Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 8/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Ιούλιος – Αύγουστος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ


1. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-410/18, Nicolas Aubriet κατά Ministre de l'Enseignement supérieur et de la Recherche – Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο του Λουξεμβούργου και αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 αναφορικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ανωτέρω Κανονισμού ο εργαζόμενος απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Nicolas Aubriet και του Υπουργού Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας σχετικά με την άρνηση των αρχών του Λουξεμβούργου να χορηγήσουν στον πρώτο οικονομικό βοήθημα, για το ακαδημαϊκό έτος 2014-2015, για την πραγματοποίηση μεταλυκειακών σπουδών στο Στρασβούργο (Γαλλία). 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν νομοθεσία Κράτους-μέλους η οποία εξαρτά τη χορήγηση οικονομικού βοηθήματος για ανώτατες και μεταλυκειακές σπουδές στους σπουδαστές που δεν διαμένουν στο οικείο Κράτος-μέλος από την προϋπόθεση ότι κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση οικονομικού βοηθήματος, ο ένας εκ των γονέων του σπουδαστή θα πρέπει να έχει απασχοληθεί ή ασκήσει δραστηριότητα στο εν λόγω Κράτος-μέλος επί χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών εντός περιόδου αναφοράς επτά ετών αποκλειομένης της συνεκτιμήσεως κάθε άλλου κριτηρίου συνδέσεως. Ας σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν προβλέπεται όσον αφορά του σπουδαστές που διαμένουν στο εν λόγω Κράτος μέλος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν την επίδικη νομοθεσία  του Λουξεμβούργο στον βαθμό που η νομοθεσία αυτή δεν παρέχει τη δυνατότητα να εκτιμηθεί κατά τρόπο αρκούντως ευρύ η ύπαρξη τυχόν επαρκούς δεσμού με την αγορά εργασίας του εν λόγω Κράτους-μέλους.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-387/18, Delfarma Sp. z o.o. κατά Prezes Urzędu Rejestracji Produktów Leczniczych, Wyrobów Medycznych i Produktów Biobójczych - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το διοικητικό δικαστήριο της περιφέρειας της Βαρσοβίας, Πολωνία (Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie)  και αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 34 και 36 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Delfarma sp. z o.o. και του Προέδρου του Οργανισμού φαρμάκων, ιατρικών προϊόντων και βιοκτόνων με αντικείμενο την άρνηση χορηγήσεως άδειας για την παράλληλη εισαγωγή γενόσημου φαρμάκου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 34 και 36 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία απαιτεί, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια για την παράλληλη εισαγωγή φαρμάκου, το φάρμακο αυτό και το φάρμακο που έχει λάβει άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (ΑΚΑ) στο εν λόγω Κράτος-μέλος (Πολωνία) να είναι αμφότερα φάρμακα αναφοράς ή αμφότερα γενόσημα φάρμακα και η οποία, συνεπώς, απαγορεύει τη χορήγηση οιασδήποτε άδειας για την παράλληλη εισαγωγή φαρμάκου, όταν το φάρμακο αυτό είναι γενόσημο, ενώ το ήδη εγκεκριμένο στο εν λόγω Κράτος-μέλος φάρμακο είναι φάρμακο αναφοράς.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 34 και 36 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην ανωτέρω ρύθμιση του Κράτους-μέλους 

3. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-163/18, HQ κ.λπ. κατά Aegean Airlines SA – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 8, παρ. 2, του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης υπό το πρίσμα της Οδηγίας 90/314 για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις. To άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω Κανονισμού ορίζει ότι «1. Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, παρέχεται στον επιβάτη η δυνατότητα να επιλέξει: α) – την εντός επτά ημερών επιστροφή, με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3, του πλήρους αντιτίμου του εισιτηρίου του, στην τιμή που το αγόρασε, για το μέρος ή τα μέρη του ταξιδιού που δεν πραγματοποιήθηκαν και για το μέρος ή τα μέρη του ταξιδιού που ήδη πραγματοποιήθηκαν, εφόσον η πτήση δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό σε σχέση με το αρχικό ταξιδιωτικό του σχέδιο, καθώς επίσης, αν συντρέχει η περίπτωση: –       πτήση επιστροφής στο αρχικό σημείο αναχώρησής του το νωρίτερο δυνατόν· β) τη μεταφορά του με την ενωρίτερη δυνατή πτήση, υπό συγκρίσιμες συνθήκες μεταφοράς, στον τελικό του προορισμό, ή γ) τη μεταφορά του, υπό συγκρίσιμες συνθήκες μεταφοράς, στον τελικό του προορισμό άλλη ημέρα που τον εξυπηρετεί εφόσον υπάρχει διαθεσιμότητα θέσεων. 2. Η παράγραφος 1 στοιχείο α) εφαρμόζεται και στους επιβάτες η πτήση των οποίων αποτελεί μέρος οργανωμένου ταξιδιού, εκτός καθ’ όσον αφορά το δικαίωμα επιστροφής χρημάτων, όταν γεννάται δυνάμει της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο Noord-Nederland των Κάτω Χωρών στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των HQ, IP και της αεροπορικής εταιρίας Aegean Airlines SA, σχετικά με την επιστροφή του αντιτίμου αεροπορικών εισιτηρίων την οποία οι HQ κ.λ.π. ζήτησαν κατόπιν της ματαίωσης πτήσης που αποτελούσε μέρος οργανωμένου ταξιδιού.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 8, παρ. 2, του Κανονισμού 261/2004 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάτης ο οποίος, δυνάμει της Οδηγίας 90/314, έχει έναντι του διοργανωτή του ταξιδιού του δικαίωμα επιστροφής του αντιτίμου του αεροπορικού εισιτηρίου παύει για τον λόγο αυτό να έχει τη δυνατότητα να αξιώσει την επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου από τον αερομεταφορέα, ακόμη και στην περίπτωση που ο διοργανωτής ταξιδίων δεν είναι από οικονομικής απόψεως σε θέση να επιστρέψει το αντίτιμο του εισιτηρίου και δεν έχει λάβει μέτρα για να εξασφαλίσει την επιστροφή αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 8, παρ. 2, του Κανονισμού 261/2004 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάτης δεν έχει τη δυνατότητα να αξιώσει την επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου από τον αερομεταφορέα υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών

4. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-89/18, A κατά Udlændinge- og Integrationsministeriet – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 13 της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως μεταξύ της Τουρκίας και των Κρατών-μελών της ΕΚ/ΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Ανατολικής Περιφέρειας της Δανίας (Østre Landsret)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της A και του Υπουργείου Αλλοδαπών και Ενσωμάτωσης της Δανίας, σχετικά με την απόρριψη από το Υπουργείο της αίτησης της Α για χορήγηση άδειας διαμονής στη Δανία για λόγους οικογενειακής επανένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 «Τα κράτη μέλη της Κοινότητας και η Τουρκία δεν δύνανται να επιβάλλουν στους εργαζομένους που διαμένουν και απασχολούνται νομίμως στο έδαφός τους νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση.».
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 έχει την έννοια ότι εθνικό μέτρο, το οποίο εξαρτά την οικογενειακή επανένωση μεταξύ Τούρκου εργαζομένου που διαμένει νομίμως στο συγκεκριμένο Κράτος-μέλος (Δανία) και της συζύγου του από την προϋπόθεση ότι οι δεσμοί του με τη Δανία είναι ισχυρότεροι από εκείνους που έχει με τρίτη χώρα, συνιστά «νέο περιορισμό» κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον το εν λόγω μέτρο μπορεί να δικαιολογείται από τον σκοπό της διασφάλισης της επιτυχούς ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στο οικείο Κράτος-μέλος και της αντιμετώπισης των μεταναστευτικών ροών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι το ανωτέρω εθνικό μέτρο συνιστά νέο περιορισμό. 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο περιορισμός δεν δύναται να κριθεί κατάλληλος για την επίτευξη του επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος που επικαλέστηκε η κυβέρνηση της Δανίας, ήτοι διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. 

5.  ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2019, Α, Υπόθεση C-716/17 – Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Εφετείο της Ανατολικής Περιφέρειας της Δανίας (Østre Landsret) και αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία κίνησε ο Α με σκοπό τη διαγραφή χρεών.
Το νομικό ζήτημα που  τέθηκε ήταν αν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντίκειται σε κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που ορίζεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, ο οποίος εξαρτά τη διαγραφή χρεών από την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης έχει την κατοικία ή τη διαμονή του εντός του εν λόγω Κράτους-μέλους (Δανία).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντίκειται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση σχετικά με τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας.

Επίσης, τέθηκε το νομικό ζήτημα αν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστη την προϋπόθεση κατοικίας, που ορίζει εθνικός κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας, ανεξαρτήτως του αν η διαδικασία διαγραφής χρεών θα είχε ενδεχομένως ως συνέπεια να θιγούν οι απαιτήσεις των ιδιωτών δυνάμει της ρυθμίσεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει την προϋπόθεση κατοικίας που ορίζει εθνικός κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του αν η διαδικασία διαγραφής χρεών θα είχε ενδεχομένως ως συνέπεια να θιγούν οι απαιτήσεις ιδιωτών δυνάμει της ρυθμίσεως αυτής.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-649/17, Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände - Verbraucherzentrale Bundesverband e.V. κατά Amazon EU Sàrl – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Το ανωτέρω άρθρο ορίζει ότι  «1.Πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής με σύμβαση συναπτόμενη εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος ή με οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο: […] γ) τη γεωγραφική διεύθυνση όπου ο έμπορος είναι εγκατεστημένος και τον αριθμό τηλεφώνου του εμπόρου, τον αριθμό τηλεομοιοτυπίας και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, εάν υπάρχει, ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να επικοινωνήσει με τον έμπορο γρήγορα και αποτελεσματικά και, κατά περίπτωση, τη γεωγραφική διεύθυνση και την ταυτότητα του εμπόρου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ομοσπονδίας ενώσεων καταναλωτών και της Amazon EU Sàrl με αντικείμενο αγωγή παραλείψεως την οποία άσκησε η πρώτη σχετικά με τις πρακτικές της Amazon EU όσον αφορά την αναγραφή των πληροφοριών που καθιστούν δυνατή την επικοινωνία των καταναλωτών με την εταιρία αυτή.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 6, παρ. 1, στοιχ. γʹ, της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στον έμπορο την υποχρέωση, πριν συνάψει με τον καταναλωτή σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος, να του παράσχει, σε κάθε περίπτωση, τον αριθμό τηλεφώνου του, και αν η ίδια ως άνω διάταξη υποχρεώνει τον έμπορο να εγκαταστήσει νέα σύνδεση τηλεφώνου ή τηλεομοιοτυπίας ή να δημιουργήσει λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ώστε να μπορούν οι καταναλωτές να επικοινωνούν με αυτόν. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στον έμπορο την υποχρέωση, πριν συνάψει με τον καταναλωτή σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος. Επίσης, η ανωτέρω διάταξη δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εμπόρου να εγκαταστήσει νέα σύνδεση τηλεφώνου ή τηλεομοιοτυπίας ή να δημιουργήσει λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ώστε να μπορούν οι καταναλωτές να επικοινωνήσουν με αυτόν, και του επιβάλλει να γνωστοποιεί τον ως άνω αριθμό τηλεφώνου ή τηλεομοιοτυπίας ή τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μόνο στις περιπτώσεις που διαθέτει ήδη αυτά τα μέσα επικοινωνίας με τους καταναλωτές. Το ΔΕΕ σημείωσε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στον εν λόγω έμπορο να παρέχει άλλα μέσα επικοινωνίας επιπλέον εκείνων που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή, προς εκπλήρωση των ως άνω κριτηρίων.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-476/17, Pelham GmbH κ.λπ. κατά Ralf Hütter και Florian Schneider-Esleben – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 5, παρ. 3, στοιχ. δʹ, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας καθώς και του άρθρου 9, παρ. 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 10, παρ. 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/115/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Pelham GmbH και των M. Pelham και M. Haas και, αφετέρου, των R. Hütter και F. Schneider-Esleben με αντικείμενο τη χρήση, κατά την ηχογράφηση του μουσικού έργου «Nur mir» το οποίο συνέθεσαν οι M. Pelham και M. Haas και το οποίο περιλαμβάνεται σε φωνογράφημα παραγωγής της εταιρίας Pelham, μιας ρυθμικής ακολουθίας περίπου δύο δευτερολέπτων προερχόμενης από φωνογράφημα του μουσικού συγκροτήματος Kraftwerk, του οποίου οι Hütter κ.λπ. είναι μέλη.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2001/29 πρέπει, υπό το πρίσμα του Χάρτη, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το αποκλειστικό δικαίωμα το οποίο απονέμει η εν λόγω διάταξη στον παραγωγό φωνογραφημάτων να επιτρέπει ή να απαγορεύει την αναπαραγωγή του φωνογραφήματός του, παρέχει στον παραγωγό τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη λήψη, εκ μέρους τρίτου, ενός ηχητικού sample, έστω και πολύ μικρής διάρκειας, από το φωνογράφημά του με σκοπό την ενσωμάτωση του sample αυτού σε άλλο φωνογράφημα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2001/29 πρέπει, υπό το πρίσμα του Χάρτη, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το αποκλειστικό δικαίωμα το οποίο απονέμει η εν λόγω διάταξη στον παραγωγό φωνογραφημάτων παρέχει στον παραγωγό τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη χρήση από τρίτον ενός ηχητικού sample, έστω και πολύ μικρής διάρκειας, από το φωνογράφημά του με σκοπό την ενσωμάτωση του sample αυτού σε άλλο φωνογράφημα, εκτός αν το sample ενσωματώνεται στο άλλο φωνογράφημα υπό μορφή τροποποιημένη και μη αναγνωρίσιμη κατά την ακρόαση.

8.ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-469/17, Funke Medien NRW GmbH κατά Bundesrepublik Deutschland - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παρ. 1, και του άρθρου 5, παρ. 2 και 3, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 και 3 της ανωτέρω Οδηγίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Funke Medien NRW GmbH, η οποία εκμεταλλεύεται τη δικτυακή πύλη της γερμανικής ημερήσιας εφημερίδας Westdeutsche Allgemeine Zeitung, και, αφετέρου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με αντικείμενο τη δημοσίευση από τη Funke Medien ορισμένων εγγράφων της Γερμανικής Κυβέρνησης που χαρακτηρίζονται ως «διαβαθμισμένα έγγραφα περιορισμένης πρόσβασης».
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η ελευθερία πληροφόρησης και η ελευθερία του Τύπου, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη, μπορούν να δικαιολογήσουν, πέραν των εξαιρέσεων και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 5, παρ. 2 και 3, της Οδηγίας 2001/29, παρέκκλιση από τα αποκλειστικά δικαιώματα του δημιουργού για αναπαραγωγή του έργου και παρουσίασή του στο κοινό (άρθρο 2, στοιχ. αʹ, άρθρο 3, παρ. 1, της εν λόγω Οδηγίας).
Σύμφωνα με το ΔΕΕ τα Κράτη-μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν με συνεπή τρόπο τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς και δεν είναι ελεύθερα να θεσπίζουν εξαιρέσεις και περιορισμούς πέραν εκείνων που προβλέπονται ρητώς από την οδηγία 2001/29.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ελευθερία πληροφόρησης και η ελευθερία του Τύπου, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν, πέραν των εξαιρέσεων και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της Οδηγίας 2001/29, παρέκκλιση από τα αποκλειστικά δικαιώματα του δημιουργού για αναπαραγωγή του έργου του και παρουσίασή του στο κοινό. 

9. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-40/17, Fashion ID GmbH & Co.KG κατά Verbraucherzentrale NRW eV – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 2, 7, 10 και 22 έως 24 της Οδηγίας 95/46 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Περιφερειακό δικαστήριο του Ντίσελντορφ της Γερμανίας (Oberlandesgericht Düsseldorf) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Fashion ID GmbH & Co. KG και της Verbraucherzentrale NRW eV σχετικά με την ενσωμάτωση από την πρώτη στην ιστοσελίδα της πρόσθετου κοινωνικής δικτύωσης (social plugin) της Facebook Ireland Ltd. Ειδικότερα, η Fashion ID, επιχείρηση η οποία εμπορεύεται είδη ένδυσης μέσω του διαδικτύου, ενσωμάτωσε στην ιστοσελίδα της το πρόσθετο «Μου αρέσει!» του μέσου κοινωνικής δικτύωσης Facebook.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν διαχειριστής ιστοσελίδας, όπως η Fashion ID, ο οποίος ενσωματώνει στην εν λόγω ιστοσελίδα πρόσθετο μέσου κοινωνικής δικτύωσης το οποίο δίνει στον φυλλομετρητή του επισκέπτη της ιστοσελίδας τη δυνατότητα να αντλήσει περιεχόμενο από τον πάροχο του εν λόγω πρόσθετου και προς τον σκοπό αυτό επιτρέπει να διαβιβάζονται στον πάροχο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του επισκέπτη μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος της επεξεργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 95/46, παρά το ότι ο διαχειριστής της ιστοσελίδας δεν ασκεί καμία επιρροή στην επεξεργασία των δεδομένων που διαβιβάζονται στον πάροχο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο ανωτέρω διαχειριστής ιστοσελίδας μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος της επεξεργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 95/46. Ωστόσο, η συγκεκριμένη  ευθύνη περιορίζεται μόνο στην πράξη ή στη σειρά πράξεων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τις οποίες αυτός καθορίζει πράγματι τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας, ήτοι στη συλλογή και την ανακοίνωση με διαβίβαση των επίμαχων δεδομένων.


10. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Υπόθεση C-516/17, Spiegel Online GmbH κατά Volker Beck – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 3, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 της ανωτέρω Οδηγίας, «3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς στα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3, στις ακόλουθες περιπτώσεις: […] γ) αναπαραγωγή διά του Τύπου, παρουσίαση στο κοινό ή διάθεση δημοσιευμένων άρθρων για οικονομικά, πολιτικά ή θρησκευτικά θέματα επικαιρότητας ή ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένων έργων ή άλλων αντικειμένων του ιδίου τύπου, όταν η χρήση αυτή δεν απαγορεύεται ρητά και εφόσον αναφέρεται η πηγή, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του δημιουργού, ή χρήση έργων ή άλλων αντικειμένων κατά την παρουσίαση της επικαιρότητας, στον βαθμό που δικαιολογείται από τον ενημερωτικό σκοπό και εφόσον αναφέρεται η πηγή, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του δημιουργού, εκτός αν διαπιστωθεί ότι αυτό είναι αδύνατο, δ) παράθεση αποσπασμάτων με σκοπό την άσκηση κριτικής ή βιβλιοπαρουσίασης, υπό τον όρο ότι αφορούν έργο ή άλλα αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη καταστεί νομίμως προσιτά στο κοινό, ότι αναφέρεται η πηγή, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του δημιουργού, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι αυτό είναι αδύνατο και ότι η παράθεση αυτή είναι σύμφωνη με τα χρηστά ήθη και η έκτασή της δικαιολογείται ως εκ του σκοπού της, […]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Spiegel Online, η οποία εκμεταλλεύεται την ομώνυμη πύλη ενημέρωσης στο διαδίκτυο, και του V. Beck, μέλους του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου της Γερμανίας με αντικείμενο τη δημοσίευση από τη Spiegel Online, στον δικτυακό της τόπο, ενός χειρόγραφου του V. Beck και ενός άρθρου το οποίο αυτός είχε δημοσιεύσει σε μια συλλογή. Ειδικότερα, η Spiegel Online εκμεταλλευόμενη τη δικτυακή πύλη ενημέρωσης Spiegel Online δημοσίευσε άρθρο στο οποίο υποστηριζόταν ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του V. Beck (ότι είχε αλλοιωθεί το περιεχόμενο ενός άρθρου που είχε γραφεί το 1988), το κεντρικό μήνυμα των γραφομένων του δεν είχε αλλοιωθεί από τον εκδότη και ότι, ως εκ τούτου, είχε παραπλανήσει επί σειρά ετών το κοινό. Πέραν του άρθρου αυτού, το χειρόγραφο και το άρθρο που είχε δημοσιευθεί στην επίμαχη συλλογή ήταν διαθέσιμα, στην αρχική τους μορφή, προς τηλεφόρτωση μέσω υπερσυνδέσμων. Ο V. Beck προσέφυγε ενώπιον του Landgericht (περιφερειακού δικαστηρίου, Γερμανία) επικαλούμενος προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας λόγω της δημοσιοποίησης του πλήρους κειμένου του χειρογράφου και του άρθρου στον δικτυακό τόπο της Spiegel Online. Το δικαστήριο αυτό δικαίωσε τον V. Beck. Κατόπιν απόρριψης της έφεσής της, η Spiegel Online άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5, παρ, 3, στοιχ. δʹ, της Οδηγίας 2001/29 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «παράθεση αποσπασμάτων», όπως χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, καλύπτει την παραπομπή, μέσω υπερσυνδέσμου, σε ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο μπορεί να διαβαστεί αυτοτελώς.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, παρ. 3, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι ο όρος «παράθεση αποσπασμάτων», όπως χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, καλύπτει την παραπομπή, μέσω υπερσυνδέσμου, σε ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο μπορεί να διαβαστεί αυτοτελώς.
Ένα επιπρόσθετο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5, παρ. 3, στοιχ. δʹ, της Οδηγίας 2001/29 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα έργο έχει καταστεί νομίμως προσιτό στο κοινό όταν έχει, με τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται, δημοσιευθεί κατά το παρελθόν με τη σύμφωνη γνώμη του δημιουργού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, παρ. 3, στοιχ. δʹ, της Οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι ένα έργο έχει ήδη καταστεί νομίμως προσιτό στο κοινό όταν έχει ήδη, με τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται, καταστεί προσβάσιμο στο κοινό με τη συγκατάθεση του δικαιούχου ή δυνάμει υποχρεωτικής ή ακόμη και νόμιμης άδειας.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 3/2019
Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις κατά την Οδηγία 2014/41/ΕΕ 
και η ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κου Γιαντσελίδη Στέλιου με θέμα: Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις κατά την Οδηγία 2014/41/ΕΕ και η ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Δίκαιο της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Οκτώβριος 2019) αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
ΜΔΧ       


ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας αποτελεί το πιο πρόσφατο νομοθέτημα στο πεδίο της διακρατικής δικαστικής συνδρομής επί των ποινικών υποθέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εισήχθη στις 3 Απριλίου 2014 με την ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/44/ΕΕ και ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία στις 21 Σεπτεμβρίου 2017 με τον Ν.4489/2017, με τον οποίο μεταφέρθηκε σχεδόν αυτολεξεί το περιεχόμενο της Οδηγίας στο δίκαιο της χώρας μας. 
Η θέσπιση της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας υπαγορεύτηκε από την αναγκαιότητα μιας πιο αποδοτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου διασυνοριακού εγκλήματος. Ήδη από τη Σύνοδο του Τάμπερε το 1999 είχε διακηρυχτεί από τα ευρωπαϊκά όργανα ότι στο πλαίσιο ενίσχυσης ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης ήταν απαραίτητο να αναβαθμιστεί η διακρατική δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στη βάση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Στόχο του νέου νομοθετικού μέτρου αποτέλεσε η υιοθέτηση ενός ενιαίου, συνεκτικού και αποτελεσματικού εργαλείου για τη διασυνοριακή απόδειξη, προκειμένου να αντικατασταθεί το περίπλοκο και κατακερματισμένο προϋπάρχον σύστημα συγκέντρωσης και διαβίβασης αποδεικτικού υλικού. Μέχρι το πρώτο μισό του 2018 το νέο εργαλείο είχε καταστεί κύριο μέσο για την απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων στα κράτη μέλη, απλοποιώντας και επιταχύνοντας τις διασυνοριακές έρευνες. 
Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας ορίζεται ως δικαστική απόφαση ή απόφαση που εκδίδεται ή επικυρώνεται από δικαστική αρχή με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων. Κατά τη διαδικασία εφαρμογής της τα συμμετέχοντα μέρη είναι δύο, οι αρχές του κράτους που την εκδίδουν και τη διαβιβάζουν και οι αρχές του κράτος που την αναγνωρίζουν και την εκτελούν και επομένως κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποτελεί τόσο κράτος έκδοσης όσο και κράτος εκτέλεσης. Στους βασικούς άξονες εφαρμογής της, πέρα από την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο σε όλη τη διαδικασία, περιλαμβάνονται η αρχή regit forum actum, η αρχή της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αναλογικότητα της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας και του ερευνητικού μέτρου με τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς και η εξομοίωση  των προϋποθέσεων του ερευνητικού μέτρου.
Μια σειρά νέων ρυθμίσεων και καινοτομιών σε σχέση με το προϋπάρχον καθεστώς έχουν εισαχθεί και συγκεκριμένα: α) η κάλυψη όλων των αποδεικτικών στοιχείων τόσο με τη διεξαγωγή ερευνών στο κράτος εκτέλεσης όσο και με τη συγκέντρωση αποδείξεων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή του κράτους, β) η πρόβλεψη περιορισμένων λόγων άρνησης εκτέλεσης, γ) ο καθορισμός συγκεκριμένων προθεσμιών, δ) η κοινή για όλα τα κράτη τυποποιημένη φόρμα έκδοσης,  ε) η ενίσχυση του ρόλου των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι βρίσκονται σε άμεση οριζόντια επικοινωνία μεταξύ τους και συνεργάζονται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, στ) η ευχέρεια επιλογής των κατάλληλων μέτρων ανά περίπτωση, ζ) η δυνατότητα του κράτους εκτέλεσης να προσφύγει σε εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα, η) η πρόβλεψη για θεσμικά αντίβαρα, προκειμένου να αντισταθμίζονται οι κίνδυνοι από την αυστηρή εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. 
Οι εκπρόσωποι των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, αποτιμώντας τη μικρή μέχρι τώρα εμπειρία εφαρμογής του μέτρου, εκφράζουν την ικανοποίησή τους από το νέο νομοθέτημα, επισημαίνουν, ωστόσο, ότι απαιτείται μεγαλύτερη τεχνογνωσία μέσω της ανταλλαγής καλών πρακτικών και προβληματισμών, καθώς και στήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη δημιουργία «γέφυρας» επικοινωνίας μεταξύ των δικαστικών αρχών σε διαβουλεύσεις και πολύπλοκες υποθέσεις. Πεδίο έντονης κριτικής αποτελεί το ζήτημα της διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε όλη τη διαδικασία. 
Παρά τον εντοπισμό κάποιων αδυναμιών η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας είναι ένα νομοθετικό μέτρο προς τη σωστή κατεύθυνση και αποτελεί προηγμένο μέσο διεθνούς συνεργασίας, παρέχοντας εκτεταμένες δυνατότητες αναζήτησης, συλλογής και μεταφοράς αποδεικτικών στοιχείων. Η μέχρι τώρα βιβλιογραφία αναδεικνύει ουσιαστικές πτυχές του νέου μέτρου, που συνεπάγονται βελτίωση στις δικαστικές συνεργασίες των κρατών μελών και εγγυώνται πρόοδο στη καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας. Στον μικρό χρόνο εφαρμογής της, οι βασικοί στόχοι που είχαν τεθεί για συνεκτικότητα, ταχύτητα, ευελιξία και αποτελεσματικότητα φαίνεται να επιτυγχάνονται. 
Δες τη μελέτη εδώ

Γιαντσελίδης Στέλιος, ΜΔΕ Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  
yantsels@gmail.com 



CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2019
H απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Achmea και η ενωσιακή έννομη τάξη

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κου Γαβριηλίδη Δημήτριου με θέμα: H απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Achmea και η ενωσιακή έννομη τάξη, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Δίκαιο της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Οκτώβριος 2019) αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                  ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Οι διμερείς επενδυτικές συμφωνίες αποτελούν μία μεγάλη κατηγορία διακρατικών συμφωνιών, οι οποίες ρυθμίζουν το κανονιστικό πλαίσιο των ιδιωτικών επενδύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Οι συμφωνίες αυτές εγκαθιδρύουν ένα σύστημα επίλυσης διαφορών, κατά κανόνα υπό τη μορφή διαιτησίας, με σκοπό να μην εξαναγκάζεται ο επενδυτής να καταφεύγει στο χρονοβόρο σύστημα των εθνικών δικαστηρίων, το οποίο θεωρείται και επίφοβο για μη ισότιμη αντιμετώπιση των διαδίκων. Σήμερα τα Κράτη-μέλη της Ένωσης διατηρούν σε ισχύ δεκάδες τέτοιες συμφωνίες με άλλα Κράτη-μέλη (ενδοενωσιακές διμερείς επενδυτικές συμφωνίες), τα οποία δεν είχαν ενταχθεί στην Ένωση όταν αυτές είχαν συναφθεί. Η ολλανδική ασφαλιστική εταιρεία Αchmea κίνησε διαδικασία προκειμένου να υπαχθεί διαφορά της με τη Σλοβακία σε διαιτητικό δικαστήριο, που προβλεπόταν από τέτοια συμφωνία μεταξύ Ολλανδίας και Σλοβακίας. Το ΔΕΕ, κατόπιν προδικαστικών ερωτημάτων του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας  (Bundesgerichtsof), κλήθηκε να απαντήσει στα ζητήματα ενωσιακού δικαίου που δημιουργεί η λειτουργία του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου.  
Με την παρούσα εργασία επιχειρήθηκε η προσέγγιση της απόφασης αυτής του ΔΕΕ (Αchmea, C-284/16) από τη σκοπιά του ενωσιακού δικαίου και με σκοπό να καταδειχθεί η συμβολή της στην αρχιτεκτονική του ενωσιακού συνταγματικού οικοδομήματος. Ζητήματα που απασχολούν τον χώρο της επενδυτικής διαιτησίας καταγράφονται μόνο κατά τρόπο συνοπτικό, αφενός για να γίνουν αντιληπτά τα ζητήματα σχετικά με την έννομη τάξη της ΕΕ, που τίθενται με την απόφαση, αφετέρου στο πλαίσιο της ενασχόλησης με τις πρακτικές συνέπειες της απόφασης. Με σκοπό την πληρέστερη προσέγγιση του ζητήματος και την κατανόηση του ιδιαίτερα συνοπτικού σκεπτικού της απόφασης επί της υπόθεσης Achmea, θεωρήθηκε σκόπιμο να προηγηθεί αναφορά σε προγενέστερες υποθέσεις κατά τις οποίες το ΔΕΕ ασχολήθηκε με περιπτώσεις διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων.
Κεντρικό ζήτημα στην απόφαση επί της υπόθεσης Achmea αποτελεί η αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ. Στο σκεπτικό του Δικαστηρίου, κάθε αναφορά σχετική με την αυτονομία αυτή συνοδεύεται από παραπομπή σε αντίστοιχες σκέψεις της Γνωμοδότησης 2/13 για το σχέδιο προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ. Για πρώτη φορά, όμως, το Δικαστήριο αναφέρθηκε συνδυαστικά και κατά τρόπο ξεκάθαρο στην εσωτερική και στην εξωτερική διάσταση της αυτονομίας, σε δύο, δηλαδή, διαστάσεις, οι οποίες σε μία πρώτη ανάγνωση των προγενέστερων της Achmea αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων που αναφέρονταν είτε στη μία, είτε στην άλλη, φάνταζαν διακριτές. Μετά και από την έκδοση της Γνωμοδότησης 1/17 μπορεί πλέον να λεχθεί με βεβαιότητα ότι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν το Δικαστήριο στην υιοθετηθείσα με την Achmea λύση είναι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η θέση του Δικαστηρίου στην Achmea υποδηλώνει ότι η διατήρηση της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει ότι οι επενδυτές μπορούν να βασιστούν στο ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των επενδύσεών τους. Η περίπτωση του δικαστηρίου CETA (βλ. γνωμοδότηση 1/17) είναι ποιοτικώς διαφορετική κι αυτό διότι αυτό ιδρύθηκε βάσει συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά, οι δε σχέσεις των συμβαλλομένων αυτών μερών δεν βασίζονται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. 
Σε σχέση με τη διαφοροποίηση από τα γενόμενα δεκτά σε προγενέστερες αποφάσεις σχετικές με την εμπορική διαιτησία (Eco Swiss, C- 126/97 & Mostaza Claro, C-168/05),  η θέση του Δικαστηρίου στην Achmea μπορεί να γίνει αντιληπτή εάν ληφθεί υπόψη η έννοια της θεσμικής αυτονομίας. Η αυτονομία δεν διακυβεύεται όταν δύο ιδιώτες συμφωνούν να υπαγάγουν μια διαφορά σε εμπορική διαιτησία, από τη στιγμή που η διαιτησία υπόκειται στον έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια, που είναι τμήμα του ενωσιακού δικαιοδοτικού συστήματος. Δεν μπορεί, όμως, να λεχθεί το ίδιο για την περίπτωση που δύο Κράτη-μέλη, οι σχέσεις των οποίων διέπονται από αμοιβαία εμπιστοσύνη, επιλέγουν μια διαδικασία διαιτησίας, της οποίας η λειτουργία κατ’ ουσία είναι να αποσπά διαφορές από το δικαιοδοτικό σύστημα της ΕΕ.
Σε κάθε, λοιπόν, περίπτωση, η απόφαση στην Achmea είναι μια από τις σημαντικότερες των τελευταίων ετών, όχι μόνο λόγω των ηχηρών συνεπειών της στον τομέα της επενδυτικής διαιτησίας, αλλά και για το σχετικό με την αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ σκεπτικό της. Θα μπορούσε να ιδωθεί ως - μέχρι ένα βαθμό - αναμενόμενη εξέλιξη σε μια σειρά νομολογιακών κρίσεων, που προωθούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση διά της τελολογικής ερμηνείας των Συνθηκών. Εξέλιξη, βέβαια, προς την κατεύθυνση της προστασίας της αυτονομίας της έννομης τάξης της ΕΕ.
Δες τη μελέτη εδώ      

Γαβριηλίδης Δημήτριος, ΜΔΕ Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  
dimitrisgavriilidis89@yahoo.gr

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 7/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Ιούνιος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ


1. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-619/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατία της Πολωνίας – Προσφυγή επί παραβάσει

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε προσφυγή για παράβαση του ενωσιακού δικαίου και ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, α) μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζοντας το μέτρο αυτό στους εν ενεργεία δικαστές, που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018, και β) παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του δικαστηρίου αυτού πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι οι ανωτέρω εθνικές ρυθμίσεις παραβίασαν την αρχή της ανεξαρτησίας και της ισοβιότητας των δικαστών.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, αρχικά, ότι: α) το άρθρο 49 ΣΕΕ υποδηλώνει ότι η Ένωση αποτελείται από Κράτη-μέλη, τα οποία έχουν αποδεχθεί τις οριζόμενες στο άρθρο 2 ΣΕΕ αξίες της ΕΕ, β) η αυτονομία της έννομης τάξεως της Ένωσης συνάδει με την καθιέρωση ενός δικαιοδοτικού συστήματος, προσανατολισμένου στη διασφάλιση της συνοχής και της ενότητας κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, γ) η Ένωση συνιστά μια ένωση δικαίου στο πλαίσιο της οποίας οι ιδιώτες έχουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν δικαστικώς τη νομιμότητα κάθε αποφάσεως ή άλλης εθνικής ρυθμίσεως σχετικής με την εφαρμογή πράξεως της Ένωσης. Το ΔΕΕ τόνισε ότι, βάσει του άρθρου 19 ΣΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, στα εθνικά δικαστήρια και στο Δικαστήριο ανατίθεται η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των Κρατών-μελών και της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο αυτό. Ωστόσο, οι εγγυήσεις αυτές περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας απαιτούν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαιρέσεως ή παύσεως τους, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη στεγανότητα του εν λόγω οργάνου έναντι των εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Πολωνία, προβλέποντας τα ανωτέρω μέτρα παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-159/18, André Moens κατά Ryanair Ltd – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ανωτέρω Κανονισμού «Ο πραγματικός αερομεταφορέας δεν υποχρεούται να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 7 αν μπορεί να αποδείξει ότι η ματαίωση έχει προκληθεί από έκτακτες περιστάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ειρηνοδικείο του Τρίτου Καντονιού του Σαρλερουά του Βελγίου (juge de paix du troisième canton de Charleroi) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του André Moens και του αερομεταφορέα Ryanair Ldt σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να καταβάλει αποζημίωση στον ως άνω επιβάτη, του οποίου η πτήση είχε μεγάλη καθυστέρηση. Ας σημειωθεί ότι ο λόγος της καθυστέρησης ήταν η παρουσία καυσίμων στο διάδρομο απογείωσης – προσγείωσης του αεροδρομίου του Τρεβίζο και η καθυστέρηση είχε διάρκεια μεγαλύτερης των τριών ωρών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004, πρέπει να ερμηνευθεί με την έννοια ότι η παρουσία καυσίμων σε διάδρομο προσγείωσης/απογείωσης, η οποία επέφερε τη διακοπή λειτουργίας του διαδρόμου αυτού και, κατά συνέπεια, τη μεγάλη καθυστέρηση πτήσης από ή προς το οικείο αεροδρόμιο εμπίπτει στην έννοια των «έκτακτων περιστάσεων», όταν τα εν λόγω καύσιμα δεν προέρχονται από αεροσκάφος του αερομεταφορέα που εκτέλεσε την πτήση αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η παρουσία καυσίμων σε διάδρομο προσγείωσης/απογείωσης η οποία επέφερε τη διακοπή λειτουργίας του διαδρόμου εμπίπτει στην έννοια των «έκτακτων περιστάσεων» και πρέπει να θεωρηθεί ως περίσταση που δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί ακόμη και εάν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-72/18, Daniel Ustariz Aróstegui κατά Departamento de Educación del Gobierno de Navarra – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4 της Συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. Σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της Συμφωνίας πλαισίου, που φέρει τον τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης», προβλέπεται ότι: «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο Παμπλόνας της Ισπανίας (Juzgado de lo Contencioso-Administrativo de Pamplona) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Daniel Ustariz Aróstegui και του Υπουργείου Παιδείας της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας σχετικά με την άρνηση του δεύτερου να χορηγήσει στον πρώτο μισθολογική προσαύξηση λόγω βαθμού. Ας σημειωθεί ότι ο D. Ustariz Aróstegui πληρούσε την αντικειμενική προϋπόθεση της προϋπηρεσίας έξι ετών και επτά μηνών στην άσκηση των καθηκόντων του, αλλά δεν πληρούσε την υποκειμενική προϋπόθεση που συνίσταται στην ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία επιφυλάσσει το ωφέλημα μισθολογικής προσαυξήσεως στους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, κατ’ αποκλεισμό ιδίως των εκπαιδευτικών που απασχολούνται ως συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω επίδικη εθνική νομοθεσία αντίκειται στη ρήτρα 4 παρ. 1 της Συμφωνίας-πλαισίου.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-58/18, Michel Schyns κατά Belfius Banque SA - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 6, της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 6 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτικοί φορείς και, κατά περίπτωση, οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις στον καταναλωτή, ούτως ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να αξιολογήσει εάν η προτεινόμενη σύμβαση πίστωσης προσαρμόζεται στις ανάγκες του και στην οικονομική κατάστασή του, με επεξήγηση, όπου απαιτείται, των πληροφοριών που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 1 και με επισήμανση των βασικών χαρακτηριστικών των προτεινόμενων προϊόντων και των συγκεκριμένων επιπτώσεων που μπορεί να έχουν για τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών της μη καταβολής από τον καταναλωτή. Τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόζουν τον τρόπο και την έκταση παροχής αυτής της βοήθειας καθώς επίσης και από ποιον παρέχεται, στις συγκεκριμένες περιστάσεις της κατάστασης στο πλαίσιο της οποίας προσφέρεται η σύμβαση πίστωσης, στο πρόσωπο στο οποίο προσφέρεται και το είδος της παρεχόμενης πίστωσης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ειρηνοδικείο καντονιού του Visé του Βελγίου (justice de paix du canton de Visé) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Michel Schyns και της Belfius Banque SA, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα της Dexia Banque Belgique, με αντικείμενο σύμβαση δανείου την οποία σύναψε ο M. Schyns με την Belfius με σκοπό τη χρηματοδότηση της εγκατάστασης φωτοβολταϊκών συλλεκτών από τη Home Vision SPRL. Ο M. Schyns ισχυρίστηκε ότι η Belfius του δάνεισε υπερβολικά μεγάλο ποσό λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5, παρ. 6, της Οδηγίας 2008/48 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους πιστωτικούς φορείς ή στους μεσίτες πιστώσεων να αναζητούν το καταλληλότερο είδος και ύψος πίστωσης, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης του καταναλωτή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης και του σκοπού της πίστωσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο του ενωσιακού δικαίου δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω επίδικη εθνική νομοθεσία.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5, παρ. 6, της Οδηγίας 2008/48 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στον πιστωτικό φορέα να μη συνάψει τη σύμβαση πίστωσης εάν δεν μπορεί ευλόγως να εκτιμήσει, κατόπιν του ελέγχου της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, ότι ο τελευταίος θα είναι σε θέση να τηρήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προτεινόμενη σύμβαση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία δεν αντιτίθεται στο άρθρο 5 παρ. 6 και το άρθρο 8 παρ. 1 τη Οδηγίας 2008/48.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-41/18, Meca Srl κατά Comune di Napoli – Προδικαστική

Η αίτηση  αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 57, παρ. 4, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 4 της ανωτέρω Οδηγίας «4. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αποκλείουν ή μπορούν να υποχρεώνονται από τα κράτη μέλη να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης οποιονδήποτε οικονομικό φορέα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις: [...] γ) εάν η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποδείξει, με κατάλληλα μέσα, ότι ο οικονομικός φορέας έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, το οποίο θέτει εν αμφιβόλω την ακεραιότητά του·[...], ζ) εάν ο οικονομικός φορέας έχει επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους υποχρεώσεως στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, προηγούμενης σύμβασης με αναθέτουσα αρχή ή προηγούμενης σύμβασης παραχώρησης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της προηγούμενης σύμβασης, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις·[…]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο της Περιφέρειας της Καμπανίας (Tribunale amministrativo regionale della Campania) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Meca Srl και του Δήμου της Νάπολης της Ιταλίας σχετικά με την απόφαση του Δήμου της Νάπολης να επιτρέψει στη Sirio Srl να συνεχίσει να συμμετέχει σε διαγωνισμό.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 57, παρ. 4, στοιχεία γʹ και ζʹ, της Οδηγίας 2014/24 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά της αποφάσεως περί λύσεως δημόσιας συμβάσεως που ελήφθη από αναθέτουσα αρχή λόγω σοβαρών πλημμελειών που επιδείχθηκαν κατά την εκτέλεσή της εμποδίζει την αναθέτουσα αρχή που προκηρύσσει νέο διαγωνισμό να προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση, κατά το στάδιο της επιλογής των διαγωνιζομένων, σχετικά με την αξιοπιστία του οικονομικού φορέα τον οποίο αφορά η ως άνω λύση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της ΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-22/18, TopFit e.V. και Daniele Biffi κατά Deutscher Leichtathletikverband e.V. – Προδικαστική

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 18, 21 και 165 ΣΛΕΕ. H αίτηση υποβλήθηκε από το Ειρηνοδικείο Darmstadt της Γερμανίας (Amtsgericht Darmstadt) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς του TopFit eV (αθλητικό σωματείο) και Daniele Biffi (Ιταλός πολίτης) και της Deutscher Leichtathletikverband eV σχετικά με τους όρους συμμετοχής των υπηκόων άλλων Κρατών-μελών σε εθνικά ερασιτεχνικά πρωταθλήματα στην κατηγορία των αθλητών μεγαλύτερης ηλικίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 18, 21 και 165 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση εθνικής αθλητικής ομοσπονδίας κατά την οποία πολίτης της Ένωσης που είναι υπήκοος άλλου Κράτους-μέλους και διαμένει για διάστημα πολλών ετών στο έδαφος του Κράτους-μέλους (Γερμανία) όπου εδρεύει η ομοσπονδία αυτή, συμμετέχοντας ερασιτεχνικά σε αγώνες δρόμου στην κατηγορία των αθλητών μεγαλύτερης ηλικίας, δεν μπορεί να συμμετάσχει στα εθνικά πρωταθλήματα στα αγωνίσματα αυτά υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, καθόσον, ακόμη και αν πληροί όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις εκτός από εκείνη που αφορά την ιθαγένεια, μπορεί να συμμετάσχει στα πρωταθλήματα αυτά μόνον «εκτός συναγωνισμού» ή «άνευ συναγωνισμού», χωρίς να δικαιούται να λάβει μέρος στον τελικό και χωρίς να μπορεί να αποκτήσει τον τίτλο του εθνικού πρωταθλητή, ενδέχεται δε να μην του επιτραπεί καν η συμμετοχή στα πρωταθλήματα αυτά.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική κανονιστική ρύθμιση αντιτίθεται στα προαναφερθέντα άρθρα του ενωσιακού δικαίου εκτός εάν η κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ανάλογους προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο σκοπό, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-729/17, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας – Προσφυγή επί παραβάσει

Με την προσφυγή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες που πρέπει να αποτελούνται από έναν τουλάχιστον δικηγορικό σύλλογο και ένα τουλάχιστον επιμελητήριο στην Ελλάδα, παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 15, παρ. 2, στοιχ. βʹ και γʹ, και παρ. 3, της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά.
Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 στοιχ. β και γ της Οδηγίας 2006/123 «Τα κράτη μέλη εξετάζουν κατά πόσον τα νομικά τους συστήματα εξαρτούν την πρόσβαση σε δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών ή την άσκησή της από την τήρηση των ακόλουθων απαιτήσεων που δεν εισάγουν διακρίσεις: [...] β) απαίτηση που υποχρεώνει τον πάροχο υπηρεσιών να έχει συγκεκριμένη νομική μορφή· γ) απαιτήσεις όσον αφορά την κατοχή του κεφαλαίου εταιρίας·[…..]». 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες τις οποίες πρέπει να συνιστούν από κοινού ένας τουλάχιστον δικηγορικός σύλλογος και ένα τουλάχιστον επιμελητήριο της Ελλάδας, παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παράγραφος 3, της Οδηγίας 2006/123.
Επιπλέον, το εν λόγω θεσμικό όργανο (Επιτροπή) ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία: 
α) υποβάλλοντας τη διαδικασία αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων σε προϋποθέσεις επιβολής πρόσθετων απαιτήσεων σχετικά με το περιεχόμενο των πιστοποιητικών και επιβολής αντισταθμιστικών μέτρων χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των ουσιωδών διαφορών και 
β) διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, υποχρεώνοντας τους αιτούντες διαπίστευσης της ιδιότητας του διαμεσολαβητή που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης (που λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια) να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, καθώς και από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παρ. 1, και από το παράρτημα VII της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε και σε αυτή την περίπτωση το ανωτέρω ενωσιακό δίκαιο 

8. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-664/17, Ελληνικά Ναυπηγεία AE κατά Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κ.λπ. – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, στοιχ. αʹ και βʹ, της Οδηγίας 2001/23 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών-μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παρ. 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της ανωτέρω Οδηγίας «α) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης. β) Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α) και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.» Η αίτηση υποβλήθηκε από τον Άρειο Πάγο στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ελληνικά Ναυπηγεία AE και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου και 89 ακόμη εργαζομένων με αντικείμενο την εκτέλεση των συμβάσεων εργασίας που είχαν αρχικώς συναφθεί μεταξύ των ως άνω διαδίκων. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν η Οδηγία 2001/23, και ιδίως το άρθρο της 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, εφαρμόζεται στη μεταβίβαση παραγωγικής μονάδας στην περίπτωση που, αφενός, ο μεταβιβάζων, ο διάδοχος ή και οι δύο από κοινού δεν έχουν ως προοπτική μόνο να συνεχίσει ο διάδοχος την οικονομική δραστηριότητα που ασκούσε ο μεταβιβάζων, αλλά επίσης να παύσει μελλοντικά ο ίδιος ο διάδοχος να υφίσταται, τιθέμενος σε εκκαθάριση, και, αφετέρου, η επίμαχη μονάδα δεν είναι πλήρως αυτόνομη, επειδή δεν μπορεί να επιτύχει τον οικονομικό σκοπό της χωρίς την αναζήτηση συντελεστών παραγωγής από τρίτους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο τη Οδηγίας εφαρμόζεται στη ανωτέρω περίπτωση υπό την προϋπόθεση, ότι δεν επιτρέπεται στον μεταβιβάζοντα και στον διάδοχο να επιχειρήσουν δόλια ή καταχρηστική εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 2001/23 και ότι, αφετέρου, η επίμαχη παραγωγική μονάδα διαθέτει επαρκή εχέγγυα που της διασφαλίζουν την πρόσβαση στους συντελεστές παραγωγής τρίτου προκειμένου να μην εξαρτάται από τις οικονομικές επιλογές στις οποίες ο τρίτος αυτός προβαίνει μονομερώς.

9.ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-646/17, Ποινική δίκη κατά Gianluca Moro – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 1, του άρθρου 3, παρ. 1, στοιχ. γʹ, και του άρθρου 6, παρ. 1 έως 3, της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών καθώς και του άρθρου 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 4 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ύποπτος ή κατηγορούμενος να ενημερώνεται άμεσα για τυχόν αλλαγές στην ενημέρωση η οποία παρέχεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν αυτό απαιτείται προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Brindisi της Ιταλίας (Tribunale di Brindisi) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά του Gianluca Moro (κατηγορούμενος) για την τέλεση του αδικήματος της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» και δη κοσμημάτων, κατά την έννοια του ιταλικού δικαίου, κατηγορία η οποία μετατράπηκε αργότερα, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, σε «κλοπή» των εν λόγω κοσμημάτων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 6, παρ. 4, της Οδηγίας 2012/13 και το άρθρο 48 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, την επιβολή ποινής κατόπιν δικαστικού συμβιβασμού στην περίπτωση μεταβολής των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η κατηγορία, και όχι στην περίπτωση μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν το αντικείμενο της κατηγορίας. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 4, της Οδηγίας 2012/13 και το άρθρο 48 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση

10. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Υπόθεση C-573/17, Ποινική δίκη κατά Daniel Adam Popławski – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωσης. Το άρθρο 28 της ανωτέρω αποφάσεως-πλαισίου ορίζει ότι «1. Αιτήσεις οι οποίες παραλαμβάνονται πριν τις 5 Δεκεμβρίου 2011, εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες νομοθετικές πράξεις για τη μεταφορά καταδίκων. Αιτήσεις που παραλαμβάνονται μετά την ημερομηνία αυτή διέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. 2. Ωστόσο, κάθε κράτος μέλος δύναται, κατά τη στιγμή της υιοθέτησης της παρούσας απόφασης-πλαίσιο από το Συμβούλιο, να δηλώσει ότι, σε περιπτώσεις όπου η αμετάκλητη απόφαση έχει εκδοθεί πριν από την ημερομηνία την οποία προσδιορίζει, ως κράτος έκδοσης και εκτέλεσης, θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις υπάρχουσες νομικές πράξεις περί μεταφοράς καταδίκων που ίσχυαν πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. Αν έχει γίνει τέτοια δήλωση, οι πράξεις αυτές θα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές σε σχέση με όλα τα λοιπά κράτη μέλη ασχέτως εάν έχουν προβεί ή όχι στην αυτή δήλωση. Η εν λόγω ημερομηνία δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της 5ης Δεκεμβρίου 2011. Η εν λόγω δήλωση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή». Η αίτηση υποβλήθηκε από το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, των Κάτω Χωρών στο πλαίσιο της εκτελέσεως στις Κάτω Χώρες ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από το περιφερειακό πρωτοδικείο Poznań της Πολωνίας εις βάρος του Daniel Adam Popławski, για τον σκοπό εκτελέσεως, στην Πολωνία, στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι τα δικαστήρια Κράτους-μέλους οφείλουν να αφήνουν ανεφάρμοστη νομοθετική διάταξη του κράτους αυτού η οποία δεν είναι συμβατή προς τις διατάξεις αποφάσεως-πλαισίου. Ειδικότερα το άρθρο 6 παρ. 3 του νόμου περί παραδόσεως (OLW) που μεταφέρει στην Ολλανδική έννομη τάξη την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 όπως ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος για την αμοιβαία αναγνώριση εκτέλεση καταδικαστικών αποφάσεων σε στερητικές της ελευθερίας ποινές μετά ή άνευ αναστολής (WETS), της 12ης Ιουλίου 2012 που θέτει σε εφαρμογή την απόφαση-πλαίσιο 2008/909, προέβλεπε τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση αρνήσεως παραδόσεως αποκλειστικά βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2 […], η εισαγγελική αρχή γνωστοποιεί στη δικαστική αρχή εκδόσεως ότι είναι διατεθειμένη να αναλάβει την εκτέλεση της αποφάσεως, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 της Συμβάσεως για τη μεταφορά καταδίκων, που υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 21 Μαρτίου 1983, ή σύμφωνα με τα οριζόμενα σε άλλη εφαρμοστέα σύμβαση». Ωστόσο, ο Υπουργός Ασφάλειας και Δικαιοσύνης των Κάτω Χωρών, έκρινε ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν συνιστά σύμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του OLW, όπως ίσχυε έως την έναρξη ισχύος του WETS. Το νομικό ζήτημα επικεντρώθηκε στο εάν είναι δυνατόν, βάσει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, το εθνικό δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις της ολλανδικής νομοθεσίας που δεν είναι συμβατές προς τις διατάξεις αποφάσεως-πλαισίου, έστω και αν οι τελευταίες στερούνται άμεσου αποτελέσματος.
Η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να αφήνουν ανεφάρμοστη διάταξη του εθνικού δίκαιου η οποία δεν είναι συμβατή προς τις διατάξεις αποφάσεως-πλαισίου, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές στερούνται άμεσου αποτελέσματος. Ωστόσο, οι αρχές των Κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, οφείλουν να προβαίνουν, κατά το μέτρο του δυνατού, σε μια σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας τους που να καθιστά δυνατή την επίτευξη ενός αποτελέσματος συμβατού με τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία απόφαση-πλαίσιο.











Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 6/2019
ΔΕΛΤΊΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Μάιος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ


1. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-431/17, Μοναχός Ειρηναίος, κατά κόσμος Αντώνιος Γιακουμάκης του Εμμανουήλ κατά Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών - Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 2, της Οδηγίας 98/5/ΕΚ για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε Κράτος-μέλος διαφορετικό εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος. Το άρθρο 3 παρ. 2 ορίζει ότι «Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής προβαίνει σε εγγραφή του δικηγόρου κατόπιν προσκομίσεως του πιστοποιητικού εγγραφής του στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής. [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας  (ΣτΕ) της Ελλάδας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Μοναχού Ειρηναίου (κατά κόσμο Αντωνίου Γιακουμάκη) και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών σχετικά με την απόρριψη από τον δεύτερο της αιτήσεως του πρώτου να εγγραφεί στο ειδικό μητρώο του Συλλόγου ως δικηγόρος, που ασκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής. Ειδικότερα, ο μοναχός Ειρηναίος ζήτησε να εγγραφεί στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ως δικηγόρος που απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα σε άλλο μέλος της ΕΕ και συγκεκριμένα στην Κύπρο. Ο Δικηγορικός σύλλογος Αθηνών απέρριψε το αίτημα του μοναχού θεμελιώνοντας την απόφασή του στο ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, εκτιμώντας ότι οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τους δικηγόρους που επιθυμούν να ασκήσουν δικηγορία στην Ελλάδα υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής. Εν συνεχεία, ο Μοναχός Ειρηναίος άσκησε αίτηση ακύρωσης κατά της απορριπτικής αποφάσεως στο ΣτΕ. Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 98/5 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του Κράτους-μέλους καταγωγής (Κύπρος) απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του Κράτους-μέλους υποδοχής (Ελλάδα), προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, λόγω του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία αυτή ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 98/5 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομοθεσία διότι ο εθνικός νομοθέτης δεν επιτρέπεται να προσθέτει μια ακόμη προϋπόθεση εγγραφής σε εκείνες που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Οδηγίας 98/5, ενώ η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει τέτοια προσθήκη.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-52/18, Christian Fülla κατά Toolport GmbH – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3 της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών. Ειδικότερα, το άρθρο 3 παρ. 3 της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει ότι «Ο καταναλωτής έχει, κατ’ αρχάς, δικαίωμα να απαιτήσει από τον πωλητή τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού, εκτός εάν μια τέτοια πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη. Η επανόρθωση θεωρείται δυσανάλογη εάν, σε σύγκριση με τον εναλλακτικό τρόπο επανόρθωσης, συνεπάγεται για τον πωλητή υπερβολικά υψηλό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη: – την αξία που θα είχε το αγαθό εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης, – τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης και – κατά πόσον ο εναλλακτικός τρόπος επανόρθωσης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή. Η επισκευή ή η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιούνται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και τον σκοπό για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ειρηνοδικείο Norderstedt της Γερμανίας (Amtsgericht Norderstedt) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Christian Fülla και της Toolport GmbH, εταιρίας γερμανικού δικαίου, σχετικά με αίτημα επιστροφής του τιμήματος αγοράς ενός αντίσκηνου λόγω άσκησης από τον C. Fülla του δικαιώματός του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης. Ας σημειωθεί ότι αγορά του αντίσκηνου πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικώς.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 3, παρ. 3, της Οδηγίας 1999/44 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο τόπος στον οποίο ο καταναλωτής υποχρεούται να θέσει ένα αγαθό που αγόρασε εξ αποστάσεως στη διάθεση του πωλητή προς αποκατάσταση της συμμόρφωσής του είναι πάντοτε ο τόπος στον οποίο ευρίσκεται το αγαθό αυτό ή, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, πάντοτε ο τόπος στον οποίο ευρίσκεται η έδρα εκμεταλλεύσεως του πωλητή, ή, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ποια κριτήρια προκύπτουν από την ως άνω διάταξη για τον καθορισμό του τόπου αυτού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 3, της Οδηγίας 1999/44 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα Κράτη-μέλη παραμένουν αρμόδια να καθορίζουν τον τόπο στον οποίο ο καταναλωτής υποχρεούται να θέσει ένα αγαθό που αγόρασε εξ αποστάσεως στη διάθεση του πωλητή. Ο τόπος αυτός πρέπει να είναι κατάλληλος να διασφαλίσει αποκατάσταση της συμμόρφωσης δωρεάν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβανομένων υπόψη της φύσης του αγαθού και του σκοπού για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό. Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να πραγματοποιήσει μια σύμφωνη προς την Οδηγία 1999/44 ερμηνεία, συμπεριλαμβανομένης, ενδεχομένως, της μεταβολής πάγιας νομολογίας εφόσον αυτή βασίζεται σε ερμηνεία του εθνικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της ως άνω οδηγίας.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-25/18, Brian Andrew Kerr κατά Pavlo Postnov και Natalia Postnova – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και του άρθρου 4, παρ. 1, στοιχ. βʹ και γʹ, του Κανονισμού 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 7 σημείο 1 στοιχ. α του Κανονισμού 1215/2012 «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1)      α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το περιφερειακό δικαστήριο Blagoevgrad της Βουλγαρίας Okrazhen sad – Blagoevgrad στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Brian Andrew Kerr και, αφετέρου, του Pavlo Postnov και της Natalia Postnova, σχετικά με τη μη καταβολή από τους τελευταίους των ετησίων συνεισφορών στα έξοδα πολυκατοικίας, διαχειριστής της οποίας είναι ο B. A. Kerr. Ειδικότερα,  ο P. Postnov και η N. Postnova, που κατοικούν στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, είναι ιδιοκτήτες διαμερίσματος σε πολυκατοικία ευρισκόμενη στο Μπάνσκο (Βουλγαρία), το οποίο περιήλθε στην κυριότητά τους με σύμβαση αγοραπωλησίας. Στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας, οι οποίες έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2013, τον Ιανουάριο του 2014, τον Φεβρουάριο του 2015, τον Μάρτιο του 2016 και τον Μάρτιο του 2017, ελήφθησαν αποφάσεις σχετικά με τις ετήσιες συνεισφορές στις δαπάνες της πολυκατοικίας που αφορούσαν τη συντήρηση των κοινοχρήστων χώρων. Ο διαχειριστής υποστηρίζοντας ότι ο P. Postnov και η Ν. Postnova δεν είχαν εκπληρώσει στο ακέραιο την υποχρέωσή τους να καταβάλουν τις ανωτέρω ετήσιες συνεισφορές, προσέφυγε ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου. Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει την ανωτέρω διαφορά βάσει του Κανονισμού 1215/2012 με το σκεπτικό ότι οι ο P. Postnov και η Ν. Postnova είχαν την κατοικία τους στο Δουβλίνο (Ιρλανδία) και δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εξαιρέσεων από τον γενικό κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι διαφορά που αφορά υποχρέωση πληρωμής που προκύπτει από απόφαση της – μη έχουσας νομική προσωπικότητα και συσταθείσας ειδικά εκ του νόμου για την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων – γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών πολυκατοικίας, η οποία έχει ληφθεί από την πλειοψηφία των μελών της, αλλά τα δεσμεύει συλλήβδην, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στον όρο «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι η ανωτέρω διαφορά εμπίπτει στον όρο «διαφορές εκ συμβάσεως».

4. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-631/17, SF κατά Inspecteur van de Belastingdienst – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 στοιχ. ε του Κανονισμού 883/2004 «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των στοιχείων αʹ έως δʹ, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού που του εξασφαλίζουν παροχές δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του SF και του προϊσταμένου της φορολογικής αρχής των Κάτω Χωρών σχετικά με την υπαγωγή του SF στο ολλανδικό γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για την περίοδο μεταξύ 13 Αυγούστου και 31 Δεκεμβρίου 2013. Ειδικότερα, ο SF, Λετονός υπήκοος και κάτοικος Λετονίας, απασχολήθηκε ως θαλαμηπόλος στην Oceanwide Offshore Services B.V, επιχείρηση με έδρα στις Κάτω Χώρες. Ο SF ασκούσε τη δραστηριότητα αυτή σε πλοίο υπό σημαία Μπαχαμών, το οποίο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, έπλεε υπεράνω του γερμανικού τμήματος της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 11, παρ. 3, στοιχ. εʹ, του Κανονισμού 883/2004 έχει την έννοια ότι κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, ενώ εργάζεται ως ναυτικός για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου σε Κράτος μέλος (Κάτω Χώρες), σε πλοίο που φέρει τη σημαία τρίτου κράτους (Μπαχάμες) και πλέει εκτός της επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατηρεί την κατοικία του στο Κράτος-μέλος καταγωγής του (Λετονία), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, με αποτέλεσμα η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία να είναι εκείνη του Κράτους-μέλους κατοικίας του εν λόγω προσώπου. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω πραγματική κατάσταση εμπίπτει στο επίδικο ενωσιακό δίκαιο 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-55/18, Federación de Servicios de Comisiones Obreras (CCOO) κατά Deutsche Bank SAE – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των άρθρων 3, 5, 6, 16 και 22 της Οδηγίας 2003/88 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, καθώς και του άρθρου 4, παρ. 1, του άρθρου 11, παρ. 3, και του άρθρου 16, παρ. 3, της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Κεντρικό Δικαστήριο της Ισπανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Federación de Servicios de Comisiones Obreras (CCOO) και της Deutsche Bank SAE σχετικά με τη μη εφαρμογή από την εταιρία αυτή συστήματος καταγραφής του ημερήσιου χρόνου εργασίας των εργαζομένων που απασχολεί. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 3, 5, 6, 16 και 22 της Οδηγίας 2003/88, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, το άρθρο 11, παράγραφος 3, και το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/391, καθώς και με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία Κράτους- μέλους η οποία, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, δεν επιβάλλει στους εργοδότες την υποχρέωση να εφαρμόζουν σύστημα μετρήσεως του ημερήσιου χρόνου εργασίας κάθε εργαζομένου.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι για να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της Οδηγίας 2003/88, τα Κράτη-μέλη πρέπει να εγγυώνται την τήρηση των ως άνω ελάχιστων περιόδων αναπαύσεως και να εμποδίζουν κάθε υπέρβαση της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας. Το ΔΕΕ σημείωσε ότι αν και τα Κράτη-μέλη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια προκειμένου να εφαρμόσουν τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2003/88, οφείλουν να εγγυώνται την πλήρη πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων εργαζομένων, δηλαδή τις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και την τήρηση του ανώτατου ορίου μέσης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η εθνική νομοθεσία που δεν επιβάλει υποχρέωση καταγραφής του ημερήσιου χρόνου εργασίας υπό το πρίσμα της ερμηνείας της σχετικής ρύθμισης από τα εθνικά δικαστήρια αντιτίθεται στο επίδικο ενωσιακό δίκαιο

6. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαΐου 2019, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-508/18, C-82/19 PPU, Minister for Justice and Equality κατά OG (C-508/18)  και PI (C-82/19 PPU) – Προδικαστικές 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 της ανωτέρω απόφασης πλαίσιο «Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο και το ανώτερο Δικαστήριο της Ιρλανδίας (Supreme and High Court) στο πλαίσιο εκτελέσεως, δύο ΕΕΣ τα οποία εκδόθηκαν αντίστοιχα, στην υπόθεση C-508/18 από την εισαγγελία του περιφερειακού δικαστηρίου του Lübeck της Γερμανίας, στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του OG, και, στην υπόθεση C-82/19 PPU από την εισαγγελία του Zwickau, της Γερμανίας, στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του PI.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν ο όρος «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παρ. 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τις εισαγγελίες Κράτους-μέλους οι οποίες είναι αρμόδιες για την άσκηση ποινικών διώξεων και τελούν σε σχέση εξαρτήσεως από όργανο της εκτελεστικής εξουσίας του Κράτους-μέλους, όπως ο Υπουργός Δικαιοσύνης, και οι οποίες ενδέχεται να λάβουν, άμεσα ή έμμεσα, εντολές ή οδηγίες στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως σχετικής με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του όρου «δικαστική αρχή» αναφέρεται όχι μόνον στους δικαστές ή τα δικαιοδοτικά όργανα Κράτους-μέλους, αλλά και στις αρχές που καλούνται να μετάσχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο εν λόγω Κράτος-μέλος, σε αντίθεση, ιδίως, προς τα υπουργεία ή τις αστυνομικές αρχές που ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τις εισαγγελίες Κράτους-μέλους οι οποίες είναι εκτεθειμένες στον κίνδυνο να υπόκεινται, άμεσα ή έμμεσα, σε εντολές ή οδηγίες της εκτελεστικής εξουσίας.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-396/17, Martin Leitner κατά Landespolizeidirektion Tirol – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 21 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς και των άρθρων 1, 2, 6, 9, 16 και 17 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Martin Leitner και της αστυνομικής διευθύνσεως του ομόσπονδου κράτους του Τιρόλο, σχετικά με τη μισθολογική προαγωγή του προσφεύγοντος και τη θέση του στην κλίμακα αποδοχών.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν τα άρθρα 1, 2 και 6 της Οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, έχουσα αναδρομική ισχύ, η οποία, προκειμένου να θέσει τέλος σε δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, προβλέπει μετάβαση των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων σε νέο σύστημα αποδοχών και μισθολογικής προαγωγής, στο πλαίσιο του οποίου η πρώτη κατάταξη των υπαλλήλων αυτών καθορίζεται βάσει των τελευταίων αποδοχών τους στο πλαίσιο του προηγούμενου συστήματος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση και νομοθεσία.
Ένα δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν μια εθνική ρύθμιση αντιβαίνει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας και στο άρθρο 47 του Χάρτη, η αρχή αυτή επιβάλλει να εξετασθεί εκ νέου η κατάσταση των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων που έχουν υποστεί μια τέτοια διάκριση λόγω ηλικίας, κατά την εφαρμογή του μηχανισμού μεταβάσεως στο νέο σύστημα αποδοχών και μισθολογικής προαγωγής, και να μεταβούν οι υπάλληλοι αυτοί, χωρίς να υφίστανται διακρίσεις, στο νέο αυτό σύστημα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, άπαξ διαπιστωθεί δυσμενής διάκριση, αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, η αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται τη χορήγηση στους δημοσίους υπαλλήλους που δεν ευνοούνταν από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών και μισθολογικής προαγωγής των ίδιων πλεονεκτημάτων με αυτά των οποίων ήταν σε θέση να τύχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι που ευνοούνταν από το σύστημα αυτό. 

8. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-677/17, M. Çoban κατά Raad van bestuur van het Uitvoeringsinstituut werknemersverzekeringen (Uwv) – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των Κρατών-μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους σε συνδυασμό με το άρθρο 59 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της αποφάσεως 3/80 «Εκτός αν η παρούσα απόφαση προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθενείας και τα επιδόματα θανάτου, που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης».
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το εφετείο που είναι αρμόδιο για υποθέσεις κοινωνικής ασφαλίσεως και δημοσιοϋπαλληλικές υποθέσεις  (Centrale Raad van Beroep) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του M. Çoban και του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού διαχειρίσεως των ασφαλίσεων των μισθωτών εργαζομένων των Κάτω Χωρών, σχετικά με την απόρριψη από το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο της αιτήσεως του M. Çoban να του χορηγηθεί συμπληρωματική παροχή βάσει της ολλανδικής νομοθεσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 6, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 3/80, σε συνδυασμό με το άρθρο 59 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη, η οποία καταργεί το δικαίωμα σε συμπληρωματική παροχή Τούρκου υπηκόου ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής του και ο οποίος, κατά την ημερομηνία της αναχώρησής του από το Κράτος-μέλος υποδοχής, έχει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, κατά την έννοια της Οδηγίας 2003/109.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι Τούρκος υπήκοος, όπως ο M. Çoban, είχε τη δυνατότητα να διατηρήσει, βάσει του άρθρου 6, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 3/80, το δικαίωμα σε συμπληρωματική παροχή μετά τη μεταφορά της κατοικίας του στην Τουρκία, ενώ οι πολίτες της Ένωσης εξακολουθούσαν να υπόκεινται στην απαίτηση πληρώσεως της προϋπόθεσης κατοικίας στο έδαφος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών προκειμένου να τύχουν του ίδιου δικαιώματος. Σύμφωνα με το ΔΕΕ η ανωτέρω κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα ο Τούρκος υπήκοος να απολαύει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από εκείνη που παρέχεται στους πολίτες της Ένωσης, γεγονός το οποίο δεν συνάδει με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 59 του πρόσθετου πρωτοκόλλου (το οποίο δεν επέτρεπε την ευνοϊκότερη μεταχείριση των Τούρκων πολιτών σε σχέση με του τους πολίτες της Ένωσης) 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη ενωσιακή νομοθεσία δεν αντιτίθεται στην επίμαχη εθνική νομοθεσία

9. Απόφαση του Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 15ης Μαΐου 2019, υπόθεση C-341/17 P, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Αίτηση αναίρεσης 

Η Ελληνική Δημοκρατία με την αίτηση της ζήτησε να αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 30ής Μαρτίου 2017, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑112/15) με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/950/ΕΕ της Επιτροπής για τον αποκλεισμό ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν από τα Κράτη-μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ). Ειδικότερα, τον Σεπτέμβριο του 2008 και τον Φεβρουάριο του 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε δύο έρευνες όσον αφορά τις δαπάνες της Ελληνικής Δημοκρατίας, αντιστοίχως, για στρεμματικές ενισχύσεις και για μέτρα αγροτικής ανάπτυξης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, καθώς και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), για το έτος 2008. Τον Δεκέμβριο του 2014, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2014/950, με την οποία απέκλειε από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο των ανωτέρω Ταμείων.
Το ΔΕΕ αναίρεσε τα σημεία 2 και 3 του διατακτικού της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (T-112/15), καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, απέρριψε την προσφυγή της Ελληνικής Δημοκρατίας περιορίζοντας την εξέτασή του στη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2009 όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ), ο οποίος επικεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη, και μη εξετάζοντας τη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2010, ύψους 5 496 524,54 ευρώ, όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 %. Κατά τα λοιπά απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Υπόθεση C-24/17, κατά Republik Österreich – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, των άρθρων 21 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης καθώς και των άρθρων 1, 2, 6 και 17 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Αυστριακής Συνομοσπονδίας Συνδικαλιστικών Οργανώσεων και της Δημοκρατίας της Αυστρίας με αντικείμενο τη νομιμότητα του ομοσπονδιακού συστήματος αποδοχών και μισθολογικής προαγωγής των συμβασιούχων υπαλλήλων στη δημόσια διοίκηση το οποίο θέσπισε ο Αυστριακός νομοθέτης με σκοπό να τεθεί τέλος σε δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, για τον προσδιορισμό της μισθολογικής αρχαιότητας συμβασιούχου υπαλλήλου, συνυπολογίζονται στο σύνολό τους οι περίοδοι προϋπηρεσίας στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας με οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως ή δήμο Κράτους-μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, της Τουρκικής Δημοκρατίας ή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, με οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή με διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Δημοκρατία της Αυστρίας και με παρόμοιους οργανισμούς, ενώ οποιαδήποτε άλλη περίοδος προϋπηρεσίας συνυπολογίζεται μόνο μέχρι δέκα έτη και στον βαθμό που είναι συναφής.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε αρχικά πρόσωπα που έχουν επαγγελματική πείρα άνω των δέκα ετών κτηθείσα σε άλλους εργοδότες πέραν των προαναφερόμενων θα αποθαρρυνθούν από την υποβολή αιτήσεως για τη θέση αυστριακού συμβασιούχου υπαλλήλου, λόγω του χαμηλότερου μισθολογικού κλιμακίου στο οποίο θα καταταχθούν, δεδομένου ότι οι σχετικές περίοδοι προϋπηρεσίας που αυτοί πραγματοποίησαν σε τέτοιους εργοδότες δεν θα ληφθούν υπόψη στο σύνολό τους κατά τον καθορισμό της μισθολογικής αρχαιότητάς τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία αντιτίθεται στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και στο σχετικό παράγωγο ενωσιακό δίκαιο  διότι καθιστά λιγότερο ελκυστική την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων