Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΙΟΥΝΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-754/18, Ryanair Designated Activity Company κατά Országos Rendőr-főkapitányság - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 5, 10 και 20 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών. Το άρθρο 20 της ανωτέρω Οδηγίας προβλέπει ότι «1. Τα κράτη μέλη χορηγούν στα δικαιούχα μόνιμης διαμονής μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους δελτίο μόνιμης διαμονής εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης. Το δελτίο μόνιμης διαμονής ανανεώνεται αυτοδικαίως ανά δεκαετία. 2. Η αίτηση χορήγησης δελτίου μόνιμης διαμονής πρέπει να υποβάλλεται πριν από τη λήξη της ισχύος του δελτίου διαμονής. […]». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/38 «Στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους επιβάλλεται μόνο θεώρηση εισόδου σύμφωνα με τον κανονισμό 539/2001 ή, ενδεχομένως, με το εθνικό δίκαιο. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η κατοχή ισχύοντος δελτίου διαμονής προβλεπομένου στο άρθρο 10, απαλλάσσει τα εν λόγω μέλη της οικογένειας από την απαίτηση θεώρησης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το  Δικαστήριο Διοικητικών και Εργατικών διαφορών της Βουδαπέστης της Ουγγαρίας (Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ryanair Designated Activity Company και του αρχηγείου της αστυνομίας, όσον αφορά πρόστιμο που επιβλήθηκε στην εταιρία αυτή. Ειδικότερα, η αστυνομία του αερολιμένα Βουδαπέστης Liszt Ferenc (Ουγγαρία) διενήργησε έλεγχο των επιβατών μιας πτήσης από το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), που πραγματοποίησε η Ryanair DAC. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ένας επιβάτης, Ουκρανικής ιθαγένειας, ο οποίος κατείχε μη βιομετρικό διαβατήριο, καθώς και ισχύον δελτίο μόνιμης διαμονής το οποίο χορηγήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 της Οδηγίας αυτής, δεν διέθετε θεώρηση εισόδου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 5, παρ. 2, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι η κατοχή του δελτίου μόνιμης διαμονής, που προβλέπεται στο άρθρο 20 της Οδηγίας αυτής απαλλάσσει πρόσωπο που δεν έχει την ιθαγένεια Κράτους-μέλους, αλλά είναι μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, από την υποχρέωση να λάβει θεώρηση για την είσοδο στην επικράτεια των Κρατών-μελών.
Το ΔΕΕ έκρινε, σύμφωνα με το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο, ότι η κατοχή του δελτίου διαμονής απαλλάσσει το πρόσωπο, που είναι μέλος της οικογένειας πολίτη της ΕΕ, (αλλά δεν έχει το ίδιο την ευρωπαϊκή ιθαγένεια) από την υποχρέωση να λάβει θεώρηση προκειμένου να εισέλθει στην επικράτεια των Κρατών-μελών.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5, παρ. 2, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι η κατοχή δελτίου μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 20 της Οδηγίας απαλλάσσει το μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που είναι κάτοχος του δελτίου αυτού από την υποχρέωση να λάβει θεώρηση εισόδου, όταν το δελτίο αυτό έχει εκδοθεί από Κράτος-μέλος το οποίο δεν ανήκει στον χώρο Σένγκεν.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία εφαρμόζεται αδιακρίτως στο σύνολο των Κρατών-μελών, είτε αυτά ανήκουν στον χώρο Σένγκεν είτε όχι. Έτσι, το ΔΕΕ έκρινε ότι η κατοχή του δελτίου μόνιμης διαμονής, το οποίο έχει χορηγηθεί από Κράτος-μέλος, που δεν ανήκει στον χώρο Σένγκεν, απαλλάσσει το μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που είναι κάτοχος του δελτίου αυτού από την υποχρέωση να λάβει θεώρηση εισόδου.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-634/18, Ποινική δίκη κατά JI - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2004/757/ΔΕΥ για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 στοιχ. α της απόφασης-πλαισίου «Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) να επισύρουν μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας μεταξύ πέντε και δέκα ετών τουλάχιστον σε καθεμία από τις ακόλουθες περιστάσεις: α) όταν το έγκλημα αφορά μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο Słupsk, της Πολωνίας (Sąd Rejonowy w Słupsku) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά του JI για παράνομη κατοχή σημαντικής ποσότητας ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, παρ. 2, στοιχ. αʹ, της Απόφασης-Πλαισίου 2004/757, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχείο γʹ, της ίδιας απόφασης-πλαισίου, καθώς και τα άρθρα 20, 21 και 49 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε Κράτος-μέλος να χαρακτηρίζει ως αξιόποινη πράξη την κατοχή σημαντικής ποσότητας ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών τόσο για σκοπούς προσωπικής κατανάλωσης όσο και για σκοπούς παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, καταλείποντας την ερμηνεία της έννοιας της «σημαντικής ποσότητας ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών» στην κατά περίπτωση εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε Κράτος-μέλος να χαρακτηρίζει ως αξιόποινη πράξη την κατοχή σημαντικής ποσότητας ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών τόσο για σκοπούς προσωπικής κατανάλωσης όσο και για σκοπούς παράνομης διακίνησης ναρκωτικών σύμφωνα με τα ανωτέρω.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-588/18, Federación de Trabajadores Independientes de Comercio (Fetico) κ.λπ. κατά Grupo de Empresas DIA S.A. και Twins Alimentación S.A. - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 5 και 7 της Οδηγίας 2003/88 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά περίοδο επτά ημερών, μια ελάχιστη περίοδο συνεχούς ανάπαυσης εικοσιτεσσάρων ωρών, στις οποίες προστίθενται οι ένδεκα ώρες ημερήσιας ανάπαυσης, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 3. Αν δικαιολογείται για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή από τις συνθήκες οργάνωσης της εργασίας, μπορεί να ορίζεται ελάχιστη περίοδος ανάπαυσης 24 ωρών.». Επίσης, το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88, ορίζει «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ειδικό Ανώτερο Δικαστήριο της Ισπανίας (Audiencia Nacional) στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ, αφενός, συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και, αφετέρου, του ομίλου εταιριών DIA SA και της εταιρίας Twins Alimentación SA, σχετικά με συλλογικές συγκρούσεις εργασίας που αφορούν τους όρους χορηγήσεως των ειδικών αδειών μετ’ αποδοχών που προβλέπονται στο άρθρο 46 της συλλογικής συμβάσεως του ομίλου εταιριών Dia SA και της εταιρίας Twins Alimentación SA.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε αν τα άρθρα 5 και 7 της Οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, που δεν παρέχει στους εργαζομένους τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις ειδικές άδειες, τις οποίες προβλέπει η ως άνω κανονιστική ρύθμιση τις ημέρες, κατά τις οποίες οι εν λόγω εργαζόμενοι οφείλουν να εργάζονται, εφόσον οι ανάγκες και οι υποχρεώσεις για τις οποίες χορηγούνται οι ειδικές άδειες ανακύπτουν στις περιόδους εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 5 και 7 της Οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής έναντι της ανωτέρω εθνικής ρυθμίσεως.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-762/18 και C-37/19 QH και CV κατά Varhoven kasatsionen sad na Republika Bulgaria και Iccrea Banca SpA Istituto Centrale del Credito Cooperativo - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και του άρθρου 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το  άρθρο 7 της Οδηγίας, «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της αδείας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το περιφερειακό δικαστήριο Χάσκοβο της Βουλγαρίας (Rayonen sad Haskovo) (C‑762/18) και το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte suprema di cassazione) (C‑37/19) στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, αφενός, μεταξύ της QH και του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, σχετικά με την εφαρμογή από το δεύτερο νομολογίας φερόμενης ως ασύμβατης προς το δίκαιο της Ένωσης, με αποτέλεσμα να στερηθεί η QH την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα μεταξύ της παράνομης απόλυσής της και της επαναπρόσληψής της (C‑762/18), και, αφετέρου, μεταξύ της CV και της Iccrea Banca SpA με αντικείμενο παρόμοια πραγματικά περιστατικά (υπόθεση C‑37/19).
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία δυνάμει της οποίας εργαζόμενος που απολύθηκε παρανόμως και στη συνέχεια επαναπροσλήφθηκε σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κατόπιν της ακυρώσεως της απόλυσής του με δικαστική απόφαση, δεν δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα μεταξύ της απόλυσης και της επαναπρόσληψης, για τον λόγο ότι, κατά το χρονικό διάστημα αυτό, δεν παρείχε πραγματική εργασία στον εργοδότη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο δίκαιο της ΕΕ αντιτίθεται στο επίμαχο εθνικό δίκαιο

5. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-581/18 RB κατά TÜV Rheinland LGA Products GmbH και Allianz IARD S.A. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 18 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το  Εφετείο Φρανγκφούρτης της Γερμανίας (Oberlandesgericht Frankfurt am Main) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της RB, γερμανικής ιθαγένειας, και, αφετέρου, της TÜV Rheinland LGA Products GmbH (TÜV Rheinland) και της ασφαλιστικής εταιρίας Allianz IARD SA (Allianz), σχετικά με αγωγή αποζημιώσεως για τη βλάβη που προκάλεσε στην ενάγουσα της κύριας δίκης η τοποθέτηση ελαττωματικών εμφυτευμάτων στήθους. Ειδικότερα, η διαφορά της κύριας δίκης αφορούσε ασφαλιστική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ της Allianz και του κατασκευαστή εμφυτευμάτων στήθους PIP, η οποία περιελάμβανε ρήτρα περιορίζουσα τη γεωγραφική έκταση της ασφαλιστικής καλύψεως της αστικής ευθύνης από την παραγωγή των εμφυτευμάτων αυτών στις ζημίες που επέρχονταν στη μητροπολιτική Γαλλία ή στα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα και εδάφη. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε ως προς τη συμβατότητα της εν λόγω ρήτρας με το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον αυτή δεν προβλέπει ότι η εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη εκτείνεται στις ζημίες που επέρχονται στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης, γεγονός που δύναται να συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας, η οποία απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, από τη διάταξη αυτή
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 18 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται επί ρήτρας, η οποία περιλαμβάνεται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ ασφαλιστικής εταιρίας και κατασκευαστή ιατροτεχνολογικών προϊόντων και η οποία περιορίζει τη γεωγραφική εμβέλεια της ασφαλιστικής καλύψεως της αστικής ευθύνης από τα προϊόντα αυτά στις ζημίες που επέρχονται στο έδαφος ενός και μόνον Κράτους- μέλους, δεδομένου ότι μια τέτοια κατάσταση δεν εμπίπτει, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου αυτού.

6. ΔΕΕ,  απόφαση της 4ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-301/18, Thomas Leonhard κατά DSL-Bank – eine Niederlassung der DB Privat- und Firmenkundenbank AG – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 4, της Οδηγίας 2002/65, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 4 της ανωτέρω Οδηγίας «Ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει στον καταναλωτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών, όλα τα ποσά που έχει λάβει από αυτόν σύμφωνα με την εξ αποστάσεως σύμβαση, με εξαίρεση το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η προθεσμία αρχίζει να μετράται από την ημέρα που ο προμηθευτής παραλαμβάνει την κοινοποίηση της υπαναχώρησης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βόννης, Γερμανία (Landgericht Bonn) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Thomas Leonhard και της DSL-Bank σχετικά με την εκ μέρους του Τ. Leonhard άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από σύμβαση δανείου συναφθείσα εξ αποστάσεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 4, της Οδηγίας 2002/65 έχει την έννοια ότι, όταν καταναλωτής ασκεί το δικαίωμά υπαναχώρησης από σύμβαση δανείου συναφθείσα εξ αποστάσεως με προμηθευτή, ο καταναλωτής δικαιούται να του επιστραφούν από τον προμηθευτή, το κεφάλαιο και οι τόκοι που κατέβαλε σε εκτέλεση της σύμβασης, πλην όμως δεν μπορεί να λάβει αποζημίωση για τη χρήση των εν λόγω κεφαλαίου και τόκων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι, όταν καταναλωτής ασκεί το δικαίωμά του υπαναχώρησης από σύμβαση δανείου δικαιούται να του επιστραφούν από τον προμηθευτή, το κεφάλαιο και οι τόκοι που κατέβαλε σε εκτέλεση της σύμβασης, πλην όμως δεν μπορεί να λάβει αποζημίωση για τη χρήση των εν λόγω κεφαλαίου και τόκων.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-495/19, Kancelaria Medius SA z siedzibą w Krakowie κατά RN – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/13 «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Poznań (Πολωνία) (Sąd Okręgowy w Poznaniu) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Kancelaria Medius SA και του RN σχετικά με φερόμενη οφειλή του RN στο πλαίσιο συμβάσεως καταναλωτικής πίστεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7 παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ερμηνεία εθνικής διατάξεως σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο το οποίο εκδικάζει αγωγή, ασκηθείσα από επαγγελματία κατά καταναλωτή, ερήμην του καταναλωτή λόγω μη παραστάσεώς του α) δεν μπορεί να διατάξει την αναγκαία διεξαγωγή αποδείξεων για να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών στις οποίες στήριξε το αίτημά του ο επαγγελματίας, όταν το εν λόγω δικαστήριο έχει αμφιβολίες σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών αυτών και β) πρέπει να αποφανθεί επί τη βάσει των ισχυρισμών του επαγγελματία, τους οποίους οφείλει να δεχθεί ως αληθείς.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στις ανωτέρω εθνικές ρυθμίσεις. 

8. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-219/19, Parsec Fondazione Parco delle Scienze e della Cultura κατά Ministero delle Infrastrutture e dei Trasporti και Autorità nazionale anticorruzione (ANAC) – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 80, παρ. 2, της Οδηγίας 2014/24 σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 80 της ανωτέρω Οδηγίας, «2. Το δικαίωμα συμμετοχής στους διαγωνισμούς μελετών δεν περιορίζεται: α) με αναφορά στην επικράτεια ή σε τμήμα της επικράτειας κράτους μέλους, β) από το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες θα έπρεπε να είναι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου διοργανώνεται ο διαγωνισμός μελετών, είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Tribunale amministrativo regionale per il Lazio) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Parsec Fondazione Parco delle Scienze e della Cultura (Parsec) και του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και της εθνικής αρχής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, με αντικείμενο την απόφαση με την οποία η εν λόγω αρχή απέρριψε την αίτηση εγγραφής του Parsec στο εθνικό μητρώο τεχνικών εταιριών και επαγγελματιών στους οποίους επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών αρχιτέκτονα και μηχανικού.
Το νομικό ζήτημα ήταν αν το άρθρο 80, παρ. 2, της Οδηγίας 2014/24, έχει την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει τη συμμετοχή μη κερδοσκοπικών φορέων σε διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων για την παροχή υπηρεσιών μηχανικού και αρχιτέκτονα, μολονότι το εθνικό δίκαιο αναγνωρίζει στους φορείς αυτούς το δικαίωμα να παρέχουν τις υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο των δημοσίων συμβάσεων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η συγκεκριμένη εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στο ανωτέρω επίμαχο ενωσιακό δίκαιο. 

9 . ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-74/19 LE κατά Transportes Aéreos Portugueses SA – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο της Λισσαβώνας (Πορτογαλία) (Tribunal Judicial da Comarca de Lisboa) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του LE και της Transportes Aéreos Portugueses SA (ΤΑΡ), που είναι αερομεταφορέας, σχετικά με την άρνηση της τελευταίας να καταβάλει αποζημίωση στον εν λόγω επιβάτη του οποίου η πτήση είχε μεγάλη καθυστέρηση.
Ειδικότερα, η καθυστέρηση προκλήθηκε από το γεγονός ότι το αεροσκάφος που εξετέλεσε την εν λόγω πτήση χρειάστηκε, κατά την πτήση του από τη Λισσαβώνα στη Fortaleza, να αλλάξει πορεία και να προσγειωθεί στη Las Palmas της Gran Canaria (Ισπανία), προκειμένου να αποβιβασθεί ένας ενοχλητικός επιβάτης ο οποίος είχε δαγκώσει έναν συνεπιβάτη του και είχε επιτεθεί σε άλλους συνεπιβάτες καθώς και στα μέλη του πληρώματος θαλάμου επιβατών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004 έχει την έννοια ότι η ενοχλητική συμπεριφορά επιβάτη, η οποία δικαιολόγησε την εκ μέρους του κυβερνήτη του αεροσκάφους αλλαγή πορείας της οικείας πτήσης προς αερολιμένα διαφορετικό από εκείνον της άφιξης προκειμένου να αποβιβασθεί ο εν λόγω επιβάτης μετά των αποσκευών του, εμπίπτει στον όρο «έκτακτη περίσταση» κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.
Σύμφωνα με την παγία νομολογία του ΔΕΕ μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «έκτακτες περιστάσεις», τα γεγονότα εκείνα τα οποία, ως εκ της φύσεως ή των αιτίων τους, δεν συνδέονται αναπόσπαστα με την κανονική άσκηση της δραστηριότητας του οικείου αερομεταφορέα και επί των οποίων αυτός δεν έχει πραγματικό έλεγχο, οι δε δύο αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανωτέρω περιγραφόμενο συμβάν εμπίπτει στον όρο «έκτακτη περίσταση» κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, εκτός αν ο πραγματικός αερομεταφορέας συνέτεινε στην εκδήλωση της συμπεριφοράς αυτής ή παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων που προμήνυαν τέτοια συμπεριφορά, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

10. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 11ης Ιουνίου 2020, Υπόθεση C-786/18, ratiopharm GmbH κατά Novartis Consumer Health GmbH

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 96, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2001/83 περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση. Σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου «1. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατόν να χορηγούνται δωρεάν δείγματα μόνον στα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να προμηθεύουν φάρμακα ή να χορηγούν τις σχετικές συνταγές υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ότι πρόκειται για μικρό αριθμό δειγμάτων ετησίως που πρέπει να περιορίζεται ανά φάρμακο και ανά άτομο εξουσιοδοτημένο να χορηγεί συνταγή, β) κάθε προσφορά δειγμάτων, πρέπει να ανταποκρίνεται σε γραπτή αίτηση του χορηγούντος τη συνταγή, με ημερομηνία και υπογραφή, γ) ο προμηθευτής δειγμάτων διαθέτει επαρκές σύστημα ελέγχου και ευθύνης, δ) Τα δείγματα δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερα από τη μικρότερη εμπορική συσκευασία, ε)  τα δείγματα πρέπει να φέρουν την ένδειξη “δωρεάν ιατρικό δείγμα – απαγορεύεται η πώληση”, ή άλλη ανάλογη ένδειξη, στ) τα δείγματα πρέπει να συνοδεύονται από αντίγραφο της συνοπτικής περιγραφής των χαρακτηριστικών του προϊόντος, ζ) δεν παρέχεται κανένα δείγμα φαρμάκων που περιέχουν ψυχοτρόπες ουσίες ή ναρκωτικά, κατά την έννοια των διεθνών συμβάσεων, όπως η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1961 και του 1971. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν περαιτέρω τη διανομή δειγμάτων ορισμένων φαρμάκων.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ratiopharm GmbH και της Novartis Consumer Health GmbH (Novartis), σχετικά με αίτημα της Novartis να απαγορευθεί στη ratiopharm να διανέμει στους φαρμακοποιούς δωρεάν δείγματα φαρμάκων. Ειδικότερα, η Novartis παρασκευάζει και εμπορεύεται το φάρμακο Voltaren Schmerzgel, που περιέχει τη δραστική ουσία Diclofenac (δικλοφενάκη). Η ratiopharm εμπορεύεται το φάρμακο Diclo-ratiopharm-Schmerzgel, το οποίο επίσης περιέχει τη δραστική ουσία Diclofenac (δικλοφενάκη) και το οποίο χορηγείται αποκλειστικά και μόνον από τα φαρμακεία. Το 2013, συνεργάτες της ratiopharm χορήγησαν δωρεάν σε Γερμανούς φαρμακοποιούς συσκευασίες του φαρμάκου αυτού προοριζόμενες προς πώληση, σε περιορισμένο μορφότυπο, με την ένδειξη «για σκοπούς επιδείξεως». Η Novartis θεώρησε ότι η διανομή αυτή αντέβαινε στο άρθρο 47, παρ. 3, του AMG και προσομοίαζε με απαγορευόμενη από τη γερμανική νομοθεσία χορήγηση δώρων για διαφημιστικούς σκοπούς.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 96, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/83 έχει την έννοια ότι επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στις φαρμακευτικές εταιρίες να διανέμουν δωρεάν δείγματα φαρμάκων και στους φαρμακοποιούς.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στις φαρμακευτικές εταιρίες να διανέμουν δωρεάν στους φαρμακοποιούς δείγματα φαρμάκων για τα οποία απαιτείται ιατρική συνταγή. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν εμποδίζει τη δωρεάν διανομή στους φαρμακοποιούς δειγμάτων φαρμάκων για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή.



 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 02/2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΜΑΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-924/19 PPU και C-925/19, FMS κ.λπ. κατά Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság και Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, της Οδηγίας 2013/33 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, και των άρθρων 1, 4, 6, 18, 47 και του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Szeged της Ουγγαρίας (Szegedi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, πρώτον, μεταξύ των FMS και FNZ, και της πρωτοβάθμιας αστυνομικής διεύθυνσης μετανάστευσης και της αρμόδιας για θέματα ασύλου αρχής, (C 924/19 PPU), και, δεύτερον, μεταξύ των SA και SA junior, και της πρωτοβάθμιας αστυνομικής διεύθυνσης μετανάστευσης καθώς και της αρμόδιας για θέματα ασύλου αρχής (C 925/19 PPU). Αντικείμενο της δίκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αποτέλεσαν οι αποφάσεις των ανωτέρω αρχών, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις ασύλου των FMS και FNZ, καθώς και οι αιτήσεις των SA και SA junior ως απαράδεκτες και διετάχθη η απομάκρυνση των αιτούντων, σε συνδυασμό με απαγόρευση εισόδου και διαμονής στο ουγγρικό έδαφος για ένα έτος.
Το νομικό ζήτημα, που τέθηκε, ήταν εάν το άρθρο 33 της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτης με την αιτιολογία ότι ο αιτών αφίχθη στο έδαφος του οικείου Κράτους-μέλους από το έδαφος κράτους στο οποίο δεν εκτίθεται σε διώξεις ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή εντός του οποίου εξασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 33 της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-267/19, Parking d.o.o. κατά Sawal d.o.o., Υπόθεση C-323/19, Interplastics s. r. o. κατά της Letifico d.o.o. – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 18 ΣΛΕΕ, του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Εμπορικό Δικαστήριο του Ζάγκρεμπ της Κροατίας (Trgovački sud u Zagrebu) στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Parking d.o.o. και της Sawal d.o.o.( C-267/19) και, αφετέρου, της Interplastics s. r. o. και της Letifico d.o.o. (C-323/19), σχετικά με αιτήματα εισπράξεως εκκρεμών απαιτήσεων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ο Κανονισμός 1215/2012, το άρθρο 18 ΣΛΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, η οποία εξουσιοδοτεί τους συμβολαιογράφους, που ενεργούν στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, επί τη βάσει εγγράφου το οποίο αποτελεί πλήρη απόδειξη, να εκδίδουν διαταγές εκτελέσεως, οι οποίες δεν μπορούν να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε άλλο Κράτος-μέλος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός των συμβολαιογράφων σε διάφορα Κράτη-μέλη εξακολουθεί να συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες των αντίστοιχων εννόμων τάξεων, δεδομένου του γεγονότος ότι ο Κανονισμός 1215/2012 δεν κατατείνει στο να επιβάλει μια συγκεκριμένη οργάνωση της δικαιοσύνης.
Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι στην εθνική έννομη τάξη έχουν θεσπισθεί εναλλακτικά μέσα παροχής ένδικης προστασίας, ήτοι η διεξαγόμενη ενώπιον δικαστηρίου διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, που είναι ικανά να αντισταθμίσουν τα ενδεχόμενα μειονεκτήματα, που προκαλεί η απονομή στους συμβολαιογράφους της αρμοδιότητας εκδόσεως διαταγών εκτελέσεως στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως, που δεν αναγνωρίζονται και εκτελούνται σε έτερα Κράτη-μέλη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη ρύθμιση δεν είναι αντίθετη με το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο. 

3. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-208/19, NK κατά MS και AS – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σημεία 3 και 4, του άρθρου 3, παρ. 3, στοιχ. στʹ, και του άρθρου 16, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 16 στοιχ. γ της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη δεν παρέχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται στα άρθρα 9 έως 15 για τις εξ αποστάσεως και εκτός εμπορικού καταστήματος συναπτόμενες συμβάσεις, όσον αφορά τα ακόλουθα:[…], γ) την προμήθεια αγαθών που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων […]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο Αστικών Υποθέσεων του Graz της Αυστρίας (Landesgericht für Zivilrechtssachen Graz) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της NK και, αφετέρου, του MS και της AS με αντικείμενο την καταβολή, από τον MS και την AS, αμοιβής για υπηρεσίες αρχιτέκτονα, που τους παρέσχε η NK. Ειδικότερα, οι MS και η AS, καταναλωτές κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/83, συνήψαν με την NK, αρχιτέκτονα και έμπορο, εκτός των επαγγελματικών χώρων της τελευταίας, σύμβαση για τον σχεδιασμό μιας προς ανέγερση μονοκατοικίας. Η NK διαβίβασε στον MS και στην AS το κατασκευαστικό σχέδιο που εκπόνησε, πρόχειρη συγκεντρωτική κατάσταση εξόδων, καθώς και τιμολόγιο ύψους 3.780 ευρώ για την παρασχεθείσα υπηρεσία. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο MS και η AS ενημέρωσαν την NK ότι δεν έμειναν ικανοποιημένοι με την ποιότητα της εν λόγω υπηρεσίας και της γνωστοποίησαν ότι τερματίζουν την εργασιακή σχέση και υπαναχωρούν από την ανάθεση των σχετικών εργασιών σχεδιασμού. Η NK άσκησε αγωγή, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου της Αυστρίας, ζητώντας να υποχρεωθούν ο MS και η AS να της καταβάλουν αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες σχεδιασμού.
Το νομικό ζήτημα, που τέθηκε,  ήταν αν το άρθρο 2, σημεία 3 και 4, καθώς και το άρθρο 16, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2011/83 έχουν την έννοια ότι συνιστά σύμβαση για την προμήθεια αγαθών κατασκευαζόμενων σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων, μια σύμβαση συναφθείσα μεταξύ αρχιτέκτονα και καταναλωτή, δυνάμει της οποίας ο πρώτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει για τον καταναλωτή, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις επιθυμίες του καταναλωτή, τον σχεδιασμό μιας προς ανέγερση μονοκατοικίας και, στο πλαίσιο αυτό, να εκπονήσει σχέδια.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο πρέπει να ερμηνευθεί με την έννοια ότι δεν συνιστά σύμβαση για την προμήθεια αγαθών κατασκευαζόμενων, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων, μια σύμβαση συναφθείσα μεταξύ αρχιτέκτονα και καταναλωτή με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-641/18, LG κατά Rina SpA και Ente Registro Italiano Navale – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, και του άρθρου 2 του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Γένοβας της Ιταλίας (Tribunale di Genova) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των LG κ.λπ. και, αφετέρου, των Rina SpA και Ente Registro Italiano Navale σχετικά με την καταβολή από τις δεύτερες, δυνάμει αστικής ευθύνης, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη και την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν οι LG κ.λπ. λόγω του ναυαγίου του πλοίου Al Salam Boccaccio ’98, που σημειώθηκε μεταξύ 2ας και 3ης Φεβρουαρίου 2006 στην Ερυθρά Θάλασσα. Ειδικότερα, οι LG κ.λπ., συγγενείς των θυμάτων και επιζήσαντες επιβάτες του ναυαγίου του πλοίου Al Salam Boccaccio ‘98, ενήγαγαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου τις εταιρίες Rina, νηογνώμονες, που αναλαμβάνουν την κατάταξη και πιστοποίηση πλοίων, με εταιρική έδρα στη Γένοβα. Οι LG κ.λπ. αξίωσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, αντιστοίχως, για περιουσιακή ζημία καθώς και για ηθική βλάβη και ψυχική οδύνη λόγω πιθανής αστικής ευθύνης των εταιριών Rina, υποστηρίζοντας ότι οι εργασίες κατάταξης και πιστοποίησης του εν λόγω πλοίου, τις οποίες είχαν πραγματοποιήσει οι εταιρίες Rina, δυνάμει συμβάσεως συναφθείσας με τη Δημοκρατία του Παναμά, προκειμένου το πλοίο αυτό να αποκτήσει τη σημαία του ως άνω κράτους, συνδέονται αιτιωδώς με το εν λόγω ναυάγιο. Οι εταιρίες Rina προέβαλαν τον ισχυρισμό της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου επικαλούμενες την αρχή του διεθνούς δικαίου περί ετεροδικίας των αλλοδαπών κρατών. Ειδικότερα, κατά τις εταιρίες αυτές, οι εργασίες κατάταξης και πιστοποίησης, που εξετέλεσαν πραγματοποιήθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση της Δημοκρατίας του Παναμά και, κατά συνέπεια, συνιστούν εκδήλωση των κυριαρχικών προνομίων του εξουσιοδοτήσαντος κράτους.
Το νομικό ζήτημα, που τέθηκε, ήταν αν το άρθρο 1, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αγωγή αποζημιώσεως στρεφόμενη κατά νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ασκούν δραστηριότητα κατάταξης και πιστοποίησης πλοίων για λογαριασμό και κατ’ εξουσιοδότηση τρίτου κράτους εμπίπτει στην έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και, κατά συνέπεια, στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, σε καταφατική δε περίπτωση, αν η περί ετεροδικίας αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου εμποδίζει την άσκηση, από το εθνικό δικαστήριο, της προβλεπόμενης από τον εν λόγω Κανονισμό διεθνούς δικαιοδοσίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ανωτέρω αγωγή αποζημιώσεως εμπίπτει στην έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και, κατά συνέπεια, στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, εφόσον η ως άνω δραστηριότητα δεν ασκείται βάσει προνομίων δημόσιας εξουσίας, υπό την έννοια του δικαίου της Ένωσης. Επιπροσθέτως, η περί ετεροδικίας αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου δεν εμποδίζει την άσκηση, από το εθνικό δικαστήριο, της προβλεπόμενης από τον εν λόγω Κανονισμό διεθνούς δικαιοδοσίας σε διαφορά σχετική με τέτοια αγωγή, σε περίπτωση, που το ως άνω δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι οργανισμοί αυτοί δεν άσκησαν προνόμια δημόσιας εξουσίας κατά την έννοια του διεθνούς δικαίου.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-615/18, UY κατά Staatsanwaltschaft Offenburg – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και των άρθρων 21, 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2012/13  «1.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ύποπτος ή κατηγορούμενος να ενημερώνεται για την αξιόποινη πράξη την οποία φέρεται, ή κατηγορείται, ότι διέπραξε. Η ενημέρωση αυτή είναι άμεση και δεόντως λεπτομερής προκειμένου να διασφαλισθούν ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου. 2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ύποπτος ή κατηγορούμενος να ενημερώνεται για τους λόγους της σύλληψης ή κράτησής του, συμπεριλαμβανομένης της αξιόποινης πράξης την οποία φέρεται, ή κατηγορείται, ότι διέπραξε. 3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το αργότερο με τη διαβίβαση του κατηγορητηρίου στο δικαστήριο να παρέχονται λεπτομερή στοιχεία για την ποινική κατηγορία, συμπεριλαμβανομένης της φύσης και του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης και του είδους της συμμετοχής του κατηγορουμένου. 4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ύποπτος ή κατηγορούμενος να ενημερώνεται άμεσα για τυχόν αλλαγές στην ενημέρωση η οποία παρέχεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν αυτό απαιτείται προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πταισματοδικείο του Kehl, της Γερμανίας (Amtsgericht Kehl) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που κινήθηκε στη Γερμανία κατά του UY για εξ αμελείας οδήγηση χωρίς άδεια οδήγησης.  Ειδικότερα,  τον Ιούλιο του 2017, ο UY, οδηγός με μόνιμη διαμονή στην Πολωνία ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στη Γερμανία. Κατόπιν έκδοσης εισαγγελικής διάταξης, διόρισε αντίκλητο στη Γερμανία για την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Εν συνεχεία, εξεδόθη καταδικαστική διάταξη σε βάρος του οδηγού, λόγω απομάκρυνσης από τον τόπο του ατυχήματος, με την οποία του επεβλήθη χρηματική ποινή και τρίμηνη απαγόρευση οδήγησης. Η καταδικαστική διάταξη επεδόθη στον αντίκλητο, ο οποίος τη διαβίβασε στον οδηγό στην Πολωνία με επιστολή. Δεν είναι γνωστό αν ο οδηγός παρέλαβε πράγματι την επιστολή αυτή. Κατά της εν λόγω καταδικαστικής διάταξης δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Η διάταξη κατέστη αμετάκλητη.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν τα άρθρα 21, 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ καθώς και το άρθρο 6 της Οδηγίας 2012/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους -μέλους βάσει της οποίας ένα πρόσωπο που διαμένει σε άλλο Κράτος-μέλος τιμωρείται ποινικώς εάν δεν συμμορφωθεί με διαταγή –από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή αποκτά ισχύ δεδικασμένου– με την οποία του επιβλήθηκε απαγόρευση οδήγησης, έστω και αν, αφενός, η προθεσμία των δύο εβδομάδων για την προβολή αντιρρήσεων κατά της διαταγής αυτής αρχίζει να τρέχει από την επίδοσή της όχι στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αλλά στον αντίκλητό του, και, αφετέρου, το εν λόγω πρόσωπο αγνοούσε την ύπαρξη της διαταγής κατά τον χρόνο κατά τον οποίο παραβίασε την απαγόρευση οδήγησης που επιβλήθηκε με αυτήν.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ έχει την έννοια ότι α) δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους βάσει της οποίας η προθεσμία των δύο εβδομάδων για την προβολή αντιρρήσεων κατά διαταγής με την οποία επιβλήθηκε σε ένα πρόσωπο απαγόρευση οδήγησης αρχίζει να τρέχει από την επίδοσή της στον αντίκλητο του προσώπου αυτού, εφόσον, από τη στιγμή κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο λαμβάνει γνώση της διαταγής, διαθέτει πράγματι προθεσμία δύο εβδομάδων για να προβάλει αντιρρήσεις κατ’ αυτής και εφόσον η παραγωγή των αποτελεσμάτων της διαταγής αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της ως άνω προθεσμίας και β) αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, με την οποία του επιβλήθηκε απαγόρευση οδήγησης, έστω και αν το πρόσωπο αυτό αγνοούσε την ύπαρξη της εν λόγω διαταγής κατά τον χρόνο κατά τον οποίο παραβίασε την ανωτέρω διαταγή.

6. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 14ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-17/19, Ποινική δίκη κατά Bouygues travaux publics κ.λπ. – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 11 του Κανονισμού 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του Κανονισμού 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του άρθρου 19 του Κανονισμού 987/2009 για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας Cour de cassation στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που κινήθηκε κατά των εταιριών Bouygues travaux publics (Bouygues), Elco construct Bucarest (Elco) και Welbond armatures (Welbond) για αδήλωτη εργασία και για παράνομο δανεισμό εργαζομένων. Ειδικότερα, η Bouygues, εταιρία εγκατεστημένη στη Γαλλία, μετά την ανάθεση σε αυτήν συμβάσεων για την κατασκευή στη Flamanville (Γαλλία) πυρηνικού αντιδραστήρα νέας γενιάς, σύστησε με δύο άλλες εταιρίες, για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, συμμετοχική εταιρία, η οποία ανέθεσε υπεργολαβικά τις συμβάσεις σε όμιλο οικονομικού σκοπού, αποτελούμενο, κυρίως, από τη Welbond, εταιρία επίσης εγκατεστημένη στη Γαλλία. Ο εν λόγω όμιλος προσέφυγε, αφενός, σε άλλους υπεργολάβους, μεταξύ των οποίων η Elco, εταιρία εγκατεστημένη στη Ρουμανία, και, αφετέρου, στην Atlanco Ltd, εταιρία ευρέσεως προσωρινής εργασίας εγκατεστημένη στην Ιρλανδία, η οποία διέθετε θυγατρική στην Κύπρο και γραφείο στην Πολωνία. Η Αρχή πυρηνικής ασφάλειας (ASN) και στη συνέχεια οι αστυνομικές αρχές, άσκησαν διώξεις κατά των εταιριών Bouygues, Welbond και Elco για γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου 2008 και Οκτωβρίου 2012, ιδίως για αδήλωτη εργασία και παράνομο δανεισμό εργαζομένων όσον αφορά τις δύο πρώτες εταιρίες και αδήλωτη εργασία όσον αφορά την τρίτη εταιρία.
Το νομικό ζήτημα, που τέθηκε, ήταν εάν το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχείο αʹ, το άρθρο 12α, σημείο 2, στοιχείο αʹ, και σημείο 4, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 574/72, καθώς και το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 987/2009 έχουν την έννοια ότι πιστοποιητικό E 101, το οποίο χορηγήθηκε από τον αρμόδιο φορέα Κράτους-μέλους, βάσει του άρθρου 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, ή του άρθρου 14, σημείο 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71, σε εργαζόμενους που ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος μέλος, και πιστοποιητικό A 1, το οποίο χορηγήθηκε από τον φορέα αυτόν, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, ή του άρθρου 13, παράγραφος 1, του Κανονισμού 883/2004, στους εν λόγω εργαζόμενους, δεσμεύουν τα δικαστήρια του τελευταίου αυτού Κράτους μέλους όχι μόνο σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης αλλά και σε θέματα εργατικού δικαίου.
Ειδικότερα, το ανωτέρω νομικό ζήτημα προέκυψε στο πλαίσιο ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν, ιδίως, για αδήλωτη εργασία κατά εργοδοτών που χρησιμοποίησαν στη Γαλλία, κατά την περίοδο από το 2008 έως το 2012, εργαζόμενους που καλύπτονταν από πιστοποιητικά Ε 101 ή Α1 εκδοθέντα, κατά περίπτωση, λόγω απόσπασης εργαζομένων ή ασκήσεως μισθωτών δραστηριοτήτων σε πλείονα κράτη μέλη, χωρίς να έχουν υποβάλει στις αρμόδιες γαλλικές αρχές την επιβαλλόμενη από τον code du travail (εργατικό κώδικα) δήλωση πριν από την πρόσληψη. Με άλλα λόγια στην συγκεκριμένη απόφαση εξετάστηκε η σημασία των εν λόγω πιστοποιητικών για την εφαρμογή στους συγκεκριμένους εργαζόμενους της εργατικής νομοθεσίας του Κράτους-μέλους υποδοχής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανωτέρω ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι τα πιστοποιητικά δεσμεύουν τα δικαστήρια του τελευταίου Κράτους-μέλους υποδοχής μόνο σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-15/19, A.m.a. - Azienda Municipale Ambiente SpA κατά Consorzio Laziale Rifiuti – Co.La.Ri. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 10 και 14 της Οδηγίας 1999/31 περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι δαπάνες κατασκευής και λειτουργίας ενός χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων, στις οποίες περιλαμβάνεται, στο μέτρο του δυνατού, το κόστος της χρηματοοικονομικής ή ισοδύναμης εγγύησης που αναφέρεται στο άρθρο 8 στοιχείο α) σημείο iv), καθώς και το κατ᾽ εκτίμηση κόστος της παύσης λειτουργίας του χώρου και της μετέπειτα φροντίδας για το χώρο αυτό για χρονική περίοδο τουλάχιστον τριάντα ετών, καλύπτονται από την τιμή που χρεώνει ο φορέας εκμετάλλευσης για τη διάθεση οποιουδήποτε τύπου αποβλήτων στον εν λόγω χώρο. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος [(ΕΕ 1990, L 158, σ. 56)], τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαφάνεια κατά τη συλλογή και χρήση όλων των αναγκαίων πληροφοριών σχετικά με το κόστος.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της A.m.a. – Azienda Municipale Ambiente SpA (A.M.A.), φορέα που είναι υπεύθυνος για την αποκομιδή και την υγειονομική ταφή στερεών αστικών αποβλήτων για τον Δήμο της Ρώμης (Ιταλία), και της Consorzio Laziale Rifiuti (Co.La.Ri.), φορέα εκμετάλλευσης του χώρου υγειονομικής ταφής της Malagrotta (περιφέρεια Λατίου, Ιταλία), με αντικείμενο την αύξηση της οικονομικής επιβάρυνσης που συνεπάγεται η υποχρέωση της Co.La.Ri. να διασφαλίζει τη συντήρηση του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής για περίοδο τουλάχιστον 30 τριάντα ετών, αντί της αρχικής πρόβλεψης για 10 έτη, μετά την παύση λειτουργίας του. Ειδικότερα, δυνάμει σύμβασης, η A.M.A. ανέθεσε στην Co.La.Ri., τη δραστηριότητα διάθεσης των στερεών αστικών αποβλήτων διά υγειονομικής ταφής στον χώρο της Malagrotta. Από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Οδηγίας 1999/31, η διάρκεια της μετέπειτα μέριμνας για τον χώρο της Malagrotta μετά την παύση της λειτουργίας του παρατάθηκε στα 30 έτη, αντί των 10 ετών, που προέβλεπε αρχικώς η εν λόγω σύμβαση
Το νομικό ζήτημα, που τέθηκε, ήταν αν τα άρθρα 10 και 14 της Οδηγίας 1999/31 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ερμηνεία εθνικής διάταξης κατά την οποία ένας ΧΥΤΑ που ήταν εν λειτουργία κατά τον χρόνο μεταφοράς της Οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει να υπόκειται στις απορρέουσες από την Οδηγία υποχρεώσεις, και ιδίως στην παράταση της περιόδου μετέπειτα μέριμνας για τον συγκεκριμένο ΧΥΤΑ, χωρίς να χρειάζεται να γίνεται διάκριση ανάλογα με την ημερομηνία εναποθήκευσης των αποβλήτων ούτε να προβλέπονται μέτρα για τον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων της παράτασης έναντι του κατόχου των αποβλήτων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 10 και 14 της Οδηγίας 1999/31 περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω ερμηνεία της εθνικής ρύθμισης.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 28ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-796/18, Informatikgesellschaft für Software-Entwicklung (ISE) mbH κατά Stadt Köln – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 1, σημείο 5, και του άρθρου 12, παρ. 4, της οδηγίας 2014/24 σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Το άρθρο 2, παρ. 1, σημείο 5, της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει ως «δημόσιες συμβάσεις» τις «συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών». Επιπροσθέτως, το άρθρο 12 παρ. 4 της Οδηγίας 2014/24 «Μια σύμβαση η οποία συνάπτεται αποκλειστικά μεταξύ δύο ή περισσότερων αναθετουσών αρχών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) η σύμβαση καθιερώνει ή υλοποιεί συνεργασία μεταξύ των συμμετεχουσών αναθετουσών αρχών η οποία αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες που πρέπει να εκτελούν οι εν λόγω αρχές παρέχονται για την επιδίωξη των κοινών τους στόχων· β) η υλοποίηση της συνεργασίας αυτής εξυπηρετεί αποκλειστικά σκοπούς δημοσίου συμφέροντος· και γ) οι συμμετέχουσες αναθέτουσες αρχές εκτελούν στην ανοικτή αγορά λιγότερο από το 20 % των δραστηριοτήτων που αφορά η συνεργασία.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Ντίσελντορφ (Oberlandesgericht Düsseldorf) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Informatikgesellschaft für Software-Entwicklung (ISE) mbH και του Stadt Köln (Δήμου Κολωνίας, Γερμανία), σχετικά με δύο συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ του Δήμου Κολωνίας και του Ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου της Γερμανίας και προέβλεπαν τη δωρεάν διάθεση προς τον δήμο αυτόν ενός λογισμικού για τη διαχείριση των επεμβάσεων των πυροσβεστών και τη συνεργασία για την ανάπτυξη του εν λόγω λογισμικού, αντίστοιχα.
Το νομικό ζήτημα, που τέθηκε, ήταν εάν το άρθρο 12, παρ. 4, της Οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι η συνεργασία μεταξύ αναθετουσών αρχών μπορεί να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που προβλέπει η Οδηγία, όταν η εν λόγω συνεργασία αφορά δραστηριότητες παρεπόμενες των δημοσίων υπηρεσιών τις οποίες οφείλει να παρέχει, έστω και χωριστά, κάθε συνεργαζόμενο μέρος, εφόσον οι παρεπόμενες αυτές δραστηριότητες συμβάλλουν στην πραγματική παροχή των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 12, παρ. 4, της Οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι η συνεργασία μεταξύ αναθετουσών αρχών, σύμφωνα με τα ανωτέρω  μπορεί να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. 

9. Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 7ης Μαΐου 2020, Υπόθεση C-547/18, Dong Yang Electronics Sp. z o.o. κατά Dyrektor Izby Administracji Skarbowej we Wrocławiu

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 44 της Οδηγίας 2006/112 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας. Σύμφωνα με το άρθρο 44 της ανωτέρω Οδηγίας «Ο τόπος παροχής υπηρεσιών σε υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος ενεργεί υπό την ιδιότητα αυτή, είναι ο τόπος όπου το εν λόγω πρόσωπο έχει την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας. Ωστόσο, εάν οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται σε μόνιμη εγκατάσταση του υποκειμένου στον φόρο που βρίσκεται σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο όπου έχει την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας, ως τόπος παροχής των υπηρεσιών αυτών θεωρείται ο τόπος όπου βρίσκεται η μόνιμη εγκατάστασή του. Ελλείψει τέτοιας έδρας ή μόνιμης εγκατάστασης, ως τόπος παροχής υπηρεσιών θεωρείται ο τόπος της μόνιμης κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του υποκείμενου στον φόρο στον οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες.» Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Dong Yang Electronics sp. z o.o. (στο εξής: Dong Yang) και του Dyrektor Izby Administracji Skarbowej we Wrocławiu (διευθυντή της φορολογικής αρχής του Βρότσλαβ, Πολωνία) με αντικείμενο απόφαση του δεύτερου με την οποία επιβλήθηκε στην εταιρία αυτή καθυστερούμενος φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ).
Το νομικό ζήτημα, που τέθηκε, ήταν εάν το άρθρο 44 της Οδηγίας 2006/112, έχει την έννοια ότι ο παρέχων υπηρεσίες μπορεί να συναγάγει ότι μια εδρεύουσα σε τρίτο κράτος εταιρία έχει μόνιμη εγκατάσταση στο έδαφος Κράτους μέλους απλώς και μόνον από το γεγονός ότι η εταιρία αυτή διαθέτει θυγατρική στο εν λόγω Κράτος-μέλος, ή εάν ο παρέχων υπηρεσίες υποχρεούται, προκειμένου να εξακριβώσει εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, να πληροφορηθεί τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των δύο εταιριών
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι ο παρέχων υπηρεσίες δεν μπορεί να συναγάγει ότι μια εδρεύουσα σε τρίτο κράτος εταιρία έχει μόνιμη εγκατάσταση στο έδαφος Κράτους-μέλους απλώς και μόνον από το γεγονός ότι η εταιρία αυτή διαθέτει θυγατρική στο εν λόγω Κράτος-μέλος και  ότι ο παρέχων υπηρεσίες δεν υποχρεούται, προκειμένου να εξακριβώσει εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, να πληροφορηθεί τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των δύο εταιριών.

















Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

 CES-Duth Working Paper 1/2021
Προστασία του κράτους δικαίου στην ΕΕ: Η περίπτωση της Ουγγαρίας

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

(Γραπτή αποτύπωση εισήγησης στην διαδικτυακή ημερίδα με θέμα Προκλήσεις για το Κράτος Δικαίου στην ΕΕ, που διοργάνωσαν η Έδρα Jean Monnet "Δημοσιονομική Διακυβέρνηση της ΕΕ & Έλεγχος" και το Κέντρο Έρευνας Δημοκρατίας & Δικαίου του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του ΠΑΜΑΚ, στις 19/1/2021)

1. Η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ 

Από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας παράλληλα με την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, που μονοπώλησε σχεδόν το πολιτικό και επιστημονικό ενδιαφέρον, παρουσιάστηκαν σε Κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως  στην Ουγγαρία (2011), στην Ρουμανία (2012) και στην Πολωνία (2015) σοβαρές αποκλίσεις από τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ και  συγκροτούν την φιλελεύθερη αξιακή ταυτότητα της Ένωσης. Μεταξύ αυτών κεντρική θέση κατέχει η αρχή του Κράτους Δικαίου, που υποχρεώνει σε σεβασμό της τόσο τα θεσμικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και τα Κράτη-μέλη. Έτσι, γίνεται λόγος για «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» με σκοπό να περιγράψει το γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, της συστηματικής αποδυνάμωσης των συνταγματικών μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης (checks and balances) από μια γενιά εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών (Τσάβες, Πούτιν, Ερντογάν, αδελφοί Κατσίνσκι, Μαδούρο, Όρμπαν κα). Εξάλλου, ο όρος αποτυπώνει, ιδιαίτερα για το χώρο της ΕΕ, μια κατάσταση διολίσθησης χωρών από το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο ίσχυε σε αυτές και αποτέλεσε προϋπόθεση για την προσχώρησή τους στην Ένωση σε αντιφιλελεύθερες μορφές διακυβέρνησης (illiberalism). Η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μελή της Ένωσης εγκυμονεί σοβαρούς πολιτικούς και νομικούς κινδύνους για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της ενωσιακής έννομης τάξης ειδικότερα. Οι πολιτικοί κίνδυνοι συνδέονται με την αποδυνάμωση της νομιμοποίησης του συστήματος λήψης αποφάσεων της Ένωσης από τη συμμετοχή σε αυτό κυβερνήσεων που δεν σέβονται τις φιλελεύθερες αξίες της. Εξάλλου, ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου ιδιαίτερα από τα Κράτη-μέλη είναι κομβικής σημασίας, αφού «παράγει» την αναγκαία αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών και μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, στην οποία εδράζεται το νομικό ενωσιακό οικοδόμημα μετά και την εγκαθίδρυση ενός Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, που θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων. 

2. Ο «οδικός χάρτης» εγκαθίδρυσης αυταρχικών καθεστώτων

Για την εγκαθίδρυση ανελεύθερων καθεστώτων (illiberal states) από ηγέτες «τύπου  Orbán» ακολουθείται ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, που παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις, τα στοιχεία του συνοψίζονται στον παρακάτω «οδικό χάρτη»: 

(α) Η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου τείνει να αρχίσει με σημαντικό αριθμό πολιτών να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας  για λόγους που ποικίλλουν: από την αυξανόμενη ανισότητα, την υψηλή και επίμονη ανεργία, ή τις αρπακτικές πρακτικές της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Συχνά αυτό συνοδεύεται από μια κρίση στο κομματικό σύστημα, στο οποίο τουλάχιστον ένα από τα κυρίαρχα κόμματα είτε συγκλονίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις είτε παίρνει μια απότομη στροφή προς ένα πολιτικό άκρο, γεγονός που στη συνέχεια και στις επόμενες εκλογές παρουσιάζεται ως επιλογή κανονικότητας.

(β) Οι δυσαρεστημένοι πολίτες ψηφίζουν για να σπάσουν το «παλιό σύστημα» εκλέγοντας έναν ηγέτη, ο οποίος υπόσχεται ριζική αλλαγή, συχνά αναφερόμενος στη «βούληση του λαού», επιτιθέμενος στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο με έξυπνα σχεδιασμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες (συνταγματικός λαϊκισμός), συνήθως δανεισμένες από άλλους «επιτυχημένους» αυταρχικούς ηγέτες.

(γ) Οι νέοι αυταρχικοί ηγέτες δρουν γρήγορα για να απενεργοποιήσουν, να περιορίσουν ή να ελέγξουν πλήρως  εξουσίες «κλειδιά», που μπορούν να αντισταθούν στην εδραίωση της εξουσίας τους. Στις εξουσίες αυτές περιλαμβάνονται πρωτίστως η ανεξάρτητη δικαιοσύνη, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους (υπηρεσίες ασφαλείας, αστυνομία, εισαγγελική αρχή). Βασική τους στόχευση είναι η συστηματική υπονόμευση των βασικών συνιστωσών του Κράτους Δικαίου γνωστών ως θεσμικών αντίβαρων (checks and balances). 

(δ) Για να παραμείνουν δημοφιλείς, οι νέοι κυβερνώντες σχεδιάζουν, προσφέρουν και προβάλλουν παροχές σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν να ελέγξουν τον δημόσιο διάλογο και να εξαλείψουν τις εναλλακτικές απόψεις μέσω του εκφοβισμού κοινωνικών και πολιτικών ομάδων και την ανάπτυξη κατά των αντιπάλων τους φορολογικών, αστυνομικών και εισαγγελικών διώξεων από τις ελεγχθείσες σύμφωνα με τα παραπάνω εκ μέρους τους εξουσίες, που θεωρούνται «κλειδιά» για την εδραίωση της εξουσίας τους.

(ε) Στη συνέχεια, αλλάζουν τον εκλογικό σύστημα και το εκλογικό σώμα (σπρώχνοντας όπου αυτό είναι δυνατόν την αντιπολίτευση εκτός της χώρας ή καταπιέζοντας τους ψηφοφόρους της) ή και τα δύο. 

(στ) Όταν οι ψηφοφόροι τελικά αντιληφθούν («ξυπνήσουν») τη ζημία που έχει γίνει, κάτι που συμβαίνει συνήθως πολύ αργά, καθώς ο νέος αυταρχικός ηγέτης κατά το διάστημα που διέρρευσε κατέστρεψε κάθε δίαυλο μέσω του οποίου μπορούν να εκφραστούν εναλλακτικές απόψεις, έχουν λίγες επιλογές αντίστασης, αφού το συνταγματικό πλαίσιο «βρίσκεται σε αιχμαλωσία» (captured) και δεν παραμένει κάποια συνταγματική οδός για να αμφισβητήσει αποτελεσματικά το κυβερνών κόμμα. 

(ζ) Στην σπάνια περίπτωση που εκδηλωθεί αντίσταση είτε στο Κοινοβούλιο είτε στους δρόμους (διαδηλώσεις κα), τα προκατειλημμένα ή μεροληπτικά  δημοψηφίσματα (μέσω της κατάλληλης θέσης των ερωτημάτων) μπορούν πάντοτε να οργανωθούν για να επιβεβαιώσουν τη βούληση του ηγέτη με το πρόσχημα της «θέλησης του λαού», μια έκφραση που οι κυβερνώντες λαϊκιστές θεωρούν χρήσιμη  να επικαλούνται για να θέσουν τους εαυτούς τους «πάνω από τους δημοκρατικούς θεσμούς και να ξεπεράσουν τα εμπόδια», που μπορεί να σταθούν στο δρόμο τους.

(η) Έχοντας περιορίσει τις αντίθετες φωνές και αλλάξει το εκλογικό σύστημα, οι νέοι ηγέτες μπορούν στη συνέχεια να περιμένουν να πάρουν τις ψήφους που χρειάζονται για να κερδίσουν επόμενες εκλογές, επιστρατεύοντας φανταστικούς εχθρούς και εμφανιζόμενοι  ψηφοθηρικά γενναιόδωροι με παροχές σε τμήματα του λαού. Με αυτόν τον τρόπο η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία «αποτελεί χαρακτηριστικό του παρελθόντος».

Συνοπτικά, όπως σημειώνουν οι Kim Lane Scheppele και Laurent Pech, η  σύγχρονη εκδοχή της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου «μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της χειραγώγησης των δημοκρατικών κανόνων και θεσμών. Τα συντάγματα και οι εκλογικοί κανόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ευνοήσουν ένα κυβερνών κόμμα και να περιορίσουν την ανεξαρτησία και την εξουσία της δικαστικής εξουσίας και των μέσων ενημέρωσης». Τελικός στόχος σε κάθε περίπτωση είναι η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος που θα κινείται «σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας». 

3. Ζητήματα τριβής του καθεστώτος Όρμπαν με το Κράτος Δικαίου και τις αξίες της Ένωσης

Αναμφίβολα επιτομή του αυταρχικού ηγέτη εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου αλλά και εφαρμογής του προαναφερθέντος «οδικού χάρτη» αποτελεί το καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο Βίκτωρ Όρμπαν και το κόμμα Fidesz στην Ουγγαρία από το 2010.  Το κόμμα του (μετά από μια πρώτη περίοδο διακυβέρνησης 1998 - 2002)  μαζί με το συνεργαζόμενο Χριστιανοδημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα (KDNP) κέρδισε για τις εκλογές του 2010 με ποσοστό 42,73%, ενώ το Fidesz αυξάνοντας διαρκώς τη δύναμή του κέρδισε και τις εκλογές του 2014 με 44,86% και του 2018 με 49,27%. Η πολιτεία Όρμπαν, που χαρακτηρίζεται από τον κοινωνικό συντηρητισμό, τον λαϊκισμό και τον ευρωσκεπτικισμό, δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί πολλά ζητήματα τριβής με το Κράτος Δικαίου και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα. Ο ίδιος άλλωστε δεν δίσταζε να δηλώνει το 2014 ότι «Διαχωρίζουμε τους δρόμους με τα δόγματα της Δυτικής Ευρώπης, καθιστώντας τον εαυτό μας ανεξάρτητο από αυτά… Πρέπει να εγκαταλείψουμε φιλελεύθερες μεθόδους και αρχές οργάνωσης μιας κοινωνίας. Το νέο κράτος που χτίζουμε είναι ένα μη φιλελεύθερο κράτος». 

Τα ζητήματα αυτά τριβής, όπως κωδικοποιήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το Σεπτέμβριο του 2018 σύμφωνα με την έκθεση Sargentini, έχουν σχέση με: 

τη λειτουργία του συνταγματικού και του εκλογικού συστήματος

την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και άλλων θεσμών και τα δικαιώματα των δικαστών

τη διαφθορά και τις συγκρούσεις συμφερόντων

την προστασία της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων

την ελευθερία της έκφρασης

την ακαδημαϊκή ελευθερία

τη θρησκευτική ελευθερία

την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι

το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση

τα δικαιώματα των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες, συμπεριλαμβανομένων των Ρομά και των Εβραίων, καθώς και την προστασία αυτών των μειονοτήτων έναντι της ρητορικής μίσους

τα θεμελιώδη δικαιώματα των μεταναστών, των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων

τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα

Για πολλά από τα παραπάνω ζητήματα έχουν παρέμβει η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ο  OLAF (σημειώστε ότι η Ουγγαρία παρουσίασε κατά την περίοδο 2013-2017 το υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση όσον αφορά τις δημοσιονομικές συστάσεις από την OLAF για τα διαρθρωτικά ταμεία και τη γεωργία, ενώ σε δύο περιπτώσεις ο Οργανισμός εισηγήθηκε την ανάκτηση μεγάλου ύψους κονδυλίων που δόθηκαν στην Ουγγαρία στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής). Σε πολλές περιπτώσεις που σχετίζονται αμέσως ή αμέσως με το Κράτος Δικαίου και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα έχει καταδικαστεί την τελευταία δεκαετία η Ουγγαρία από το ΔΕΕ κατόπιν προσφυγών για παράβαση από την Επιτροπή. Εξάλλου, για τα ίδια ζητήματα ήδη έχουν εκφρασθεί επανειλημμένως ανησυχίες από διεθνή όργανα, όπως η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Επιτροπή της Βενετίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων, ο ΟΑΣΕ, ενώ καταγράφονται αρκετές καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ που αφορούν το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη και την ελευθερία έκφρασης, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκευτικής ελευθερίας κα 

Τα παραπάνω ζητήματα τριβής καταγράφηκαν πριν από την έκρηξη της πανδημίας στο χώρο της Ευρώπης την άνοιξη του 2020. Έτσι, σε αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται τα μέτρα που έλαβε η Κυβέρνηση Όρμπαν με πρόσχημα την αντιμετώπιση του COVID-19. Με τα μέτρα αυτά και τα τελευταία ψήγματα δημοκρατικής διακυβέρνησης ανεστάλησαν επ’  αόριστον. Συγκεκριμένα, στις 30 Μαρτίου 2020 η Ουγγρική Εθνοσυνέλευση ψήφισε νόμο που θεσπίζει κατάσταση έκτακτης ανάγκης αορίστου χρόνου και επιτρέπει στον Πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπάν να αποφαίνεται με διατάγματα. Ο νόμος θέσπισε επίσης ποινή φυλάκισης πέντε ετών για «την παρεμπόδιση των προσπαθειών αντιμετώπισης της κρίσης μέσω της διάδοσης παραπλανητικών πληροφοριών» και ποινή φυλάκισης τριών ετών για παραβίαση των κανόνων της καραντίνας. Με την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση να παραμερίζεται, οι ποινές φυλάκισης παρέχουν στην Κυβέρνηση εργαλεία εναντίον της εναπομένουσας αντιπολίτευσης, τον ελεύθερο τύπο και την κοινωνία των πολιτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα πρώτα μέτρα που υιοθετήθηκαν ήταν η εισαγωγή του «φύλου κατά τη γέννηση», που συνιστά μια de facto απαγόρευση των διαφυλικών πολιτών να αλλάζουν το φύλο τους και η ανακατεύθυνση των εσόδων της τοπικής αυτοδιοίκησης στην κεντρική κυβέρνηση. Κατά συνέπεια οι Ούγγροι πολίτες έχουν χάσει ένα σημαντικό μέρος των πολιτικών τους δικαιωμάτων ενώ έχουν αποκτήσει πολύ λίγη προστασία έναντι του COVID-19.

4. Η αντίδραση της Ένωσης απέναντι στο φαινόμενο Όρμπαν

Παρά την αυξανόμενη σημασία της αρχής του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης ο έλεγχος του σεβασμού της αρχής τόσο πολιτικά όσο και δικαστικά, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» σ’ ένα Κράτος-μέλος, παρουσιάστηκε αρκετά ανεπαρκής. Κατ’ ουσία η Ένωση εμφανίστηκε εξαιρετικά αδύναμη να προστατεύσει τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως αυτές αποτυπώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, όταν αυτές παραβιάζονται συστηματικά από τα Κράτη-μέλη. 
Από τη μια πλευρά ο δικαστικός έλεγχος μέσω της προσφυγής για παράβαση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, με ευθύνη κυρίως της Επιτροπής, που κινεί κατ’ απόλυτη διακριτή ευχέρεια τη διαδικασία της προσφυγής παρουσιάστηκε περιορισμένος. Κατά την Επιτροπή, αν και δεν αμφισβητείται ο δεσμευτικός χαρακτήρας της διάταξης του άρθρου 2 ΣΕΕ και των απαριθμούμενων σε αυτό αξιών/αρχών, ο «ανοικτός» και πολυσχιδής χαρακτήρας της αρχής του Κράτους Δικαίου σε συνδυασμό με την ανάγκη ύπαρξης συγκεκριμένης παραβίασης της ενωσιακής νομοθεσίας για την ενεργοποίηση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, αποτελούν εμπόδιο στην αυτοτελή επίκληση του άρθρου 2 ΣΕΕ. Αν και σε ότι αφορά τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης η ανάγνωση αυτή μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση του Συνδικάτου των Πορτογάλων Δικαστών άλλαξε μετά το 2018, αφού το ΔΕΕ έκρινε ότι η υποχρέωση των Κρατών-μελών για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης εδράζεται και συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 19 ΣΕΕ, η συγκεκριμενοποίηση αυτή δεν είναι πάντα εφικτή σε όλο το εύρος των επιμέρους αρχών που συγκροτούν μια ανοικτή έννοια, όπως αυτή του Κράτους Δικαίου. Πριν από αυτή τη σημαντική εξέλιξη  απέναντι σε μια μείζονα προσπάθεια ελέγχου των ανωτάτων δικαστηρίων εκ μέρους της Ουγγρικής Κυβέρνησης αναγκάσθηκε να καταφύγει στη νομοθεσία για την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης λόγω ηλικίας για να αντιμετωπίσει εμμέσως την υποχρεωτική πρόωρη συνταξιοδότηση των ανωτάτων δικαστών, που αποφάσισε η Ουγγρική Κυβέρνηση και όχι ευθέως και αυτοτελώς στην αρχή του Κράτους Δικαίου και στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Εξάλλου, η ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χρησιμοποιήθηκε για να θεμελιώσει την προσφυγή της η Επιτροπή κατά της Ουγγαρίας, όταν η Κυβέρνηση Όρμπαν επέβαλλε την πρόωρη παύση της θητείας του ανεξάρτητου Επίτροπου για την προστασία των δεδομένων, με αρμοδιότητα να διασφαλίζει το συνταγματικό δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την πρόσβαση σε δεδομένα γενικού ενδιαφέροντος. Πρόσφατα η Επιτροπή αναγκάστηκε να προσάψει στην Ουγγαρία τη μη συμμόρφωση  με τις διατάξεις των Οδηγιών 2013/32, σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και 2013/33, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, για να θεμελιώσει την προσφυγή για παράβαση με την οποία ζήτησε από το Δικαστήριο να κριθεί ως αντίθετη με το ενωσιακό δίκαιο η νομοθεσία γνωστή ως «Stop Soros». Με τη νομοθεσία αυτή αφενός περιορίστηκε ακόμη περισσότερο ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα ασύλου και αφετέρου ποινικοποιήθηκε η οργανωτική δραστηριότητα που αποβλέπει στη διευκόλυνση της κίνησης των διαδικασιών ασύλου για πρόσωπα τα οποία δεν υφίστανται διώξεις ή τα οποία δεν έχουν βάσιμο φόβο ότι θα διωχθούν άμεσα λόγω φυλής, ιθαγένειας, κοινωνικής τάξης, θρησκείας ή πολιτικών πεποιθήσεων στη χώρα καταγωγής τους, στη χώρα συνήθους διαμονής τους ή σε άλλη χώρα μέσω της οποίας έφθασαν στην Ουγγαρία.
Οι παραπάνω περιπτώσεις καταδεικνύουν ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο χρησιμοποίηση της προσφυγή για παράβαση έχει περιορισμένη εμβέλεια, αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε μια κατά περίπτωση προσέγγιση (case-by-case basis) των παραβιάσεων και όχι για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση συστηματικής παραβίασης των αξιών της ΕΕ. Με τον τρόπο, όμως, αυτό η Επιτροπή είναι δύσκολο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια ξεκάθαρη και συνολική εικόνα συστηματικής παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ από ένα Κράτος-μέλος. Όπως παρατηρείται, η διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή στην περίπτωση της Ουγγαρίας, «αν και μπορεί να προσφέρει ορισμένες σημαντικές νομικές νίκες, τελικά, δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει ευρύτερα θεσμικά θέματα, που απειλούν τα ίδια τα θεμέλια του κράτους δικαίου και των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας».
Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, εξάλλου, τίθεται και ζήτημα αποτελεσματικότητας της διαδικασίας της προσφυγής για παράβαση. Αυτό φαίνεται ανάγλυφα στις περιπτώσεις της καταδίκης για τη μη συμμόρφωση της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχίας στο σύστημα μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο από την Ιταλία και την Ελλάδα, που αποφάσισε το Συμβούλιο το 2015, αλλά και στην καταδίκη της Ουγγαρίας για τα μέτρα που έλαβε εναντίον του Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης. Οι καταδίκες αυτές δημιούργησαν μια γλυκόπικρη γεύση και χαρακτηρίστηκαν ως «πύρρειος νίκη», αφού οι καταδικαστικές αποφάσεις ήρθαν με μεγάλη καθυστέρηση και όταν η ζημιά είχε γίνει. Έτσι, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν εμπόδισαν ούτε την κατάρρευση του συστήματος μετεγκατάστασης ούτε τελικά την αποχώρηση Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης από την Ουγγαρία και την εγκατάστασή του στην Βιέννη, που ήταν στόχος της Κυβέρνησης Όρμπαν. Οι εξελίξεις αυτές θέτουν το γενικότερο ζήτημα για το κατά πόσο η προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που αποδείχτηκε εξαιρετικά αποτελεσματική για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, μπορεί να αποβεί εξίσου χρήσιμη όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» κατά του Κράτους Δικαίου σε ένα Κράτος-μέλος.
Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η αοριστία των εννοιών που συγκροτούν την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης και ο ανοικτός και πολυσχιδής τους χαρακτήρας σε συνδυασμό με την έλλειψη προσπάθειας συγκεκριμενοποίησης (πχ με τη δημιουργία ενός πίνακα αποτελεσμάτων και δεικτών συμμόρφωσης, όπως πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το 2015 ή προβλέπεται στον Κανονισμό σχετικά με την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το Κράτος Δικαίου στα Κράτη-μέλη) εκτός του ότι δημιουργεί προβλήματα στην επικλησιμότητα των αξιών αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου προάγει την ερμηνευτική αμφισημία και επιτρέπει σε ηγέτες σαν τον Όρμπαν να ισχυρίζονται ότι συμμορφώνονται πλήρως με τις αξίες της Ένωσης, ότι αυτός είναι ο «αληθινός Ευρωπαίος» και ότι οι πολιτικές του αντικατοπτρίζουν τις ρίζες της ΕΕ και αποσκοπούν στην ενίσχυση του ευρωπαϊκού σχεδίου. Έτσι κατηγορούμενος για αντισημιτισμό και ξενοφοβία, που χρηματοδοτείται από το ίδιο το Κράτος, δεν διστάζει να ισχυριστεί ότι  η αντι-μετανάστευση πολιτική του είναι «πλήρως εναρμονισμένη με τις βασικές αξίες της Ευρώπης και τις προθέσεις των ιδρυτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και ότι η «ευρωπαϊκή χριστιανική δημοκρατική προσέγγιση», επιπλέον, «δεν ανέχεται οποιαδήποτε αντι-μουσουλμανική πολιτική».  Από εκεί και πέρα στη ρητορική του για να δικαιολογήσει τις όποιες αποκλίσεις αντλεί επιχειρήματα από την ίδια τη Συνθήκη αναφερόμενος στις αρχές της εθνικής κυριαρχίας, της επικουρικότητας και του σεβασμού της εθνικής και συνταγματικής ταυτότητας των Κρατών-μελών. 

Από την άλλη πλευρά οι μηχανισμοί του άρθρου 7 ΣΕΕ, που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν το σεβασμό εκ μέρους των Κρατών-μελών των αξιών της Ένωσης, παρουσιάζονται, όπως προαναφέρθηκε, παντελώς αναποτελεσματικοί. Ο κατασταλτικός μηχανισμός του άρθρο 7 παρ. 2 ΣΕΕ, αν και μπορεί να εφαρμοσθεί σε κάθε περίπτωση «ύπαρξης σοβαρής και διαρκούς παραβίασης» του Κράτους Δικαίου, ακόμη και αν αυτή εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, ουδέποτε τέθηκε σε εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν περιπτώσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο προσφυγής στη διάταξη. Είναι βεβαίως η παραλυτική απαίτηση ομοφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και διαρκούς παραβίασης, αν και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της διαδικασίας, που επιτρέπει πολιτική διαχείριση της κρίσης και συμφωνίες μεταξύ των Κρατών-μελών «πίσω από τις κουρτίνες». Με μεγάλη δε καθυστέρηση επιχειρήθηκε με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η ενεργοποίηση για την περίπτωση της Ουγγαρίας του προληπτικού του άρθρου 7 παρ. 1 ΣΕΕ. Πραγματικά με Ψήφισμα της 12ης Σεπτεμβρίου του 2018 το Κοινοβούλιο υιοθετώντας σχετική πρόταση Ψηφίσματος της J. Sargentini εκ μέρους της  Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων αποφάσισε να απευθύνει αιτιολογημένη πρόταση στο Συμβούλιο, το οποίο καλείται να διαπιστώσει σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ αν υπάρχει σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ από την Ουγγαρία και να απευθύνει κατάλληλες συστάσεις στο πλαίσιο αυτό. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 448 ψήφους υπέρ και 197 ψήφους κατά, ενώ 48 ευρωβουλευτές απείχαν της ψηφοφορίας. Η Ουγγρική κυβέρνηση προσέβαλε με προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου το εν λόγω Ψήφισμα, ισχυριζόμενη ότι αυτό δεν θα είχε υιοθετηθεί αν είχαν καταμετρηθεί στους ψηφίσαντες και οι απέχοντες (το άρθρο 354 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται στις πράξεις που εκδίδονται από το Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ, προβλέπει ειδική πλειοψηφία, υπό τη μορφή των δύο τρίτων των ψηφισάντων και της πλειοψηφίας των μελών που το απαρτίζουν). Επί της προσφυγής αυτής δεν έχει εκδοθεί ακόμη η απόφαση του Δικαστηρίου ενώ στις 3 Δεκεμβρίου 2020 με τις Προτάσεις του ο ΓΕ πρότεινε στο Δικαστήριο την απόρριψη της προσφυγής. Είναι εντυπωσιακό, πάντως, ότι δυόμισι χρόνια μετά το Συμβούλιο δεν πήρε θέση επί της αιτιολογημένης προτάσεως του Κοινοβουλίου (και της αντίστοιχης της Επιτροπής για την Πολωνία), γεγονός που έχει εγείρει τις διαμαρτυρίες του Κοινοβουλίου με Ψήφισμα της 16ης Ιανουαρίου 2020.

Είναι φανερό ότι ο Βίκτωρ Όρμπαν και το Fidesz επί σειρά ετών απολαμβάνει ασυλίας στο πλαίσιο του συστήματος της ΕΕ. Ισχυρή προστασία από την κριτική του προσφέρει η συμμετοχή του στο ΕΛΚ (στο οποίο η ιδιότητα μέλους ουδέποτε ανεστάλη). Είναι ενδεικτικό ότι η υιοθέτηση του Ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ενεργοποίηση του άρθρου 7 παρ.1 ΣΕΕ έγινε τελικά εφικτή μόνο όταν ένα μέρος των ευρωβουλευτών προερχομένων από το ΕΛΚ, θεωρώντας ότι εξαντλείται η υπομονή τους απέναντι στο καθεστώς Όρμπαν ιδιαίτερα μετά τα μέτρα που ελήφθησαν κατά του Πανεπιστημίου της Κεντρικής Ευρώπης, ψήφισαν υπέρ του Ψηφίσματος. 

Πέρα από την πολιτική κάλυψη ή ανοχή αν θέλετε, κυβερνήσεις σαν αυτή της Ουγγαρίας εκμεταλλεύονται και την ουσιαστική υπονόμευση κάθε προσπάθειας δημιουργίας μηχανισμών ελέγχου της συμμόρφωσης στις αξίες της Ένωσης, που εκδηλώνεται από μεγάλη μερίδα Κυβερνήσεων των Κρατών-μελών και του Συμβουλίου. Είναι χαρακτηριστική η αρνητική θέση του Συμβουλίου απέναντι στην πρωτοβουλία της Επιτροπής κατά την υιοθέτηση εκ μέρους της του "νέου πλαισίου" το 2016 για τη διασφάλιση του Κράτους Δικαίου (αυτού του ήπιου μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης), που εκφράστηκε κατά κύριο λόγο από τη Νομική του Υπηρεσία, που έκρινε ότι το «νέο πλαίσιο» δεν είναι συμβατό με τις Συνθήκες και συνιστά «υφαρπαγή εξουσίας» εκ μέρους της Επιτροπής κατά παράβαση των αρχών της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 5 ΣΕΕ) και του σεβασμού της εθνικής ταυτότητας των Κρατών-μελών, που είναι σύμφυτη με την θεμελιώδη συνταγματική και πολιτική τους δομή (άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ)29. Κατά την Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου «δεν υπάρχει η νομική βάση στις Συνθήκες, που να αναγνωρίζει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης την αρμοδιότητα για τη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού εποπτείας του σεβασμού του Κράτους Δικαίου από τα Κράτη-μέλη, επιπλέον των όσων προβλέπονται στο άρθρο 7 της ΣΕΕ». Ενδιαφέρον είναι ότι η Νομική Υπηρεσία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «εναπόκειται στα Κράτη-μέλη να δημιουργήσουν έναν τέτοιο μηχανισμό με μια διεθνή συμφωνία μεταξύ τους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται το άρθρο 7 της ΣΕΕ και τα άρθρα 258, 259 και 260 της ΣΛΕΕ. Η συμφωνία αυτή μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων στα θεσμικά όργανα της Ένωσης». Η θέση αυτή, που χαρακτηρίστηκε ως μια «επιφανειακή και επιλεκτική ανάγνωση των Συνθηκών», όπως ήταν αναμενόμενο ξεσήκωσε ισχυρό νομικό αντίλογο. Αν ανατρέξει κανείς στην Κοινή Διακήρυξη των Πρωθυπουργών της Πολωνίας και της Ουγγαρίας της 26ης Νοεμβρίου 2020 με την οποία απείλησαν ή εκβίασαν αν θέλετε με veto κατά την ψήφιση του προϋπολογισμού και του Ταμείου Ανάκαμψης σε περίπτωση υιοθέτησης του Κανονισμού σχετικά με την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το Κράτος Δικαίου στα Κράτη-μέλη θα ανακαλύψει πολλές από τις παραπάνω "ιδέες" της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου.  

5. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

 Παρά την αυξανόμενη σημασία της αρχής του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης ο έλεγχος του σεβασμού της αρχής τόσο πολιτικά όσο και δικαστικά, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» σ’ ένα Κράτος-μέλος, παρουσιάστηκε εξαιρετικά ανεπαρκής. Κατ’ ουσία η Ένωση εμφανίστηκε αδύναμη να την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της.  

Αν και το ζήτημα αντιμετωπίζεται από τη θεωρία ως νομικό και θεσμικό, υπό την έννοια της ανεπάρκειας των διαθέσιμων από τη Συνθήκη εργαλείων για την προάσπιση της φιλελεύθερης αξιακής ταυτότητας της Ένωσης, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και η πολιτική του διάσταση, αφού μεγάλο μέρος των Κυβερνήσεων των Κρατών-μελών επί σειρά ετών επιδεικνύουν χαρακτηριστική ανοχή στο «φαινόμενο Όρμπαν». 

Η Ουγγαρία σήμερα δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί δημοκρατία, αλλά ανήκει σε μια  αναπτυσσόμενη ομάδα «υβριδικών καθεστώτων», που κινούνται στην «γκρίζα ζώνη» μεταξύ δημοκρατίας και απολυταρχίας.

Η ανοχή απέναντι σε αυταρχικές κυβερνήσεις εντός της ΕΕ, εκτός από την υπονόμευση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών-μελών και της αναγκαίας της νομιμοποίησης του συστήματος λήψης αποφάσεων εγκυμονεί και τον κίνδυνο διάχυσης. Όπως λέει ο Kelemen «η αποδοχή μιας αυταρχικής κυβέρνησης-μέλους στην ΕΕ είναι σαν να αφήνεις μια τουαλέτα σε μια πισίνα. Τελικά η βρωμιά θα μολύνει ολόκληρη την πισίνα». 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1//2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Υπόθεση C-329/19, Condominio di Milano, via Meda κατά Eurothermo SpA- Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, και του άρθρου 2, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Μιλάνου (Tribunale di Milano) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ ένωσης συνιδιοκτητών επί οροφοκτησίας, (condominio Meda) και της Eurothermo SpA με αντικείμενο την καταβολή από την Condominio Meda διεκδικούμενων τόκων υπερημερίας στο πλαίσιο της εκτέλεσης σύμβασης παροχής θερμικής ενέργειας. Ειδικότερα, τον Απρίλιο του 2010, η condominio Meda, η οποία εκπροσωπούνταν από τον διαχειριστή της συνήψε με την Eurothermo σύμβαση παροχής θερμικής ενέργειας, η οποία περιείχε ρήτρα σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμών, ο οφειλέτης οφείλει να καταβάλει τόκους υπερημερίας με επιτόκιο 9,25 % από την καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας εξόφλησης του υπολοίπου. Τον Απρίλιο του 2016, η Eurothermo επέδωσε διαταγή πληρωμής στην Ένωση Συνιδιοκτητών προκειμένου η εν λόγω ένωση να της καταβάλει ποσό 21 025,43 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε τόκους υπερημερίας λόγω καθυστέρησης στην καταβολή οφειλής απορρέουσας από τη σύμβαση αυτή. Η condominio Meda άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ενώπιον του αρμοδίου και αιτούντος δικαστηρίου προβάλλοντας ότι είχε την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια της Οδηγίας 93/13 και ότι η ανωτέρω ρήτρα είχε καταχρηστικό χαρακτήρα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 1, και το άρθρο 2, στοιχείο βʹ της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομολογία η οποία ερμηνεύει τη νομοθεσία για τη ενσωμάτωσης της Οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ώστε οι κατά τη νομοθεσία αυτή κανόνες για την προστασία των καταναλωτών να έχουν εφαρμογή και σε σύμβαση συναφθείσα από υποκείμενο δικαίου, όπως η condominio κατά το ιταλικό δίκαιο, με επαγγελματία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1, παρ. 1 και το άρθρο 2, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομολογία η οποία ερμηνεύει τη νομοθεσία για τη μεταφορά της Οδηγίας, έτσι ώστε οι κανόνες για την προστασία των καταναλωτών να έχουν εφαρμογή και σε σύμβαση συναφθείσα από υποκείμενο δικαίου, όπως η Ένωση Συνιδιοκτητών κατά το ιταλικό δίκαιο, με επαγγελματία, παρότι ένα τέτοιο υποκείμενο δικαίου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Οδηγίας.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 30ής Απριλίου 2020, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-168/19 και C-169/19, HB και IC κατά Istituto nazionale della previdenza sociale - Προδικαστική

Oι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία των άρθρων 18 και 21 ΣΛΕΕ. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο – Δικαιοδοτικό Τμήμα Περιφέρειας της Puglia της Ιταλίας (Corte dei conti – Sezione Giurisdizionale per la Regione Puglia) στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, του HB και του IC, αντιστοίχως, και, αφετέρου, του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ιταλία INPS), σχετικά με την άρνηση του INPS να καταβάλλει το ποσό των συντάξεών τους γήρατος χωρίς παρακράτηση των ιταλικών φόρων. Ειδικότερα, οι HB και IC, ιταλικής ιθαγένειας, είναι πρώην υπάλληλοι του ιταλικού δημόσιου τομέα. Καθένας από αυτούς λαμβάνει σύνταξη γήρατος από το INPS. Αφού μετέφεραν την κατοικία τους στην Πορτογαλία, ζήτησαν, το 2015, από το INPS να τους καταβάλλει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 και του άρθρου 19, παράγραφος 2, της ιταλοπορτογαλικής σύμβασης, το ακαθάριστο ποσό της μηνιαίας συντάξεώς τους γήρατος, χωρίς παρακράτηση φόρου στην πηγή από την Ιταλική Δημοκρατία. Το INPS απέρριψε τα αιτήματα αυτά, κρίνοντας ότι, δυνάμει του άρθρου 19 της εν λόγω σύμβασης, σε αντίθεση με τους Ιταλούς συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα, οι συνταξιούχοι υπάλληλοι του ιταλικού δημόσιου τομέα πρέπει να φορολογούνται στην Ιταλία και μόνο. Οι HB και IC άσκησαν έφεση κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η σύμβαση εισάγει πρόδηλη άνιση μεταχείριση μεταξύ των κατοικούντων στην Πορτογαλία Ιταλών συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα και του δημόσιου τομέα, στον βαθμό που οι πρώτοι έχουν εμμέσως ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση σε σχέση με τους δεύτερους, γεγονός που συνιστά, κατά το αιτούν δικαστήριο, εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία που κατοχυρώνεται για κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν αν τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους (Ιταλία) η οποία προβλέπει ότι τα εισοδήματα προσώπου που κατοικεί σε άλλο Κράτος-μέλος(Πορτογαλία), το οποίο απέκτησε το σύνολο των εισοδημάτων του στην Ιταλία αλλά δεν έχει την ιθαγένεια της Πορτογαλίας, φορολογούνται μόνο στην Ιταλία και κατά συνέπεια, το πρόσωπο αυτό αποκλείεται από τα φορολογικά πλεονεκτήματα που παρέχει η έννομη τάξη της Πορτογαλίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθενται σε φορολογικό καθεστώς που απορρέει από συναφθείσα μεταξύ δύο Κρατών-μελών σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, δυνάμει της οποίας η φορολογική αρμοδιότητα των κρατών αυτών, όσον αφορά τη φορολόγηση των συντάξεων γήρατος, κατανέμεται αναλόγως του αν οι δικαιούχοι των συντάξεων αυτών ασκούσαν δραστηριότητα εμπίπτουσα στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ανάλογα με το αν έχουν την ιθαγένεια του Κράτους-μέλους κατοικίας.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Υπόθεση C-670/18, CO κατά Comune di Gesturi – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 1 και 2, 3 και 6 της Οδηγίας 2000/78 για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Διοικητικό Πρωτοδικείο της Σαρδηνίας (Tribunale amministrativo regionale per la Sardegna) μεταξύ του CO και του Δήμου Gesturi σχετικά με πρόσκληση προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για την εκπόνηση μελέτης και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, η οποία απέκλειε τη συμμετοχή των συνταξιούχων. Το άρθρο 6 της Οδηγίας 2000/78, ορίζει ότι «Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει: α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους, β) τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση, γ) τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.»
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν αν η Οδηγία 2000/78 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που απαγορεύει στις δημόσιες αρχές να αναθέτουν την εκπόνηση μελετών και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε συνταξιούχους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2000/78, και ιδίως το άρθρο της 2, παρ. 2, το άρθρο της 3, παράγραφος 1, και το άρθρο της 6, παράγραφος 1, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση στο μέτρο που, αφενός, η ρύθμιση αυτή επιδιώκει θεμιτό σκοπό της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως και της αγοράς εργασίας και, αφετέρου, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία. 

4. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Υπόθεση C-830/18, Landkreis Südliche Weinstraße κατά PF κ.λπ. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 σχετικά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του Κανονισμού 492/2011, ο εργαζόμενος Κράτους -μέλους «απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.», ενώ το άρθρο 10 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπει ότι «Τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα εν λόγω τέκνα διαμένουν στην επικράτειά του.[….]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό εφετείο Ρηνανίας-Παλατινάτου, της Γερμανίας (Oberverwaltungsgericht Rheinland-Pfalz) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του PF και της Landkreis Südliche Weinstraße με αντικείμενο την κάλυψη από το ομόσπονδο κράτος (Land) των εξόδων σχολικής μεταφοράς τέκνων μεθοριακών εργαζομένων. Ειδικότερα, Ο PF, γερμανικής υπηκοότητας, κατοικούσε στη Γαλλία με τους γονείς του, οι οποίοι είχαν επίσης τη γερμανική υπηκοότητα. Φοιτούσε σε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του ομόσπονδου κράτους Ρηνανίας-Παλατινάτου, στη Γερμανία. Ο τόπος εργασίας της μητέρας του βρισκόταν, επίσης, στη Γερμανία. Τα έξοδα σχολικής μεταφοράς του PF καλύφθηκαν από την περιφέρεια στην οποία φοιτούσε έως το σχολικό έτος 2014-2015. Ωστόσο, για το έτος 2015-2016, η περιφέρεια ανακοίνωσε, ότι, με βάση τις ισχύουσες νομικές διατάξεις στη Ρηνανία-Παλατινάτο, τα έξοδα σχολικής μεταφοράς του PF δεν επρόκειτο πλέον να καλυφθούν, διότι η περιφέρεια έφερε υποχρέωση οργάνωσης της σχολικής μεταφοράς μόνο για τους μαθητές που κατοικούσαν εντός του εν λόγω ομόσπονδου κράτους. Ο PF υπέβαλε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε και ακολούθησαν ένδικες διαδικασίες ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 έχει την έννοια ότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση, εθνική νομοθεσία κατά την οποία η ανάληψη από ομόσπονδο κράτος της επιβάρυνσης της σχολικής μεταφοράς εξαρτάται από την προϋπόθεση της κατοικίας στο έδαφος του εν λόγω ομόσπονδου κράτους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω εθνική ρύθμιση συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση, καθόσον μπορεί, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο τους μεθοριακούς εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 έχει την έννοια ότι η ανάγκη για διασφάλιση της αποτελεσματικής οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει εθνικό μέτρο το οποίο θεωρείται ότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι πρακτικές δυσκολίες, που συνδέονται με την αποτελεσματική οργάνωση της σχολικής μεταφοράς εντός ομόσπονδου κράτους, δεν συνιστούν επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει εθνικό μέτρο το οποίο θεωρείται ότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 23ης Απριλίου 2020, Υπόθεση C-710/18,  WN κατά Land Niedersachsen - Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Κανονισμού 492/2011 «Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών της Γερμανία (Bundesarbeitsgericht) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της WN, Γερμανικής Ιθαγένειας και του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας (Γερμανία) σε σχέση με τη μερική προσμέτρηση, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των αποδοχών της WN της συναφούς προϋπηρεσίας της σε εργοδότη εγκατεστημένο στη Γαλλία. Ειδικότερα, η WN είχε αποκτήσει προϋπηρεσία στη Γαλλία μεταξύ των ετών 1997/2014, η οποία προσμετρήθηκε εν μέρει μόνον από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, στο πλαίσιο του καθορισμού του κλιμακίου στο οποίο έπρεπε να καταταγεί η WN. Κατά συνέπεια, κατετάγη στο τρίτο κλιμάκιο του ενδέκατου βαθμού της μισθολογικής κλίμακας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 45, παρ. 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των αποδοχών ενός εργαζομένου ως εκπαιδευτικού σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, προσμετρά μέχρι το ανώτατο όριο των τριών συνολικά ετών τη συναφή προϋπηρεσία του εν λόγω εργαζομένου σε άλλον εργοδότη, πλην του συγκεκριμένου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, εγκατεστημένο σε άλλο Κράτος-μέλος.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε αρχικά ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε εθνικό μέτρο το οποίο δύναται να θίξει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, από τους πολίτες της Ένωσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45, παρ. 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση στην περίπτωση που η ασκηθείσα στο πλαίσιο της προϋπηρεσίας αυτής δραστηριότητα είναι ισοδύναμη προς εκείνη την οποία ο εργαζόμενος υποχρεούται να ασκήσει στο πλαίσιο των εν λόγω καθηκόντων εκπαιδευτικού.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 23ης Απριλίου 2020, Υπόθεση C-507/18, NH κατά Associazione Avvocatura per i diritti LGBTI - Rete Lenford - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 2, 3 και 9 της Οδηγίας 2000/78 για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του NH και της Associazione Avvocatura per i diritti LGBTI – Rete Lenford (Ένωση δικηγόρων η οποία υπερασπίζεται τα δικαιώματα των λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, διεμφυλικών και μεσοφυλικών ατόμων), με αντικείμενο τις δηλώσεις του NH, στη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής, ότι δεν θα επιθυμούσε να συνεργάζεται, στο δικηγορικό του γραφείο, με ομοφυλοφίλους.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν οι επίδικες δηλώσεις, λαμβανομένων εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω Οδηγίας στον βαθμό που αυτή αφορά, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παρ. 1, στοιχ. αʹ, «τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση […] και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η φράση όροι πρόσβασης στην απασχόληση και την εργασία κατά το άρθρο 3, παρ. 1, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι καλύπτει τις δηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής στη διάρκεια της οποίας ο ερωτώμενος κατέστησε σαφές ότι ουδέποτε θα προσλάμβανε ούτε θα απασχολούσε άτομα ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού στην επιχείρησή του, ενώ κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε δρομολογηθεί ούτε προγραμματιστεί οποιαδήποτε διαδικασία πρόσληψης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι υποθετική η σύνδεση μεταξύ των δηλώσεων αυτών και των όρων πρόσβασης στην απασχόληση και την εργασία στη συγκεκριμένη επιχείρηση.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Υπόθεση C-753/18, Föreningen Svenska Tonsättares Internationella Musikbyrå u.p.a. (Stim) και Svenska artisters och musikers intresseorganisation ek. för. (SAMI) κατά Fleetmanager Sweden AB και Nordisk Biluthyrning AB  - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29 για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, καθώς και του άρθρου 8, παρ. 2, της Οδηγίας 2006/115/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών, αφενός, μεταξύ του σουηδικού οργανισμού διαχείρισης των δικαιωμάτων των συνθετών μουσικών έργων και των εκδοτών τους (STIM) και της Fleetmanager Sweden AB και, αφετέρου, μεταξύ του σουηδικού οργανισμού διαχείρισης των συγγενικών δικαιωμάτων των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών και της Nordisk Biluthyrning AB, με αντικείμενο τον χαρακτηρισμό, από πλευράς δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, της εκμίσθωσης αυτοκινήτων εξοπλισμένων με ραδιοφωνικό δέκτη. Ειδικότερα, η Fleetmanager και η NB είναι εταιρίες εκμίσθωσης αυτοκινήτων οχημάτων εγκατεστημένες στη Σουηδία. Παρέχουν σε πελάτες, απευθείας ή μέσω πρακτορείων, αυτοκίνητα εξοπλισμένα με ραδιοφωνικό δέκτη, τα οποία διατίθενται προς βραχυχρόνια μίσθωση. Στη διαφορά μεταξύ του Stim και της Fleetmanager, ο Stim ζήτησε να υποχρεωθεί η αντίδικος να του καταβάλει το ποσό των 369 450 σουηδικών κορωνών (SEK) (περίπου 34 500 ευρώ), πλέον τόκων, λόγω προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, ο Stim ισχυρίστηκε ότι η Fleetmanager, διαθέτοντας σε τρίτους, ήτοι σε εταιρίες εκμίσθωσης αυτοκινήτων, οχήματα εξοπλισμένα με ραδιοφωνικό δέκτη με σκοπό τη βραχυχρόνια μίσθωσή τους σε ιδιώτες συνήργησε στις προσβολές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εκ μέρους των εταιριών αυτών, οι οποίες έθεταν μουσικά έργα στη διάθεση του κοινού χωρίς σχετική άδεια.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29 και το άρθρο 8, παρ. 2, της Οδηγίας 2006/115 έχουν την έννοια ότι συνιστά παρουσίαση στο κοινό, κατά τις διατάξεις αυτές, η εκμίσθωση αυτοκινήτων οχημάτων εξοπλισμένων με ραδιοφωνικό δέκτη.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η έννοια της «παρουσίασης στο κοινό» απαρτίζεται από δύο σωρευτικά στοιχεία, ήτοι μια «πράξη παρουσίασης» έργου και την παρουσίαση του έργου αυτού σε «κοινό». Η παροχή ραδιοφωνικού δέκτη ενσωματωμένου σε ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο, ο οποίος καθιστά δυνατή, χωρίς καμία πρόσθετη παρέμβαση εκ μέρους των εταιριών εκμίσθωσης των οχημάτων, τη λήψη του σήματος της επίγειας ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης που είναι διαθέσιμη στη ζώνη όπου βρίσκεται το όχημα, διαφέρει από τις πράξεις παρουσίασης με τις οποίες άλλοι πάροχοι υπηρεσιών μεταδίδουν ηθελημένα στην πελατεία τους προστατευόμενα έργα, παρέχοντας σήμα μέσω ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών δεκτών που έχουν εγκαταστήσει στη μονάδα τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29 και το άρθρο 8, παρ. 2, της Οδηγίας 2006/115 έχουν την έννοια ότι δεν συνιστά παρουσίαση στο κοινό, κατά τις διατάξεις αυτές, η εκμίσθωση αυτοκινήτων οχημάτων εξοπλισμένων με ραδιοφωνικό δέκτη.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Υπόθεση C-228/18, Gazdasági Versenyhivatal κατά Budapest Bank Nyrt. κ.λπ. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 101, παρ. 1, ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουγγαρίας (Kúria) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της αρχής ανταγωνισμού της Ουγγαρίας και έξι χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ήτοι της Budapest Bank Nyrt., της ουγγρικής θυγατρικής της ING Bank NV, της OTP Bank Nyrt., της Kereskedelmi és Hitelbank Zrt., της Magyar Külkereskedelmi Bank Zrt. και της ERSTE Bank Hungary Zrt., καθώς και δύο εταιριών οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών μέσω κάρτας, ήτοι της Visa Europe Ltd. (Visa) και της MasterCard Europe SA (MasterCard). Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε απόφαση της αρχής ανταγωνισμού με την οποία αυτή διαπίστωσε την ύπαρξη αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίας σε σχέση με τις διατραπεζικές προμήθειες.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 101, παρ. 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι διατραπεζική συμφωνία η οποία ορίζει ενιαίο ποσό διατραπεζικής προμήθειας, η οποία εισπράττεται, όταν πραγματοποιείται πράξη πληρωμής με κάρτα, από τις εκδότριες τράπεζες τέτοιων καρτών οι οποίες προτείνονται από τις εταιρίες παροχής υπηρεσιών πληρωμής με κάρτα, που δραστηριοποιούνται στην οικεία εθνική αγορά, μπορεί να χαρακτηριστεί ως συμφωνία που έχει «ως αντικείμενο» την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι α) τα είδη συμφωνιών που παρατίθενται στο άρθρο 101, παρ. 1  ΣΛΕΕ δεν συνιστούν εξαντλητικό κατάλογο απαγορευμένων συμπράξεων, καθόσον και άλλα είδη συμφωνιών μπορούν, τοιουτοτρόπως, να χαρακτηρισθούν ως περιορισμός ως «εκ του αντικειμένου», β) αν και στη συμφωνία για την ενιαία διατραπεζική προμήθεια προβλέφθηκαν ειδικά ποσοστά και ποσά στο πλαίσιο του καθορισμού των διατραπεζικών προμηθειών, εντούτοις από το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην κάποιος ως «εκ του αντικειμένου» περιορισμός, καθόσον δεν τεκμηριώθηκε ο επιβλαβής για τον ανταγωνισμό χαρακτήρας των διατάξεων της συμφωνίας αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 101, παρ. 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι διατραπεζική συμφωνία με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συμφωνία έχουσα «ως αντικείμενο» την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, εκτός εάν η συμφωνία αυτή, λαμβανομένων υπόψη της διατυπώσεώς της, των σκοπών της και του πλαισίου της, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αρκούντως βλαπτική για τον ανταγωνισμό ώστε να χαρακτηρισθεί με τον τρόπο αυτόν, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

9. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 30ής Απριλίου 2020, Υπόθεση C-584/18, D. Z. κατά Blue Air - Airline Management Solutions SRL κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της αποφάσεως 565/2014/ΕΕ για την εισαγωγή απλουστευμένου καθεστώτος για τον έλεγχο των προσώπων στα εξωτερικά σύνορα, βασιζόμενου στη μονομερή αναγνώριση από τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο και τη Ρουμανία ορισμένων εγγράφων ως ισοδύναμων με τις εθνικές τους θεωρήσεις για διέλευση ή για πρόθεση παραμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών. 
Το άρθρο 13, παράγραφοι 2 και 3, του ίδιου κώδικα είχε ως εξής: « 2. Η άρνηση εισόδου επιβάλλεται μόνο με αιτιολογημένη απόφαση η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους της άρνησης. Η απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και είναι αμέσως εφαρμοστέα. Η αιτιολογημένη απόφαση η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους άρνησης έχει τη μορφή τυποποιημένου εντύπου, όπως προβλέπεται στο παράρτημα V μέρος Β, το οποίο συμπληρώνεται από την αρμόδια σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αρχή. Το έντυπο αυτό, αφού συμπληρωθεί, παραδίδεται στον οικείο υπήκοο, ο οποίος βεβαιώνει την παραλαβή της απόφασης άρνησης μέσω του εντύπου. 3. Τα πρόσωπα στα οποία απαγορεύεται η είσοδος έχουν δικαίωμα προσφυγής. Οι προσφυγές ασκούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ο υπήκοος της τρίτης χώρας λαμβάνει επίσης γραπτό κατάλογο σημείων επαφής που μπορούν να τον ενημερώσουν σχετικά με την ύπαρξη αντιπροσώπων αρμοδίων να τον εκπροσωπήσουν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. [...]» Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του D. Z. και της Blue Air – Airline Management Solutions SRL (Blue Air), με αντικείμενο την άρνηση της τελευταίας να επιτρέψει στον D. Z. να επιβιβαστεί σε πτήση που αναχωρούσε από τη Λάρνακα (Κύπρος) με προορισμό το Βουκουρέστι (Ρουμανία).
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 1, της αποφάσεως 565/2014 έχει την έννοια ότι αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα και δημιουργεί, υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών, δικαιώματα τα οποία αυτοί δύνανται να επικαλούνται έναντι του Κράτους-μέλους προορισμού, ιδίως το δικαίωμα να μην απαιτείται θεώρηση για την είσοδό τους στο έδαφος του Κράτους-μέλους αυτού στην περίπτωση κατά την οποία είναι κάτοχοι θεωρήσεως εισόδου ή άδειας διαμονής περιλαμβανόμενης στον κατάλογο των εγγράφων τα οποία το εν λόγω Κράτος-μέλος έχει δεσμευθεί να αναγνωρίζει συμφώνως προς την ως άνω απόφαση. Το άρθρο 3, παρ. 1, της εν λόγω αποφάσεως έχει ως ακολούθως: «Εάν η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος ή η Ρουμανία αποφασίσουν να εφαρμόσουν το άρθρο 2, δύνανται να αναγνωρίζουν, επιπλέον των εγγράφων που αναφέρονται στο [εν λόγω] άρθρο, ως ισοδύναμες προς τις εθνικές τους θεωρήσεις για διέλευση μέσω της επικράτειάς τους ή για πρόθεση διαμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών: α)      τις εθνικές θεωρήσεις διαμονής [βραχείας διαρκείας και τις εθνικές θεωρήσεις διαμονής] μακράς διάρκειας που εκδίδονται από τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο ή τη Ρουμανία σύμφωνα με τον ενιαίο τύπο που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1683/95 του Συμβουλίου[, της 29ης Μαΐου 1995, για την καθιέρωση θεώρησης ενιαίου τύπου (ΕΕ 1995, L 164, σ. 1)]· β) τις άδειες διαμονής που εκδίδονται από τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο ή τη Ρουμανία σύμφωνα με τον ενιαίο τύπο που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου[, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών (ΕΕ 2002, L 157, σ. 1)], εκτός εάν οι θεωρήσεις και άδειες παραμονής προσαρτώνται σε ταξιδιωτικά έγγραφα τα οποία τα εν λόγω κράτη μέλη δεν αναγνωρίζουν ή σε ταξιδιωτικά έγγραφα που έχουν εκδοθεί από τρίτη χώρα με την οποία δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις.»
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 565/2014 έχει την έννοια ότι αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 13 του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε αερομεταφορέα να αρνηθεί την επιβίβαση υπηκόου τρίτης χώρας, κατ’ επίκληση αρνήσεως των αρχών του Κράτους-μέλους προορισμού να επιτρέψουν στον υπήκοο αυτό την είσοδο στο έδαφος του εν λόγω κράτους, χωρίς η άρνηση εισόδου να έχει αποτελέσει αντικείμενο γραπτής και αιτιολογημένης αποφάσεως, κοινοποιηθείσας προηγουμένως στον ενδιαφερόμενο.
Το ΔΕΕ έκρινε το άρθρο 13 του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε αερομεταφορέα να αρνηθεί την επιβίβαση υπηκόου τρίτης χώρας υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις χωρίς η άρνηση εισόδου να έχει αποτελέσει αντικείμενο γραπτής και αιτιολογημένης αποφάσεως, κοινοποιηθείσας προηγουμένως στον ενδιαφερόμενο.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας κ.λπ., Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-715/17, C-718/17 και C-719/17 – Προσφυγή επί παραβάσει

Με τις προσφυγές που άσκησε η Επιτροπή στην υπόθεση C-715/17, κατά της Πολωνίας, στην υπόθεση C-718/17, κατά Ουγγαρίας και στην υπόθεση C-719/17 κατά Τσέχικης Δημοκρατίας ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Τσέχικη Δημοκρατία, μη υποδεικνύοντας σε τακτά χρονικά διαστήματα, και οπωσδήποτε ανά τρίμηνο, τον προσήκοντα αριθμό αιτούντων διεθνή προστασία, που μπορούσαν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός της, παραβίασαν τις υποχρεώσεις που υπείχαν από το άρθρο 5, παρ. 2, της απόφασης 2015/1523 για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας και από το άρθρο 5, παρ. 2, της απόφασης 2015/1601 για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας καθώς και, κατά συνέπεια, τις μεταγενέστερες υποχρεώσεις μετεγκατάστασης τις οποίες υπείχε από το άρθρο 5, παρ. 4 έως 11, καθεμίας από τις δύο αυτές αποφάσεις.
Σημειώνουμε ότι το άρθρο 5 της απόφασης 2015/1601 και της απόφασης 2015/1523 προβλέπουν ότι τα Κράτη-μέλη υποδεικνύουν, σε τακτά χρονικά διαστήματα και οπωσδήποτε ανά τρίμηνο, τον αριθμό των αιτούντων που μπορούν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός τους, και παρέχουν κάθε άλλη σχετική πληροφορία.
Μεταξύ άλλων, τα Κράτη-μέλη προέβαλαν επιχειρήματα προκειμένου να δικαιολογήσουν την μη εφαρμογή των αποφάσεων 2015/1523 και 2015/1601. Πρόκειται, αφενός, για επιχειρήματα σχετικά με τις ευθύνες των κρατών μελών για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας, τα οποία η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ουγγαρία άντλησαν από το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παρ. 2, ΣΕΕ, και, αφετέρου, για επιχειρήματα τα οποία η Τσεχική Δημοκρατία άντλησε από την προβαλλόμενη δυσλειτουργία και αναποτελεσματικότητα του μηχανισμού μετεγκατάστασης, όπως αυτός προβλέπεται στις σχετικές αποφάσεις.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε α) ότι η Ένωση βασίζεται στο κράτος δικαίου και οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της απολαύουν τεκμηρίου νομιμότητας, υποχρεωτικότητας  και δεσμευτικότητας, β) ότι το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, μολονότι προβλέπει ότι ο τίτλος V της Συνθήκης δεν θίγει την άσκηση των ευθυνών τις οποίες φέρουν τα κράτη μέλη για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στα Κράτη-μέλη την ευχέρεια να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης στηριζόμενα απλώς και μόνο στην επίκληση των ευθυνών αυτών και γ) ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένα Κράτος-μέλος δύναται να στηριχθεί στη μονομερή εκτίμησή του σχετικά με την προβαλλόμενη έλλειψη αποτελεσματικότητας ή ακόμη και την υποτιθέμενη δυσλειτουργία του μηχανισμού μετεγκατάστασης, που θέσπισαν οι αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι τα ανωτέρω παθητικά νομιμοποιούμενα Κράτη-μέλη παραβίασαν το επίδικο Δίκαιο της ΕΕ και τις υποχρεώσεις, που προκύπτουν από αυτό.