Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 3/2017
Η ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΡΗΤΡΑΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ Η.Β. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ 
ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ
Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Αν. Καθηγητή

Εννέα μήνες μετά το Δημοψήφισμα της 23/6/2016, στο οποίο ο λαός του Ηνωμένου Βασίλειου (Η.Β.) τάχθηκε υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ με ποσοστό 52% και αφού μεσολάβησαν η αλλαγή Πρωθυπουργού και Κυβέρνησης στο Η.Β., έγινε αποδεχτό από όλες τις πλευρές στη Βρετανία ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την αποχώρηση από την ενεργοποίηση του άρθρου 50 ΣΕΕ, παρά τα όσα υποστήριξαν οι  Leavers και λύθηκαν τα εσωτερικά συνταγματικά ζητήματα για την εξουσία ενεργοποίηση της ρήτρας αποχώρησης (Royal ή Parliamentary Prerogative), έφτασε η μέρα ενεργοποίησης εκ μέρους του Η.Β. με επιστολή της Βρετανίδας Πρωθυπουργού Theresa May (διαβασε την επιστολή εδώ),  που επιδόθηκε στις 13.30 σήμερα 29/3/2017 στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk της ρήτρας αποχώρησης του άρθρου 50 ΣΕΕ. Η  εν λόγω ρήτρα προβλέπει συνοπτικά ότι ένα Κράτος- μέλος, που επιθυμεί να αποχωρήσει από την Ένωση, πρέπει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Αυτό καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές (προσανατολισμούς) με βάση τις οποίες η Ένωση θα διαπραγματευθεί με το αποχωρούν Κράτος-μέλος μια συμφωνία αποχώρησης. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται από την πλευρά της Ένωσης σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 218 παρ. 3 ΣΛΕΕ, που αφορά τη σύναψη διεθνών συμβάσεων από την Ένωση ενώ η συμφωνία αποχώρησης συνάπτεται από το Συμβούλιο και αφού αυτό λάβει την έγκριση (σύμφωνη γνώμη) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (παρ. 2). Το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία και χωρίς τη συμμετοχή των αντιπροσώπων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους (παρ. 4). Το αποχωρούν Κράτος-μέλος παύει να δεσμεύεται από τις Συνθήκες είτε από την ημερομηνία που προβλέπεται στη συμφωνία αποχώρησης ή, ελλείψει αυτής, δύο χρόνια από την γνωστοποίηση της πρόθεσής του να αποχωρήσει, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το εν λόγω Κράτος-μέλος, αποφασίσει ομόφωνα την παράταση της προθεσμίας αυτής (παρ. 3). Εάν ένα πρώην Κράτος-μέλος ζητήσει την εκ νέου προσχώρησή του, δεν διαθέτει ένα αυτόματο δικαίωμα προσχώρησης άλλα θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 49 ΣΕΕ, που αφορά την προσχώρηση νέων Κρατών-μελών (παρ. 5). Παρακάτω θα συζητήσουμε τα αποτελέσματα της ενεργοποίησης  του άρθρου 50 ΣΕΕ και τα προσεχή βήματα της προβλεπόμενης διαδικασίας.

1. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης

Η διαδικασία αποχώρησης ενεργοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ από το Κράτος-μέλος, που αποφασίζει να αποχωρήσει, με τη γνωστοποίηση της πρόθεσής του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η γνωστοποίηση (notification) είναι μονομερής ενέργεια, που, όμως, από μόνη της δεν επιφέρει αυτόματα και άμεσα την αποχώρηση του Κράτους-μέλους. Αυτή επέρχεται είτε από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης είτε μετά από την παρέλευση διετίας από την γνωστοποίηση στην περίπτωση που δεν έχει συναφθεί συμφωνία αποχώρησης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 50 ΣΕΕ. Ωστόσο, η γνωστοποίηση δεν στερείται εννόμων αποτελεσμάτων, αφού όταν εκδηλωθεί 
(α) ενεργοποιεί την υποχρέωση της Ένωσης να διαπραγματευθεί μια συμφωνία αποχώρησης, 
(β) σηματοδοτεί την έναρξη της διετούς προθεσμίας για να παύσει η ισχύς των Συνθηκών στο αποχωρούν Κράτος-μέλος στην περίπτωση που δεν έχει συναφθεί συμφωνία αποχώρησης και 
(γ) παύει το δικαίωμα συμμετοχής των αντιπροσώπων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους στις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου, όταν αυτά συζητούν ή αποφασίζουν επί θεμάτων που το αφορούν (άρθρο 50 παρ. 4 ΣΕΕ). 

1.1. Ο τύπος και ο χρόνος της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης 

Η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 2 ΣΕΕ δεν απαιτεί κάποιο ιδιαίτερο τύπο για την γνωστοποίηση, όπως, επίσης, δεν προβλέπει και προθεσμία για την γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από την διαμόρφωση της βούλησης αποχώρησης σε εθνικό επίπεδο κατά τους «εσωτερικούς συνταγματικούς κανόνες». Το υπό αποχώρηση Κράτους-μέλος έχει τη διακριτική ευχέρεια της επιλογής τόσο του τύπου όσο και του χρόνου γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης. Η ευχέρεια αυτή είναι σύμφυτη με το μονομερή χαρακτήρα του δικαιώματος αποχώρησης. Ανεξάρτητα, πάντως, από τον τύπο που θα επιλεγεί, η γνωστοποίηση θα πρέπει να περιέχει ρητή, σαφή, μη διφορούμενη και κατηγορηματική δήλωση της πρόθεσης αποχώρησης. Μπορεί να είναι έγγραφη ή και προφορική στο πλαίσιο συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που θα καταχωρισθεί στα πρακτικά (συμπεράσματα) του.  Δεν αμφισβητείται, πλέον, ότι η επιλογή του χρόνου γνωστοποίησης και συνεπώς της ενεργοποίησης της διαδικασίας του άρθρου 50 ΣΕΕ ανήκει στην διακριτική ευχέρεια  του Κράτους-μέλους, που αποφασίζει να αποχωρήσει. 

1.2. Το ζήτημα της ύπαρξης εξουσίας ανάκλησης της γνωστοποίησης 

Το σοβαρότερο κενό, πάντως, που παρατηρείται στο άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ αφορά την δυνατότητα ή μη ενός υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος να ανακαλέσει τη γνωστοποίηση και κατ’ αυτό τον τρόπο να τερματίσει τη διαδικασία αποχώρησης πριν αυτή φτάσει στο τέρμα της με τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης ή την παρέλευση της διετούς προθεσμίας. Το γράμμα της διάταξης σιωπά, οπότε εύλογα τίθεται το ερώτημα, αν μπορεί ένα Κράτος-μέλος να αλλάξει επιλογή και σύμφωνα με τους «εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες» (εκλογές, δημοψήφισμα κα) να αποφασίσει την παραμονή του στην ΕΕ και ανακαλώντας τη γνωστοποίηση να τερματίσει μονομερώς τη διαδικασία αποχώρησης, που εν τω μεταξύ έχει ενεργοποιηθεί. Ο προβληματισμός ενισχύεται, αφού ο «συνταγματικός νομοθέτης» της Ένωσης με την παρ. 5 του άρθρου 50 ΣΕΕ αναγνώρισε και ρύθμισε αυτό το ενδεχόμενο αλλαγής γνώμης. Ωστόσο, το τοποθέτησε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποχώρησης. 

Το ζήτημα απασχόλησε έντονα ενωσιακούς και βρετανικούς θεσμούς, τη θεωρεία  αλλά και τις δύο πλευρές του βρετανικού δημοψηφίσματος. Η συζήτηση έλαβε μεγάλη έκταση ιδιαίτερα στο Η.Β., όπου το ζήτημα συνδέθηκε με τον τρόπο που υπερασπίσθηκαν τις θέσεις τους οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές πριν και μετά το δημοψήφισμα αλλά και με το ζήτημα της αρμοδιότητας ενεργοποίησης του άρθρου 50 ΣΕΕ. Οι γνώμες διχάστηκαν ενώ το Δικαστήριο της ΕΕ, που είναι τελικά αρμόδιο να ερμηνεύσει το άρθρο 50 ΣΕΕ, δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί σε ένα κρίσιμο ζήτημα, μεταξύ άλλων, και για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2016 ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk ερωτηθείς σχετικά απάντησε ότι «δεν υπάρχουν νομικοί περιορισμοί σε μια τέτοια απόφαση» εκ μέρους του Η.Β.. Από την άλλη πλευρά η Υπηρεσία Ερευνών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τοποθετήθηκε μάλλον αρνητικά σε ένα μονομερή τερματισμό της διαδικασίας αποχώρησης άπαξ και αυτή ξεκινήσει, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, τη δυνατότητα να ανασταλεί (suspend) η διαδικασία με κοινή συμφωνία μεταξύ του υπό αποχώρηση Κράτους-μέλους, των Κρατών-μελών που παραμένουν και των Θεσμικών Οργάνων της Ένωσης. Πρόκειται για μια λύση που δεν προβλέπεται ρητά από το άρθρο 50 ΣΕΕ, όπως εξάλλου, και η ανάκληση της γνωστοποίησης.  

Σε βρετανικό επίπεδο η Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Ένωση (European Union Committee) της Βουλής των Λόρδων στις 4 Μαΐου 2016 κατέληξε στο συμπέρασμα, μετά από ακρόαση και σχετική επιχειρηματολογία των Καθηγητών Sir David Edward και Derrick Wyatt, ότι «Δεν υπάρχει τίποτα στο άρθρο 50 που να εμποδίζει τυπικά ένα κράτος μέλος να ανακαλέσει την απόφασή του να αποχωρήσει κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την αποχώρηση». Η εν λόγω Επιτροπή, εξάλλου, έκρινε ότι «οι πολιτικές επιπτώσεις μιας τέτοιας ανάκλησης θα μπορούσαν να είναι ουσιαστικές» για το Η.Β. και τη θέση του στην Ένωση. Λίγους μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 13 Σεπτεμβρίου 2016 μια άλλη Επιτροπή (Select Committee on the Constitution) της Βουλής των Λόρδων δεν ήταν τόσο σίγουρη, κρίνοντας ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος μπορεί να ανακαλέσει τη γνωστοποίηση και να τερματίσει τη διαδικασία αποχώρησης χωρίς τη συναίνεση των υπολοίπων Κρατών-μελών είναι αμφισβητούμενο. Κατέτεινε δε στην άποψη ότι «θα ήταν συνετό για το Βρετανικό Κοινοβούλιο να συνεχίσει να εργάζεται βασιζόμενο στην υπόθεση ότι η ενεργοποίηση του άρθρου 50 ΣΕΕ είναι μια ενέργεια, που το Η.Β δεν μπορεί να αντιστρέψει μονομερώς». Από την άλλη πλευρά το High Court της Αγγλίας στην απόφαση του στις 3 Νοεμβρίου 2016, όταν κλήθηκε να αποφασίσει για ύπαρξη ή μη προνομίου υπέρ της Κυβέρνησης (Government Prerogative) για την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης, χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση, έκρινε ότι η γνωστοποίηση δεν μπορεί να ανακληθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι την θέση αυτή υποστήριξαν τόσο οι προσφεύγοντες, που αμφισβήτησαν το κυβερνητικό προνόμιο ενεργοποίησης του άρθρου 50 ΣΕΕ, όσο η πλευρά της Βρετανικής Κυβέρνησης, δια του Γενικού Εισαγγελέα, που εκπροσώπησε τον Υπουργό για την Έξοδο από την ΕΕ (Secretary of State for Exiting the EU). Από την άλλη πλευρά το Supreme Court που επιλήφθηκε κατόπιν, αν και πήρε και αυτό την ίδια θέση σχετικά με το κοινοβουλευτικό προνόμιο για την ενεργοποίηση της ρήτρας αποχώρησης, προτίμησε να μην πάρει θέση στο ζήτημα της ανάκλησης ή μη της γνωστοποίησης.

Το ίδιο διχασμένη παρουσιάζεται και η θεωρία τοποθετούμενη στο ζήτημα. Πριν παρουσιάσουμε και συζητήσουμε τα επιχειρήματα των δύο απόψεων, θα πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: 
(i) και οι δύο θεωρητικές προσεγγίσεις συμφωνούν στην ύπαρξη ρυθμιστικού κενού στο γράμμα της διάταξης του άρθρου 50 ΣΕΕ. Ωστόσο, με σημείο εκκίνησης αυτό οδηγούνται σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
(ii) και οι δύο θεωρητικές προσεγγίσεις συμφωνούν ότι η ερμηνεία του άρθρου 50 ΣΕΕ από το Δικαστήριο της ΕΕ είναι αναγκαία το συντομότερο δυνατόν, αφού η αναγνώριση ή μη δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης έχει σοβαρές επιπτώσεις στη διαπραγμάτευση των όρων αποχώρησης και της διαπραγματευτικής θέσης του Η.Β..
(iii) η θεωρητική συζήτηση έλαβε τη μεγαλύτερη έκτασή της στους επιστημονικούς κύκλους της Βρετανίας, κατά κανόνα σε blogs με συνεχείς σχετικές αναρτήσεις. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σύνδεση πολιτικών στοχεύσεων με τις επιστημονικές θέσεις. Έτσι, ενδεικτικά μπορούν να αναφερθεί ότι οι υποστηρικτές της παραμονής του Η.Β. στην ΕΕ και ηττημένοι στο Δημοψήφισμα της 23/6/2106 τάχθηκαν υπέρ της δυνατότητας μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης και τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης, επιζητώντας «να μείνει ανοικτή η πόρτα της συμμετοχής του Η.Β. στην Ένωση» για την περίπτωση αλλαγής της θέσης του Η.Β. είτε κατόπιν εκλογών είτε κατόπιν νέου δημοψηφίσματος. Αντίθετα, βασικό επιχείρημα αυτών που αντέδρασαν στο προνόμιο της Κυβέρνησης να ενεργοποιήσει τη διαδικασία του άρθρου 50 ΣΕΕ αποτέλεσε η θέση ότι η εν λόγω διάταξη αποκλείει το δικαίωμα ανάκλησης της γνωστοποίησης. 

Ειδικότερα, οι υποστηρικτές της άποψης ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ αποκλείει το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης θεμελίωσαν την άποψή τους στα εξής επιχειρήματα: 

Πρώτον, με σημείο εκκίνησης τη διατύπωση του άρθρου 50 ΣΕΕ υποστηρίχθηκε ότι η αναγνώριση ενός σιωπηρού (implied) δικαιώματος ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης θα ήταν αντίθετο με το γράμμα της διάταξης από την οποία «απουσιάζει εμφανώς» ένα τέτοιο δικαίωμα. Η θέση αυτή δέχθηκε ισχυρό αντίλογο (α) ως μη λαμβάνουσα υπόψη της τη νομολογία του Δικαστηρίου για την γραμματική ερμηνεία διατάξεων των Συνθηκών, που θέλει διατάξεις που καθορίζουν εξαιρέσεις (ως τέτοια εκλαμβάνεται το δικαίωμα αποχώρησης από το γενικό στόχο μιας διαρκώς στενότερης ένωσης) να ερμηνεύονται στενά, έτσι ώστε να μη προστίθενται προϋποθέσεις για την άσκησή του, μη προβλεπόμενες ρητά, (β) ως αντίθετη με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας του άρθρου 5 παρ. 2 ΣΕΕ, που θέλει κάθε εξουσία Κράτους-μέλους που δεν παραχωρείται στην Ένωση ή δεν απαγορεύεται ή δεν ρυθμίζεται από τη Συνθήκη να παραμένει στα Κράτη-μέλη, (γ) ως μη λαμβάνουσα υπόψη το ενδεχόμενο ένα Κράτος-μέλος να αλλάξει γνώμη, προτιμώντας να παραμείνει μέλος, όταν μάλιστα η ανάκληση της γνωστοποίησης δεν ασκείται καταχρηστικά.

Δεύτερον, η αναγνώριση του δικαιώματος μονομερούς, μέσω της ανακλήσεως της γνωστοποίησης, τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης θα ματαίωνε τις συνέπειες της γνωστοποίησης, που κατά το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ είναι ο τερματισμός της ισχύος των Συνθηκών για το αποχωρούν Κράτους-μέλους είτε με την θέση σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης είτε με την παρέλευση της προθεσμίας των δύο ετών για τη σύναψή της. Οι συνέπειες αυτές απαριθμούνται περιοριστικά, με αποτέλεσμα να αποκλείουν κάθε άλλο τρόπο τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης. Οι υποστηρικτές της θέσης αυτής, που με ένταση προβλήθηκε ενώπιον  του Αγγλικού High Court, τόνισαν ότι όταν κατατεθεί η γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αυτή αυτόματα οδηγεί στις συνέπειες που προδιαγράφει το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν «δρόμο χωρίς γυρισμό» ή όπως υποστήριξε ο Λόρδος Pannick, που παρομοίωσε την γνωστοποίηση με το τράβηγμα της σκανδάλης, «άπαξ και τραβηχτεί η σκανδάλη ακολουθούν οι συνέπειες. Η σφαίρα χτυπά το στόχο. Η γνωστοποίηση, που ενεργοποιεί τη διαδικασία αποχώρησης, έχει ως αναπόφευκτη και εκ του νόμου συνέπεια την παύση ισχύος των Συνθηκών». Ωστόσο, η θέση αυτή δέχεται ισχυρό αντίλογο σύμφωνα με τον οποίο αυτή βασίζεται σε εσφαλμένες υποθέσεις. Η αποχώρηση και η απώλεια της ιδιότητας του Κράτους-μέλους δεν επέρχεται αυτόματα με τη σύναψη της συμφωνίας αποχώρησης ή χωρίς αυτή στο τέλος της διετούς προθεσμίας, παραγνωρίζοντας ότι η σύναψη της συμφωνία αποχώρησης δεν είναι αναγκαία για την αποχώρηση ενώ και διετής προθεσμία μπορεί να παραταθεί και μαζί της η παραμονή στην Ένωση με κοινή συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του υπό αποχώρηση Κράτους-μέλους, χωρίς μάλιστα για την παράταση να τίθενται χρονικοί ή άλλοι περιορισμοί. Κατ’ ουσία η ανάκληση της γνωστοποίησης οδηγεί στη ματαίωση της ενεργοποίησης της διαδικασίας αποχώρησης και όχι τις συνέπειες που προδιαγράφει το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ, που έχει διαδικαστικό χαρακτήρα. 

Τρίτον, υποστηρίζεται ότι αν ένα Κράτος-μέλος μπορούσε να ανακαλέσει μονομερώς τη γνωστοποίηση, αυτό θα οδηγούσε στην αναγνώριση μιας εξουσίας μονομερούς παράτασης της διαδικασίας αποχώρησης σε αντίθεση με το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ. Ωστόσο τα αποτελέσματα της ανάκλησης της γνωστοποίησης διαφέρουν από αυτά της παράτασης της διετούς προθεσμίας. Η δεύτερη επεκτείνει την περίοδο εντός της οποίας θα πρέπει να συμφωνηθούν οι όροι αποχώρησης. Αντίθετα, η πρώτη δεν παρατείνει την προθεσμία αποχώρησης αλλά υποδηλώνει τη θέληση του υπό αποχώρηση Κράτους-μέλους να παραμείνει στην Ένωση, τερματίζοντας τη διαδικασία αποχώρησης.

Τέταρτον, αυτοί που δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη δικαιώματος ανάκλησης της γνωστοποίησης αρνούνται κάθε ιδέα εφαρμογής εντός του πλαισίου του άρθρου 50 ΣΕΕ των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου και ειδικά του άρθρου 68 Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (ΣΒΔΣ), το οποίο αναγνωρίζει δικαίωμα ανάκλησης μιας γνωστοποίησης αποχώρησης από διεθνή συνθήκη πριν αυτή δημιουργήσει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Υποστηρίζουν ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ αποτελεί lex specialis, που ως τέτοια αποκλείει κάθε εφαρμογή των σχετικών με την αποχώρηση συμβαλλόμενου μέρους κανόνων του διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 54 ΣΕΕ. Η ύπαρξη κενού στην ειδική διάταξη του άρθρου 50 ΣΕΕ και η ανάγκη για την κάλυψή του, ο εθιμικός χαρακτήρας της διάταξης του άρθρου 68 ΣΒΔΣ και η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου συγκροτούν ισχυρό αντίλογο στην παραπάνω θέση (βλ αναλυτικά παρακάτω). 

Στα παραπάνω επιχειρήματα, περισσότερο ως θεωρητική άσκηση, θα μπορούσε να προστεθεί και το εξής: Είναι εσφαλμένο ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ παραγνωρίζει το ενδεχόμενο ένα Κράτος-μέλος, που αποφάσισε να αποχωρήσει, να «αλλάξει γνώμη» στο μέλλον σύμφωνα με τους εθνικούς συνταγματικούς του κανόνες και μετά τη γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης. Με την παρ. 5 του άρθρου 50 ΣΕΕ, που ορίζει ότι «εάν το κράτος που αποχώρησε από την Ένωση ζητήσει την εκ νέου προσχώρησή του, η αίτηση αυτή υπόκειται στη διαδικασία του άρθρου 49», ο «συνταγματικός νομοθέτης» αναγνώρισε το ενδεχόμενο αλλαγής γνώμης, την οποία, ωστόσο, τοποθέτησε χρονικά μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποχώρησης και αφού το πρώην Κράτος-μέλος έχει καταστεί τρίτο Κράτος. Αν πραγματικά ήθελε την αναγνώριση μιας εξουσίας μονομερούς τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης, λόγω αλλαγής γνώμης που ως ενδεχόμενο προβλέπει, γιατί να μην την προβλέψει, αν δεν ήθελε να την αποκλείσει; Αυτό, άλλωστε, συνδυάζεται και με την υποστηριζόμενη άποψη ότι τα κενά που παρουσιάζουν οι διατάξεις του άρθρου 50 ΣΕΕ είναι ηθελημένα, ώστε οι αβεβαιότητες να κάνουν την διάταξη αποτρεπτική στην χρήση της. Η μη ρητή αναγνώριση δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης ίσως είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα Κράτος-μέλος που γνωρίζει ότι η ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης «είναι δρόμος χωρίς γυρισμό» αναμφίβολα αποθαρρύνεται να προσφύγει με ευκολία στο άρθρο 50 ΣΕΕ.  

Ισχυρά επιχειρήματα, όμως, παρουσιάζει και η πλευρά που υποστηρίζει ότι, παρά τη μη ρητή σχετική πρόβλεψη, το άρθρο 50 ΣΕΕ επιτρέπει την ανάκληση της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης και κατ’ αυτό τον τρόπο τον μονομερή τερματισμό της διαδικασίας αποχώρησης πριν αυτή οδηγήσει στην αποχώρηση του Κράτους-μέλους είτε με τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης είτε κατά τη λήξη της διετούς προθεσμίας για τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας. Υποστηρίζουν, εξάλλου, ότι η ερμηνεία του άρθρου 50, ως ζήτημα ενωσιακού δικαίου, θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις ερμηνευτικές μεθόδους, που έχει αναπτύξει και χρησιμοποιεί το Δικαστήριο. Καταλήγουν δε στο συμπέρασμα ότι ως επί της αρχής, της διατύπωσης της διάταξης αλλά και του πνεύματος των Συνθηκών θα πρέπει να γίνει δεκτή η θέση υπέρ της εξουσίας μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης. Επιτομή της επιχειρηματολογίας αυτής βρίσκει κανείς στη θέση που ανάπτυξε ενώπιον της Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Ένωση (European Union Committee) της Βουλής των Λόρδων στις 4 Μαΐου 2016 ο Καθηγητής Derrick Wyatt, ο οποίος τόνισε τα εξής:
 «Κατά την άποψή μου, ένα Κράτος-μέλος θα μπορούσε να έχει δεύτερες σκέψεις και να ανακαλέσει την απόφασή του να αποχωρήσει ανά πάσα στιγμή πριν από τη σύναψη μιας συμφωνίας αποχώρησης ή στη λήξη της περιόδου των δύο ετών ή της οποιαδήποτε παράτασης που συμφωνήθηκε από το Κράτος-μέλος και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Σχετικά θα ήθελα να συνεισφέρω τρεις λόγους:
Πρώτον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη στη διατύπωση του άρθρου 50 ότι ένα Kράτος-μέλος δεν θα μπορούσε να αλλάξει γνώμη.
Δεύτερον, θα ήταν σύμφωνο με τους γενικούς στόχους της ΕΕ το να επιτραπεί σε ένα υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος να αλλάξει γνώμη και στο τέλος να παραμείνει στην ΕΕ.
Τρίτον, το συμπέρασμα ότι ένα Κράτος-μέλος δεν μπορεί να ανακαλέσει την γνωστοποίηση της πρόθεσής του να αποχωρήσει θα μπορούσε να έχει παράλογες συνέπειες».
Ειδικότερα προβάλλουν τα παρακάτω επιχειρήματα:

Πρώτον, το άρθρο 50 ΣΕΕ, αν και δεν προβλέπει ρητά την εξουσία ανάκλησης της γνωστοποίησης, δεν την αποκλείει κιόλας. Η αντίθετη άποψη δεν λαμβάνει υπόψη την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, που θέλει ασαφείς ή με κενά διατάξεις των Συνθηκών, αυτές, δηλαδή, που η γραμματική τους ερμηνεία δεν μπορεί να προσφέρει ασφαλείς λύσεις, να ερμηνεύονται λαμβάνοντας υπόψη το γενικό σύστημα και το πνεύμα των διατάξεων της Συνθήκης.   

Δεύτερον,  η αναγνώριση από το άρθρο 50 ΣΕΕ ενός δικαιώματος αποχώρησης Κράτους-μέλους από την Ένωση θεμελιώθηκε στην κυριαρχία των Κρατών-μελών, που, αν και έχει υποστεί σοβαρούς περιορισμούς από τη συμμετοχή τους στην Ένωση, δεν έχει εξαφανιστεί. Έτσι, αφού ένα Κράτος-μέλος είναι αρκούντως κυρίαρχο για να αποφασίσει μονομερώς την αποχώρηση του από την Ένωση, χωρίς μάλιστα η απόφασή του να υπόκειται σε ουσιαστικούς περιορισμούς, γιατί θα πρέπει να στερηθεί την εξουσία να αλλάξει την απόφασή του αυτή και να ανακαλέσει την γνωστοποίηση;  Ένας τέτοιος περιορισμός, που δεν προβλέπεται ρητά, θα ήταν, εξάλλου, αντίθετος με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας και συνακόλουθα της αναγνώρισης του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των Κρατών-μελών σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 2 και 4 παρ. 1 ΣΕΕ αντίστοιχα. Η θεμελίωση ενός σιωπηρού ή εξυπακουόμενου δικαιώματος ανάκλησης της γνωστοποίησης στην κυριαρχία των Κρατών-μελών έχει ως αποτέλεσμα την αναστροφή του βάρους της απόδειξης για την ύπαρξη ή μη του δικαιώματος, που το φέρουν αυτοί που προτίθενται να εναντιωθούν στην ανάκληση της γνωστοποίησης. 

Τρίτον, μια ανάγνωση του άρθρου 50 ΣΕΕ κατά τα παραπάνω είναι σύμφωνη και με τους σχετικούς κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου, που εν πολλοίς ενέπνευσαν τον «συνταγματικό νομοθέτη» της Ένωσης κατά τη διατύπωση της ρήτρας αποχώρησης» και ως τέτοιοι πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την ερμηνεία του άρθρου 50 ΣΕΕ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 65 παρ. 1 ΣΒΔΣ προβλέπει ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος, που αποχωρεί από μια συνθήκη οφείλει να το γνωστοποιήσει στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ενώ η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως (άρθρο 67 παρ. 1 ΣΒΔΣ). Το άρθρο 68 ΣΒΔΣ, τέλος,  προβλέποντας ότι «γνωστοποίηση ή έγγραφο προβλεπόμενο από τα άρθρα 65 και 67 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή πριν δημιουργήσει αποτελέσματα», αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα μονομερούς ανακλήσεως γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης από μια διεθνή συνθήκη.  

Τέταρτον,  η αναγνώριση δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης, που ισοδυναμεί με την παροχή της δυνατότητας σε ένα Κράτος-μέλος να αλλάξει γνώμη και να παραμείνει στην Ένωση, υποστηρίζεται από τη συστηματική και τελεολογική ερμηνεία των Συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων των Προοιμίων και των προσαρτημένων Δηλώσεων, στην οποία καταφεύγει συχνά το Δικαστήριο για την ερμηνεία διατάξεων των Συνθηκών και την κάλυψη κενών που παρατηρούνται στη διατύπωσή τους. Άλλωστε η «ρήτρα αποχώρησης» δεν υπάρχει σε ένα κανονιστικό κενό. Τόσο το Προοίμιο όσο και το άρθρο 1 ΣΕΕ επιβεβαιώνουν τη βούληση των Κρατών-μελών «να θέσουν τις βάσεις μιας διαρκώς στενότερης ενώσεως των ευρωπαϊκών λαών» και «να προχωρήσουν σε ένα νέο στάδιο της διαδικασίας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που άρχισε με τη δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», με σκοπό «να εξασφαλίσουν με κοινή δράση την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των κρατών τους καταργώντας τους φραγμούς που διαιρούν την Ευρώπη». Εξάλλου, το Προοίμιο της ΣΕΕ αποτυπώνει την θέληση των Κρατών-μελών για την οικοδόμηση «βαθύτερων σχέσεων αλληλεγγύης μεταξύ των λαών τους», «την ιστορική σημασία του τερματισμού της διαίρεσης της ευρωπαϊκής ηπείρου και την ανάγκη να δημιουργηθούν σταθερές βάσεις για τη μελλοντική οικοδόμηση της Ευρώπης», αλλά και τη διαρκή προσπάθεια για «την ενίσχυση και τη σύγκλιση των οικονομιών τους», για «την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής προόδου των λαών τους» και για «την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ταυτότητας». Με βάση τα παραπάνω η ultima ratio των Συνθηκών είναι να υπηρετήσουν νομικά και θεσμικά το στόχο μιας διαρκώς στενότερης συνεργασίας μεταξύ των Κρατών-μελών στους τομείς εκείνους, που αυτά κυρίαρχα αποφασίζουν την παραχώρηση κρατικών αρμοδιοτήτων. Αν και στο παρόν στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οι εξελίξεις σε νομικό και πολιτικό επίπεδο τείνουν να αφαιρέσουν κάθε «ομοσπονδιακή φιλοδοξία» στην ερμηνευτική προσέγγιση του στόχου της  «διαρκώς στενότερης ένωσης»  και να προσδώσουν «έμφαση στην περιφρούρηση της εθνικής κυριαρχίας», δεν αμφισβητείται ότι ο στόχος της «διαρκώς στενότερης ένωσης», παρά τον προγραμματικό του χαρακτήρα, έχει μεγάλη σημασία ιδιαίτερα όταν παρουσιάζεται στο κείμενο των αποφάσεων του Δικαστηρίου, αφού αποτελεί το ιδεολογικό υπόβαθρό της νομολογίας του για «περισσότερη Ευρώπη», όταν προσεγγίζει ερμηνευτικά τις διατάξεις της Συνθήκης. Όπως σημειώνει ο Καθηγητής Πρόδρομος Δαγτόγλου  η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων των Συνθηκών από το Δικαστήριο οδηγεί στη συναγωγή μιας (ερμηνευτικής) γενικής αρχής, σύμφωνα με την οποία «μεταξύ δυο ερμηνειών μια κοινοτικής διατάξεως πρέπει να προτιμάται εκείνη που ανταποκρίνεται στην ιδιοτυπία της Κοινότητας ή προάγει περισσότερο τους σκοπούς της».

Αν και εκ πρώτης όψεως η «ρήτρα αποχώρησης» του άρθρου 50 ΣΕΕ συγκρούεται  με τον στόχο της «διαρκώς στενότερης ένωσης», όπως την προσεγγίσαμε παραπάνω, κατά τη γνώμη μας κατατείνει να την διευκολύνει, αφού παρέχει τη δυνατότητα σε ένα Κράτος-μέλος, που δεν επιθυμεί την περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, να αποχωρήσει, αντί να εμποδίσει τα υπόλοιπα Κράτη-μέλη «που επιθυμούν να εμβαθύνουν την ολοκλήρωση να κάνουν βήματα μπροστά». Από την άλλη πλευρά αποτελεί έκφραση της κυριαρχίας των Κρατών-μελών, υπέρ των οποίων αναγνωρίζεται το δικαίωμα, αν κρίνουν ότι η συμμετοχή τους στην Ένωση δεν εξυπηρετεί πλέον το εθνικό τους συμφέρον, να αποχωρήσουν. 

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις η αναγνώριση ενός δικαιώματος μονομερούς  τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης με την ανάκληση της γνωστοποίησης και πριν επέλθουν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ αποτελέσματα, ιδιαίτερα όταν αυτό το δικαίωμα ασκείται με καλή πίστη, είναι σύμφωνη με τον απώτερο στόχο των Συνθηκών για μια «διαρκώς στενότερη ένωση». Κατά τον Καθηγητή Paul Craig η αντίθετη άποψη θα ανάγκαζε τελικά την ΕΕ «να πετάξει έξω από την πόρτα ένα κράτος που καλόπιστα άλλαξε γνώμη». Βέβαια ελλοχεύει, στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι ένα Κράτος-μέλος μπορεί να τερματίσει μονομερώς τη διαδικασία αποχώρησης, ο κίνδυνος καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και εκβιασμού της Ένωσης.  Αν και ο κίνδυνος είναι υπαρκτός δεν κρίνεται αρκετός για να αναιρέσει το παραπάνω βασικό συμπέρασμα. Άλλωστε, η Ένωση και τα Κράτη-μέλη της διαθέτουν τα νομικά και πολιτικά μέσα για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια καταχρηστική πρακτική.

Πέμπτον, η μη αναγνώριση του δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης πριν από τη λήξη της διετούς προθεσμίας ή τη σύναψη της συμφωνίας αποχώρησης οδηγεί σε παράλογες καταστάσεις στην περίπτωση που το υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος, σύμφωνα με τους συνταγματικούς του κανόνες, αλλάξει γνώμη και αποφασίσει να παραμείνει στην Ένωση. Το Κράτος-μέλος θα πρέπει, παρά την αλλαγή της γνώμης του, να περιμένει να παρέλθει η διετής προθεσμία ώστε να απολέσει την ιδιότητα του Κράτους-μέλους, να καταστεί τρίτο κράτος για να μπορέσει να υποβάλλει αίτημα προσχώρησής εκ νέου στην Ένωση κατά το άρθρο 50 παρ. 5 ΣΕΕ. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, ως εκ του αντικειμένου της διαδικασίας προσχώρησης του άρθρου 49 ΣΕΕ το ζητούμενο θα είναι η αποδοχή του ενωσιακού κεκτημένου από το πρώην Κράτος-μέλος, δηλαδή κάτι το οποίο ήταν δεδομένο πριν από την αναγκαστική του αποχώρηση. Υποστηρίζεται, εξάλλου, ότι αν ένα Κράτος-μέλος τηρώντας τους «εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες» αλλάξει γνώμη τότε δεν υπάρχει πλέον η απαιτούμενη πρόθεση αποχώρησης, η γνωστοποίηση της οποίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, είναι η αναγκαία τυπική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 1 ΣΕΕ. 

Κατά την προσωπική μας γνώμη η αποδοχή ενός δικαιώματος ανάκλησης ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα των Συνθηκών και υπηρετεί το στόχο μιας «διαρκώς στενότερης ένωσης των ευρωπαϊκών λαών». Ωστόσο, η παραπάνω συζήτηση καταδεικνύει ότι το ζήτημα παραμένει εξαιρετικά αμφιλεγόμενο και χρειάζεται αντιμετώπιση από το Δικαστήριο, ως το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύσει το άρθρο 50 ΣΕΕ.

2. Το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και η Συμφωνία Αποχώρησης

Δεν αμφισβητείται ότι αποχώρηση ενός Κράτους-μέλους από την Ένωση, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι παλαιό μέλος όπως το Η.Β., απαιτεί την εξαντλητική ρύθμιση πολυσύνθετων διαδικαστικών και ουσιαστικών θεμάτων αλλά και τη θέσπιση μεταβατικών ρυθμίσεων ώστε η αποχώρηση να καταστεί ομαλή και προς όφελος και των δύο πλευρών. Παρ’ όλα αυτά η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 2 ΣΕΕ σε ότι αφορά το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και της Συμφωνίας Αποχώρησης, ορίζοντας ότι μετά τη γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης από Κράτος-μέλος «η Ένωση προβαίνει σε διαπραγματεύσεις και συνάπτει με το εν λόγω κράτος συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρησή του, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο των μελλοντικών του σχέσεων με την Ένωση» δημιουργεί ένα νέο κύκλο ερωτηματικών. Όπως αναφέρει ο Paul Craig «το περιεχόμενο της συμφωνίας αποχώρησης είναι αβέβαιο». Η αβεβαιότητα δημιουργείται κυρίως από τη σύνδεση της Συμφωνίας Αποχώρησης με τη ρύθμιση των μελλοντικών του σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους με την Ένωση. Ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται  είναι τα εξής:
Πρώτον, η Συμφωνία Αποχώρησης και η διαπραγμάτευσής της περιλαμβάνει μόνο τα διαδικαστικού χαρακτήρα ζητήματα της αποχώρησης ή επεκτείνεται και στη ρύθμιση των μελλοντικών σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους με την Ένωση; Με άλλα λόγια το άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ προβλέπει τη σύναψη μιας ή δύο διακεκριμένων συμφωνιών;
Δεύτερον, αν γίνει δεκτό ότι προβλέπεται η σύναψη δύο συμφωνιών, αυτής της αποχώρησης και αυτής της ρύθμισης των μελλοντικών σχέσεων, αποτελεί το άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ επαρκή νομική βάση για τη σύναψη της δεύτερης συμφωνίας ή θα πρέπει να αναζητηθεί μια άλλη σχετική διάταξη της Συνθήκης; 
Τρίτον, η αποχώρηση Κράτους-μέλους συνεπάγεται την ανάγκη προσαρμογής ή των Συνθηκών, για την οποία το άρθρο 50 ΣΕΕ δεν κάνει λόγο. Θα γίνει η προσαρμογή αυτή με τη Συμφωνία Αποχώρησης ή θα ακολουθηθεί κάποια άλλη διαδικασία;
Τέταρτον, στην περίπτωση σύναψης δύο διακεκριμένων συμφωνιών (αποχώρησης και μελλοντικών σχέσεων) και κατά συνέπεια δύο κύκλων διαπραγματεύσεων, καθιερώνεται κάποια χρονική αλληλουχία ή οι δύο διαδικασίες μπορούν και να εξελίσσονται παραλλήλως; 

Παρά τις ασάφειες, που χαρακτηρίζει το άρθρο 50 ΣΕΕ, μπορεί να αντλήσει κανείς κάποια χρήσιμα στοιχεία για να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Αυτά, κυρίως, είναι:

(α) Από τη διατύπωση του άρθρου 50 παρ. 2 ΣΕΕ προβλέπεται ρητά η υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το πλαίσιο (περίγραμμα) των μελλοντικών σχέσεων και όχι να ρυθμιστούν αυτές με τη Συμφωνία Αποχώρησης.
(β) Η Συμφωνία Αποχώρησης αποτελεί διεθνή συμφωνία της Ένωσης στο βαθμό που συνάπτεται από την ίδια και όχι τα Κράτη-μέλη κατά τη διαδικασία του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, που αφορά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών από την Ένωση με τρίτα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς και «συνάπτεται εξ ονόματος της Ένωσης από το Συμβούλιο». Κατά συνέπεια η Συμφωνία Αποχώρησης δεν εντάσσεται στο Πρωτογενές Δίκαιο της Ένωσης (Συνθήκες), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να το τροποποιήσει. 
(γ) Προς άρση της αβεβαιότητας, που προκαλεί η αποχώρηση Κράτους-μέλους, οι συντάκτες του άρθρου 50 ΣΕΕ προέβλεψαν προθεσμία δύο ετών από τη γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης για  τη σύναψη και τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας Αποχώρησης. Ωστόσο, γενικώς αναγνωρίζεται ότι η ρύθμιση των μελλοντικών σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους θα απαιτήσει πολύ περισσότερο χρόνο. Έτσι, θα ήταν αντίθετη με το σκοπό του άρθρου 50 ΣΕΕ οποιαδήποτε σημαντική καθυστέρηση της αποχώρησης, επειδή δεν έχουν ρυθμιστεί οι μελλοντικές σχέσεις του αποχωρούντος Κράτους-μέλους από την Ένωση.
(δ) Η διάταξη του άρθρου 50 ΣΕΕ απονέμει στην Ένωση την αποκλειστική αρμοδιότητα για την σύναψη συμφωνίας «που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση». Ωστόσο, αναλόγως του είδους των μελλοντικών σχέσεων που θα συμφωνηθεί μπορεί να υπάρξουν ρυθμίσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Κρατών-μελών. Στην περίπτωση αυτή ο τρόπος σύναψης της σχετικής συμφωνίας θα πρέπει να διαφέρει από αυτόν της Συμφωνίας Αποχώρησης (μεικτή συμφωνία). 

Με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι θα υπάρξουν δύο ξεχωριστές διεθνείς συμφωνίες, αυτή της αποχώρησης και αυτή της ρύθμισης των μελλοντικών σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους με την Ένωση, που, βεβαίως, συνδέονται αλλά δεν πρέπει να ταυτίζονται. Έτσι, δεν αποκλείεται οι διαπραγματεύσεις να εξελίσσονται παραλλήλως αλλά τελικά να οδηγήσουν σε δύο διακεκριμένες διεθνείς συμφωνίες. Εξάλλου, στο βαθμό που η Συμφωνία Αποχώρησης δεν μπορεί, ως διεθνής συνθήκη, να τροποποιήσει το Πρωτογενές Δίκαιο  της Ένωσης, απαιτείται για την προσαρμογή των Συνθηκών μια τροποιητική συνθήκη, που θα συναφθεί μεταξύ των Κρατών-μελών που παραμένουν κατά τη διαδικασία τροποποίησης των Συνθηκών του άρθρου 48 ΣΕΕ. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 2/2017
Βιβλιοκρισία

Κυριάκου Κεντρωτή, ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: Περισσότερο από ένα παιχνίδι και μια Ένωση, Εκδόσεις Gutenberg 2016 


Ενώ οδεύεις ήσυχα – ήσυχα προς το τέλος του ακαδημαϊκού και ερευνητικού σου βίου, ως Καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου, χωρίς είναι η αλήθεια να πλήττεις αφού η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης πάντα κάτι νέο έχει να σου προσφέρει προς μελέτη (σκεφτείτε τι έχει συμβεί μόνο την τελευταία δεκαετία: υιοθέτηση της Συνταγματικής Συνθήκης και απόρριψή της, Συνθήκη Λισαβόνας, Κρίση Χρέους στην Ευρωζώνη και αντιμετώπισή της, Brexit), πιστεύοντας ότι «τα έχεις δει όλα», βιβλία σαν αυτό του Κυριάκου Κεντρωτή, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, έρχονται να σου θυμίσουν ότι έχεις αφήσει πίσω σου μια εκκρεμότητα ή μάλλον την έχεις κρύψει κάτω από το χαλί. Η εκκρεμότητα αυτή δεν είναι άλλη από την απάντηση στο ερώτημα: ποια είναι η φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμών της και το χαλί είναι ο όρος «suis generis» (ιδιόμορφη) που χρησιμοποιείται ευρύτατα στην επιστήμη μας, όντας ένας όρος αμηχανίας, μπροστά στο ανεξήγητο με παραδοσιακά ερευνητικά εργαλεία και στη μοναδικότητα του ενωσιακού εγχειρήματος. Το βιβλίο,  που καλούμαι να παρουσιάσω σήμερα, κατ’ ουσία επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και ταυτόχρονα να σταθεί κριτικά απέναντι στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ο τίτλος «Το Ποδόσφαιρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» κατά τη γνώμη μου δεν αντιστοιχεί απολύτως σε αυτό που ο συγγραφέας επιχειρεί μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Το πρόβλημα δημιουργείται από το κτητικό «της». Αν αντιμετωπισθεί κατά κυριολεξία θα οδηγηθεί κανείς είτε στην υπαγωγή των επαγγελματικών σωματείων και των ποδοσφαιριστών τους στους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και ειδικότερα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (Βλ. υπόθεση Bosman) και στην εξαιρετικά ασθενή αρμοδιότητα (υποστηρικτική) της Ένωσης στον τομέα του αθλητισμού (άρθρο 165 ΣΛΕΕ) είτε στις διεθνείς διοργανώσεις (εθνικού ή συλλογικού επιπέδου), που, όμως, αν και επηρεάζονται κατά κάποιο τρόπο από τη δράση της Ένωσης, δεν αποτελούν «ιδιοκτησία της», δεν ελέγχονται από αυτήν οργανικά ή λειτουργικά αλλά από την UEFA ενώ και γεωγραφικά δεν ταυτίζονται με αυτήν, αφού σε αυτές συμμετέχουν ομάδες προερχόμενες από χώρες εκτός Ένωσης, πολλές εκ των οποίων, ανάλογα με τη χρονική συγκυρία, δεν διατηρούν και την καλύτερη σχέση μαζί της. Προς τι λοιπόν το κτητικό «της»

Αυτό που πραγματικά κάνει ο Κεντρωτής με το βιβλίο του είναι, καταφεύγοντας στη δύναμη της παρομοίωσης, να δει τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, ενός εξόχως πολιτικού, κοινωνικού και νομικού φαινομένου, μέσα από τη μετεξέλιξη του ποδοσφαίρου, δηλώνοντας προκαταβολικά ότι «τα δύο βασίλεια, του ποδοσφαίρου και της πολιτικής εξελίσσονται στο χωροχρόνο της ιστορίας» διάγοντας «παράλληλους βίους» (σελ. 26). Προς το σκοπό αυτό στο βιβλίο του ο Κεντρωτής συνομιλεί με τον Galeano, τον Ουρουγουανό συγγραφέα του «Μνήμες Φωτιάς» και του «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου», μιλώντας για το ποδόσφαιρο και την ΕΕ σαν να πρόκειται για μια ενιαία ιστορία.  Έτσι, η Ένωση παρουσιάζεται ως «ομάδα που παίζει ποδόσφαιρο εδώ και δεκαετίες στα πρωταθλήματα όλων των κατηγοριών στα γήπεδα της Ευρώπης και του κόσμου» (σελ. 25). Χρησιμοποιείται, δηλαδή, ένα εξαιρετικά οικείο στις πλατιές μάζες κοινωνικό φαινόμενο, όπως το ποδόσφαιρο, για να εξηγηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, «που μπορεί να είναι ένας παγκόσμιος δρών και να κυριαρχεί στην επικαιρότητα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτικής, αλλά η λειτουργία και η δομή της εξακολουθούν να μην είναι ελκυστικά και κατανοητά ζητήματα στην ίδια της Ευρώπη και στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Η υπερφόρτωσή της με δυσδιάκριτους θεσμούς ως προς τη λειτουργία τους και τη δημοκρατική της νομιμοποίησή τους έχει οδηγήσει στην απομάκρυνσή της από την καθημερινότητα των πολιτών.»  (σελ. 28 – 29). Όπως με παράπονο ομολογεί ο συγγραφέας τα επιστημονικά βιβλία δεν διαβάζονται, πολύ περισσότερο δεν αγοράζονται θα πρόσθετα. Έτσι, καταφεύγει σε ένα ελκυστικό αμπαλάζ (το ποδόσφαιρο) για να πάρει, τελικά, θέση απέναντι στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που το χρειάζεται αφού η ίδια έχει χάσει την ελκυστικότητά της. 

Υπό την έννοια αυτή, όσο και αν κάποιος μπορεί να διαφωνεί με κάποιες από τις επιμέρους σκέψεις του συγγραφέα, το βιβλίο του είναι εξαιρετικά φρέσκο, απολύτως πρωτότυπο και αρκούντως ενδιαφέρον. Ωστόσο, το βιβλίο δεν είναι ένα εύπεπτο ανάγνωσμα, αφού έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πυκνής επιστημονικής μονογραφίας, που ασχολείται με ένα πολύπλοκο και δύσκολα εξηγήσιμο φαινόμενο, αυτό της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Η μεθοδολογία του «διαλόγου ποδοσφαίρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης», στην οποία καταφεύγει, είναι απαιτητική, αφού ο συγγραφέας εξ αντικειμένου «εκτίθεται» σε δύο κόσμους: αυτόν του ποδοσφαίρου και σε αυτόν της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, από τους οποίους θα κριθεί εξίσου αυστηρά. Και ενώ αυτόν της διεθνούς πολιτικής τον κατέχει με αρτιότητα, όπως έχει δείξει και σε προηγούμενα δείγμα γραφής, εκπλήσσει η πληρότητα, η βαθειά γνώση και η βιβλιογραφική επάρκεια της προσέγγισής του στο ποδόσφαιρο. Αυτό, εξάλλου, ενδυναμώνει την ένταση της μεταφοράς. Η μεθοδολογία, πάντως, που ακολουθεί κρύβει κινδύνους, αν δεν συνοδεύεται από βαθειά και όχι επιφανειακή γνώση των δύο κόσμων, μπορεί να οδηγήσει σε υπεραπλουστεύσεις, τις οποίες ο Κεντρωτής φαίνεται να αποφεύγει τις περισσότερες φορές, επιδεικνύοντας προσόντα «κορυφαίου ντριμπλέρ». 

Με έντονο προβληματισμό και επιμονή φυσιοδίφη ο συγγραφέας εγκύπτει σε κάθε πτυχή και εκδήλωση, παλιότερη και σύγχρονη, του ενωσιακού φαινομένου, επιχειρώντας να την εξηγήσει ανατρέχοντας σε ποδοσφαιρικούς όρους και λειτουργίες. Η προσέγγιση – αφήγηση της εξέλιξης της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης έξυπνα ακολουθεί τη διαδικασία και τις φάσεις ενός ποδοσφαιρικού αγώνα: ζέσταμα, πρώτο ημίχρονο, ανάπαυλα, δεύτερο ημίχρονο, τρίτο ημίχρονο, με αποτέλεσμα να γίνεται συναρπαστική. Στην μελέτη του ασχολείται με το σύνολο των πτυχών της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τις απαρχές της και την αγνότητα του ευρωπαϊκού ιδεώδους – «τα ξερά γήπεδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και της ΕΟΚ» (σελ. 85) ως τις μέρες μας, όπου ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας της Ένωσης θυμίζει «το θάνατο του προπονητή που έλεγε πάμε να παίξουμε και τη αντικατάσταση του από τεχνικό, που λέει πάμε να δουλέψουμε» (σελ. 93), που υποσκάπτει τη νομιμοποίησή της. Κατά συνέπεια τα «μεγάλα θεσμικά» της Ένωσης, ας μου επιτραπεί η έκφραση, είναι παρόντα στο βιβλίο, όπως, 

Η αέναη διαδικασία παραχώρησης κρατικών αρμοδιοτήτων στην Ένωση,
Η νομοτελειακή σύγκρουση υπερεθνικότητας – διακυβερνητικότητας, απλής διακρατικής συνεργασίας – ενσωμάτωσης και σε τελευταία ανάλυση η σύγκρουση Κράτους – Ένωσης, αφού τον το ένα τείνει να αναιρέσει το άλλο, 
Το ζήτημα του δημοκρατικού ελλείμματος των ενωσιακών θεσμών σε συνδυασμό με αυτό της αποτελεσματικότητάς τους, 
Ο χαρακτηρισμός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως «δια του δικαίου ολοκλήρωσης», που οδηγεί στην πρωταρχία των κανόνων (γραφειοκρατία, τεχνοκρατία) έναντι της πολιτικής (θεάματος). Αν και ακραίο το παράδειγμα (πάντα τέτοια πρέπει να είναι τα παραδείγματα για να είναι αποτελεσματικά) του αγώνα Gladbach – Inter (1971), όπου η πρώτη κέρδισε αποδίδοντας εκπληκτικό ποδόσφαιρο με σκορ 7-1 αλλά ο αγώνας επαναλήφθηκε γιατί ένα κουτί αναψυκτικού, που πετάχτηκε από την κερκίδα, κτύπησε τον for της Inter Boninsegna, είναι χαρακτηριστικό (σελ. 199 – 200). 
Το σύγχρονο φαινόμενο, τέλος, της αύξησης του ευρωσκεπτικισμού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και της σύγκρουσής του με τους οπαδούς του ευρωπαϊκού ιδεώδους, που οδηγεί σε συμπεριφορές φανατικών της κερκίδας (σελ. 93).
Τα παραπάνω, πέρα από τη επιστημονικό και μεθοδολογικό ενδιαφέρον, που παρουσιάζουν, καθιστούν το βιβλίο του Κεντρωτή εξαιρετικά χρήσιμο για τους φοιτητές, ιδιαίτερα αυτούς των πολιτικών επιστημών και θα πρέπει να αξιολογηθεί και ως τέτοιο. 

Με πολλές από τις θέσεις του Κεντρωτή διαφωνώ. Μια από αυτές είναι η  θέση του για την αρχή της αλληλεγγύης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου αναφέρει «Η αλληλεγγύη ως βασική ειδοποιός διαφορά του Ευρωπαϊκού Σχεδίου έναντι του παρελθόντος της διεθνούς πολιτικής έχει μεταβληθεί σε «αποδιοπομπαίο τράγο», σε «θεσμικό σκουπίδι», που επιχειρείται διαρκώς να κρατείται καλά κρυμμένο…» (σελ. 195), μια θέση που είναι δημοφιλής στην Ελλάδα τελευταία αλλά απέχει, κατά τη γνώμη μου από την πραγματικότητα. Τις θέσεις μου για την αρχή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ένωσης, τις έχω εκφράσει σε ομότιτλο βιβλίο μου (βλ. http://digestaonline.gr/pdfs/Digesta_Publications/Chris2.pdf). Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσω ότι το βιβλίο αποτελεί ένα έξυπνο έναυσμα διαλόγου για την πορεία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, την ταχύτητά της, την κατεύθυνσή της, ακόμη και την αναγκαιότητά της, που στη χώρα μας ουδέποτε αναπτύχθηκε ουσιαστικά. Για αυτό παρουσιάζονται φαινόμενα σαν αυτό του αποτελέσματος αλλά και της κατάληξης του Δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, σε αντίθεση με αυτό του Brexit του Ιουνίου του 2016, που, ανεξάρτητα από τη θέση που παίρνει κανείς απέναντι στο αποτέλεσμα του, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα λειτουργίας μιας σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. 

Στην μελλοντική συζήτηση, που εύχομαι να ανοίξει το βιβλίο του Κεντρωτή, θέλω να καταθέσω την αγωνία ενός μεγάλου Έλληνα ευρωπαϊστή, του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου (Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, 2007, σελ 526), που διερωτάται «Τι είναι πιο έγκυρο, πιο αξιόπιστο; Η αυτάρεσκη, ορισμένες φορές πολιτικά δόλια, επιστημονικοφανής αμφισβήτηση της βιωσιμότητας της Ευρώπης ή η φωνή που ακούστηκε τότε από τον Κορυδαλλό, η φωνή του μεγάλου Φυλακισμένου, εκείνου που δεν άφησε το προσωπικό του μαρτύριο ούτε την ιστορική του πρόγνωση να παραμορφώσει ούτε το όραμα της Ευρώπης να σβήσει μέσα του». Ο μεγάλος Φυλακισμένος ήταν ο Γιώργος – Αλέξανδρος Μαγκάκης, που από τις φυλακές της  Χούντας έγραφε στο «Γράμμα από τη φυλακή προς τους Ευρωπαίους», που αποτελεί ιστορικό τεκμήριο της αξιακής υπόστασης Ευρώπης, «το βλέμμα της απόγνωσής μας γύρισε στην Ευρώπη και ο λαός της δεν μας άφησε ανθρώπινα μόνους» και παρακάτω «Τρέμουμε για την τύχη της χώρας μας που τη λέμε Ευρώπη…Φοβούνται την Ευρώπη, αυτήν την νερομάνα ιδεών…οι δήθεν πάμπλουτοι και πάνοπλοι».

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2017
Μέρκελ: «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων»
Παναγιώτης Γκλαβίνης, αν. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου,
Νομική Σχολή ΑΠΘ.

Η χθεσινή δήλωση της Γερμανίδας Καγκελαρίου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν, όμως, είδηση, στο μέτρο που προήλθε από τα χείλη της αδιαμφισβήτητης ηγέτιδας της Ευρώπης, η οποία θα αναλάβει, μετά την ενδεχόμενη επανεκλογή της, να προετοιμάσει την νέα Ε.Ε. για ν’ αντιμετωπίσει τον ταύρο εν υαλοπωλείω που εφορμά από την άλλη άκρη του Ατλαντικού και ακούει στο όνομα Donald Trump.
Τα τελευταία χρόνια έδειξαν, είπε η Άγκελα Μέρκελ,  πως θα υπάρξει μια Ε.Ε. πολλών ταχυτήτων. Δεν χρειάζεται, λέει, να συμμετέχουν πάντα όλες οι χώρες στα ίδια στάδια ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ως παράδειγμα δε, ανέφερε το Ευρώ, το οποίο δεν έχουν υιοθετήσει όλες οι χώρες της Ε.Ε.
Καθώς μάλιστα η Ευρώπη γιορτάζει φέτος τα 60 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης, η κα Μέρκελ υπογράμμισε τη σημασία να καταγραφεί η πρόταση για μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και στο ανακοινωθέν των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ε.Ε.
Η συζήτηση για την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων είναι πολύ παλιά στην Ε.Ε. Αναθερμάνθηκε επίσημα – και στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο – πέρυσι στις 28 Ιουνίου, στη Σύνοδο Κορυφής που συνεκλήθη αμέσως μετά το δημοψήφισμα για το Brexit.
Ο Πρόεδρος Tusk ανακοίνωσε τότε ότι οι ηγέτες της Ε.Ε. άνοιξαν την συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης. Την ίδια ημέρα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διακήρυττε σε ψήφισμά του ότι χρειαζόμαστε μια «καλύτερη» και «πιο δημοκρατική Ε.Ε.», στην οποία «ενώ ορισμένα Κράτη Μέλη μπορεί να επιλέξουν να ενσωματωθούν πιο αργά ή σε μικρότερη έκταση, ο πυρήνας της Ε.Ε. θα πρέπει να ενισχυθεί και λύσεις à la carte θα πρέπει να αποφευχθούν».
Ήδη, μετά την επιβεβαίωση του Brexit από το Βρετανικό Κοινοβούλιο, αναθερμαίνεται πλέον, όχι τυχαία, και η συζήτηση για το πού θα πρέπει να πάει η Ευρώπη μετά το Brexit. Μετά τον Γάλλο Πρόεδρο, που πρώτος εξέφρασε την άποψη πριν την υιοθετήσει η κυρία Μέρκελ, έσπευσε και ο Ιταλός Υπουργός να συμφωνήσει με την Γερμανίδα Καγκελάριο. Ο νέος γαλλο-γερμανο-ιταλικός άξονας που στήθηκε μετά το Brexit, φαίνεται να συμφωνεί, λοιπόν, όπως έχουν σήμερα τουλάχιστον τα πράγματα, στην κατεύθυνση που πρέπει να λάβει η Ε.Ε. στο μέλλον.
Καθόσον μας αφορά, η κυρία Μέρκελ ανέφερε ως παράδειγμα υφισταμένων πολλαπλών ταχυτήτων το γεγονός ότι το Ευρώ δεν υιοθετήθηκε από όλες τις χώρες της Ε.Ε. 
Υπάρχει, όμως, μια διαφορά, κατά τη γνώμη μας, μεταξύ των χωρών που με τη θέλησή τους δεν υιοθέτησαν το Ευρώ και προτίμησαν να διατηρήσουν το εθνικό τους νόμισμα και των χωρών που, όπως εμείς, υιοθετήσανε μεν το Ευρώ, πλην όμως στην πορεία αποδείχθηκε πολύ ακριβό για τα μέτρα τους.
Ο κ. Trump θα υποχρεώσει την Ε.Ε., βοηθούσης και της Μεγάλης Βρετανίας, να συντομεύσει τους παροιμιωδώς αργόσυρτους ρυθμούς, με τους οποίους η Ε.Ε. λαμβάνει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις.
Για να γίνει, όμως, αυτό, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα πλάνο προς τα πού θα κινηθεί η Ε.Ε. Και κάτι τέτοιο, πριν από τις Γαλλικές και τις Γερμανικές εκλογές, δεν πρόκειται να υπάρξει. Η δε Μέρκελ, αν και οι Γερμανοί ψηφοφόροι δεν πειραματίζονται στα δύσκολα, φαίνεται πως δεν έχει την επανεκλογή στο τσεπάκι της. Ενώ στη Γαλλία, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα χάσει η κυρία Λεπέν, τη στιγμή που οι άλλοι υποψήφιοι κάνουν ό,τι μπορούν για να την στείλουν στα Ηλύσια Πεδία.
Μέχρι τότε, λοιπόν, όλες οι μεγάλες αποφάσεις στην Ε.Ε. αναβάλλονται. Αυτό σημαίνει –καθόσον μας αφορά– ότι οι Ευρωπαίοι θα κλωτσήσουν ακόμη μια φορά το τενεκεδάκι της αξιολόγησης παρακάτω, μέχρι να τους επιτρέψουν οι συνθήκες ν’ αποφασίσουν οριστικά για μας στο πλαίσιο της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής που θα σχεδιάσουν.
Αν μέχρι τότε ο κ. Τσίπρας παραμείνει στην εξουσία, η Ελλάδα θα είναι η χώρα που θα ενεργοποιήσει την νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Εκτός αν οι δανειστές θελήσουν να μας δώσουν μια τελευταία ευκαιρία να μείνουμε στο κέντρο της Ευρώπης, πριν πάρουν για μας τις οριστικές τους αποφάσεις.

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο LIBERAL (5/2/2017)

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2016
Σύστημα για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου:
Ευρωπαϊκό και Ελληνικό Δίκαιο 
Αγγελική Ζησιού, Δικηγόρος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κ Αγγελικής Ζησιού με θέμα: Σύστημα για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου: Ευρωπαϊκό και Ελληνικό Δίκαιο, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με το βαθμό Άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος. 
                                                                                                                               
                                                                                                              ΜΔΧ                                                                                                                                                              

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 Η κλιματική αλλαγή είναι μία από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής μας με ορατές επιπτώσεις. Παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, συχνές και έντονες καταιγίδες, πλημμύρες, αυξημένες ημέρες καύσωνα και περισσότερες πυρκαγιές καταμαρτυρούν την μεταβολή του κλίματος. Ολοένα και συχνότερα οι επιστήμονες αποδίδουν την ένταση των φυσικών φαινομένων σε ανθρωπογενείς παράγοντες, με το φαινόμενο του θερμοκηπίου να αποτελεί την κύρια αιτία για την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Κάθε μία από τις τρεις τελευταίες δεκαετίες ήταν θερμότερη από την προηγούμενή της και οι προβλέψεις για το μέλλον διαγράφονται δυσοίωνες. Συγκεκριμένα, η θερμοκρασία αναμένεται να αυξηθεί περίπου 1,2oC πάνω από τα σημερινά επίπεδα (και συνολικά 2oC σε σχέση με τα επίπεδα της προβιομηχανικής περιόδου) γεγονός που θα επιφέρει μη αναστρέψιμες αλλαγές στο παγκόσμιο περιβάλλον.
Υπό το πρίσμα αυτό η διεθνής συνεργασία για τη λήψη μέτρων θεωρήθηκε επιτακτική. Η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος, καθώς και το πρωτόκολλο του Κιότο, που ακολούθησε, ήταν οι κυριότερες προσπάθειες συντονισμού με τη συμμετοχή των περισσοτέρων χωρών παγκοσμίως, στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αρωγός της όλης προσπάθειας, επιδεικνύοντας μάλιστα υπερβάλλοντα ζήλο, συνεχίζει να δεσμεύεται διεθνώς, θέτοντας μακρόπνοους στόχους μείωσης των εκπομπών της. Όπλο της στην όλη προσπάθεια αποτέλεσε η Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας (όπως τροποποιήθηκε), με την οποία εγκαθιδρύθηκε ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα εμπορίας ρύπων παγκοσμίως, δικαιώνοντας τους εμπνευστές του.
Στόχος της συνημμένης μελέτης είναι να προσεγγίσει τα βασικά χαρακτηριστικά του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής (ΣΕΔΕ) μέσα από μια ουσιαστική περιγραφή της λειτουργίας του ώστε να γίνει αντιληπτή η συμβολή του, ως μέτρο πολιτικής για το κλίμα, αλλά και να καταδειχθούν ενδεχόμενες δυσλειτουργίες και ελλείψεις αυτού τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο ελληνικό επίπεδο.
Αναλυτικότερα η μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια συνοπτική παρουσίαση της νομοθετικής εξέλιξης στο πλαίσιο της διεθνούς εννόμου τάξεως ως προς την αντιμετώπιση και την πρόληψη της κλιματικής αλλαγής. Με σημείο εκκίνησης το έργο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή και τη Συνδιάσκεψη του Ρίο παρουσιάζεται η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (United Nations Framework Convention on Climate Change, UNFCCC) με την οποία η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να θέσει τις ελάχιστες υποχρεώσεις στα συμβαλλόμενα μέρη της και, κυρίως, στα ανεπτυγμένα κράτη, υπογραμμίζοντας με αυτό τον τρόπο τις κοινές αλλά διαφοροποιημένες ευθύνες τους. Ακολουθεί η αναφορά στο Πρωτόκολλο του Κιότο και στην υιοθέτηση για πρώτη φορά νομικά δεσμευτικών στόχων μείωσης των εκπομπών. Τελευταίος σταθμός η Συνδιάσκεψη του Παρισιού, που πραγματοποιήθηκε από τις 30 Νοεμβρίου έως τις 11 Δεκεμβρίου 2015, καταδεικνύοντας την προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να γεφυρώσει τη σημερινή κατάσταση και την κλιματική ουδετερότητα πριν από το τέλος του αιώνα. Το πρώτο μέρος κλείνει με τις πρωτοβουλίες της ΕΕ για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, τους στόχους 20-20-20 και το πλαίσιο για το 2030 σε μια προσπάθειά της να ανταποκριθεί στις διεθνείς της δεσμεύσεις αλλά και να απαντήσει ουσιαστικά στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.
Στο δεύτερο μέρος, αρχικά, εκτίθεται η ιστορική και νομοθετική εξέλιξη του ΣΕΔΕ, περιλαμβάνοντας όλες τις νομοθετικές αλλαγές από τις οποίες έχει διέλθει η Οδηγία 2003/87 για το ΣΕΔΕ, αλλαγές η οποίες συνόδεψαν τη λειτουργία του. Ακολούθως, αναλύεται η δομική και λειτουργική του διάρθρωση. Δίδεται το πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ και οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του ενώ, τέλος, φωτίζονται και οι επιμέρους πτυχές συμμόρφωσης με αυτό, όπως και το πλαίσιο επιβολής κυρώσεων για την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργία του.
 Στο τρίτο μέρος παρουσιάζεται η εφαρμογή του ΣΕΔΕ σε εγχώρια κλίμακα. Ύστερα από μία σύντομη αναδρομή στο νομοθετικό πλαίσιο με το οποίο η χώρα μας ενσωμάτωσε όλα τα διεθνή και ευρωπαϊκά νομοθετικά μέτρα στην ελληνική έννομη τάξη, περιγράφεται η λειτουργία του ΣΕΔΕ σε εθνικό επίπεδο, το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής τόσο για τις σταθερές εγκαταστάσεις όσο και για τις αερομεταφορές, στοιχεία των πλειστηριασμών που διενεργήθηκαν για τη χώρα μας και ο τρόπος επιβολής κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο. Τέλος, παρατίθενται στατιστικά δεδομένα για τις επαληθεύσεις των εκπομπών των σημαντικότερων ελληνικών βιομηχανιών και αεροπορικών εταιριών, που συμμετέχουν στο ΣΕΔΕ.
Στο τέταρτο μέρος επιχειρείται μια κριτική επισκόπηση του ΣΕΔΕ. Η ερώτηση, όμως, αν αυτό επιτελεί επιτυχώς το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε, δεν επιδέχεται εύκολης απάντησης καθώς θα πρέπει να κριθεί υπό Το πρίσμα διάφορων παραμέτρων. Οι παράμετροι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους στόχους, που ορίζονται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ για το ΣΕΔΕ, δηλαδή η «μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό» με το μέγιστο δυνατό περιβαλλοντικό αποτέλεσμα «ώστε να συνεισφέρει στα επίπεδα μειώσεων που θεωρούνται επιστημονικώς απαραίτητα για την αποφυγή της επικίνδυνης αλλαγής του κλίματος». Υπό το πρίσμα αυτό αποτιμάται η συμβολή του ΣΕΔΕ σε περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο ενώ επιχειρείται η καταγραφή των επιμέρους προβλημάτων εναρμόνισης μεταξύ των Κρατών-μελών.
Σήμερα ένα χρόνο μετά τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η διεθνής κοινότητα τίθενται σε ισχύ (4/11/2016), αφού 79 από τα 197 συμβαλλόμενα κράτη της UNFCCC έχουν επικυρώσει τη Συμφωνία, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΕ. Με μεγάλη πλειοψηφία και διαδικασίες fast track το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρέσχε την έγκρισή του (σύμφωνη γνώμη) στην επικύρωση από το Συμβούλιο της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα, η οποία στις 7 Οκτωβρίου 2016 κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που είναι ο θεματοφύλακας της συμφωνίας του Παρισιού.
Με τον ΓΓ του ΟΗΕ Ban Ki-Moon να δηλώνει πως η συμφωνία του Παρισιού «Θα οδηγήσει στη μείωση της εκπομπής άνθρακα για μία πιο βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και στη διατήρηση της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου» και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker  να επισημαίνει ότι «Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση μετέτρεψε τις φιλοδοξίες της για το κλίμα σε δράση για το κλίμα. Η συμφωνία του Παρισιού είναι η πρώτη του είδους της και χωρίς την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είχε καταστεί δυνατή.  Σήμερα, γι’ άλλη μια φορά, πρωτοστατήσαμε και αποδείξαμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ενωμένη μπορεί να επιτυγχάνει τους στόχους της», δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε ότι η διεθνής πολιτική για το κλίμα θα αποδώσει καρπούς, με την ΕΕ να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και το ΣΕΔΕ να βρίσκει το βηματισμό του επιτελώντας ολοένα και καλύτερα το στόχο της μείωσης των εκπομπών παράλληλα με την ανάπτυξη της πράσινης τεχνολογίας και της οικονομικής αποδοτικότητας.
Αναλυτικά η μελέτη εδώ

Αγγελική Ζησιού, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
a.zisiou@gmail.com


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 5/2016
ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2016: Τραμπ ή Κλίντον; 
Σύγκριση των θέσεων των δύο μονομάχων
Γιώργος Τζογόπουλος, Eιδικός Συνεργάτης Τομέα Διεθνών Σπουδών του ΔΠΘ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η ψήφος υπέρ της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 23 Ιουνίου επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, τη γενική αδυναμία πρόβλεψης εκλογικών αποτελεσμάτων και τη μεγάλη διαφορά που χωρίζει την οικονομική και πολιτική ελίτ από πολλούς απλούς πολίτες. Υπό το πρίσμα αυτό, το αποτέλεσμα των Αμερικανικών προεδρικών εκλογών της 8ης Νοεμβρίου δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Μπορεί οι περισσότερες δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι η Χίλαρι Κλίντον προηγείται, όμως το «προφίλ» των πιθανών υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ είναι τέτοιο που δεν συμπεριλαμβάνεται απαραίτητα στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Πάντως, αν τελικά τα προγνωστικά επαληθευθούν αυτή τη φορά, η νίκη της Κλίντον θα αποδοθεί πολύ περισσότερο στην ανησυχία για μία πιθανή προεδρία Τραμπ παρά στην προσωπικότητά της ή στο πολιτικό της πρόγραμμα.  
Οι φετινές προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες κρίνουν κατά κάποιο τρόπο αν θα υπάρχει συνέχεια στη διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα. Από τη μία πλευρά, ο Τραμπ αντιπροσωπεύει το άγνωστο, το διαφορετικό. Εκμεταλλευόμενος την εσωτερική κρίση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος κατάφερε να πάρει το χρίσμα του υποψήφιου προέδρου και χάρη στον εκκεντρικό του χαρακτήρα να εκπλήσσει με τις προτάσεις του στα διάφορα κομβικά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, η Χίλαρι Κλίντον εγγυάται μία σχετική ομαλότητα στην αμερικανική πολιτική. Δεν εντυπωσιάζει με τη ρητορική και το πρόγραμμά της, αλλά η πιθανή της νίκη θεωρείται ως το «λιγότερο κακό» σενάριο συγκριτικά με την άγνωστη επαύριον μιας προεδρίας Τραμπ. 
Πριν παρουσιαστούν συνοπτικά οι θέσεις των δύο υποψηφίων για το αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ στα κυριότερα θέματα, πρέπει να υπογραμμιστεί πως σε περίπτωση επικράτησης του Τραμπ είναι αβέβαιο κατά πόσο θα εφαρμόσει στην πράξη όσα έχει αναφέρει στην προεκλογική περίοδο. Ο ακραίος χαρακτήρας της προεκλογικής του ρητορικής ίσως ακολουθηθεί από στροφή στο ρεαλισμό με δεδομένο τον αντιφατικό χαρακτήρα πολλών δηλώσεών του.  Επίσης, τo σύστημα των συνταγματικών ελέγχων (checks and balances) δεν επιτρέπει ριζοσπαστικές κινήσεις. Παρόλα αυτά, με την ιδιότητα ως επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων, κάθε Αμερικανός πρόεδρος έχει τη δυνατότητα ελιγμών και καινούριων αποφάσεων στην εξωτερική πολιτική. Πολλά, επίσης, θα εξαρτηθούν από το επιτελείο το οποίο θα εργαστεί κοντά στο νέο πρόεδρο είτε αυτός είναι ο Τραμπ είτε η Κλίντον. 
Σε επίπεδο υποψήφιων αντιπροέδρων ο Μάικ Πενς, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόταση του Τραμπ για τη θέση, θεωρείται περισσότερο ήπιος και μετρημένος και έχει μεγάλη εμπειρία από την πολιτική. Όσον αφορά την Κλίντον, ο Τιμ Κέιν υποστηρίζει τη διακομματική συνεργασία σε διάφορα μέτωπα αλλά είναι αρκετά σκληρός στις θέσεις του για την εξωτερική πολιτική, καθώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε το Κογκρέσο να δώσει εξουσιοδότηση για την στρατιωτική καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους.  Σε επίπεδο συμβούλων για θέματα εξωτερικής πολιτικής ισχυρό λόγο στο στρατόπεδο του Τραμπ αναμένεται να έχει ο Κάρτερ Πέιτζ. O Πέιτζ είναι ο ιθύνων νους της θεωρητικά φιλορωσικής προσέγγισης του υποψήφιου προέδρου των Ρεπουμπλικάνων.  Από την άλλη πλευρά, η Κλίντον βασίζεται πολύ στο σύμβουλό της Τζέικ Σάλιβαν, με τον οποίο συνεργάζεται από το 2008. Ο Σάλιβαν συνέβαλε στην κατάρτιση της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και σε περίπτωση νίκης της Κλίντον θα λάβει πιθανώς πολύ σημαντική θέση στο Λευκό Οίκο. 

2. ΕΛΛΑΔΑ

Ξεκινώντας με το ζήτημα της Ελλάδας, και κυρίως με αυτό της διαχείρισης της ελληνικής κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση επενδύει στη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης. Η επίσκεψη του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα στα μέσα Νοεμβρίου στην Αθήνα είναι ενδεικτική της επιθυμίας της Ουάσιγκτον να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη, να υλοποιήσει τις απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις και να αποφασιστεί μια βιώσιμη λύση για το χρέος με τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο τρίτο πρόγραμμα στήριξης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, μια πιθανή νίκη της Κλίντον εγγυάται τη συνέχιση της αμερικανικής υποστήριξης έστω και σε επίπεδο ρητορικής. Επίσης, ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει αναπτύξει ένα είδος συνεργασίας με την οικογένεια Κλίντον. Το Σεπτέμβριο 2015, για παράδειγμα, ήταν καλεσμένος ομιλητής σε ημερίδα που διοργάνωσε το ίδρυμα του συζύγου της Χίλαρι Κλίντον, και πρώην Αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον.  
Αντίθετα, ο Τραμπ δείχνει περισσότερο αδιάφορος για το ελληνικό ζήτημα. Πριν η ελληνική κυβέρνηση υπογράψει το τρίτο μνημόνιο τον Ιούλιο 2015, είχε αναφέρει πως η υπόθεση αφορούσε τη Γερμανία και όχι τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη σκληρή γερμανική γραμμή, πιέζοντας προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης χρέους. Πέρα από το ζήτημα της ελληνικής κρίσης, επικρατεί προβληματισμός για την πιθανή μελλοντική εξέλιξη των σχέσεων του Τραμπ με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα,  ο εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος είχε πει ότι η Αμερική δεν έπρεπε να ασκεί κριτική στον Τούρκο πρόεδρο για την πολιτική των εκκαθαρίσεων. Σε αντίθεση με τον Τραμπ, η Κλίντον αποδίδει πολύ μεγαλύτερη σημασία σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημιουργώντας κάποιες φορές αμηχανία στον Τούρκο πρόεδρο. 

3. ΕΥΡΩΠΗ

Το αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών θα είναι καθοριστικό για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων.  Η ρητορική του Τραμπ φοβίζει τις Βρυξέλλες, καθώς είναι σαφές ότι ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν επενδύει ιδιαίτερα στην αμερικανική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι περισσότερο απαισιόδοξοι, μάλιστα, προβλέπουν επιστροφή στα πρώτα χρόνια του Τζορτς Μπους, όταν λόγω του πολέμου στο Ιράκ, η κρίση για τις διατλαντικές σχέσεις ήταν πρωτοφανής. Οι δηλώσεις του Τραμπ για πιθανή μείωση της στήριξης των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ εντείνει την ευρωπαϊκή ανησυχία.  Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον δεν πρόκειται να διαταράξει το αρμονικό κλίμα της συνεργασίας των ετών του Ομπάμα αλλά έχει απαιτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την μάχη κατά της τρομοκρατίας. Ζητάει, δηλαδή, να αυξηθεί ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός ώστε να μπορέσει η Αμερική να μειώσει τις δαπάνες της. Πάντως, ενώ μια προεδρία Τραμπ θα αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο για τις διατλαντικές σχέσεις, μια προεδρία Κλίντον απλώς θα θέσει νέες βάσεις. 

4. ΡΩΣΙΑ

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής υπό τη νέα ηγεσία θα είναι η διαμόρφωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Ο Τραμπ προτείνει αυτό, που ιδίως μετά την έναρξη της ουκρανικής κρίσης, φαντάζει αδιανόητο για τους περισσότερους δυτικούς αναλυτές: την προσπάθεια προσέγγισης με το Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν. Κατά την άποψη του υποψήφιου Ρεπουμπλικάνου προέδρου, με τον τρόπο αυτό, θα δημιουργηθεί προοπτική ουσιαστικής επίλυσης όχι μόνο της ουκρανικής κρίσης αλλά και της συριακής. Αντίθετα, η Κλίντον, η οποία έχει αποκαλέσει στον παρελθόν τον Πούτιν «bully», πρόκειται να συνεχίσει τη σκληρή αμερικανική γραμμή απέναντι στο Κρεμλίνο. Μάλιστα, συνδέει το ρωσικό ενδιαφέρον για τις αμερικανικές εκλογές με τη θεωρητική επιθυμία Πούτιν για μία νίκη του Τραμπ ώστε να αποδημήσει τον πολιτικό της αντίπαλο. 
Η θέση του Τραμπ για τη Ρωσία έχει δημιουργήσει προβληματισμό όχι μόνο στην Ευρώπη – ιδίως στις πρώην κομμουνιστικές χώρες– αλλά και στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές και πρώην γερουσιαστές αμφιβάλλουν για το κατά πόσο το μοντέλο του εκκεντρικού πολιτικού είναι βιώσιμο. Πολλοί από τους νεοσυντηρητικούς, μάλιστα, τόσο πολιτικοί όσο και διανοούμενοι νιώθουν τόσο αποξενωμένοι, που προτιμούν να ψηφίσουν την Κλίντον. Άλλωστε, βασική πτυχή της ιδεολογίας του νεοσυντηρητισμού είναι η σκλήρυνση της αμερικανικής προσέγγισης απέναντι στη Ρωσία. Σε περίπτωση επικράτησης του Τραμπ, λοιπόν, δεν αποκλείεται ο νέος Αμερικανός πρόεδρος να αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα ελέγχου του κόμματός του αλλά και  έγκρισης των αποφάσεών του από το Κογκρέσο. 

5. ΑΣΙΑ

Βλέποντας προς την Ασία τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην Κίνα. Η ρητορική τους είναι επιθετική με τον πρώτο να εστιάζει σε οικονομικά θέματα και τη δεύτερη σε πολιτικά. Συγκεκριμένα, ο Τραμπ κατηγορεί το Πεκίνο ότι χειραγωγεί το νόμισμά του και δεν σέβεται την αμερικανική πνευματική ιδιοκτησία. Η Κλίντον εμμένει στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία της έκφρασης. Ως βασική αρχιτέκτων της στροφής της Ουάσιγκτον προς την Ασία, καθώς διετέλεσε υπουργός εξωτερικών, η υποψήφια των Δημοκρατικών αναμένεται να συνεχίσει την αμερικανική πολιτική της στήριξης των ασιατικών συμμάχων της. Αντίθετα, ο Τραμπ έχει αναφέρει ότι τόσο η Ιαπωνία όσο και η Νότιος Κορέα θα πρέπει να βρουν μόνες τους τα οικονομικά μέσα για ενισχύουν την άμυνά τους. Τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον, πάντως, επενδύουν στο ρόλο της Κίνας με γνώμονα την εξεύρεση λύσης για το πυρηνικό πρόγραμμα της Βορείου Κορέας. 

6. ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

H καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους στη Μέση Ανατολή αποτελεί βασική προτεραιότητα για τον Τραμπ και την Κλίντον. Ο πρώτος, ο οποίος έχει μεταβάλει την άποψή του αρκετές φορές, φαίνεται ότι καταλήγει στην ανάγκη στρατιωτικής καταπολέμησής του με τη συμμετοχή χερσαίων δυνάμεων. Παράλληλα, έχει πει ότι θα σταματήσει την αγορά πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία, αν η χώρα δεν συμβάλει αποτελεσματικά στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους και παρουσιάζεται σκεπτικός για τον αντίκτυπο της απομάκρυνσης της τρομοκρατικής οργάνωσης από τη Μοσούλη του Ιράκ, θεωρώντας ότι ίσως έτσι ευνοηθεί το Ιράν. 
Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον υποστηρίζει τη σημερινή στρατιωτική επιχείρηση, παρόλο που θεωρεί ότι υπήρξε καθυστέρηση από την κυβέρνηση του Ομπάμα στην εκπαίδευση των μετριοπαθών δυνάμεων της αντιπολίτευσης στη Συρία. Τοποθετείται υπέρ της δημιουργίας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Συρία, την εντατικοποίηση της αμερικανικής συνεργασίας με τις κουρδικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Συρία και το Ιράκ και την εξάλειψη της διαδικτυακής προπαγάνδας του Ισλαμικού Κράτους.  Όσον αφορά τον πόλεμο κατά του Ιράκ το 2003, η Κλίντον είχε ψηφίσει υπέρ ένα χρόνο νωρίτερα αλλά πέρυσι είπε ότι η απόφαση ήταν λάθος. Όσον αφορά τον Τραμπ, ο οποίος τότε βρισκόταν εκτός πολιτικής, μάλλον τίθεται κατά, αλλά η θέση του δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη λόγω αντιφατικών δηλώσεων. 

7. ΑΣΦΑΛΕΙΑ – ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ 

Η πρόσφατη έκρηξη που πραγματοποιήθηκε στο Μανχάταν με δράστη έναν 28χρονο Αφγανό, έχει επαναφέρει τον εφιάλτη του τρόμου στην αμερικανική κοινωνία. Ακολούθως Τραμπ και Κλίντον προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια, χωρίς, όμως, να τα καταφέρνουν. O Τραμπ, o ο οποίος επενδύει στη επιθετική ρητορική του κατά των μεταναστών, δεν έχει διευκρινίσει αν σκοπεύει να προχωρήσει στην κατηγοριοποίηση των μεταναστών με βάση την καταγωγή τους. Θα είναι, πάντως, πολύ δύσκολο στην πράξη να εφαρμόσει αντίστοιχες μεθόδους με αυτές που είχε ακολουθήσει ο Φράνκλιν Ρούζβελτ ύστερα από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, όσον αφορά τη βίαια προσαγωγή και φυλάκιση Ιαπώνων που βρίσκονταν στην Αμερική. Στο παρελθόν το έχει απορρίψει αλλά έχει, επίσης, αναφέρει ότι στον πόλεμο απαιτούνται σκληρές αποφάσεις. 
Η Κλίντον εστιάζει περισσότερο στην καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης πιθανών τρομοκρατών σε αρχικό στάδιο. Προτείνει, δηλαδή, την απόδοση ιδιαίτερης έμφασης στον τρόπο ζωής τους και ενσωμάτωσής των μεταναστών και των παιδιών τους στην κοινωνία, ώστε είτε μέσω της σωστής εκπαίδευσης να μην καλλιεργηθεί η εξτρεμιστική λογική είτε αν υπάρχει τέτοια τάση να εντοπίζεται έγκαιρα. Και με αυτή τη μέθοδο, ωστόσο, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι τελικά ακριβώς τα αντίθετα από τα επιθυμητά ενώ δεν πρέπει να υποτιμάται ο ρόλος του διαδικτύου.

8. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αν και παραδοσιακά το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων τίθεται κατά της ενεργού συμμετοχής του κράτους, ο Τραμπ πρωτοπορεί και προτείνει αύξηση των δαπανών στις υποδομές. Επίσης, υπόσχεται φοροαπαλλαγές αλλά και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας για τους Αμερικανούς πολίτες μέσω της επιστροφής της βάσης αμερικανικών εταιρειών στη χώρα. Όσον αφορά το ύψος του χρέους, το πρόγραμμά του είναι ασαφές. Άλλοτε κάνει λόγο για νέα διαπραγμάτευση επί του ζητήματος και άλλοτε για αντιμετώπιση του προβλήματος μέσω τόνωσης ανάπτυξης. Η Κλίντον, αντίθετα, ακολουθεί την παραδοσιακή ατζέντα των Δημοκρατικών και δίνει μεγάλη έμφαση στη μελλοντική φορολόγηση των πλουσίων και την αύξηση των δαπανών για την παιδεία. Υπόσχεται, ακόμα, αύξηση του κατώτατου μισθού. Αναφορικά με το ζήτημα του χρέους, δείχνει ότι αντιμετωπίζει το πρόβλημα με μεγαλύτερη σοβαρότητα αλλά δεν έχει καταθέσει πειστική πρόταση για τη βέβαιη και ασφαλή εξυπηρέτησή του. 

9. ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ - ΕΜΠΟΡΙΟ

Όσον αφορά την παγκοσμιοποίηση και το εμπόριο, ο Τραμπ είναι θιασώτης μίας νέας πολιτικής που θα δώσει τέλος στη σημερινή «ασυδοσία». Για αυτό στρέφεται κατά των συμφωνιών που ενδεχομένως θα οδηγήσουν στη δημιουργία ζωνών ελεύθερου εμπορίου, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό προστατεύει το αμερικανικό εθνικό συμφέρον. Συγκεκριμένα, απορρίπτει τα σχέδια «TPP» και «TTIP», δηλαδή το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ  Ηνωμένων Πολιτειών και χωρών της Ασίας από τη μία, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την άλλη. Σε πολύ πιο δύσκολη θέση βρίσκεται σήμερα η πολιτική του αντίπαλος, Χίλαρι Κλίντον, η οποία συμφωνεί μεν ιδεολογικά με τα εν λόγω σχέδια αλλά αναγκάστηκε λόγω της έντασης της προεκλογικής εκστρατείας να στραφεί εναντίον τους. Πάντως, δεν αποκλείεται ο «ΤΡΡ», που αποτελεί προσωπικό στοίχημα του Ομπάμα, να περάσει από το Κογκρέσο μέχρι να ορκιστεί ο νέος πρόεδρος. 

10. ΠΑΙΔΕΙΑ

Τέλος, αναφορικά με το μέλλον της παιδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον επικρίνουν την τακτική του αμερικανικού κράτους να κερδίζει πολλά χρήματα από το δανεισμό σε φοιτητές. Χαρακτηριστικό είναι πως το χρέος των φοιτητών την τελευταία δεκαετία αγγίζει τα 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, ο Τραμπ δεν έχει εξηγήσει ακριβώς πώς σκέπτεται να διαμορφώσει την πολιτική του εκτός από κάποιες γενικές προτάσεις για ανάληψη ενεργότερου ρόλου από τις ιδιωτικές τράπεζες και οικονομική τιμωρία των κολεγίων, οι φοιτητές των οποίων αδυνατούν να ξεπληρώσουν τα δάνεια που έχουν λάβει. Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον συνδέει τη δωρεάν εκπαίδευση στα πανεπιστήμια με το εισόδημα των οικογενειών, θεωρώντας ως όριο τα 85 χιλιάδες δολάρια ανά έτος. Επίσης, τοποθετείται υπέρ της εξυπηρέτησης του υπάρχοντος χρέους με σύναψη νέων δανείων με τα ίδια επιτόκια αλλά και διαγραφής μικρού τμήματός τους για τους νέους επιχειρηματίες.