκη «προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ από χρηματοοικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με γενικευμένες ελλείψεις όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη. Αν οι ελλείψεις αυτές θίγουν ή απειλούν να θίξουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να καθοριστούν οι συνέπειες για την ενωσιακή χρηματοδότηση». Την ίδια ημέρα η Επιτροπή κατέθεσε πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη. Η πρόταση με νομική βάση το άρθρο 322 παρ. 1, στ. α ΣΛΕΕ (λήψη μέτρων σχετικών με τη δημοσιονομική διαχείριση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ) αποσκοπούσε στην ενίσχυση της προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ από χρηματοοικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με «γενικευμένες ελλείψεις» του Κράτους Δικαίου στα Κράτη-μέλη. Αν οι ελλείψεις αυτές θίγουν ή απειλούν να θίξουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα να καθοριστούν οι συνέπειες για την ενωσιακή χρηματοδότηση. Τα μέτρα που λαμβάνονται θα πρέπει να είναι αναλογικά προς τη φύση, τη σοβαρότητα και την έκταση των γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το Κράτος Δικαίου. Τα μέτρα αυτά δεν θίγουν τις υποχρεώσεις των Κρατών-μελών ως προς τους τελικούς δικαιούχους. Η λήψη της απόφασης ως προς το εάν μια γενικευμένη έλλειψη Κράτους Δικαίου εγκυμονεί κινδύνους επηρεασμού των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ προτείνεται από την Επιτροπή και εγκρίνεται από το Συμβούλιο με αντίστροφη ειδική πλειοψηφία. Το ενδιαφερόμενο Κράτος-μέλος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκθέσει τη συλλογιστική του πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. 
Ακολουθώντας τη συνήθη νομοθετική διαδικασία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά τη γνωμοδότηση  του Ελεγκτικού Συνεδρίου, υιοθέτησε στις 4 Απριλίου 2019  Ψήφισμα νομοθετικού περιεχομένου σε πρώτη ανάγνωση, που τροποποιούσε την πρόταση της Επιτροπής ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον προσδιορισμό των περιπτώσεων που συνιστούν «γενικευμένες ελλείψεις» όσον αφορά το Κράτος Δικαίου και επηρεάζουν ή κινδυνεύουν να επηρεάσουν τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Οι τροποποιήσεις έγιναν δεκτές από την Επιτροπή. 
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 2019 η νομοθετική διαδικασία λίμνασε, αφού το Συμβούλιο εμφανίστηκε διστακτικό στην ψήφιση του Κανονισμού. Σε αντίθεση με μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, οι αντιδράσεις δεν περιορίζονταν μόνο στην Ουγγαρία και την Πολωνία. Πολλές άλλες κυβερνήσεις ιδιαίτερα αυτές με προβλήματα κράτους δικαίου, που ήταν αρχικά αντίθετες στην ιδέα της υιοθέτηση μηχανισμού αιρεσιμότητας και στην πάροδο του χρόνου  άλλαξαν στάση, αντιτάσσονταν στην ισχυροποίηση του ρόλου της Επιτροπής και στην αναγνώριση μεγάλης διακριτικής ευχέρειας υπέρ της, φοβούμενα ότι κάποια μέρα μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους. Υπό αυτές τις συνθήκες θα ήταν δύσκολο να γίνει δεκτή, όπως είχε διατυπωθεί αρχικά η πρόταση της Επιτροπής, από το Συμβούλιο, ιδιαίτερα  η αντίστροφη ειδική πλειοψηφία ως κανόνας στη λήψη των αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά και η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου δεν έβλεπε με καλό μάτι την υιοθέτηση του μηχανισμού, θεωρώντας ότι η οποιαδήποτε παράκαμψη του άρθρου 7 ΣΕΕ θέτει ζητήματα νομιμότητας του προτεινόμενου Κανονισμού. 

Σημείο καμπής αποτέλεσε η έκρηξη της πανδημίας COVID-19 και η ανάγκη μιας «ολοκληρωμένης, τολμηρής και διατηρήσιμης» αντίδρασης της Ένωσης στην κρίση. Έτσι, στο ιστορικό  Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουλίου 2020 επήλθε πολιτική συμφωνία μεταξύ των Κρατών-μελών για την υιοθέτηση του ΠΔΠ  2021 – 2027, την δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης (γνωστού ως New Generation EU – NGEU) και την αύξηση των ιδίων πόρων της ΕΕ. Το συνολικό «πακέτο» που αποφασίστηκε ανήλθε σε 1,8 τρις ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πιεζόμενο από την ομάδα των Καρτών-μελών που είναι γνωστή ως «Frugal Four» (την Αυστρία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και τη Δανία) που είναι καθαροί δότες του προϋπολογισμού, τοποθετήθηκε υπέρ της ταυτόχρονης θέσπισης ενός καθεστώτος αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού και του NGEU και προδιέγραψε και τη λειτουργία του, τονίζοντας ότι η Επιτροπή θα μπορεί να προτείνει μέτρα σε περίπτωση παραβάσεων του Κράτους Δικαίου, που θα εγκρίνονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία. Αν και το «πακέτο ανάκαμψης» συμφωνήθηκε πολιτικά τον Ιούλιο, η θέσπιση των αναγκαίων νομικών πράξεων καθυστέρησε λόγω της εκκρεμότητας στη διαμόρφωση του Κανονισμού για την αιρεσιμότητα του Κράτους Δικαίου, που θεωρήθηκε προϋπόθεση για την έγκριση των υπολοίπων πράξεων. Έχοντας την πολιτική ώθηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου η Γερμανική Προεδρία από το Σεπτέμβριο 2020 ξεκίνησε εντατικές διαβουλεύσεις αρχικά στο Συμβούλιο και κατόπιν μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής που κατέληξαν σε ένα οριστικό νομοθετικό σχέδιο στις 5 Νοεμβρίου 2020.  Το τελικό κείμενο περιείχε 3 σημαντικές αποκλίσεις από την αρχική πρόταση της Επιτροπής: 
Πρώτον, άλλαξε το εύρος της προστασίας. Έτσι ενώ η πρόταση της Επιτροπής αποσκοπούσε στην προστασία του Κράτους Δικαίου, με την πίεση του κινδύνου διακοπής της ενωσιακής χρηματοδότησης, το κείμενο που υιοθετήθηκε περιορίζει την εφαρμογή του μηχανισμού μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι παραβιάσεις του Κράτους  Δικαίου «επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» και μάλιστα «κατά τρόπο επαρκώς άμεσο». Έτσι. Ο μηχανισμός αποκτά επικουρικό χαρακτήρα με τις εντελώς αναποτελεσματικές διαδικασίες του άρθρου 7 ΣΕΕ, αφού κάθε σημαντική παραβίαση του Κράτους Δικαίου δεν οδηγεί αυτόματα στη λήψη μέτρων, ενώ καθίσταται εξαιρετικά δύσκολή η απόδειξη του αναγκαίου στενού συνδέσμου παραβιάσεων του  Κράτους Δικαίου με την χρηστή οικονομική διαχείριση του προϋπολογισμού.
Δεύτερον, αντί της αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας που πρότεινε η Επιτροπή και συμφωνούσε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με την οποία «η πρόταση της Επιτροπής για την λήψη μέτρων θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο, εκτός εάν αυτό αποφασίσει, με ειδική πλειοψηφία, να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής εντός ενός μήνα από την έγκρισή της από την Επιτροπή», επιβλήθηκε η ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο κάτι που κάνει ευκολότερο το μπλοκάρισμα της απόφασης από τα ενδιαφερόμενα Κράτη-μέλη με τα συγκρότηση blocking minority, ενώ η Επιτροπή για να μπορέσει να περάσει την πρότασή της για την λήψη μέτρων θα πρέπει να συγκεντρώσει υπέρ της την ειδική πλειοψηφία.
Τρίτον, προβλέπεται ρήτρα εφεδρικής τροχοπέδης, σύμφωνα  με την οποία αναγνωρίζεται η δυνατότητα του Κράτους-μέλους κατά του οποίου απειλείται η λήψη μέτρων, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να φέρει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που πρέπει να συζητήσει το θέμα κατά κανόνα εντός τριών μηνών από την υποβολή της πρότασης της Επιτροπής στο Συμβούλιο. Στο διάστημα αυτό δεν λαμβάνεται καμία απόφαση από το Συμβούλιο σχετικά με τα μέτρα. Η ρήτρα προσθέτει μια ακόμη καθυστέρηση της λήψης μέτρων και επεκτείνει την προθεσμία που έχει το Συμβούλιο για να αποφασίσει τη λήψη μέτρων από τον ένα μήνα κατά την πρόταση της Επιτροπής στους έξι. 

Όταν έγινε φανερό ότι επίκειται η υιοθέτηση ενός μηχανισμού αιρεσιμότητας Κράτους Δικαίου, η Πολωνία και η Ουγγαρία, χώρες που από την αρχή αντιτάχθηκαν σε μια τέτοια προοπτική και κατά γενική ομολογία η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σ’ αυτές είναι έκδηλη, απείλησαν με κοινή τους δήλωση να «μπλοκάρουν» την υιοθέτηση του νέου ΠΔΠ και της Απόφασης για τους ίδιους πόρους σε περίπτωση θέσπιση του Κανονισμού αιρεσιμότητας. Η διαπραγματευτική θέση των δύο χωρών παρουσιάζονταν ισχυρή ώστε να μπορούν να εκβιάσουν, αφού, ενώ ο μεν Κανονισμός αιρεσιμότητας μπορούσε να ψηφιστεί από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, ο Κανονισμός για το νέο ΠΔΠ θα έπρεπε κατά το άρθρο 312 ΣΛΕΕ να ψηφιστεί με ομοφωνία και η Απόφαση για τους ίδιους πόρους για να τεθεί σε ισχύ θα έπρεπε να επικυρωθεί από όλα τα Κράτη-μέλη κατά τους συνταγματικούς τους κανόνες. Χρειάστηκε μια νέα σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που στις 10 – 11 Δεκεμβρίου 2020, για να αρθεί το αδιέξοδο, κατέληξε σε μια «ερμηνευτική δήλωση σχετικά με τον νέο μηχανισμό κράτους δικαίου», που στην ουσία ανέστειλε την εφαρμογή του Κανονισμού αιρεσιμότητας πριν καν αυτός θεσπιστεί (!). Συγκεκριμένα δέσμευσε την Επιτροπή να μην εφαρμόσει τον Κανονισμό, όπως κανονικά έπρεπε από 1 Ιανουαρίου 2021, μέχρι να αποφασίσει το Δικαστήριο επί της προσφυγής ακυρώσεως που θα κατέθεταν η Ουγγαρία και η Πολωνία (την οποία και προανήγγειλε) και αφού η Επιτροπή εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του Κανονισμού (κάτι που δεν προβλέπεται στον Κανονισμό), που θα οριστικοποιηθούν όμως μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, ώστε να ενσωματωθούν όλα τα σχετικά στοιχεία που θα προκύψουν από την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου. Η λύση αυτή, που δέχτηκε σφοδρή κριτική, αφού εγείρει σοβαρά νομικά και πολιτικά ζητήματα για το ρόλο και τις εξουσίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, επέτρεψε την άρση του veto των δύο χωρών και την υιοθέτηση του Κανονισμού 2020/2092 για την αιρεσιμότητα από το Συμβούλιο (14.12.2020) με μειοψηφία της Πολωνίας και της Ουγγαρίας και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (16.12.2020).  

Όσα διαδραματίστηκαν στο τέλος του 2020 κατά την υιοθέτηση του μηχανισμού, στον οποίο πολλοί είχαν εναποθέσει ελπίδες για την αντιμετώπιση της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου αποτελούν, για άλλους δείγμα πολιτικού ρεαλισμού και αναγκαίων συμβιβασμών έτσι ώστε να μπορέσουν να ξεμπλοκαριστεί η ψήφιση  του ΠΔΠ και του Ταμείου Εξυγίανσης – είναι γνώστη η ρήση της Καγκελαρίου Μέρκελ, που είχε την ευθύνη του τελικού συμβιβασμού «για να προστατεύσουμε τους πόρους της Ένωσης….πρέπει να υπάρχουν πόροι», ενώ για άλλους δείγμα της διστακτικότητας και της αμφισημίας πολλών Κρατών-μελών  απέναντι στο καθεστώς Όρμπαν, που κινείται στη γκρίζα ζώνη μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας. Για πολλούς οι αποφάσεις που λήφθηκαν δίνουν την δυνατότητα στον Όρμπαν να πάει στις εκλογές του Ιουνίου 2022 χωρίς να κινδυνεύει να στερηθεί της ενωσιασκής χρηματοδότησης, που είναι αναγκαία για την διαιώνιση του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε.  
Είναι φανερό ότι ο Βίκτωρ Όρμπαν και το Fidesz επί σειρά ετών απολαμβάνει ασυλίας στο πλαίσιο του συστήματος της ΕΕ. Ισχυρή προστασία από την κριτική του προσφέρει η συμμετοχή του στο ΕΛΚ, που μόλις το 2019 ανέστειλε την ιδιότητα μέλους του Fidesz, χωρίς να τολμήσει να το αποπέμψει από τους κόλπους του. Είναι ενδεικτικό ότι η υιοθέτηση του Ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ενεργοποίηση του άρθρου 7 παρ.1 ΣΕΕ έγινε τελικά εφικτή μόνο όταν ένα μέρος των ευρωβουλευτών προερχομένων από το ΕΛΚ ψήφισαν υπέρ του Ψηφίσματος, θεωρώντας ότι εξαντλείται η υπομονή τους απέναντι στο καθεστώς Όρμπαν ιδιαίτερα μετά τα μέτρα που ελήφθησαν κατά του Πανεπιστημίου της Κεντρικής Ευρώπης. Έτσι, το ερώτημα που τίθεται είναι αν το ζήτημα της αντιμετώπισης της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ είναι νομικό και θεσμικό (υπό την έννοια της ανεπάρκειας των μηχανισμών διασφάλισης και της ανάγκης δημιουργίας νέων) ή μήπως τελικά είναι πολιτικό (υπό την έννοια έλλειψης ισχυρής πολιτικής βούλησης εκ μέρους των Κρατών-μελών).  Δεν σας κρύβω ότι τείνω να αποδεχτώ την δεύτερη θέση, μετά και τις τελευταίες εξελίξεις.

Συμπερασματικά, 

(α) Η «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» σε Κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη κρίση του συστήματος της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης αλλά μία κατάσταση που τείνει να θέσει σε αμφιβολία την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ως μιας «διαρκώς στενότερης ένωσης των ευρωπαϊκών λαών», βασισμένης στις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στο επίκεντρο των οποίων τοποθετείται η αρχή του Κράτους Δικαίου. Σήμερα η Ένωση βρίσκεται ενώπιον του υπαρκτού κινδύνου να έχει στους κόλπους της ένα ή περισσότερα αντιφιλελεύθερα (illiberal) Κράτη-μέλη. Ο κίνδυνος όμως αυτός δύσκολα αντιμετωπίζεται, αφού στο «ενωσιακό συνταγματικό σύστημα» χαρακτηρίζεται από μια «κανονιστική ασυμμετρία». Αφού, η υποχρέωση σεβασμού των αρχών που συγκροτούν κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης δεν συνοδεύονται από μια αποτελεσματική «εργαλειοθήκη» μηχανισμών διασφάλισης.

(β) Παρά την ομολογουμένως εξαιρετικά σημαντική συμβολή του Δικαστηρίου στη διασφάλιση του Κράτους Δικαίου, κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη αφού σε «ατελή συνταγματικά συστήματα», όπως αυτό της Ένωσης, ο ρόλος που καλούνται να διαδραματίσουν τα δικαστήρια είναι κατά κανόνα υπερτονισμένος, αυτό δεν μπορεί να απαντήσει, ως εκ της φύσεως του, στο θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα: η αντιμετώπιση της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου στην Ένωση απαιτεί μεταρρύθμιση των μηχανισμών συμμόρφωσης των Κρατών-μελών ή απαιτεί την μεταρρύθμιση της ίδιας της Ένωσης στο σύνολό της; 
Κρίνοντας δε παραπάνω ότι το ζήτημα είναι περισσότερο πολιτικό παρά νομικό και θεσμικό πιστεύω ότι αυτό που πρέπει να αλλάξει πρωτίστως είναι η σταθερή επιλογή, μεταξύ της ενσωμάτωσης, δηλαδή της εμβάθυνσης της ολοκλήρωσης, και της διεύρυνσης υπέρ της δεύτερης, αφού στο DNA της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι η αγορά. Έτσι, η διεύρυνση της αγοράς καταντά αυτοσκοπός, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για την καταλληλόλητα των νέων Κρατών-μελών.       
(γ) Η οποιαδήποτε ανοχή απέναντι σε αυταρχικές κυβερνήσεις εντός της ΕΕ, εκτός από την υπονόμευση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών-μελών και της αναγκαίας της νομιμοποίησης του συστήματος λήψης αποφάσεων εγκυμονεί τον κίνδυνο διάχυσης. Όπως παρατηρεί ο R. D. Kelemen, «η αποδοχή μιας αυταρχικής κυβέρνησης στην ΕΕ είναι σαν να αφήνεις μια τουαλέτα σε μια πισίνα. Τελικά η βρωμιά θα μολύνει ολόκληρη την πισίνα». 

(δ) Η κρίση αξιών στους κόλπους της Ένωσης τείνει, τελικά, να εξελιχθεί σε υπαρξιακό ζήτημα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφού σε τελευταία ανάλυση, θέτει σε αμφισβήτηση την δομική επιλογή των «πατέρων των Συνθηκών» για την «δια του δικαίου ολοκλήρωση».   Για να το θέσουμε διαφορετικά η Ευρωπαϊκή Ένωση ή θα είναι δημοκρατική ή θα τεθεί σε αμφισβήτηση η ύπαρξή της. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Έδρα Jean Monnet 
Κοσμήτορας Νομικής Σχολής ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com