Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 12/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Δεκέμβριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-708/18, TK κατά Asociaţia de Proprietari bloc M5A-ScaraA – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, στοιχείο εʹ, και του άρθρου 7, στοιχείο στʹ, της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, καθώς και των άρθρων 8 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 στοιχ. στ της Οδηγίας 95/46 «Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να γίνεται μόνον εάν: στ)  είναι απαραίτητη για την επίτευξη του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, υπό τον όρο ότι δεν προέχει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα που χρήζουν προστασίας δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Βουκουρεστίου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του TK και της ενώσεως συνιδιοκτητών του κτιρίου M5A, με αντικείμενο αίτημα του TK να διαταχθεί η εν λόγω συνέλευση να θέσει εκτός λειτουργίας το σύστημα βιντεοπαρακολούθησης του κτιρίου και να αφαιρέσει τις κάμερες που είναι εγκατεστημένες εντός των κοινόχρηστων χώρων του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 6, παρ. 1, στοιχ. γ, και το άρθρο 7, στοιχ. στ, της Οδηγίας 95/46, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικές διατάξεις που επιτρέπουν την εγκατάσταση συστήματος βιντεοπαρακολούθησης, το οποίο έχει τοποθετηθεί στους κοινόχρηστους χώρους κτιρίου διαμερισμάτων, για την προστασία εννόμων συμφερόντων που συνίστανται στη φύλαξη και την προστασία των προσώπων και των περιουσιακών στοιχείων, χωρίς τη συγκατάθεση των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνικές διατάξεις που επιτρέπουν την εγκατάσταση συστήματος βιντεοπαρακολούθησης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις εφόσον η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται μέσω του επίμαχου συστήματος βιντεοπαρακολούθησης πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 7, στοιχείο στ, πράγμα το οποίο στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-666/18, IT Development SAS κατά Free Mobile SAS - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας καθώς και του άρθρου 4 της Οδηγίας 2009/24/ΕΚ για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Παρισιού της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της IT Development SAS και της Free Mobile SAS σχετικά με προβαλλόμενη παραποίηση λογισμικού και με τη ζημία που προκλήθηκε εξ αυτής. Ειδικότερα, η IT Development χορήγησε με σύμβαση στη Free Mobile, πάροχο υπηρεσιών τηλεφωνίας, που προσφέρει πακέτα κινητής τηλεφωνίας στη γαλλική αγορά, άδεια εκμετάλλευσης και σύμβαση συντήρησης πακέτου λογισμικού το οποίο ονομάζεται ClickOnSite και αποτελεί κεντρικό λογισμικό διαχείρισης έργου σχεδιασμένο ώστε να επιτρέπει στη Free Mobile να οργανώνει και να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο την εξέλιξη της εγκατάστασης του συνόλου των ραδιοτηλεφωνικών κεραιών της από τις ομάδες της και από τους εξωτερικούς της παρόχους τεχνικών υπηρεσιών. Εν συνεχεία η IT Development άσκησε αγωγή κατά της Free Mobile ενώπιον του Πρωτοδικείου Παρισιού λόγω παραποίησης του λογισμικού ClickOnSite, ζητώντας αποκατάσταση της ζημίας της.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν οι Οδηγίες 2004/48 και 2009/24 έχουν την έννοια ότι η παράβαση ρήτρας σύμβασης παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή η οποία αφορά δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας του δικαιούχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί του εν λόγω προγράμματος εμπίπτει στην έννοια της «προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας», όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2004/48. Επιπροσθέτως τέθηκε το ζήτημα σχετικά με τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται στον δικαιούχο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι Οδηγίες 2004/48 και 2009/24 έχουν την έννοια ότι η παράβαση ρήτρας σύμβασης παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις εμπίπτει στην έννοια της «προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας» όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2004/48, και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να παρέχονται στον δικαιούχο οι εγγυήσεις που προβλέπει η τελευταία αυτή οδηγία, ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου κατά το εθνικό δίκαιο καθεστώτος ευθύνης.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-465/18, AV και BU κατά Comune di Bernareggio - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 45, 49 έως 56 και 106, ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 15 και 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικράτειας της Ιταλίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του AV και του BU και του Δήμου Bernareggio με αντικείμενο την απόφαση περί μεταβίβασης μέσω διαγωνισμού της κυριότητας δημοτικού φαρμακείου σε φαρμακοποιό, εργαζόμενο στο εν λόγω φαρμακείο, κατόπιν άσκησης από αυτόν του δικαιώματος προαίρεσης που προβλέπει το εθνικό δίκαιο.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο παρέχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα προαίρεσης υπέρ των φαρμακοποιών που εργάζονται σε δημοτικό φαρμακείο σε περίπτωση μεταβίβασης του φαρμακείου αυτού μέσω διαγωνισμού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-453/18 και C-494/18, Bondora AS κατά Carlos V. C. και XY - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, και του άρθρου 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, του άρθρου 7, παρ. 2, στοιχεία δʹ και εʹ, του Κανονισμού 1896/2006 για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, του άρθρου 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Πρωτοδικείο του Vigo της Ισπανίας στο πλαίσιο δύο διαδικασιών ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής μεταξύ της εταιρίας Bondora AS και, αφετέρου, των Carlos V. C. και XY σχετικά με την είσπραξη από την πρώτη αξιώσεων που απορρέουν από συμβάσεις δανείου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 2, στοιχεία δʹ και εʹ, του Κανονισμού 1896/2006 καθώς και το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο και υπό το πρίσμα του άρθρου 38 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν σε επιληφθέν στο πλαίσιο διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής «δικαστήριο», να ζητήσει από τον δανειστή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις ρήτρες της συμβάσεως τις οποίες επικαλείται προς θεμελίωση της οικείας αξιώσεως, προκειμένου να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έλεγχο του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών αυτών και αν έχουν, κατά συνέπεια, την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία που κηρύσσει απαράδεκτα τα προσκομιζόμενα προς τον σκοπό αυτό συμπληρωματικά έγγραφα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία που κηρύσσει απαράδεκτα τα προσκομιζόμενα προς τον σκοπό αυτό συμπληρωματικά έγγραφα.

5. ΔΕΕ, απόφαση 12ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-450/18, WA κατά Instituto Nacional de la Seguridad Social - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 157 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών Ζιρόνας της Ισπανίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του WA, πατέρα δύο τέκνων, και του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης της Ισπανίας σχετικά με την άρνηση να χορηγηθεί στον WA προσαύξηση σύνταξης η οποία χορηγείται σε γυναίκες που έχουν αποκτήσει τουλάχιστον δύο φυσικά ή θετά τέκνα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης (που απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 157 ΣΛΕΕ και στην Οδηγία 76/207) εθνική διάταξη η οποία αναγνωρίζει δικαίωμα προσαύξησης σύνταξης, λόγω της δημογραφικής τους συνεισφοράς στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, στις γυναίκες που έχουν αποκτήσει φυσικά ή θετά τέκνα και δικαιούνται στο πλαίσιο καθεστώτος του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ανταποδοτική σύνταξη λόγω γήρατος, χηρείας ή μόνιμης ανικανότητας προς εργασία και, αντιθέτως, δεν αναγνωρίζει τέτοιο δικαίωμα στους άνδρες που τελούν σε πανομοιότυπη κατάσταση
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 79/7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-447/18 UB κατά Generálny riaditeľ Sociálnej poisťovne Bratislava- Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, καθώς και του άρθρου 34, παρ. 1 και 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω Κανονισμού «1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στο έδαφος των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος. 2.    Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Σλοβακικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του UB και του Γενικού διευθυντή κοινωνικής ασφαλίσεως Μπρατισλάβας της Σλοβακίας σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως περί αρνήσεως χορηγήσεως στον πρώτο συμπληρωματικής παροχής που καταβάλλεται σε ορισμένους αθλητές υψηλού επιπέδου. Ειδικότερα, Ο UB, Τσέχος υπήκοος που είχε την κατοικία του εδώ και 52 έτη στο έδαφος που αποτελεί σήμερα σλοβακική επικράτεια, κατέκτησε, κατά το έτος 1971, χρυσό μετάλλιο στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα χόκεϊ επί πάγου και αργυρό μετάλλιο στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του ίδιου αθλήματος, ως μέλος της εθνικής ομάδας της Τσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Κατά τη διάλυση της Τσεχικής και Σλοβακικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ο UB επέλεξε την τσεχική ιθαγένεια, συνέχισε όμως να ζει στην επικράτεια της Σλοβακίας. Το έτος 2015 ο UB ζήτησε να λάβει τη συμπληρωματική παροχή για τους αθλητές των εθνικών ομάδων που προβλέπεται από τον νόμο 112/2015. Ο Γενικός Διευθυντής αφού διαπίστωσε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν πληρούσε την προβλεπόμενη από την εθνική ρύθμιση προϋπόθεση σχετικά με την κατοχή της σλοβακικής ιθαγένειας, απέρριψε τη σχετική αίτηση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1, στοιχείο κγʹ, και τα άρθρα 4 και 5 του Κανονισμού 883/2004, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 34, παρ. 1 και 2, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους η οποία εξαρτά τη χορήγηση συμπληρωματικής παροχής θεσπισθείσας υπέρ ορισμένων αθλητών υψηλού επιπέδου που έχουν εκπροσωπήσει το εν λόγω Κράτος-μέλος, ή τα προκάτοχα αυτού κράτη, στο πλαίσιο διεθνών αθλητικών διοργανώσεων, από την προϋπόθεση ιδίως ότι ο αιτών έχει την ιθαγένεια του εν λόγω Κράτους-μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η δυνατότητα ενός διακινούμενου εργαζομένου να ανταμειφθεί, καθ’ όμοιο τρόπο με τους εργαζομένους που είναι υπήκοοι του Κράτους-μέλους υποδοχής, για τις εξαιρετικές αθλητικές επιδόσεις που επέτυχε εκπροσωπώντας το εν λόγω Κράτος-μέλος ή τα προκάτοχα αυτού κράτη μπορεί να συμβάλει στην ενσωμάτωση του ως άνω εργαζομένου στο εν λόγω Κράτος-μέλος και, επομένως, στην επίτευξη του σκοπού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση Κράτους-μέλους (Σλοβακία) 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-421/18, Ordre des avocats du barreau de Dinant κατά JN - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το άρθρο 7 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπει ότι «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·[…]». Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο της Namur στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του δικηγορικού συλλόγου του Dinant του Βελγίου και του JN σχετικά με τη μη καταβολή από τον τελευταίο των οφειλόμενων στον εν λόγω δικηγορικό σύλλογο ετησίων επαγγελματικών εισφορών. Ειδικότερα, ο JN έγινε δεκτός στον δικηγορικό σύλλογο του Dinant και ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο δικηγόρων του. Ο JN δήλωσε ότι εγκαταστάθηκε στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1990, παραμένοντας, όμως, εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο του Dinant, στον οποίο κατέβαλλε ετήσιες εισφορές έως το 2012. Ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου του Dinant ζήτησε από τον JN να καταβάλει τις οφειλόμενες για τα έτη 2013 έως 2015 εισφορές, προτείνοντάς του μείωση του ποσού τους μέχρι του ύψους των ασφαλίστρων που είχαν καταβληθεί από τον δικηγορικό σύλλογο, καθώς και καταβολή των πληρωμών σε δόσεις. Ο εν λόγω δικηγόρος δεν πλήρωσε τις εισφορές του και ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου  αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία του στηριζόμενος στις διατάξεις του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και του Κανονισμού 1215/2012.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι η αγωγή με την οποία δικηγορικός σύλλογος ζητεί να υποχρεωθεί μέλος του να καταβάλει τις οφειλόμενες ετήσιες επαγγελματικές εισφορές του που έχουν ουσιαστικά ως αντικείμενο τη χρηματοδότηση ασφαλιστικών υπηρεσιών, συνιστά αγωγή σε «διαφορά εκ συμβάσεως».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του επίμαχου Κανονισμού έχει την έννοια ότι αγωγή με την οποία δικηγορικός σύλλογος ζητεί να υποχρεωθεί μέλος του να καταβάλει τις οφειλόμενες ετήσιες επαγγελματικές εισφορές του, που έχουν ουσιαστικά ως αντικείμενο τη χρηματοδότηση υπηρεσιών, όπως ασφαλιστικών, πρέπει να θεωρείται αγωγή σε «διαφορά εκ συμβάσεως», εφόσον οι εισφορές αυτές αποτελούν το αντάλλαγμα παροχών του συλλόγου αυτού προς τα μέλη του και εφόσον συμφωνήθηκαν ελευθέρως από το οικείο μέλος, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

8. ΔΕΕ απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-398/18, Antonio Bocero Torrico κατά Instituto Nacional de la Seguridad Social και Tesorería General de la Seguridad Social = Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 48 ΣΛΕΕ, καθώς και του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 5α του ανωτέρω Κανονισμού «Εκτός αν προβλέπει άλλως ο παρών κανονισμός και υπό το πρίσμα των ειδικών διατάξεων εφαρμογής που θεσπίζονται, ισχύουν τα ακόλουθα: α) εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους, η λήψη παροχών κοινωνικής ασφάλειας και άλλων εισοδημάτων παράγει ορισμένα έννομα αποτελέσματα, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της εν λόγω νομοθεσίας και στη λήψη ισοδύναμων παροχών οι οποίες αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή σε εισοδήματα τα οποία έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτερο Δικαστήριο της Γαλικίας της Ισπανίας στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, του Antonio Bocero Torrico και του Jörg Paul Konrad Fritz Bode και του εθνικού ιδρύματος κοινωνικής ασφαλίσεως, (INSS) και του Γενικού Ταμείου Κοινωνικής Ασφαλίσεως σχετικά με την απόρριψη των αιτήσεών τους για την καταβολή πρόωρης συντάξεως γήρατος.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν οι διατάξεις του Κανονισμού 883/2004 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στη νομοθεσία Κράτους-μέλους η οποία επιτάσσει, ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος εργαζομένου σε πρόωρη σύνταξη γήρατος, το ποσό της καταβλητέας συντάξεως να υπερβαίνει το ποσό της κατώτατης συντάξεως την οποία ο εργαζόμενος θα δικαιούνταν να λάβει κατά τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, έχοντας υπόψη ότι «καταβλητέα σύνταξη» νοείται η σύνταξη που καταβάλλεται μόνον από αυτό το Κράτος-μέλος, χωρίς να συνυπολογίζεται η σύνταξη την οποία ο εργαζόμενος θα μπορούσε να λάβει ως ισοδύναμες παροχές από ένα ή περισσότερα άλλα Κράτη -μέλη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 883/2004 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στη ανωτέρω επίδικη εθνική νομοθεσία σχετικά με τις προϋποθέσεις πρόωρης σύνταξης εργαζομένου 

9. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019,Υπόθεση C-390/18, Χ - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παρ. 2 και 4 έως 6 «2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, για λόγους που αφορούν το συντονισμένο τομέα, να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.[...] 4. Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 σε σχέση με συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι [….]». Η αίτηση υποβλήθηκε από τον ανακριτή του Πολυμελούς Πλημμελειοδικείου Παρισίων της Γαλλίας  στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του προσώπου Χ, για πράξεις, μεταξύ άλλων, διαχείρισης χρηματικών ποσών προς άσκηση δραστηριοτήτων διαμεσολάβησης και διαχείρισης ακινήτων και εμπορικών επιχειρήσεων από πρόσωπο στερούμενο επαγγελματικής ταυτότητας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι μια υπηρεσία διαμεσολάβησης η οποία έχει ως αντικείμενο την έναντι αμοιβής διευκόλυνση της επικοινωνίας, μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, μεταξύ, αφενός, δυνητικών μισθωτών και, αφετέρου, επαγγελματιών ή μη επαγγελματιών εκμισθωτών που προσφέρουν υπηρεσίες παροχής καταλύματος βραχείας διάρκειας, καθώς και την ταυτόχρονη παροχή ορισμένων άλλων υπηρεσιών, όπως, για παράδειγμα, υποδείγματος για την οργανωμένη παρουσίαση του περιεχομένου της προσφοράς τους, δυνατότητας ανάρτησης φωτογραφιών, ασφάλισης αστικής ευθύνης και εγγύησης για ζημίες, εργαλείου υπολογισμού του μισθώματος ή ακόμη υπηρεσιών πληρωμών σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες παροχής καταλύματος, πρέπει να χαρακτηριστεί ως «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31.
Το ΔΕΕ έκρινε   ότι η ανωτέρω υπηρεσία διαμεσολάβησης πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» εμπίπτουσα στην Οδηγία 2000/31.

10 ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-385/18, Arriva Italia Srl κ.λπ. κατά Ministero delle Infrastrutture e dei Trasporti – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και του άρθρου 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Arriva Italia Srl, της Ferrotramviaria SpA και της Consorzio Trasporti Aziende Pugliesi (CO.TRA.P) και, αφετέρου, του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών της Ιταλίας, με αντικείμενο τη μεταβίβαση, από το Υπουργείο, της κατά 100 % συμμετοχής του στο κεφάλαιο της Ferrovie del Sud Est e Servizi Automobilistici Srl a socio unico (FSE) προς τη Ferrovie dello Stato Italiane SpA (FSI). Οι προσφεύγοντες (Arriva Italia κ.λπ) υποστήριξαν ότι το κονδύλι των 70 εκατομμυρίων ευρώ και η μεταβίβαση στην FSI του συνόλου της συμμετοχής του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών στο κεφάλαιο της FSE συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, καθώς και ότι το Ιταλικό Δημόσιο παραβίασε το άρθρο 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ, παραλείποντας να κοινοποιήσει τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή και εφαρμόζοντάς τα.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 107 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, α) η χορήγηση χρηματικού ποσού σε δημόσια σιδηροδρομική επιχείρηση η οποία αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες και, β) η μεταβίβαση του συνόλου της συμμετοχής που κατέχει ένα Κράτος-μέλος στο κεφάλαιο της επιχείρησης αυτής προς άλλη δημόσια επιχείρηση, χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού και χωρίς αντιπαροχή, αλλά υπό τον όρο η τελευταία να αναλάβει την υποχρέωση να θεραπεύσει την ελλειμματική κατάσταση της πρώτης επιχείρησης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι και οι δυο ανωτέρω επίδικες πραγματικές καταστάσεις συνιστούν κρατικές ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ.