Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2017
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2016
Επιμέλεια, Πρόλογος: Μ. Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής, ΔΠΘ 

Προλογικό σημείωμα

Στο κείμενο που επισυνάπτεται προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελείται από το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και τα Ειδικευμένα Δικαστήρια) κατά το έτος 2016. Πρόκειται για μία καταγραφή των αποφάσεων των παραπάνω Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Παρακάτω καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο ορισμένες υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των κοινοτικών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Όλες οι αποφάσεις είναι αδημοσίευτες ακόμη στη έντυπη Συλλογή των Αποφάσεων του Δικαστηρίου. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.

Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος ( βλ. αναλυτικά εδώ) αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:
1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2016) καταγράφτηκαν  δεκαπέντε (15) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός είναι ελαφρώς αυξημένος σε σύγκριση με προηγούμενα έτη (μόλις 11 αποφάσεις το 2013, 13 το 2012 και 11 του 2011), χωρίς, ωστόσο, να προσεγγίζει τον ως ένα βαθμό υπερβολικό αριθμό των σαράντα (40) αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον για το 2014. Όπως είχαμε παρατηρήσει ο αριθμός αυτός ήταν ιδιαίτερα υψηλός και οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα). Εξάλλου, ο σημαντικός περιορισμός των υποθέσεων ελληνικού ενδιαφέροντος ενώπιον του ΔΕΕ οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία χρόνια στον σταθερά μειωμένο αριθμό των αποφάσεων επί προσφυγών για παράβαση (άρθρο 258 ΣΛΕΕ), που δεν εξισορροπήθηκε από την αύξηση άλλης κατηγορίας υποθέσεων, όπως για παράδειγμα προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων, που παραμένουν σταθερά ολιγάριθμες.
2. Το 2016 διατηρείται η σημαντικά βελτιωμένη της εικόνας της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται μόλις τέσσερεις (4) καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς. Ο αριθμός αυτός σταθερά κινείται κάτω από το μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου πέντε (5).  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στα  αντίστοιχα σημειώματά μας για το 2014 και το 2015, οπότε παρέλκει η επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να επαναλάβουμε ότι αυτή η βελτίωση, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: 
Στη σημασία που φαίνεται να δίνεται πλέον στη τήρηση των υποχρεώσεων, πού αναλαμβάνει η χώρα μας έναντι της Ένωσης.  
Στην προσπάθεια της χώρας μας να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του, που διαρκώς απαιτεί, χωρίς να τηρεί τα συμφωνηθέντα και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί αυτόνομα αν η κατάσταση αυτή οφείλεται και στην πίεση που ασκείται από την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς εποπτείας (τρόικα) κατόπιν της προσφυγής της στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς από το Μάιο 2010. 
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ως αρνητικό το γεγονός ότι μεταξύ των τεσσάρων  (4) καταδικαστικών αποφάσεων του 2016 καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ.
Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι μεταξύ των τεσσάρων (4) καταδικαστικών αποφάσεων οι δύο (2) αφορούν γενικότερα την προστασία του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη. Στον τομέα αυτό (διαχείριση αποβλήτων), άλλωστε, εντοπίζεται  και η απόφαση του Δικαστηρίου για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων (κατ’ αποκοπή ποσού ή/και χρηματικής ποινής) κατά της χώρας μας, επειδή αυτή δεν συμμορφώθηκε σε προηγούμενη καταδικαστική απόφασή του ΔΕΕ. Η νέα απόφαση έρχεται να προστεθεί σε σειρά καταδικαστικών αποφάσεων (τρεις αποφάσεις το 2014 και μία απόφαση το 2015), που αφορούν την διαχείριση των απορριμμάτων, που τείνει να αναδειχθεί σε ένα από τα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Άξια λόγου εδώ είναι η απόφαση C-504/14, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, που αφορούσε την προστασία της θαλάσσιας χελώνας Caretta – Caretta.    
3. Το 2016 εντοπίζονται τρεις (3) αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που όλες προήλθαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), που διατηρεί έναν περιορισμένο αλλά σταθερό διάλογο με το Δικαστήριο (μεταξύ των οποίων και η πολύ-αναμενόμενη C-201/15, ΑΓΕΤ Ηρακλής κατά Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που αφορούσε το καθεστώς των ομαδικών απολύσεων στην Ελλάδα). Ο αριθμός αυτός είναι βέβαια αυξημένος έναντι των δύο προηγούμενων ετών (μία μόλις απόφαση το 2014 και 2015) αλλά παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός και επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 
 Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. 
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες), καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικές Υποθέσεις). 

Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα  Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα,  συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που ακολουθεί.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Σάββατο 13 Μαΐου 2017


CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-202/16, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας 
Με την προσφυγή της σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή για παράβαση) η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, ανεχόμενη τη λειτουργία του χώρου υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) Τεμπλονίου, ο οποίος δεν πληροί τους όρους και τις προδιαγραφές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, παρέβη το Δίκαιο της ΕΕ. Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία,  με την ανωτέρω συμπεριφορά της, παραβίασε το άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών, καθώς και το άρθρο 8, στοιχείο αʹ, το άρθρο 11, παράγραφος 1, και το παράρτημα I της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98, «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, και ιδίως: α)  χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα, το έδαφος, τα φυτά ή τα ζώα, β) χωρίς να προκαλείται όχληση από θόρυβο ή οσμές, και γ) χωρίς να επηρεάζεται δυσμενώς το τοπίο ή οι τοποθεσίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.» Επιπροσθέτως, το άρθρο 8, στοιχείο α, της Οδηγίας 1999/31 προβλέπει ότι τα Κράτη-μέλη διασφαλίζουν ότι «η αρμόδια αρχή εκδίδει άδεια λειτουργίας χώρου ταφής μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, με την επίδικη συμπεριφορά της παραβίασε το Δίκαιο της ΕΕ και ειδικότερα τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις των ανωτέρω οδηγιών.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υποθέσεις C 680/15 και C 681/15, Asklepios Kliniken Langen-Seligenstadt GmbH κατά Ivan Felja – Προδικαστική 
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 3 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, καθώς επίσης και στην ερμηνεία του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της ανωτέρω οδηγίας τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον διάδοχο εργοδότη. Μετά τη μεταβίβαση, ο νέος-διάδοχος εργοδότης εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες, με συλλογική σύμβαση, όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του προηγούμενου εργοδότη μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως. Επιπροσθέτως, τα Κράτη - μέλη μπορούν να περιορίζουν την περίοδο τηρήσεως των εν λόγω όρων εργασίας, υπό την αίρεση ότι η περίοδος αυτή δεν θα είναι κατώτερη του έτους.  
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκαν από το ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών της Γερμανίας (Bundesarbeitsgericht), στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ των εργαζομένων Ivan Felja και Vittoria Graf και της Asklepios Kliniken Langen-Seligenstadt GmbH και της Asklepios Dienstleistungsgesellschaft mbH σχετικά με την εφαρμογή συλλογικής συμβάσεως εργασίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στις ανωτέρω υποθέσεις είναι εάν το άρθρο 3 της Οδηγίας 2001/23, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, η διατήρηση των εκ συμβάσεως εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος περιλαμβάνει ρήτρα βάσει της οποίας η εργασιακή σχέση τους διέπεται όχι μόνον από την ισχύουσα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως συλλογική σύμβαση, αλλά και από μεταγενέστερες, της μεταβιβάσεως αυτής, συμβάσεις που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή αντικαθιστούν την αρχική. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3 της ανωτέρω οδηγίας έχει την έννοια ότι, η διατήρηση των εκ συμβάσεως εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος περιλαμβάνει και τη ρήτρα, σύμφωνα με την οποία η εργασιακή σχέση τους διέπεται και από μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή αντικαθιστούν την αρχική. Η ανωτέρω κρίση του ΔΕΕ ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι το εθνικό δίκαιο προβλέπει, υπέρ του διαδόχου εργοδότη, δυνατότητες προσαρμογής, τόσο βάσει συμφωνίας με τον εργαζόμενο όσο και μονομερώς.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-668/15, Jyske Finans A/S κατά Ligebehandlingsnævnet - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση αφορούσε στην  ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 2, στ. αʹ και βʹ, της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της ανωτέρω οδηγίας «α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, σε ένα πρόσωπο επιφυλάσσεται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε ένα άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση, β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.» 
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Εφετείο Δυτικής Δανίας (Vestre Landsret) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Jyske Finans A/S και του Συμβουλίου Ίσης Μεταχειρίσεως (Ligebehandlingsnævnet), το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του Ismar Huskic. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα κανόνα εσωτερικής διαδικασίας της εταιρίας, σύμφωνα με τον οποίο απαιτούνταν πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας, υπό τη μορφή αντιγράφου διαβατηρίου ή άδειας διαμονής, από πρόσωπα τα οποία υποβάλλουν αίτηση χορηγήσεως δανείου για αγορά αυτοκινήτου και τα οποία αποδεικνύουν την ταυτότητά τους μέσω της άδειας οδηγήσεώς τους, όπου αναγράφεται χώρα γεννήσεως που δεν είναι Κράτος-μέλος της ΕE ή της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ).
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της Οδηγίας 2000/43 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε πρακτική χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, που επιβάλλει σε πελάτη, του οποίου η άδεια οδηγήσεως αναγράφει χώρα γεννήσεως που δεν είναι Κράτος-μέλος της Ένωσης ή της ΕΖΕΣ, την υποχρέωση να παράσχει πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας μέσω της προσκομίσεως αντιγράφου του διαβατηρίου ή της άδειας διαμονής του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω πρακτική χρηματοπιστωτικού ιδρύματος να επιβάλλει σε πελάτη του την υποχρέωση να παρέχει πρόσθετα στοιχεία μέσω της προσκομίσεως αντιγράφου του διαβατηρίου ή της άδειας διαμονής του.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-620/15, A-Rosa Flussschiff GmbH κατά Union de recouvrement des cotisations de sécurité sociale et d’allocations familiales d’Alsace (Urssaf) - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με το επίμαχο άρθρο του ανωτέρου κανονισμού «το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσότερων κρατών μελών υπόκειται στη νομοθεσία η οποία προσδιορίζεται ως εξής: α)  το πρόσωπο που είναι μέλος του προσωπικού που ταξιδεύει διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος, μιας επιχειρήσεως η οποία διενεργεί, για λογαριασμό δικό της ή τρίτων διεθνείς σιδηροδρομικές, οδικές, αεροπορικές ή πλωτές μεταφορές επιβατών ή εμπορευμάτων, έχει δε την έδρα της στο έδαφος κράτους μέλους, υπόκειται στη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους. Πάντως: i)   το πρόσωπο που απασχολείται σε υποκαταστήματα ή μόνιμη αντιπροσωπεία που διατηρεί η επιχείρηση αυτή στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο έχει την έδρα της, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται το υποκατάστημα αυτό ή η μόνιμη αντιπροσωπεία». Επιπροσθέτως, το άρθρο 12α, σημείο 1α, του Κανονισμού 574/72 προέβλεπε ότι ο φορέας που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του Κράτους -  μέλους του οποίου η νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως παραμένει εφαρμοστέα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1408/71, είχε την υποχρέωση να χορηγεί στον ενδιαφερόμενο πιστοποιητικό τύπου E 101, με το οποίο βεβαιωνόταν ότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος υπαγόταν στη νομοθεσία του εν λόγω Κράτους-μέλους. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Κρατών-μελών της και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 2002/309/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εφαρμόζουν μεταξύ τους, στον τομέα του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, τις σχετικές κοινοτικές πράξεις.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της A-Rosa Flussschiff GmbH και της Union de recouvrement des cotisations de sécurité sociale et d’allocations familiales) (URSSAF, Γαλλική Αρχή) και του Ελβετικού Ταμείου Κοινωνικής Ασφάλισης του καντονίου του Graubünden. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η μη πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών προς το γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως για το διάστημα από 1 Απριλίου 2005 έως 30 Σεπτεμβρίου 2007. Ειδικότερα   η A-Rosa, με έδρα στη Γερμανία, εκμεταλλεύεται δύο κρουαζιερόπλοια που πλέουν στον Ροδανό (Γαλλία) και στον Σον (Γαλλία), στα οποία εργάζονται 45 και 46 εποχιακοί εργαζόμενοι, αντιστοίχως, πολίτες των Κρατών - μελών πλην της Γαλλίας, ως ξενοδοχοϋπάλληλοι.  Μετά από έλεγχο που διενήργησε η URSSAF, διαπιστώθηκαν παρατυπίες στην ασφαλιστική κάλυψη των μισθωτών εργαζομένων που απασχολούνταν ως ξενοδοχοϋπάλληλοι και εκδόθηκε σχετική διορθωτική πράξη, η οποία καταλόγιζε στην A-Rosa καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές, ύψους 2 024 123 ευρώ, προς το γαλλικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Κατά τους ελέγχους αυτούς, η A-Rosa προσκόμισε πιστοποιητικά τύπου E 101, που αφορούσαν το έτος 2007 και τα οποία είχαν εκδοθεί από το ελβετικό ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1408/71. Οι γαλλικές αρχές έκριναν ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι, δεδομένου ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεώς τους εργάζονταν σε πλοία, που εκτελούσαν δρομολόγια αποκλειστικά εντός της Γαλλίας, υπάγονταν στο γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, Ωστόσο η εταιρία, στηριζόμενη στα πιστοποιητικά E 101, με τα οποία βεβαιώνεται η υπαγωγή των εν λόγω εργαζομένων στο ελβετικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωσή τους πρέπει να εφαρμοστεί η ελβετική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως. 

Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 12α, σημείο 1α, του Κανονισμού 574/72 έχει την έννοια ότι πιστοποιητικό E 101 που χορηγείται από τον φορέα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή Κράτους-μέλους δεσμεύει τόσο τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και τα δικαστήρια του Κράτους-μέλους εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ακόμη και όταν διαπιστώνεται από τους εν λόγω φορείς ότι προδήλως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του πιστοποιητικού E 101.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το πιστοποιητικό Ε101 δεσμεύει τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και τα δικαστήρια του Κράτους-μέλους εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ακόμη και όταν οι φορείς του Κράτους-μέλους, στο οποίο παρασχέθηκε η υπηρεσία του εργαζομένου διαπιστώνουν ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του δικαίου της ΕΕ για τη χορήγηση πιστοποιητικού Ε 101.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-527/15, Stichting Brein κατά Jack Frederik Wullems, agissant sous le nom Filmspeler - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 5, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω οδηγίας «τα κράτη - μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος». Επιπρόσθετα,  σύμφωνα με τις επίμαχες παραγράφους του άρθρου 5 της ανωτέρω οδηγίας «οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής, οι οποίες είναι μεταβατικές ή παρεπόμενες και οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου, έχουν δε ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψουν: α) την εντός δικτύου μετάδοση μεταξύ τρίτων μέσω διαμεσολαβητή, ή β) τη νόμιμη χρήση ενός έργου ή άλλου προστατευομένου αντικειμένου, και οι οποίες δεν έχουν καμία ανεξάρτητη οικονομική σημασία, εξαιρούνται από το δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2».  Οι ανωτέρω εξαιρέσεις και οι περιορισμοί εφαρμόζονται μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ή άλλου προστατευομένου αντικειμένου και δεν θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Stichting Brein, ιδρύματος για την προάσπιση των συμφερόντων των δημιουργών και του Jack Frederik Wullems, με αντικείμενο την εκ μέρους του πώληση μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, η οποία καθιστούσε δυνατή την ελεύθερη πρόσβαση σε οπτικοακουστικά έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν η «παρουσίαση στο κοινό» στο πλαίσιο του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω οδηγίας έχει την έννοια ότι καλύπτει την πώληση μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, η οποία περιέχοντας υπερσυνδέσμους προς ελευθέρως προσβάσιμους στο κοινό ιστοτόπους, παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια  «παρουσίαση στο κοινό», περιλαμβάνει και την πώληση διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, η οποία παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-559/15, Onix Asigurări SA κατά Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS) - Προδικαστική 
H συγκεκριμένη αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 6, της Οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, τα Κράτη-μέλη έχουν το δικαίωμα σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών, που διαπράττονται στο έδαφός τους. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τη δυνατότητα απαγόρευσης της σύναψης νέων συμβάσεων από ασφαλιστική επιχείρηση στο έδαφός τους. 
Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας (Consiglio di Stato)  στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Onix Asigurări SA, εταιρίας ρουμανικού δικαίου, και του Ινστιτούτου εποπτείας του τομέα των ασφαλίσεων  της Ιταλίας (Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS). Το ανωτέρω Ινστιτούτο συνιστά την ιταλική εποπτική αρχή ασφαλίσεων, ενώ αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα της απόφασής του να απαγορεύσει τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων στο ιταλικό έδαφος. Ειδικότερα,  το IVASS διαπιστώνοντας ότι είχαν εκδοθεί καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του κυρίου μετόχου της Onix, οι οποίες έπλητταν τη φήμη του, αποφάσισε το Δεκέμβριο του 2013 να απαγορεύσει στην Onix τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων στο ιταλικό έδαφος.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 40 παρ. 6 της Οδηγίας  92/49 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην, εκ μέρους των εποπτικών αρχών Κράτους-μέλους, λήψη μέτρου σε κατεπείγουσες περιπτώσεις σε βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως, που απαγορεύει τη σύναψη νέων συμβάσεων στο έδαφος Κράτους-μέλους λόγω καταδικαστικών αποφάσεων που πλήττουν τη φήμη του κυρίου μετόχου της ασφαλιστικής εταιρείας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της οδηγίας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην λήψη του μέτρου της απαγόρευσης σύναψης νέων συμβάσεων λόγω κακής φήμης του κυρίου μετόχου εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται στο έδαφος του Κράτους - μέλους υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-544/15, Sahar Fahimian κατά Bundesrepublik Deutschland - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε  στην ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ, της Οδηγίας 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχείο δ της ανωτέρω οδηγίας  ο υπήκοος τρίτης χώρας, που υποβάλλει αίτηση εισδοχής δεν πρέπει να θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο Βερολίνου της Γερμανίας (Verwaltungsgericht Berlin) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Sahar Fahimian (Ιρανής υπηκόου) και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) σχετικά με την άρνηση της Bundesrepublik Deutschland να χορηγήσει στην S. Fahimian θεώρηση εισόδου για σπουδές. Ειδικότερα, η S. Fahimian, ως κάτοχος διπλώματος Master of Science στον τομέα της πληροφορικής τεχνολογίας, υπέβαλε στην πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Τεχεράνη αίτηση για χορήγηση θεωρήσεως εισόδου προκειμένου να παρακολουθήσει διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Darmstadt. Τον Μάιο του 2013 απορρίφθηκε η αίτηση της για χορήγηση θεώρησης εισόδου.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ, της Οδηγίας 2004/114 έχει την έννοια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές, όταν επιλαμβάνονται αιτήσεως υπηκόου τρίτης χώρας για χορήγηση θεωρήσεως εισόδου για σπουδές, έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να καθορισθεί αν ο υπήκοος αυτός συνιστά απειλή για τη δημόσια ασφάλεια. Επίσης, εξετάζεται εάν οι εν λόγω αρχές δικαιούνται να αρνηθούν τη χορήγηση της ζητηθείσας θεωρήσεως εισόδου υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης.
Αναφορικά με το  επίμαχο άρθρο, το ΔΕΕ έκρινε ότι έχει την έννοια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές, διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να εξετάζουν, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση ενός υπηκόου, αν αυτός συνιστά απειλή, έστω και δυνητική, για τη δημόσια ασφάλεια. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ εστιάζοντας στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έκρινε ότι η ανωτέρω διάταξη έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές να αρνούνται την είσοδο στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους υπηκόου τρίτης χώρας:
1. O οποίος είναι διπλωματούχος πανεπιστημίου υπαχθέντος σε περιοριστικά μέτρα της Ένωσης λόγω της ουσιαστικής συνεργασίας του με την Κυβέρνηση του Ιράν, στον στρατιωτικό τομέα ή σε συναφείς προς αυτόν τομείς, 
2. O οποίος επιθυμεί να διεξαγάγει, στο Κράτος - μέλος, έρευνες σε ευαίσθητο για τη δημόσια ασφάλεια τομέα, 
3. Aν από τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές προκαλείται η ανησυχία ότι οι γνώσεις που θα αποκτήσει το άτομο αυτό, κατά τη διάρκεια των ερευνών του, μπορεί να χρησιμοποιηθούν μεταγενέστερα για σκοπούς αντίθετους προς τη δημόσια ασφάλεια. 

8. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-336/15, Unionen κατά Almega Tjänsteförbunden και ISS Facility Services AB - Προδικαστική 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε στην ερμηνεία της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.
 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το δικαστήριο εργατικών διαφορών της Σουηδίας (Arbetsdomstolen) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Unionen, συνδικαλιστικής οργανώσεως, και της Almega Tjänsteförbunden, εργοδοτικής ενώσεως, και της ISS Facility Services AB, εταιρίας σουηδικού δικαίου όσον αφορά τον μη συνυπολογισμό, κατόπιν μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, της προϋπηρεσίας που είχαν αποκτήσει τέσσερις εργαζόμενοι οι οποίοι είχαν εργαστεί σε εταιρείες που είχαν μεταβιβαστεί.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι  εάν το άρθρο 3 της Οδηγίας 2001/23 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδοχος οφείλει να συμπεριλάβει, κατά την απόλυση εργαζομένου, που λαμβάνει χώρα μετά την πάροδο ενός έτους από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως, την προϋπηρεσία που απέκτησε ο εν λόγω εργαζόμενος στον μεταβιβάσαντα προκειμένου να υπολογιστεί η προθεσμία προειδοποιήσεως πριν το γεγονός της απόλυσης. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι επίμαχο άρθρο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδοχος οφείλει να συμπεριλάβει, την προϋπηρεσία που απέκτησε ο εργαζόμενος στον μεταβιβάσαντα για τον προσδιορισμό της προθεσμίας προειδοποιήσεως

9. ΔΕΕ, απόφαση  της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-672/15, Procureur de la République κατά Noria Distribution SARL - Προδικαστική 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε στην ερμηνεία της Οδηγίας 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής και των διατάξεων της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Η αίτηση υποβλήθηκε από το πολυμελές πρωτοδικείο του Perpignan της Γαλλίας (tribunal de grande instance de Perpignan) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά της γαλλικής εταιρείας Noria Distribution SARL διότι είχε στην κατοχή της και έθεσε προς πώληση ή πώλησε μη επιτρεπόμενα στη Γαλλία συμπληρώματα διατροφής, τα οποία γνώριζε ότι ήσαν νοθευμένα, αλλοιωμένα ή τοξικά. Επίσης, αντικείμενο της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας είναι ότι η εταιρεία εξαπάτησε ή αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους αντισυμβαλλομένους της ως προς τους εγγενείς κινδύνους της χρήσης των συμπληρωμάτων αυτών και ως προς τις ουσιώδεις ιδιότητές τους.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν προσκρούει στις διατάξεις της Οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανονιστική ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία δεν προβλέπει διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά του Κράτους-μέλους συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει την κατά την εν λόγω ρύθμιση μέγιστη ημερήσια δοσολογία και τα οποία νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου Κράτους-μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ. Επιπροσθέτως, έκρινε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση δεν δύναται να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο του άρθρου 36 ΣΛΕΕ, διότι απαγορεύει την εμπορία συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει τα μέγιστα όρια που καθορίζει η ρύθμιση αυτή, χωρίς να προβλέπει καμία διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά τέτοιων συμπληρωμάτων διατροφής, όταν αυτά νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου Κράτους-μέλους.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν  προσκρούει στις διατάξεις της Οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η διενέργεια της επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων για τον καθορισμό των μέγιστων ποσοτήτων βιταμινών και ανοργάνων στοιχείων στα συμπληρώματα διατροφής βάσει μόνο εθνικών επιστημονικών γνωμών, ενώ κατά τον χρόνο λήψεως του σχετικού μέτρου είναι επίσης διαθέσιμες πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες που συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας καθορισμού υψηλότερων ορίων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/46 και τις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων η διενέργεια επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων θα πρέπει να συνεκτιμά  και τις διαθέσιμες, αξιόπιστες και πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες, που συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας καθορισμού υψηλότερων ορίων.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-217/15, Massimo Orsi κατά Procura della Repubblica - Προδικαστική 
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αναφέρονταν στην ερμηνεία του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ότι «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με το νόμο». Επιπρόσθετα, το Ιταλικό Δίκαιο ορίζει ότι «τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως έξι μηνών έως δύο ετών όποιος, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της ετήσιας δηλώσεως του τρίτου υπόχρεου, δεν καταβάλλει τις παρακρατήσεις που προκύπτουν από τη βεβαίωση που χορηγήθηκε στους φορολογούμενους που αυτός υποκαθιστά, για ποσό άνω των πενήντα χιλιάδων ευρώ για κάθε φορολογική περίοδο».
Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Santa Maria Capua Vetere της Ιταλίας στο πλαίσιο δύο ποινικών διαδικασιών που κινήθηκαν, αντιστοίχως, κατά του Massimo Orsi και του Luciano Baldetti, λόγω παραβάσεων στις οποίες αυτοί υπέπεσαν αναφορικά με τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Ειδικότερα, ο M. Orsi και ο L. Baldetti παραπέμφθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της Santa Maria Capua Vetere λόγω της μη καταβολής του οφειλόμενου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας και υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων των εταιριών S.A. COM Servizi Ambiente e Commercio Srl και της Evoluzione Maglia Srl αντίστοιχα.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 50 του Χάρτη αντιτίθεται στην επίμαχη εθνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει την άσκηση ποινικής διώξεως για τη μη καταβολή του ΦΠΑ, μετά την επιβολή απρόσβλητης πλέον φορολογικής κυρώσεως για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίμαχη εθνική νομοθετική ρύθμιση. 

ΣΣ Οι ενδιαφερόμενοι, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ  (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων των αποφάσεων που παρουσιάζονται εδώ κατά τρόπο συνοπτικό.

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ: ΜΑΡΤΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Εγκαινιάζουμε μια καινούργια στήλη στην οποία θα παρουσιάζονται με συνοπτικό τρόπο οι σημαντικότερες κατά μήνα αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη στήλη επιμελείται ο νέος μας συνεργάτης στον Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ κος Παναγιώτης Αργαλίας, Δικηγόρος και Διδάκτωρ της ανωτέρω Σχολής, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ  (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων των αποφάσεων που παρουσιάζονται εδώ κατά τρόπο συνοπτικό.
                                                                                                                                 ΜΔΧ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-188/15, Asma Bougnaoui, Association de défense des droits de l’homme (ADDH) κατά Micropole SA, πρώην Micropole Univers SA, - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Το άρθρο 4 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει ότι «Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2, τα Κράτη-μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη».
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Γαλλικό Cour de Cassation στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Asma Bougnaoui και Association de défense des droits de l’homme (ADDH) και, αφετέρου, της Micropole SA. Αντικείμενο της διαφοράς ήταν η  απόλυση από την ανωτέρω επιχείρηση της Α. Bougnaoui λόγω αρνήσεώς της να μη φορά τη μουσουλμανική μαντίλα της στο πλαίσιο αποστολών της σε πελάτες της επιχειρήσεως αυτής.
Το νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας έχει την έννοια ότι η βούληση ενός εργοδότη να λάβει υπόψη τις επιθυμίες πελάτη να μην παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του εν λόγω εργοδότη από εργαζομένη η οποία φορά μουσουλμανική μαντίλα συνιστά ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας έχει την έχει την έννοια ότι η βούληση ενός εργοδότη να λάβει υπόψη τις επιθυμίες πελάτη να μην του παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του εν λόγω εργοδότη από εργαζομένη που φορά μουσουλμανική μαντίλα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση.

2. ΔΕΕ απόφαση της 2ας Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-160/16, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας - Προσφυγή Επιτροπής κατά Κράτους-μέλους
Η απόφαση αναφέρεται σε προσφυγή κατά Κράτους - μέλους λόγω παραβάσεως του Δικαίου της ΕΕ δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Με την συγκεκριμένη προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις της επειδή παρέλειψε να κοινοποιήσει την έκθεση σχετικά με τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα σύμφωνα με το άρθρο 5, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2, τα Κράτη - μέλη υπολογίζουν τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα για τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης και κοινοποιούν στην Επιτροπή όλα τα δεδομένα υπολογισμού και τις παραδοχές που χρησιμοποίησαν για τους υπολογισμούς αυτούς, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα αυτών των υπολογισμών. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, λόγω της ανωτέρω παράλειψης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2010/31.

3. ΔΕΕ, απόφαση της, Υπόθεση C 406/15, Petya Milkova κατά Izpalnitelen direktor na Agentsiata za privatizatsia i sledprivatizatsionen kontrol - Προδικαστική απόφαση
 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορoύσε την ερμηνεία των άρθρων 4 και 7 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Το άρθρο 4 της  Οδηγίας ορίζει ότι τα Κράτη-μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη. Το άρθρο 7 της Οδηγίας 2000/78, προβλέπει ότι,   όσον αφορά τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τα Κράτη-μέλη να διατηρήσουν ή να εισάγουν διατάξεις προστασίας της υγείας και της ασφαλείας στο χώρο εργασίας, ούτε μέτρα που στοχεύουν στη δημιουργία ή τη διατήρηση προϋποθέσεων ή διευκολύνσεων με σκοπό τη διαφύλαξη ή την ενθάρρυνση της ένταξής τους στον κόσμο της εργασίας. Το Βουλγάρικο Δίκαιο όριζε ότι ο εργοδότης δύναται να προβεί σε απόλυση μόνον κατόπιν αδείας της Επιθεωρήσεως Εργασίας στην περίπτωση που ένας εργαζόμενος η πάσχει από κάποια εκ των οριζόμενων με απόφαση του Υπουργού Υγείας ασθενειών. Ας σημειωθεί ότι η ρύθμιση αυτή δεν αφορούσε τους δημοσίους υπαλλήλους. Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Petya Milkova και του Εκτελεστικού Διευθυντή της Αρχής διενέργειας και εποπτείας αποκρατικοποιήσεων της Βουλγαρίας. Αντικείμενο της δίκης που διεξήχθη στο εθνικό δικαστήριο αποτέλεσε η νομιμότητα της απόλυσης της P. Milkova από τη θέση νέου εμπειρογνώμονα στη μονάδα Ελέγχου συμβάσεων ιδιωτικοποιήσεως λόγω κατάργησης της ανωτέρω θέσης.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν τα άρθρα 4 και 7 της Οδηγίας 2000/78 επιτρέπουν κανονιστική ρύθμιση Κράτους - μέλους, η οποία παρέχει στους μισθωτούς που πάσχουν από ορισμένα είδη αναπηρίας ειδική προληπτική προστασία σε περίπτωση απολύσεως, χωρίς, ωστόσο, να παρέχει αντίστοιχη προστασία στους δημοσίους υπαλλήλους που πάσχουν από τα ίδια είδη αναπηρίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το  άρθρο 7, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, επιτρέπει κανονιστική ρύθμιση Κράτους - μέλους, η οποία παρέχει στους μισθωτούς που πάσχουν από ορισμένα είδη αναπηρίας ειδική προληπτική προστασία σε περίπτωση απολύσεως, χωρίς, ωστόσο, να παρέχει αντίστοιχη προστασία στους δημοσίους υπαλλήλους που πάσχουν από τα ίδια είδη αναπηρίας. Η ανωτέρω κρίση του ΔΕΕ ισχύει υπό τον όρο ότι δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Ο όρος της παραβίασης της ίσης μεταχείρισης θα κριθεί από το εθνικό δικαστήριο

4. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-100/16 P, Ελληνικός Χρυσός ΑΕ Μεταλλείων και Βιομηχανίας Χρυσού κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής - Αίτηση αναιρέσεως
Η απόφαση εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός ΑΕ Μεταλλείων και Βιομηχανίας Χρυσού κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ της 9ης Δεκεμβρίου 2015, Ελλάδα και Ελληνικός Χρυσός κατά Επιτροπής (T-233/11 και T-262/11). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας, η οποία είχε ως αίτημα  την ακύρωση της αποφάσεως 2011/452/ΕΕ της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 48/08. που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ, ύψους 15,34 εκατομμύρια ευρώ.
Η Επιτροπή στο πλαίσιο της ανωτέρω ένδικης διαφοράς έκρινε ότι η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού της TVX Hellas στην Ελληνικός Χρυσός από την Ελληνική Δημοκρατία συνιστούσε ενίσχυση ασύμβατη προς την εσωτερική αγορά και ότι το Κράτος - μέλος αυτό όφειλε να προβεί στην ανάκτησή της. Επίσης, η Επιτροπή έκρινε ότι τα μεταλλεία της Κασσάνδρας πωλήθηκαν στην Ελληνικός Χρυσός σε τιμή κατώτερη της αγοραίας τους αξίας, ενώ  η απαλλαγή από υποχρέωση καταβολής φόρου μεταβιβάσεως ή άλλων φόρων σχετικών με τη μεταβίβαση των επίμαχων γηπέδων συνιστούσε συμπληρωματικό στοιχείο της ενισχύσεως.
Η αναιρεσειούσα προέβαλε τους εξής λόγους για να στοιχειοθετήσει την αναίρεσή της: Πρώτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στο επιχείρημά της σχετικά με τον σκοπό για τον οποίο εκπονήθηκε η έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την αποτίμηση των μεταλλείων Κασσάνδρας. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε σε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία σχετικά με την αποτίμηση της αξίας των γηπέδων των μεταλλείων της Κασσάνδρας. 
Το ΔΕΕ αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου καθόσον αυτό παρέλειψε να απαντήσει στο επιχείρημα της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ σχετικά με τον σκοπό για τον οποίο εκπονήθηκε η έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ωστόσο κατά τα λοιπά απέρριψε την αίτηση αναίρεσης  και ως εκ τούτου και την προσφυγή της αναιρεσειούσας  με αντικείμενο την ακύρωση  της αποφάσεως 2011/452/ΕΕ της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση, που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 3/16, Lucio Cesare Aquino κατά Belgische Staat - Προδικαστική απόφαση 
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο δικαστήριο Κράτους - μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ. Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Εφετείο Βρυξελλών στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ του Lucio Cesare Aquino και του Βελγικού Δημοσίου σχετικά με αγωγή εξωσυμβατικής ευθύνης.  Ειδικότερα, η υπηρεσία αλλοδαπών του Βελγίου κοινοποίησε στον Lucio Cesare Aquino απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεώς του διαμονής με διαταγή εγκαταλείψεως της εθνικής επικράτειας για λόγους δημοσίας τάξεως και εθνικής ασφάλειας. Ας σημειωθεί ότι ο προσφεύγων είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών χωρίς αναστολή.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται στη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου μπορεί να θεωρηθεί δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ασκηθείσα κατά αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού αίτηση αναιρέσεως δεν εξετάστηκε λόγω παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού δεν εξετάστηκε λόγω παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-568/15, Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main eV κατά comtech GmbH - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται  την ερμηνεία του άρθρου 21 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 21 της ανωτέρω Οδηγίας  ορίζει ότι "Τα Κράτη-μέλη οφείλουν να μεριμνήσουν ώστε όταν ο έμπορος χρησιμοποιεί τηλεφωνική γραμμή για τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του σχετικά με τις συναπτόμενες συμβάσεις, ο καταναλωτής –τη στιγμή που επικοινωνεί με τον έμπορο– [να μην] υποχρεούται να πληρώσει παραπάνω από τη βασική τιμή χρέωσης". Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Στουτγάρδης  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ενώσεως για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main eV) και της Comtech GmbH, γερμανικής εταιρίας, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών ειδών. Αντικείμενο της δίκης στο εθνικό δικαστήριο αποτέλεσε η χρέωση των τηλεφωνικών κλήσεων στην οποία προβαίνει η εταιρία αυτή στο πλαίσιο της εξυπηρετήσεως την οποία παρέχει μετά την πώληση. Ειδικότερα η Comtech έχει αναρτήσει στον ιστοτόπο της τηλεφωνικό αριθμό που παρέχει πρόσβαση σε υπηρεσία υποστήριξης απευθυνόμενη ιδίως σε πελάτες οι οποίοι έχουν ήδη συνάψει σύμβαση αγοράς και επιθυμούν να ζητήσουν πληροφορίες ή να υποβάλουν παράπονα. Το κόστος των κλήσεων προς τον εν λόγω, αποκαλούμενο «μη γεωγραφικό», αριθμό είναι υψηλότερο από εκείνο των συνήθων κλήσεων προς αριθμούς σταθερής τηλεφωνίας, που αποκαλούνται «γεωγραφικοί», ή προς αριθμούς κινητών τηλεφώνων. Κατά την Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main, η διάθεση τηλεφωνικής γραμμής υποστήριξης σε τιμή υψηλότερη από εκείνη των συνήθων κλήσεων συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται με τη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν ο όρος «βασική τιμή χρέωσης» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κόστος μιας κλήσεως η οποία αφορά συναπτόμενες συμβάσεις και πραγματοποιείται προς διατηρούμενη από έμπορο τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης δεν μπορεί να υπερβαίνει το κόστος κλήσεως προς συνήθη γεωγραφικό αριθμό σταθερής τηλεφωνίας ή προς συνήθη αριθμό κινητής τηλεφωνίας και αν έχει συναφώς σημασία το κατά πόσον ο έμπορος αυτός πραγματοποιεί κέρδη από την ως άνω τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης. 
Το ΔΕΕ έκρινε ο όρος «βασική τιμή χρέωσης», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κόστος μιας κλήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει το κόστος κλήσεως προς συνήθη γεωγραφικό αριθμό σταθερής τηλεφωνίας ή προς συνήθη αριθμό κινητής τηλεφωνίας. Επίσης το ΔΕΕ σημείωσε ότι στο μέτρο που το όριο αυτό τηρείται, το κατά πόσον ο οικείος έμπορος πραγματοποιεί κέρδη από την ως άνω τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης δεν ασκεί επιρροή.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 652/15, Furkan Tekdemir κατά Kreis Bergstraße - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης  αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 13 της Αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως, που επισυνάφθηκε στη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας.  Σύμφωνα με το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 «Τα Κράτη-μέλη [της Κοινότητας] και η Τουρκία δεν μπορούν να θεσπίσουν νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση των εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους που βρίσκονται νομίμως στο έδαφός τους, αντιστοίχως, όσον αφορά την παραμονή και την απασχόληση.»
Η αίτηση προδικαστικής απόφαση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Darmstadt της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Furkan Tekdemir (τέκνο Tekdemir), νομίμως εκπροσωπούμενου από τους γονείς του, την Derya Tekdemir και τον Nedim Tekdemir, και της Διοικητικής περιφέρειας Bergstraße της Γερμανίας (Kreis Bergstraße) σχετικά με την εκ μέρους της δεύτερης απόρριψη της αιτήσεως του πρώτου για τη χορήγηση αδείας διαμονής στη Γερμανία. Ειδικότερα Furkan Tekdemir, προσφεύγων της κύριας δίκης, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 2014 στη Γερμανία. Οι γονείς του ανήλικου τέκνου  ζήτησαν τη χορήγηση άδειας διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 33 νόμου περί διαμονής, εργασίας και εντάξεως των αλλοδαπών εντός της ομοσπονδιακής επικράτειας, που προβλέπει ότι η άδεια διαμονής μπορεί να χορηγηθεί αυτεπαγγέλτως σε τέκνο που γεννιέται στην ομοσπονδιακή επικράτεια εφόσον ο ένας από τους γονείς κατέχει άδεια διαμονής, άδεια εγκαταστάσεως ή άδεια μόνιμης διαμονής εντός της ΕΕ. Η υπηρεσία αλλοδαπών απέρριψε την αίτηση αυτή για τον λόγο ότι σε περίπτωση κατά την οποία ένας μόνο εκ των δύο γονέων είναι δικαιούχος άδειας διαμονής, παρέχεται η απεριόριστη εξουσία εκτιμήσεως στην αρμόδια αρχή προκειμένου να χορηγεί άδεια διαμονής ή να απορρίπτει τη σχετική αίτηση. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι ο σκοπός που άπτεται της αποτελεσματικής διαχειρίσεως των μεταναστευτικών ροών αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει εθνικό μέτρο, θεσπισθέν κατόπιν της θέσεως σε ισχύ της αποφάσεως αυτής στο οικείο Κράτος - μέλος, βάσει του οποίου επιβάλλεται στους ηλικίας κάτω των 16 ετών υπηκόους τρίτων κρατών η υποχρέωση να διαθέτουν άδεια διαμονής για την είσοδο και τη διαμονή στο Κράτος - μέλος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι ο σκοπός που άπτεται της αποτελεσματικής διαχειρίσεως των μεταναστευτικών ροών μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει εθνικό μέτρο, το οποίο προβλέπει ότι επιβάλλεται στους ηλικίας κάτω των 16 ετών υπηκόους τρίτων κρατών η υποχρέωση να διαθέτουν άδεια διαμονής για την είσοδο και τη διαμονή στο κράτος μέλος αυτό. 
Το ΔΕΕ, ωστόσο, έκρινε ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό καθόσον οι όροι εφαρμογής του όσον αφορά τα τέκνα τα οποία είναι υπήκοοι τρίτου κράτους, έχουν γεννηθεί στο οικείο κράτος μέλος και των οποίων ένας εκ των γονέων τους είναι Τούρκος εργαζόμενος που διαμένει νομίμως στο Κράτος - μέλος αυτό, υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. 

8. ΔΕΕ, απόφαση της 1ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-275/15, ITV Broadcasting Limited κ.λπ. κατά TVCatchup Limited κ.λπ. - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 9 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν ειδικότερα τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τα σήματα, τα σχέδια και υποδείγματα, τα πρότυπα χρήσεων, τις τοπογραφίες προϊόντων ημιαγωγών, τα τυπογραφικά στοιχεία, την πρόσβαση υπό όρους, την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, την προστασία των εθνικών θησαυρών, τις νομικές προϋποθέσεις κατάθεσης, το δίκαιο των συμπράξεων και του αθέμιτου ανταγωνισμού, το εμπορικό απόρρητο, την ασφάλεια, την εμπιστευτικότητα, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τον σεβασμό της προσωπικής ζωής, την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα και το ενοχικό δίκαιο.». Σύμφωνα με το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου το δικαίωμα του δημιουργού επί του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενου έργου δεν προσβάλλεται: (α) αν η καλωδιακή αναμετάδοση διεξάγεται προς συμμόρφωση με σχετική απαίτηση, ή (β)  εάν και στον βαθμό που το έργο μεταδίδεται ραδιοτηλεοπτικώς με σκοπό τη λήψη του στην περιοχή όπου αναμεταδίδεται καλωδιακώς και εντάσσεται στο πλαίσιο επιλέξιμης υπηρεσίας. Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το πολιτικό τμήμα του Εφετείου (Αγγλία, Ουαλία) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς την οποία κίνησαν εμπορικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, ισχυριζόμενοι ότι οι πάροχοι υπηρεσίας αναμεταδόσεως, η οποία επιτρέπει στους χρήστες της να λαμβάνουν δωρεάν απευθείας μέσω ροής διαδικτύου (καλούμενη «live streaming») τηλεοπτικές εκπομπές, συμπεριλαμβανομένων των τηλεοπτικών εκπομπών που μεταδίδονται από τις εκκαλούσες, παραβιάζουν τα πνευματικά τους δικαιώματα επί των τηλεοπτικών εκπομπών τους.  Ειδικότερα η TVC προσέφερε υπηρεσίες διαδικτυακής μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών, παρέχοντας στους χρήστες τη δυνατότητα να λαμβάνουν απευθείας, μέσω διαδικτύου, δωρεάν ροές τηλεοπτικών εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων και των τηλεοπτικών εκπομπών των εκκαλουσών της κύριας δίκης.. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ενήγαγαν την TVC λόγω προσβολής των δικαιωμάτων τους δημιουργού
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν το άρθρο 9 της Οδηγίας 2001/29, και ειδικότερα η φράση «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», έχει την έννοια ότι εμπίπτει στη διάταξη αυτή και επιτρέπεται βάσει αυτής εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ότι δεν προσβάλλεται το δικαίωμα του δημιουργού σε περίπτωση άμεσης καλωδιακής αναμεταδόσεως ακόμη και στην περίπτωση της διαδικτυακής αναμεταδόσεως, στην περιοχή της αρχικής ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως, ραδιοτηλεοπτικών έργων που μεταδίδονται από τηλεοπτικούς σταθμούς υπέχοντες υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο  9 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ και ειδικότερα η φράση «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στη διάταξη αυτή και δεν επιτρέπεται βάσει αυτής εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει ότι δεν προσβάλλεται το δικαίωμα του δημιουργού σε περίπτωση άμεσης καλωδιακής αναμεταδόσεως.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 398/15, Camera di Commercio,Industria, Artigianato e Agricoltura di Lecce κατά Salvatore Manni - Προδικαστική απόφαση 
.Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 3 της Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα Κράτη - μέλη εκ μέρους των εταιριών, καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 95/46 στοιχείο ε΄ τα Κράτη - μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει: ε) να διατηρούνται με μορφή που επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων στα οποία αναφέρονται μόνο κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει την απαιτούμενη για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεγεί ή για τους οποίους αργότερα υφίστανται επεξεργασία. Τα Κράτη - μέλη προβλέπουν κατάλληλες εγγυήσεις για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διατηρούνται πέραν της περιόδου αυτής για σκοπούς ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς. Επιπροσθέτως το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151 ορίζει ότι σε κάθε κράτος μέλος ανοίγεται φάκελος είτε σε κεντρικό μητρώο είτε σε εμπορικό μητρώο ή μητρώο εταιριών, για κάθε καταχωριζομένη εταιρία.   Όλες οι πράξεις και όλα τα στοιχεία που υπόκεινται σε δημοσιότητα τίθενται στον φάκελο ή καταχωρίζονται στο μητρώο.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του εμπορικού, βιομηχανικού, βιοτεχνικού και γεωργικού επιμελητηρίου του Lecce και του Salvatore Manni σχετικά με την άρνηση του εν λόγω επιμελητηρίου να διαγράψει ορισμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αφορούντα τον S. Manni από το μητρώο εταιριών.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν τα ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι τα Κράτη - μέλη μπορούν, ή ακόμα και οφείλουν, να παρέχουν τη δυνατότητα στα φυσικά πρόσωπα να ζητούν από την αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του μητρώου εταιριών να περιορίσει, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου κατόπιν της λύσεως της οικείας εταιρίας την πρόσβαση στα καταχωρισμένα στο μητρώο αυτό δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι, εναπόκειται στα Κράτη -  μέλη να προσδιορίσουν αν τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να περιορίζουν, όταν έχει παρέλθει ένα αρκούντως μακρύ χρονικό διάστημα από τη λύση μιας εταιρίας, την πρόσβαση στα καταχωρισμένα στο εν λόγω μητρώο δεδομένα εκ μέρους τρίτων που δικαιολογούν ειδικό συμφέρον να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 14/16, Euro Park Service κατά Ministre des Finances et des Comptes publics - Προδικαστική απόφαση 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ και του άρθρου 11 της Οδηγίας 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών Κρατών - μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 στοιχείο α της Οδηγίας 90/434 ένα Κράτος - μέλος μπορεί να αρνηθεί να άρει ευεργετήματα κατά τη διαδικασία της συγχώνευσης όταν η πράξη της συγχώνευσης έχει ως κύριο στόχο ή ως έναν από τους κυρίους στόχους τη φοροδιαφυγή ή τη φοροαποφυγή.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Euro Park Service καθολικής διαδόχου της SCI Cairnbulg Nanteuil και του Γάλλου Υπουργού των Οικονομικών. Αντικείμενο της δίκης αποτέλεσε η απόρριψη εκ μέρους του υπουργού οικονομικών της αιτήσεως της Cairnbulg να τύχει αναβολής της φορολογήσεως των υπεραξιών που συνδέονται με τα στοιχεία του ενεργητικού της εταιρίας αυτής στο πλαίσιο συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεώς της από εταιρία εγκατεστημένη εντός άλλου Κράτους - μέλους. Ο λόγος της απόρριψης ήταν ότι οι, υπό συγχώνευση, εταιρίες δεν είχαν ζητήσει την προηγούμενη έγκριση της φορολογικής αρχής. Ειδικότερα  η Cairnbulg, εταιρία γαλλικού δικαίου, λύθηκε, χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση εκ μέρους και προς όφελος του μοναδικού εταίρου της, συγκεκριμένα δε της Euro Park, εταιρίας λουξεμβουργιανού δικαίου. Η Cairnbulg επέλεξε το ειδικό καθεστώς συγχωνεύσεως και δεν δήλωσε τις καθαρές υπεραξίες και τα κέρδη από τα στοιχεία ενεργητικού που είχε εισφέρει στη Euro Park. Η φορολογική αρχή αμφισβήτησε τη δυνατότητα υπαγωγής στο ευνοϊκό ειδικό καθεστώς των συγχωνεύσεων, επειδή η Cairnbulg δεν είχε ζητήσει την υπουργική έγκριση και ως εκ τούτου, εκδόθηκε σε βάρος της Euro Park, διορθωτική πράξη επιβολής φόρου και της επιβλήθηκε επιπρόσθετο ποσό φόρου και χρηματικές κυρώσεις.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται  είναι εάν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση διασυνοριακής πράξεως συγχωνεύσεως, η αναβολή της φορολογήσεως των υπεραξιών που συνδέονται με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία εισφέρονται από γαλλική εταιρία προς εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος - μέλος θα πρέπει να εξαρτάται από προηγούμενη διαδικασία εγκρίσεως, ενώ ο φορολογούμενος υποχρεούται να αποδείξει ότι η οικεία πράξη δικαιολογείται από οικονομικούς λόγους και ότι δεν έχει ως κύριο σκοπό τη φοροδιαφυγή ή τη φοροαποφυγή 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, η οποία, στην περίπτωση διασυνοριακής πράξεως συγχωνεύσεως μεταξύ Κρατών - μελών, εξαρτά την παροχή φορολογικών πλεονεκτημάτων από την υπαγωγή σε διαδικασία προηγούμενης εγκρίσεως, στο πλαίσιο της οποίας, ο φορολογούμενος υποχρεούται να αποδείξει ότι η οικεία πράξη δικαιολογείται από οικονομικούς λόγους  και ότι δεν έχει ως κύριο ή ως έναν από τους κύριους σκοπούς της τη φοροδιαφυγή ή τη φοροαποφυγή. 


Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 3/2017
Η ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΡΗΤΡΑΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ Η.Β. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ 
ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ
Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Αν. Καθηγητή

Εννέα μήνες μετά το Δημοψήφισμα της 23/6/2016, στο οποίο ο λαός του Ηνωμένου Βασίλειου (Η.Β.) τάχθηκε υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ με ποσοστό 52% και αφού μεσολάβησαν η αλλαγή Πρωθυπουργού και Κυβέρνησης στο Η.Β., έγινε αποδεχτό από όλες τις πλευρές στη Βρετανία ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την αποχώρηση από την ενεργοποίηση του άρθρου 50 ΣΕΕ, παρά τα όσα υποστήριξαν οι  Leavers και λύθηκαν τα εσωτερικά συνταγματικά ζητήματα για την εξουσία ενεργοποίηση της ρήτρας αποχώρησης (Royal ή Parliamentary Prerogative), έφτασε η μέρα ενεργοποίησης εκ μέρους του Η.Β. με επιστολή της Βρετανίδας Πρωθυπουργού Theresa May (διαβασε την επιστολή εδώ),  που επιδόθηκε στις 13.30 σήμερα 29/3/2017 στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk της ρήτρας αποχώρησης του άρθρου 50 ΣΕΕ. Η  εν λόγω ρήτρα προβλέπει συνοπτικά ότι ένα Κράτος- μέλος, που επιθυμεί να αποχωρήσει από την Ένωση, πρέπει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Αυτό καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές (προσανατολισμούς) με βάση τις οποίες η Ένωση θα διαπραγματευθεί με το αποχωρούν Κράτος-μέλος μια συμφωνία αποχώρησης. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται από την πλευρά της Ένωσης σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 218 παρ. 3 ΣΛΕΕ, που αφορά τη σύναψη διεθνών συμβάσεων από την Ένωση ενώ η συμφωνία αποχώρησης συνάπτεται από το Συμβούλιο και αφού αυτό λάβει την έγκριση (σύμφωνη γνώμη) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (παρ. 2). Το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία και χωρίς τη συμμετοχή των αντιπροσώπων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους (παρ. 4). Το αποχωρούν Κράτος-μέλος παύει να δεσμεύεται από τις Συνθήκες είτε από την ημερομηνία που προβλέπεται στη συμφωνία αποχώρησης ή, ελλείψει αυτής, δύο χρόνια από την γνωστοποίηση της πρόθεσής του να αποχωρήσει, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το εν λόγω Κράτος-μέλος, αποφασίσει ομόφωνα την παράταση της προθεσμίας αυτής (παρ. 3). Εάν ένα πρώην Κράτος-μέλος ζητήσει την εκ νέου προσχώρησή του, δεν διαθέτει ένα αυτόματο δικαίωμα προσχώρησης άλλα θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 49 ΣΕΕ, που αφορά την προσχώρηση νέων Κρατών-μελών (παρ. 5). Παρακάτω θα συζητήσουμε τα αποτελέσματα της ενεργοποίησης  του άρθρου 50 ΣΕΕ και τα προσεχή βήματα της προβλεπόμενης διαδικασίας.

1. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης

Η διαδικασία αποχώρησης ενεργοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ από το Κράτος-μέλος, που αποφασίζει να αποχωρήσει, με τη γνωστοποίηση της πρόθεσής του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η γνωστοποίηση (notification) είναι μονομερής ενέργεια, που, όμως, από μόνη της δεν επιφέρει αυτόματα και άμεσα την αποχώρηση του Κράτους-μέλους. Αυτή επέρχεται είτε από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης είτε μετά από την παρέλευση διετίας από την γνωστοποίηση στην περίπτωση που δεν έχει συναφθεί συμφωνία αποχώρησης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 50 ΣΕΕ. Ωστόσο, η γνωστοποίηση δεν στερείται εννόμων αποτελεσμάτων, αφού όταν εκδηλωθεί 
(α) ενεργοποιεί την υποχρέωση της Ένωσης να διαπραγματευθεί μια συμφωνία αποχώρησης, 
(β) σηματοδοτεί την έναρξη της διετούς προθεσμίας για να παύσει η ισχύς των Συνθηκών στο αποχωρούν Κράτος-μέλος στην περίπτωση που δεν έχει συναφθεί συμφωνία αποχώρησης και 
(γ) παύει το δικαίωμα συμμετοχής των αντιπροσώπων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους στις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου, όταν αυτά συζητούν ή αποφασίζουν επί θεμάτων που το αφορούν (άρθρο 50 παρ. 4 ΣΕΕ). 

1.1. Ο τύπος και ο χρόνος της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης 

Η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 2 ΣΕΕ δεν απαιτεί κάποιο ιδιαίτερο τύπο για την γνωστοποίηση, όπως, επίσης, δεν προβλέπει και προθεσμία για την γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από την διαμόρφωση της βούλησης αποχώρησης σε εθνικό επίπεδο κατά τους «εσωτερικούς συνταγματικούς κανόνες». Το υπό αποχώρηση Κράτους-μέλος έχει τη διακριτική ευχέρεια της επιλογής τόσο του τύπου όσο και του χρόνου γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης. Η ευχέρεια αυτή είναι σύμφυτη με το μονομερή χαρακτήρα του δικαιώματος αποχώρησης. Ανεξάρτητα, πάντως, από τον τύπο που θα επιλεγεί, η γνωστοποίηση θα πρέπει να περιέχει ρητή, σαφή, μη διφορούμενη και κατηγορηματική δήλωση της πρόθεσης αποχώρησης. Μπορεί να είναι έγγραφη ή και προφορική στο πλαίσιο συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που θα καταχωρισθεί στα πρακτικά (συμπεράσματα) του.  Δεν αμφισβητείται, πλέον, ότι η επιλογή του χρόνου γνωστοποίησης και συνεπώς της ενεργοποίησης της διαδικασίας του άρθρου 50 ΣΕΕ ανήκει στην διακριτική ευχέρεια  του Κράτους-μέλους, που αποφασίζει να αποχωρήσει. 

1.2. Το ζήτημα της ύπαρξης εξουσίας ανάκλησης της γνωστοποίησης 

Το σοβαρότερο κενό, πάντως, που παρατηρείται στο άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ αφορά την δυνατότητα ή μη ενός υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος να ανακαλέσει τη γνωστοποίηση και κατ’ αυτό τον τρόπο να τερματίσει τη διαδικασία αποχώρησης πριν αυτή φτάσει στο τέρμα της με τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης ή την παρέλευση της διετούς προθεσμίας. Το γράμμα της διάταξης σιωπά, οπότε εύλογα τίθεται το ερώτημα, αν μπορεί ένα Κράτος-μέλος να αλλάξει επιλογή και σύμφωνα με τους «εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες» (εκλογές, δημοψήφισμα κα) να αποφασίσει την παραμονή του στην ΕΕ και ανακαλώντας τη γνωστοποίηση να τερματίσει μονομερώς τη διαδικασία αποχώρησης, που εν τω μεταξύ έχει ενεργοποιηθεί. Ο προβληματισμός ενισχύεται, αφού ο «συνταγματικός νομοθέτης» της Ένωσης με την παρ. 5 του άρθρου 50 ΣΕΕ αναγνώρισε και ρύθμισε αυτό το ενδεχόμενο αλλαγής γνώμης. Ωστόσο, το τοποθέτησε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποχώρησης. 

Το ζήτημα απασχόλησε έντονα ενωσιακούς και βρετανικούς θεσμούς, τη θεωρεία  αλλά και τις δύο πλευρές του βρετανικού δημοψηφίσματος. Η συζήτηση έλαβε μεγάλη έκταση ιδιαίτερα στο Η.Β., όπου το ζήτημα συνδέθηκε με τον τρόπο που υπερασπίσθηκαν τις θέσεις τους οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές πριν και μετά το δημοψήφισμα αλλά και με το ζήτημα της αρμοδιότητας ενεργοποίησης του άρθρου 50 ΣΕΕ. Οι γνώμες διχάστηκαν ενώ το Δικαστήριο της ΕΕ, που είναι τελικά αρμόδιο να ερμηνεύσει το άρθρο 50 ΣΕΕ, δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί σε ένα κρίσιμο ζήτημα, μεταξύ άλλων, και για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2016 ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk ερωτηθείς σχετικά απάντησε ότι «δεν υπάρχουν νομικοί περιορισμοί σε μια τέτοια απόφαση» εκ μέρους του Η.Β.. Από την άλλη πλευρά η Υπηρεσία Ερευνών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τοποθετήθηκε μάλλον αρνητικά σε ένα μονομερή τερματισμό της διαδικασίας αποχώρησης άπαξ και αυτή ξεκινήσει, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, τη δυνατότητα να ανασταλεί (suspend) η διαδικασία με κοινή συμφωνία μεταξύ του υπό αποχώρηση Κράτους-μέλους, των Κρατών-μελών που παραμένουν και των Θεσμικών Οργάνων της Ένωσης. Πρόκειται για μια λύση που δεν προβλέπεται ρητά από το άρθρο 50 ΣΕΕ, όπως εξάλλου, και η ανάκληση της γνωστοποίησης.  

Σε βρετανικό επίπεδο η Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Ένωση (European Union Committee) της Βουλής των Λόρδων στις 4 Μαΐου 2016 κατέληξε στο συμπέρασμα, μετά από ακρόαση και σχετική επιχειρηματολογία των Καθηγητών Sir David Edward και Derrick Wyatt, ότι «Δεν υπάρχει τίποτα στο άρθρο 50 που να εμποδίζει τυπικά ένα κράτος μέλος να ανακαλέσει την απόφασή του να αποχωρήσει κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την αποχώρηση». Η εν λόγω Επιτροπή, εξάλλου, έκρινε ότι «οι πολιτικές επιπτώσεις μιας τέτοιας ανάκλησης θα μπορούσαν να είναι ουσιαστικές» για το Η.Β. και τη θέση του στην Ένωση. Λίγους μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 13 Σεπτεμβρίου 2016 μια άλλη Επιτροπή (Select Committee on the Constitution) της Βουλής των Λόρδων δεν ήταν τόσο σίγουρη, κρίνοντας ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος μπορεί να ανακαλέσει τη γνωστοποίηση και να τερματίσει τη διαδικασία αποχώρησης χωρίς τη συναίνεση των υπολοίπων Κρατών-μελών είναι αμφισβητούμενο. Κατέτεινε δε στην άποψη ότι «θα ήταν συνετό για το Βρετανικό Κοινοβούλιο να συνεχίσει να εργάζεται βασιζόμενο στην υπόθεση ότι η ενεργοποίηση του άρθρου 50 ΣΕΕ είναι μια ενέργεια, που το Η.Β δεν μπορεί να αντιστρέψει μονομερώς». Από την άλλη πλευρά το High Court της Αγγλίας στην απόφαση του στις 3 Νοεμβρίου 2016, όταν κλήθηκε να αποφασίσει για ύπαρξη ή μη προνομίου υπέρ της Κυβέρνησης (Government Prerogative) για την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης, χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση, έκρινε ότι η γνωστοποίηση δεν μπορεί να ανακληθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι την θέση αυτή υποστήριξαν τόσο οι προσφεύγοντες, που αμφισβήτησαν το κυβερνητικό προνόμιο ενεργοποίησης του άρθρου 50 ΣΕΕ, όσο η πλευρά της Βρετανικής Κυβέρνησης, δια του Γενικού Εισαγγελέα, που εκπροσώπησε τον Υπουργό για την Έξοδο από την ΕΕ (Secretary of State for Exiting the EU). Από την άλλη πλευρά το Supreme Court που επιλήφθηκε κατόπιν, αν και πήρε και αυτό την ίδια θέση σχετικά με το κοινοβουλευτικό προνόμιο για την ενεργοποίηση της ρήτρας αποχώρησης, προτίμησε να μην πάρει θέση στο ζήτημα της ανάκλησης ή μη της γνωστοποίησης.

Το ίδιο διχασμένη παρουσιάζεται και η θεωρία τοποθετούμενη στο ζήτημα. Πριν παρουσιάσουμε και συζητήσουμε τα επιχειρήματα των δύο απόψεων, θα πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: 
(i) και οι δύο θεωρητικές προσεγγίσεις συμφωνούν στην ύπαρξη ρυθμιστικού κενού στο γράμμα της διάταξης του άρθρου 50 ΣΕΕ. Ωστόσο, με σημείο εκκίνησης αυτό οδηγούνται σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
(ii) και οι δύο θεωρητικές προσεγγίσεις συμφωνούν ότι η ερμηνεία του άρθρου 50 ΣΕΕ από το Δικαστήριο της ΕΕ είναι αναγκαία το συντομότερο δυνατόν, αφού η αναγνώριση ή μη δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης έχει σοβαρές επιπτώσεις στη διαπραγμάτευση των όρων αποχώρησης και της διαπραγματευτικής θέσης του Η.Β..
(iii) η θεωρητική συζήτηση έλαβε τη μεγαλύτερη έκτασή της στους επιστημονικούς κύκλους της Βρετανίας, κατά κανόνα σε blogs με συνεχείς σχετικές αναρτήσεις. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σύνδεση πολιτικών στοχεύσεων με τις επιστημονικές θέσεις. Έτσι, ενδεικτικά μπορούν να αναφερθεί ότι οι υποστηρικτές της παραμονής του Η.Β. στην ΕΕ και ηττημένοι στο Δημοψήφισμα της 23/6/2106 τάχθηκαν υπέρ της δυνατότητας μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης και τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης, επιζητώντας «να μείνει ανοικτή η πόρτα της συμμετοχής του Η.Β. στην Ένωση» για την περίπτωση αλλαγής της θέσης του Η.Β. είτε κατόπιν εκλογών είτε κατόπιν νέου δημοψηφίσματος. Αντίθετα, βασικό επιχείρημα αυτών που αντέδρασαν στο προνόμιο της Κυβέρνησης να ενεργοποιήσει τη διαδικασία του άρθρου 50 ΣΕΕ αποτέλεσε η θέση ότι η εν λόγω διάταξη αποκλείει το δικαίωμα ανάκλησης της γνωστοποίησης. 

Ειδικότερα, οι υποστηρικτές της άποψης ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ αποκλείει το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης θεμελίωσαν την άποψή τους στα εξής επιχειρήματα: 

Πρώτον, με σημείο εκκίνησης τη διατύπωση του άρθρου 50 ΣΕΕ υποστηρίχθηκε ότι η αναγνώριση ενός σιωπηρού (implied) δικαιώματος ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης θα ήταν αντίθετο με το γράμμα της διάταξης από την οποία «απουσιάζει εμφανώς» ένα τέτοιο δικαίωμα. Η θέση αυτή δέχθηκε ισχυρό αντίλογο (α) ως μη λαμβάνουσα υπόψη της τη νομολογία του Δικαστηρίου για την γραμματική ερμηνεία διατάξεων των Συνθηκών, που θέλει διατάξεις που καθορίζουν εξαιρέσεις (ως τέτοια εκλαμβάνεται το δικαίωμα αποχώρησης από το γενικό στόχο μιας διαρκώς στενότερης ένωσης) να ερμηνεύονται στενά, έτσι ώστε να μη προστίθενται προϋποθέσεις για την άσκησή του, μη προβλεπόμενες ρητά, (β) ως αντίθετη με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας του άρθρου 5 παρ. 2 ΣΕΕ, που θέλει κάθε εξουσία Κράτους-μέλους που δεν παραχωρείται στην Ένωση ή δεν απαγορεύεται ή δεν ρυθμίζεται από τη Συνθήκη να παραμένει στα Κράτη-μέλη, (γ) ως μη λαμβάνουσα υπόψη το ενδεχόμενο ένα Κράτος-μέλος να αλλάξει γνώμη, προτιμώντας να παραμείνει μέλος, όταν μάλιστα η ανάκληση της γνωστοποίησης δεν ασκείται καταχρηστικά.

Δεύτερον, η αναγνώριση του δικαιώματος μονομερούς, μέσω της ανακλήσεως της γνωστοποίησης, τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης θα ματαίωνε τις συνέπειες της γνωστοποίησης, που κατά το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ είναι ο τερματισμός της ισχύος των Συνθηκών για το αποχωρούν Κράτους-μέλους είτε με την θέση σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης είτε με την παρέλευση της προθεσμίας των δύο ετών για τη σύναψή της. Οι συνέπειες αυτές απαριθμούνται περιοριστικά, με αποτέλεσμα να αποκλείουν κάθε άλλο τρόπο τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης. Οι υποστηρικτές της θέσης αυτής, που με ένταση προβλήθηκε ενώπιον  του Αγγλικού High Court, τόνισαν ότι όταν κατατεθεί η γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αυτή αυτόματα οδηγεί στις συνέπειες που προδιαγράφει το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν «δρόμο χωρίς γυρισμό» ή όπως υποστήριξε ο Λόρδος Pannick, που παρομοίωσε την γνωστοποίηση με το τράβηγμα της σκανδάλης, «άπαξ και τραβηχτεί η σκανδάλη ακολουθούν οι συνέπειες. Η σφαίρα χτυπά το στόχο. Η γνωστοποίηση, που ενεργοποιεί τη διαδικασία αποχώρησης, έχει ως αναπόφευκτη και εκ του νόμου συνέπεια την παύση ισχύος των Συνθηκών». Ωστόσο, η θέση αυτή δέχεται ισχυρό αντίλογο σύμφωνα με τον οποίο αυτή βασίζεται σε εσφαλμένες υποθέσεις. Η αποχώρηση και η απώλεια της ιδιότητας του Κράτους-μέλους δεν επέρχεται αυτόματα με τη σύναψη της συμφωνίας αποχώρησης ή χωρίς αυτή στο τέλος της διετούς προθεσμίας, παραγνωρίζοντας ότι η σύναψη της συμφωνία αποχώρησης δεν είναι αναγκαία για την αποχώρηση ενώ και διετής προθεσμία μπορεί να παραταθεί και μαζί της η παραμονή στην Ένωση με κοινή συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του υπό αποχώρηση Κράτους-μέλους, χωρίς μάλιστα για την παράταση να τίθενται χρονικοί ή άλλοι περιορισμοί. Κατ’ ουσία η ανάκληση της γνωστοποίησης οδηγεί στη ματαίωση της ενεργοποίησης της διαδικασίας αποχώρησης και όχι τις συνέπειες που προδιαγράφει το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ, που έχει διαδικαστικό χαρακτήρα. 

Τρίτον, υποστηρίζεται ότι αν ένα Κράτος-μέλος μπορούσε να ανακαλέσει μονομερώς τη γνωστοποίηση, αυτό θα οδηγούσε στην αναγνώριση μιας εξουσίας μονομερούς παράτασης της διαδικασίας αποχώρησης σε αντίθεση με το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ. Ωστόσο τα αποτελέσματα της ανάκλησης της γνωστοποίησης διαφέρουν από αυτά της παράτασης της διετούς προθεσμίας. Η δεύτερη επεκτείνει την περίοδο εντός της οποίας θα πρέπει να συμφωνηθούν οι όροι αποχώρησης. Αντίθετα, η πρώτη δεν παρατείνει την προθεσμία αποχώρησης αλλά υποδηλώνει τη θέληση του υπό αποχώρηση Κράτους-μέλους να παραμείνει στην Ένωση, τερματίζοντας τη διαδικασία αποχώρησης.

Τέταρτον, αυτοί που δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη δικαιώματος ανάκλησης της γνωστοποίησης αρνούνται κάθε ιδέα εφαρμογής εντός του πλαισίου του άρθρου 50 ΣΕΕ των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου και ειδικά του άρθρου 68 Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (ΣΒΔΣ), το οποίο αναγνωρίζει δικαίωμα ανάκλησης μιας γνωστοποίησης αποχώρησης από διεθνή συνθήκη πριν αυτή δημιουργήσει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Υποστηρίζουν ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ αποτελεί lex specialis, που ως τέτοια αποκλείει κάθε εφαρμογή των σχετικών με την αποχώρηση συμβαλλόμενου μέρους κανόνων του διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 54 ΣΕΕ. Η ύπαρξη κενού στην ειδική διάταξη του άρθρου 50 ΣΕΕ και η ανάγκη για την κάλυψή του, ο εθιμικός χαρακτήρας της διάταξης του άρθρου 68 ΣΒΔΣ και η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου συγκροτούν ισχυρό αντίλογο στην παραπάνω θέση (βλ αναλυτικά παρακάτω). 

Στα παραπάνω επιχειρήματα, περισσότερο ως θεωρητική άσκηση, θα μπορούσε να προστεθεί και το εξής: Είναι εσφαλμένο ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ παραγνωρίζει το ενδεχόμενο ένα Κράτος-μέλος, που αποφάσισε να αποχωρήσει, να «αλλάξει γνώμη» στο μέλλον σύμφωνα με τους εθνικούς συνταγματικούς του κανόνες και μετά τη γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης. Με την παρ. 5 του άρθρου 50 ΣΕΕ, που ορίζει ότι «εάν το κράτος που αποχώρησε από την Ένωση ζητήσει την εκ νέου προσχώρησή του, η αίτηση αυτή υπόκειται στη διαδικασία του άρθρου 49», ο «συνταγματικός νομοθέτης» αναγνώρισε το ενδεχόμενο αλλαγής γνώμης, την οποία, ωστόσο, τοποθέτησε χρονικά μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποχώρησης και αφού το πρώην Κράτος-μέλος έχει καταστεί τρίτο Κράτος. Αν πραγματικά ήθελε την αναγνώριση μιας εξουσίας μονομερούς τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης, λόγω αλλαγής γνώμης που ως ενδεχόμενο προβλέπει, γιατί να μην την προβλέψει, αν δεν ήθελε να την αποκλείσει; Αυτό, άλλωστε, συνδυάζεται και με την υποστηριζόμενη άποψη ότι τα κενά που παρουσιάζουν οι διατάξεις του άρθρου 50 ΣΕΕ είναι ηθελημένα, ώστε οι αβεβαιότητες να κάνουν την διάταξη αποτρεπτική στην χρήση της. Η μη ρητή αναγνώριση δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης ίσως είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα Κράτος-μέλος που γνωρίζει ότι η ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης «είναι δρόμος χωρίς γυρισμό» αναμφίβολα αποθαρρύνεται να προσφύγει με ευκολία στο άρθρο 50 ΣΕΕ.  

Ισχυρά επιχειρήματα, όμως, παρουσιάζει και η πλευρά που υποστηρίζει ότι, παρά τη μη ρητή σχετική πρόβλεψη, το άρθρο 50 ΣΕΕ επιτρέπει την ανάκληση της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης και κατ’ αυτό τον τρόπο τον μονομερή τερματισμό της διαδικασίας αποχώρησης πριν αυτή οδηγήσει στην αποχώρηση του Κράτους-μέλους είτε με τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας αποχώρησης είτε κατά τη λήξη της διετούς προθεσμίας για τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας. Υποστηρίζουν, εξάλλου, ότι η ερμηνεία του άρθρου 50, ως ζήτημα ενωσιακού δικαίου, θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις ερμηνευτικές μεθόδους, που έχει αναπτύξει και χρησιμοποιεί το Δικαστήριο. Καταλήγουν δε στο συμπέρασμα ότι ως επί της αρχής, της διατύπωσης της διάταξης αλλά και του πνεύματος των Συνθηκών θα πρέπει να γίνει δεκτή η θέση υπέρ της εξουσίας μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης. Επιτομή της επιχειρηματολογίας αυτής βρίσκει κανείς στη θέση που ανάπτυξε ενώπιον της Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Ένωση (European Union Committee) της Βουλής των Λόρδων στις 4 Μαΐου 2016 ο Καθηγητής Derrick Wyatt, ο οποίος τόνισε τα εξής:
 «Κατά την άποψή μου, ένα Κράτος-μέλος θα μπορούσε να έχει δεύτερες σκέψεις και να ανακαλέσει την απόφασή του να αποχωρήσει ανά πάσα στιγμή πριν από τη σύναψη μιας συμφωνίας αποχώρησης ή στη λήξη της περιόδου των δύο ετών ή της οποιαδήποτε παράτασης που συμφωνήθηκε από το Κράτος-μέλος και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Σχετικά θα ήθελα να συνεισφέρω τρεις λόγους:
Πρώτον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη στη διατύπωση του άρθρου 50 ότι ένα Kράτος-μέλος δεν θα μπορούσε να αλλάξει γνώμη.
Δεύτερον, θα ήταν σύμφωνο με τους γενικούς στόχους της ΕΕ το να επιτραπεί σε ένα υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος να αλλάξει γνώμη και στο τέλος να παραμείνει στην ΕΕ.
Τρίτον, το συμπέρασμα ότι ένα Κράτος-μέλος δεν μπορεί να ανακαλέσει την γνωστοποίηση της πρόθεσής του να αποχωρήσει θα μπορούσε να έχει παράλογες συνέπειες».
Ειδικότερα προβάλλουν τα παρακάτω επιχειρήματα:

Πρώτον, το άρθρο 50 ΣΕΕ, αν και δεν προβλέπει ρητά την εξουσία ανάκλησης της γνωστοποίησης, δεν την αποκλείει κιόλας. Η αντίθετη άποψη δεν λαμβάνει υπόψη την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, που θέλει ασαφείς ή με κενά διατάξεις των Συνθηκών, αυτές, δηλαδή, που η γραμματική τους ερμηνεία δεν μπορεί να προσφέρει ασφαλείς λύσεις, να ερμηνεύονται λαμβάνοντας υπόψη το γενικό σύστημα και το πνεύμα των διατάξεων της Συνθήκης.   

Δεύτερον,  η αναγνώριση από το άρθρο 50 ΣΕΕ ενός δικαιώματος αποχώρησης Κράτους-μέλους από την Ένωση θεμελιώθηκε στην κυριαρχία των Κρατών-μελών, που, αν και έχει υποστεί σοβαρούς περιορισμούς από τη συμμετοχή τους στην Ένωση, δεν έχει εξαφανιστεί. Έτσι, αφού ένα Κράτος-μέλος είναι αρκούντως κυρίαρχο για να αποφασίσει μονομερώς την αποχώρηση του από την Ένωση, χωρίς μάλιστα η απόφασή του να υπόκειται σε ουσιαστικούς περιορισμούς, γιατί θα πρέπει να στερηθεί την εξουσία να αλλάξει την απόφασή του αυτή και να ανακαλέσει την γνωστοποίηση;  Ένας τέτοιος περιορισμός, που δεν προβλέπεται ρητά, θα ήταν, εξάλλου, αντίθετος με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας και συνακόλουθα της αναγνώρισης του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των Κρατών-μελών σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 2 και 4 παρ. 1 ΣΕΕ αντίστοιχα. Η θεμελίωση ενός σιωπηρού ή εξυπακουόμενου δικαιώματος ανάκλησης της γνωστοποίησης στην κυριαρχία των Κρατών-μελών έχει ως αποτέλεσμα την αναστροφή του βάρους της απόδειξης για την ύπαρξη ή μη του δικαιώματος, που το φέρουν αυτοί που προτίθενται να εναντιωθούν στην ανάκληση της γνωστοποίησης. 

Τρίτον, μια ανάγνωση του άρθρου 50 ΣΕΕ κατά τα παραπάνω είναι σύμφωνη και με τους σχετικούς κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου, που εν πολλοίς ενέπνευσαν τον «συνταγματικό νομοθέτη» της Ένωσης κατά τη διατύπωση της ρήτρας αποχώρησης» και ως τέτοιοι πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την ερμηνεία του άρθρου 50 ΣΕΕ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 65 παρ. 1 ΣΒΔΣ προβλέπει ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος, που αποχωρεί από μια συνθήκη οφείλει να το γνωστοποιήσει στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ενώ η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως (άρθρο 67 παρ. 1 ΣΒΔΣ). Το άρθρο 68 ΣΒΔΣ, τέλος,  προβλέποντας ότι «γνωστοποίηση ή έγγραφο προβλεπόμενο από τα άρθρα 65 και 67 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή πριν δημιουργήσει αποτελέσματα», αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα μονομερούς ανακλήσεως γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης από μια διεθνή συνθήκη.  

Τέταρτον,  η αναγνώριση δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης, που ισοδυναμεί με την παροχή της δυνατότητας σε ένα Κράτος-μέλος να αλλάξει γνώμη και να παραμείνει στην Ένωση, υποστηρίζεται από τη συστηματική και τελεολογική ερμηνεία των Συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων των Προοιμίων και των προσαρτημένων Δηλώσεων, στην οποία καταφεύγει συχνά το Δικαστήριο για την ερμηνεία διατάξεων των Συνθηκών και την κάλυψη κενών που παρατηρούνται στη διατύπωσή τους. Άλλωστε η «ρήτρα αποχώρησης» δεν υπάρχει σε ένα κανονιστικό κενό. Τόσο το Προοίμιο όσο και το άρθρο 1 ΣΕΕ επιβεβαιώνουν τη βούληση των Κρατών-μελών «να θέσουν τις βάσεις μιας διαρκώς στενότερης ενώσεως των ευρωπαϊκών λαών» και «να προχωρήσουν σε ένα νέο στάδιο της διαδικασίας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που άρχισε με τη δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», με σκοπό «να εξασφαλίσουν με κοινή δράση την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των κρατών τους καταργώντας τους φραγμούς που διαιρούν την Ευρώπη». Εξάλλου, το Προοίμιο της ΣΕΕ αποτυπώνει την θέληση των Κρατών-μελών για την οικοδόμηση «βαθύτερων σχέσεων αλληλεγγύης μεταξύ των λαών τους», «την ιστορική σημασία του τερματισμού της διαίρεσης της ευρωπαϊκής ηπείρου και την ανάγκη να δημιουργηθούν σταθερές βάσεις για τη μελλοντική οικοδόμηση της Ευρώπης», αλλά και τη διαρκή προσπάθεια για «την ενίσχυση και τη σύγκλιση των οικονομιών τους», για «την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής προόδου των λαών τους» και για «την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ταυτότητας». Με βάση τα παραπάνω η ultima ratio των Συνθηκών είναι να υπηρετήσουν νομικά και θεσμικά το στόχο μιας διαρκώς στενότερης συνεργασίας μεταξύ των Κρατών-μελών στους τομείς εκείνους, που αυτά κυρίαρχα αποφασίζουν την παραχώρηση κρατικών αρμοδιοτήτων. Αν και στο παρόν στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οι εξελίξεις σε νομικό και πολιτικό επίπεδο τείνουν να αφαιρέσουν κάθε «ομοσπονδιακή φιλοδοξία» στην ερμηνευτική προσέγγιση του στόχου της  «διαρκώς στενότερης ένωσης»  και να προσδώσουν «έμφαση στην περιφρούρηση της εθνικής κυριαρχίας», δεν αμφισβητείται ότι ο στόχος της «διαρκώς στενότερης ένωσης», παρά τον προγραμματικό του χαρακτήρα, έχει μεγάλη σημασία ιδιαίτερα όταν παρουσιάζεται στο κείμενο των αποφάσεων του Δικαστηρίου, αφού αποτελεί το ιδεολογικό υπόβαθρό της νομολογίας του για «περισσότερη Ευρώπη», όταν προσεγγίζει ερμηνευτικά τις διατάξεις της Συνθήκης. Όπως σημειώνει ο Καθηγητής Πρόδρομος Δαγτόγλου  η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων των Συνθηκών από το Δικαστήριο οδηγεί στη συναγωγή μιας (ερμηνευτικής) γενικής αρχής, σύμφωνα με την οποία «μεταξύ δυο ερμηνειών μια κοινοτικής διατάξεως πρέπει να προτιμάται εκείνη που ανταποκρίνεται στην ιδιοτυπία της Κοινότητας ή προάγει περισσότερο τους σκοπούς της».

Αν και εκ πρώτης όψεως η «ρήτρα αποχώρησης» του άρθρου 50 ΣΕΕ συγκρούεται  με τον στόχο της «διαρκώς στενότερης ένωσης», όπως την προσεγγίσαμε παραπάνω, κατά τη γνώμη μας κατατείνει να την διευκολύνει, αφού παρέχει τη δυνατότητα σε ένα Κράτος-μέλος, που δεν επιθυμεί την περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, να αποχωρήσει, αντί να εμποδίσει τα υπόλοιπα Κράτη-μέλη «που επιθυμούν να εμβαθύνουν την ολοκλήρωση να κάνουν βήματα μπροστά». Από την άλλη πλευρά αποτελεί έκφραση της κυριαρχίας των Κρατών-μελών, υπέρ των οποίων αναγνωρίζεται το δικαίωμα, αν κρίνουν ότι η συμμετοχή τους στην Ένωση δεν εξυπηρετεί πλέον το εθνικό τους συμφέρον, να αποχωρήσουν. 

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις η αναγνώριση ενός δικαιώματος μονομερούς  τερματισμού της διαδικασίας αποχώρησης με την ανάκληση της γνωστοποίησης και πριν επέλθουν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 50 παρ. 3 ΣΕΕ αποτελέσματα, ιδιαίτερα όταν αυτό το δικαίωμα ασκείται με καλή πίστη, είναι σύμφωνη με τον απώτερο στόχο των Συνθηκών για μια «διαρκώς στενότερη ένωση». Κατά τον Καθηγητή Paul Craig η αντίθετη άποψη θα ανάγκαζε τελικά την ΕΕ «να πετάξει έξω από την πόρτα ένα κράτος που καλόπιστα άλλαξε γνώμη». Βέβαια ελλοχεύει, στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι ένα Κράτος-μέλος μπορεί να τερματίσει μονομερώς τη διαδικασία αποχώρησης, ο κίνδυνος καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και εκβιασμού της Ένωσης.  Αν και ο κίνδυνος είναι υπαρκτός δεν κρίνεται αρκετός για να αναιρέσει το παραπάνω βασικό συμπέρασμα. Άλλωστε, η Ένωση και τα Κράτη-μέλη της διαθέτουν τα νομικά και πολιτικά μέσα για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια καταχρηστική πρακτική.

Πέμπτον, η μη αναγνώριση του δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης πριν από τη λήξη της διετούς προθεσμίας ή τη σύναψη της συμφωνίας αποχώρησης οδηγεί σε παράλογες καταστάσεις στην περίπτωση που το υπό αποχώρηση Κράτος-μέλος, σύμφωνα με τους συνταγματικούς του κανόνες, αλλάξει γνώμη και αποφασίσει να παραμείνει στην Ένωση. Το Κράτος-μέλος θα πρέπει, παρά την αλλαγή της γνώμης του, να περιμένει να παρέλθει η διετής προθεσμία ώστε να απολέσει την ιδιότητα του Κράτους-μέλους, να καταστεί τρίτο κράτος για να μπορέσει να υποβάλλει αίτημα προσχώρησής εκ νέου στην Ένωση κατά το άρθρο 50 παρ. 5 ΣΕΕ. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, ως εκ του αντικειμένου της διαδικασίας προσχώρησης του άρθρου 49 ΣΕΕ το ζητούμενο θα είναι η αποδοχή του ενωσιακού κεκτημένου από το πρώην Κράτος-μέλος, δηλαδή κάτι το οποίο ήταν δεδομένο πριν από την αναγκαστική του αποχώρηση. Υποστηρίζεται, εξάλλου, ότι αν ένα Κράτος-μέλος τηρώντας τους «εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες» αλλάξει γνώμη τότε δεν υπάρχει πλέον η απαιτούμενη πρόθεση αποχώρησης, η γνωστοποίηση της οποίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, είναι η αναγκαία τυπική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 1 ΣΕΕ. 

Κατά την προσωπική μας γνώμη η αποδοχή ενός δικαιώματος ανάκλησης ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα των Συνθηκών και υπηρετεί το στόχο μιας «διαρκώς στενότερης ένωσης των ευρωπαϊκών λαών». Ωστόσο, η παραπάνω συζήτηση καταδεικνύει ότι το ζήτημα παραμένει εξαιρετικά αμφιλεγόμενο και χρειάζεται αντιμετώπιση από το Δικαστήριο, ως το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύσει το άρθρο 50 ΣΕΕ.

2. Το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και η Συμφωνία Αποχώρησης

Δεν αμφισβητείται ότι αποχώρηση ενός Κράτους-μέλους από την Ένωση, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι παλαιό μέλος όπως το Η.Β., απαιτεί την εξαντλητική ρύθμιση πολυσύνθετων διαδικαστικών και ουσιαστικών θεμάτων αλλά και τη θέσπιση μεταβατικών ρυθμίσεων ώστε η αποχώρηση να καταστεί ομαλή και προς όφελος και των δύο πλευρών. Παρ’ όλα αυτά η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 2 ΣΕΕ σε ότι αφορά το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και της Συμφωνίας Αποχώρησης, ορίζοντας ότι μετά τη γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης από Κράτος-μέλος «η Ένωση προβαίνει σε διαπραγματεύσεις και συνάπτει με το εν λόγω κράτος συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρησή του, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο των μελλοντικών του σχέσεων με την Ένωση» δημιουργεί ένα νέο κύκλο ερωτηματικών. Όπως αναφέρει ο Paul Craig «το περιεχόμενο της συμφωνίας αποχώρησης είναι αβέβαιο». Η αβεβαιότητα δημιουργείται κυρίως από τη σύνδεση της Συμφωνίας Αποχώρησης με τη ρύθμιση των μελλοντικών του σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους με την Ένωση. Ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται  είναι τα εξής:
Πρώτον, η Συμφωνία Αποχώρησης και η διαπραγμάτευσής της περιλαμβάνει μόνο τα διαδικαστικού χαρακτήρα ζητήματα της αποχώρησης ή επεκτείνεται και στη ρύθμιση των μελλοντικών σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους με την Ένωση; Με άλλα λόγια το άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ προβλέπει τη σύναψη μιας ή δύο διακεκριμένων συμφωνιών;
Δεύτερον, αν γίνει δεκτό ότι προβλέπεται η σύναψη δύο συμφωνιών, αυτής της αποχώρησης και αυτής της ρύθμισης των μελλοντικών σχέσεων, αποτελεί το άρθρο 50 παρ. 2 ΣΕΕ επαρκή νομική βάση για τη σύναψη της δεύτερης συμφωνίας ή θα πρέπει να αναζητηθεί μια άλλη σχετική διάταξη της Συνθήκης; 
Τρίτον, η αποχώρηση Κράτους-μέλους συνεπάγεται την ανάγκη προσαρμογής ή των Συνθηκών, για την οποία το άρθρο 50 ΣΕΕ δεν κάνει λόγο. Θα γίνει η προσαρμογή αυτή με τη Συμφωνία Αποχώρησης ή θα ακολουθηθεί κάποια άλλη διαδικασία;
Τέταρτον, στην περίπτωση σύναψης δύο διακεκριμένων συμφωνιών (αποχώρησης και μελλοντικών σχέσεων) και κατά συνέπεια δύο κύκλων διαπραγματεύσεων, καθιερώνεται κάποια χρονική αλληλουχία ή οι δύο διαδικασίες μπορούν και να εξελίσσονται παραλλήλως; 

Παρά τις ασάφειες, που χαρακτηρίζει το άρθρο 50 ΣΕΕ, μπορεί να αντλήσει κανείς κάποια χρήσιμα στοιχεία για να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Αυτά, κυρίως, είναι:

(α) Από τη διατύπωση του άρθρου 50 παρ. 2 ΣΕΕ προβλέπεται ρητά η υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το πλαίσιο (περίγραμμα) των μελλοντικών σχέσεων και όχι να ρυθμιστούν αυτές με τη Συμφωνία Αποχώρησης.
(β) Η Συμφωνία Αποχώρησης αποτελεί διεθνή συμφωνία της Ένωσης στο βαθμό που συνάπτεται από την ίδια και όχι τα Κράτη-μέλη κατά τη διαδικασία του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, που αφορά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών από την Ένωση με τρίτα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς και «συνάπτεται εξ ονόματος της Ένωσης από το Συμβούλιο». Κατά συνέπεια η Συμφωνία Αποχώρησης δεν εντάσσεται στο Πρωτογενές Δίκαιο της Ένωσης (Συνθήκες), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να το τροποποιήσει. 
(γ) Προς άρση της αβεβαιότητας, που προκαλεί η αποχώρηση Κράτους-μέλους, οι συντάκτες του άρθρου 50 ΣΕΕ προέβλεψαν προθεσμία δύο ετών από τη γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης για  τη σύναψη και τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας Αποχώρησης. Ωστόσο, γενικώς αναγνωρίζεται ότι η ρύθμιση των μελλοντικών σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους θα απαιτήσει πολύ περισσότερο χρόνο. Έτσι, θα ήταν αντίθετη με το σκοπό του άρθρου 50 ΣΕΕ οποιαδήποτε σημαντική καθυστέρηση της αποχώρησης, επειδή δεν έχουν ρυθμιστεί οι μελλοντικές σχέσεις του αποχωρούντος Κράτους-μέλους από την Ένωση.
(δ) Η διάταξη του άρθρου 50 ΣΕΕ απονέμει στην Ένωση την αποκλειστική αρμοδιότητα για την σύναψη συμφωνίας «που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση». Ωστόσο, αναλόγως του είδους των μελλοντικών σχέσεων που θα συμφωνηθεί μπορεί να υπάρξουν ρυθμίσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Κρατών-μελών. Στην περίπτωση αυτή ο τρόπος σύναψης της σχετικής συμφωνίας θα πρέπει να διαφέρει από αυτόν της Συμφωνίας Αποχώρησης (μεικτή συμφωνία). 

Με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι θα υπάρξουν δύο ξεχωριστές διεθνείς συμφωνίες, αυτή της αποχώρησης και αυτή της ρύθμισης των μελλοντικών σχέσεων του αποχωρούντος Κράτους-μέλους με την Ένωση, που, βεβαίως, συνδέονται αλλά δεν πρέπει να ταυτίζονται. Έτσι, δεν αποκλείεται οι διαπραγματεύσεις να εξελίσσονται παραλλήλως αλλά τελικά να οδηγήσουν σε δύο διακεκριμένες διεθνείς συμφωνίες. Εξάλλου, στο βαθμό που η Συμφωνία Αποχώρησης δεν μπορεί, ως διεθνής συνθήκη, να τροποποιήσει το Πρωτογενές Δίκαιο  της Ένωσης, απαιτείται για την προσαρμογή των Συνθηκών μια τροποιητική συνθήκη, που θα συναφθεί μεταξύ των Κρατών-μελών που παραμένουν κατά τη διαδικασία τροποποίησης των Συνθηκών του άρθρου 48 ΣΕΕ. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com