Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 3/2016
Η Πορτογαλία και η Ισπανία στην Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος (ΔΥΕ)
Η  «δέσμη των έξι νομοθετικών μέτρων» (εξάπτυχο) σε δοκιμασία


Στις 1/7/2016 η Επιτροπή με Συστάσεις, που εξέδωσε, ζήτησε από το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 8 ΣΛΕΕ και στο πλαίσιο της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος, να  αποφασίσει ότι η Πορτογαλία και Ισπανία δεν ανέλαβαν αποτελεσματική δράση για τη μείωση των ελλειμμάτων τους, εντός του προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος. Συγκεκριμένα η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Πορτογαλία παρουσίασε κατά το 2015 δημοσιονομικό έλλειμμα 4,4% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 2,5%, και η Ισπανία δημοσιονομικό έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 4,2. Οι δημοσιονομικοί αυτοί στόχοι για το 2015 είχαν τεθεί για τις δύο χώρες από το Συμβούλιο το 2013. Η Επιτροπή σημείωσε με την Ανακοίνωσή της ότι η Λισαβόνα έχει ήδη αθετήσει την υπόσχεσή της να διορθώσει το δημοσιονομικό έλλειμμά της, ενώ η Μαδρίτη είναι «απίθανο να διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμα» εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ενώ έκρινε πως ούτε η κυβέρνηση της Πορτογαλίας ούτε αυτή της Ισπανίας έλαβαν επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Τις επόμενες μέρες διαβάσαμε στον ελληνικό τύπο για τη συγκρότηση «συμμαχίας του Νότου» απέναντι τιμωρητική στάση της ΕΕ απέναντι στις δύο χώρες, ενώ πληροφορηθήκαμε ότι ο Έλληνας ΥΠΕΘΟ έλαβε εντολή από τον Πρωθυπουργό του να υποστηρίξει σθεναρά τις δύο χώρες κατά τη συνεδρίαση του Eurogroup. Ωστόσο, στις 11/7 ο Πρόεδρος του Eurogroup J. Dijsselbloem δήλωνε ότι τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης στο σύνολό τους «θα προσφέρουν ισχυρή στήριξη» στις προτάσεις της Επιτροπής για τις δύο χώρες κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου (ECOFIN) την επόμενη μέρα. Στις 12/7 το ECOFIN κατ’ ουσία αποδέχτηκε τις Συστάσεις της Επιτροπής, η οποία καλείται πλέον εντός 20 ημερών να προτείνει στο Συμβούλιο την επιβολή κυρώσεων στην Πορτογαλία και την Ισπανία. 

Τόσο η διαδικασία λήψης αποφάσεων όσο και η πιθανότητα επιβολής κυρώσεων αποτελούν εφαρμογή ρυθμίσεων της «δέσμης των έξι νομοθετικών πράξεων» (εξάπτυχου),  που αποτελούμενη από 5 Κανονισμούς και μια Οδηγία θεσπίστηκε το Φθινόπωρο του 2011, όταν κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους επιχειρήθηκε η εμβάθυνση των κανόνων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης (ΕΟΔ) και της ενίσχυσης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), κυρίως, μέσω της αντιμετώπισης πολλών από τις ανεπάρκειες του συστήματος της ΕΟΔ. Μια από τις ανεπάρκειες αυτές θεωρήθηκε ότι ήταν η αναποτελεσματικότητα της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος (κατασταλτικό σκέλος του ΣΣΑ). Έτσι, οι διαδικασίες, που προέβλεπε η Συνθήκη για τη δημοσιονομική πειθαρχία και το ΣΣΑ κατέρρευσαν, όταν το 2003 – 2004 Γαλλία και Γερμανία στην ουσία αρνήθηκαν να μειώσουν τα ελλείμματά τους, βοηθούμενες από την «αλληλεγγύη» των υπολοίπων μελών του Συμβουλίου, που αρνήθηκαν να επιβάλλουν τις προβλεπόμενες κυρώσεις στο πλαίσιο της ΔΥΕ, όπως είχε προτείνει η Επιτροπή. Οι επιλογές του ενωσιακού νομοθέτη για να προσδώσει την αναγκαία αποτελεσματικότητα στη ΔΥΕ ήταν αφενός η προσπάθεια αυτοματοποίησης της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων στα «δημοσιονομικά απείθαρχα» Κράτη-μέλη μέσω της «αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας» και αφετέρου η αύξηση των περιπτώσεων επιβολής κυρώσεων. Οι παραπάνω επιλογές δοκιμάζονται τις μέρες αυτές στις περιπτώσεις της Πορτογαλίας και της Ισπανίας.

Ι. Η αυτοματοποίηση της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων: η αντίστροφη ειδική πλειοψηφία

Η αποτελεσματικότητα της ΔΥΕ επιχειρήθηκε με την αυτοματοποίηση  της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων μέσω, της εκτεταμένης χρήσης της «αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας».  Ο νέος αυτός τρόπος στη λήψη των αποφάσεων έρχεται να ανατρέψει τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται από το Συμβούλιο, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής. Έτσι, το Κράτος-μέλος που επιθυμούσε να ματαιώσει τη λήψη της απόφασης και να αποφύγει τις κυρώσεις σε βάρος του θα έπρεπε με τις κατάλληλες συμμαχίες να διαμορφώσει το λεγόμενο blocking minority, που εμποδίζει τη συγκρότηση της ειδικής πλειοψηφίας. Κάτι τέτοιο κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «οδηγούσε σε "κρυφές" συμφωνίες με τις οποίες θα απαλλάσσονταν χώρες που κανονικά θα έπρεπε να προχωρήσουν σε μεταρρύθμιση  των δημοσιονομικών τους πολιτικών». Με την «αντίστροφη ειδική πλειοψηφία» η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο πρόταση (σύσταση), που «λογίζεται εγκριθείσα από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση της Επιτροπής». Το Συμβούλιο διαθέτει για να αποφασίσει την απόρριψη της πρότασης της Επιτροπής  αποκλειστική και ιδιαίτερα πιεστική 10ημερη προθεσμία, η παρέλευση της οποίας άπρακτης ισοδυναμεί με έγκριση της πρότασης της Επιτροπής. Το Συμβούλιο, πάντως, μπορεί να τροποποιήσει την πρόταση (σύσταση) της Επιτροπής με ειδική πλειοψηφία και να εγκρίνει το τροποποιημένο κείμενό της ως απόφασή του. Για την επιβολή κυρώσεων στο βαθμό που αυτές επιβάλλονται στα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης ψηφίζουν μόνο τα μέλη του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν Κράτη- μέλη με νόμισμα το ευρώ και το Συμβούλιο ενεργεί χωρίς να λάβει υπόψη την ψήφο του μέλους του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύει το οικείο Κράτος-μέλος. Η ειδική πλειοψηφία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 238 παρ. 3 στ. β της ΣΛΕΕ (55% Κρατών-μελών και 65% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης, αναλόγως μειούμενων εκ του αριθμού των μελών της Ευρωζώνης). Είναι φανερό ότι πλέον το Κράτος-μέλος που επιδιώκει την απόρριψη της πρότασης της Επιτροπής θα πρέπει να βρει ως συμμάχους έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό άλλων Κρατών-μελών για τη συγκρότηση ειδικής πλειοψηφίας, αφού δεν αρκεί η μειοψηφία μπλοκαρίσματος.  Με άλλα λόγια η επιβολή κυρώσεων δεν εξαρτάται από τη συγκρότηση ειδικής πλειοψηφίας αλλά αρκεί να στηριχθεί από μια μειοψηφία (τεσσάρων Κρατών-μελών), που θα εμποδίσει τη συγκρότηση ειδικής πλειοψηφία για την απόρριψη των προτάσεων της Επιτροπής.  

Κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως, διευρύνεται σημαντικά η διακριτική ευχέρεια και η αυτονομία του τεχνοκρατικού – γραφειοκρατικού οργάνου της Ένωσης  (Επιτροπή) σε βάρος του πολιτικού οργάνου (Συμβούλιο), ανατρέποντας την από τη Συνθήκη θεσμική ισορροπία, που θέλει την Επιτροπή να προτείνει και το Συμβούλιο είτε μόνο του είτε με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Πρόκειται για ένα υπερβολικό τίμημα, που καλείται να καταβάλλει η δημοκρατική νομιμότητα στην προσπάθεια αναζήτησης της αναγκαίας ταχύτητας και αποτελεσματικότητας στη λήψη αποφάσεων. Εξάλλου, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο κίνδυνος να μην επιτευχθεί τελικά και ο απαιτούμενος βαθμός αποτελεσματικότητας, αφού μια απόφαση επιβολής κυρώσεων σε βάρος ενός Κράτους-μέλους, που στερείται νομιμοποίησης από την πλειοψηφία, δύσκολά γίνεται πολιτικά αποδεκτή, οπότε αυξάνονται οι πιθανότητες μη συμμόρφωσης. Ο νέος μηχανισμός λήψης αποφάσεων αντιμετωπίζεται περίπου ως πανάκεια για την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων στα δημοσιονομικά απείθαρχα Κράτη-μέλη. Καταγράφονται, όμως και απόψεις που συνιστούν μια περισσότερο επιφυλακτική προσέγγιση, αφενός γιατί πλέον η Επιτροπή θα είναι πιο προσεκτική, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε  λιγότερες Συστάσεις της προς το Συμβούλιο με τις οποίες θα προτείνονται κυρώσεις και αφετέρου γιατί, αν και γίνεται δυσκολότερο, δεν εκλείπει εντελώς το περιθώριο «πολιτικού παζαρέματος» στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι θεωρητικό. Αντίθετα, φαίνεται και να προβλέπεται από τις ρυθμίσεις για την αντίστροφη ειδική πλειοψηφία, αφού το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιεί τη Σύσταση της Επιτροπής με ειδική πλειοψηφία και όχι με ομοφωνία, όπως απαιτεί το άρθρο 293 παρ. 1 ΣΛΕΕ για τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής, και να την υιοθετεί τροποποιημένη. 

Ως προσπάθεια περαιτέρω ενίσχυσης των παραπάνω επιλογών και αντιμετώπισης των ενστάσεων για την αποτελεσματικότητά τους θα πρέπει να θεωρηθεί η διάταξη του άρθρου 7 του Δημοσιονομικού Συμφώνου, σύμφωνα με την οποία «τα συμβαλλόμενα μέρη με νόμισμα το Ευρώ δεσμεύονται να υποστηρίζουν τις προτάσεις ή συστάσεις τις οποίες υποβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν θεωρεί ότι ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με νόμισμα το Ευρώ παραβιάζει το κριτήριο του ελλείμματος στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος». Με τη διάταξη αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν τη δέσμευση να ενεργούν συντονισμένα εντός του Συμβουλίου της Ένωσης κατά τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος, ως ένα «voting syndicate» (Miguel P. Maduro) που εκ πρώτης όψεως μπορεί να θεωρηθεί ότι υποσκάπτει τις ενωσιακές διαδικασίες και θίγει τα δικαιώματα των υπολοίπων Κρατών-μελών.  Ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αποτελεί πρακτική τα τελευταία χρόνια να διαβουλεύονται τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης με σκοπό να καταλήξουν σε μια κοινή θέση πριν από τις συνεδριάσεις του ECOFIN. Ενδεχομένως, αυτό που αποτελεί θέμα συζήτησης είναι η μετατροπή αυτής της πρακτικής σε νομική υποχρέωση και μάλιστα με μια inter se διεθνή συμφωνία και όχι μέσω της θέσπισης ενός σχετικού ενωσιακού κανόνα δικαίου. Με τη ρύθμιση αυτή που δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο παρά μια προσπάθεια να ενισχυθεί περαιτέρω ο ρόλος της Επιτροπής και η αυτοματοποίηση της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων στο πλαίσιο της ΔΥΕ, αφού με την υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών του Δημοσιονομικού Συμφώνου να υποστηρίξουν τις προτάσεις της Επιτροπής καθίσταται αδύνατη η συγκρότηση αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας, που εμποδίζει την υιοθέτηση των προτάσεών της. Είναι φανερό ότι στην ανωτέρω δέσμευση βασίζεται η δήλωση του J. Dijsselbloem μετά τη συνεδρίαση της 11/7 του Eurogroup, που λειτουργεί ως όργανο συντονισμού των Κρατών-μελών της Ευρωζώνης. 

II. Κυρώσεις….περισσότερες κυρώσεις

Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής του νέου πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης,  πέρα από την εκτεταμένη χρήση της «αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας», επιχειρήθηκε με την αύξηση των περιπτώσεων επιβολής  κυρώσεων στα Κράτη-μέλη, που αποκλίνουν και παραλείπουν να συμμορφωθούν τόσο στο προληπτικό όσο και στο κατασταλτικό σκέλος του ΣΣΑ ή για τις περιπτώσεις παραποίησης των στοιχείων εκ μέρους των Κρατών-μελών.  Η τάση, που εκδηλώθηκε με τη υιοθέτηση της «δέσμης των έξι νομοθετικών μέτρων», για την ενίσχυση και την επιβολή, τελικά, της δημοσιονομικής πειθαρχίας μέσω της επιβολής οικονομικών κυρώσεων στα Κράτη-μέλη της Ένωσης, που αρνούνται να συμμορφωθούν, δέχτηκε αρκετή κριτική. Οι αρνητικές τοποθετήσεις της επιστημονικής κοινότητας δεν αμφισβήτησαν τόσο την ανάγκη ύπαρξης ενός αποτρεπτικού μηχανισμού όσο την αποτελεσματικότητα της αποτροπής μέσω της αύξησης του αριθμού των οικονομικών κυρώσεων. Άλλωστε, η πρόσφατη ιστορία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης συνηγορούσε στην άποψη ότι «οι κυρώσεις σχεδιάστηκαν όχι για να χρησιμοποιηθούν» ή ότι «οι κυρώσεις είναι σαν ένα ατομικό όπλο που υπάρχει αλλά ποτέ δεν χρησιμοποιείται». Στο πλαίσιο της συζήτησης αυτής υποστηρίχτηκαν και οι παρακάτω εναλλακτικές λύσεις, που για τους υποστηριχτές τους υπηρετούσαν αποτελεσματικότερα το στόχο της δημοσιονομικής πειθαρχίας: (α) η πρόβλεψη δυνατότητας αποπομπής Κράτους-μέλους της Ζώνης του Ευρώ, που αρνείται να συμμορφωθεί στους κανόνες και στις διαδικασίες για τη δημοσιονομική πειθαρχία, (β) η «εσωτερίκευση» (internalize) των κοινών στοχεύσεων της Ζώνης του Ευρώ, μέσω της υποχρέωσης των Κρατών-μελών να εισάγουν στην εσωτερική έννομη τάξη κανόνες, υποχρεωτικού χαρακτήρα, αμέσου εφαρμογής και μη τροποποιήσιμους εύκολα, δηλαδή συνταγματικού χαρακτήρα, οι οποίοι θα θέτουν ανώτατα όρια στο δημόσιο έλλειμμα και χρέος, συμβατά με τα όρια που τίθενται από το ΣΣΑ (η λύση αυτή ενσωματώθηκε τελικά στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο ). 
Ειδικότερα στο πλαίσιο του Κατασταλτικού σκέλους, που αφορά τις συγκεκριμένες περιπτώσεις της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, αν το Συμβούλιο διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, προβλέπεται ως κύρωση η άτοκη υποχρεωτική κατάθεση ποσού ίσου προς το 0,2% του ΑΕΠ του προηγούμενου χρόνου. Σε άτοκη μπορεί να μετατραπεί και μια τοκοφόρος κατάθεση ενώ προβλέπεται η μετατροπή της άτοκης κατάθεσης σε πρόστιμο, αν το Κράτος-μέλος παρέλειψε να λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση του υπερβολικού ελλείμματος. Οι κυρώσεις αυτές, βέβαια, προβλέπονταν εξαρχής από το άρθρο 126 παρ. 11 ΣΛΕΕ, ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόσθηκαν ή σε κάθε περίπτωση ουδέποτε λειτούργησαν αποτρεπτικά. Με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1173/2011 επιχειρείται η αυτοματοποίηση της διαδικασίας επιβολής των κυρώσεων μέσω της ενίσχυσης του ρόλου της Επιτροπής και της χρήσης της «αντίστροφης πλειοψηφίας». Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του παραπάνω Κανονισμού ορίζει ότι «αν το Συμβούλιο, αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 8 της ΣΛΕΕ, ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να διορθώσει το υπερβολικό του έλλειμμα, η Επιτροπή συνιστά στο Συμβούλιο εντός 20 ημερών από τη λήψη της απόφασης αυτής, την επιβολή προστίμου με νέα του απόφαση. Το πρόστιμο ανέρχεται σε 0,2 % του ΑΕΠ του οικείου κράτους μέλους κατά το προηγούμενο έτος. Η απόφαση περί επιβολής προστίμου λογίζεται εγκριθείσα από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση της Επιτροπής εντός 10 ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή». 

Τα πρόστιμα που απειλούνται σύμφωνα με τα παραπάνω είναι εξαιρετικά σοβαρά. Υπολογίζονται περίπου σε 300 εκατ. Ευρώ για την Πορτογαλία και σε 2 δις Ευρώ για την Ισπανία.  Η Επιτροπή, πάντως, μπορεί, λόγω έκτακτων οικονομικών περιστάσεων ή μετά από αιτιολογημένο αίτημα που απευθύνει το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή εντός 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 8 της ΣΛΕΕ να συστήσει στο Συμβούλιο τη μείωση του ποσού του προστίμου ή την ακύρωσή του. Η Ισπανία ήδη υπέβαλλε σχετικό αίτημα στην Επιτροπή.

Οι δύο χώρες, όμως, δεν απειλούνται μόνο με την επιβολή προστίμου αλλά και με αναστολή της χρηματοδοτικής συνδρομής τους μέσω των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ), αφού με τον Κανονισμό (EE) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που ως γενικός Κανονισμός αφορά το σύνολο των ΕΔΕΤ για την προγραμματική περίοδο 2014 -20, εισάγεται κατ’ ουσία η «μακροοικονομική αιρεσιμότητα» σε μια προσπάθεια διάχυσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της υποχρέωσης διατήρησης υγιών δημόσιων οικονομικών μέσω της ενωσιακής νομοθεσίας στο μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών της Ένωσης και ειδικά αυτών που έχουν αναδιανεμητικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μπορεί να αναστέλλει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, μέρος ή το σύνολο των πληρωμών και των αναλήψεων υποχρεώσεων για τα προγράμματα ενός Κράτους-μέλους, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφασίζει δυνάμει του άρθρου 126 παρ. 8 ή του άρθρου 126 παράγραφος 11 ΣΛΕΕ ότι ένα Κράτος-μέλος δεν έχει αναλάβει αποτελεσματική δράση ώστε να διορθώσει το υπερβολικό του έλλειμμα. 

Τέλος, ως Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, οι δύο χώρες μπορούν να τεθούν με απόφαση της Επιτροπής υπό καθεστώς ενισχυμένης οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού 473/2013 (συμπληρωματική δέσμη των δύο νομοθετικών μέτρων – δίπτυχο). Η ενισχυμένη εποπτεία τόσο ως προς τη συγκρότηση του εποπτικού μηχανισμού όσο και ως περιεχόμενό της συνιστά μεταφορά στην ενωσιακή δικαιοταξία και μετατροπή από διεθνή υποχρέωση (άρθρο 13 παρ. 7 Συνθήκης ΕΜΣ) σε τέτοια ενωσιακού χαρακτήρα της ελεγκτικής πρακτικής, που επικράτησε να αποκαλείται «τρόικα», με ότι αυτό συνεπάγεται.  

III. Αντί συμπερασμάτων

Μετά το 2010 η Ένωση κλήθηκε αφενός να αντιμετωπίσει το επείγον ζήτημα της κρίσης χρέους πολλών Κρατών-μελών της Ευρωζώνης και αφετέρου να επανεξετάσει μηχανισμούς, διαδικασίες και κανόνες, που αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να προλάβουν και να αντιμετωπίσουν την κρίση, ενισχύοντας τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης. Στο διάστημα που διέρρευσε το επιστημονικό ενδιαφέρον συγκέντρωσαν περισσότερο οι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων και χρηματοδοτικής συνδρομής (ΕΜΣ) και λιγότερο οι νέοι κανόνες της ΕΟΔ. Στις περιπτώσεις της Πορτογαλίας και της Ισπανίας έρχονται κατ’ ουσία να δοκιμαστούν στην πράξη οι επιλογές που έγιναν, επιβεβαιώνοντας ή όχι πολλές από τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν. Θα επιλέξουν τα Κράτη-μέλη μια σκληρή τιμωρητική προσέγγιση, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο νομικό πλαίσιο (νομοθετικές δέσμες) που καλούνται να εφαρμόσουν ή θα συμφωνήσουν μια πιο ήπια αντιμετώπιση, στο βαθμό που αυτή επιτρέπεται, λαμβάνοντας υπόψη την τεράστια προσπάθεια που κατέβαλαν οι δύο χώρες από το 2010 και μετά, καθώς και τους φόβους ότι τα επαπειλούμενα υψηλά πρόστιμα μπορούν να υποσκάψουν την ασθενή τους οικονομική ανάπτυξη;   

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης
Αναπληρωτής Καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com






Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2016

Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών και η αποτελεσματικότητά της
Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΜΔΕ στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ένας από τους σκοπούς του CES-DUTH Blogspot είναι η ενθάρρυνση των νέων επιστημόνων (μεταπτυχιακών φοιτητών, υποψηφίων διδακτόρων, διδακτόρων) να προβάλλουν τη δουλειά τους και πάνω από όλα να την θέσουν στην κρίση της επιστημονικής κοινότητας. Στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζουμε τη μελέτη του κ Παναγιώτη Αργαλιά, υποψήφιου Διδάκτορα της Νομικής Σχολής ΔΠΘ στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με θέμα την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών και την αποτελεσματικότητα του νέου αυτού θεσμού, που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας και αποτέλεσε μια από τις καινοτομίες της νέας Συνθήκης.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 4 Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης «πολίτες της Ένωσης, εφόσον συγκεντρωθεί αριθμός τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, υπήκοοι σημαντικού αριθμού κρατών μελών, μπορούν να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι εν λόγω πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών». Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών, έτσι, αποτελεί θεσμό πραγμάτωσης της συμμετοχικής δημοκρατίας, την οποία σέβεται και προωθεί η Ένωση, αφού κατά το άρθρο 10 παρ. 3 ΣΕΕ «κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στο δημοκρατικό βίο της Ένωσης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και εγγύτερα στους πολίτες».

Ήδη έχουν περάσει περισσότερα από 4 χρόνια από την υιοθέτηση του Κανονισμού 211/2011, ο οποίος κατ’ ουσία, θεσπίζοντας τις σχετικές λεπτομερείς ρυθμίσεις, έθεσε σε λειτουργία το νέο θεσμό. Στο διάστημα αυτό περισσότερες από 20 ΕΠΠ έχουν εκδηλωθεί, γεγονός που επιτρέπει έναν πρώτο απολογισμό και εκτίμηση της αποτελεσματικότητας    του θεσμού. Η θεματολογία των πρωτοβουλιών περιλαμβάνει θεσμικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Ωστόσο, αν και η θεματολογία είναι πλούσια, η επιτυχία των πρωτοβουλιών δεν είναι ικανοποιητική. Η μελέτη του κ Αργαλιά αφενός παρουσιάζει αναλυτικά και βήμα – βήμα τη λειτουργία (προϋποθέσεις, διαδικασία, συνέχεια) της ΕΠΠ, λειτουργώντας έτσι ως ένα χρήσιμο manual για μελλοντικές Πρωτοβουλίες και αφετέρου παρακολουθεί τις μέχρι σήμερα κατατεθείσες Πρωτοβουλίες Πολιτών, κατατάσσοντας αυτές σε επιτυχημένες και απορριφθείσες από την Επιτροπή, σε μια προσπάθεια διερεύνησης των αιτίων του μικρού αριθμού (μόλις 3) επιτυχημένων πρωτοβουλιών.

Ο κ Αργαλιάς συμπεραίνει  ότι η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία των Πολιτών, που έχει ως σκοπό  να δώσει τη δυνατότητα επηρεασμού της νομοθετικής διαδικασίας της Ένωσης από τους ευρωπαίους πολίτες, αντιπροσωπεύει το πρώτο εργαλείο άμεσης δημοκρατίας με υπερεθνική αξία, καθόσον υιοθετήθηκε από την ΕΕ ως οντότητα, ενώ αναφέρεται μόνο στο πεδίο του παράγωγου (δευτερογενούς) δικαίου της ΕΕ.  Εξάλλου, η μικρή μέχρι σήμερα αποτελεσματικότητα του θεσμού οφείλεται κατά τον συγγραφέα, μεταξύ άλλων, στα εξής: μεγάλος αριθμός ΕΠΠ έχουν απορριφθεί επειδή δεν εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, παρουσιάζονται αποκλίσεις μεταξύ των Κρατών-μελών σχετικά με τους όρους και τα προσωπικά δεδομένα που απαιτούνται για την εγκυρότητα των δηλώσεων υποστήριξης, δεν προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή μιας επιτυχημένης πρωτοβουλίας στην Επιτροπή, μετά την ολοκλήρωση της συγκέντρωσης των δηλώσεων υποστήριξης, η συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών δεν θεωρείται γενικά επαρκής ενώ παρουσιάζεται έλλειμμα ενημέρωσής τους για την ΕΠΠ και τις δυνατότητες που προσφέρει ο σχετικά νέος αυτός μηχανισμός.


Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης
Αναπληρωτής Καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com

Τρίτη 31 Μαΐου 2016


CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 2/2016
Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και η συζήτηση για το BREXIT

Το τελευταίο διάστημα και όσο γίνονται φανερές οι αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις για το Ηνωμένο Βασίλειο από μια ενδεχόμενη αποχώρησή του από την ΕΕ, οι υποστηρικτές της αποχώρησης (leave) επικεντρώνουν την επιχειρηματολογία τους στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι αυτός αποτελεί κίνδυνο για την εθνική κυριαρχία του Η.Β. Παρακάτω, κάνοντας ένα άνοιγμα στο διεθνή επιστημονικό διάλογο, παρουσιάζουμε μια εξαιρετικά ψύχραιμη τοποθέτηση στο θέμα από τον Καθηγητή του Ευρωπαϊκού Δικαίου και αντί – κοσμήτορα της Νομικής Σχολής του University College του Λονδίνου κ. Piet Eeckhout. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης 
Αναπληρωτής Καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com


Piet Eeckhout, The Real Record of the EU Charter of Fundamental Rights, U.K. Const. L. Blog, 6th May 2016, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: https://ukconstitutionallaw.org/

Brexit debates have started focusing on the EU Charter of Fundamental Rights, after it has become clear that the economic effects of the UK departure from the EU are likely to be negative.  Michael Gove has attacked the Charter, and the CJEU case law pertaining to it, in a key Leave speech, and the Financial Times has devoted a substantial article to the subject.  There is however a lot of misrepresentation going on, as I have argued elsewhere.  This post aims to offer a more rounded, if still concise assessment of what the Charter is, and what it is not, and whether it really interferes with UK law, or poses a threat to UK sovereignty.
The argument against the Charter is easy to sketch.  It was foisted on the UK as a mere, non-binding proclamation, in 2000.  It was then incorporated in the failed EU Constitution, but the latter was simply repackaged as the Lisbon Treaty, and the effect is that the Charter acquired binding force.  This is the European federalists’ Trojan horse.  The Charter is, at its core, a constitutional instrument, imposing a long list of human rights and fundamental freedoms on EU Member States.  If it were a mere international instrument, it would simply join the catalogue of human rights treaties and declarations with variable effectiveness.  But the Charter is different, for it is enforced by the CJEU, whose judgments are binding and trump national law.  Surely, the ever integration-minded CJEU will use the Charter to expand EU law, and to override national laws resulting from democratic processes.   The canary in the coal mine must be the UK Protocol on the Charter, which the CJEU emasculated in NS by saying that it is not an opt-out, contrary to popular political belief.
However, this broad argument about the threat posed by the Charter does not withstand closer scrutiny, for the following reasons.
First, the Charter is, effectively, less different from the ECHR than is often presumed.  It has been lauded by human-rights activists as a more up-to-date rights catalogue, in particular because it includes social and economic rights, in contrast with the ECHR.  Yet 16 years into the Charter’s existence we are still to witness any meaningful impact of those social and economic rights.  The CJEU has been reluctant to endorse them, both before (e.g. Viking and Laval) and after the Charter’s entry into force (see e.g.Association de mediation sociale).  Many labour lawyers are very disappointed with this strand of the CJEU’s case law.  It is definitely not the CJEU which is a major contributor to the recognition of labour rights as human rights.  As to the other provisions of the Charter which do not replicate the ECHR, the record is also minimal.  This may be due to the fact that most of them are either programmatic or a simple confirmation of basic EU law principles which copied from the EU Treaties.  And on the procedural side, the differences between the effects of ECtHR and CJEU judgments are also not as stark as they are often portrayed.  Yes, EU law has primacy, also over primary legislation, and the CJEU judgments are binding on national courts – whereas the Human Rights Act 1998 does not allow the courts to strike down such legislation, and the ECtHR judgments are merely to be taken into account.  But the actual instances of EU law primacy leading to the disapplication of UK primary legislation are few and far between.  And in many human-rights cases such disapplication is inherently ineffective, because the violation cannot be remedied in the absence of new legislation.  What does the Charter really add, in such cases?
Second, the scope of the Charter is limited, and more so than its opponents are willing to recognise.  As is of course well known, the Charter itself confirms that it is binding on the EU Member States “only when implementing Union law” (Art 51(1)).  This is a vague principle, open to all kinds of constructions, and it is not difficult to imagine a very expansive approach.  But how has the CJEU interpreted it, in the more than six years since the Charter’s entry into force?  In the same way as it has interpreted the substantive Charter provisions: keen on ensuring continuity.  It has opted for a broad interpretation in one sense only, namely by confirming its pre-Charter case law on derogations.  Where Member States derogate from basic EU law principles, in particular in the context of the internal market, the Charter also applies – even if this is not at face value about “implementation” of EU law.  But it has not used Art 51(1) to push the boundaries of EU human rights law.  As Michael Dougan explains very clearly, the Charter will only apply if there is a first-order provision or principle of EU law which triggers its application.  Academic analysis of the relevant case law generally finds that the CJEU’s approach is in line with the pre-Charter era (see e.g. Dougan, Sarmiento, and Lenaerts – currently CJEU President).  Informed readers will point to the ruling in Åkerberg Fransson, which adopted a wide approach, at least in the legal and factual context of that particular case.  The Court found that the criminal prosecution of VAT fraud in Sweden was subject to the Charter, simply because VAT is partly regulated by EU law and VAT revenues contribute to the EU’s funding.  I am also critical of that judgment, but there are countervailing examples.  The CJEU has not applied the Charter to EU or national austerity policies in Eurozone bail-out countries: see e.g. Pringle and Sindicato dos Bancários do Norte.  It has not established a strong connection between the Charter and EU citizenship; indeed it has managed to remain as quiet as possible about the right to family life and the rights of children in the (in)famous Ruiz Zambrano line of cases, which is, at its core, about those fundamental rights. The CJEU has also not embraced expansive theories about the scope of EU human rights law and the Charter, such as the competence theory of Advocate General Sharpston, and the reverse Solange theory of Von Bogdandy and others. So the record is a cautious one.
Third, the cautious record is confirmed when one looks at cases involving UK law, referred to the CJEU by UK courts.  Most of those CJEU judgments are concerned with the interpretation of EU legislation, in light of the Charter – none of them in a way which leads to a genuine interference with UK primary legislation: e.g. Williams (working-time airline pilots), Alemo-Herron (transfer of undertakings), and NS and MA (asylum).  NS is in fact very interesting, as it is clear that the CJEU was actually reluctant to accept that the human rights of asylum seekers can interfere with the system of the Dublin Regulation; a theme which recurred in Opinion 2/13 on accession to the ECHR.  There are couple of judgments on the principle of national procedural autonomy, completely in line with established case law: East Sussex County Council and David Edwards.  Perhaps the most significant intervention is ZZ, on the conditions which EU law imposes for the handling of secret evidence, in deportation cases involving national security.  But it is not an intervention which overrules the UK system.
The central objective of the EU Charter is to ensure that the EU respects and protects fundamental rights in the various spheres of its policies and laws.  The CJEU implements that objective, as shown by its willingness to strike down EU legislation or other significant EU acts (see e.g. Test-Achats, Digital Rights Ireland, and Schrems).  The objective could not be achieved if the Member States were also not bound by the Charter where they act as the agents of EU law.  Conceptually, this requires the general test ofÅkerberg Fransson: where EU law applies, and a case is “within the scope” of EU law, the Charter must also apply.  But it cannot be said that, overall, the CJEU is applying this test too broadly.  Nor can it be said that the CJEU’s case law on the Charter is integrationist.  This may have as much to do with the fact that the protection of human rights is not always well-suited for political integration purposes, as it is explained by the CJEU’s cautiousness.  Protection of human rights is often counter-majoritarian, and it is a check on government, not a stimulus.  Rights can be divisive, as the US federal history amply demonstrates.  The CJEU has itself struggled with how rights interfere with the integration project: see the Viking/Laval saga, NS and the resistance to accession to the ECHR. Besides, if a common standard of rights protection were so integrationist, why is it that the pan-European ECHR and the ECtHR have failed to integrate the continent, particularly as the ECHR rights are generally applicable, and not confined to a separate, supranational legal order?  It is great, in my view, to have the articulation of shared European values which the Charter offers, but whether that articulation itself leads to further integration is not at all clear.
There are of course ways to use rights-protection to achieve further integration, but the CJEU is clearly not taking the main integrationist route: that of linking the Charter to EU citizenship.  A wide approach to the protection of the fundamental rights of EU citizens benefiting from free movement would indeed produce strong integrationist effects, as I have analysed elsewhere.  The main one is that it would become untenable to limit those rights to EU citizens who have made use of free-movement rights, and not to extend them to everyone.  But, as mentioned above, the CJEU has been very cautious in this respect.  And if its case law on EU citizenship has had expansionist traits, there is a clear reversal in recent judgments such as Dano, on the politically salient issue of benefits.  Application of the Charter was also refused there.
The conclusion is that the real record of the Charter does not confirm that it constitutes a new threat to national sovereignty.  In fact, Eurosceptics should welcome the Charter, because it simply makes the EU institutions, and the Member States when they apply EU law, more accountable.


Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1/2016

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2015
Προλογικό σημείωμα

Παρακάτω προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελείται από το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και τα Ειδικευμένα Δικαστήρια) κατά το έτος 2015. Πρόκειται για μία καταγραφή των αποφάσεων των παραπάνω Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Τέτοιες θεωρούμε, κυρίως, τις αποφάσεις επί προσφυγών για παράβαση που ασκήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, τις αποφάσεις επί προσφυγών ακυρώσεως, κατά παραλείψεων και αποζημιώσεως που ασκήθηκαν από την ελληνική Κυβέρνηση ή από Έλληνες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) κατά των κοινοτικών οργάνων, τις προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, τις παραπομπές στο Δικαστήριο εκ μέρους δικαστηρίων άλλων Κρατών-μελών, στις οποίες εμπλέκεται Έλληνας ως διάδικος στην κύρια δίκη και, τέλος, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου (ΔΕΕ) επί αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου (ΓΔΕΕ). Βλέπε το σύνολο των αποφάσεων  εδώ

Παρακάτω καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο ορισμένες υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των κοινοτικών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Όλες οι αποφάσεις είναι αδημοσίευτες ακόμη στη έντυπη Συλλογή των Αποφάσεων του Δικαστηρίου. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.

Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:

1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2015) καταγράφτηκαν  δεκαεπτά (17) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος σε σύγκριση με προηγούμενα έτη (μόλις 11 αποφάσεις το 2013, 13 το 2012 και 11 του 2011), χωρίς, ωστόσο, να προσεγγίζει τον ως ένα βαθμό υπερβολικό αριθμό των σαράντα (40) αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον για το 2014. Όπως είχαμε παρατηρήσει ο αριθμός αυτός ήταν ιδιαίτερα υψηλός και οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα). Ωστόσο, και ο αριθμός των αποφάσεων γενικότερου ή εθνικού ενδιαφέροντος (17) είναι αρκετά αυξημένος και οφείλεται σε αποφάσεις επί  υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων και δαπανών επί των οποίων εκδόθηκαν αποφάσεις το 2015. Αυτές ήρθαν να υπερκαλύψουν τον σταθερά μειωμένο αριθμό τα τελευταία χρόνια των αποφάσεων επί προσφυγών για παράβαση, που ασκήθηκαν κατά της χώρας μας από την Επιτροπή καθώς και τον σχεδόν μηδενικό αριθμό προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων.

2. Μπορούμε πλέον αβίαστα να συμπεράνουμε ότι παγιώθηκε η σημαντική  βελτίωση της εικόνας της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται μόλις τρεις (3) καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς . Ο αριθμός αυτός σταθερά κινείται κάτω από το μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου πέντε (5).  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στο αντίστοιχο σημείωμά μας για το 2014, οπότε παρέλκει η επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: 
Στη σημασία που φαίνεται να δίνεται πλέον στη τήρηση των υποχρεώσεων, πού αναλαμβάνει η χώρα μας έναντι της Ένωσης.  
Στην προσπάθεια της χώρας μας να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του, που διαρκώς απαιτεί, χωρίς να τηρεί τα συμφωνηθέντα και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί αυτόνομα αν η κατάσταση αυτή οφείλεται και στην πίεση που ασκείται από την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (τρόικα) κατόπιν της προσφυγής της στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς από το Μάιο 2010. 
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ως αρνητικό το γεγονός ότι μεταξύ των τριών (3) καταδικαστικών αποφάσεων του 2015 καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ (βλ αναλυτικά παρακάτω) .
Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι μεταξύ των τριών (3) καταδικαστικών αποφάσεων οι δύο (2) αφορούν γενικότερα την προστασία του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη. Στον τομέα αυτό (επεξεργασία αστικών λυμάτων), άλλωστε, εντοπίζεται  και η απόφαση του Δικαστηρίου για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων (κατ’ αποκοπή ποσού και χρηματικής ποινής) κατά της χώρας μας, επειδή αυτή δεν συμμορφώθηκε σε προηγούμενη απόφασή του ΔΕΕ (C-440/06, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας). Λαμβάνοντας υπόψη ότι και κατά το 2014 οι διαπιστωμένες από το Δικαστήριο παραβιάσεις (τρεις αποφάσεις) της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης αφορούσαν αποκλειστικά το συναφές ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων, ενισχύεται το συμπέρασμα ότι αυτό έχει αναδειχθεί σε ένα από τα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος.   

3. Το 2015, όπως και το 2014 εντοπίζεται μόνο μια (1) απόφαση του ΔΕΕ επί προδικαστικής παραπομπής κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που προήλθε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, που διατηρεί έναν περιορισμένο αλλά σταθερό διάλογο με το Δικαστήριο. Η μηδενική σχεδόν συνεργασία των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ μέσω της προδικαστικής διαδικασίας και το 2015  επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 

Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων  κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιμετώπισης τόσο από τις Νομικές Σχολές όσο και από τα αρμόδια διοικητικά και εκπαιδευτικά όργανα της δικαιοσύνης. 

Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler , της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες ), καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικέ Υποθέσεις). 

4. Στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος θα πρέπει να επισημάνουμε, ως έχουσες ιδιαίτερη σημασία τις παρακάτω αποφάσεις του Δικαστηρίου:
(α) C 167/14, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Με την προσφυγή της η Επιτροπή επικαλέστηκε τη μη συμμόρφωσή της χώρας μας στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C 440/06 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, που εκδόθηκε το 2007 και αφορούσε την παραβίαση των διατάξεων της Οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων , δεδομένου ότι έξι οικισμοί (Λευκίμης, Μαρκόπουλου, Κορωπίου, Νέας Μάκρης, Ραφήνας και Αρτέμιδας) δεν διέθεταν ακόμη συστήματα συλλογής και επεξεργασίας αστικών λυμάτων. Με την προσφυγή της η Επιτροπής ζήτησε και την επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ. Η Ελληνική Δημοκρατία αμυνόμενη προέβαλλε ότι υπήρξε ικανοποιητικός βαθμός συμμόρφωσης και ότι «το γεγονός ότι η διαδικασία δεν έχει ακόμα περατωθεί οφείλεται όχι σε ολιγωρία ή άρνηση της διοικήσεως να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, αλλά στο ότι η επιλογή της εν λόγω τοποθεσίας είναι πολύπλοκη καθόσον, αφενός, απαιτεί τη συνεργασία πλειόνων συναρμόδιων υπουργείων, αποκεντρωμένων διοικητικών υπηρεσιών, περιφερειών και δήμων και, αφετέρου, εντάσσεται σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από ενίοτε ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις του τοπικού πληθυσμού για την εκ μέρους του αποδοχή των προτεινόμενων χώρων επεξεργασίας των αστικών λυμάτων». Το Δικαστήριο, αφού τόνισε ότι «τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεώς τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης», έκανε δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής και καταδίκασε την Ελληνική Δημοκρατία στην υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού 10 εκατομμυρίων ευρώ, δεχόμενο ότι «ο σχετικά υψηλός αριθμός οικισμών που εξακολουθούσαν να μη διαθέτουν συστήματα συλλογής και επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, καθώς και το γεγονός ότι έχουν ήδη εκδοθεί άλλες δύο αποφάσεις του ΔΕΕ (C 119/02 και C 517/11) με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της όσον αφορά την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, συνιστούν ένδειξη περί του ότι για την αποτελεσματική πρόληψη της επαναλήψεως στο μέλλον αναλόγων παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης μπορεί να απαιτείται η λήψη μέτρου αποτρεπτικού χαρακτήρα» (επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού).  Επιπρόσθετα και για την περίπτωση που η διαπιστωθείσα παραβίαση εξακολουθεί να υφίσταται κατά την ημέρα δημοσιεύσεως της αποφάσεως, υποχρέωσε  την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει χρηματική ποινή 3.640.000 ευρώ ανά εξάμηνο καθυστερήσεως στη λήψη των μέτρων συμμόρφωσης και μέχρι την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας (C-440/06), κρίνοντας ότι «η επιβολή στην Ελληνική Δημοκρατία χρηματικής ποινής συνιστά πρόσφορο οικονομικής φύσεως μέσο για τη διασφάλιση της πλήρους εκτελέσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας (C 440/06)»,  μειούμενο, πάντως, κατά ποσοστό αντίστοιχο της αναλογίας του αριθμού μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού των οικισμών των οποίων τα συστήματα συλλογής και επεξεργασίας των αστικών λυμάτων κατέστησαν σύμφωνα με την απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C-440/06) σε σχέση με τον αριθμό μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού των οικισμών που δεν διαθέτουν τέτοια συστήματα κατά την ημέρα δημοσιεύσεως της αποφάσεως  του Δικαστηρίου.

Στις καταδικαστικές αποφάσεις με βάση το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, που θα πρέπει να σημειωθούν ιδιαίτερα, είναι και αυτή στην υπόθεση C 180/14, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, που αφορούσε την εφαρμογή της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Με την απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι συμβατό με τις διατάξεις της Οδηγίας, που  απαιτεί η μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας να μην υπερβαίνει τις 48 ώρες, το σύστημα εφημεριών των γιατρών στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας μας. Λόγω του ειδικού ενδιαφέροντος της υπόθεσης ο σχολιασμός της θα γίνει αυτοτελώς σε προσεχές σχόλιο μας.

(β) T-450/12, Αλέξιος Αναγνωστάκης κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο προσφεύγων ήταν διοργανωτής της προτάσεως ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών με τίτλο «Ένα εκατομμύριο υπογραφές για την Ευρώπη της αλληλεγγύης» (ΕΠΠ), την οποία υπέβαλε στην Επιτροπή στις 13/7/2012 με σκοπό να καθιερωθεί στη νομοθεσία της ΕΕ «η αρχή της καταστάσεως ανάγκης, κατά την οποία, οσάκις η εξυπηρέτηση επαχθούς χρέους απειλεί την οικονομική και πολιτική υπόσταση κράτους, η άρνηση καταβολής του χρέους αυτού είναι αναγκαία και δικαιολογημένη».  Η εν λόγω πρωτοβουλία πολιτών διοργανώθηκε κατά το άρθρο 11 παρ. 4 ΣΕΕ και 24 ΣΛΕΕ, διατάξεις που προστέθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας και προβλέπουν ότι οι πολίτες της Ένωσης μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι πολίτες αυτοί θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών. Με Απόφαση της η Επιτροπή στις 6/9/2012 απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ , επειδή κατά το άρθρο 4, παρ. 2 και 3 του Καν. 211/2011  η πρόταση αυτή προδήλως δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξεως της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή των Συνθηκών. Κατόπιν τούτου ο Α. Αναγνωστάκης προσέφυγε στο ΓΔΕΕ και ζήτησε την ακύρωση της Αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση καταχωρίσεως. Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι Απόφαση της Επιτροπής στερείται επαρκούς αιτιολογίας καθώς και ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ κατά παράβαση του άρθρου 122, παρ. 1 και 2 ΣΛΕΕ, του άρθρου 136, παρ. 1, στοιχείο β ΣΛΕΕ, του άρθρου 222 ΣΛΕΕ και των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Κατά τον προσφεύγοντα, οι κανόνες αυτοί παρείχαν στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως της Ένωσης, που θα καθιστά δυνατή την επίτευξη του σκοπού της προτάσεως ΕΠΠ. Το ΓΔΕΕ τελικά απέρριψε την προσφυγή. 

Αφού, τόνισε ότι «απόφαση πρέπει να καθιστά σαφές το σκεπτικό που δικαιολογεί την απόρριψη» στο βαθμό που αυτή μπορεί «να θίξει την ίδια την αποτελεσματικότητα της ασκήσεως του δικαιώματος των πολιτών να υποβάλουν πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών»,  απέρριψε τον λόγο της ανεπαρκούς αιτιολογίας, κρίνοντας ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διευκρινίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι, «το άρθρο 136 παρ. 1 ΣΛΕΕ μπορεί να χρησιμεύσει ως νομική βάση μόνον εφόσον τα μέτρα σκοπούν αποκλειστικώς να ενισχύσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών μελών και να διασφαλίσουν την εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης» καθώς και ότι, «το άρθρο 136, παρ. 1 ΣΛΕΕ δεν εξουσιοδοτεί την Ένωση να υποκαθιστά τα κράτη μέλη στην άσκηση της δημοσιονομικής τους κυριαρχίας και των αρμοδιοτήτων που άπτονται των δημοσίων εσόδων και δαπανών». Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση παρέσχε επαρκή στοιχεία στον μεν προσφεύγοντα να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ, στο δε δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο. 
Προχωρώντας το ΓΔΕΕ στην ουσία της διαφοράς είχε την ευκαιρία να επιβεβαιώσει τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως αυτή διατυπώθηκε  στην απόφαση  Pringle  σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 122 και 136 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 122 ΣΛΕΕ, τοποθετούμενο στο επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι «η διάταξη αποσκοπεί στην καθιέρωση θεσμικής αλληλεγγύης η οποία απορρέει από την ηθική και νομική υποχρέωση των Κρατών-μελών να αλληλοϋποστηρίζονται και να αλληλοβοηθούνται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα Κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσχέρειες, οικονομικής, ιδίως, φύσεως, δυνάμενες να απειλήσουν την υπόσταση και τη λειτουργία του», το ΓΔΕΕ τόνισε ότι το άρθρο 122 παρ. 1 και 2 ΣΛΕΕ δεν συνιστά την προσήκουσα νομική βάση για την εκ μέρους της Ένωσης παροχή χρηματοπιστωτικής συνδρομής προς τα Κράτη-μέλη, που αντιμετωπίζουν ή διατρέχουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, μέσω της καθιερώσεως μηχανισμού χρηματοδοτήσεως ούτε για τη νομοθετική καθιέρωση μόνιμου μηχανισμού διαγραφής του χρέους.  Συναφώς παρατήρησε ότι το άρθρο 122 ΣΛΕΕ έχει ως αντικείμενο αποκλειστικώς χρηματοδοτική ενίσχυση την οποία χορηγεί η Ένωση και όχι τα Κράτη-μέλη. Η καθιέρωση, όμως, της αρχής της καταστάσεως ανάγκης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εμπίπτουσα στην κατηγορία των μέτρων ενισχύσεως που χορηγεί η Ένωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 122 ΣΛΕΕ, στο μέτρο ιδίως που η καθιέρωση της αρχής αυτής δεν θα αφορούσε μόνον το χρέος Κράτους-μέλους προς την Ένωση, αλλά και τις οφειλές του εν λόγω Κράτους προς άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Κατόπιν τούτου έκρινε ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης κατά την οποία θα επιτρέπεται σε Κράτος-μέλος να μην εξοφλεί το χρέος του δεν εμπίπτει προδήλως στην έννοια των μέτρων χρηματοδοτικής ενισχύσεως τα οποία δύναται να λάβει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 122 ΣΛΕΕ.
Ομοίως το ΓΔΕΕ έκρινε ότι ορθά αποφάνθηκε η Επιτροπή ότι η πρόταση περί καθιερώσεως της αρχής της καταστάσεως ανάγκης προδήλως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 136 παρ. 1 ΣΛΕΕ και της ρήτρας αλληλεγγύης του άρθρου 222 ΣΛΕΕ, κατά το οποίο «η Ένωση και τα κράτη μέλη ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή». Κατά το ΓΔΕΕ η ρήτρα αυτή αλληλεγγύης δεν αφορά προδήλως την οικονομική και νομισματική πολιτική ούτε την οικονομική κατάσταση ή τις δημοσιονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν τα Κράτη μέλη.
Τέλος, το ΓΔΕΕ απέρριψε το επιχείρημα του προσφεύγοντος, που υποστήριξε ότι η αρχή της καταστάσεως ανάγκης έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης ως κανόνας του διεθνούς δικαίου, που δικαιολογεί την παύση πληρωμών όσον αφορά την αποπληρωμή του χρέους, ενδεχομένως δε και τη μονομερή διαγραφή μέρους του χρέους, για λόγους, ιδίως, οικονομικούς και απτόμενους της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας του κράτους, δίνοντας προτεραιότητα στα συμφέροντα του κράτους και του πληθυσμού και όχι στην ανάκτηση των ενισχύσεων οι οποίες, κατά την Επιτροπή, είχαν χορηγηθεί παρανόμως. Το ΓΔΕΕ τόνισε ότι «ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται κανόνας διεθνούς δικαίου που καθιερώνει αρχή της καταστάσεως ανάγκης κατά την οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επιτρέπεται σε κράτος μέλος να μην αποπληρώσει το δημόσιο χρέος, απλώς και μόνον η ύπαρξη τέτοιας αρχής του διεθνούς δικαίου δεν θα αρκούσε, εν πάση περιπτώσει, να στηρίξει νομοθετική πρωτοβουλία εκ μέρους της Επιτροπής, δεδομένου ότι οι Συνθήκες ουδόλως προβλέπουν ανάθεση σχετικής αρμοδιότητας, όπως προκύπτει από την εξέταση των διαφόρων διατάξεων της Συνθήκης τις οποίες επικαλέσθηκε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής».

(γ) T-233/11 και T-262/11, Ελληνική Δημοκρατία κατά  Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η διαφορά αφορούσε τη μεταβίβαση από το Ελληνικό Δημόσιο των μεταλλείων Χαλκιδικής στην εταιρία Ελληνικός Χρυσός. Κατά την Επιτροπή οι όροι της εν λόγω μεταβίβασης συνιστούσαν απαγορευμένη κατά το άρθρο 107 παρ 1 ΣΛΕΕ κρατική ενίσχυση. Η διαφορά προέκυψε όταν το Ελληνικό Δημόσιο κατόπιν εξωδικαστικού συμβιβασμού, που κυρώθηκε με τον νόμο 3220/2004, απέκτησε το σύνολο του ενεργητικού της TVX Hellas, που αποχώρησε από την εκμετάλλευση των μεταλλείων,  καταβάλλοντας σε αυτή «ως εύλογη χρηματική αποζημίωση» το ποσό των 11 εκατομμυρίων ευρώ. Με τον ίδιο νόμο το Ελληνικό Δημόσιο πώλησε και εκχώρησε στην εταιρία Ελληνικός Χρυσός το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού που του είχε μεταβιβάσει η TVX Hellas δυνάμει του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Το συμφωνηθέν τίμημα ανήλθε σε 11 εκατομμυρίων ευρώ το οποίο η TVX Hellas υποχρεώθηκε να καταβάλλει «απευθείας στην εταιρία ΤVX Hellas ΑΕ προς ικανοποίηση της απαίτησης αυτής έναντι του Ελληνικού Δημοσίου από τη σύμβαση εξωδικαστικού συμβιβασμού». Στις 9/7/2007 περιήλθε στην Επιτροπή καταγγελία σύμφωνα με την οποία η Ελληνική Δημοκρατία είχε εφαρμόσει, με την επίμαχη σύμβαση, δύο μέτρα κρατικής ενισχύσεως υπέρ της Ελληνικός Χρυσός. Κατόπιν έρευνας στις 23/2/2011 η Επιτροπή   εξέδωσε την προσβληθείσα Απόφαση 2011/452/ΕΕ , σχετικά με την κρατική ενίσχυση ύψους 15,34 εκατομμυρίων ευρώ που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός, με την οποία κήρυξε την ενίσχυση αυτή ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και διέταξε την εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας ανάκτησή της. Κατά την Επιτροπή κρίθηκαν ως αντίθετα με το άρθρο 107 παρ 1 ΣΛΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις η τιμή πώλησης χαμηλότερη της αγοραίας αξίας, στο βαθμό που η επίμαχη πώληση πραγματοποιήθηκε χωρίς ανοικτό διαγωνισμό ή αποτίμηση εκ μέρους ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η απαλλαγή που έτυχε  η Ελληνικός Χρυσός από την υποχρέωση καταβολής φόρου καθώς και η μείωση των δικηγορικών αμοιβών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως προσέφυγαν στο ΓΔΕΕ η Ελληνική Δημοκρατία (υπόθεση T-233/11) και η Ελληνικός Χρυσός (υπόθεση T-262/11) και ζήτησαν την ακύρωσή της. Προς στήριξη των προσφυγών τους, η Ελληνική Δημοκρατία και η Ελληνικός Χρυσός προέβαλλαν κατ’ ουσία την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 107 παρ. 1 ΣΛΕΕ και του άρθρου 108 παρ. 2, ΣΛΕΕ καθώς και πολλαπλή πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους της Επιτροπής, ως προς την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως. Συγκεκριμένα, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή εσφαλμένα όσον αφορά τον πρώτο μέτρο ενισχύσεως θεώρησε ότι πληρούται η προϋπόθεση της χρησιμοποιήσεως κρατικών πόρων, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο διαδραμάτισε ρόλο απλού διαμεσολαβητή στην αγοραπωλησία ενώ όσον αφορά το δεύτερο μέτρο ενισχύσεως (την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής φόρων επί της αγοραπωλησίας) εσφαλμένα εκτίμησε την προϋπόθεση της υπάρξεως πλεονεκτήματος. Το ΓΔΕΕ, τελικά, απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως κατά τις Αποφάσεως της Επιτροπής. Από την επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου θα πρέπει να τονισθούν οι παρακάτω σκέψεις:
Η τιμή που καθορίστηκε για την πώληση των μεταλλείων Κασσάνδρας στην Ελληνική Δημοκρατία προδήλως δεν προέκυψε από διαπραγμάτευση σχετικά με την αξία των πωλουμένων στοιχείων ενεργητικού συνεπαγόμενη την αντικειμενική αποτίμησή τους. Κατά το ΓΔΕΕ, όπως ρητά αναφέρεται στο κείμενο του προοιμίου του εξωδικαστικού συμβιβασμού, η τιμή των ένδεκα εκατομμυρίων ευρώ χαρακτηρίζεται ως «εύλογη χρηματική αποζημίωση» που εξαλείφει όλες τις εκατέρωθεν αξιώσεις μεταξύ του εν λόγω πρώην κυρίου και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αυτό συνεπάγεται λογικά ότι συνυπολογίστηκαν όχι μόνον η αξία των στοιχείων ενεργητικού αυτών καθαυτά, αλλά επίσης και οι αξιώσεις που απέρρεαν από τη μη τήρηση άλλων υποχρεώσεων. Όμως, τέτοια στοιχεία είναι ξένα προς την αξία των στοιχείων ενεργητικού και εξαρτώνται από παρελθούσες πραγματικές περιστάσεις, που δεν είναι κατ’ ανάγκην κρίσιμες για έναν νέο αγοραστή για το μέλλον. Συνεπώς, καίτοι δεν μπορεί να αποκλειστεί καταρχήν ότι το ποσό των 11 εκατομμυρίων ευρώ αντιπροσωπεύει και τη σωστή αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στη συνέχεια από την Ελληνική Δημοκρατία προς την Ελληνικός Χρυσός, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το ποσό αυτό δεν συνδεόταν με τον συμψηφισμό των απαιτήσεων που υφίσταντο μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της TVX Hellas. Με βάση τα παραπάνω η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πραγματική πλάνη δεχόμενη ότι το εν λόγω ποσό ήταν αποτέλεσμα συμψηφισμού αμοιβαίων αξιώσεων μεταξύ των δύο μερών του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Ελλείψει εμπεριστατωμένων επιχειρημάτων των προσφευγουσών, που να καταδεικνύουν ότι το αποτέλεσμα του συμψηφισμού των απαιτήσεων μπορούσε να αντικατοπτρίζει την πραγματική αγοραία αξία των μεταλλείων, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δέχθηκε ότι αυτός ο συμψηφισμός απαιτήσεων δεν ήταν αντιπροσωπευτικός της αξίας των πωληθέντων στοιχείων ενεργητικού.
Ακόμη το ΓΔΕΕ απέρριψε και την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με την οποία, με την παρέμβασή της στην επίμαχη αγοραπωλησία, περιόρισε τις απώλειες που θα είχαν προκύψει από την πλήρη παύση της λειτουργίας των μεταλλείων Κασσάνδρας. Συγκεκριμένα το Γενικό Δικαστήριο τόνισε ότι ο εύλογος χαρακτήρας της συγκεκριμένης ενέργειας των δημοσίων αρχών ή της δημόσιας επιχειρήσεως, που χορήγησαν την ενίσχυση, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση εξακριβώσεως του κατά πόσον τα επίμαχα μέτρα παρέχουν στην αποδέκτρια επιχείρηση οικονομικό πλεονέκτημα, το οποίο η επιχείρηση αυτή δεν θα είχε επιτύχει υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς και δεν αρκεί, συνεπώς, για να καταστήσει το επίμαχο μέτρο σύμφωνο με το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Το ΓΔΕΕ, εξάλλου, απέρριψε και το επιχείρημα ότι η επίμαχη πώληση δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, αφού δεν συντρέχει η προϋπόθεση χρησιμοποιήσεως κρατικών πόρων. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η επίμαχη πώληση σε τιμή χαμηλότερη της αγοραίας τιμής, συνεπάγεται μείωση των εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση προς τα έσοδα που θα μπορούσε να έχει αποκομίσει και, συνεπώς, απώλεια πόρων. Αυτό και μόνον το γεγονός συνεπάγεται πλεονέκτημα για την εταιρία που αποκτά τα αγαθά και επιβάρυνση ικανή να μειώσει τους κρατικούς πόρους ενώ οι  αναληφθείσες υποχρεώσεις από το Ελληνικό Δημόσιο εξέθεσαν τον προϋπολογισμό του στον κίνδυνο επιβαρύνσεων συνδεομένων με τις ενδεχόμενες δράσεις που θα πρέπει να αναλάβει προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις αντί της αγοράστριας. Οι εγγυήσεις αυτές που παρέσχε το Ελληνικό Δημόσιο δημιουργούν αρκούντως συγκεκριμένο κίνδυνο επιπλέον επιβαρύνσεως για το Δημόσιο στο μέλλον.

Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα  Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα,  συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που επισυνάπτεται.

[1] Η αποκλιμάκωση ξεκίνησε το 2010 με επτά (7) καταδικαστικές αποφάσεις, ενώ το 2011 καταγράφηκαν  τέσσερεις (4), το 2102  πέντε (5), το 2013 δύο (2) και το 2014 τέσσερις (4) καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος της χώρας μας.
[2] Το 2009 ο αριθμός των καταδικαστικών αποφάσεων με τις οποίες επιβλήθηκαν χρηματικές κυρώσεις κατά της χώρας μας έφτασε στις έξι (6), που συνιστούσε μια εξαιρετικά αρνητική και επώδυνη οικονομικά για τη χώρα μας επίδοση. 
[3] Οι αντίστοιχοι αριθμοί για τα αμέσως προηγούμενα έτη ήταν: μία (1) το 2014, τέσσερεις (4) το 2013 τρείς (3) το 2012 και το 2011,  έξι (6) το 2010 και καμία το 2009.
[4] ΔΕΚ, απόφαση της 30ης Σεπτεμβρίου 2003, υπόθεση C-224/01, Köbler, Συλλ. 2003, σελ. Ι - 10239
[5]  Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης), ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 23/13, Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη δικαιοδοτική δραστηριότητα κατά το 2012: σταθεροποίηση στις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν τα τελευταία έτη, Λουξεμβούργο, 6 Μαρτίου 2013, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://curia.europa.eu/jcms/upload/docs/application/pdf/2013-03/cp130023el.pdf  
[6]  Με την απόφασή του το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία μη μεριμνώντας ώστε οι οικισμοί της Αρτέμιδος, της Χρυσούπολης, της Ηγουμενίτσας, του Ηρακλείου Κρήτης, της Κατερίνης, του Κορωπίου, της Λευκίμμης, του Λιτόχωρου Πιερίας, των Μαλίων, του Μαρκόπουλου, των Μεγάρων, της Νέας Κυδωνιάς Κρήτης, της Ναυπάκτου, της Νέας Μάκρης, της Παροικιάς Πάρου, του Πόρου-Γαλατά, της Ραφήνας, της Θεσσαλονίκης (τουριστική ζώνη), της Τρίπολης, της Ζακύνθου, της Αλεξάνδρειας Ημαθίας, της Έδεσσας και της Καλύμνου να διαθέτουν, κατά περίπτωση, δίκτυα αποχέτευσης των αστικών λυμάτων ανταποκρινόμενα στις επιταγές του άρθρου 3 της Οδηγίας 91/271/ΕΟΚ και/ή συστήματα επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, που να ικανοποιούν τις απαιτήσεις του άρθρου 4 της ίδιας οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα εν λόγω άρθρα.
[7]  C(2012) 6289 τελικό 
[8] Κανονισμός (ΕΕ) 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16/2/ 2011, σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών (Επίσημη Εφημερίδα L 65 της 11/3/2011, σελ. 1
[9] ΔΕΕ, απόφαση της 27 Νοεμβρίου 2012, υπόθεση C-370/2012, Thomas Pringle κατά της Ιρλανδικής Κυβέρνησης, της Ιρλανδίας και του Γενικού Εισαγγελέα (προδικαστική), ECLI:EU:C:2012:756
[10]  ΕΕ L 193, σ. 27 



Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης
Αναπληρωτής Καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

CES-Duth Working Paper 3/2016

Μπροστά σ’ ένα ενδεχόμενο BREXIT:
Η Απόφαση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων του Φεβρουαρίου 2016 σχετικά με μια νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που συνήλθε στις 18 – 19 Φεβρουαρίου 2016, ένα από τα  σημαντικότερα ζητήματα, που κλήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τα Κράτη-μέλη, ήταν η εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, ικανής, μέσω μιας νέας διευθέτησης των σχέσεων Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) και Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), να καθησυχάσει τις ανησυχίες των Βρετανών πολιτών και αποτρέψει την επικράτηση των υποστηρικτών της αποχώρησης του ΗΒ από την ΕΕ (BREXIT) στο σχετικό δημοψήφισμα, που προκηρύχθηκε από την Βρετανική Κυβέρνηση για τις 23 Ιουνίου του τρέχοντος έτους. Η διευθέτηση αυτή ζητήθηκε με την επιστολή που απεύθυνε στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου DTusk την 10η Νοεμβρίου 2015 ο Βρετανός Πρωθυπουργός D. Cameron. Τα προς διευθέτηση ζητήματα, δηλαδή το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με την ανωτέρω επιστολή, αφορούσαν: την Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση, την Ανταγωνιστικότητα, την Κυριαρχία και την Μετανάστευση (οι τίτλοι των υπό διαπραγμάτευση θεματικών παρατίθενται, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή Cameron, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση στο σημείο αυτό). Στις 2 Φεβρουαρίου 2016 ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μετά από εντατική τρίμηνη προετοιμασία, παρουσίασε «Σχέδιο Απόφασης», που αποτέλεσε τη βάση της συζήτησης μεταξύ των Αρχηγών Κρατών-μελών ή Κυβερνήσεων. Το σχέδιο αυτό, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές έγινε τελικά αποδεκτό. Η διευθέτηση αποτελείται από τα εξής κείμενα, που τέθηκαν ως Παραρτήματα στα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου:
α) Απόφαση των Αρχηγών των Κρατών ή των Κυβερνήσεων συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Απόφαση Διευθέτησης). Η απόφαση αποτελείται από 5 Μέρη, με τα 4 πρώτα να αντιστοιχούν στα θέματα που έθεσε η Κυβέρνηση του ΗΒ (Οικονομική Διακυβέρνηση, Ανταγωνιστικότητα, Κυριαρχία, Κοινωνικές Παροχές και Ελεύθερη Κυκλοφορία) ενώ το 5ο αφορά την εφαρμογή της Απόφασης και τις τελικές Διατάξεις.
β) Δήλωση  των Αρχηγών των Κρατών ή των Κυβερνήσεων, που αφορά το πρώτο μέρος της Απόφασης (Οικονομική Διακυβέρνηση) και εμπεριέχει σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου περί ειδικών διατάξεων σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών της περαιτέρω ολοκλήρωσης της Ευρωζώνης.
γ) Δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την Ανταγωνιστικότητα.
δ) Τέσσερις Δηλώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες κατά σειρά αναφέρονται: στον μηχανισμό εφαρμογής της επικουρικότητας και στον μηχανισμό εφαρμογής της μείωσης του φόρτου, στην τιμαριθμοποίηση του επιδόματος τέκνων που εξάγεται σε Κράτος-μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο εργαζόμενος, στον μηχανισμό διασφάλισης που αναφέρεται στο Δ Μέρος της Απόφασης Διευθέτησης και, τέλος, στα θέματα σχετικά με την κατάχρηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.
Παρόμοιες Διευθετήσεις έγιναν το 1992 για την αντιμετώπιση των προβλημάτων επικύρωσης της Συνθήκης του Μάαστριχτ από τη Δανία και το 2009 για την αντιμετώπιση του αρνητικού επικυρωτικού δημοψηφίσματος της Συνθήκης της Λισαβόνας στην Ιρλανδία. Στην πρώτη περίπτωση οι Αρχηγοί των Κρατών και των Κυβερνήσεων, που συνήλθαν στις 11–12/12/1992 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Εδιμβούργου, υιοθέτησαν την Απόφαση «σχετικά με ορισμένα προβλήματα που ανέκυψαν στην Δανία επί της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (Απόφαση του Εδιμβούργου). Στην δεύτερη περίπτωση κατά τον ίδιο τρόπο υιοθετήθηκε στις 18–19/6/2009 η Απόφαση «σχετικά με τις ανησυχίες του Ιρλανδικού λαού για τη Συνθήκη της Λισαβόνας» (Απόφαση του 2009). Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές από τις δεσμεύσεις, που ανέλαβαν τα Κράτη-μέλη με την Απόφαση του 2009, ενσωματώθηκαν στην Συνθήκη Προσχώρησης της Κροατίας (2013). Τα ιστορικά και νομικά αυτά προηγούμενα παρέχουν στοιχεία ικανά για να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των ζητημάτων, που θέτει η  νέα Απόφαση Διευθέτηση, που αφορά το ΗΒ. Εξάλλου, δεν είναι η πρώτη βρετανική επαναδιαπραγμάτευση, αφού είχαν προηγηθεί αυτές που προκάλεσαν οι Harold  Wilson (1975) και  Margaret Thatcher (1984), που αφορούσαν το ζήτημα της βρετανικής συνεισφοράς στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Η μελέτη, που επισυνάπτεται, διερευνά αρχικά τη νομική φύση της Απόφασης Διευθέτησης τόσο από την πλευρά του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από την πλευρά του Διεθνούς Δικαίου και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν αποτελεί τροποποίηση των Συνθηκών (ενωσιακό δίκαιο) αλλά ερμηνευτική διεθνή συμφωνία  κατά το άρθρο 31 παρ. παρ. 3 (α) της Συνθήκης της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών. Κατόπιν προσεγγίζει το ουσιαστικό της περιεχόμενο των προβλέψεωντου επιτευχθέντος συμβιβασμού σε συνάρτηση με τα τεθέντα ζητήματα και τις στοχεύσεις της βρετανικής πλευράς.

Η Απόφαση Διευθέτησης ήδη αποτελεί αντικείμενο αντικρουόμενων εκτιμήσεων. Για του ένθερμους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης το περιεχόμενο της, ειδικά σε ότι αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και την πορεία προς την πολιτική Ένωση, αποτελεί μια απαράδεκτη οπισθοδρόμηση. Ωστόσο, υπάρχουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι αποχώρηση ενός μεγάλου Κράτους-μέλους από την Ένωση είναι ικανή να κάνει μεγαλύτερη ζημιά στην ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η Απόφαση Διευθέτησης δεν συνεπάγεται σε καμιά περίπτωση μια θεμελιώδη αλλαγή στη σχέση του ΗΒ με την Ένωση ούτε συνεπάγεται σοβαρές αλλαγές στο σύστημα λήψης αποφάσεων της Ένωσης σε συγκεκριμένους και κρίσιμους τομείς για τους Βρετανούς. Καταγράφονται δε σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με βαθμό υλοποίησής της τόσο ως αφορά την ενσωμάτωση προβλέψεών της σε μια μελλοντική τροποποίηση των Συνθηκών όσο και κατά την θέσπιση των αναγκαίων μέτρων παραγώγου δικαίου, που θα θέσουν σε εφαρμογή τις δεσμεύσεις που αφορούν τη μετανάστευση. Είναι φανερό ότι τα υπόλοιπα Κράτη-μελή παρουσιάστηκαν διατεθειμένα να παραχωρήσουν την άνεση στο ΗΒ να εναντιώνεται προβάλλοντας τα εθνικά του συμφέροντα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αναγνώρισαν στο ΗΒ το δικαίωμα να μπλοκάρει την λήψη των αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά το ΗΒ δεσμεύεται να μην εμποδίσει ούτε την ομοσπονδιακή μετεξέλιξη της Ένωσης ούτε την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Με βάση τα παραπάνω η νομική αξία των ρυθμίσεων της Απόφασης Διευθέτησης είναι μικρή, αν και όχι ανύπαρκτη σε συγκεκριμένους τομείς (πχ ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων). Αντίθετα, προεξάρχει η πολιτική της σημασίας ως εργαλείο στα χέρια του Βρετανού Πρωθυπουργού για να καθησυχάσει ανησυχίες και να μπορέσει να υποστηρίξει ο ίδιος την παραμονή του ΗΒ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προβάλλοντας την επίτευξη ενός «λογικού συμβιβασμού».  Τελικά, το πόσο αποτελεσματική είναι για να υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό θα κριθεί από τον τρόπο που θα την αντιμετωπίσουν οι Βρετανοί ψηφοφόροι στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016. 


Για να διαβάσετε τη μελέτη πατήστε εδώ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης 
Αναπληρωτής Καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com