Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 11/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Νοέμβριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-585/18, C-624/18 και C-625/18, A. K. κ.λπ. κατά Sąd Najwyższy – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 2 και του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και του άρθρου 9, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο (Τμήμα Εργατικών Διαφορών και Διαφορών Κοινωνικής Ασφαλίσεως της Πολωνίας στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, πρώτον, του A. K., δικαστή στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, και του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (υπόθεση C‑585/18) και, δεύτερον, των CP και DO, δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο, (υποθέσεις C‑624/18 και C‑625/18), σχετικά με την πρόωρη συνταξιοδότηση των δικαστών αυτών κατόπιν της θέσεως σε ισχύ νέας εθνικής νομοθεσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν, ανεξαρτήτως των ισχυόντων στο οικείο Κράτος-μέλος (Πολωνία) εθνικών κανόνων περί κατανομής δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων, δικαστήριο, όπως το αιτούν, υποχρεούται να μην εφαρμόσει τους εν λόγω εθνικούς κανόνες και να αναλάβει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, δικαιοδοτική αρμοδιότητα για να επιληφθεί των διαφορών των κύριων δικών, που σχετίζονται με το δίκαιο της Ένωσης. Η αρμοδιότητα σύμφωνα με τους εθνικούς δικαιοδοτικούς κανόνες είχε απονεμηθεί στο πειθαρχικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο όμως δεν είχε συσταθεί. Επιπρόσθετα, το αιτούν εθνικό δικαστήριο εκτίμησε ότι, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες έπρεπε να πραγματοποιηθεί ο διορισμός των νέων δικαστών του πειθαρχικού τμήματος, υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν το τμήμα αυτό και τα μέλη του θα παρείχαν επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 47 του Χάρτη και το άρθρο 9, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπεται διαφορές σχετικές με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου που δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Τούτο συμβαίνει όταν οι αντικειμενικές συνθήκες της συστάσεως του οικείου οργάνου και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, καθώς και ο τρόπος διορισμού των μελών του, δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του οργάνου αυτού έναντι εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων και, ως εκ τούτου, δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα να μη δίδει το εν λόγω όργανο εντύπωση ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας, στοιχείο. Ωστόσο, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αν τούτο συμβαίνει στην περίπτωση οργάνου όπως είναι το πειθαρχικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ εκτίμησε ότι σε τέτοια περίπτωση, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει τη διάταξη του εθνικού δικαίου βάσει της οποίας αποκλειστικώς αρμόδιο να επιληφθεί των διαφορών των κύριων δικών είναι το εν λόγω όργανο, ώστε οι διαφορές αυτές να μπορούν να εξετασθούν από δικαιοδοτικό όργανο το οποίο πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και το οποίο θα ήταν αρμόδιο στον οικείο τομέα εάν η αρμοδιότητά του δεν αποκλειόταν βάσει της εν λόγω διατάξεως.

2.ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-192/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας – Προσφυγή για παράβαση

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκώντας προσφυγή για παράβαση του Δικαίου της ΕΕ ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας:
Αφενός μεν, καθορίζοντας, βάσει του άρθρου 13, σημεία 1 έως 3, του νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων της 12ης Ιουλίου 2017 διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί, παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, καθώς και από το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο στʹ, της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης,
Αφετέρου δε, μειώνοντας, βάσει του άρθρου 13, σημείο 1, του τροποποιητικού νόμου της 12ης Ιουλίου 2017, το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών που υπηρετούν στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και εξουσιοδοτώντας τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Πολωνία) να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού δικαστικής υπηρεσίας παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επί της αιτιάσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της Δίκης κατόπιν της θέσεως σε ισχύ, στις 23 Μαΐου 2018, του νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (Τροποποιητικός νόμος της 12ης Απριλίου 2018) το ΔΕΕ έκρινε ότι κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής.
Επί των αιτιάσεων-ισχυρισμών της Επιτροπής, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, καθορίζοντας βάσει του επίδικου νομοθετικού πλαισίου που όριζε διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί, παραβίασε τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις επίμαχες διατάξεις. 
Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας εξουσιοδοτώντας, τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Πολωνία) να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού υπηρεσίας των δικαστών των πολωνικών τακτικών δικαστηρίων πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εν λόγω δικαστών παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019., Υπόθεση C-555/18, K.H.K. κατά B.A.C. και E.E.K. – Προδικαστική 

Η αίτηση  αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 655/2014 περί διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού που στοχεύει στη διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 4 σημείο 10 του ανωτέρω Κανονισμού «δημόσιο έγγραφο” […], το έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωριστεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο σε ένα κράτος μέλος, η γνησιότητα του οποίου: α) συνδέεται με την υπογραφή και το περιεχόμενο του εγγράφου, και β)  πιστοποιείται από δημόσια ή άλλη εξουσιοδοτημένη αυτής τούτο αρχή». H αίτηση υποβλήθηκε από το  Περιφερειακό Δικαστήριο της Σόφιας (Βουλγαρία) (Sofiyski rayonen sad) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, K.H.K και, αφετέρου, B.A.C. και E.E.K. (οφειλέτες) σχετικά με την ικανοποίηση με αναγκαστική εκτέλεση, κινηθείσα με πρωτοβουλία του K.H.K., απαιτήσεως την οποία υποστηρίζει ότι έχει έναντι των B.A.C. και E.E.K. μέσω ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, σημείο 10, του Κανονισμού 655/2014 έχει την έννοια ότι μια διαταγή πληρωμής που στερείται εκτελεστότητας, συνιστά «δημόσιο έγγραφο», κατά την έννοια αυτής διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, σημείο 10, του Κανονισμού 655/2014 έχει την έννοια ότι διαταγή πληρωμής, που δεν είναι εκτελεστή δεν συνιστά «δημόσιο έγγραφο», κατά την έννοια αυτής διατάξεως αυτής.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-484/18, Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (Spedidam) κ.λπ. κατά Institut national de l’audiovisuel – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, του άρθρου 3, παρ. 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (Spedidam) και των PG και GF, και, αφετέρου, του Institut national de l’audiovisuel (εθνικού ραδιοτηλεοπτικού ινστιτούτου, ΙΝΑ), με αντικείμενο τη φερόμενη προσβολή, από το INA, των δικαιωμάτων ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη  των οποίων είναι δικαιούχοι οι PG και GF. Ειδικότερα, οι PG και GF διαπίστωσαν ότι το INA εκμεταλλευόταν εμπορικώς, μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος στον ιστότοπό του και χωρίς την άδειά τους, βιντεογραφήματα και φωνογραφήματα στα οποία αναπαράγονταν ερμηνείες του ZV που χρονολογούνταν από το 1959 έως το 1978.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχ. βʹ, και το άρθρο 3, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2001/29 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν εθνική νομοθεσία που καθιερώνει, όσον αφορά την εκμετάλλευση οπτικοακουστικών αρχείων από τον φορέα ο οποίος έχει οριστεί ως αρμόδιος προς τούτο, μαχητό τεκμήριο συγκατάθεσης εκ μέρους του ερμηνευτή καλλιτέχνη για την εγγραφή και την εκμετάλλευση της ερμηνείας του, σε περίπτωση που ο ερμηνευτής καλλιτέχνης συμμετέχει στην ηχογράφηση-βιντεοσκόπηση οπτικοακουστικού έργου με σκοπό τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοσή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν την ανωτέρω εθνική νομοθεσία που καθιερώνει όσον αφορά την εκμετάλλευση οπτικοακουστικών αρχείων από τον φορέα ο οποίος έχει οριστεί ως αρμόδιος προς τούτο, μαχητό τεκμήριο συγκατάθεσης εκ μέρους του ερμηνευτή καλλιτέχνη για την εγγραφή και την εκμετάλλευση της ερμηνείας του, σε περίπτωση που ο ερμηνευτής καλλιτέχνης συμμετέχει στην ηχογράφηση-βιντεοσκόπηση οπτικοακουστικού έργου με σκοπό τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοσή του.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-396/18, Gennaro Cafaro κατά DQ – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του σημείου FCL.065 του παραρτήματος I του Κανονισμού 1178/2011 για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων και διοικητικών διαδικασιών όσον αφορά το ιπτάμενο προσωπικό πολιτικής αεροπορίας και της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 της ανωτέρω Οδηγίας   «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που προβλέπει ο εθνικός νόμος και τα οποία σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαία για την ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.». Επιπρόσθετα, το άρθρο 4, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας προβλέπει «Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι [αναλογική].». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte suprema di cassazione) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Gennaro Cafaro και του πρώην εργοδότη του, της DQ, σχετικά με την αυτόματη λύση της σχέσεως εργασίας του για τον λόγο ότι είχε συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2000/78 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την αυτόματη λύση της σχέσεως εργασίας των χειριστών που απασχολεί εταιρία, η οποία εκμεταλλεύεται αεροσκάφη στο πλαίσιο δραστηριοτήτων συνδεόμενων με την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας Κράτους-μέλους όταν αυτοί συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, παρ. 5, της Οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική ρύθμιση, υπό τον όρο ότι η ρύθμιση αυτή είναι αναγκαία για τη δημόσια ασφάλεια και είναι αναλογική, πράγμα το οποίο στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει 

6. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-379/18, Deutsche Lufthansa AG κατά Land Berlin – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, του άρθρου 6, παρ. 3 έως 5, καθώς και του άρθρου 11, παρ. 1 και 7, της Οδηγίας 2009/12/ΕΚ για τα αερολιμενικά τέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγίας 2009/12 «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αερολιμενικά τέλη να μην εισάγουν διακρίσεις μεταξύ χρηστών αερολιμένων, σύμφωνα με το [δίκαιο της Ένωσης]. Αυτό δεν αποκλείει τη διαφοροποίηση των αερολιμενικών τελών για λόγους δημόσιου και γενικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών. Τα κριτήρια για τη διαφοροποίηση αυτήν πρέπει να είναι συναφή, αντικειμενικά και διαφανή.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της της Deutsche Lufthansa AG και του Ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου, σχετικά με την έγκριση από το τελευταίο του νέου συστήματος χρέωσης αερολιμενικών τελών που κατάρτισε, για το αεροδρόμιο Berlin-Tegel (Γερμανία). Ας σημειωθεί ότι η Berliner Flughafen GmbH ήταν φορέας διαχείρισης του αερολιμένα. Ειδικότερα, η Deutsche Lufthansa, εταιρία αερομεταφορών, υπό την ιδιότητά της ως χρήστη αερολιμένα, κινήθηκε εναντίον της έγκρισης ενός νέου συστήματος αερολιμενικών τελών για τον αερολιμένα Berlin-Tegel, ο οποίος βρίσκεται υπό τη διαχείριση του ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου.
Το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου, υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνου για την ανεξάρτητη εποπτική αρχή φορέα, ενέκρινε, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015, το νέο σύστημα αερολιμενικών τελών που κατάρτισε η BFG. Η Deutsche Lufthansa άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω έγκρισης.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2009/12, και ιδίως το άρθρο 3, το άρθρο 6, παρ. 5, στοιχείο αʹ, καθώς και το άρθρο 11, παρ. 1 και 7, έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική διάταξη η οποία επιτρέπει σε φορέα διαχείρισης αερολιμένα να καθορίζει μαζί με χρήστη αερολιμένα αερολιμενικά τέλη διαφορετικά από εκείνα που έχουν καθοριστεί από τον εν λόγω φορέα και εγκριθεί από την ανεξάρτητη εποπτική αρχή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η οδηγία 2009/12 και οι επίμαχες διατάξεις του Δικαίου της ΕΕ έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική διάταξη η οποία επιτρέπει σε φορέα διαχείρισης αερολιμένα να καθορίζει μαζί με χρήστη αερολιμένα αερολιμενικά τέλη διαφορετικά από εκείνα που έχουν καθοριστεί από τον φορέα αυτό και εγκριθεί από την ανεξάρτητη εποπτική αρχή, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2009/12 έχει την έννοια ότι αποκλείει ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία χρήστης αερολιμένα δεν μπορεί να προσβάλει ευθέως την απόφαση της ανεξάρτητης εποπτικής αρχής περί έγκρισης του συστήματος αερολιμενικών τελών, ενώ μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου και να προβάλει με αυτή αποκλειστικώς και μόνον ότι το τέλος το οποίο καθορίστηκε στο πλαίσιο του συστήματος αερολιμενικών τελών και το οποίο πρέπει να καταβάλει δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο της δίκαιης κρίσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2009/12 έχει την έννοια ότι αποκλείει την ανωτέρω ερμηνεία του εθνικού δικαίου. 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-363/18, Organisation juive européenne και Vignoble Psagot Ltd κατά Ministre de l'Économie et des Finances – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 1169/2011 σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 στοιχ. θ «1. Σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 35 και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, είναι υποχρεωτική η αναγραφή των ακόλουθων ενδείξεων: […] θ) η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 26·[…]». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ανωτέρω Κανονισμού «Η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης αναγράφονται υποχρεωτικά: α) όταν η μη αναγραφή τους ενδέχεται να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική χώρα καταγωγής ή τον πραγματικό τόπο προέλευσης του τροφίμου, ιδίως αν οι πληροφορίες που συνοδεύουν το τρόφιμο ή η ετικέτα στο σύνολό της υπονοούν ότι το τρόφιμο έχει διαφορετική χώρα καταγωγής ή τόπο προέλευσης· […]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας (Conseil d’État) στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Organisation juive européenne και της Vignoble Psagot Ltd και, αφετέρου, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αφετέρου, σχετικά με τη νομιμότητα ανακοίνωσης του Υπουργού, η οποία αφορούσε την ένδειξη της καταγωγής των προϊόντων που προέρχονται από τα εδάφη τα οποία κατέχει το κράτος του Ισραήλ από τον Ιούνιο του 1967.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο θʹ, του Κανονισμού 1169/2011 έχει την έννοια ότι τα τρόφιμα που κατάγονται από έδαφος κατεχόμενο από το κράτος του Ισραήλ, πέραν της ένδειξης του εν λόγω εδάφους, πρέπει, όταν προέρχονται από τοποθεσία ή σύνολο τοποθεσιών που αποτελεί ισραηλινό οικισμό στο εσωτερικό του εν λόγω εδάφους, να φέρουν και την ένδειξη αυτής της προέλευσής τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχ. θʹ, του Κανονισμού 1169/2011 έχει την έννοια ότι τα τρόφιμα που κατάγονται από έδαφος κατεχόμενο από το κράτος του Ισραήλ, πέραν της ένδειξης του εν λόγω εδάφους, πρέπει, όταν προέρχονται από τοποθεσία ή σύνολο τοποθεσιών που αποτελεί ισραηλινό οικισμό στο εσωτερικό του εν λόγω εδάφους, να φέρουν και την ένδειξη αυτής της προέλευσής τους.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-349/18 έως C-351/18, Nationale Maatschappij der Belgische Spoorwegen (NMBS) κατά Mbutuku Kanyeba κ.λπ. - Προδικαστική 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου του Κανονισμού 1371/2007 σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιβατών σιδηροδρομικών γραμμών καθώς και του άρθρου 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 3 σημείο 8 του Κανονισμού 1371/2007  «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι εξής ορισμοί: 8) ως “σύμβαση μεταφοράς” νοείται η σύμβαση μεταφοράς, επ’ αμοιβή ή δωρεάν, μεταξύ σιδηροδρομικής επιχείρησης ή πωλητή εισιτηρίων και του επιβάτη για την παροχή μιας ή περισσοτέρων υπηρεσιών μεταφοράς».  Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ειρηνοδικείο Αμβέρσας του Βελγίου (vredegerecht te Antwerpen) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Nationale Maatschappij der Belgische Spoorwegen (NMBS) (εθνικής εταιρίας βελγικών σιδηροδρόμων, SNCB) και, αφετέρου, του Mbutuku Kanyeba (υπόθεση C-349/18), της Larissa Nijs (υπόθεση C‑350/18) και του Jean-Louis Anita Dedroog (υπόθεση C-351/18), με αντικείμενο πρόσθετα ποσά που αξίωσε η εταιρία από τους δεύτερους επειδή είχαν ταξιδέψει με αμαξοστοιχία χωρίς να διαθέτουν τίτλο μεταφοράς.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, σημείο 8, του Κανονισμού 1371/2007 έχει την έννοια ότι η περίπτωση κατά την οποία ένας επιβάτης επιβιβάζεται σε αμαξοστοιχία για την πραγματοποίηση διαδρομής χωρίς να έχει αγοράσει εισιτήριο εμπίπτει στην έννοια της «σύμβασης μεταφοράς», κατά τη διάταξη αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, σημείο 8, του Κανονισμού 1371/2007 έχει την έννοια ότι η περίπτωση κατά την οποία ένας επιβάτης επιβιβάζεται σε ελεύθερα προσβάσιμη αμαξοστοιχία για την πραγματοποίηση διαδρομής χωρίς να έχει αγοράσει εισιτήριο εμπίπτει στην έννοια της «σύμβασης μεταφοράς».

9. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-255/18, State Street Bank International GmbH κατά Banca d'Italia – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2014/59 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63 για τη συμπλήρωση της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τις εκ των προτέρων συνεισφορές σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63, το οποίο φέρει τον τίτλο «Νεοεποπτευόμενα ιδρύματα ή αλλαγή καθεστώτος» «1. Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα είναι νεοεποπτευόμενο ίδρυμα μόνο για ένα μέρος της περιόδου συνεισφοράς, η μερική συνεισφορά καθορίζεται με εφαρμογή της μεθοδολογίας που παρατίθεται στο τμήμα 3 για το ποσό της ετήσιας συνεισφοράς του, που υπολογίζεται κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου συνεισφοράς με παραπομπή στον αριθμό των πλήρων μηνών της περιόδου συνεισφοράς για τους οποίους εποπτεύεται το ίδρυμα. 2. Μια αλλαγή του καθεστώτος ενός ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου ενός μικρού ιδρύματος, κατά τη διάρκεια της περιόδου συνεισφοράς δεν επηρεάζει την ετήσια καταβλητέα συνεισφορά κατά το συγκεκριμένο έτος.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Διοικητικό Πρωτοδικείο Λατίου της Ιταλίας (Tribunale amministrativo regionale per il Lazio) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της State Street Bank International GmbH και της Banca d’Italia, με αντικείμενο την καταβολή συνεισφορών στο εθνικό ταμείο εξυγίανσης στην Ιταλία. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της State Street Bank International GmbH και της Banca d’Italia, με αντικείμενο την καταβολή συνεισφορών στο εθνικό ταμείο εξυγίανσης στην Ιταλία.
Ένα από τα νομικά ζητήματα που προέκυψε ήταν εάν το άρθρο 12, παρ. 2, του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία η διασυνοριακή συγχώνευση με απορρόφηση ιδρύματος, το οποίο ευρίσκεται σε ένα Κράτος μέλος (Ιταλία), από τη μητρική του εταιρία, η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος μέλος(Γερμανία), και η συνακόλουθη εξαφάνιση του απορροφηθέντος αυτού ιδρύματος έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του 2015, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ούτε η εθνική αρχή εξυγίανσης ούτε το εθνικό ταμείο είχαν ακόμη επισήμως συσταθεί από το πρώτο Κράτος μέλος (Ιταλία), οι δε συνεισφορές δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 12, παρ. 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση διότι η επίμαχη διασυνοριακή συγχώνευση έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του 2015, όταν ο ανωτέρω κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός ήταν σε ισχύ. Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν επηρεάζει το γεγονός, αναφορικά με την ισχύ του Κανονισμού ότι ούτε η εθνική αρχή εξυγίανσης ούτε το εθνικό ταμείο είχαν ακόμη επισήμως συσταθεί από το πρώτο Κράτος μέλος (Ιταλία), οι δε συνεισφορές δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-609/17 και C-610/17, Terveys-ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) ry και Auto-ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT ry κατά Hyvinvointialan liitto ry και Satamaoperaattorit ry - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και του άρθρου 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το δικαστήριο εργατικών διαφορών  της Φιλανδίας (työtuomioistuin), στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, α) στην υπόθεση C-609/17, μεταξύ της Terveys-ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) και της Hyvinvointialan liitto και β) στην υπόθεση C-610/17, μεταξύ της Auto-ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT και της Satamaoperaattorit, με αντικείμενο την απόρριψη των αιτημάτων δύο εργαζομένων που βρέθηκαν σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας κατά τη διάρκεια περιόδου ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών και ζήτησαν τη μεταφορά ημερών ετήσιας άδειας αντίστοιχων με τον συνολικό αριθμό ή μέρος των ημερών αναρρωτικής άδειας που έλαβαν.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 αντιτίθεται σε εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή σε συλλογικές συμβάσεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιπλέον ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πέραν της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή ελάχιστης περιόδου τεσσάρων εβδομάδων, αλλά ταυτόχρονα αποκλείουν το ενδεχόμενο μεταφοράς των ημερών αυτών στην περίπτωση ασθένειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη αντιτίθεται σε εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή σε συλλογικές συμβάσεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιπλέον ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παρ. 1, της οδηγίας 2003/88 ελάχιστης περιόδου τεσσάρων εβδομάδων, αλλά ταυτόχρονα αποκλείουν το ενδεχόμενο μεταφοράς των ημερών αυτών στην περίπτωση ασθένειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο του 51, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί όσον αφορά τέτοιες εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή συλλογικές συμβάσεις.


CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2020
Το ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής (τριτενέργειας) των δικαιωμάτων 
του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κυρίου Νικολάου Κάκου με θέμα: Το ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής (τριτενέργειας) των δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ – Κατεύθυνση: Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο. Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της (Δεκέμβριος 2019) αξιολογήθηκε από την Τριμελή Επιτροπή Κρίσης με το βαθμό άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                             
                                                                                                                                 ΜΔΧ       

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η εφαρμογή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, δηλαδή η λεγόμενη οριζόντια εφαρμογή ή τριτενέργεια (horizontal direct effect), δεν ήταν ούτε είναι μέχρι σήμερα δεδομένη, όπως άλλωστε διαφαίνεται από τη νομολογία του ΔΕΕ από την έναρξη της δεσμευτικής ισχύος του Χάρτη την 1η Δεκεμβρίου του 2009. Η σκέψη ότι ο Χάρτης ως ισόκυρος με τις Συνθήκες θα τύχει ανάλογης αντιμετώπισης από το Δικαστήριο στο ζήτημα της οριζόντιας εφαρμογής δεν επαληθεύτηκε από την αντίστοιχη νομολογία, η οποία διήνυσε μέχρι τώρα μία κυμαινόμενη πορεία μέχρι τη διατύπωση συγκεκριμένων κριτηρίων για την ανάπτυξης τριτενέργειας. 
Η μελέτη της εφαρμογής των διατάξεων του Χάρτη σε οριζόντιες σχέσεις απαιτεί πρωτίστως την γενικότερη εξέταση του «ενωσιακού φαινομένου» υπό το πρίσμα της «θεωρίας της τριτενέργειας» ιδίως όπως αποτυπώνεται στη νομολογία του ΔΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό σημαντικά στοιχεία που τονίζονται στην παρούσα εργασία είναι τα εξής: πρώτον, η «ενσωμάτωση» της τριτενέργειας στην ενωσιακή έννομη τάξη διαπερνά τα ιστορικά στεγανά εντός των οποίων διαμορφώθηκε και έτσι αποκτά νέες διαστάσεις. Ενώ η προβληματική της εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και γενικών αρχών στις σχέσεις ιδιωτών στηρίζεται στην ιδέα των αμυντικών δικαιωμάτων έναντι του κράτους και στη διάκριση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης μία τέτοια αφετηρία δεν υφίσταται, αφού όχι μόνο η ιδέα της κρατικής εξουσίας υπό την τυπική έννοια απουσιάζει, αλλά και ο διαχωρισμός μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου είναι δυσδιάκριτος, εφόσον κράτος και ιδιώτες αντιμετωπίζονται συχνά ως ισότιμοι φορείς της Εσωτερικής Αγοράς. Εξάλλου, η ΕΕ δεν είχε εξαρχής ένα κατάλογο δικαιωμάτων, αντίστοιχο με ένα Σύνταγμα, και επομένως η νομολογιακή επεξεργασία αφορούσε κατά κύριο λόγο τις κοινοτικές ελευθερίες και δικαιώματα του παραγώγου δικαίου. Δεύτερον, η τριτενέργεια στην ενωσιακή έννομη τάξη ανάγεται σε ζήτημα σχέσης εθνικού με τον ενωσιακό κανόνα. Ενώ στο πλαίσιο ενός κράτους εξετάζεται καθεαυτό το ζήτημα της τριτενέργειας, όταν ένα δικαίωμα κατοχυρώνεται σε έναν εξωκρατικό κανόνα δικαίου είναι αναγκαίο να διευκρινισθούν πρώτα ζητήματα εισόδου, επικλησιμότητας και υπεροχής αυτού του κανόνα. Αφού πρώτα ελεγχθεί η ισχύς του κανόνα στην εθνική έννομη τάξη, τότε μόνο δύναται να τριτενεργήσει. Έτσι, το Δικαστήριο προσέγγισε την τριτενέργεια των ενωσιακών δικαιωμάτων ως μέρος της θεωρίας του άμεσου αποτελέσματος. Τρίτον, υπό το παραπάνω πρίσμα, αναγνωρίστηκε η τριτενέργεια αρκετών διατάξεων των Συνθηκών, των κανονισμών, των αποφάσεων, κατά περίπτωση των διεθνών συνθηκών που υπογράφει η Ένωση, αλλά κατά πάγια νομολογία απορρίπτεται η τριτενέργεια των διατάξεων των οδηγιών με κυριότερο επιχείρημα την άρνηση της ευθύνης των ιδιωτών για την αβελτηρία του κράτους μέλους. Τέλος, οι γενικές αρχές αποτελούν μία κατηγορία κανόνων, που αν και αναγνωρίστηκε η τριτενέργειά τους (υποθέσεις  Mangold, Κücükdeveci), υπάρχει μία ασάφεια σχετικά με τον τρόπο που αυτό γίνεται. Τέταρτον, σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο ακολουθεί μία right-by-right προσέγγιση, χωρίς να απορρίπτει ή να δέχεται συλλήβδην την τριτενέργεια των ενωσιακών δικαιωμάτων. 
Έχοντας υπόψη τις παραπάνω σκέψεις, ο μελετητής της τριτενέργειας του Χάρτη αντιμετωπίζει επίσης ζητήματα που αφορούν την ιδιαιτερότητα του περιεχομένου του. Ένα παγκοσμίως πρωτότυπο κείμενο που όμως η εφαρμογή του περιορίζεται από ρυθμίσεις που οι ίδιοι οι συντάκτες του έθεσαν. Οι τρεις περιορισμοί του Χάρτη αφορούν (1) την δεσμευτικότητά του μόνο όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ενωσιακό δίκαιο, (2) τους αποδέκτες του Χάρτη, που κατά το γράμμα του άρθρου 51 παρ. 1  είναι μόνο τα όργανα της Ένωσης και τα κράτη-μέλη, και (3) τη διάκριση δικαιωμάτων και αρχών, από τα οποία μόνο τα δικαιώματα έχουν επικλησιμότητα. Αν και ο δεύτερος περιορισμός έχει λυθεί από το Δικαστήριο υπέρ της τριτενέργειας, οι άλλοι δύο περιορισμοί συνεχίζουν να αποτελούν τροχοπέδη της επικλησιμότητάς του.
Στη συνέχεια, η ανατομία της ενωσιακής νομολογίας, από την νομική ισχύ του Χάρτη και έπειτα, αναδεικνύει την προβληματική όπως εκτέθηκε ανωτέρω. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ μπορεί να διακριθούν σε δύο φάσεις. Στην πρώτη περίοδο διάχυτη είναι η επιφυλακτικότητα στην αναγνώριση της οριζόντιας εφαρμογής των δικαιωμάτων του Χάρτη με μοναδική εξαίρεση, αν και δίχως επαρκή επιχειρηματολογία, την υπόθεση AMS, όπου απορρίφθηκε η τριτενέργεια του άρθρου 27 ΧΘΔΕ και ως obiter dictum κρίθηκε η οριζόντια εφαρμογή του άρθρου 21 ΧΘΔΕ. Η περίοδος αυτή, που αρχίζει με την υπόθεση Κücükdeveci και καταλήγει στην Dansk Industri, χαρακτηρίζεται από διστακτικότητα, αφού η χρήση του Χάρτη περιορίζεται μόνο στο να επενδύσει με μία υψηλή συμβολική αξία την δικαστική κρίση. Μάλιστα, στην υπόθεση Dominguez, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, η σιωπή του ΔΕΕ στη χρήση του Χάρτη ήταν «εκκωφαντική». Πλέον, η νομολογία έχει εισέλθει σε μία νέα δεύτερη φάση στην οποία όχι μόνο εξετάζει την πιθανή τριτενέργεια των δικαιωμάτων του Χάρτη, αλλά και έχει θέσει σαφή κριτήρια στις υποθέσεις Bauer και Max-Planck. Το πρώτο κριτήριο είναι ο «επιτακτικός χαρακτήρας» της διάταξης, δηλαδή το γεγονός ότι δεν χρειάζεται ένα επιπλέον ενωσιακό ή εθνικό εκτελεστικό μέτρο για να εξειδικευτεί το περιεχόμενό της και δεύτερον το «ανεπιφύλακτο» υπό την έννοια της ακρίβειας και της σαφήνειας του περιεχομένου της διάταξης. 
Ακόμα και με τη σημαντική αυτή νομολογιακή στροφή, η μεθοδολογική προσέγγιση του ΔΕΕ στο ζήτημα της τριτενέργειας παραμένει αγκυλωμένη σε δογματικά ζητήματα του ενωσιακού δικαίου. Το γεγονός ότι ο Χάρτης δεν αποτελεί σημείο αναφοράς στις δικαστικές αποφάσεις, ως η πρωταρχική πηγή δικαίου σε θέματα τριτενέργειας των δικαιωμάτων, αλλά δεύτερη ή και τρίτη εναλλακτική μετά τη τεχνική της σύμφωνης ερμηνείας και την έστω τυπική εξέταση της οριζόντιας ισχύος των οδηγιών, τον καθιστά έναν επικουρικό μηχανισμό (fallback mechanism) και η προστασία των δικαιωμάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις καταλήγει να είναι μία παράπλευρη διαπίστωση σε μία αμιγώς τεχνική διαδικασία. Επίσης, εφόσον το ΔΕΕ δεν δείχνει τη διάθεση να μεταστρέψει την πάγια νομολογία της άρνησης οριζόντιας ισχύος των οδηγιών και στο μέτρο που τα δικαιώματα του Χάρτη ιδίως τα κοινωνικά αλλά και η αρχή της μη διάκρισης κατοχυρώνονται και σε οδηγίες, η αμηχανία να αποτυπωθεί η ακριβής σχέση των οδηγιών και των δικαιωμάτων του Χάρτη είναι έκδηλη, όπως έκδηλος είναι και ο ετεροκαθορισμός του Χάρτη λόγω της μη αυτόνομης ερμηνείας και επεξεργασίας του ανεξαρτήτως άλλων πηγών. Μήπως λοιπόν το ζήτημα της τριτενέργειας του Χάρτη θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για μία νέα αντίληψη περί της αρχής του άμεσου αποτελέσματος ιδίως στο ζήτημα των οδηγιών; Πάντως, το ΔΕΕ οφείλει όχι απλά να  επιδιώξει τη σύγκλιση των διατάξεων του Χάρτη με τις Συνθήκες, αλλά να αντιληφθεί ότι το ζήτημα της διαπροσωπικής ενέργειας των δικαιωμάτων ως ουσιαστικό ζήτημα δεν τίθεται σε καμία περίπτωση εν αμφιβόλω και να το διακρίνει από το νομοτεχνικό ζήτημα που αφορά απλώς τον τρόπο που θα επιτευχθεί αυτή.
Δες τη μελέτη εδώ

Κάκος Νικόλαος, ΜΔΕ Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο 
nikolaoskakos@gmail.com




CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2020
H ΕΔΡΑ JEAN MONNET ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ Δ.Π.Θ.
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2016 - 2019

Με απόφαση της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Decision Nr. 2016 – 2402/001-001 EACEA) απένειμε στην Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Έδρα Jean Monnet, μετά από διαγωνιστική διαδικασία κατά την οποία αξιολογήθηκαν 737 αιτήσεις Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων  από όλο τον κόσμο.  Η τιμητική αυτή απόφαση, που έφερε τη Νομική Σχολή μεταξύ 147 επιλεγέντων Ιδρυμάτων, βασίστηκε, σύμφωνα με την κρίση ανεξάρτητων αξιολογητών, στην παράδοση και στην ποιότητα των προσφερομένων ευρωπαϊκών σπουδών στη Σχολή, στην πληρότητα της υποβληθείσας πρότασης και ικανότητα της ομάδας που θα αναλάβει την υλοποίηση του έργου της Έδρας. Στο πλαίσιο των παραπάνω και με την χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά την τριετή διάρκεια του προγράμματος (2016 – 2019) η Έδρα Jean Monnet της Νομικής Σχολής κλήθηκε να υλοποιήσει Πρόγραμμα με τίτλο: Το Κράτος Δικαίου στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: κεκτημένο ή ζητούμενο; 

Το πρόγραμμα της Έδρας προέβλεπε:

  • Την διατήρηση, ενίσχυση και εμβάθυνση στα θέματα που σχετίζονται με το Κράτος Δικαίου και τις άλλες αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων του Προγράμματος Σπουδών.
  • Την οργάνωση σεμιναρίων για σπουδαστές άλλων Τμημάτων του ΔΠΘ, νέους Δικηγόρους, Δικαστές, Εκπαιδευτικούς άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης και φορείς χάραξης πολιτικής.
  • Την οργάνωση Συνεδρίου, Στρογγυλής Τράπεζας, Ενημερωτικών Συναντήσεων. 
  • Την εκπόνηση συναφών με το θέμα του προγράμματος μελετών και ερευνητικών προγραμμάτων.
  • Την δημοσίευση εκπαιδευτικών εργαλείων, μελετών και πρακτικών Συνεδρίων.


Οι δραστηριότητες που ανάπτυξε η Έδρα Jean Monnet κατά την υλοποίηση του προγράμματός της  είχαν πολλαπλές επιδράσεις: 

Ενισχύθηκε το πρόγραμμα των ευρωπαϊκών σπουδών της Νομικής Σχολής με την εισαγωγή νέων μαθημάτων, ενώ παρήχθησαν νέα εκπαιδευτικά εργαλεία για την υποστήριξη της διδασκαλίας των μαθημάτων. Σήμερα η Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης   διαθέτει το πιο διευρυμένο πρόγραμμα ευρωπαϊκών σπουδών σε σύγκριση με τις άλλες  Νομικές Σχολές της Ελλάδας. Η δυναμική, εξάλλου, που ανέπτυξε η Έδρα αποτέλεσε το γόνιμο έδαφος για να δημιουργηθεί το 2018 ένα νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τον τίτλο: Σύγχρονες Ευρωπαϊκές  Σπουδές: Δίκαιο, Οικονομία, Πολιτική. 

Δόθηκε ώθηση στην έρευνα γύρω από τα θέματα των αξιών της Ένωσης και του Κράτους Δικαίου και παρήχθη ένα αξιοσημείωτο ερευνητικό αποτέλεσμα. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Έδρα στο πλαίσιο του ερευνητικού της προγράμματος έδωσε την ευκαιρία σε νέους επιστήμονες να ερευνήσουν, να συγγράψουν μελέτες και να δουν να δημοσιεύεται το προϊόν της έρευνάς τους.  

Αποτέλεσε, μέσω των ανοικτών εκδηλώσεων που διοργάνωσε, το πλαίσιο για την ανάπτυξη ενός γόνιμου επιστημονικού διαλόγου με την συμμετοχή επιστημόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικού. Κοινωνοί αυτού του διαλόγου έγιναν οι φοιτητές αλλά και το ευρύτερο κοινό είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της δημοσίευσης των πρακτικών των συνεδρίων, που διοργανώθηκαν. 

Η Έδρα, μέσω των σεμιναρίων και των ενημερωτικών συναντήσεων που διοργάνωσε, αποτέλεσε μια διαρκής πηγή πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης γύρω από επίκαιρα θέματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που δεν περιορίστηκε μόνο στους φοιτητές της Νομικής Σχολής αλλά επεκτάθηκε και σε φοιτητές άλλων Τμημάτων του Πανεπιστημίου, σε νομικούς από την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, σε εκπαιδευτικούς άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης και σε δημοσίους υπαλλήλους.  
Δες αναλυτικά τον απολογισμό εδώ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com


Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 10/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Οκτώβριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ


1. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-489/19 PPU, NJ κατά Generalstaatsanwaltschaft Berlin – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο του Βερολίνου της Γερμανίας (Kammergericht Berlin) στο πλαίσιο της εκτελέσεως ΕΕΣ, στη Γερμανία, εκδοθέντος κατά του NJ, από τη Εισαγγελία της Βιέννης της Αυστρίας και επικυρωθέντος με απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βιέννης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν εμπίπτουν στην έννοια του ΕΕΣ αυτά που εκδίδονται από τις εισαγγελικές αρχές Κράτους-μέλους οι οποίες, στο πλαίσιο της εκδόσεως αυτών των ενταλμάτων συλλήψεως, ενδέχεται να δεχθούν, άμεσα ή έμμεσα, εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη υπόθεση αναφέρεται  σε οδηγίες από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, έχοντας συνεκτιμήσει το γεγονός ότι τα εντάλματα αυτά πρέπει υποχρεωτικώς να επικυρωθούν από δικαστήριο που ελέγχει, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, τις αναγκαίες προϋποθέσεις εκδόσεως καθώς και την αναλογικότητα των εν λόγω ενταλμάτων συλλήψεως. Άρα το ζήτημα σχετίζεται με το κατά πόσο είναι επιτρεπτή η επέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στις εισαγγελικές αρχές συνεκτιμώντας ότι η τελική επικύρωση πραγματοποιείται από τα δικαστήρια. 
Το ΔΕΕ, αρχικά, επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι το σύστημα του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία συνδέεται με την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών μελών. Έτσι τα ΕΕΣ πρέπει να εκδίδονται βάσει των προϋποθέσεων που θέτει η Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584 και να καλύπτονται από τις εγγυήσεις που προσιδιάζουν στις δικαστικές αποφάσεις.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι στην έννοια του «ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» εμπίπτουν τα ΕΕΔ που εκδίδονται από τις εισαγγελικές αρχές Κράτους-μέλους, υπό την προϋπόθεση 
Α) ότι τα εν λόγω εντάλματα υπόκεινται, υποχρεωτικώς, προκειμένου να είναι δυνατή η διαβίβασή τους από τις εν λόγω εισαγγελικές αρχές, σε επικύρωση από δικαστήριο
Β) Το εθνικό δικαστήριο ελέγχει κατά τρόπο αντικειμενικό και ανεξάρτητο, έχοντας πρόσβαση στο σύνολο της ποινικής δικογραφίας στην οποία περιλαμβάνονται οι τυχόν εντολές ή οδηγίες στη συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, τις προϋποθέσεις εκδόσεως καθώς και την αναλογικότητα αυτών των ίδιων των ενταλμάτων συλλήψεως, εκδίδοντας ως εκ τούτου μια αυτοτελή απόφαση η οποία προσδίδει σε αυτά την οριστική τους μορφή.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-274/18, Minoo Schuch-Ghannadan κατά Medizinische Universität Wien – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 97/81/ΕΚ. Σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της Συμφωνίας Πλαισίου «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Εργατικών και Κοινωνικών υποθέσεων της Αυστρίας (Arbeits- und Sozialgericht Wien) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Minoo Schuch-Ghannadan και του Ιατρικού Πανεπιστημίου Βιέννης σχετικά με αγωγή της πρώτης με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η μεταξύ τους σχέση εργασίας κατέστη αορίστου χρόνου.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία ορίζει, όσον αφορά τους εργαζομένους μεγαλύτερη μέγιστη διάρκεια της σχέσης εργασίας για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο αντιτίθεται στην εθνική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον διαπιστωθεί ότι η ρύθμιση αυτή επηρεάζει αρνητικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό γυναικών εργαζομένων απ’ ό,τι ανδρών εργαζομένων και εφόσον δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο σκοπό ή τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεν είναι πρόσφορα και αναγκαία.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-260/18, Kamil Dziubak και Justyna Dziubak κατά Raiffeisen Bank International AG, prowadzący działalność w Polsce w formie oddziału pod nazwą Raiffeisen Bank International AG Oddział w Polsce, anciennement Raiffeisen Bank Polska SA,– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 2, του άρθρου 4, του άρθρου 6, παρ. 1, και του άρθρου 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Kamil Dziubak και της Justyna Dziubak, αφενός, και της Raiffeisen Bank International AG, prowadzący działalność w Polsce w formie oddziału pod nazwą Raiffeisen Bank International AG Oddział w Polsce, σχετικά με τον φερόμενο ως καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών που αφορούν τον μηχανισμό μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο, αφού διαπιστώσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα ορισμένων ρητρών δανειακής συμβάσεως με ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος και με επιτόκιο άμεσα συνδεόμενο με το διατραπεζικό επιτόκιο του συγκεκριμένου νομίσματος, να κρίνει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς τις ρήτρες αυτές για τον λόγο ότι η απάλειψή τους θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της φύσεως του κυρίου αντικειμένου της εν λόγω συμβάσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε εθνικό δικαστήριο, να διαπιστώσει ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς τις ρήτρες αυτές για τον λόγο ότι η απάλειψή τους θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της φύσεως του κυρίου αντικειμένου της εν λόγω συμβάσεως.
Ένα δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη συμπλήρωση των κενών συμβάσεως, τα οποία προκαλούνται λόγω της απαλείψεως των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται σε αυτή, αποκλειστικώς και μόνον βάσει εθνικών διατάξεων γενικού χαρακτήρα οι οποίες προβλέπουν ότι οι έννομες συνέπειες δικαιοπραξίας συμπληρώνονται, ιδίως, από τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την αρχή της επιεικείας ή από τα συναλλακτικά ήθη
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη συμπλήρωση των κενών συμβάσεως υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις


4. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-285/18, Kauno miesto savivaldybė και Kauno miesto savivaldybės administracija κατά UAB „Irgita“ και UAB „Kauno švara“ – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και άρθρων της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων και ειδικότερα το άρθρο 12 παρ. 1 της τελευταίας. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 στοιχ. α-γ της Οδηγίας 2014/24 «Μια δημόσια σύμβαση που ανατίθεται από αναθέτουσα αρχή σε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εάν πληρούνται οι κατωτέρω σωρευτικές προϋποθέσεις: α) η αναθέτουσα αρχή ασκεί επί του εν λόγω νομικού προσώπου έλεγχο ανάλογο εκείνου που ασκεί επί των δικών της υπηρεσιών· β) περισσότερο από το 80 % των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου νομικού προσώπου διεξάγεται κατά την εκτέλεση καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί από την ελέγχουσα αναθέτουσα αρχή ή άλλες νομικές οντότητες που ελέγχει η εν λόγω αναθέτουσα αρχή, και γ) δεν υπάρχει άμεση ιδιωτική κεφαλαιακή συμμετοχή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, με εξαίρεση μειοψηφικές και χωρίς δυνατότητα αρνησικυρίας μορφές ιδιωτικής κεφαλαιακής συμμετοχής που απαιτούνται από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις, σύμφωνα με τις Συνθήκες, οι οποίες δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο. […..]»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας (Lietuvos Aukščiausiasis Teismas) στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία κίνησαν ο Δήμος του Κάουνας και η διοίκηση του Δήμου του Κάουνας, (αναθέτουσα αρχή) με αντικείμενο τη σύναψη, μεταξύ της UAB «Kauno švara» και της αναθέτουσας αρχής, μιας σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών. Ειδικότερα τον Φεβρουάριο 2014 η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και διαχείρισης των χώρων πρασίνου, των δασών και των πάρκων του Δήμου του Κάουνας. Η σχετική δημόσια σύμβαση ανατέθηκε στην Irgita και, στο πλαίσιο αυτό, υπογράφηκε, μεταξύ άλλων, στις 18 Μαρτίου 2014 σύμβαση παροχής υπηρεσιών αποψίλωσης και κλαδέματος για διάρκεια τριών ετών, ήτοι έως τις 18 Μαρτίου 2017. Επειδή η αναθέτουσα αρχή δεν δεσμευόταν να παραγγείλει όλες τις υπηρεσίες ούτε ολόκληρο τον όγκο των υπηρεσιών που προβλέπονταν στην εν λόγω σύμβαση, τον Απρίλιο του 2016 ζήτησε την άδεια της αρχής δημοσίων συμβάσεων προκειμένου να συνάψει με την Kauno švara σύμβαση εσωτερικής ανάθεσης για υπηρεσίες ανάλογες με εκείνες τις οποίες είχε αναλάβει η Irgita. Ας σημειωθεί ότι η Kauno švara, η οποία διαθέτει νομική προσωπικότητα, ελέγχεται από την αναθέτουσα αρχή, που κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της.
Το βασικό νομικό ζήτημα που προέκυψε ήταν  να διευκρινιστεί αν η πραγματοποίηση εσωτερικής ανάθεσης που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12, παρ. 1, στοιχ. αʹ έως γʹ, της Οδηγίας 2014/24 είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης.
Το Δικαστήριο έκρινε αρχικά ότι το γεγονός ότι μια εσωτερική ανάθεση, υπό την έννοια του άρθρου 12, παρ. 1, της Οδηγίας 2014/24, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας αυτής δεν μπορεί να απαλλάξει τα Κράτη-μέλη αλλά ούτε και τις αναθέτουσες αρχές από την υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αναλογικότητας και της διαφάνειας.
Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι το δικαστήριο οφείλει ειδικότερα να κρίνει αν η αναθέτουσα αρχή, πραγματοποιώντας εσωτερική ανάθεση, της οποίας το αντικείμενο επικαλύπτει εκείνο της δημόσιας σύμβασης που εκτελούσε ήδη η Irgita ως ανάδοχος, παρέβη τις συμβατικές υποχρεώσεις τις οποίες υπείχε από τη δημόσια αυτή σύμβαση και παραβίασε την αρχή της διαφάνειας, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η αναθέτουσα αρχή δεν προσδιόρισε με επαρκή σαφήνεια τις ανάγκες της, ιδίως παραλείποντας να εξασφαλίσει στην ανάδοχο την παροχή ενός ελάχιστου όγκου υπηρεσιών, ή ακόμη αν η εν λόγω εσωτερική ανάθεση συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της όλης οικονομίας της σύμβασης που είχε συναφθεί με την Irgita.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-267/18, Delta Antrepriză de Construcţii şi Montaj 93 SA κατά Compania Naţională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 57, παρ. 4, στοιχ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Βουκουρεστίου της Ρουμανίας (Curtea de Apel Bucureşti) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Delta Antrepriză de Construcții și Montaj 93 SA και της Compania Națională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA, υπό την ιδιότητά της ως αναθέτουσας αρχής, με αντικείμενο τον αποκλεισμό της Delta από τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 4 στοιχ. ζ «Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αποκλείουν ή μπορούν να υποχρεώνονται από τα κράτη μέλη να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης οποιονδήποτε οικονομικό φορέα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις: […] ζ) εάν ο οικονομικός φορέας έχει επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, προηγούμενης σύμβασης με αναθέτοντα φορέα ή προηγούμενης σύμβασης παραχώρησης που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της προηγούμενης σύμβασης, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις».
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 57, παρ. 4, στοιχ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι η ανάθεση σε υπεργολάβο, από οικονομικό φορέα, μέρους των έργων στο πλαίσιο προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, η οποία αποφασίστηκε χωρίς την έγκριση της αναθέτουσας αρχής και είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία της συμβάσεως αυτής, συνιστά σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους υποχρέωσης σχετικής με την προγενέστερη δημόσια σύμβαση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και δικαιολογεί τον αποκλεισμό του εν λόγω οικονομικού φορέα από τη συμμετοχή του σε διαδικασία σύναψης μεταγενέστερης δημόσιας σύμβασης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 57, παρ. 4, στοιχ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ έχει την έννοια ότι η ανάθεση σε υπεργολάβο, από οικονομικό φορέα, μέρους των έργων στο πλαίσιο προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, η οποία αποφασίστηκε χωρίς την έγκριση της αναθέτουσας αρχής και είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία της συμβάσεως αυτής, συνιστά σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια και δικαιολογεί τον αποκλεισμό του εν λόγω οικονομικού φορέα
Τα ανωτέρω ισχύουν εφόσον η αναθέτουσα αρχή που οργανώνει την εν λόγω διαδικασία σύναψης της μεταγενέστερης σύμβασης, αφού προβεί στη δική της αξιολόγηση όσον αφορά την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του οικονομικού φορέα για τον οποίον είχε αποφασισθεί η καταγγελία της προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, κρίνει ότι μια τέτοια υπεργολαβία συνεπάγεται τον κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης με τον συγκεκριμένο οικονομικό φορέα. 

6. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-128/18, Dumitru-Tudor Dorobantu κατά Generalstaatsanwaltschaft Hamburg – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) καθώς και της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο Αμβούργου της Γερμανίας (Hanseatisches Oberlandesgericht Hamburg) στο πλαίσιο της εκτελέσεως στη Γερμανία (ΕΕΣ) εκδοθέντος στις 12 Αυγούστου 2016 από το Πλημμελειοδικείο Medgidia, εις βάρος του Dumitru-Tudor Dorobantu, με σκοπό την άσκηση ποινικών διώξεων στη Ρουμανία. Ειδικότερα, τον Αυγούστου 2016, το Πλημμελειοδικείο Medgidia εξέδωσε ΕΕΣ κατά του D.-T. Dorobantu, Ρουμάνου πολίτη, με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως για πράξεις που συνιστούν εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, καθώς και εγκλήματα πλαστογραφίας ή πλαστογραφίας μετά χρήσεως και το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Αμβούργου έκρινε νόμιμη την παράδοση του D.‑T. Dorobantu στις ρουμανικές αρχές κατ’ εκτέλεση του ΕΕΣ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν ποιες είναι οι ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι συνθήκες κρατήσεως ώστε να συνάδουν με το άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση του άρθρου 4 του Χάρτη στην περίπτωση προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η δικαστική αρχή εκτελέσεως η οποία έχει στη διάθεσή της αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών οφείλει, ακολούθως, να εκτιμήσει συγκεκριμένα και με ακρίβεια εάν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παραδόσεώς του στο κράτος μέλος αυτό, το συγκεκριμένο πρόσωπο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-70/18, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά A κ.λπ. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της απόφασης 2/76, η οποία λήφθηκε από το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χωρών (Raad van State) στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, του Υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας και του Α, και του υφυπουργού, αφενός, και των Β και P, αφετέρου, σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας κατά τη λήψη των βιομετρικών δεδομένων των A και B για τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής στις Κάτω Χώρες. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης 2/76 και της Απόφασης 1/80: «Τα κράτη μέλη της Κοινότητας και η [Τουρκική Δημοκρατία] δεν δύνανται να επιβάλλουν στους εργαζομένους που διαμένουν και απασχολούνται νομίμως στο έδαφός τους νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση.»
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7 της απόφασης 2/76 και το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 έχουν την έννοια ότι εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής σε υπηκόους τρίτων κρατών, συμπεριλαμβανομένων Τούρκων υπηκόων, τελεί υπό την προϋπόθεση της λήψης, καταχώρισης και διατήρησης των βιομετρικών δεδομένων τους σε κεντρικό αρχείο, συνιστά «νέο περιορισμό» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 13 της απόφασης 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση συνιστά «νέο περιορισμό». Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από τον σκοπό που συνίσταται στην πρόληψη και στην καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

8. ΔΕΕ απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-673/17, Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände - Verbraucherzentrale Bundesverband e.V. κατά Planet49 GmbH – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχ. στʹ, και του άρθρου 5, παρ. 3, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών καθώς και του άρθρου 6, παρ. 1, στοιχ. αʹ, του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ομοσπονδίας των οργανώσεων και ενώσεων καταναλωτών και της Planet49 GmbH, εταιρίας η οποία παρέχει υπηρεσίες διαδικτυακών παιχνιδιών, σχετικά με τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων σε διαφημιστικό παιχνίδι διοργανωθέν από την εταιρία αυτή για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων τους σε χορηγούς και εμπορικούς εταίρους της εν λόγω εταιρίας καθώς και για την αποθήκευση πληροφοριών και την πρόσβαση σε πληροφορίες αποθηκευμένες στον τερματικό εξοπλισμό των χρηστών αυτών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το ανωτέρω ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι η συγκατάθεση δίδεται έγκυρα όταν η αποθήκευση πληροφοριών ή η πρόσβαση σε πληροφορίες ήδη αποθηκευμένες στον τερματικό εξοπλισμό του χρήστη ιστοτόπου, μέσω cookies, επιτρέπεται βάσει προσυμπληρωμένου τετραγωνιδίου το οποίο ο χρήστης πρέπει να από-επιλέξει προκειμένου να αρνηθεί να δώσει τη συγκατάθεσή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι η κατά τις εν λόγω διατάξεις συγκατάθεση δεν δίδεται έγκυρα υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-703/17, Adelheid Krah κατά Universität Wien – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, του άρθρου 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης καθώς και των άρθρων 20 και 21 του ΧΘΔΕΕ. Το άρθρο 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 ορίζει τα εξής: «Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο της Βιέννης στην Αυστρία στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Adelheid Krah και του Πανεπιστημίου της Βιέννης της Αυστρίας σχετικά με τη μερική προσμέτρηση της συναφούς προϋπηρεσίας την οποία συμπλήρωσε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης για τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών της.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, το άρθρο 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση πανεπιστημίου Κράτους-μέλους, κατά την οποία, για τη μισθολογική κατάταξη εργαζομένου ως μεταδιδακτορικού senior lecturer στο πανεπιστήμιο, η συναφής προϋπηρεσία που έχει πραγματοποιήσει ο εργαζόμενος προσμετράται μόνο μέχρι το ανώτατο όριο των τεσσάρων συνολικά ετών, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για προϋπηρεσία συμπληρωθείσα στο ίδιο πανεπιστήμιο ή σε άλλα πανεπιστήμια ή παρόμοια ιδρύματα του ίδιου ή άλλου Κράτους-μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45, παρ. 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση. 

10. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2019, Υπόθεση C-93/18, Ermira Bajratari κατά Secretary of State for the Home Department - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, «Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον: α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής, ή β) διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Βόρειας Ιρλανδίας (Court of Appeal in Northern Ireland)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ermira Bajratari και του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με το δικαίωμά της διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1, στοιχ. β, της Οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ανήλικος πολίτης της Ένωσης διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνει υπέρμετρα το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του Κράτους-μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής του, ακόμη και όταν οι πόροι αυτοί προέρχονται από εισοδήματα αντλούμενα από απασχόληση την οποία ασκεί παράνομα ο πατέρας του, υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος δεν διαθέτει τίτλο διαμονής και άδεια εργασίας στο εν λόγω Κράτος-μέλος (Ηνωμένο Βασίλειο).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, παρ. 1, στοιχ. β, της Οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ανήλικος πολίτης της Ένωσης διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνει υπέρμετρα το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του Κράτους-μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής του υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.














Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019


CES-Duth Working Paper 5/2019
ΟΙ ΡΗΤΡΕΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΕΜΒΕΛΕΙΑ ΤΟΥΣ
Μιχάλης Δ Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ

1. Εισαγωγικά 

Η έντονη επιθετικότητα της Τουρκίας τον τελευταίο χρόνο και η αμφισβήτηση εκ μέρους της κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στο Αιγαίο και στην  Ανατολική Μεσόγειο αλλά και οι μεγάλης εκτάσεως φυσικές καταστροφές που αντιμετωπίσαμε πρόσφατα, έφεραν στο προσκήνιο της συζήτησης τις δυνατότητες συνδρομής και υποστήριξης που μας προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της αρχής της αλληλεγγύης, που όλοι συνηθίζουν να επικαλούνται ως θεμελιώδη αρχή της EE, αν και αυτή παραμένει μια αρχή που «σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε κυβερνήσεις».  
Στις ισχύουσες Συνθήκες, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με την Συνθήκη της Λισαβόνας , που τέθηκε σε ισχύ το Δεκέμβριο του 2009, γίνεται μια εκτεταμένη χρήση της έννοιας της αλληλεγγύης. Η αρχή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ένωσης έχει πολύ-επίπεδο χαρακτήρα, αφού στο πεδίο εφαρμογής της εμπίπτουν διάφορες σχέσεις (Κρατών-μελών προς την Ένωση, Κρατών-μελών μεταξύ τους, Κρατών-μελών προς τα άτομα), που αναπτύσσονται και ρυθμίζονται από τις Συνθήκες. Η αλληλεγγύη μεταξύ των Κρατών-μελών (οριζόντια αλληλεγγύη) εμφανίζεται ως θεσμική, οικονομική και ως καθήκον αμοιβαίας συνδρομής. Εξάλλου, αποκτά και εξωτερική διάσταση, αφού εφαρμόζεται και επιδιώκεται στις σχέσεις μεταξύ των Κρατών-μελών στο πλαίσιο των διαδικασιών της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Η αλληλεγγύη στις διάφορες εκδοχές της (θεσμική, οικονομική και αμοιβαία συνδρομή) μεταξύ των Κρατών-μελών, με βάση τη σημασία που προσδίδουν σε αυτή οι Συνθήκες και η νομολογία του Δικαστηρίου, θεωρείται σήμερα «συστατικό στοιχείο της ιδιότητας του Κράτους-μέλους της Ένωσης». Αν, όμως, αυτό συμβαίνει πραγματικά και η αλληλεγγύη δεν είναι μια ακόμη παράμετρος της δράσης της Ένωση ή μια απλή «τεχνική» ενίσχυσης των σχέσεων εξάρτησης μεταξύ των Κρατών-μελών, τότε μήπως η θέση της κι η αντιμετώπισή της κάθε φορά στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης, κυρίως, από το Δικαστήριο προδιαγράφουν εν πολλοίς την ομοσπονδιακή εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, που συνδέεται άμεσα με τη νομική φύση της αρχής της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτής της παρουσίασης.
Η τρίτη μορφή εκδήλωσης της αρχής της αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών της Ένωσης κατά τα παραπάνω προβλέπεται από τη «ρήτρα αλληλεγγύης» του άρθρου 222 ΣΛΕΕ και τη «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής» του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ. Οι ρήτρες αυτές, που αντιμετωπίσθηκαν ως σημαντική καινοτομία της Συνθήκης της Λισαβόνας, αποσκοπούν στη δημιουργία του κατάλληλου νομικού πλαισίου για την από κοινού και με συνεκτικό τρόπο αντιμετώπιση κινδύνων και απειλών κατά των Κρατών-μελών της Ένωσης, το φάσμα των οποίων έχει διευρυνθεί κατά πολύ  τα τελευταία χρόνια. Οι απειλές αυτές απαιτούν τη συνεργασία και την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των Κρατών-μελών, αφού το μέγεθός τους και ο διασυνοριακός τους χαρακτήρας υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες άμυνας κάθε κράτους, όταν αυτό δρα μεμονωμένα. Ο όρος, βέβαια, «αμοιβαία συνδρομή» χρησιμοποιείται και στο άρθρο 351 ΣΛΕΕ με διαφορετικό τρόπο, αφού εκεί αφορά την υποχρέωση των Κρατών-μελών να άρουν τα ασυμβίβαστα μεταξύ της Συνθήκης και των διεθνών συμβάσεων, που έχουν συνάψει πριν από την προσχώρησή τους στην Ένωση. Στην περίπτωση αυτή «εν ανάγκη, τα κράτη μέλη παρέχουν προς το σκοπό αυτό αμοιβαία συνδρομή και υιοθετούν, κατά περίπτωση, κοινή στάση».
Βασικό κοινό χαρακτηριστικό των δύο ρητρών είναι ότι θεμελιώνονται στην αμοιβαιότητα, που κινητοποιεί την αλληλεγγύη, σε αντίθεση με τις μορφές της οικονομικής αλληλεγγύης, που η κινητοποίησή τους οφείλεται σε ένα «καλώς εννοούμενο ίδιο συμφέρον» (πεφωτισμένη ιδιοτέλεια). Η εισαγωγή των ρητρών αλληλεγγύης και αμοιβαίας συνδρομής στις Συνθήκες συζητήθηκε εκτενώς στο πλαίσιο της Συνέλευσης για το Μέλλον της Ευρώπης (2002 - 2003), που, επηρεασμένη από τα τρομοκρατικά κτυπήματα στη Νέα Υόρκη (2001) και στη Μαδρίτη (2004) αναζήτησε τη διατύπωση στη Συνταγματική Συνθήκη μιας ρήτρας για την αντιμετώπιση του μεγαλύτερου μέρους απειλών και κινδύνων, ιδιαίτερα όταν αυτοί προέρχονται από μη κρατικούς δρώντες (φορείς), από αυτές που καλύπτει μια ρήτρα «συλλογικής ασφάλειας», που είναι προσανατολισμένη σε αντιμετώπιση επιθέσεων από τρίτο Κράτος σε ένα μέλος της Ένωσης. Τελικά, επικράτησε η λύση της διατύπωσης δύο ρητρών, που η πρώτη θα αφορούσε την αντιμετώπιση ένοπλης επίθεσης (άρθρο I-42 παρ. 7 Σ.Σ.) και η δεύτερη την αντιμετώπιση τρομοκρατικών απειλών και φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών (άρθρο I-43 Σ.Σ.). Η λύση αυτή ενσωματώθηκε με μικρές διαφοροποιήσεις στη Συνθήκη της Λισαβόνας. 

2. Η ρήτρα αλληλεγγύης

Κατά το άρθρο 222 παρ. 1 ΣΛΕΕ «η Ένωση και τα κράτη μέλη της ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή». Από την διατύπωση αυτή συνάγεται ο υπερεθνικός χαρακτήρας της ρήτρας, που αποσκοπεί στο να απονείμει την αρμοδιότητα στην Ένωση «να κινητοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών μέσων που θέτουν στη διάθεσή της τα κράτη μέλη» για την αντιμετώπιση της τρομοκρατικής απειλής και των φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών, κινούμενη πέρα από τη διακυβερνητική λογική της ρήτρας του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ.  Ειδικότερα, η δράση της Ένωσης αποσκοπεί στην πρόληψη τρομοκρατικής απειλής στο έδαφος των Κρατών-μελών, στην προστασία των δημοκρατικών θεσμών και του άμαχου πληθυσμού από ενδεχόμενη τρομοκρατική επίθεση, στην παροχή συνδρομής σε Κράτος-μέλος στο έδαφός του, μετά από αίτηση των πολιτικών του αρχών, στις περιπτώσεις τρομοκρατικής επίθεσης ή φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής. Αν και η διάταξη αναφέρεται στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και των φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών, δεν αποκλείεται στο μέλλον η χρησιμοποίησή της ως νομικής βάσης και για άλλου είδους απειλών στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης, που παρέχεται (ά. 222 παρ. 4 ΣΛΕΕ) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για να «πραγματοποιεί τακτική αξιολόγηση των απειλών τις οποίες αντιμετωπίζει η Ένωση». Σε κάθε, πάντως, περίπτωση και ιδιαίτερα όταν η εφαρμογή της ρήτρας αλληλεγγύης συνίσταται σε παροχή συνδρομής στο έδαφος ενός Κράτους-μέλους απαιτείται η υποβολή αίτησης εκ μέρους των πολιτικών του αρχών. 

Η διάταξη του άρθρου 222 ΣΛΕΕ δεν δημιουργεί υποχρεώσεις μόνο για την Ένωση και τα Θεσμικά της Όργανα αλλά και για τα Κράτη-μέλη της, αφού «σε περίπτωση που κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή, τα υπόλοιπα κράτη μέλη του παρέχουν βοήθεια κατόπιν αιτήματος των πολιτικών του αρχών. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη συντονίζονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου». Για να καταστεί η «ρήτρα αλληλεγγύης» λειτουργική προβλέπεται (ά. 222 παρ. 3 ΣΛΕΕ) η θέσπιση λεπτομερών κανόνων «με απόφαση που εκδίδεται από το Συμβούλιο, μετά από κοινή πρόταση της Επιτροπής και του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας». Η απόφαση λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία, χωρίς τη σύμπραξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που απλώς ενημερώνεται, ενώ, αν η απόφαση αυτή έχει επιπτώσεις στον τομέα της άμυνας, το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 ΣΕΕ. Με βάση τα παραπάνω η «ρήτρας αλληλεγγύης» επιβάλλει τα εξής καθήκοντα στην Ένωση και στα Κράτη-μέλη:

Την υποχρέωση της Ένωσης και των Κρατών-μελών «να ενεργούν από κοινού» σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης ή καταστροφής. Υπό αυτήν την έννοια η ρήτρα του άρθρου 222 ΣΛΕΕ διαφέρει από άλλες εφαρμογές της αρχής της αλληλεγγύης στις Συνθήκες, που κατά κανόνα προβλέπουν καθήκοντα είτε μόνο της Ένωσης είτε μόνο των Κρατών-μελών.

Την υποχρέωση της Ένωσης  «να κινητοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της». Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται το καθήκον των Θεσμικών Οργάνων να διασφαλίσουν ότι η Ένωση είναι ικανή να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της κατά τρόπο συνεκτικό, συντονισμένο και αποτελεσματικό, σχεδιάζοντας και αναπτύσσοντας τα κατάλληλα εργαλεία. 

Την υποχρέωση των Κρατών-μελών να συνδράμουν το Κράτος που επλήγη κάθε φορά. Η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει ότι τα Κράτη-μέλη καθιστούν τη συνδρομή διαθέσιμη, έτσι ώστε να δράσουν από κοινού με την Ένωση. Το Κράτος-μέλος  πάντως, διατηρεί, σύμφωνα Δήλωση 37 της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που προσαρτήθηκε στην Τελική Πράξη και αφορά τη λειτουργία του άρθρου 222 ΣΛΕΕ, το δικαίωμα «να επιλέξει το πλέον πρόσφορο μέσο για να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση αλληλεγγύης».

Την υποχρέωση των Κρατών-μελών να συνεργάζονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου. 

3. Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής 

Κατά το άρθρο 42 παρ. 7 ΣΕΕ «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».  Η αναφορά στο άρθρο 51 του Χάρτη ΗΕ τοποθετεί τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της άμυνας, αφού η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι «Καμιά διάταξη αυτού του Χάρτη δε θα εμποδίζει το φυσικό δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής νόμιμης άμυνας, σε περίπτωση που ένα Μέλος των Ηνωμένων Εθνών δέχεται ένοπλη επίθεση, ως τη στιγμή που το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πάρει τα αναγκαία μέτρα για να διατηρήσει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια». Κατ’ επέκταση η νέα διάταξη της ΣΕΕ θα πρέπει να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα της επεξεργασίας που έτυχαν οι όροι «ένοπλη επίθεση» και «νόμιμη άμυνα» από τη διεθνή νομολογία και πρακτική.  Σχετικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένοπλη επίθεση δεν αποτελεί η οποιαδήποτε χρήση βίας αλλά μόνον εκείνη η (παράνομη) χρήση βίας η οποία χαρακτηρίζεται από μέγεθος και συνέπειες που υπερβαίνουν το μέγεθος ενός απλού μεθοριακού επεισοδίου (Υπόθεση Νικαράγουα κ. ΗΠΑ). Ειδικότερα, το άρθρο 3 του Ψηφίσματος της Γενικής Συνέλευσης 3314 (XXIX)  σχετικά με τον ορισμό της επίθεσης  χαρακτηρίζει ως τέτοια:
Την εισβολή, επίθεση, κατοχή ή προσάρτηση του εδάφους ενός κράτους,
Τον βομβαρδισμό ή την χρήση οποιωνδήποτε όπλων κατά του εδάφους ενός κράτους,
Τον αποκλεισμό των λιμένων ή των ακτών ενός κράτους,
Την επίθεση εναντίον των χερσαίων, ναυτικών ή αεροπορικών ενόπλων δυνάμεων ενός κράτους,
Την χρήση των δυνάμεων ενός κράτους που σταθμεύουν στο έδαφος άλλου κράτους με βάση τη συναίνεσή του κατά παράβαση των σχετικών συμφωνιών ή η άρνηση απόσυρσής τους μετά την ανάκληση της συναίνεσης,
Την διάθεση του εδάφους ενός κράτους ως βάση για να εξαπολυθεί επίθεση εναντίον άλλου κράτους και
Την αποστολή στο έδαφος άλλου κράτους ενόπλων ομάδων ανταρτών ή μισθοφόρων για να χρησιμοποιήσουν βία εναντίον άλλου κράτους τέτοιας βαρύτητας ώστε να είναι ανάλογες με τις προηγούμενες πράξεις ή η ουσιώδης ανάμειξή τους σ’ αυτή τη δράση.

Εξάλλου, η άσκηση του δικαιώματος άμυνας τελεί υπό την προϋπόθεση τήρησης των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, αφού η άμυνα πρέπει να είναι άμεση, επιτακτική, μη επιτρέποντας επιλογή και δυνατότητα αναζήτησης άλλων μέσων αντίδρασης (αναγκαιότητα) ενώ η ένταση, το είδος, ο στόχος και ο τόπος της αμυντικής δράσης πρέπει να είναι σε στενή σχέση αναλογίας με την ένοπλη επίθεση (αναλογικότητα). Μοιραία η αναφορά στο δικαίωμα νόμιμης άμυνας κατά το άρθρο 51 του Χάρτη εμπλέκει στην ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ αμφισβητούμενης νομιμότητας κατά το διεθνές δίκαιο μορφές άμυνας, όπως η άμυνα σε επικείμενη επίθεση (anticipatory self-defence), η προληπτική άμυνα και το προληπτικό κτύπημα (preemptive self-defence – preemptive strike) καθώς η προστασία Πολιτών στο Εξωτερικό.

Για να γίνει αντιληπτή η φύση και η δέσμευση για τα Κράτη-μέλη, που συνεπάγεται η «ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής», θα πρέπει να αναφερθούμε στις προπαρασκευαστικές εργασίες στο πλαίσιο της Συνέλευσης για το Μέλλον της Ευρώπης. Εκεί στο πλαίσιο της Ομάδας Εργασίας VIII (άμυνα) προτάθηκε η ενσωμάτωση στη Συνταγματική Συνθήκη μιας ρήτρας συλλογικής ασφάλειας, αντίστοιχης με αυτή του άρθρου 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου. Η πρόταση υποστηρίχθηκε από Κράτη-μέλη που έβλεπαν ως ελκυστική την ιδέα μιας εναλλακτικής λύσης έναντι του ΝΑΤΟ για την άμυνα της ΕΕ, επειδή αισθάνονταν το καθένα για τους δικούς του λόγους «ακάλυπτα» από το ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερα εμφανής μεταξύ εκείνων που τάχθηκαν υπέρ μιας τέτοιας προσέγγισης ήταν η Ελλάδα, η οποία, παρόλο που προστατεύεται από την παρόμοια ρήτρα συλλογικής ασφάλειας του ΝΑΤΟ ήθελε ένα πρόσθετο επίπεδο άμυνας εναντίον της μακρόχρονης αντίπαλης Τουρκίας, η οποία ανήκει στο ΝΑΤΟ αλλά όχι στην ΕΕ. Εξάλλου, η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής κρίνονταν αναγκαία μετά τη σταδιακή απορρόφηση των λειτουργιών της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) από την Ευρωπαϊκή  Ένωση και την παύση της λειτουργίας της το 2010. Ωστόσο, η πρόταση αυτή συνάντησε ισχυρή αντίδραση, που προήλθε από δύο πλευρές. Από τη μια πλευρά η ομάδα των ουδετέρων Κρατών-μελών διέβλεπε ότι η ρήτρα θα μπορούσε να θίξει εξ αντικειμένου το καθεστώς της ουδετερότητάς τους. Από την άλλη η ομάδα των «ατλαντικών» Κρατών (Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Δανία) επιθυμούσαν να διατηρήσουν την υπεροχή του ΝΑΤΟ στην άμυνα και να αποφευχθεί η σύγχυση των υποχρεώσεων των χωρών που ανήκουν τόσο στην Ένωση όσο και τη Συμμαχία. Οι αντιδράσεις αυτές οδηγούσαν μοιραία στη διατύπωση μιας «διάταξης opt-in», έτσι ώστε να μην δεσμευτούν όλα τα μέλη από τη ρήτρα αλλά όσα επιθυμούσαν. Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα και να εγκαταλειφθεί η λύση μιας διάταξης κατ’ επιλογή (opt-in), τα Κράτη-μέλη κατέληξαν σε ένα συμβιβασμό στη βάση μιας ιταλικής πρότασης (υποστηρίχθηκε από την Φινλανδία, την Σουηδία, την Ιρλανδία και την Αυστρία) που ικανοποιούσε όλες τις πλευρές. Έτσι, στην διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 εδαφ. Β ΣΕΕ ορίζεται ότι «Η πολιτική της Ένωσης κατά την έννοια του παρόντος τμήματος δεν θίγει την ιδιαιτερότητα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών και σέβεται τις υποχρεώσεις που απορρέουν για ορισμένα κράτη μέλη τα οποία θεωρούν ότι η κοινή τους άμυνα υλοποιείται στα πλαίσια της οργάνωσης της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ), δυνάμει της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού, και συμβιβάζεται με την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας που διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο αυτό».  Ο συμβιβασμός αυτός επέτρεψε σε όλα τα Κράτη-μέλη της Ένωσης να δεσμευτούν αλλά από την άλλη πλευρά αποδυνάμωσε την ένταση της σχετικής δέσμευσης. 

Παρά το γεγονός ότι η ρήτρα του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ αποτελεί αντίγραφο του άρθρου 5 Βορειοατλαντικού Συμφώνου δεν οδηγεί στην μετατροπή της Ένωσης σε μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας, με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς τη συγκρότηση στρατιωτικών δυνατοτήτων από της Ένωση. Αυτό συνάγεται, εξάλλου, και από την τελευταία φράση της διάταξης, που προβλέποντας ότι «οι δεσμεύσεις και η συνεργασία στον τομέα αυτόν εξακολουθούν να είναι σύμφωνες προς τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του Οργανισμού Βορείου Ατλαντικού Συμφώνου, η οποία παραμένει, όσον αφορά τα κράτη που είναι μέλη του, το θεμέλιο της συλλογικής τους άμυνας και το όργανο της εφαρμογής της» θέτει σε υποδεέστερη μοίρα  τη «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής» του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ έναντι της ρήτρας συλλογικής ασφάλειας του άρθρου 5 Βορειοατλαντικού Συμφώνου και υπό αμφισβήτηση την αυτονομία της Ένωσης στην ανάπτυξη των αμυντικών της δυνατοτήτων. Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι το άρθρο 42 παρ. 6 ΣΕΕ προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη που πληρούν υψηλότερα κριτήρια στρατιωτικών δυνατοτήτων και έχουν αναλάβει δεσμευτικότερες υποχρεώσεις στον τομέα αυτό, ενόψει των πλέον απαιτητικών αποστολών, θεσμοθετούν μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία στο πλαίσιο της Ένωσης».

Είναι φανερό ότι η ρήτρα του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ, σε αντίθεση με τη «ρήτρα αλληλεγγύης», έχει διακυβερνητικό χαρακτήρα και ως τέτοια δεν απονέμει καμία αρμοδιότητα στην Ένωση και στα Θεσμικά της Όργανα αλλά λειτουργώντας «οριζόντια», περιορίζεται στην πρόβλεψη ενός, πολιτικού χαρακτήρα, καθήκοντος συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής μόνο για τα Κράτη-μέλη μέσα από διαδικασίες διακυβερνητικού χαρακτήρα και εντός του θεσμικού πλαισίου των άρθρων 42 – 46 ΣΕΕ (Διατάξεις για την Κοινή Πολιτική για την Ασφάλεια και την Άμυνα). Στην ουσία προβλέπει την διεξαγωγή διαλόγου και υποστήριξης μεταξύ των Κρατών-μελών σε διμερή βάση. Έτσι, η λήψη των αποφάσεων κυριαρχείται από την ομοφωνία στο Συμβούλιο ενώ η μη εκπλήρωση της όποιας δέσμευσης αναλαμβάνεται από το άρθρο 42 παρ. 7 ΣΕΕ δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο της ΕΕ. 

4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η παραπάνω προσέγγιση των δύο ρητρών οδηγεί στις εξής παρατηρήσεις:

(α) Αν και η νομική αξία της «ρήτρας αλληλεγγύης» αμφισβητείται, αφού υπάρχουν νομικές βάσεις στη ΣΛΕΕ, που επιτρέπουν την αντιμετώπιση των φυσικών και των ανθρωπογενών καταστροφών (ενδεικτικά ά. 196 ΣΛΕΕ, Πολιτική Προστασία, ά. 122 παρ. 2 ΣΛΕΕ, Οικονομική συνδρομή κα) ή της τρομοκρατίας (ενδεικτικά ά. 82, Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις, ά. 215 παρ. 2 κυρώσεις σε πρόσωπα ή ευφυείς κυρώσεις κα), η πολιτική της σημασία είναι σημαντική, αφού μεταξύ άλλων δημιουργεί «κουλτούρα συνεργασίας» μεταξύ των αρχών των Κρατών-μελών για την αντιμετώπιση κρίσεων. Από την άλλη πλευρά η «ρήτρα αλληλεγγύης» μπορεί να αντιμετωπισθεί ως «νομική βάση – ομπρέλα», η οποία θα επιτρέψει αφενός την συνεκτική δράση της Ένωσης και αφετέρου την ανάπτυξη εργαλείων εκ μέρους της, πέραν αυτών που προβλέπουν οι επί μέρους διατάξεις ή, τέλος ως νομική βάση προς χρήση σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

(β) Η «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής» αποτελεί ένα πρώτο, δειλό είναι η αλήθεια, βήμα προς τη κατεύθυνση της συγκρότησης μιας αμυντικής πολιτικής της Ένωσης, που θα υποστηρίζει αποτελεσματικά Κράτη-μέλη της  Ένωσης, όταν αυτά αντιμετωπίζουν απειλές της εδαφικής τους ακεραιότητας. Αν και η αξία της δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί, αναμφίβολα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μια πραγματική ρήτρα συλλογικής ασφάλειας. Ωστόσο, κάτω υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η χώρα μας αντλεί από τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ το δικαίωμα να προσφύγει στα Κράτη-μέλη της ΕΕ σε διμερή βάση και να αναζητήσει στρατιωτική συνδρομή αν δεχτεί επίθεση ένοπλη επίθεση στο έδαφός της. Ο βαθμός ανταπόκρισης σε ένα τέτοιο αίτημα αποτελεί ζητούμενο και ποικίλει από Κράτος-μέλος σε Κράτος-μέλος, το οποίο θα σταθμίσει για την εμπλοκή του περισσότερο τα δικά του συμφέροντα και λιγότερο  αυτό της Ένωσης. Η θέση μας αυτή ενισχύεται από την τοποθέτηση της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής Και Πολιτικής Ασφάλειας Federica Mogherini, όταν η Γαλλία επικαλέστηκε το 2015 τη ρήτρα του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ, που υπενθύμισε «ότι δεν απορρέει απαραίτητα από αυτήν μια συγκεκριμένη δέσμευση της ΕΕ ή των κρατών μελών της. Οι διάφορες πρωτεύουσες θα αποφασίσουν εάν η δέσμευσή τους θα είναι η συνεργασία σε θέματα πληροφοριών ή σε τεχνική ή η υλικοτεχνική υποστήριξη ή, αν το επιθυμούν, σε ευθεία στρατιωτική εμπλοκή με μάχιμες δυνάμεις». Όπως ορθά υποστηρίζεται «στην Ευρώπη η συλλογική άμυνα δεν θα πρέπει να θεωρείται ως ομοιόμορφο καθήκον, αλλά ως η τέχνη της εξισορρόπησης πολλαπλών νομικών και πολιτικών περιορισμών». 

(γ) Η «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής» περισσότερο λειτουργεί ως πλαίσιο που μπορεί να ευνοήσει τη δημιουργία αμυντικών συνεργασιών σε διμερή βάση, όπως η πρόσφατη γαλλογερμανική συμφωνία (συμφωνία του Άαχεν της 22.1. 2019), που περιέχει και ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Στο μέλλον θα φανεί αν η ανάπτυξη αυτής της «διμερούς αλληλεγγύης» στην άμυνα των Κρατών-μελών της ΕΕ θα ενισχύσει την δυναμική της ρήτρας του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ ή θα φαλκιδεύει, τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον, κάθε ιδέα εγκαθίδρυσης ενωσιακών μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας.

(δ) Αναμφίβολα με την ένταξη των δύο ρητρών στις Συνθήκες δημιουργούνται κάποιες «γκρίζες ζώνες» στο πεδίο εφαρμογής τους τόσο μεταξύ τους όσο και μεταξύ αυτών και άλλων διατάξεων. Το τρομοκρατικό κτύπημα στο Παρίσι το Νοέμβριο του 2015 και η επίκληση από την Γαλλική Κυβέρνηση της ρήτρας του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ και όχι τη «ρήτρα αλληλεγγύης» του άρθρου 222 ΣΛΕΕ επιβεβαιώνει την παρατήρηση αυτή. Άλλωστε, υποστηρίζεται ότι δεν αποκλείεται, παρά τη φανερή ασυμμετρίας τους,  η ταυτόχρονη χρήση και των δύο ρητρών, κάτι που μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο διολίσθησης προς τη διακυβερνητικότητα, που υπάρχει όταν τα Κράτη-μέλη έχουν ταυτόχρονα διαθέσιμα υπερεθνικά και διακυβερνητικά εργαλεία. Οι ρυθμίσεις εφαρμογής της ρήτρας αλληλεγγύης θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια σαφή οριοθέτηση μεταξύ των δύο ρητρών της Συνθήκης της Λισαβόνας έτσι ώστε να εξαλειφθούν οι παρανοήσεις. Είναι φανερό ότι η εστίαση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής στην εδαφική υπεράσπιση είναι δυσάρεστη τόσο για τα μη-συμμαχικά / ουδέτερα κράτη όσο και για ορισμένα μέλη του ΝΑΤΟ της ΕΕ. Μια σαφέστερη οριοθέτηση θα ωφελήσει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της ρήτρας αλληλεγγύης στο βαθμό που η τελευταία επικεντρώνεται στη μη εδαφική και μη στρατιωτική συνεργασία και εστιάζει στην οικοδόμηση μιας ανθεκτικής ΕΕ ικανής να προστατεύει τους ευρωπαίους πολίτες και τις κοινωνίες από διασυνοριακούς κινδύνους και απειλές.

(ε) Παρά το γεγονός ότι οι ρήτρες θεωρήθηκαν σημαντική καινοτομία, δεν έτυχαν εντατικής θεωρητικής επεξεργασίας, όπως άλλες διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας. Έτσι, παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα, όπως αυτά της φύσης των απειλών που καλύπτει η «ρήτρα αλληλεγγύης», του εύρους του πεδίου εφαρμογής της, των νομικών επιπτώσεων της ρήτρας, καθώς και αυτό της χρήσης των στρατιωτικών μέσων, που θέτουν στη διάθεση της Ένωσης τα Κράτη-μέλη. 

(στ) Σε κάθε περίπτωση οι ρήτρες θα κριθούν από το πόσο αποτελεσματικές θα αποδειχθούν στην πρόληψη και αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών σε βάρος της Ένωσης και των Κρατών-μελών της. Τα τελευταία τρομοκρατικά κτυπήματα στην καρδιά της Ευρώπης και η συριακή προσφυγική κρίση θέτουν σε αμφιβολία την αποτελεσματικότητα αυτή. 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Χρυσομάλλη Μιχ., Η αρχή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: έννοια, πεδίο εφαρμογής και νομική φύση,  Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2017

Fernandez Sola N., Les clauses d’assistance mutuelle et de solidarité du Traité sur l’Union européenne : contenu, délimitation et garanties politiques et juridiques, στο Liber amicorum, Mélanges en l’honneur du Professeur Joël Molinier, Ν. De Grove Valdeyron (dir.), LGDJ-Lextenso, Paris 2012, σελ. 203-220

Konstadinides Th., Civil Protection in Europe and the Lisbon ‘solidarity clause’: A genuine legal concept or a paper exercise, Uppsala Faculty of Law Working Paper 2011/3, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://www.jur.uu.se/LinkClick.aspx?fileticket=tUq0GRu0pKA%3d&tabid=5502&language=sv-SE 

Myrdal S., Rhinard M., The European Union’s Solidarity Clause: Empty Letter or Effective Tool? An  Analysis of Article 222 of the Treaty on the Functioning of the European Union, Occasional Ulpapers, Swedish Institute of International Affairs, 2/2010, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://media.leidenuniv.nl/legacy/solidarity-and-the-european-union.pdf 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com