Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

CES-Duth Working Paper 1/2018
Ο θεσμός της Ενισχυμένης Εποπτείας Κρατών-μελών της Ευρωζώνης και η μεταπρογραμματική επιτήρηση της Ελλάδας
Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ

1. Εισαγωγή 

Το τελευταίο διάστημα και όσο πλησιάζουμε στη λήξη του τρέχοντος ελληνικού προγράμματος (Αύγουστος 2018), που ήταν το αποτέλεσμα της χρηματοδοτικής συνδρομής της χώρας μας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) τον Αύγουστο του 2015, η συζήτηση στρέφεται στο τι θα ακολουθήσει σε σχέση με την εποπτεία (επιτροπεία για πολλούς) της Ελλάδας από τους μηχανισμούς της Ευρωζώνης. Ακούγονται και γράφονται διάφορα, όπως ότι η Ελλάδα εξέρχεται της επιτροπείας, ότι ανακτά την εθνική – οικονομική της κυριαρχία, ότι τελειώνει η απεχθής και εξωθεσμική τρόικα (ή κουαρτέτο) κα. Υπάρχουν, βέβαια και αυτοί που υποστηρίζουν ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει και ότι η Ελλάδα θα βρίσκεται σε εποπτεία για πολλά ακόμη χρόνια. Στην περίπτωση αυτή αναζητούνται οι μηχανισμοί εποπτείας που μπορεί να εφαρμοσθούν. Και πάλι ακούγονται και γράφονται διάφορα, όπως ότι κάποιου είδους εποπτεία θα υπάρξει, που όμως θα είναι ηπιότερη της σημερινής, ότι θα εφαρμοσθεί μια «υβριδικού τύπου εποπτεία» κα. Στη συζήτηση αυτή παραγνωρίζεται, ενδεχομένως σκοπίμως, ότι η ΕΕ και η Ευρωζώνη σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης της διακυβέρνησης της ΟΝΕ και της Ζώνης του Ευρώ έχουν ήδη από το 2013 υιοθετήσει το μηχανισμό εποπτείας, που εφαρμόζεται τόσο στα Κράτη-μέλη που ζητούν ή λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή και βρίσκονται σε πρόγραμμα  προσαρμογής όσο και στα Κράτη-μέλη που εξήλθαν ενός τέτοιο προγράμματος (μεταπρογραμματική εποπτεία). Ο θεσμός αυτός είναι η Ενισχυμένη Οικονομική και Δημοσιονομική Εποπτεία, στην οποία μετά μεγάλης πιθανότητας πρόκειται να τεθεί η Ελλάδα με απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ. Παρακάτω παρουσιάζεται η Ενισχυμένη Εποπτεία (πεδίο εφαρμογής και περιεχόμενο) ως ο εν δυνάμει μηχανισμός μεταπρογραμματικής εποπτείας της Ελλάδας. Οι γραμμές που ακολουθούν αποτελούν προσαρμοσμένο απόσπασμα από τη μελέτη μας: Μ. Δ. Χρυσομάλλη, Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση:  Οικοδόμηση, Εμβάθυνση, Ζητήματα Δημοκρατίας και Κράτους Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη 2018, σελ.  209 – 215. 

Με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1176/2011 (δέσμη έξι νομοθετικών μέτρων) επεκτάθηκε το πεδίο ελέγχου και συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στο πλαίσιο της ΟΝΕ, πέρα από το χρέος και το έλλειμμα και σε κάθε πτυχή ή επιλογή οικονομικής επιλογής, που θα μπορούσε να επιφέρει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Προς τούτο δημιουργήθηκε Μηχανισμός Επαγρύπνησης για την παρακολούθηση και τον έγκαιρο εντοπισμό των νεοεμφανιζόμενων μακροοικονομικών ανισορροπιών ενώ για την αποτελεσματική λειτουργία του Μηχανισμού, καθιερώθηκε η τήρηση Πίνακα Αποτελεσμάτων (scoreboard) στο πλαίσιο του οποίου αξιολογούνται οικονομικές επιλογές των Κρατών-μελών. Οι παραπάνω ρυθμίσεις αφορούν το σύνολο των Κρατών-μελών της ΕΕ στο πλαίσιο των διαδικασιών της Πολυμερούς Εποπτείας του άρθρου 121 ΣΛΕΕ και του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ). Ωστόσο, οι παραπάνω ρυθμίσεις, αξιολογούμενες με βάση την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ειδικά στο πλαίσιο της Ευρωζώνης με τη κρίση χρέους Κρατών-μελών της και το γεγονός ότι κάποια απ’ αυτά βρίσκονταν ήδη σε καθεστώς χρηματοδοτικής συνδρομής ή και στα πρόθυρα αυτής, κρίθηκαν ανεπαρκείς. Έτσι, θεωρήθηκε σκόπιμο να ενισχυθεί η ασκούμενη εποπτεία ειδικά για τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ, ώστε να ικανοποιήσει τις εξής ανάγκες:

Πρώτον, να υπάρξει η αναγκαία και πλήρης συνέπεια του ενωσιακού πλαισίου Πολυμερούς Εποπτείας, που καθιερώνει η Συνθήκη (άρθρο 121 ΣΛΕΕ) και το παράγωγο δίκαιο, με τους πιθανούς «αυστηρούς όρους  πολιτικής» από τους οποίους εξαρτάται η χρηματοδοτική συνδρομή (conditionality), που λαμβάνουν Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης από τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς χρηματοδοτικής στήριξης. Κατ’ ουσία οι προβλέψεις της Συνθ.ΕΜΣ για την παρακολούθηση του βαθμού συμμόρφωσης των Κρατών-μελών, που βρίσκονται σε πρόγραμμα χρηματοδοτικής συνδρομής, εξειδικεύονται και ενσωματώνονται στην ενωσιακή έννομη τάξη, περνώντας από το επίπεδο του δημοσίου διεθνούς δικαίου (Συνθ.ΕΜΣ) και της αναπτυχθείσας πρακτικής στο επίπεδο της νομοθεσίας της Ένωσης με ότι αυτό συνεπάγεται. 

Δεύτερον, να κλιμακωθεί η ένταση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας, έτσι ώστε αυτή να είναι ανάλογη και αντίστοιχη με τη σοβαρότητα των χρηματοοικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει κάθε Κράτος-μέλος της Ευρωζώνης και να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η φύση της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από απλή προληπτική στήριξη βασισμένη σε όρους επιλεξιμότητας έως ένα πλήρες πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής, συνοδευόμενο από «αυστηρούς όρους πολιτικής».

Για την ικανοποίηση των παραπάνω αναγκών ο Κανονισμός ΕΕ 472/2013 καθιέρωσε την Ενισχυμένη Οικονομική και Δημοσιονομική Εποπτεία, που εφαρμόζεται μόνο στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. 

2. Το πεδίο εφαρμογής της Ενισχυμένης Εποπτείας

Η Ενισχυμένη Εποπτεία εφαρμόζεται στις εξής περιπτώσεις Κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ: 

(α) Κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής μπορεί να τεθεί Κράτος-μέλος της Ζώνης του Ευρώ υπό Ενισχυμένη Εποπτεία, όταν αυτό αντιμετωπίζει ή απειλείται από σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με τη χρηματοοικονομική του σταθερότητα, που ενδέχεται να έχουν δυσμενείς δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Για την εκτίμησή της Επιτροπή, που ενεργεί προληπτικά και κατά διακριτική ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη το Μηχανισμό Επαγρύπνησης του Κανονισμού (ΕΕ) 1176/2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών ή, όταν υπάρχει, την πιο πρόσφατη ενδελεχή επισκόπηση, καθώς επίσης και τους όρους δανεισμού του εν λόγω Κράτους-μέλους, το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής των χρεών του, την ευρωστία του δημοσιονομικού του πλαισίου, τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών του, τη σοβαρότητα του βάρους του χρέους του και τον κίνδυνο μετάδοσης σοβαρών πιέσεων στον χρηματοπιστωτικό του τομέα για τη δημοσιονομική του κατάσταση ή στον χρηματοπιστωτικό τομέα άλλων Κρατών-μελών. Στο εν λόγω Κράτος-μέλος παρέχεται η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του προτού η Επιτροπή λάβει την απόφασή της για να το θέσει υπό ενισχυμένη εποπτεία. Η απόφαση της Επιτροπής ανανεώνεται κάθε έξι μήνες.

(β) Υποχρεωτικά με απόφαση της Επιτροπής τίθεται υπό το καθεστώς Ενισχυμένης Εποπτείας ένα Κράτος-μέλος, που λαμβάνει χρηματοδοτική συνδρομή σε προληπτική βάση από ένα ή περισσότερα Κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες ή τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς χρηματοδοτικής στήριξης (ΕΜΧΣ, ΕΤΧΣ και ΕΜΣ) ή από άλλο διεθνή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, όπως το ΔΝΤ. Κράτος-μέλος, πάντως, που λαμβάνει χρηματοδοτική συνδρομή σε προληπτική βάση με τη μορφή γραμμών πίστωσης, οι οποίες δεν συνδέονται με τη λήψη νέων μέτρων πολιτικής από το οικείο Κράτος- μέλος, εφόσον οι γραμμές πίστωσης δεν διακόπτονται, δεν τίθεται υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. 

(γ) Υποχρεωτικά με απόφαση της Επιτροπής τίθεται υπό το καθεστώς Ενισχυμένης Εποπτείας ένα Κράτος-μέλος της Ευρωζώνης, που ζητά ή λαμβάνει ήδη χρηματοδοτική συνδρομή από ένα ή περισσότερα Κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες ή τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς χρηματοδοτικής στήριξης (ΕΜΧΣ, ΕΤΧΣ και ΕΜΣ) ή από άλλο διεθνή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, όπως το ΔΝΤ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εισάγεται και εξειδικεύεται στην ενωσιακή νομοθεσία η πρόβλεψη του άρθρου 13 παρ. 7 Συνθ.ΕΜΣ σύμφωνα με την οποία «η Επιτροπή σε συνεργασία με την ΕΚΤ και, εφόσον είναι εφικτό, από κοινού με το ΔΝΤ επιφορτίζεται με την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τους όρους που συνοδεύουν τη διευκόλυνση χρηματοπιστωτικής συνδρομής». Για την αποτελεσματική, λοιπόν, «παρακολούθηση της συμμόρφωσης» καθιερώνεται το «καθεστώς της Ενισχυμένης Εποπτείας».

(δ) Κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου τα Κράτη-μέλη, που έχουν εξέλθει προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής στο πλαίσιο χορήγησης χρηματοδοτικής συνδρομής, μπορούν να παραμείνουν υπό καθεστώς Ενισχυμένης Εποπτείας (μετά-προγραμματική εποπτεία) εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της συνδρομής που έχουν λάβει. Στην περίπτωση αυτή για την παράταση του καθεστώτος Ενισχυμένης Εποπτείας αποφασίζει το Συμβούλιο, αν, μετά από πρόταση της Επιτροπής, κρίνει ότι  «εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του οικείου Κράτους-μέλους». Η σχετική πρόταση της Επιτροπής θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να την απορρίψει μέσα σε 10 ημέρες από την έγκρισή της από την Επιτροπή (αντίστροφη ειδική πλειοψηφία).

Από τις παραπάνω περιπτώσεις η πιο ενδιαφέρουσα είναι η τελευταία, αφού κατ’ ουσία η διατήρηση της Ενισχυμένης Εποπτείας σηματοδοτεί την έλλειψη εμπιστοσύνης των υπολοίπων Κρατών-μελών της Ευρωζώνης και δανειστών στο Κράτος-μέλος που εξέρχεται προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Προφανώς λόγω του πολιτικού χαρακτήρα και των πολιτικών επιπτώσεων που συνεπάγεται μια τέτοια απόφαση η λήψη της ανατίθεται στο Συμβούλιο, που, πάντως,  αποφασίζει σχετικά υπό τους περιορισμούς που θέτει η αντίστροφη ειδική πλειοψηφία.  Έτσι ίσως έτσι εξηγείται η φιλολογία που αναπτύσσεται κατά καιρούς γύρω από την πιθανή ύπαρξη «χρηματοδοτικού κενού» της Ελλάδας μετά την έξοδό της από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και η «προθυμία» των υπολοίπων Κρατών-μελών να το καλύψουν με νέα χρηματοδοτική συνδρομή, όταν μάλιστα διαφαίνεται ότι οι όποιες δανειακές ανάγκες της χώρας μπορούν να καλυφθούν από τις αγορές μετά τη σταδιακή αποκατάσταση της δυνατότητας πρόσβασης σε αυτές. Τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης προτιμούν ενδεχομένως με την παροχή (ή επιβολή) ενός νέου δανείου να διατηρήσουν με αυτόματο τρόπο την Ενισχυμένη Εποπτεία παρά να χρειασθεί να λάβουν την πολιτική απόφαση, με την οποία θα εκδηλώσουν την έλλειψη εμπιστοσύνης στην Ελλάδα σχετικά με τη διατήρηση της «δημοσιονομικής βιωσιμότητάς της», όταν μάλιστα μια τέτοια απόφαση θα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση με τις δηλώσεις περί επιτυχούς ολοκλήρωσης του προγράμματος.   

3. Το περιεχόμενο της Ενισχυμένης Εποπτείας

Κατά την Επιτροπή οι διαδικασίες που συνεπάγεται το καθεστώς της Ενισχυμένης Εποπτείας αφενός θα επιτρέψουν τη στενότερη παρακολούθηση χωρών, που είτε απειλούνται, είτε αντιμετωπίζουν χρηματοπιστωτικές δυσκολίες και αφετέρου θα δώσουν στην Επιτροπή και στα άλλα όργανα εποπτείας τις απαιτούμενες εξουσίες για να διασφαλίσουν ή να αποκαταστήσουν μια διατηρήσιμη πορεία για τα δημόσια οικονομικά του Κράτους-μέλους που υπάγεται στο εν λόγω καθεστώς. Συγκεκριμένα, 

Πρώτον, το Κράτος- μέλος, που υπόκειται σε Ενισχυμένη Εποπτεία, μετά από διαβούλευση και σε συνεργασία με την Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της ενεργεί σε συνεννόηση με την ΕΚΤ, τις Εθνικές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) και, όπου είναι σκόπιμο, το ΔΝΤ, εγκρίνει μέτρα που στοχεύουν στην αντιμετώπιση των πηγών ή των δυνητικών πηγών των δυσκολιών. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά με τα παραπάνω μέτρα την αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την ΟΔΕ, το Euro Working Group, καθώς και το κοινοβούλιο του οικείου Κράτους-μέλους, όπου έχει εφαρμογή η Ενισχυμένη Εποπτεία και σύμφωνα με την εθνική πρακτική. Η στενότερη παρακολούθηση της δημοσιονομικής κατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2, 3 και 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013,  σχετικά με κοινές διατάξεις για την παρακολούθηση και την εκτίμηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και τη διασφάλιση της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος των Κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ, εφαρμόζεται σε Κράτος-μέλος που υπόκειται σε Ενισχυμένη Εποπτεία, ασχέτως της ύπαρξης υπερβολικού ελλείμματος στο εν λόγω Κράτος-μέλος. Η σχετική έκθεση υποβάλλεται σε τριμηνιαία βάση.

Δεύτερον, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, το Κράτος-μέλος, που υπόκειται σε Ενισχυμένη Εποπτεία κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Επιτροπής ή που λαμβάνει χρηματοδοτική συνδρομή σε προληπτική βάση, υποχρεώνεται:
α) Να κοινοποιεί στην ΕΚΤ, υπό την εποπτική ιδιότητά της, και, όπου είναι σκόπιμο, στις αρμόδιες ΕΕΑ, με τη συχνότητα που του έχει ζητηθεί, αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τις εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό του σύστημα, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης των αποτελεσμάτων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ή των αναλύσεων ευαισθησίας.
β) Να διενεργεί, υπό την Εποπτεία της ΕΚΤ, υπό την εποπτική ιδιότητά της, ή, όταν είναι σκόπιμο, υπό την εποπτεία των αρμόδιων ΕΕΑ, τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων ή τις αναλύσεις ευαισθησίας, κατά περίπτωση, για να εκτιμήσει την ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα σε διάφορους μακροοικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς, όπως ορίζεται από την Επιτροπή και την ΕΚΤ, σε συνεννόηση με τις αρμόδιες ΕΕΑ και με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου.
γ) Να υποβάλλεται σε τακτικές εκτιμήσεις των εποπτικών ικανοτήτων του επί του χρηματοπιστωτικού τομέα στο πλαίσιο ειδικής αξιολόγησης, που διενεργείται από την ΕΚΤ, υπό την εποπτική ιδιότητά της, ή, όταν είναι σκόπιμο, από τις αρμόδιες ΕΕΑ.
δ) Να κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε πληροφορία που χρειάζεται για την παρακολούθηση μακροοικονομικών ανισορροπιών, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1176/2011.
Με βάση την ανάλυση των αποτελεσμάτων των παραπάνω προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων και τις αναλύσεις ευαισθησίας και λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα της εκτίμησης των σχετικών δεικτών του πίνακα επιδόσεων όσον αφορά τις μακροοικονομικές ανισορροπίες (Κανονισμός ΕΕ 1176/2011), η ΕΚΤ, υπό την εποπτική ιδιότητά της, καθώς και οι αρμόδιες ΕΕΑ, εκπονούν, σε συνεννόηση με το ΕΣΣΚ, εκτίμηση των δυνητικών ευπαθειών του χρηματοπιστωτικού συστήματος και υποβάλλουν την εν λόγω εκτίμηση στην Επιτροπή, με τη συχνότητα που ορίζει η τελευταία, και στην ΕΚΤ. Στο πλαίσιο της άσκησης των παραπάνω αρμοδιοτήτών τους η Επιτροπή, η ΕΚΤ και οι αρμόδιες ΕΕΑ χειρίζονται ως απόρρητη κάθε αναλυτική πληροφορία που τους διαβιβάζεται.

Τρίτον, η  Επιτροπή, σε συνεννόηση με την ΕΚΤ και τις αρμόδιες ΕΕΑ και, όταν είναι σκόπιμο, το ΔΝΤ, πραγματοποιεί τακτικές αποστολές επιθεώρησης στο Κράτος- μέλος που υπόκειται σε Ενισχυμένη Εποπτεία, προκειμένου να επαληθεύσει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί από το εν λόγω Κράτος-μέλος όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων που προαναφέρθηκαν. Η Επιτροπή κοινοποιεί ανά τρίμηνο την εκτίμησή της στην αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή (ΟΔΕ). Στην εν λόγω εκτίμηση, εξετάζει, ειδικότερα, αν χρειάζονται περαιτέρω μέτρα. Κατά την προετοιμασία της εκτίμησής της η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα τυχόν εμπεριστατωμένης επισκόπησης δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 1176/2011, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των δευτερογενών αποτελεσμάτων των εθνικών οικονομικών πολιτικών στο Κράτος-μέλος που υπόκειται σε Ενισχυμένη Εποπτεία. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή διαπιστώνει, με βάση τις αποστολές επιθεώρησης ότι απαιτούνται περαιτέρω μέτρα και ότι η χρηματοπιστωτική και οικονομική κατάσταση του οικείου Κράτους-μέλους έχει σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ζώνης του Ευρώ ή των Κρατών-μελών της, το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία και μετά από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να συστήσει στο οικείο κράτος μέλος να λάβει προληπτικά διορθωτικά μέτρα ή να καταρτίσει σχέδιο προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να δημοσιοποιήσει τη Σύστασή του. Όταν δημοσιοποιείται μια Σύσταση:
Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να προσφέρει την ευκαιρία στο οικείο Κράτος-μέλος και στην Επιτροπή να συμμετάσχουν σε ανταλλαγή απόψεων.
Εκπρόσωποι της Επιτροπής μπορούν να κληθούν από το Κοινοβούλιο του οικείου Κράτους-μέλους να συμμετάσχουν σε ανταλλαγή απόψεων.
Το Συμβούλιο ενημερώνει έγκαιρα την αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το περιεχόμενο της Σύστασής του.
Τέλος, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας Ενισχυμένης Εποπτείας, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Κοινοβούλιο του οικείου Κράτους-μέλους μπορούν να καλέσουν εκπροσώπους της Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ να συμμετάσχουν σε οικονομικό διάλογο.

Τέταρτον, τα Κράτη-μέλη, εξάλλου, που υπόκεινται σε Ενισχυμένη Εποπτεία ή σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής και λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή για την ανακεφαλαιοποίηση των χρηματοπιστωτικών τους ιδρυμάτων ενημερώνουν δύο φορές το χρόνο την ΟΔΕ σχετικά με τους όρους που επιβάλλονται στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ άλλων τους όρους σχετικά με τις αμοιβές των διευθυντικών στελεχών. Τα εν λόγω Κράτη-μέλη υποβάλλουν επίσης πληροφορίες σχετικά με τις πιστώσεις που προσφέρει ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην πραγματική οικονομία.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, που υπάγονται σε καθεστώς Ενισχυμένης Εποπτείας, αναστέλλεται η εφαρμογής της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών στο πλαίσιο της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος (ΔΥΕ), καθώς και της παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Αυτό συμβαίνει γιατί τα προγράμματα μακροοικονομικής προσαρμογής επί των οποίων εφαρμόζεται η Ενισχυμένη Εποπτεία είναι ευρύτατης εμβέλειας και προχωρούν πέρα από τα καθαρά δημοσιονομικά ζητήματα και την Πολυμερή Εποπτεία. Στην πράξη, το σχετικό Κράτος-μέλος καλείται να καταβάλει τις προσπάθειες, που κρίνονται αναγκαίες για να βελτιώσει την τρέχουσα, την μεσοπρόθεσμη και την μακροπρόθεσμη οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάστασή του. Έτσι, αποφεύγεται η περιττή επικάλυψη των υποχρεώσεων παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων. 

4. Συμπεράσματα

(α) Είναι φανερό ότι η Ενισχυμένη Εποπτεία τόσο ως προς τη συγκρότηση του εποπτικού μηχανισμού (Επιτροπή, ΕΚΤ, ΕΜΣ και ΔΝΤ) όσο και ως περιεχόμενό της συνιστά μεταφορά  και ενσωμάτωση στην ενωσιακή έννομη τάξη και μετατροπή από διεθνή υποχρέωση (άρθρο 13 παρ. 7 Συνθ.ΕΜΣ) σε τέτοια ενωσιακού χαρακτήρα της ελεγκτικής πρακτικής που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών μηχανισμών χρηματοδοτικής συνδρομής, που επικράτησε να αποκαλείται «τρόικα» (σήμερα «κουατρέτο»), με ότι αυτό συνεπάγεται.  

(β) Η Ενισχυμένη Εποπτεία τόσο ως προς το εύρος της εποπτείας όσο και ως προς τα μέσα δεν διαφέρει από την πρακτική της τρόικα. Έτσι, και πρόγραμμα, η πιστή εφαρμογή του οποίου ελέγχεται, υπάρχει (Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής  2018 – 2021), και επικαιροποιήσεις (λήψη πρόσθετων μέτρων) επιβάλλονται αλλά και οι ιδιαίτερα ενοχλητικές για πολλούς επιτόπιες επισκέψεις προβλέπονται. Θα πρέπει να σημειωθεί, εξάλλου,  σε ενίσχυση των παραπάνω ότι ο Κανονισμός ΕΕ 472/2013 σχετικά με την Ενισχυμένη Εποπτεία δεν  διακρίνει μεταξύ της προγραμματικής και μεταπρογραμματικής Ενισχυμένη Εποπτεία ως προς την ένταση τους. 

(γ) Το θετικό της ενσωμάτωσης της πρακτικής της τρόικα στην ενωσιακή έννομη τάξη με τη μορφή της Ενισχυμένης Εποπτείας είναι ότι η υπαγωγή σε αυτή αποτελεί  πλέον υποχρέωση από το δίκαιο της Ένωσης, με αποτέλεσμα τόσο τα Κράτη-μέλη όσο βέβαια και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά την εφαρμογή της είναι υποχρεωμένα να σέβονται τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ελεγχόμενα από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον τρόπο αυτό παρακάμπτεται ο περιορισμός του άρθρου 51 παρ. 1 του Χάρτη, σύμφωνα με το οποίο τα Κράτη-μέλη δεσμεύονται από τον Χάρτη μόνο όταν εφαρμόζουν δίκαιο της Ένωσης. Ο περιορισμός αυτός απέκλειε μέχρι σήμερα τη σχετική δραστηριότητα του διακυβερνητικού ΕΜΣ από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ απόφαση Pringle). 

(δ) Για να υπάρξει, πάντως, μια ολοκληρωμένη εικόνα της εποπτείας στην οποία μετά μεγάλης πιθανότητας θα υπαχθεί η Ελλάδα μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος και των περιθωρίων κατά την άσκηση της οικονομικής και δημοσιονομικής της πολιτικής θα πρέπει στο μηχανισμό της Ενισχυμένης Εποπτείας να προσθέσει κανείς και μια ακόμη σημαντικότατη καινοτομία της «δέσμης δύο μέτρων»: την κατά το άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013 διαδικασία εκτίμησης των σχεδίων των εθνικών προϋπολογισμών από την Επιτροπή, η οποία, στο πλαίσιο της γενικότερης τάσης ενίσχυσης του ρόλου της, αναλαμβάνει σημαντικότατες εξουσίες. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι η Επιτροπή θα εξετάζει και θα εκφέρει γνώμη σχετικά με κάθε σχέδιο προϋπολογισμού το αργότερο μέχρι τις 30 Νοεμβρίου. Εάν η Επιτροπή εντοπίσει σοβαρή περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις δημοσιονομικής πολιτικής, που προβλέπονται στο ΣΣΑ, εκδίδει, μετά από διαβούλευση με το οικείο Κράτος-μέλος,  την γνώμη της εντός δύο εβδομάδων από την υποβολή του σχεδίου προϋπολογισμού. Με τη γνώμη της η Επιτροπή ζητά την υποβολή αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος (προϋπολογισμού) το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία έκδοσης της γνώμης της. Το αίτημα της Επιτροπής αιτιολογείται και δημοσιοποιείται. Η Επιτροπή εγκρίνει νέα γνώμη για το αναθεωρημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com



Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Δεκέμβριος 2017 
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-42/17, Ποινική δίκη κατά M.A.S. και Μ.Β. (Taricco ΙΙ)- Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 325, παρ. 1 και 2, ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο «1. Η Ένωση και τα κράτη μέλη καταπολεμούν την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, λαμβάνοντας σύμφωνα με το παρόν άρθρο μέτρα τα οποία θα έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα και θα προσφέρουν αποτελεσματική προστασία στα κράτη μέλη καθώς και στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης. 2  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ιδίων οικονομικών συμφερόντων.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte Costituzionale) στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά των M.A.S. και M.B. που αφορoύσε εγκλήματα σχετικά με τον ΦΠΑ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 325, παρ. 1 και 2, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να μην εφαρμόσει, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, η οποία αφορά εγκλήματα σχετικά με τον ΦΠΑ, εθνικές διατάξεις που αναφέρονται σε δύο κατηγορίες. Πρώτον, να μην εφαρμόσει διατάξεις εθνικού ουσιαστικού δικαίου περί παραγραφής, οι οποίες εμποδίζουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων αποτελεσματικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Δεύτερον, να μην εφαρμόσει εθνικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν βραχύτερες προθεσμίες παραγραφής για τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε σχέση  με τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του οικείου Κράτους-μέλους, ακόμη και όταν η εκτέλεση της υποχρεώσεως αυτής συνεπάγεται παραβίαση της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», επειδή ο εφαρμοστέος νόμος στερείται ακρίβειας ή εφαρμόζεται αναδρομικώς.
Το ΔΕΕ, σε μια αρχική του σκέψη,  διαπίστωσε ότι τα Κράτη-μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε, στις περιπτώσεις σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης στον τομέα του ΦΠΑ, να επιβάλλονται ποινικές κυρώσεις αποτελεσματικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα. Σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ, παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το άρθρο 325, παρ. 1, ΣΛΕΕ.
Στο ζήτημα των κυρώσεων, τα Κράτη-μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής με την έννοια ότι οι επιβληθείσες κυρώσεις είναι δυνατόν να προσλαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή συνδυασμό των δύο. 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι δυνάμει του άρθρου 325, παρ. 2, ΣΛΕΕ, τα Κράτη-μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολεμήσεως της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των δικών τους οικονομικών συμφερόντων.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 325, παρ. 1 και 2, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να μην εφαρμόσει  τις ανωτέρω εθνικές διατάξεις, εκτός εάν μια τέτοια μη εφαρμογή συνεπάγεται παραβίαση της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», λόγω ελλείψεως σαφήνειας του εφαρμοστέου νόμου, ή λόγω αναδρομικής εφαρμογής νομοθεσίας που επιβάλλει αυστηρότερες προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης σε σχέση με αυτές που ίσχυαν κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-189/16, Boguslawa Zaniewicz-Dybeck κατά Pensionsmyndigheten - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 46, παρ. 2, και του άρθρου 47, παρ. 1, στοιχείο δ, του Κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Σουηδίας  (Högsta förvaltningsdomstolen) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Boguslawa Zaniewicz-Dybeck και της Αρχής Χορηγήσεως Συντάξεων σχετικά με τη χορήγηση εγγυημένης συντάξεως, όπως αυτή προβλέπεται από το σουηδικό γενικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με την συγκεκριμένη απόφαση  ήταν κατά πόσον ο Κανονισμός 1408/71 έχει την έννοια ότι, κατά τον υπολογισμό από τον αρμόδιο φορέα Κράτους-μέλους εγγυημένης σύνταξης πρέπει να εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 46, παρ. 2 του Κανονισμού μέθοδος αναλογικού υπολογισμού και να αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 47, παρ. 1, στοιχείο δʹ, στις περιόδους ασφαλίσεως που έχει πραγματοποιήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο Κράτος-μέλος πλασματική μέση αξία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι κατά τον υπολογισμό της εγγυημένης σύνταξης από τον αρμόδιο φορέα Κράτους-μέλους δεν πρέπει να εφαρμόζονται τα επίμαχα άρθρα του Κανονισμού. Αντιθέτως, η εγγυημένη σύνταξη πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 50 του Κανονισμού και της εθνικής νομοθεσίας, χωρίς ωστόσο να εφαρμόζονται εθνικές διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται σε αναλογικό υπολογισμό.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-442/16, Florea Gusa κατά Minister for Social Protection κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 7 και 14 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών, καθώς και του άρθρου 4 του Κανονισμού 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας.  Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 στοιχ. α  της Οδηγίας 2004/38 «Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον: α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής». Επιπροσθέτως, το άρθρο 7 παρ. 3 στοιχ. β της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει «Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στοιχείο α), η ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού διατηρείται για τον πολίτη της Ένωσης που δεν είναι πλέον μισθωτός ή μη μισθωτός στις ακόλουθες περιπτώσεις: [...] β)  αν ο ενδιαφερόμενος έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος, έχοντας ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα άνω του ενός έτους, και έχει καταγραφεί ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο της Ιρλανδίας (Court of appeal) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Florea Gusa και, αφετέρου, του Υπουργού Κοινωνικής Προστασίας της Ιρλανδίας και του Attorney General, με αντικείμενο την άρνηση χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας στον F. Gusa. Ειδικότερα, ο F. Gusa, Ρουμάνος υπήκοος, εισήλθε στην ιρλανδική επικράτεια τον Οκτώβριο του 2007 και για το πρώτος έτος διαμονής του στην Ιρλανδία υποστηρίχθηκε οικονομικά για τη συντήρησή του από τα ενήλικα τέκνα του που διέμεναν, επίσης, στο εν λόγω Κράτος – μέλος. Από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι τον Οκτώβριο του 2012, ήταν αυτοαπασχολούμενος ως τεχνίτης επιχρισμάτων και, υπό την ιδιότητα αυτή, κατέβαλε στο εν λόγω Κράτος-μέλος φόρους, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και λοιπούς φόρους επί του εισοδήματος. Στη διάρκεια του Οκτωβρίου 2012 έπαυσε τη δραστηριότητα και εγγράφηκε ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία στη σχετική ιρλανδική αρχή. Δεδομένου ότι τα τέκνα του είχαν εγκαταλείψει την Ιρλανδία και δεν του παρείχαν οικονομική βοήθεια, δεν είχε πλέον κανένα εισόδημα. Στη διάρκεια του Νοεμβρίου 2012, ο F. Gusa υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας. Εντούτοις, η αίτηση του απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι αυτός δεν είχε αποδείξει ότι εξακολουθούσε να έχει, κατά την ημερομηνία αυτή, δικαίωμα διαμονής στην Ιρλανδία. Η συγκεκριμένη απόφαση εξετάζει το ζήτημα εάν Κράτος-μέλος μπορεί να αποκλείσει τον ανωτέρω ενδιαφερόμενο από το πλεονέκτημα των μη ανταποδοτικού τύπου παροχών διαβιώσεως κατά την έννοια του Κανονισμού 883/2004/ΕΚ. 
Ειδικότερα, το ζήτημα που εξετάστηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 3, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι υπήκοος Κράτους-μέλους, ο οποίος έχει απασχοληθεί επί τέσσερα έτη στην Ιρλανδία, έχει καταγραφεί στην αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως του τελευταίου αυτού Κράτους--μέλους ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία διατηρεί την ιδιότητα του μη μισθωτού δυνάμει του άρθρου 7, παρ. 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, παρ. 3, στοιχείο β, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ έχει την έννοια ότι πολίτης Κράτους-μέλους διατηρεί την ιδιότητα του μη μισθωτού σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/38. 

4. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-434/16, Peter Nowak κατά Data Protection Commissioner – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Ειδικότερα, ερμηνεύεται στη συγκεκριμένη απόφαση η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας ως «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα)· ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας (Supreme Court) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Peter Nowak και του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων σχετικά με την άρνηση του δευτέρου να επιτρέψει στον P. Nowak την πρόσβαση στο διορθωμένο γραπτό του σε εξέταση στην οποία αυτός είχε μετάσχει, με το αιτιολογικό ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονταν σε αυτό δεν αποτελούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα,  Ο P. Nowak, ως μαθητευόμενος λογιστής, απέτυχε στις εξετάσεις με αντικείμενο τη «Στρατηγική λογιστική στην οικονομία και τη διαχείριση», στο πλαίσιο της οποίας οι υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν διάφορα βοηθήματα (εξέταση με ανοιχτά βιβλία). Ο P. Nowak, μετά την τέταρτη αποτυχία του,  υπέβαλε ένσταση, αμφισβητώντας τα αποτελέσματα της εξετάσεως αυτής καθώς επίσης και αίτημα προσβάσεως, στο σύνολο των σχετικών με τον ίδιο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία κατείχε ο σύλλογος λογιστών. Ο σύλλογος λογιστών γνωστοποίησε στον P. Nowak 17 έγγραφα, αρνήθηκε όμως να του διαβιβάσει το γραπτό του, με την αιτιολογία ότι αυτό δεν περιελάμβανε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Την ίδια απάντηση έλαβε και από τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με τη συγκεκριμένη απόφαση ήταν αν το άρθρο 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι οι γραπτές απαντήσεις υποψηφίου σε επαγγελματικές εξετάσεις και οι ενδεχόμενες σχετικές διορθώσεις του εξεταστή συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας έχει την έννοια ότι τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι οι γραπτές απαντήσεις υποψηφίου και οι διορθώσεις του εξεταστή συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-419/16, Sabine Simma Federspiel κατά Provincia autonoma di Bolzano και Equitalia Nord SpA – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 1, στοιχ. γʹ, της Οδηγίας 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών και του άρθρου 45 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 1, της Οδηγίας 75/363 «Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε η εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτηση διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου ιατρικής ειδικότητος να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στους ακόλουθους όρους: [….] γ)      πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση και υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών ή οργανισμών.[…..]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Bolzano της Ιταλίας (Tribunale di Bolzano) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Sabine Simma Federspiel, αφενός, και της Αυτόνομης Επαρχίας του Bolzano, και της Equitalia Nord SpA, αφετέρου, όσον αφορά πράξεις με τις οποίες η αυτόνομη επαρχία του Bolzano αξίωσε από την S. Simma Federspiel να της επιστρέψει νομιμοτόκως μέρος του ποσού της υποτροφίας σπουδών την οποία αυτή έλαβε για την πραγματοποίηση ιατρικής ειδικότητας πλήρους απασχολήσεως στη νευρολογία και την ψυχιατρική σε άλλο Κράτος-μέλος (Αυστρία) εκτός από την Ιταλική Δημοκρατία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν αν το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. γʹ, της Οδηγίας 75/363 και το παράρτημα της Οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν ρύθμιση Κράτους-μέλους, δυνάμει της οποίας η χορήγηση εθνικής υποτροφίας για τη χρηματοδότηση εκπαιδεύσεως, η οποία παρέχεται σε άλλο Κράτος-μέλος και καταλήγει στην απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος ιατρός θα ασκήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα στο πρώτο Κράτος-μέλος (Ιταλία) για πέντε έτη εντός της δεκαετίας μετά την ολοκλήρωση της ειδικότητας, ειδάλλως επιστρέφει έως το 70 % του ποσού της ληφθείσας υποτροφίας, νομιμοτόκως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. γʹ, της Οδηγίας 75/363/ΕΟΚ και το άρθρο 24, παρ. 1, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω ρύθμιση Κράτους-μέλους, εκτός εάν τα προβλεπόμενα με τη ρύθμιση αυτή μέτρα δεν συμβάλλουν πράγματι στην επίτευξη των σκοπών προστασίας της δημόσιας υγείας και δημοσιονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και βαίνουν πέραν αυτού που είναι συναφώς αναγκαίο, το οποίο  εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-372/16, Soha Sahyouni κατά Raja Mamisch  – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 1 και 10 του Κανονισμού 1259/2010/ΕΕ του Συμβουλίου για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό, σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει σύγκρουση δικαίων». Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο Περιφερειακό δικαστήριο του Μονάχου (Oberlandesgericht München) της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Soha Sahyouni και του Raja Mamisch σχετικά με την αναγνώριση αποφάσεως διαζυγίου εκδοθείσας από θρησκευτική αρχή σε τρίτο κράτος (Συρία). Ειδικότερα, τον Μάιο του 2013, ο R. Mamisch εξέφρασε τη βούλησή του να διαζευχθεί τη σύζυγό του, δι’ απαγγελίας του διαζυγίου από τον εκπρόσωπό του ενώπιον του θρησκευτικού δικαστηρίου της Σαρία στη Λαττάκεια (Συρία). 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1 του Κανονισμού 1259/2010 έχει την έννοια ότι διαζύγιο το οποίο απορρέει από μονομερή δήλωση βουλήσεως ενός από τους συζύγους ενώπιον θρησκευτικού δικαστηρίου εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι ο Κανονισμός 1259/2010 διέπει μόνον τα διαζύγια που απαγγέλλονται είτε από κρατικό δικαστήριο είτε από δημόσια αρχή ή υπό τον έλεγχό της.
Καταληκτικά το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1 του Κανονισμού 1259/2010 έχει την έννοια ότι διαζύγιο το οποίο απορρέει από μονομερή δήλωση βουλήσεως ενός από τους συζύγους ενώπιον θρησκευτικού δικαστηρίου δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-322/16, Global Starnet Ltd κατά Ministero dell'Economia e delle Finanze και Amministrazione Autonoma Monopoli di Stato – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 26, 49, 56, 63 και 267 ΣΛΕΕ, του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της γενικής αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας (Consiglio di Stato) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Global Starnet Ltd και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και της Ανεξάρτητης Αρχής Κρατικών Μονοπωλίων. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η  θέσπιση των προϋποθέσεων για τη διεξαγωγή παιγνίων μέσω διαδικτύου σε μηχανές ψυχαγωγίας.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 267, παρ. 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, δεν υποχρεούται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, όταν, στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως, το Συνταγματικό Δικαστήριο του Κράτους-μέλους εκτίμησε τη συνταγματικότητα των εθνικών ρυθμίσεων υπό το πρίσμα κανόνων αναφοράς που έχουν περιεχόμενο ανάλογο με εκείνο των κανόνων του δικαίου της Ένωσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανώτατο εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης υπό τις ανωτέρω συνθήκες. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 26, 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ, το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθώς και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στους υφιστάμενους παραχωρησιούχους στον τομέα της διεξαγωγής νόμιμων παιγνίων μέσω διαδικτύου νέες απαιτήσεις και προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητάς τους μέσω πράξεως τροποποιητικής της υφιστάμενης συμβάσεως.
Το ΔΕΕ, αρχικά, έκρινε ότι ο τομέας ρύθμισης των τυχερών παιγνίων  αποτελεί τομέα που τα Κράτη-μέλη έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια, διότι υπάρχουν μεταξύ των Κρατών-μελών σημαντικές διαφορές ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσης. Οι περιορισμοί, τους οποίους επιβάλλουν τα Κράτη-μέλη, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις, οι οποίες απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως ως προς τη δικαιολόγησή τους από υπέρτερους λόγους γενικού συμφέροντος και ως προς την αναλογικότητά τους. Κατά το ΔΕΕ, σκοπός των ρυθμίσεων είναι η  αύξηση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας των παραχωρησιούχων, η ενίσχυση του κύρους και της αξιοπιστίας τους καθώς και η καταπολέμηση της εγκληματικότητας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ καθώς και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στους παραχωρησιούχους νέες απαιτήσεις για την άσκηση της δραστηριότητάς τους μέσω πράξεως τροποποιητικής της υφιστάμενης συμβάσεως. Ωστόσο, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ότι η ρύθμιση αυτή δύναται να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, είναι πρόσφορη για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου, για την επίτευξη τους, μέτρου.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-158/16, Margarita Isabel Vega González κατά Consejería de Hacienda y Sector Público del gobierno del Principado de Asturias – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και έχει προσαρτηθεί στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη Συμφωνία-Πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της ανωτέρω Συμφωνίας-Πλαισίου  προβλέπεται ότι: «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο του Oviedo της Ισπανίας (Juzgado de lo Contencioso-Administrativo de Oviedo) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Margarita Isabel Vega González και του Υπουργείου Οικονομίας και Δημοσίου Τομέα της Κυβερνήσεως του Πριγκιπάτου της Αστούριας με αντικείμενο την απόρριψη αιτήσεως της ως άνω ενδιαφερόμενης για να της χορηγηθεί έκτακτη άδεια με σκοπό την ανάληψη δημοσίου αξιώματος κατόπιν εκλογής της ως βουλευτή.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν  εάν η ρήτρα 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου έχει την έννοια ότι ο όρος «συνθήκες απασχόλησης» περιλαμβάνει το δικαίωμα εργαζομένου, ο οποίος εξελέγη σε κοινοβουλευτικό αξίωμα, να λάβει έκτακτη άδεια, προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία, δυνάμει της οποίας αναστέλλεται η σχέση εργασίας, έτσι ώστε να διασφαλίζονται η διατήρηση της θέσεως εργασίας του και το δικαίωμά του προαγωγής έως τη λήξη της κοινοβουλευτικής θητείας του.
Το  ΔΕΕ έκρινε ότι  η ρήτρα 4, σημείο 1, έχει την έννοια ότι στον όρο «συνθήκες απασχόλησης» εμπίπτει το ανωτέρω δικαίωμα του εργαζομένου, που εξελέγη σε κοινοβουλευτικό αξίωμα, να λάβει έκτακτη άδεια.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η ρήτρα 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει απολύτως τη χορήγηση σε εργαζόμενο, με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, άδειας για την ανάληψη πολιτικού αξιώματος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4 της Συμφωνίας   Πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση, 

9. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-521/15, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Προσφυγή ακύρωσης

Με την προσφυγή του, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως 2015/1289 του Συμβουλίου για την επιβολή προστίμου στην Ισπανία για την παραποίηση των στοιχείων του ελλείμματος στην Αυτόνομη Κοινότητα της Βαλένθια. Ειδικότερα, το Βασίλειο της Ισπανίας, τον Μάρτιο του 2012  γνωστοποίησε στη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat) το ύψος των πραγματικών και των προϋπολογισθέντων δημοσίων ελλειμμάτων για τα έτη 2008 έως 2012. Τον Μάιο του 2012, το Βασίλειο της Ισπανίας ενημέρωσε τη Eurostat ότι έπρεπε να αναθεωρήσει το ποσό των ελλειμμάτων αυτών προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ορισμένες αυτόνομες κοινότητες είχαν πραγματοποιήσει, κατά τα έτη 2008 έως 2011, μεγαλύτερες δαπάνες από εκείνες που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό των ποσών που κοινοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 2012.  Η Eurostat πραγματοποίησε σειρά επισκέψεων στην Ισπανία από το χρονικό διάστημα Μαΐου 2012 – Σεπτεμβρίου 2013. Στις 7 Μαΐου 2015, η Επιτροπή δημοσίευσε έκθεση στην οποία διαπίστωσε ότι το Βασίλειο της είχε προβεί σε ανακριβείς δηλώσεις για τα στοιχεία σχετικά με το έλλειμμά του, κατά την έννοια του άρθρου 8, παρ. 1, του Κανονισμού 1173/2011. Ας σημειωθεί ότι το άρθρο 8 παρ. 1 ορίζει «Το Συμβούλιο ενεργώντας βάσει σύστασης της Επιτροπής μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει πρόστιμο σε ένα κράτος μέλος το οποίο εκ προθέσεως ή βαρείας αμέλειας παρουσιάζει ανακριβή στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος σ’ ό, τι αφορά την εφαρμογή των άρθρων 121 ή 126 [ΣΛΕΕ] ή την εφαρμογή του πρωτοκόλλου [υπ’ αριθ. 12] για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που επισυνάπτεται στην ΣΕΕ και στην ΣΛΕΕ.». Στις 13 Ιουλίου 2015, το Συμβούλιο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία διαπίστωσε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας είχε, από βαριά αμέλεια, παράσχει στην Eurostat ανακριβείς δηλώσεις τον Μάρτιο του 2012 και επέβαλε πρόστιμο ύψους  18,93 εκατ.
Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε, μεταξύ άλλων,  ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει το δικαίωμα χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παρ. 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη διότι η Επιτροπή δεν τήρησε την επιταγή αντικειμενικής αμεροληψίας, καθόσον ανέθεσε τη διεξαγωγή της διαδικασίας έρευνας σε ομάδα αποτελούμενη, σε μεγάλο βαθμό, από υπαλλήλους της Eurostat οι οποίοι είχαν ήδη συμμετάσχει σε επισκέψεις που διοργανώθηκαν στην Ισπανία από την υπηρεσία αυτή πριν από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι μόνο το γεγονός της ανάθεσης  της διεξαγωγής διαδικασίας έρευνας σε ομάδα αποτελούμενη, σε μεγάλο βαθμό, από υπαλλήλους της Eurostat οι οποίοι είχαν ήδη συμμετάσχει σε επισκέψεις που διοργάνωσε η υπηρεσία αυτή στο Κράτος-μέλος, πριν από την έναρξη της διαδικασίας, δεν αρκεί για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση που εκδόθηκε μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας είναι παράνομη λόγω παράβασης της επιταγής αντικειμενικής αμεροληψίας που βαραίνει την Επιτροπή.
Επίσης, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε ότι τα πραγματικά περιστατικά που του προσήφθησαν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ανακριβής δήλωση» σύμφωνα με το 8 παρ.1 του Κανονισμού 1173/2011. 
Σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ για να είναι το Συμβούλιο σε θέση να διαπιστώσει την ύπαρξη παράβασης πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, το Κράτος-μέλος πρέπει να έχει προβεί σε ανακριβείς δηλώσεις, δεύτερον, οι ανακριβείς αυτές δηλώσεις πρέπει να αφορούν στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 121 και 126 ΣΛΕΕ ή του πρωτοκόλλου 12 και, τρίτον, το εν λόγω Κράτος-μέλος πρέπει να έχει ενεργήσει από πρόθεση ή βαριά αμέλεια.
Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, η Ισπανία υποστήριξε ότι το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 1173/2011 έχει την έννοια ότι οι ανακριβείς δηλώσεις σε σχέση με προσωρινά στοιχεία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 1 περιλαμβάνει κάθε ανακριβή δήλωση στην οποία προβαίνουν τα Κράτη-μέλη για στοιχεία σε σχέση με το έλλειμμα και το χρέος τους, 
Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, η Ισπανία υποστήριξε ότι το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 1173/2011 επιτρέπει μόνον στο Συμβούλιο να επιβάλλει κυρώσεις για ανακριβείς δηλώσεις που είχαν ως αποτέλεσμα την υπονόμευση του οικονομικού και δημοσιονομικού συντονισμού και της εποπτείας που διασφαλίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 121 και 126 ΣΛΕΕ, καθώς και του πρωτοκόλλου 12.
Το ΔΕΕ έκρινε το άρθρο 8 παρ. 1 προσδιορίζει τις δηλώσεις αυτές με παραπομπή στο αντικείμενο των οικείων στοιχείων, δηλαδή το έλλειμμα και το χρέος του επίμαχου Κράτους-μέλους. Αντιθέτως, δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να αναφέρεται στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα που αναμένεται ότι θα έχουν οι εν λόγω δηλώσεις, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται το Βασίλειο της Ισπανίας.
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε ότι οι ανακριβείς δηλώσεις δεν αφορούν παρά μόνον το έλλειμμα μιας μόνον αυτόνομης κοινότητας, στο πλαίσιο του συνολικού δημοσίου ελλείμματος και ότι η Ισπανία συνεργάστηκε στην έρευνα που διεξήχθη από την Επιτροπή, αφού επισήμανε με δική του πρωτοβουλία τις επίμαχες παρατυπίες στο θεσμικό όργανο.
Το ΔΕΕ υποστήριξε ότι η ανωτέρω επιχειρηματολογία δεν είναι ικανή να θέσει σε αμφισβήτηση τη βαριά αμέλεια που διαπίστωσε το Συμβούλιο.
Καταληκτικά το ΔΕΕ απέρριψε την προσφυγή του Βασιλείου της Ισπανίας.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-598/15 Banco Santander, SA κατά Cristobalina Sánchez López - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 3, 6 και 7 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Επιπρόσθετα, το άρθρο 7, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας προβλέπει ότι «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο της  Jerez de la Frontera της Ισπανίας  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Banco Santander SA και της Cristobalina Sánchez López σχετικά με τη διαδικασία αναγνωρίσεως των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που απορρέουν από την απόκτηση εκ μέρους της Banco Santander της κατοικίας της δεύτερης στο πλαίσιο κατακυρωτικής διαδικασίας. Ειδικότερα, συνήφθη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων με αντικείμενο την αγορά κατοικίας.  Στη σύμβαση τέθηκε όρος περί εξωδικαστικής εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως από την δανείστρια τράπεζα ακόμη και χωρίς την συμμετοχή του οφειλέτη με την έννοια ότι ο οφειλέτης  εξουσιοδοτεί την τράπεζα να υπογράψει, αντ’ αυτού, δια των νομίμων αντιπροσώπων της, την πράξη πωλήσεως της ενυπόθηκης κατοικίας. Έτσι, πραγματοποιήθηκε πράξη πώλησης κατοικίας υπέρ της Banco Santander, χωρίς σύμπραξη της C. Sánchez López. Η δανείστρια τράπεζα, επίσης,  άσκησε αγωγή με αίτημα την έκδοση δικαστικής αποφάσεως διατάσσουσας την αποβολή της C. Sánchez López,  
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν εάν τα άρθρο 6, παρ. 1 και το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία σύμφωνα με την οποία το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διατάξει την πλήρη απόδοση ενός ακινήτου στον υπερθεματιστή, χωρίς ούτε η εξωδικαστική διαδικασία εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως την οποία αποδέχθηκε ο αρχικός ιδιοκτήτης του περιουσιακού αυτού στοιχείου ούτε η διαδικασία που διέπει την αίτηση του υπερθεματιστή ενώπιον του δικαστηρίου αυτού να επιτρέπουν στον εν λόγω αρχικό ιδιοκτήτη, ως καταναλωτή, να επικαλεστεί την ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου και αν, ενδεχομένως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει αυτή την εθνική νομοθεσία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασία εξωδικαστικής εκτελέσεως απαίτησης η οποία κινήθηκε από τον υπερθεματιστή στο μέτρο που, αφενός, η διαδικασία αυτή είναι ανεξάρτητη της έννομης σχέσης που συνδέει τον επαγγελματία πιστωτή με τον καταναλωτή και, αφετέρου, η διαδικασία εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως ολοκληρώθηκε, το ακίνητο πωλήθηκε και τα σχετικά με αυτό εμπράγματα δικαιώματα μεταβιβάστηκαν χωρίς ο καταναλωτής να κάνει χρήση των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπονται στο πλαίσιο αυτό.









Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2018
Ενεργειακή Ασφάλεια στη Διάρκεια Ενόπλων Συρράξεων 
Γιολάνδα Πετρίδου, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κας Γιολάνδας Πετρίδου με θέμα: Ενεργειακή Ασφάλεια στη Διάρκεια Ενόπλων Συρράξεων, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του Αν. Καθηγητή κου Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου, κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με το βαθμό Άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                           ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η ενεργειακή ασφάλεια, δηλαδή ο συνεχής εφοδιασμός της οικονομίας με επαρκείς ποσότητες ενέργειας, σε λογικές τιμές,  είναι ύψιστης σημασίας για την υπόσταση του κράτους. Πρώτον, διότι η ενέργεια τροφοδοτεί την παραγωγική διαδικασία, καθιστώντας έτσι την οικονομία διεθνώς ανταγωνιστική. Δεύτερον, διότι συνιστά δημόσιο συμφέρον, καθώς μέσω της κατανάλωσης ενέργειας όχι μόνο λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες (νοσοκομεία, δυνάμεις ασφαλείας κα), αλλά και εξασφαλίζεται η ίδια η επιβίωση του ατόμου και κυρίως των ευπαθών ομάδων. Τρίτον, το μέγεθος της εξάρτησης σε εισαγωγές ενέργειας κατευθύνει το κράτος στη λήψη αποφάσεων στην εξωτερική του πολιτική και το κάνει επιρρεπές σε πιέσεις. Η εξάρτηση αυτή είναι δείκτης του επιπέδου ασφάλειας ενός κράτους, αφού σε μία διακοπή εφοδιασμού θα επηρεαστεί η ομαλή λειτουργία της οικονομίας του, αν δεν έχει προνοήσει να τηρεί αποθέματα ή δεν έχει διαφοροποιήσει τους προμηθευτές του.
Η έρευνα γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια ξεκίνησε μετά τον πόλεμο του Γιόμ Κιπούρ (1973), όταν τα πετρελαιοπαραγωγά κράτη της Μέσης Ανατολής μείωσαν την παραγωγή πετρελαίου, αύξησαν τις τιμές του και κήρυξαν εμπάργκο στα κράτη που στήριξαν το Ισραήλ στον πόλεμο. Η διεθνής κοινότητα τότε διαπίστωσε το μέγεθος της ενεργειακής της εξάρτησης από τον αραβικό κόσμο.
Η στόχευση της παρούσας μελέτης είναι να εξακριβώσει τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας στη διάρκεια των διεθνών ενόπλων συρράξεων (ΔΕΣ), αφού ερευνήσει την εξέλιξή της στο χρόνο. Η εξέλιξη ξεκινά από τον πόλεμο που προαναφέρθηκε και καταλήγει έως τις σημερινές πτυχές της ενεργειακής ασφάλειας. Στη συνέχεια, επιχειρείται αφενός ο εντοπισμός και η αποτύπωση των πηγών του διεθνούς δικαίου σχετικά με την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας κατά τη διάρκεια των ΔΕΣ και αφετέρου ο έλεγχος του βαθμού συμμόρφωσης των κρατών σε αυτούς τους κανόνες δικαίου μέχρι τώρα. Τέλος, μέσα από τη σχετική διερεύνηση γίνεται απόπειρα κατανόησης των επιλογών ορισμένων κρατών, για την εξασφάλιση του ενεργειακού τους εφοδιασμού.
Η εργασία δομείται σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο προσδιορίζεται εννοιολογικά η ενεργειακή ασφάλεια και σκιαγραφούνται  οι διαστάσεις της, ενώ επιχειρείται μία γενική περιγραφή του δικαιϊκού και διακυβερνητικού πλαισίου, που ρυθμίζει την ενέργεια. Το δίκαιο της ενέργειας εν γένει επιχειρεί να ρυθμίσει τη ροή αυτής από πλούσιες σε ενεργειακούς πόρους χώρες προς τις εξαρτημένες ενεργειακά χώρες.
Το δεύτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στην εύρεση του νομικού πλαισίου που δύναται να ρυθμίσει την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας κατά τη διάρκεια των διεθνών ένοπλων συρράξεων. Διερευνάται το πώς οι ενεργειακές εγκαταστάσεις αναδείχθηκαν σε μεγάλης σημασίας πολεμικοί στόχοι κατά τη διάρκεια των ΔΕΣ, παρόλο που δεν είναι επιτρεπτός στόχος κατά το δίκαιο του πολέμου, για ανθρωπιστικούς και περιβαλλοντικούς λόγους. Επίσης, παρουσιάζονται οι ρυθμίσεις του δικαίου της κατοχής, δηλαδή οι υποχρεώσεις της κατέχουσας δύναμης, ως προς την ενεργειακή ασφάλεια της κατεχόμενης περιοχής. Η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών μιας κατεχόμενης χώρας δεν είναι νόμιμη. Αυτό προβλέπουν τα νομικά κείμενα που αναλύονται, αλλά και η αρχή της κρατικής κυριαρχίας. Κάθε τμήμα της θεωρίας πλαισιώνεται από αντίστοιχα παράδειγματα ένοπλων συρράξεων, έτσι ώστε να γίνει σφαιρικά αντιληπτή η υπάρχουσα κατάσταση και οι ιδιαιτερότητές της.
Το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην ανάλυση δύο περιπτώσεων ΔΕΣ: τον Πόλεμο του Ιράν με το Ιράκ (1980-1988) και τον Πόλεμο μεταξύ του Λίβανου με το Ισραήλ (2006). Το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί πρακτικά το πώς τα κράτη χειρίστηκαν τα ζητήματα της ενεργειακής τους ασφάλειας, το πόσο βρίσκουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις, που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο και το πόσο η διεθνής κοινότητα ευαισθητοποιήθηκε και αντέδρασε στις υπό εξέταση περιπτώσεις. 
Παράλληλα, δίνεται βαρύτητα στο ρόλο του περιβάλλοντος στην ενεργειακή ασφάλεια. Αρχικά, η κλιματική αλλαγή συνιστά απειλή για τις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Κατόπιν, η ίδια η καύση της ενέργειας προκαλεί τα αέρια του θερμοκηπίου, άρα αυτή πρέπει να γίνεται με μέτρο και με τη χρήση τεχνολογίας εξοικονόμησης ή απόδοσης ενέργειας. Τέλος, η ανυπολόγιστη κατανάλωση ενεργειακών πόρων αντίκειται στην αρχή της αειφόρου ανάπτυξης και απειλεί τον ενεργειακό εφοδιασμό των μελλοντικών γενεών, γιατί οδηγεί στην εξάντληση των πόρων. Όσον αφορά το ρόλο του περιβάλλοντος στις ένοπλες συρράξεις, περιγράφεται το πώς αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο διεξαγωγής πολέμου. Δεν παραλείπεται η αναφορά στο γεγονός ότι με την καταστροφή ενεργειακών στόχων και με τη χρήση συγκεκριμένων όπλων, υποβαθμίζεται υπερβολικά το περιβάλλον. Η μελέτη αυτή αναφέρει τους τρόπους προστασίας του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια των διεθνών ένοπλων συρράξεων.
Κάποια επιπρόσθετα ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας που πραγματεύεται η μελέτη είναι ο κυβερνοπόλεμος, η πολεμική και η ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, οι προβλέψεις του ΠΟΕ και της Συνθήκη του Χάρτη Ενέργειας (ECT) για την περίπτωση πολέμου, τα αντίποινα όσον αφορά τη διαμετακόμιση ενέργειας και το ερώτημα αν η ενέργεια αποτελεί τελικά δικαίωμα.
Το βασικό συμπέρασμα της παρούσας μελέτης είναι ότι επειδή τα κράτη καταρχήν δεν προωθούν το συλλογικό συμφέρον της διεθνούς κοινότητας αλλά φέρονται εγωιστικά, η ενεργειακή ασφάλεια είναι πρωτίστως ζήτημα μέριμνας του ίδιου του κράτους. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι υποτιμούνται τα όποια εγχειρήματα για διεθνή και διακρατική συνεργασία.
Δες τη μελέτη 

Γιολάνδα Πετρίδου, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας.
g.i.petridou@gmail.com

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1/2018
Ο νέος ενωσιακός κατάλογος ενεργειακών Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (ΕΚΕ) 
και η Ελλάδα
Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ, Ειδικός Συνεργάτης Νομικής Σχολής ΔΠΘ


Η Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Πολιτική σύμφωνα με το άρθρο 194 παρ. 1 ΣΛΕΕ στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην προώθηση της διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων. Η επίτευξη της διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων συνδέεται με τη διενέργεια επενδύσεων για η δημιουργία νέων διασυνδέσεων μεταξύ των Κρατών-μελών αλλά και για τη  βελτίωση των υφιστάμενων και του υπάρχοντος δικτύου. Ειδικότερα, η στόχευση της μεταφοράς της ενέργειας είτε για τη βελτίωση του διασυνοριακού εμπορίου είτε για την κάλυψη αναγκών των Κρατών-μελών συνδέεται νομοτελειακά με την δημιουργία και λειτουργία αποτελεσματικού δικτύου σε όλα τα Κράτη-μέλη της ΕΕ. Επιπρόσθετα, η ανάγκη εκσυγχρονισμού και επέκτασης των ενεργειακών υποδομών  συναρτάται με την ενεργειακή αλληλεγγύη των Κρατών-μελών, τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας καθώς επίσης και με τη στόχευση της ΕΕ να μην υπάρχει Κράτος-μέλος απομονωμένο από τα ευρωπαϊκά δίκτυα αερίου και ηλεκτρισμού (Κανονισμός 347/2013). Ωστόσο, η διασυνδεσιμότητα μεταξύ των Κρατών-μελών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ικανοποιητική εδώ και πολλά χρόνια. 
Η διαπίστωση του ανωτέρω ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής οδήγησε στην υιοθέτηση του Κανονισμού 347/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές. Ο Κανονισμός 347/2013:
προβλέπει τον προσδιορισμό των απαραίτητων Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (ΕΚΕ) για την υλοποίηση των διαδρόμων και ζωνών προτεραιότητας, τα οποία εμπίπτουν στις κατηγορίες ενεργειακών υποδομών ηλεκτρισμού, αερίου, πετρελαίου και διοξειδίου του άνθρακα ·
διευκολύνει την έγκαιρη υλοποίηση των έργων κοινού ενδιαφέροντος με τον εξορθολογισμό, τον στενότερο συντονισμό και την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης και με την αύξηση της συμμετοχής των πολιτών·
προβλέπει κανόνες και καθοδήγηση για τον διασυνοριακό επιμερισμό του κόστους και κίνητρα σχετικά με τον κίνδυνο σε ότι αφορά τα ΕΚΕ·
καθορίζει τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των ΕΚΕ για χρηματοδοτική τους στήριξη από την Ένωση.
Ως «έργο κοινού ενδιαφέροντος» νοείται έργο απαραίτητο για την υλοποίηση των διαδρόμων και ζωνών ενεργειακών υποδομών προτεραιότητας, που καθορίζονται στο παράρτημα Ι του Κανονισμού το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο έργων κοινού ενδιαφέροντος που ισχύει για όλη την Ένωση, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού. Για την ένταξη ενός Έργου στον κατάλογο των ΕΚΕ αυτό πρέπει να εκπληρώνει τα εξής κριτήρια: το έργο είναι απαραίτητο για τουλάχιστον έναν από τους διαδρόμους και ζώνες προτεραιότητας των ενεργειακών υποδομών, τα συνολικά δυνητικά οφέλη του έργου υπερτερούν του κόστους του, μεταξύ άλλων μακροπρόθεσμα, και τέλος το έργο εκπληρώνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια: αφορά τουλάχιστον δύο Κράτη-μέλη διασχίζοντας απευθείας τα σύνορα δύο ή περισσότερων Κρατών-μελών, βρίσκεται στην επικράτεια ενός Κράτους-μέλους και έχει σημαντικό διασυνοριακό αντίκτυπο, διασχίζει τα σύνορα τουλάχιστον ενός Κράτους-μέλους και μιας χώρας του ΕΟΧ. Η ένταξη ενός έργου στο ενωσιακό κατάλογο ΕΚΕ διευκολύνει την υλοποίησή του, αφού προσδίδει σε αυτό προτεραιότητα στις διαδικασίες αδειοδότησης, διευκολύνει τον επιμερισμό του κόστους και των κινδύνων μεταξύ των ενδιαφερομένων Κρατών-μελών και, υπό προϋποθέσεις, καθιστά το έργο επιλέξιμο για την χρηματοδότηση του από τους ενωσιακούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς

Με τον Κανονισμό 347/2013 (άρθρα 3 και 16) παρέχεται η εξουσιοδότηση στην Επιτροπή να καταρτίζει και να επικαιροποιεί ανά διετία τον ενωσιακό κατάλογο ΕΚΕ εκδίδοντας κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμούς. Ο ενωσιακός κατάλογος έχει τη μορφή παραρτήματος που επισυνάπτεται στον Κανονισμό 347/2013. Ο πρώτος κατάλογος ΕΚΕ καταρτίσθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό 1391/2013 και επικαιροποιήθηκε το 2015 με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό 89/2016. Στις 23.11.2017 η Επιτροπή δημοσίευσε το κείμενο ενός νέου κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (C(2017) 7834 final), που δεν έχει αριθμηθεί ακόμη, ο οποίος τροποποιεί εκ νέου τον ενωσιακό κατάλογο ΕΚΕ. 

Παρακάτω παρατίθενται τα ΕΚΕ ελληνικού ενδιαφέροντος σύμφωνα με τις νέες τροποποιήσεις του τελευταίου κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού.

Α/Α
ΕΡΓΑ ΚΟΙΝΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
1
Διάδρομος προτεραιότητας «Διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νότια Ευρώπη» (NSI East Electricity)
Δέσμη Βουλγαρίας — Ελλάδας μεταξύ Maritsa East 1 και Νέας Σάντας


ΕΚΕ
3.7.1.  Διασύνδεση του Maritsa East 1 (BG) με τη Νέα Σάντα (EL)

Διάδρομος προτεραιότητας «Διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νότια Ευρώπη» (NSI East Electricity)
Δέσμη Ισραήλ — Κύπρου — Ελλάδας μεταξύ της πόλης Hadera και της περιφέρειας Αττικής [έργο επί του παρόντος γνωστό ως EUROASIA Interconnector (ευρασιατικός διασυνδετήριος αγωγός)


ΕΚΕ
3.10.1.  Διασύνδεση της πόλης Hadera (IL) με την Κοφινού (CY)
3.10.2.  Διασύνδεση της Κοφινού (CY) με την Κορακιά στην Κρήτη (EL)
3.10.3.  Εσωτερική γραμμή μεταξύ Κορακιάς στην Κρήτη και περιφέρειας Αττικής (EL)

Διάδρομος προτεραιότητας “Διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νότια Ευρώπη” (“NSI East Electricity”)
Υδροηλεκτρικά με άντληση-ταμίευση στην   Ελλάδα:
EKE
3.24.Υδροηλεκτρικό με άντληση-ταμίευση στην Ελλάδα — Αμφιλοχία

2
 Διάδρομος προτεραιότητας «Διασυνδέσεις αερίου Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη» (NSI East Gas)
Δέσμη διασύνδεσης Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας




EKE
6.8.1.     Διασύνδεση Ελλάδας — Βουλγαρίας [έργο επί του παρόντος γνωστό ως IGB] μεταξύ Κομοτηνής (EL) και Stara Zagora (BG), Σταθμός συμπίεσης αερίου στους Κήπους

Διάδρομος προτεραιότητας “Διασυνδέσεις αερίου Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη” (“NSI East Gas”)
Δέσμη τερματικού σταθμού ΥΦΑ στη Βόρεια Ελλάδα



EKE
6.9          Τερματικός σταθμός ΥΦΑ στη Βόρεια Ελλάδα


Διάδρομος προτεραιότητας “Διασυνδέσεις αερίου Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη” (“NSI East Gas”)
Δέσμη αύξησης της αποθηκευτικής ικανότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη
EKE
6.20.3. Εγκατάσταση αποθήκευσης “Νότια Καβάλα” στην Ελλάδα

3.
Διάδρομος Προτεραιότητας Νότιος Διάδρομος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου SGG
Δέσμη ενοποιημένων, ειδικών και επιδεχόμενων κλιμάκωση υποδομών μεταφοράς, με τον σχετικό εξοπλισμό, για τη μεταφορά τουλάχιστον 10 bcm/a (δισεκατ. κυβικά μέτρα ετησίως) φυσικού αερίου από νέες πηγές της περιοχής της Κασπίας, μέσω Αζερμπαϊτζάν, Γεωργίας και Τουρκίας, με προορισμό τις αγορές της ΕΕ στην Ελλάδα και την Ιταλία

ΕΚΕ
7.1.3 Αγωγός αερίου μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας μέσω της Αλβανίας και της Αδριατικής [έργο επί του παρόντος γνωστό ως “Αδριατικός αγωγός φυσικού αερίου” (TAP)] και σταθμός συμπίεσης στη Νέα Μεσημβρίας


Διάδρομος Προτεραιότητας Νότιος Διάδρομος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου SGG
Δέσμη υποδομών για τη μεταφορά αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο 

EKE
7.3.1  Αγωγός από την  Ανατολική Μεσόγειο προς την ηπειρωτική Ελλάδα μέσω Κρήτης (έργο επί του παρόντος γνωστό ως “Αγωγός Ανατολικής Μεσογείου), σταθμός στη Μεγαλόπολη
7.3.3 Αγωγός φυσικού αερίου μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας (έργο επί του παρόντος γνωστό ως “Αγωγός Ποσειδών)

Ο κατάλογος περιλαμβάνει 11 ΕΚΕ ελληνικού ενδιαφέροντος. Από αυτά 5 αφορούν την Ηλεκτρική Ενέργεια (ΗΕ) και 6 το Φυσικό Αέριο (ΦΑ).
Στον κατάλογο περιλαμβάνονται 3 αυτοτελή ΕΚΕ και 8 σε δέσμες (Βουλγαρία, Ισραήλ, Κύπρος και Ιταλία).
Η Βουλγαρία παραμένει στρατηγικός εταίρος για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας. 
Ο κατάλογος περιλαμβάνει ΕΚΕ, που πέρα από την ικανοποίηση προφανών ενεργειακών στόχων (διασύνδεση δικτύων, ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας κα), έχουν και ευρύτερη γεωστρατηγική  σημασία, όπως η διασύνδεση Hadera (IL) -  Κοφινούς (CY) -  εσωτερική γραμμή Κορακιάς (Κρήτη) -  Αττικής (EL)
Από την μελέτη του καταλόγου συνάγεται ότι η Ελλάδα θα αποτελέσει την επόμενη δεκαετία περιοχή στην οποία θα υλοποιηθούν σημαντικά ΕΚΕ, τα οποία και θα καταστήσουν τη χώρα μας σημαντικό ενεργειακό κόμβο της Μεσογείου στον τομέα του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας.