Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 8/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Αύγουστος 2018
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-161/17, Land Nordrhein-Westfalen κατά Dirk Renckhoff - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Oμόσπονδου Κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και του Dirk Renckhoff, φωτογράφου, σχετικά με τη χρήση χωρίς άδεια, από μαθήτρια σχολείου που βρίσκεται στην περιφέρεια του εν λόγω ομόσπονδου κράτους, φωτογραφίας του D. Renckhoff, η οποία ήταν ελεύθερα διαθέσιμη σε ιστότοπο, ως εικονογράφηση σε σχολική εργασία την οποία δημοσίευσε το σχολείο σε άλλον ιστότοπο. Ειδικότερα, το Ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας είχε υπό την εποπτεία του το σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεωςWaltrop (Gesamtschule Waltrop) και αποτελούσε τον εργοδότη των διδασκόντων του συγκεκριμένου σχολείου. Μια μαθήτρια του σχολείου, στο πλαίσιο γλωσσικού μαθήματος που διδάσκεται στο σχολείο αυτό, συμπεριέλαβε ως εικονογράφηση, μια φωτογραφία του D. Renckhoff την οποία η εν λόγω μαθήτρια είχε τηλεφορτώσει μέσω ιστότοπου για ταξίδια. Η φωτογραφία υπήρχε στον τελευταίο αυτό ιστότοπο χωρίς περιορισμούς που να εμποδίζουν την τηλεφόρτωση ενώ κάτω από τη φωτογραφία, η μαθήτρια ανέφερε τον εν λόγω ιστότοπο.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν η «παρουσίαση στο κοινό» κατά το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι καλύπτει την ανάρτηση σε ιστότοπο φωτογραφίας προηγουμένως δημοσιευθείσας, χωρίς περιορισμούς και με την άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, σε άλλον ιστότοπο.
Το ΔΕΕ σε μια αρχική του σκέψη διαπίστωσε ότι μια φωτογραφία μπορεί να προστατεύεται μέσω του δικαιώματος του δημιουργού υπό την προϋπόθεση ότι είναι αποτέλεσμα διανοητικής εργασίας του δημιουργού, που αντανακλά την προσωπικότητά του και εκδηλώνεται με τις ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές του κατά την παραγωγή της φωτογραφίας αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο όρος «παρουσίαση στο κοινό», κατά το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ έχει την έννοια ότι καλύπτει την ανάρτηση σε ιστότοπο φωτογραφίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-485/17, Verbraucherzentrale BerlineV κατά Unimatic Vertriebs GmbH– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 9, της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 9 της ανωτέρω οδηγίας «εμπορικό κατάστημα: α) κάθε ακίνητος χώρος λιανικής πώλησης, όπου ο έμπορος πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση, ή β) κάθε κινητός χώρος λιανικής πώλησης, όπου ο έμπορος πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε συνήθη βάση [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ένωσης καταναλωτών και της Unimatic Vertriebs GmbH, εταιρίας διανομής που διαθέτει στο εμπόριο αγαθά, όσον αφορά την ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως του καταναλωτή στο πλαίσιο πωλήσεως συναφθείσας σε εμπορική έκθεση. Ειδικότερα, ένας πελάτης παρήγγειλε στο εκθεσιακό περίπτερο που διατηρούσε η Unimatic στη συγκεκριμένη έκθεση μια συσκευή καθαρισμού με ατμό/ηλεκτρική σκούπα. Ωστόσο, η εταιρεία δεν ενημέρωσε τον εν λόγω πελάτη σχετικά με την ύπαρξη δικαιώματος υπαναχωρήσεως που προβλέπεται από τη γερμανική νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 9 της Oδηγίας 2011/83.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, σημείο 9, της Οδηγίας 2011/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εκθεσιακό περίπτερο, το οποίο διατηρεί έμπορος σε εμπορική έκθεση και στο οποίο αυτός ασκεί τις δραστηριότητές του για μερικές ημέρες ετησίως, αποτελεί «εμπορικό κατάστημα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, σημείο 9, της Οδηγίας 2011/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εκθεσιακό περίπτερο αποτελεί «εμπορικό κατάστημα» συνεκτιμώντας α) τον τρόπο που εμφανίζεται το ως άνω εκθεσιακό περίπτερο και των πληροφοριών που παρέχονται στους χώρους της ίδιας της εκθέσεως, και β) το γεγονός ότι ένας καταναλωτής που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο εν λόγω έμπορος ασκεί τις δραστηριότητές του στο ως άνω εκθεσιακό περίπτερο και απευθύνεται στον εν λόγω καταναλωτή προκειμένου να συνάψουν σύμβαση.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-123/17, Nefiye Yön κατά Landeshauptstadt Stuttgart – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της αποφάσεως 2/76, η οποία ελήφθη από το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας και του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της αποφάσεως 1/76 «Τα κράτη μέλη της Κοινότητας και η Τουρκία δεν δύνανται να επιβάλλουν στους εργαζομένους που διαμένουν και απασχολούνται νομίμως στο έδαφός τους νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση». Επιπρόσθετα, το άρθρο 13 της Αποφάσεως 1/80 «Τα κράτη μέλη της Κοινότητας και η Τουρκία δεν δύνανται να επιβάλλουν στους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους που διαμένουν και απασχολούνται νομίμως στο έδαφός τους νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Nefiye Yön και του Δήμου Στουτγάρδης. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η απόρριψη από τον Δήμο Στουγκάρδης της αιτήσεως της πρώτης για χορήγηση άδειας διαμονής στη Γερμανία λόγω οικογενειακής επανενώσεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7 της Αποφάσεως 2/76 ή το άρθρο 13 της Αποφάσεως 1/80 έχουν την έννοια ότι μέτρο εθνικής νομοθεσίας, το οποίο εξαρτά τη χορήγηση άδειας διαμονής, λόγω οικογενειακής επανενώσεως, σε υπηκόους τρίτου κράτους που είναι μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου από τη λήψη εκ μέρους των υπηκόων αυτώνθεωρήσεως συνιστά «νέο περιορισμό». Στην περίπτωση που το ανωτέρω μέτρο συνιστά νέο περιορισμό ζητήθηκε να ερμηνευθεί εάν μπορεί το μέτρο να δικαιολογείται  λόγω της ανάγκης αποτελεσματικού ελέγχου της μεταναστεύσεως και της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τέτοιο μέτρο συνιστά «νέο περιορισμό» κατά την έννοια των επίμαχων διατάξεων. Ωστόσο, το εθνικό μέτρο μπορεί να δικαιολογείται για λόγους που αφορούν τον αποτελεσματικό έλεγχο της μεταναστεύσεως και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, αλλά μπορεί να επιτραπεί μόνον εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-61/17, C-62/17 και C-72/17, Miriam Bichat κ.λπ. κατά Aviation Passage Service Berlin GmbH&Co. KG– Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 4, της Οδηγίας 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου για προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών-μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 της επίμαχης Οδηγίας «Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από τον εργοδότη ή από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη.Όσον αφορά τις προβαλλόμενες παραβάσεις των υποχρεώσεων ενημέρωσης, διαβούλευσης και κοινοποίησης που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, δεν θα λαμβάνεται υπόψη, ως δικαιολογία, το επιχείρημα του εργοδότη ότι η επιχείρηση που έλαβε την απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις δεν του παρέσχε τις αναγκαίες πληροφορίες». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών του Βερολίνου -Βρανδεμβούργου της Γερμανίας (Landesarbeitsgericht Berlin - Brandenburg) στο πλαίσιο τριών ενδίκων διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, της Miriam Bichat, της Daniela Chlubna και της Isabelle Walkner και του πρώην εργοδότη τους, της εταιρίας Aviation Passage Service Berlin GmbH& Co. Kg. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε το κύρος των απολύσεών τους υπό το πρίσμα των διαδικασιών διαβουλεύσεως που προβλέπει το άρθρο 2 της Οδηγίας 98/59.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, παρ. 4, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 98/59 έχει την έννοια ότι ο όρος «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» αφορά μόνον επιχείρηση, η οποία είναι συνδεδεμένη με τον εργοδότη βάσει μεριδίων συμμετοχής ή δικαιωμάτων ψήφου ή επίσης επιχείρηση η οποία, δυνάμει συμβατικών δεσμών ή εν τοις πράγμασι, ασκεί ομοίως δεσπόζουσα επιρροή στον εν λόγω εργοδότη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2 παρ. 4 της Οδηγίας 98/59 την έννοια ότι ο όρος «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» αφορά κάθε επιχείρηση που είναι συνδεδεμένη με τον εργοδότη μέσω σχέσεων συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο του τελευταίου ή μέσω άλλων εννόμων σχέσεων που της παρέχουν τη δυνατότητα να ασκεί καθοριστική επιρροή στα όργανα λήψεως αποφάσεων του εργοδότη και να τον υποχρεώνει στον σχεδιασμό ή στην πραγματοποίηση ομαδικών απολύσεων.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-52/17, VTBBank (Austria) AG κατά Finanzmarktaufsichtsbehörde (FMA) - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε, κυρίως, την ερμηνεία του άρθρου 64 και του άρθρου 65, παρ. 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και του άρθρου 395, παρ. 1 και 5, του Κανονισμού 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της VTB Bank (Austria) AG και της εποπτικής αρχής των χρηματοπιστωτικών αγορών της Αυστρίας (FMA) σχετικά με την επιβολή αντισταθμιστικών τόκων λόγω υπερβάσεως των ορίων για μεγάλα ανοίγματα σύμφωνα με το άρθρο 395, παρ. 1, του Κανονισμού 575/2013.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν τα ερμηνευόμενα άρθρα του ενωσιακού δικαίου έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση υπερβάσεως των ορίων ανοίγματος, που προβλέπονται, επιβάλλονται άνευ ετέρου αντισταθμιστικοί τόκοι σε πιστωτικό ίδρυμα, ακόμη και αν το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων παρέχεται στο ίδρυμα η δυνατότητα να υπερβεί τα εν λόγω όρια.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα του ενωσιακού δικαίου έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην επίδικη εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-96/16 και C-94/17, Banco Santander SA κατά Mahamadou Demba και Mercedes Godoy Bonet και Rafael Ramón Escobedo Cortés κατά Banco de SabadellSA – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 93/13του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Πρωτοδικείο της Βαρκελώνης της Ισπανίας (Juzgado de PrimeraInstancia n° 38 de Barcelona) στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, όσον αφορά την πρώτη, της Banco Santander SA, αφενός, και της Mercedes Godoy Bonet και του Mahamadou Demba, αφετέρου (C-96/16), και, όσον αφορά τη δεύτερη, μεταξύ του Rafael Ramón Escobedo Cortés και της Banco de Sabadell SA (C-94/17), σχετικά με την εκτέλεση των συμβάσεων δανείου που είχαν συναφθεί μεταξύ των εν λόγω διαδίκων.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε επιχειρηματική πρακτική η οποία συνίσταται στην εκχώρηση ή αγορά απαιτήσεως έναντι καταναλωτή, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του καταναλωτή για την εκχώρηση αυτή ή τη συγκατάθεσή του και χωρίς παροχή στον καταναλωτή της δυνατότητας να εξαγοράσει την οφειλή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 93/13 δεν εφαρμόζεται στην ανωτέρω επίδικη επιχειρηματική πρακτική.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογίατου Ανωτάτου Δικαστηρίου (Tribunal Supremo), σύμφωνα με την οποία οι συνέπειες του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί καθορισμού του επιτοκίου υπερημερίας, η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεως σε σύμβαση δανείου συναφθείσα με καταναλωτή συνίστανται στην πλήρη απάλειψη των τόκων υπερημερίας ενώ εξακολουθούν να οφείλονται οι συμβατικοί τόκοι που προβλέπει η σύμβαση αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 93/13 δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομολογία 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-300/17, Hochtief AG κατά Budapest Főváros Önkormányzata

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 89/665 του Συμβουλίου για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 της Οδηγίας 89/665 «Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ζητείται αποζημίωση για το λόγο ότι απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από αρμόδιο προς τούτο όργανο». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουγγαρίας (Kúria) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Hochtief AG και της Τοπικής κυβερνήσεως της Βουδαπέστης, Ουγγαρία, (αναθέτουσα αρχή) στο πλαίσιο αγωγής αποκαταστάσεως ζημίας που η Hochtief υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω παραβάσεως των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων. Ειδικότερα, ο λόγος απόρριψης της προσφοράς της προσφεύγουσας εταιρείας ήταν το γεγονός ότι η κοινοπραξία είχε διορίσει επικεφαλής του έργου εμπειρογνώμονα, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην προετοιμασία του δημόσιου διαγωνισμού από την αναθέτουσα αρχή.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, παράγραφος 6, της Οδηγίας 89/665 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική δικονομική ρύθμιση, η οποία εξαρτά τη δυνατότητα ασκήσεως οποιασδήποτε αξιώσεως αστικού δικαίου σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις από την προϋπόθεση να έχει αναγνωριστεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση του κανόνα από το τμήμα προσφυγών δημόσιων συμβάσεων ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο προσφυγής κατά της αποφάσεως του εν λόγω τμήματος προσφυγών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι επίμαχο άρθρο της Οδηγίας 89/665 δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι αντιτίθεται, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, σε κανόνα του εθνικού δικονομικού δικαίου που περιορίζει τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται από τμήμα προσφυγώνστην εξέταση των λόγων και μόνον που προβλήθηκαν ενώπιον του εν λόγω τμήματος προσφυγών. Ας σημειωθεί ότι το ανωτέρω τμήμα προσφυγών είναι αρμόδιο σε πρώτο βαθμό για τον έλεγχο των αναθετουσών αρχών
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση δικονομικού δικαίου.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 3/2018
Εθνικοί προϋπολογισμοί και διαδικασία εκτίμησης των σχεδίων των προϋπολογισμών των Κρατών-μελών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Αν. Καθηγητή, Νομική Σχολή ΔΠΘ

Κατατέθηκε από την Κυβέρνηση στη Βουλή το σχέδιο Προϋπολογισμού για το 2019. Ο προς ψήφιση προϋπολογισμός είναι ο πρώτος μετά τη λήξη του 3ου Προγράμματος Χρηματοδοτικής Συνδρομής και αποτυπώνει σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους την «ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας από την Ελλάδα μετά τη λήξη των μνημονίων». Πόσο ελεύθερο, όμως, είναι ένα μέλος της Ευρωζώνης, όπως η χώρα μας, στην χάραξη της οικονομικής – δημοσιονομικής πολιτικής; Υπάρχουν περιορισμοί και ποια η ακολουθητέα διαδικασία μέχρι την τελική ψήφιση του Προϋπολογισμού; Στα ερωτήματα αυτά θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο παρόν σημείωμα. 

1. Με την καθιέρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου (δέσμη των έξι νομοθετικών μέτρων) υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 121 ΣΛΕΕ διαδικασίας της πολυμερούς εποπτείας των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών της Ένωσης μια δομημένη κατά στάδια εξαμηνιαία διαδικασία, που έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο και την αξιολόγησης των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων από τα όργανα της Ένωσης. Το ευρωπαϊκό εξάμηνο ολοκληρώνεται τον Ιούλιο με την υιοθέτηση από το Συμβούλιο των Συστάσεων ανά Κράτος-μέλος για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομική και δημοσιονομική του πολιτική έτσι ώστε αυτές να είναι σύμφωνες με τους Γενικούς Προσανατολισμούς της Οικονομικής Πολιτικής των Κρατών-μελών και της ΕΕ, που υιοθετούνται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Μάρτιο κάθε έτους. Τις παραπάνω Συστάσεις οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τα Κράτη-μέλη κατά τη φάση της σύνταξης και ψήφισης των εθνικών τους προϋπολογισμών, που ακολουθεί. Κατά την Επιτροπή, που εισηγήθηκε τη «δέσμη των δύο νομοθετικών μέτρων» (δίπτυχο) το ευρωπαϊκό εξάμηνο παρουσίαζε τα εξής κενά:
Πρώτον, δεν διασφαλίζονταν αποτελεσματικά ότι τα Κράτη-μέλη θα λάβουν υπόψη τους τις Συστάσεις του Συμβουλίου κατά τη σύνταξη των προϋπολογισμών τους. 
Δεύτερον, οι τρόποι με τους οποίους τα Κράτη-μέλη πραγματοποίησαν την «εσωτερίκευση» (internalization) του ευρωπαϊκού εξαμήνου, εντάσσοντάς το στις εθνικές διαδικασίες σχεδιασμού, ψήφισης και ελέγχου των δημοσιονομικών πλαισίων (προϋπολογισμών) ποικίλει εξαιρετικά από Κράτος σε Κράτος. 
Τρίτον, απουσίαζε η συνοχή μεταξύ δύο ευρωπαϊκών εξαμήνων, αφού η διαδικασία συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών διακόπτονταν ουσιαστικά τον Ιούλιο (λήξη εξαμήνου)  και ξανάρχιζε τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους (έναρξη εξαμήνου).  
Τέταρτον, το ευρωπαϊκό εξάμηνο αποσκοπεί γενικά στο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών της Ένωσης. Στο πλαίσιό του κατ’ ουσία δεν προβλέπονταν διαδικασία ελέγχου στη δημοσιονομική αποτύπωση των επιλογών οικονομικής πολιτικής του κάθε Κράτους-μέλους.
Πέμπτον, απουσίαζαν κοινοί (εναρμονισμένοι) δημοσιονομικοί κανόνες, που να εφαρμόζονται κατά τη σύνταξη και ψήφιση των εθνικών προϋπολογισμών, ώστε να διευκολύνεται η εκτίμησή τους από τα εποπτικά όργανα της Ένωσης. 

2. Για την κάλυψη των παραπάνω κενών και τη συμπλήρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου υιοθετήθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 473/2013 με τον οποίο θεσπίστηκε ένα κοινό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα με ενισχυμένες εξουσίες εποπτείας και εκτίμησης από την Επιτροπή, κοινοί δημοσιονομικοί κανόνες για τα Κράτη- μέλη της Ζώνης του Ευρώ, ενώ προβλέπονται ειδικοί κανόνες για τα Κράτη-μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος.  Έτσι, για τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης  «το δίπτυχο» προσθέτει το φθινοπωρινό αντίστοιχο της εαρινής διαδικασίας,  εστιάζοντας μόνο στα δημοσιονομικά σχέδια για το επόμενο έτος. Ειδικότερα, και με αρχή τον δημοσιονομικό κύκλο του 2014 το κοινό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα καθορίζει τα εξής ορόσημα:
Μέχρι τις 30 Απριλίου, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ πρέπει να δημοσιεύουν τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά σχέδιά τους (προγράμματα σταθερότητας), μαζί με τις προτεραιότητες πολιτικής για την ανάπτυξη και την απασχόληση για τους επόμενους 12 μήνες (Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων) στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής.
Μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ πρέπει να δημοσιεύουν το σχέδιο προϋπολογισμού τους για το επόμενο έτος. Η δημοσίευση του σχεδίου προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης θα πρέπει να συνοδεύεται από τη δημοσίευση των βασικών παραμέτρων των σχεδίων προϋπολογισμού όλων των άλλων υποτομέων του δημοσίου. Τέτοιες παράμετροι θα πρέπει να περιλαμβάνουν ιδίως τα προβλεπόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα των άλλων υποτομέων, τις κύριες παραδοχές στις οποίες βασίζονται αυτές οι προβολές και τους λόγους για αναμενόμενες αλλαγές σε σχέση με τις παραδοχές του προγράμματος σταθερότητας. Το σχέδιο του προϋπολογισμού, που υποβάλλεται στην Επιτροπή και στην Ευρωομάδα, θα πρέπει να είναι συμβατό με τις Συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΣΣΑ (ευρωπαϊκό εξάμηνο) και, κατά περίπτωση, με τις Συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ετήσιου κύκλου εποπτείας περιλαμβανομένης της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών και με τις γνώμες για τα προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης, που αναφέρονται στο άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013.
Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ πρέπει να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό τους για το επόμενο έτος. 

3. Η σημαντικότερη καινοτομία της «δέσμης δύο μέτρων» αποτελεί η κατά το άρθρο 7 Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013 διαδικασία εκτίμησης των σχεδίων προϋπολογισμών από την Επιτροπή, η οποία, στο πλαίσιο της γενικότερης τάσης ενίσχυσης του ρόλου της, αναλαμβάνει μια σημαντικότατη εξουσία. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι η Επιτροπή θα εξετάζει και θα εκφέρει γνώμη σχετικά με κάθε σχέδιο προϋπολογισμού το αργότερο μέχρι τις 30 Νοεμβρίου. Εάν η Επιτροπή εντοπίσει σοβαρή περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις δημοσιονομικής πολιτικής που προβλέπονται στο ΣΣΑ, εκδίδει, μετά από διαβούλευση με το οικείο Κράτος-μέλος,  την γνώμη της εντός δύο εβδομάδων από την υποβολή του σχεδίου προϋπολογισμού. Τούτο συμβαίνει «ειδικότερα οσάκις η εφαρμογή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος θα έθετε σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους ή την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης ή οσάκις η εφαρμογή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος θα οδηγούσε καταφανώς σε σημαντική παραβίαση των συστάσεων που ενέκρινε το Συμβούλιο στο πλαίσιο του ΣΣΑ». Με τη γνώμη της η Επιτροπή ζητά την υποβολή αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος (προϋπολογισμού) το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία έκδοσης της γνώμης της. Το αίτημα της Επιτροπής αιτιολογείται και δημοσιοποιείται. Η Επιτροπή εγκρίνει νέα γνώμη για το αναθεωρημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος. Ακόμη, για το σύνολο της Ζώνης του Ευρώ, η Επιτροπή θα δημοσιεύει συνολική αξιολόγηση των δημοσιονομικών προοπτικών για το επόμενο έτος. Οι γνώμες της Επιτροπής σχετικά με εθνικούς προϋπολογισμούς και τη ζώνη του Ευρώ αποσκοπούν στη διευκόλυνση των  συζητήσεων στο Eurogroup κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

4. Ευθέως συνδεδεμένη με την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και εκτίμησης, που ανατίθενται στην Επιτροπή, είναι η ποιότητα των εθνικών δημοσιονομικών προβλέψεων, αφού κατά τον Κανονισμό ΕΕ 473/2013 «οι μεροληπτικές και μη ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις μπορούν να παρεμποδίσουν την αποτελεσματικότητα του δημοσιονομικού προγραμματισμού και, κατά συνέπεια, να εξασθενίσουν τη δέσμευση για δημοσιονομική πειθαρχία». Έτσι, προβλέπεται η υποχρέωση των Κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ να συστήσουν ανεξάρτητους φορείς, λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τη διοικητική δομή του αντίστοιχου Κράτους-μέλους, για την παροχή «αντικειμενικών και ρεαλιστικών μακροοικονομικών προβλέψεων», που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε όλη τη δημοσιονομική διαδικασία (ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις). Κατά τους ορισμούς του Κανονισμού ως «ανεξάρτητοι φορείς νοούνται φορείς, που είναι διαρθρωτικά ανεξάρτητοι ή φορείς που διαθέτουν λειτουργική αυτονομία έναντι των δημοσιονομικών αρχών του Κράτους μέλους, και οι οποίοι στηρίζονται σε εθνικές νομοθετικές διατάξεις που διασφαλίζουν υψηλό βαθμό λειτουργικής αυτονομίας και λογοδοσίας». Ειδικότερα οι φορείς αυτοί θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαθέτουν τα εξής χαρακτηριστικά:
i) το νομικό καθεστώς τους στηρίζεται σε εθνική νομοθεσία, κανονιστική ρύθμιση ή διοικητικές διατάξεις νομικά δεσμευτικού χαρακτήρα,
ii) δεν λαμβάνουν οδηγίες από τις δημοσιονομικές αρχές του οικείου Κράτους- μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα,
iii) είναι σε θέση να επικοινωνούν έγκαιρα με το κοινό,
iv) οι διαδικασίες ορισμού των μελών τους βασίζονται στην εμπειρία και την ικανότητα,
v) έχουν επάρκεια πόρων και κατάλληλη πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους·

Ως «ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις» νοούνται οι προβλέψεις τις οποίες εκπονούν ή εγκρίνουν οι κατά τα παραπάνω ανεξάρτητοι φορείς.
Τα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα και τα σχέδια προϋπολογισμών, τα οποία καλείται να εκτιμήσει και να εκφέρει τη γνώμη της η Επιτροπή θα  πρέπει να βασίζονται σε ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις και αναφέρουν εάν οι δημοσιονομικές προβλέψεις έχουν εκπονηθεί ή εγκριθεί από ανεξάρτητο φορέα. Ειδικότερα οι ανεξάρτητοι φορείς παρακολουθούν τη συμμόρφωση προς:
α) αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι ενσωματώνουν στην εθνική δημοσιονομική διαδικασία τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους·
β) αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες. 
Εξάλλου, οι εν λόγω φορείς παρέχουν, κατά περίπτωση, δημόσιες εκτιμήσεις, μεταξύ άλλων, σχετικά με:
α) την ύπαρξη περιστάσεων που οδηγούν στην ενεργοποίηση του διορθωτικού μηχανισμού για τις περιπτώσεις όπου παρατηρείται σημαντική απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο στόχο ή την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, 
β) το κατά πόσον η εκτέλεση της δημοσιονομικής διόρθωσης διενεργείται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και σχέδια,
γ) τυχόν ύπαρξη ή παύση περιστάσεων, που μπορεί να επιτρέπουν προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, υπό τον όρο ότι η απόκλιση αυτή δεν θέτει σε κίνδυνο την μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα.

5. Η καθιέρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου με τη «δέσμη των έξι νομοθετικών μέτρων» συνοδεύτηκε με πολλές αντιδράσεις, σε νομικό και σε πολιτικό επίπεδο, για το σοβαρό ρήγμα, που επιφέρει, στην παραδοσιακή κυριαρχία του κράτους επί του κρατικού προϋπολογισμού και τη συνακόλουθη συρρίκνωση των εξουσιών των εθνικών κοινοβουλίων. Στις επιφυλάξεις που σχετίζονται με τη δημοκρατική νομιμοποίηση της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εξαμήνου θα πρέπει να προστεθούν και αυτές που αφορούν και τη μη αποφασιστική συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαμόρφωση των αποφάσεων (Γενικοί Προσανατολισμοί των Οικονομικών Πολιτικών των Κρατών-μελών και της Ένωσης, Συστάσεις) σε ευρωπαϊκό επίπεδο.  Οι αντιδράσεις αυτές εδράστηκαν και μόνο στο γεγονός ότι οι εθνικές αρχές, που είναι επιφορτισμένες με τη σύνταξη και την έγκριση του προϋπολογισμού, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους  τις  Συστάσεις, που υιοθετεί το Συμβούλιο για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομική και δημοσιονομική του πολιτική έτσι ώστε αυτές να είναι σύμφωνες με τους Γενικούς Προσανατολισμούς της Οικονομικής Πολιτικής των Κρατών-μελών και της Ένωσης, που υιοθετούνται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Μάρτιο κάθε έτους. Με τη «δέσμη των δύο νομοθετικών μέτρων» και την καθιέρωση της υποχρέωσης των Κρατών-μελών της Ευρωζώνης να υποβάλλουν το σχέδιο προϋπολογισμού τους, της εξουσίας εκτίμησης που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή, η οποία μπορεί να ζητά τροποποιήσεις επί του σχεδίου προϋπολογισμού, αν αυτό αποκλίνει από τις παραπάνω Συστάσεις του Συμβουλίου, οι παραπάνω αντιδράσεις μοιάζουν παρωχημένες, ενώ οι υποχρεώσεις, που αναλαμβάνονταν  στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου, εξαιρετικά ήπιες (soft coordination). 

Βέβαια, η Επιτροπή, που είχε τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη συμπλήρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου με τον Κανονισμό (ΕΕ) 473/2013 και καλείται να ασκήσει σημαντικά αναβαθμισμένες εξουσίες ελέγχου, προβάλλει την θέση «ότι η δέσμη δύο μέτρων δεν δίνει το δικαίωμα στην Επιτροπή να αλλάζει τα σχέδια εθνικών προϋπολογισμών και δεν δημιουργεί την υποχρέωση να ακολουθούν τα κράτη μέλη αυστηρά τη γνώμη της Επιτροπής». Για να συμπληρώσει ότι «η προστιθέμενη αξία αυτής της διαδικασίας συνίσταται στο ότι εισάγει το στοιχείο των άμεσων κατευθύνσεων στη διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού, παρέχοντας σε όλους όσοι συμμετέχουν στην εθνική δημοσιονομική διαδικασία τις πληροφορίες τις οποίες χρειάζονται για να λάβουν αποφάσεις σχετικά με τον προϋπολογισμό». 

Θα πρέπει να παρατηρήσουμε, πάντως, ότι η παραπάνω θέση εμπεριέχει τη μισή αλήθεια, αφού ναι μεν δεν αναγνωρίζεται εξουσία στην Επιτροπή να τροποποιεί τα σχέδια των εθνικών προϋπολογισμών, ωστόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013, η γνώμη της, με την οποία προτείνονται αλλαγές σ’ αυτά, εξοπλίζεται με τέτοια δύναμη, που καθίσταται σχεδόν αδύνατη η μη συμμόρφωση σ’ αυτή. Συγκεκριμένα, στην 22η αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού προβλέπεται ότι «ο βαθμός στον οποίο θα έχει ληφθεί υπόψη στο νόμο για τον προϋπολογισμό ενός κράτους μέλους η εν λόγω γνώμη θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην εκτίμηση, εάν και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις, για την έκδοση απόφασης σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στο οικείο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, η μη συμμόρφωση με την έγκαιρη προειδοποίηση εκ μέρους της Επιτροπής θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας» (η υπογράμμιση δική μας). Το άρθρο 12 παράγραφος 1 του Κανονισμού έρχεται να προσδιορίσει την έννοια «του επιβαρυντικού παράγοντα». Έτσι, ορίζεται ότι ο βαθμός στον οποίο το οικείο Κράτος  μέλος έχει λάβει υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής εξετάζεται από: 

α) την Επιτροπή, όταν συντάσσει έκθεση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ  (εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης και του ύψους του δημόσιου χρέους Κράτους-μέλους) και όταν απευθύνει σύσταση προς το Συμβούλιο για την επιβολή κυρώσεων (άτοκης κατάθεσης) στο διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ (Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος) σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 1173/2011·

β) από το Συμβούλιο, όταν αποφασίζει κατά πόσον υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ. 

γ) εξάλλου, θα πρέπει να σημειώσουμε την προσπάθεια διάχυσης της «μακροοικονομικής αιρεσιμότητας» (macroeconomic conditionality), στο μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών της Ένωσης και ειδικά αυτών που έχουν αναδιανεμητικό χαρακτήρα. Έτσι, σταδιακά αυτή θα καταστεί «ακρογωνιαίος λίθος» ή condition sine qua non της συμμετοχής ενός Κράτους στην ΕΕ, αφού, η απόλαυση συγκεκριμένων ενωσιακού χαρακτήρα δικαιωμάτων για το Κράτος-μέλος και τους πολίτες του θα εξαρτάται από την τήρηση εκ μέρους του των υποχρεώσεων που απορρέουν από τους κανόνες της δημοσιονομικής πειθαρχίας και τη διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι θεωρητικό, αν λάβει κανείς υπόψη τη δέσμη των νομοθετικών ρυθμίσεων, που αφορούν τη νέα Πολιτική Συνοχής (Προγραμματική Περίοδος 2014–2020) και υιοθετήθηκαν το Δεκέμβριο του 2013. Έτσι, με το άρθρο 23 παρ. 9 του Κανονισμού (EE) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που ως γενικός Κανονισμός αφορά το σύνολο των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ), εισάγεται η «μακροοικονομική αιρεσιμότητα», αφού προβλέπεται ότι το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής που προφανώς θα έχει ως σημείο αναφοράς τη γνώμη της επί του προϋπολογισμού Κράτους-μέλους, μπορεί να αναστέλλει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, μέρος ή το σύνολο των πληρωμών και των αναλήψεων υποχρεώσεων για τα προγράμματα ενός Κράτους-μέλους, που αυτό εμφανίζεται «δημοσιονομικά απείθαρχο».  

6. Ο τρόπος με τον οποίο συμπληρώθηκε το ευρωπαϊκό εξάμηνο με τη «δέσμη των δύο οικονομικών μέτρων» και η καθιέρωση της υποχρέωσης των Κρατών-μελών της Ευρωζώνης να υποβάλλουν προς έλεγχο το σχέδιο προϋπολογισμού τους, της εξουσίας εκτίμησης που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή, η οποία μπορεί να ζητήσει τροποποιήσεις επί του σχεδίου προϋπολογισμού, αν αυτό αποκλίνει από τις Συστάσεις του Συμβουλίου, δείχνει ότι «αυτό που σήμερα φαντάζει αναπόφευκτο τέσσερα χρόνια πριν ήταν απλώς αδιανόητο». Κατά τη γνώμη μας, πάντως, βρισκόμαστε στο μέσο του δρόμου, αφού σύμφωνα με την Επιτροπή (Σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική οικονομική και νομισματική ένωση, Έναρξη συζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, COM/2012/0777 final/2 – 2012) σε μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα «θα απαιτηθεί περαιτέρω δημοσιονομικός συντονισμός, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να απαιτηθεί αναθεώρηση εθνικού προϋπολογισμού σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις» (η υπογράμμιση δική μας). Η Επιτροπή μάλιστα έχει θέσει προς συζήτηση τις εξής σχετικές επιλογές, αναγνωρίζοντας, πάντως, ότι για την υιοθέτησή τους απαιτείται προηγούμενη τροποποίηση της Συνθήκης:

  • Πρόβλεψη της υποχρέωσης ενός Κράτους-μέλους να αναθεωρήσει το σχέδιο του εθνικού προϋπολογισμού, εάν το απαιτήσει η Ένωση σε περίπτωση αποκλίσεων από τις υποχρεώσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας, που είχαν καθοριστεί προηγουμένως σε ενωσιακό επίπεδο. Αυτό συνεπάγεται τροποποίηση της φύσης των γνωμοδοτήσεων για τους εθνικούς προϋπολογισμούς, που προβλέπεται στο «δίπτυχο» έτσι ώστε από μη δεσμευτικό να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. 
  • Σε ορισμένες ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις που θα καθοριστούν, θέσπιση δικαιώματος να ζητηθεί αναθεώρηση των επιμέρους αποφάσεων για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, όσον αφορά αποφάσεις που θα είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρή απόκλιση από την πορεία δημοσιονομικής εξυγίανσης που έχει οριστεί σε επίπεδο ΕΕ.
  • Απονομή αρμοδιότητας στην Ένωση να εναρμονίζει την εθνική δημοσιονομική νομοθεσία και δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.  

Περισσότερα βλ. Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση: Οικοδόμηση, Εμβάθυνση, Ζητήματα Δημοκρατίας και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 7/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Ιούλιος 2018
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-220/18 PPU, ML κατά Generalstaatsanwaltschaft Bremen - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του άρθρου 1, παρ. 3, του άρθρου 5 και του άρθρου 6, παρ. 1, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο Βρέμης της Γερμανίας (Hanseatisches Oberlandesgericht in Bremen) στο πλαίσιο της εκτελέσεως στη Γερμανία ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από το Περιφερειακό δικαστήριο Nyíregyháza της Ουγγαρίας σε βάρος του ML, προκειμένου αυτός να εκτίσει στην Ουγγαρία στερητική της ελευθερίας ποινή.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 3, το άρθρο 5 και το άρθρο 6, παρ. 1, της Αποφάσεως-Πλαισίου έχουν την έννοια ότι, όταν η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Γερμανία) διαθέτει στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά τις συνθήκες κρατήσεως εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων του Κράτους-μέλους εκδόσεως (Ουγγαρία), η αρχή αυτή δύναται να αποκλείσει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να υποστεί το υπό έκδοση προσώπου βάσει και μόνο του σκεπτικού ότι το πρόσωπο αυτό διαθέτει, στο Κράτος-μέλος εκδόσεως (Ουγγαρία), ένδικο βοήθημα που του παρέχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των συνθηκών κρατήσεώς του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν δύναται να αποκλείσει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου συνεκτιμώντας μόνο το ανωτέρω σκεπτικό.
Επιπρόσθετα το ΔΕΕ έκρινε ότι 
–  η δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εξετάζει α) τις συνθήκες κρατήσεως μόνον εντός εκείνων των σωφρονιστικών καταστημάτων στα οποία είναι πιθανόν να κρατηθεί το εν λόγω πρόσωπο, β) τις συγκεκριμένες και ακριβείς συνθήκες κρατήσεως του ενδιαφερόμενου προσώπου που είναι κρίσιμες προκειμένου να διαπιστωθεί αν το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως, γ) να λαμβάνει υπόψη πληροφορίες, οι οποίες παρέχονται από άλλες αρχές του Κράτους-μέλους εκδόσεως του εντάλματος. (όλα τα ανωτέρω υποχρεούται να τα εξετάζει υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ)

2. ΔΕΕ, απόφασητης 25ηςΙουλίου 2018, ΥπόθεσηC-216/18 PPU Minister for Justice and Equality κατά LM - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1 και 3 της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το ερμηνευόμενο άρθρο «1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας……..3. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 ΕΕ.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στην Ιρλανδία, ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως τα οποία έχουν εκδώσει πολωνικά δικαστήρια κατά του LM. Σκοπός της έκδοσης των ενταλμάτων ήταν άσκηση ποινικών διώξεων από τις πολωνικές αρχές για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι, εφόσον η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Ιρλανδία) έχει στη διάθεσή της στοιχεία (όπως αυτά που περιλαμβάνονται σε αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής η οποία διατυπώθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παρ. 1, ΣΕΕ), τα οποία συντείνουν στην ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (Άρθρο 47 δεύτερο εδάφιο ΧΘΔΕΕ) λόγω συστημικών ή γενικευμένων παραβιάσεων όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας του Κράτους-μέλους έκδοσης, η εν λόγω δικαστική αρχή οφείλει να διερευνά, με συγκεκριμένο και ακριβή τρόπο, εάν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το οικείο πρόσωπο θα διατρέξει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεώς του στο επίμαχο Κράτος-μέλος. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Ιρλανδία) οφείλει να διερευνήσει, με συγκεκριμένο και ακριβή τρόπο εάν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να εκτιμηθείε άν το υπό έκδοση πρόσωπο θα διατρέξει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεώς στην Πολωνία. Κριτήρια της ανωτέρω έρευνας της ιρλανδικής αρχής αποτελούν η προσωπική κατάσταση του προσώπου, η φύση του αδικήματος για το οποίο διώκεται, το πραγματικό πλαίσιο που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, καθώς και οι πληροφορίες που προσκόμισε το Κράτος-μέλος που εξέδωσε το ένταλμα συλλήψεως.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-268/17, Ured za suzbijanje korupcije i organiziranog kriminaliteta κατά AY – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε ην ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 2, του άρθρου 3, σημείο 2, καθώς και του άρθρου 4, σημείο 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο του Ζάγκρεμπ (Županijski Sud u Zagrebu) στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως κατά του AY, Ούγγρου υπηκόου. Το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου ορίζει τα εξής: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης (εφεξής καλούμενη “δικαστική αρχή εκτέλεσης”) αρνείται την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Ένταλμα Σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις: [...] 2)  εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της καταδίκης[...]». Επιπρόσθετα, το άρθρο 4 της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584, ορίζει τα εξής: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του [ΕΕΣ]:[...]3) όταν οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης του κράτους μέλους αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν δίωξη για την αξιόποινη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο του [ΕΕΣ] είτε να παύσουν τη δίωξη ή όταν ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις αυτές πράξεις σε κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης»
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 3, σημείο 2, και το άρθρο 4, σημείο 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι είναι δυνατή η επίκληση αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής της Ουγγαρίας με την οποία έπαυσε η κατ’ αγνώστων κινηθείσα έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ΕΕΣ) είχε εξετασθεί απλώς ως μάρτυρας, προκειμένου να δικαιολογηθεί άρνηση εκτελέσεως του εν λόγω ΕΕΣ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα της Απόφασης – Πλαισίου έχουν την έννοια ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση της ανωτέρω αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής προκειμένου να αρνηθεί η δικαστική αρχή της Ουγγαρίας την έκδοση του ΑΥ.

4.ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-96/17, Gardenia Vernaza Ayovi κατά Consorci Sanitaride Terrassa - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP καθώς και του άρθρου 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 4 σημείο 1 της συμφωνίας πλαισίου «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών της Terrassa της Ισπανίας (Uzgado de lo Social n° 2 de Terrassa) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Gardenia Vernaza Ayovi και του οργανισμού παροχής υγειονομικών υπηρεσιών σχετικά με την πειθαρχική απόλυση της πρώτης. Ειδικότερα, η ενάγουσα (νοσηλεύτρια) είχε συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου άνευ μονιμότητας με τον ανωτέρω οργανισμό. H G. Vernaza Ayovi έλαβε άδεια άνευ αποδοχών για το διάστημα από 19 Ιουλίου 2011 έως 19 Ιουλίου 2012 και τον Ιούνιο του 2014 ζήτησε να επανέλθει στα καθήκοντά της. Τον Μάιο του 2016, ο οργανισμός παροχής υγειονομικών υπηρεσιών της Terrassa απέστειλε στην G. Vernaza Ayovi πρόγραμμα εργασιακού ωραρίου με βάση θέση εργασίας μερικής απασχόλησης. Μη αποδεχόμενη θέση μη πλήρους απασχόλησης, η G. Vernaza Ayovi δεν παρουσιάστηκε στον τόπο εργασίας της και απολύθηκε. Ακολούθως, η ενδιαφερομένη άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου με αίτημα να κηρυχθεί η απόλυσή της καταχρηστική.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η ρήτρα 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία, όταν η πειθαρχική απόλυση ενός μόνιμου εργαζομένου σε δημόσια αρχή κηρύσσεται καταχρηστική, ο εργαζόμενος περί του οποίου πρόκειται επαναπροσλαμβάνεται υποχρεωτικώς, ενώ, στην ίδια περίπτωση, εργαζόμενος ορισμένου χρόνου ή μη μόνιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου ο οποίος επιτελεί τα ίδια καθήκοντα με τον ως άνω μόνιμο εργαζόμενο μπορεί να μην επαναπροσληφθεί και να λάβει σε αντάλλαγμα αποζημίωση.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, σε μια αρχική του σκέψη, ότι η ρήτρα 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου αποτελεί έκφραση της αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, η οποία δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Επιπροσθέτως, έκρινε ότι η αυτοδίκαιη επαναπρόσληψη των μονίμων εργαζομένων εντάσσεται σε πλαίσιο σαφώς διαφορετικό, από πραγματικής και νομικής απόψεως, από εκείνο στο οποίο τελούν οι μη μόνιμοι εργαζόμενοι.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ρήτρα δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομοθεσία.

5. ΔΕΕ. Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-89/17, Secretary of State for the Home Department κατά Rozanne Banger - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το εφετείο διοικητικών διαφορών του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργού Εσωτερικών και της Rozanne Banger, με αντικείμενο άρνηση χορήγησης δελτίου διαμονής στην τελευταία. Ειδικότερα, η R. Banger ήταν υπήκοος Νότιας Αφρικής και ο σύντροφός της, Philip Rado, ήταν Βρετανός υπήκοος. Οι ανωτέρω συζούσαν στη Νότια Αφρική από το 2008 μέχρι και το 2010. Τον Μάιο του 2010 ο P. Rado αποδέχθηκε θέση εργασίας στις Κάτω Χώρες. Έζησε στο εν λόγω Κράτος-μέλος μαζί με την R. Banger έως το 2013. Η R. Banger έλαβε δελτίο διαμονής στις Κάτω Χώρες, με την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Το 2013, η R. Banger και ο P. Rado αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η R. Banger ζήτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών δελτίο διαμονής. Η αίτησή της απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι η αιτούσα ήταν η μη έγγαμη σύντροφος του P. Rado και ότι μόνον ο σύζυγος και ο καταχωρισμένος σύντροφος μπορεί να θεωρηθεί μέλος της οικογένειας υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 21, παρ. 1, ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το Κράτος-μέλος του οποίου πολίτης της Ένωσης έχει την ιθαγένεια να χορηγήσει άδεια διαμονής σε μη καταχωρισμένο σύντροφο πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή, όταν ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης, αφού άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας για να εργασθεί σε άλλο Κράτος-μέλος (Κάτω Χώρες), επιστρέφει με τον σύντροφό του στο Κράτος-μέλος (Ηνωμένο Βασίλειο) του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να διαμείνει σε αυτό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη του ενωσιακού δικαίου έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το Κράτος-μέλος (Ηνωμένο Βασίλειο) να διευκολύνει τη χορήγηση άδειας διαμονής σε μη καταχωρισμένο υπό το πρίσμα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 21, παρ. 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι η απορριπτική απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να είναι αιτιολογημένη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η απορριπτική απόφαση θα πρέπει να στηρίζεται  σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να είναι αιτιολογημένη.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-25/17, Διαδικασία που κίνησε ο Tietosuojavaltuutettu - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχεία γʹ και δʹ, και του άρθρου 3 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών υπό το πρίσμα του άρθρου 10, παρ. 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Φινλανδίας (Korkeinhallinto‑oikeus) στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο Επόπτης Προστασίας Δεδομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας «Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: – η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως οι δραστηριότητες που προβλέπονται στις διατάξεις των τίτλων V και VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και, εν πάση περιπτώσει, στην επεξεργασία δεδομένων που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής ευημερίας του, εφόσον η επεξεργασία αυτή συνδέεται με θέματα ασφάλειας του κράτους) και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου, –  η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων». Αντικείμενο της συγκεκριμένης διαδικασίας ήταν η  νομιμότητα απόφασης της Επιτροπής Προστασίας Δεδομένων με την οποία απαγορευόταν στη θρησκευτική κοινότητα των μαρτύρων του Ιεχωβά η συλλογή και η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της δραστηριότητας του κηρύγματος από πόρτα σε πόρτα χωρίς να τηρούνται οι προϋποθέσεις της φινλανδικής νομοθεσίας για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 95/46, έχει την έννοια ότι η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από μέλη θρησκευτικής κοινότητας στο πλαίσιο δραστηριότητας κηρύγματος από πόρτα σε πόρτα και η μεταγενέστερη επεξεργασία των δεδομένων αυτών αποτελούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων του άρθρου 3, παράγραφος 2.
To ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων δεν εντάσσεται σε καμιά από τις δύο περιπτώσεις της επίδικης διάταξης του ενωσιακού δικαίου.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν στην έννοια του αρχείου σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ της Οδηγίας 95/46 εμπίπτει σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται στο πλαίσιο της επίδικης δραστηριότητας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι στην έννοια του αρχείου εμπίπτει σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται στο πλαίσιο της επίδικης δραστηριότητας.
Το τρίτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχείο δ της Οδηγίας 95/46, έχει την έννοια ότι επιτρέπει να θεωρηθεί μια θρησκευτική κοινότητα, από κοινού με τα μέλη της που μετέχουν στο κήρυγμα, υπεύθυνη της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από τα μέλη της στο πλαίσιο της επίδικης δραστηριότητας 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχείο δ της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι επιτρέπει να θεωρηθεί μια θρησκευτική κοινότητα, από κοινού με τα μέλη της που μετέχουν στο κήρυγμα, υπεύθυνη της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-14/17, VAR, Srl και Azienda Trasporti Milanesi SpA (ATM) κατά Iveco Orecchia SpA- Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 34 παρ. 8 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 8 της ανωτέρω οδηγίας «Εφόσον δεν δικαιολογείται από το αντικείμενο της σύμβασης, οι τεχνικές προδιαγραφές δεν μπορούν να κάνουν μνεία συγκεκριμένης κατασκευής ή προέλευσης ή ιδιαίτερης μεθόδου κατασκευής ούτε να παραπέμπουν σε σήμα, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή τύπο καθώς και σε συγκεκριμένη καταγωγή ή παραγωγή που θα είχε ως αποτέλεσμα να ευνοούνται ή να αποκλείονται ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα προϊόντα. Η εν λόγω μνεία ή παραπομπή επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, όταν δεν είναι δυνατόν να γίνει αρκούντως ακριβής και κατανοητή περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4· η μνεία ή παραπομπή αυτή πρέπει να συνοδεύεται από τους όρους “ή ισοδύναμο». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας (Consiglio di Stato) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των VAR Srl και Azienda Trasporti Milanesi SpA και, αφετέρου, της Iveco Orecchia SpA, με αντικείμενο την ανάθεση συμβάσεως για την προμήθεια αυθεντικών ή ισοδύναμων ανταλλακτικών για λεωφορεία και για τρόλεϊ κατασκευής IVECO. Ας σημειωθεί ότι η Azienda Trasporti Milanesi SpA (ΑΤΜ) δημοσίευσε την προκήρυξη του ανοιχτού διαγωνισμού με αντικείμενο την προμήθεια ανταλλακτικών αυθεντικών ή/και πρώτης εγκαταστάσεως ή/και ισοδυνάμων για λεωφορεία και τρόλεϊ κατασκευής IVECO ενώ η VAR Srl κατετάγη πρώτη. Επιπροσθέτως, στη συγγραφή υποχρεώσεων διευκρινιζόταν ότι σε περίπτωση αναθέσεως, η προμήθεια ισοδύναμων ανταλλακτικών θα γινόταν δεκτή από την ΑΤΜ μόνο εφόσον τα ανταλλακτικά αυτά ήταν εγκεκριμένα ή πιστοποιημένα ως ισοδύναμα προς τα προτεινόμενα αυθεντικά προϊόντα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 34, παρ. 8, της Οδηγίας 2004/17 έχει την έννοια ότι, όταν οι τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στα έγγραφα του διαγωνισμού κάνουν μνεία συγκεκριμένου σήματος, συγκεκριμένης καταγωγής ή συγκεκριμένης παραγωγής, ο αναθέτων φορέας υποχρεούται να απαιτεί από τον προσφέροντα να αποδείξει, ήδη κατά την υποβολή της προσφοράς του, την ισοδυναμία των προϊόντων που προτείνει σε σχέση με τα προϊόντα που καθορίζονται στις εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 34, παρ. 8, της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ έχει την έννοια ότι ο αναθέτων φορέας υποχρεούται να απαιτεί από τον προσφέροντα να αποδείξει, ήδη κατά την υποβολή της προσφοράς του, την ισοδυναμία των προϊόντων που προτείνει σε σχέση με τα προϊόντα που καθορίζονται στις εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές.

8. Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-679/16, Διαδικασία που κίνησε ο/η A - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 3, παρ. 1, του Κανονισμού 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Φιλανδίας (Korkeinhallinto-oikeus) στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο A και η οποία αφορούσε αίτηση του τελευταίου προς το τμήμα εξετάσεως αιτήσεων κοινωνικής ασφαλίσεως του Δήμου του Espoo,  να του παρασχεθεί προσωπική βοήθεια στο Ταλίν της Εσθονίας, όπου ο A παρακολουθούσε τριετές πρόγραμμα σπουδών νομικής, με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως. Ας σημειωθεί ότι ο Α ήταν ανάπηρος και χρειαζόταν βοήθεια για την άσκηση των καθημερινών του δραστηριοτήτων. 
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 1, στοιχείο α, του Κανονισμού 883/2004 έχει την έννοια ότι θεωρείται «παροχή ασθένειας» προσωπική βοήθεια, η οποία συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην κάλυψη των εξόδων των καθημερινών δραστηριοτήτων ατόμου με σοβαρή αναπηρία, προκειμένου να παρασχεθεί στο άτομο αυτό, που δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, η δυνατότητα να παρακολουθήσει ανώτερες σπουδές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο του ενωσιακού δικαίου έχει την έννοια ότι η ανωτέρω παροχή δεν εμπίπτει στην έννοια της «παροχής ασθενείας».
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ εμποδίζουν τον δήμο κατοικίας πολίτη Κράτους-μέλους (Φινλανδία), ο οποίος έχει σοβαρή αναπηρία, να αρνηθεί τη χορήγηση παροχής για τον λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος διαμένει σε άλλο Κράτος-μέλος (Εσθονία) προκειμένου να παρακολουθήσει εκεί ανώτερες σπουδές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ εμποδίζουν τον δήμο της κατοικίας πολίτη Κράτους-μέλους να αρνηθεί τη χορήγηση παροχής με την ανωτέρω αιτιολογία.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-629/16, Διαδικασία που κίνησε ο CX, - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 από την Τουρκική Δημοκρατία, τα Κράτη-μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, την ερμηνεία του πρόσθετου πρωτοκόλλου, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970, στις Βρυξέλλες, ως παράρτημα της Συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας και της αποφάσεως 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΚ-Τουρκίας για την εφαρμογή της οριστικής φάσης της τελωνειακής ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας (Verwaltungsgerichtshof)στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο CX σχετικά με πρόστιμο που του επέβαλε η διοικητική αρχή του διαμερίσματος του Schärding, της Αυστρίας για τον λόγο ότι πραγματοποίησε επαγγελματική μεταφορά εμπορευμάτων από την Τουρκία στο αυστριακό έδαφος χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν οι διατάξεις της Συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, του πρόσθετου πρωτοκόλλου και της αποφάσεως 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους (Αυστρία) σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων με έδρα την Τουρκία δύνανται να εκτελούν τέτοια μεταφορά με προορισμό την Αυστρία ή μέσω του αυστριακού εδάφους μόνον εφόσον διαθέτουν έγγραφα που εκδίδονται εντός των ορίων της ποσόστωσης που καθορίζεται για αυτό το είδος μεταφοράς ή εφόσον έχει χορηγηθεί άδεια λόγω σημαντικού δημοσίου συμφέροντος. Η ανωτέρω ποσόστωση προσδιορίστηκε βάσει της διμερούς συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Αυστρίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις της Συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, του προσθέτου πρωτοκόλλου και της αποφάσεως 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω επίμαχη ρύθμιση Κράτους-μέλους.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-585/16, Serin Alheto κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παρ. 1, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας καθώς και του άρθρου 35 και του άρθρου 46, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 12 παρ. 1 στοιχείο α, της Οδηγίας 2011/95 ορίζει τα εξής: «1. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα εφόσον: α) εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 1 σημείου Δ, της σύμβασης της Γενεύης, το οποίο αφορά την παροχή προστασίας ή συνδρομής από όργανα ή οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, εκτός της UNHCR. Σε περίπτωση που η εν λόγω προστασία ή συνδρομή έχει παύσει για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση των προσώπων αυτών σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τα εν λόγω πρόσωπα θα δικαιούνται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα της παρούσας οδηγίας». Σύμφωνα, επίσης, με το άρθρο 46 παρ. 3 της Οδηγίας 2013/32 «Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία [2011/95], τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.[...]». Τέλος το άρθρο 35 πρώτο εδάφιο στοιχείο β ορίζει «Μια χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως πρώτη χώρα ασύλου για ένα συγκεκριμένο αιτούντα εάν α)…………………..β) απολαύει άλλης επαρκούς προστασίας στην εν λόγω χώρα, επωφελούμενος μεταξύ άλλων από την αρχή της μη επαναπροώθησης, με την προϋπόθεση ότι θα γίνει εκ νέου δεκτός στη χώρα αυτή. Κατά την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωση του αιτούντος, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους το άρθρο 38 παράγραφος 1. Δίδεται στον αιτούντα η δυνατότητα να αμφισβητήσει την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωσή του». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Σόφιας της Βουλγαρίας (Administrativen sad Sofia-grad) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της αναπληρωτή διευθυντή της κρατικής υπηρεσίας για τους πρόσφυγες, η οποία αφορούσε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της S. Alheto. Ας σημειωθεί ότι η S. Alheto ήταν κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από την Παλαιστινιακή Αρχή και ήταν εγγεγραμμένη στην UNRWA. Αφού μετέβη στην Ιορδανία το προξενείο της Βουλγαρίας χορήγησε στην ενδιαφερομένη τουριστική θεώρηση και εισήλθε στην Βουλγαρία και εν συνεχεία υπέβαλε στην αρμόδια αρχή αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 12, παρ. 1, στοιχείο α, της Οδηγίας 2011/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παρ. 2, της Οδηγίας 2013/32, έχει την έννοια ότι για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται από πρόσωπο εγγεγραμμένο στην UNRWA (United Nations Relief and Works Agency for Palestine Refugees in the Near East), επιβάλλεται να εξετάζεται αν στο πρόσωπο αυτό παρέχεται αποτελεσματική προστασία ή συνδρομή από τον εν λόγω οργανισμό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα του ενωσιακού δικαίου έχουν την έννοια ότι για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται να εξετάζεται αν στο πρόσωπο αυτό παρέχεται αποτελεσματική προστασία ή συνδρομή από τον οργανισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει προηγουμένως απορριφθεί η αίτηση λόγω της συνδρομής άλλου λόγου αποκλεισμού ή απαραδέκτου.
Επίσης, εξετάστηκε αν το άρθρο 46, παρ. 3, της Οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δικαστήριο Κράτους-μέλους που κρίνει πρωτοδίκως προσφυγή κατά αποφάσεως επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας μπορεί να λάβει υπόψη πραγματικά στοιχεία και νομικά ζητήματα, τα οποία δεν εξετάσθηκαν από το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τα στοιχεία, τα οποία έλαβε ή θα μπορούσε να λάβει υπόψη το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση όσο και εκείνα που ανέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης αυτής.
Επίσης, ένα νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 35, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β, της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι, εφόσον σε πρόσωπο εγγεγραμμένο στην UNRWA παρέχεται πραγματική προστασία ή συνδρομή από τον οργανισμό αυτό σε τρίτη χώρα (Ιορδανία), η οποία δεν αποτελεί την περιοχή της συνήθους διαμονής του αλλά εντάσσεται στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται ότι προστατεύεται επαρκώς στην τρίτη αυτή χώρα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι πρόσωπο εγγεγραμμένο στην UNRWA πρέπει να θεωρηθεί ότι προστατεύεται επαρκώς στην Ιορδανία, όταν η εν λόγω χώρα:
– αναλαμβάνει τη δέσμευση να αποδεχτεί την επανεισδοχή του ενδιαφερομένου, ο οποίος έχει εγκαταλείψει την επικράτειά της για να ζητήσει διεθνή προστασία στην Ένωση και
– αναγνωρίζει την εν λόγω προστασία ή συνδρομή της UNRWA και σέβεται την αρχή της μη επαναπροώθησης, επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στον ενδιαφερόμενο να διαμείνει στο έδαφός της με ασφάλεια, υπό αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και για όσο διάστημα απαιτηθεί λόγω των κινδύνων που διατρέχει στον συνήθη τόπο διαμονής του.





Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 6/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Ιούνιος 2018
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-246/17, Ibrahima Diallo κατά État belge - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 10, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2004/38 «1. Το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους πιστοποιείται με τη χορήγηση εγγράφου το οποίο καλείται “Δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης”, το αργότερο εντός εξαμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η βεβαίωση υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής χορηγείται αμέσως». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας του Βελγίου στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ibrahima Diallo, υπηκόου Γουινέας, και του Βελγικού Δημοσίου αναφορικά με την απόρριψη της αιτήσεως του πρώτου να του χορηγηθεί δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, ο Diallo υπέβαλε αίτηση προκειμένου να του χορηγηθεί δελτίο διαμονής ως ανιών τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας, που κατοικεί στο Βέλγιο.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι η απόφαση επί αιτήσεως για χορήγηση δελτίου διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης πρέπει να εκδίδεται και να κοινοποιείται εντός της εξάμηνης προθεσμίας που τάσσει η διάταξη αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η χορήγηση δελτίου διαμονής μέλους οικογένειας πολίτης της ΕΕ πρέπει να εκδίδεται και να κοινοποιείται εντός της εξάμηνης προθεσμίας.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2004/38 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να χορηγούν αυτοδικαίως στον ενδιαφερόμενο δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης, οσάκις έχει παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία, χωρίς να πιστοποιούν προηγουμένως ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί πράγματι τις προϋποθέσεις για διαμονή στο Κράτος-μέλος υποδοχής σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.
Αναφορικά με το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η χορήγηση τίτλου διαμονής πρέπει να θεωρείται πράξη με την οποία διαπιστώνεται, από το Κράτος -μέλος, η ατομική κατάσταση ενός υπηκόου. Έτσι, ο χαρακτήρας των δελτίων διαμονής είναι αναγνωριστικός και αποστολή τους είναι να πιστοποιούν ένα προϋφιστάμενο δικαίωμα διαμονής. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2004/38 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Το τρίτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσον το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία βάσει της οποίας, κατόπιν δικαστικής ακυρώσεως αποφάσεως περί μη χορηγήσεως δελτίου διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης, η αρμόδια εθνική αρχή διαθέτει αυτομάτως εκ νέου ακέραιη την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 10, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2004/38 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομολογία.

2. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-83/17, KP κατά LO - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 2, του Πρωτοκόλλου της Χάγης, της 23ης Νοεμβρίου 2007, σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής, που εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την Aπόφαση 2009/941/ΕΚ του Συμβουλίου. Το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου της Χάγης ορίζει τα εξής: «1. Εκτός αντίθετης διάταξης του [Πρωτοκόλλου της Χάγης], οι υποχρεώσεις διατροφής διέπονται από το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής. 2. Σε περίπτωση αλλαγής της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους της νέας συνήθους διαμονής από τη στιγμή κατά την οποία επέρχεται η συγκεκριμένη μεταβολή.». Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της Χάγης «2. Όταν, δυνάμει του δικαίου που αναφέρεται στο άρθρο 3, ο δικαιούχος δεν μπορεί να επιτύχει διατροφή από τον υπόχρεο, εφαρμόζεται το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή (lex fori)». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ανήλικης KP και του πατέρα της, LO, σχετικά με αξιώσεις διατροφής. Ειδικότερα, η KP και οι γονείς της είναι Γερμανοί υπήκοοι που ζούσαν στη Γερμανία μέχρι τον Μάιο του 2015. Στις 28 Μαΐου 2015, η ΚΡ και η μητέρα της εγκαταστάθηκαν στην Αυστρία που έγινε ο τόπος της νέας συνήθους διαμονής τους. Εν συνεχεία, η KP άσκησε αγωγή διατροφής κατά του LO ενώπιον του ειρηνοδικείου Fünfhaus της Αυστρίας. Στις 18 Μαΐου 2016, η KP διεύρυνε το αίτημά της για την περίοδο από 1ης Ιουνίου 2013 έως τις 31 Μαΐου 2015. Ωστόσο, το ειρηνοδικείο Fünfhaus απέρριψε το αίτημα της KP για καταβολή διατροφής για την περίοδο από 1ης Ιουνίου 2013 έως τις 31 Μαΐου 2015, με το σκεπτικό ότι για το χρονικό αυτό διάστημα έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου της Χάγης, να εφαρμοσθεί το γερμανικό δίκαιο του οποίου οι προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση καθυστερούμενης διατροφής δεν πληρούνταν. Σύμφωνα με την απόφαση του Ειρηνοδικείου το άρθρο 4, παρ. 2, του Πρωτοκόλλου της Χάγης σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου του δικάζοντος δικαστή, αφορά μόνον τα δικαιώματα που γεννώνται μετά την εγκατάσταση στον νέο τόπο συνήθους διαμονής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, παρ. 2, του Πρωτοκόλλου της Χάγης έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε περίπτωση στην οποία ο δικαιούχος διατροφής, που άλλαξε συνήθη διαμονή, υποβάλει, ενώπιον δικαστηρίου του κράτους της νέας συνήθους διαμονής του, αίτηση περί καταβολής διατροφής για προγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο κατοικούσε σε άλλο Κράτος-μέλος (Γερμανία).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της Χάγης έχει την έννοια ότι :
–  το γεγονός ότι το κράτος του δικάζοντος δικαστή συμπίπτει με το κράτος της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής δεν αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, εφόσον το δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο από τον επικουρικό κανόνα συνδέσεως που η διάταξη αυτή προβλέπει δεν συμπίπτει με το δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο από τον βασικό κανόνα συνδέσεως που προβλέπει το άρθρο 3 του εν λόγω πρωτοκόλλου
–   σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος διατροφής, ο οποίος άλλαξε συνήθη διαμονή, υποβάλει αίτηση για διατροφή για παρελθόν χρονικό διάστημα (όπου κατοικούσε στη Γερμανία) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους της νέας συνήθους διαμονής του (Αυστρία), το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή, που είναι και το δίκαιο του κράτους της νέας συνήθους διαμονής του (αυστριακό), μπορεί να εφαρμοσθεί εάν τα δικαστήρια του Κράτους-μέλους εκδικάσεως της υποθέσεως είχαν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση διαφορών σχετικά με υποχρεώσεις διατροφής που αφορούσαν τους διαδίκους αυτούς και αναφέρονταν στο εν λόγω χρονικό διάστημα.

3.ΔΕΕ, απόφαση της 26ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-451/16, MB κατά Secretary of State for Work and Pensions - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.  Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 της ανωτέρω Οδηγίας «Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά: – το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους προσβάσεως στα συστήματα αυτά, [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της MB και του Υφυπουργού Εργασίας και Συντάξεων, του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την άρνηση χορηγήσεως στην προσφεύγουσα κρατικής συντάξεως γήρατος από τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως των προσώπων του φύλου που απέκτησε η ίδια κατόπιν αλλαγής φύλου. Ειδικότερα, η ΜΒ γεννήθηκε το 1948 και το φύλο γεννήσεώς της ήταν άρρεν ενώ το 1974 συνήψε γάμο. Το εν λόγω πρόσωπο άρχισε να ζει ως γυναίκα το 1991 και το 1995 υποβλήθηκε σε εγχείρηση αλλαγής φύλου. Ωστόσο, η ΜΒ δεν είχε οριστικό πιστοποιητικό αναγνωρίσεως της αλλαγής φύλου στην οποία προέβη, διότι η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού προϋποθέτει την ακύρωση του γάμου της. Τόσο η ίδια όσο και η σύζυγός της επιθυμούσαν να παραμείνουν έγγαμοι για θρησκευτικούς λόγους. Το 2008, η ΜΒ, έχοντας συμπληρώσει το 60ό έτος της, ήτοι την ηλικία στην οποία οι γεννηθείσες προ της 6ης Απριλίου 1950 γυναίκες δύνανται, κατά το εθνικό δίκαιο, να λάβουν κρατική σύνταξη γήρατος «κατηγορίας Α», υπέβαλε αίτηση ζητώντας να λάβει την εν λόγω σύνταξη από την ηλικία αυτή βάσει των εισφορών που είχε καταβάλει, στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Η αίτησή της απορρίφθηκε λόγω έλλειψης οριστικού πιστοποιητικού αναγνωρίσεως της αλλαγής φύλου στην οποία είχε προβεί και ως εκ τούτου η ΜΒ δεν ήταν δυνατόν να εκληφθεί ως γυναίκα από πλευράς του προσδιορισμού της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεώς της.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 79/7, και ιδίως το άρθρο 4, παρ. 1, πρώτη περίπτωση έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει σε πρόσωπο το οποίο έχει προβεί σε αλλαγή φύλου να πληροί όχι μόνο σωματικά, κοινωνικά και ψυχολογικά κριτήρια, αλλά και την προϋπόθεση ότι δεν είναι έγγαμο με πρόσωπο του φύλου που απέκτησε και το ίδιο κατόπιν της εν λόγω αλλαγής φύλου, προκειμένου να δικαιούται να λάβει κρατική σύνταξη γήρατος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στις διατάξεις της Οδηγίας 79/7 περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-210/16,  Unabhängiges Landeszentrum für Datenschutz Schleswig-Holstein κατά Wirtschaftsakademie Schleswig-Holstein GmbH - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ανεξάρτητης περιφερειακής αρχής προστασίας δεδομένων του Schleswig-Holstein της Γερμανίας (ULD) και της Wirtschaftsakademie Schleswig-Holstein GmbH, εταιρίας ιδιωτικού δικαίου ειδικευμένης στον τομέα της εκπαιδεύσεως. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα διαταγής, που εξέδωσε η ULD έναντι της εν λόγω εταιρίας, να απενεργοποιήσει τη σελίδα της, που φιλοξενείται στον ιστότοπο του μέσου κοινωνικής δικτυώσεως Facebook.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχείο δ (Υπεύθυνος επεξεργασίας) της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει να ευθύνεται, σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ένας φορέας, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή σελίδας (Wirtschaftsakademie) σε μέσο κοινωνικής δικτυώσεως, λόγω της επιλογής του να χρησιμοποιήσει το εν λόγω μέσο κοινωνικής δικτυώσεως για τη διάδοση πληροφοριών. Ως υπεύθυνος επεξεργασίας νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας που μόνος ή από κοινού με άλλους καθορίζει τους στόχους και τον τρόπο της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχ. δ, της Οδηγίας 95/46 και η έννοια «υπεύθυνος της επεξεργασίας» καλύπτει και τον διαχειριστή σελίδας που φιλοξενείται σε μέσο κοινωνικής δικτυώσεως.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, παρ. 1, στοιχείο αʹ, καθώς και το άρθρο 28, παρ. 3 και 6, της Οδηγίας 95/46 έχουν την έννοια ότι η αρχή ελέγχου της Γερμανίας μπορεί να ασκήσει έναντι φορέα εγκατεστημένου στο έδαφος της Γερμανίας τις εξουσίες παρεμβάσεως λόγω παραβάσεως των ανωτέρω κανόνων από τρίτο υπεύθυνο επεξεργασίας των δεδομένων αυτών (facebook) που έχει την έδρα του σε άλλο Κράτος-μέλος (Ιρλανδία)χωρίς προηγουμένως να καλέσει την αρχή ελέγχου του άλλου Κράτους-μέλους να παρέμβει.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δύναται η γερμανική αρχή να εκτιμήσει αυτοτελώς τη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς να καλέσει προηγουμένως την αρχή της Ιρλανδίας.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 5ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-677/16, Montero Mateos κατά Αgencia Madrileña de Atención Social dela Consejería de Políticas Socialesy Familia dela Comunidad Autónoma de Madrid - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε  την ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 της συμφωνίας-πλαισίου «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών της Μαδρίτης (Juzgado de lo Social n° 33 de Madrid) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Lucía Montero Mateos και της Υπηρεσίας Κοινωνικής Αρωγής σχετικά με τη λήξη της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας προσωρινής απασχολήσεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που δεν προβλέπει την καταβολή αποζημιώσεως (κατά τη λήξη της χρονικής περιόδου της εργασιακής σύμβασης) στους εργαζομένους οι οποίοι απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με σκοπό την προσωρινή πλήρωση θέσεως εργασίας ενόσω διαρκεί η διαδικασία προσλήψεως ή προαγωγής για την οριστική πλήρωση της εν λόγω θέσεως ενώ στους εργαζομένους αορίστου χρόνου χορηγείται αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους για αντικειμενική αιτία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 5ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-574/16, Grupo Norte Facility SA κατά Angel Manuel Moreira Gómez - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο δικαστήριο της Γαλικίας της Ισπανίας (Τribunal Superior de Justicia de Galicia) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Grupo Norte Facility SA και του Angel Manuel Moreira Gómez σχετικά με τη λήξη της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας αναπληρώσεως. Ως σύμβαση εργασίας αναπληρώσεως νοείται η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίζεται με σκοπό την κάλυψη του χρόνου εργασίας τον οποίο αφήνει ακάλυπτο ένας μερικώς συνταξιοδοτούμενος εργαζόμενος,
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία η αποζημίωση που καταβάλλεται, κατά τη λήξη της σύμβασης, στους εργαζομένους που απασχολούνται βάσει συμβάσεως αναπληρώσεως είναι χαμηλότερη από την αποζημίωση που χορηγείται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους από αντικειμενική αιτία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ρήτρα δεν αντιτίθεται στη συγκεκριμένη εθνική ρύθμιση περί καταβολής χαμηλότερης αποζημιώσεως στους εργαζομένους που απασχολούνται βάσει συμβάσεων αναπληρώσεως ορισμένου χρόνου.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 5ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-673/16, Relu Adrian Comanκ.λπ. κατά Inspectoratul Generalpentru Imigrări και Ministerul Afacerilor Interne - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παρ. 1 και παρ. 2, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και του άρθρου 7, παρ. 2, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας (Curtea Constituţională) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Relu Adrian Coman, Robert Clabourn Hamilton και της Asoaţia Accept και, αφετέρου, της γενικής επιθεωρήσεως μεταναστεύσεως, και του Υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως στον R. C. Hamilton δικαιώματος διαμονής άνω των τριών μηνών στη Ρουμανία. Ειδικότερα, οι R. A. Coman, ρουμανικής και αμερικανικής ιθαγενείας και R. C. Hamilton, αμερικανικής ιθαγενείας συνήψαν γάμο στις Βρυξέλλες τον Νοέμβριο του 2010. Τον Δεκέμβριο του 2012, ο R. A. Coman και ο R. C. Hamilton απευθύνθηκαν στην Επιθεώρηση προκειμένου να ενημερωθούν σχετικά με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο R. C. Hamilton, ο οποίος δεν ήταν πολίτης της Ένωσης, θα μπορούσε, ως μέλος της οικογένειας του R. A. Coman, να αποκτήσει δικαίωμα νόμιμης διαμονής στη Ρουμανία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών. Η Επιθεώρηση ενημέρωσε τους R. A. Coman και R. C. Hamilton ότι ο τελευταίος είχε δικαίωμα διαμονής τριών μόνο μηνών, καθότι, σύμφωνα με τον αστικό κώδικα δεν αναγνωρίζεται γάμος όσον αφορά άτομα του ιδίου φύλου και, επιπροσθέτως ότι δεν ήταν δυνατόν να παραταθεί το δικαίωμα του R. C. Hamilton για προσωρινή διαμονή στη Ρουμανία για λόγους οικογενειακής επανενώσεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 21 παρ. 1 ΣΛΕΕ έχει την έννοια, ότι στην περίπτωση που πολίτης της Ένωσης, ο οποίος έχει κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2004/38 μεταβαίνοντας και διαμένοντας πράγματι σε διαφορετικό Κράτος-μέλος από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια και έχει συνάψει νομίμως γάμο εντός του Κράτους-μέλους υποδοχής (Βέλγιο), οι αρμόδιες αρχές της Ρουμανίας δεν δύνανται να αρνηθούν να χορηγήσουν στον υπήκοο τρίτου κράτους δικαίωμα διαμονής στη Ρουμανία με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του εν λόγω Κράτους-μέλους δεν προβλέπει γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές του Κράτους-μέλους (Ρουμανία) δεν δύνανται να αρνηθούν να χορηγήσουν στον υπήκοο τρίτου κράτους δικαίωμα διαμονής στο έδαφος του Κράτους-μέλους, με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του εν λόγω Κράτους-μέλους δεν προβλέπει γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-15/16, Bundesanstaltfür Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 54, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας  «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών ή των φορέων στους οποίους έχουν μεταβιβαστεί καθήκοντα βάσει του άρθρου 48 παράγραφος 2, καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Καμία πληροφορία που περιέρχεται στα πρόσωπα αυτά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο υπό συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή που δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας μεμονωμένων επιχειρήσεων, διαχειριστών αγοράς, ρυθμιζόμενων αγορών ή άλλου προσώπου, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο ή σε άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της  Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της αρχής εποπτείας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και του Ewald Baumeister σχετικά με την απόφαση της αρχής αυτής να μην επιτρέψει την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα, που αφορούσαν τη Phoenix Kapitaldienst GmbH.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 54, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/39 έχει την έννοια ότι όλες οι πληροφορίες σχετικά με την εποπτευόμενη επιχείρηση τις οποίες αυτή έχει διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή, καθώς και όλες οι εκτιμήσεις της εν λόγω αρχής που περιέχονται στον σχετικό με την εποπτεία φάκελό της, συμπεριλαμβανομένης της αλληλογραφίας της με άλλους φορείς, συνιστούν, άνευ περαιτέρω προϋποθέσεων, εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες επομένως καλύπτονται από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου κατά τη διάταξη αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 54, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/39 έχει την έννοια ότι όλες οι πληροφορίες που αφορούν την εποπτευόμενη επιχείρηση δεν συνιστούν, άνευ περαιτέρω προϋποθέσεων, εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες, συνεπώς, καλύπτονται από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου κατά τη διάταξη αυτή. 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ εκτίμησε ότι εμπίπτουν στον χαρακτηρισμό των εμπιστευτικών πληροφοριών οι ευρισκόμενες στην κατοχή των αρμοδίων αρχών πληροφορίες οι οποίες, πρώτον, δεν έχουν δημόσιο χαρακτήρα και των οποίων, δεύτερον, η δημοσιοποίηση μπορεί πιθανώς να βλάψει τα συμφέροντα του φυσικού ή νομικού προσώπου που τις προσκόμισε ή τρίτου, ή ακόμη την ομαλή λειτουργία του συστήματος ελέγχου της δραστηριότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων το οποίο θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης με την Οδηγία 2004/39.

9. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-530/16 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας - Παράβαση Κράτους-μέλους 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την προσφυγή που άσκησε, ζητούσε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 21, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τα ατυχήματα και τα συμβάντα που αναφέρονται στο άρθρο 19 διερευνώνται από μόνιμο φορέα, ο οποίος περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον άτομο ικανό να επιτελεί τα καθήκοντα του υπεύθυνου έρευνας σε περίπτωση ατυχήματος ή συμβάντος. Ο εν λόγω φορέας είναι ανεξάρτητος ως προς την οργάνωση, τη νομική μορφή και τη λήψη αποφάσεων από οποιονδήποτε διαχειριστή υποδομής, σιδηροδρομική επιχείρηση, φορέα χρέωσης, φορέα κατανομής και κοινοποιημένο οργανισμό και από οποιονδήποτε τρίτο με συμφέροντα αντικρουόμενα με τα καθήκοντα που ανατίθενται στον φορέα διερεύνησης. Επιπλέον, είναι λειτουργικά ανεξάρτητος από την αρχή για την ασφάλεια και από οποιονδήποτε σιδηροδρομικό ρυθμιστικό φορέα».
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν διασφάλισε την ανεξαρτησία λήψης αποφάσεων της μόνιμης Εθνικής Επιτροπής Διερευνήσεως Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων (PKBWKP) έναντι του διαχειριστή υποδομής και της σιδηροδρομικής επιχείρησης που ελέγχονται από τον υπουργό μεταφορών.
Ως εκ τούτου, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την οργανωτική ανεξαρτησία και την ανεξαρτησία λήψης αποφάσεων του φορέα διερεύνησης σιδηροδρομικών ατυχημάτων παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 21, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/49/ΕΚ

10. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-181/16, Sadikou Gnandi κατά État Belge - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τις διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς και της αρχής της μη επαναπροωθήσεως και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, που κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, με το άρθρο 18 και το άρθρο 19, παράγραφος 2, καθώς και με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου (Conseild’État) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Sadikou Gnandi και του État Belge (Βελγικού Δημοσίου), σχετικά με τη νομιμότητα αποφάσεως διατάσσουσας τον πρώτο να εγκαταλείψει τη βελγική επικράτεια.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2008/115, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την Οδηγία 2005/85 και με γνώμονα την αρχή της μη επαναπροωθήσεως και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής, βάσει του άρθρου 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2008/115, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς διεθνούς προστασίας, ήδη από τη χρονική στιγμή απορρίψεως της αιτήσεως από την αρμόδια αρχή και ως εκ τούτου πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2008/115 έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής. 
Ωστόσο, τα ανωτέρω ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι το οικείο Κράτος-μέλος διασφαλίζει: α) την αναστολή του συνόλου των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως επιστροφής εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής, β) ότι ο αιτών δύναται, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει της Οδηγίας 2003/9 και να προβάλει οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων η οποία επήλθε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής περί επιστροφής και η οποία δύναται να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου βάσει της Oδηγίας 2008/115.