Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 4/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΜΑΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C 98/16, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας
Η Επιτροπή ασκώντας προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή για παράβαση), ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία, η οποία προβλέπει μόνον υπό τον όρο της αμοιβαιότητας προνομιακό συντελεστή φόρου κληρονομίας για τις κληροδοσίες υπέρ μη κερδοσκοπικών οργανισμών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), παραβίασε το Δίκαιο της ΕΕ. Ειδικότερα,  η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ για την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και από το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Η επίμαχη εθνική νομοθεσία προσδιορίζεται  στο άρθρο 25, παρ. 3, του ελληνικού κώδικα φορολογίας κληρονομιών, ο οποίος ορίζει ότι: «Υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 29, οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι: [...] (β) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, τα οποία υπάρχουν ή συνιστώνται νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και τα αντίστοιχα αλλοδαπά με τον όρο της αμοιβαιότητας και οι περιουσίες του άρθρου 96 του αναγκαστικού νόμου 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Αʹ), εφόσον επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς εθνωφελείς ή θρησκευτικούς ή σε ευρύτερο κύκλο φιλανθρωπικούς ή εκπαιδευτικούς ή καλλιτεχνικούς ή κοινωφελείς κατά την έννοια του άρθρου 1 του αναγκαστικού νόμου 2039/1939.». 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ την ανωτέρω επίδικη νομοθεσία παρέβη τις υποχρεώσεις, οι οποίες προκύπτουν  από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο της 2ας Μαΐου 1992.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-133/15, Η. C. Chavez-Vilchez κ.λπ. κατά Raad van bestuur van de Sociale verzekeringsbank κ.λπ. - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 20 ΣΛΕΕ (Ιθαγένεια της ΕΕ) και υποβλήθηκε από το Εφετείο κοινωνικών ασφαλίσεων και δημοσιοϋπαλληλικών υποθέσεων των Κάτω Χωρών (Centrale Raad van Beroep). Η  αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ της H. C. Chavez-Vilchez και επτά λοιπών υπηκόων τρίτων χωρών (μητέρων) και των αρμόδιων ολλανδικών αρχών. Οι προσφεύγουσες ήταν μητέρες ενός ή περισσοτέρων ανήλικων τέκνων ολλανδικής ιθαγένειας και είχαν την καθημερινή πραγματική φροντίδα τους. Το αντικείμενο της δίκης στο εθνικό δικαστήριο αφορούσε την απόρριψη των αιτημάτων, που είχαν υποβάλει οι μητέρες για κοινωνική αρωγή και χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων, με την αιτιολογία ότι οι ενδιαφερόμενες δεν είχαν δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πατέρας των τέκνων στις επίδικες υποθέσεις είχε την ολλανδική ιθαγένεια και είχε αναγνωρίσει  τα τέκνα, τα οποία, όμως,  ζούσαν κατά κύριο λόγο με τη μητέρα τους.
Τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα έδωσαν την ευκαιρία στο ΔΕΕ να εξετάσει εάν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε Κράτος - μέλος να αρνηθεί το δικαίωμα διαμονής στο έδαφός του σε γονέα (μητέρα), υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας, εφόσον δεν αποκλείεται ο έτερος γονέας, ο οποίος έχει την  ολλανδική ιθαγένεια, να είναι σε θέση να αναλάβει την καθημερινή πραγματική φροντίδα του τέκνου.
Το ΔΕΕ έκρινε  ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, προκειμένου να κριθεί αν τέκνο ολλανδικής ιθαγένειας θα στερηθεί των δικαιωμάτων του πολίτη της ΕΕ, στην περίπτωση που δεν αναγνωρισθεί στον γονέα του  (μητέρα, υπήκοος τρίτης χώρας), δικαίωμα διαμονής στο Κράτος - μέλος, το γεγονός ότι ο έτερος γονέας, ολλανδικής ιθαγένειας, είναι πράγματι ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει κατ’ αποκλειστικότητα την καθημερινή πραγματική φροντίδα του τέκνου είναι κρίσιμο στοιχείο, αλλά δεν επαρκεί για να κριθεί ότι δεν υφίσταται μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του τέκνου σχέση εξαρτήσεως ώστε το τέκνο να υποστεί περιορισμό των δικαιωμάτων του. Η συγκεκριμένη εκτίμηση πρέπει να εδράζεται στο υπέρτατο συμφέρον του τέκνου, στο σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του τέκνου, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με τον γονέα που είναι πολίτης της Ένωσης και με τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του τέκνου ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας.
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα εξετάζεται εάν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε Κράτος - μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που  επιβάλει την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές του Κράτους - μέλους οφείλουν να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως τις συνέπειες της απορριπτικής απόφασης.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-99/16, Jean-Philippe Lahorgue κατά Ordre des avocats du barreau de Lyon κ.λπ. - Προδικαστική
Η συγκεκριμένη απόφαση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 4 της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους, και υποβλήθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Λυών της Γαλλίας (tribunal de grande instance de Lyon). Σύμφωνα με το άρθρο 4 (παρ. 1) της ανωτέρω οδηγίας «Οι δραστηριότητες, οι σχετικές με την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτη ενώπιον των δικαστικών ή των δημοσίων αρχών ασκούνται σε κάθε κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται για τους δικηγόρους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σ’ αυτό το κράτος, αποκλειομένου οποιουδήποτε όρου κατοικίας ή εγγραφής σε επαγγελματική οργάνωση του κράτους αυτού». Επιπρόσθετα σύμφωνα με την παρ. 2  «Κατά την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων, ο δικηγόρος τηρεί τους επαγγελματικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής, παράλληλα με τις υποχρεώσεις οι οποίες του επιβάλλονται στο κράτος μέλος προελεύσεως». Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων την οποία υπέβαλε ο Jean Philippe Lahorgue κατά του Δικηγορικού Συλλόγου της Λυών, του Εθνικού Συμβουλίου Δικηγορικών Συλλόγων, του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων και του Δικηγορικού Συλλόγου Λουξεμβούργου. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ήταν το αίτημα του Jean Philippe Lahorgue να του χορηγηθεί, ως πάροχο διασυνοριακών υπηρεσιών συσκευή συνδέσεως στο εικονικό ιδιωτικό δίκτυο των δικηγόρων (RPVA). Ειδικότερα, ο J. P. Lahorgue, Γάλλος υπήκοος, ήταν δικηγόρος εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο του Λουξεμβούργου. Ζήτησε από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Λυών να του χορηγήσει συσκευή RPVA, που να διευκολύνει τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος. Ωστόσο, ο ανωτέρω δικηγορικός σύλλογος απέρριψε το αίτημα του J. P. Lahorgue για τον λόγο ότι αυτός δεν ήταν μέλος του.
Το βασικό νομικό ζήτημα που αντιμετωπίσθηκε με τη συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση είναι εάν η άρνηση των αρμόδιων αρχών ενός Κράτος - μέλους (Γαλλία) να χορηγήσουν συσκευή RPVA σε δικηγόρο νομίμως εγγεγραμμένο σε δικηγορικό σύλλογο άλλου Κράτους - μέλους (Λουξεμβούργο), για τον λόγο και μόνον ότι δεν είναι εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο του πρώτου Κράτους-μέλους στο οποίο επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμά του ως ελεύθερος επαγγελματίας, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 4 της Οδηγίας 77/249. Ειδικότερα, το ζήτημα που εξετάζεται είναι εάν η άρνηση αυτή συνιστά μέτρο το οποίο εισάγει δυσμενή διάκριση και είναι ικανό να παρεμποδίσει την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στις περιπτώσεις στις οποίες δεν επιβάλλεται, από τον νόμο, υποχρέωση ενέργειας κατόπιν συμφωνίας με άλλο δικηγόρο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η άρνηση των αρμόδιων αρχών να χορηγήσουν συσκευή συνδέσεως στο εικονικό ιδιωτικό δίκτυο των δικηγόρων (RPVA) σε δικηγόρο νομίμως εγγεγραμμένο στο δικηγορικό σύλλογο του Λουξεμβούργο, για τον λόγο και μόνον ότι δεν είναι εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο της Λυών στις περιπτώσεις στις οποίες δεν επιβάλλεται από τον νόμο υποχρέωση ενέργειας κατόπιν συμφωνίας με άλλο δικηγόρο, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 4 της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ. Το ΔΕΕ έκρινε, επίσης,  ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν μια τέτοια άρνηση, ανταποκρίνεται στους σκοπούς της προστασίας των καταναλωτών και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που είναι ικανοί να δικαιολογήσουν τον ανωτέρω περιορισμό, καθώς επίσης και αν ο περιορισμός τελεί σε δυσαναλογία με τους ανωτέρω  σκοπούς. 

4. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-13/16, Valsts policijas Rīgas reģiona pārvaldes Kārtības policijas pārvalde κατά Rīgas pašvaldības SIA Rīgas satiksme - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, στοιχ. στʹ, της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 στοιχ. στ της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να γίνεται μόνον εάν: [......] στ)      είναι απαραίτητη για την επίτευξη του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, υπό τον όρο ότι δεν προέχει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα που χρήζουν προστασίας δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της παρούσας οδηγίας.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (τμήμα διοικητικών διαφορών) της Λετονίας (Augstākās tiesas Administratīvo lietu departaments) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του αρμοδίου γραφείου για τη βεβαίωση τροχαίων παραβάσεων του διοικητικού δικαίου και της Rīgas pašvaldības SIA (Rīgas satiksme), εταιρίας τρόλεϊ της πόλεως της Ρίγας, με αντικείμενο αίτημα γνωστοποιήσεως των δεδομένων ταυτοποιήσεως του υπαιτίου ατυχήματος. Ειδικότερα,  η εταιρεία τρόλεϊ Rīgas satiksme υπέβαλε αίτηση στην αστυνομία, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για το πρόσωπο στο οποίο είχε επιβληθεί διοικητική κύρωση μετά από ατύχημα, καθώς επίσης αντίγραφα των δηλώσεων του οδηγού του ταξί και του επιβάτη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του επιβάτη του ταξί. Η εταιρεία αναζητούσε τις ανωτέρω πληροφορίες προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει για να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά του επιβάτη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Η αστυνομία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της Rīgas satiksme και της κοινοποίησε το ονοματεπώνυμο του επιβάτη, αλλά αρνήθηκε να κοινοποιήσει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του. Επίσης, δεν απέστειλε αντίγραφα των δηλώσεων των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων.
Το νομικό ζήτημα που εξετάζεται είναι εάν το άρθρο 7, στοιχ. στʹ, της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι επιβάλλει την υποχρέωση, στις αρμόδιες αρχές, γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτο, προκειμένου αυτός να μπορέσει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, στοιχ. στʹ, της οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει την υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτο, προκειμένου αυτός να μπορέσει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για τη ζημία που του προκάλεσε το πρόσωπο το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων αυτών.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C 36/16,  Minister Finansów κατά Posnania Investment SA - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 14, παρ. 1, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα ΦΠΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας «Στον ΦΠΑ υπόκεινται οι ακόλουθες πράξεις: α)  οι παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή». Επιπρόσθετα, «παράδοση αγαθού», σύμφωνα με το άρθρο 14, παρ.1, της ανωτέρω Οδηγίας, νοείται η μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κανείς ενσώματο αγαθό ως κύριος. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πολωνίας (Naczelny Sąd Administracyjny) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και της εταιρείας Posnania Investment SA, με αντικείμενο την υπαγωγή στον ΦΠΑ πράξεως, στο πλαίσιο της οποίας η εταιρία μεταβίβασε σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης την κυριότητα επί ακινήτου προς διακανονισμό φορολογικής οφειλής.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. αʹ, και το άρθρο 14, παρ. 1, της Οδηγίας περί ΦΠΑ έχουν την έννοια ότι η εκ μέρους ενός υποκείμενου στον ΦΠΑ μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υπέρ οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης Κράτους-μέλους για πληρωμή ληξιπρόθεσμης φορολογικής οφειλής, συνιστά παράδοση αγαθού εξ επαχθούς αιτίας που υπόκειται στον ΦΠΑ.
Το ΔΕΕ έκρινε  ότι οι ανωτέρω διατάξεις έχουν την έννοια ότι η μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υπέρ οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης κράτους μέλους, για πληρωμή και διακανονισμό ληξιπρόθεσμης φορολογικής οφειλής, δεν συνιστά παράδοση αγαθού εξ επαχθούς αιτίας που υπόκειται στον φόρο προστιθέμενης αξίας.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-315/15, Marcela Pešková και Jiří Peška κατά Travel Service a.s. - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη «ο πραγματικός αερομεταφορέας δεν υποχρεούται να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 7 αν μπορεί να αποδείξει ότι η ματαίωση έχει προκληθεί από έκτακτες περιστάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα.». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το 6ο περιφερειακό δικαστήριο Πράγας της Τσεχίας (Obvodní soud pro Prahu 6) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Marcela Pešková και του Jiří Peška και του αερομεταφορέα Travel Service a.s., σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να καταβάλει αποζημίωση σε επιβάτες, των οποίων η πτήση είχε μεγάλη καθυστέρηση (πέντε ώρες και δέκα λεπτά). Ειδικότερα, οι ενάγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν να επιδικασθεί σε έκαστον εξ αυτών ποσό ύψους περίπου 6.825 τσεχικών κορόνων. Τα νομικά ζητήματα που τέθηκαν συνοψίζονται στα εξής: 
1.Το πρώτο νομικό ζήτημα εξετάζει εάν το άρθρο 5, παρ. 3, του Kανονισμού 261/2004, έχει την έννοια ότι η πρόσκρουση πτηνού σε αεροσκάφος εμπίπτει στην έννοια των «έκτακτων περιστάσεων».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η πρόσκρουση πτηνού σε αεροσκάφος εμπίπτει στην έννοια των έκτακτων περιστάσεων της ανωτέρω διάταξης.
2. Το δεύτερο νομικό ζήτημα που εξετάζεται είναι εάν το άρθρο 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004, έχει την έννοια ότι τα «εύλογα μέτρα» τα οποία ένας αερομεταφορέας υποχρεούται να λάβει προκειμένου να μειώσει ή ακόμη και να αποτρέψει τους κινδύνους από τη σύγκρουση με πτηνό και, με τον τρόπο αυτόν, να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποζημιώσεως περιλαμβάνουν τα μέτρα προληπτικού ελέγχου της υπάρξεως πτηνών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη έχει την έννοια ότι τα «εύλογα μέτρα» περιλαμβάνουν μέτρα προληπτικού ελέγχου της υπάρξεως πτηνών, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α. Ότι από τεχνικής και διοικητικής απόψεως, τέτοιου είδους μέτρα μπορούν πράγματι να ληφθούν από τον αερομεταφορέα,
β. Ότι τα μέτρα αυτά δεν επιβάλλουν στον αερομεταφορέα  θυσίες υπερβαίνουσες τις δυνατότητες της επιχειρήσεώς του και 
γ. Ότι ο αερομεταφορέας αποδεικνύει ότι τα μέτρα πράγματι ελήφθησαν σε σχέση με την πτήση που επηρεάστηκε από τη σύγκρουση με πτηνό.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-339/15, Luc Vanderborght - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ (ελευθερία εγκαταστάσεως και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) και της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του βελγικού νόμου περί διαφημίσεως αναφορικά με τις υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως «Ουδείς δύναται να πραγματοποιήσει, άμεσα ή έμμεσα, διαφήμιση καθ’ οιονδήποτε τρόπο για τη θεραπεία από τον ίδιο ή άλλο πρόσωπο ειδικευμένο ή μη, στο Βέλγιο ή στην αλλοδαπή, των παθήσεων, τραυμάτων ή ανωμαλιών του στόματος και των οδόντων, ειδικά μέσω προθηκών, πινακίδων, επιγραφών ή πλακετών ικανών να παραπλανήσουν ως προς το νόμιμο της αναγγελλόμενης δραστηριότητας, μέσω φυλλαδίων πάσης φύσεως, διά του τύπου, των ραδιοκυμάτων και του κινηματογράφου [...]». Επίσης, το βασιλικό διάταγμα για τη ρύθμιση της ασκήσεως του οδοντιατρικού επαγγέλματος ορίζει ότι  «Για τη γνωστοποίηση στο κοινό, στο κτίριο στο οποίο ειδικευμένο πρόσωπο [...] ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου, είναι δυνατή μόνο η ανάρτηση επιγραφής ή πινακίδας διακριτικής σε διαστάσεις και όψη, αναγράφουσας το όνομα του επαγγελματία και ενδεχομένως τον κατά νόμον τίτλο του, τις ημέρες και ώρες λειτουργίας του ιατρείου, την ονομασία της επιχειρήσεως ή του υγειονομικού φορέα εντός του οποίου αυτός ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα· αυτή μπορεί επίσης να αναφέρει τον τομέα οδοντιατρικής στον οποίο ειδικεύεται ο επαγγελματίας: επανορθωτική οδοντιατρική, προσθετική, ορθοδοντική, χειρουργική οδοντιατρική.» Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο Βρυξελλών (ποινικό τμήμα) του Βελγίου  (Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel, strafzaken) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του Luc Vanderborght. Ο Luc Vanderborght είχε εγκατασταθεί στο Βέλγιο και ασκούσε το επάγγελμα του οδοντίατρου. Ο ανωτέρω οδοντίατρος διώχθηκε για παραβίαση της ανωτέρω εθνικής νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει  οποιαδήποτε διαφήμιση για υπηρεσίες στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι  εάν η Οδηγία 2005/29 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία προστατεύει τη δημόσια υγεία και την αξιοπρέπεια του οδοντιατρικού επαγγέλματος απαγορεύοντας γενικώς και απολύτως κάθε διαφήμιση υπηρεσιών στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως και καθορίζοντας συγκεκριμένες απαιτήσεις διακριτικότητας όσον αφορά τις πινακίδες των οδοντιατρείων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση δεν αντιτίθεται στην οδηγία 2005/29 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές.
Επίσης, το ΔΕΕ σε επόμενο προδικαστικό ερώτημα (έκτο προδικαστικό ερώτημα) εξέτασε εάν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στην επίδικη εθνική νομοθεσία, που απαγορεύει γενικώς και απολύτως κάθε διαφήμιση υπηρεσιών στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει γενικώς και απολύτως κάθε διαφήμιση υπηρεσιών στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση  C-699/15, Commissioners for Her Majesty’s Revenue & Customs κατά Brockenhurst College - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 132, παρ. 1, στοιχ. θ, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό σύστημα ΦΠΑ.  Σύμφωνα με το άρθρο 132 στοιχ. θ της Οδηγίας 2006/112: «Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις: [...] θ)  «την εκπαίδευση των παιδιών ή των νέων, τη σχολική ή πανεπιστημιακή εκπαίδευση, την επαγγελματική εκπαίδευση, επιμόρφωση ή επανακατάρτιση καθώς και τις στενά συνδεόμενες με αυτές παροχές υπηρεσιών και παραδόσεις αγαθών, που πραγματοποιούνται από οργανισμούς δημόσιου δικαίου που επιδιώκουν τους ανωτέρω σκοπούς ή από οργανισμούς που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αναγνωρίζει ότι έχουν παρεμφερείς σκοπούς». Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλία, Ουαλία, πολιτικό τμήμα)  (Court of Appeal, England & Wales, Civil Division) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της φορολογικής και τελωνειακής αρχής του ΗΒ και του Brockenhurst College. Αντικείμενο της δίκης, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αποτέλεσε  η απαλλαγή από τον ΦΠΑ των υπηρεσιών εστιάσεως και ψυχαγωγίας που παρέχει το κολλέγιο αυτό. Ειδικότερα, το ανωτέρω κολλέγιο αποτελεί  ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως το οποίο παρέχει κατάρτιση στους τομείς της εστιάσεως, των ξενοδοχείων και των παραστατικών τεχνών. Το κολλέγιο λειτουργεί,  μέσω των σπουδαστών του, εστιατόριο και διοργανώνει παραστάσεις προοριζόμενες για κοινό εκτός του ιδρύματος προκειμένου οι σπουδαστές να αποκτήσουν δεξιότητες σε πρακτικό επίπεδο. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 132, παρ. 1, στοιχ. θʹ, της Οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές υπηρεσιών «στενά συνδεόμενες» με τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες και ως εκ τούτου ως απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ, δραστηριότητες, που συνίστανται στην παροχή από τους σπουδαστές ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, στο πλαίσιο της εκπαιδεύσεώς τους και εξ επαχθούς αιτίας, υπηρεσιών εστιάσεως και ψυχαγωγίας προς τρίτους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ έχει την έννοια ότι μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές υπηρεσιών «στενά συνδεόμενες» με την κύρια παροχή εκπαιδεύσεως, και, ως εκ τούτου, απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ, οι δραστηριότητες, οι οποίες συνίστανται στην παροχή από σπουδαστές ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, υπηρεσιών εστιάσεως και ψυχαγωγίας προς τρίτους υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:
1. Ότι οι υπηρεσίες είναι απαραίτητες για την εκπαίδευσή τους και
2. Ότι δεν προορίζονται για να προσπορίσουν στο ίδρυμα συμπληρωματικά έσοδα, με την πραγματοποίηση πράξεων που ανταγωνίζονται άμεσα τις πράξεις άλλων εμπορικών επιχειρήσεων, που υπόκεινται σε καθεστώς ΦΠΑ.

9.  ΔΕΕ απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C 682/15, Berlioz Investment Fund SA κατά Directeur de l’administration des contributions directes - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, καθώς και στην ερμηνεία των άρθρων 47 και 51 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Σύμφωνα με το άρθρο 1, παρ. 1, της ανωτέρω Οδηγίας: «Η παρούσα οδηγία ορίζει τους κανόνες και τις διαδικασίες βάσει των οποίων τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που, κατά πάσα πιθανότητα, έχουν σημασία για τη διοίκηση και την επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας των κρατών μελών όσον αφορά στους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας: «Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής, η λαμβάνουσα αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οιαδήποτε πληροφορία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 που διαθέτει ή που περιέρχεται σε αυτήν ως αποτέλεσμα διοικητικών ερευνών.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Εφετείο του Λουξεμβούργο (Cour administrative) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Berlioz Investment Fund SA και του διευθυντή της υπηρεσίας άμεση φορολογίας του Λουξεμβούργο με αντικείμενο τη χρηματική κύρωση που της επέβαλε λόγω της αρνήσεώς της να ανταποκριθεί σε αίτημα παροχής πληροφοριών, στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών με τη γαλλική φορολογική διοίκηση. Ειδικότερα, η Berlioz είναι ανώνυμη εταιρία λουξεμβουργιανού δικαίου, η οποία εισέπραξε μερίσματα που της κατέβαλε η θυγατρική της Cofima (ανώνυμη εταιρία γαλλικού δικαίου) με απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου. Η γαλλική φορολογική διοίκηση, έχοντας αμφιβολίες ως προς το αν η απαλλαγή της οποίας έτυχε η Cofima πληρούσε τις προϋποθέσεις του γαλλικού δικαίου, απηύθυνε στη λουξεμβουργιανή φορολογική διοίκηση αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικών με την Berlioz βάσει της οδηγίας 2011/16. Η εταιρεία δεν γνωστοποίησε τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εταίρων της, τον αριθμό των μετοχών κάθε εταίρου και το ποσοστό που αντιπροσώπευε ο αριθμός αυτός επί του μετοχικού κεφαλαίου, υποστηρίζοντας ότι οι πληροφορίες αυτές στερούνταν προβλέψιμης συνάφειας, κατά την έννοια της οδηγίας 2011/16. Εν συνεχεία, ο διευθυντής της υπηρεσίας άμεσης φορολογίας επέβαλε στην Berlioz διοικητικό πρόστιμο ύψους 250 000 ευρώ, λόγω της αρνήσεώς της να παράσχει τις ανωτέρω πληροφορίες.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 51, παρ. 1, του Χάρτη έχει την έννοια ότι Κράτος - μέλος θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης με συνέπεια να καθίσταται εφαρμοστέος ο Χάρτης, όταν προβλέπει στη νομοθεσία του χρηματική κύρωση για τον διοικούμενο που αρνείται να παράσχει πληροφορίες στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ φορολογικών αρχών βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2011/16.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 51, παρ. 1, του Χάρτη έχει την έννοια ότι κράτος μέλος θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης στην ανωτέρω περίπτωση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι διοικούμενος στον οποίο έχει επιβληθεί χρηματική κύρωση λόγω μη συμμορφώσεώς του προς διοικητική απόφαση, που τον υποχρεώνει να παράσχει ορισμένες πληροφορίες στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ εθνικών φορολογικών διοικήσεων δυνάμει της Οδηγίας 2011/16, έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι διοικούμενος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου λόγω άρνησης παροχής πληροφοριών.
Το τρίτο νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι εάν το άρθρο 1, παρ. 1, και το άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16 έχουν την έννοια ότι η «προβλέψιμη συνάφεια» των πληροφοριών που ζητεί Κράτος-μέλος από άλλο Κράτος-μέλος αποτελεί προϋπόθεση την οποία πρέπει να πληροί το αίτημα παροχής πληροφοριών προκειμένου να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση του λαμβάνοντος Κράτους-μέλους να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό και, ως εκ τούτου, αν αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία το Κράτος-μέλος υποχρεώνει ορισμένο διοικούμενο να παράσχει ορισμένες πληροφορίες.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι η «προβλέψιμη συνάφεια» των πληροφοριών αποτελεί προϋπόθεση την οποία πρέπει να πληροί το αίτημα παροχής πληροφοριών προκειμένου να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση του λαμβάνοντος Κράτους-μέλους να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό. Ως εκ τούτου, η προβλέψιμη συνάφεια αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας τόσο της αποφάσεως με την οποία το Κράτος μέλος υποχρεώνει ορισμένο διοικούμενο να παράσχει ορισμένες πληροφορίες όσο και της κυρώσεως που του επιβάλλει σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς την απόφαση αυτή.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-617/15, Hummel Holding A/S κατά Nike Inc., Nike Retail BV - Προδικαστική
 Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 97, παρ. 1, του Κανονισμού 207/2009 του Συμβουλίου για το σήμα της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 97 (Διεθνής δικαιοδοσία) παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού «1. Με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού, καθώς και του κανονισμού [44/2001] που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 94, οι διαδικασίες που προκύπτουν από αγωγές και ανταγωγές που προβλέπονται στο άρθρο 96 διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο εναγόμενος έχει την κατοικία του ή, αν δεν έχει κατοικία σε ένα από τα κράτη μέλη, στο δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο έχει εγκατάσταση» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο του Ντύσσελντορφ της Γερμανίας (Oberlandesgericht Düsseldorf) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ αφενός της Hummel Holding A/S και αφετέρου της Nike Inc. και της θυγατρικής της Nike Retail BV, σχετικά με την παραποίηση/απομίμηση από τις δύο τελευταίες ενός διεθνούς σήματος της Hummel Holding, το οποίο ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 97, παρ. 1, του Κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι νομικώς ανεξάρτητη εταιρία, που εδρεύει σε Κράτος-μέλος και αποτελεί θυγατρική μιας μητρικής επιχειρήσεως, που δεν έχει την έδρα της στην Ένωση, συνιστά «εγκατάσταση» της μητρικής επιχειρήσεως κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο  97, παράγραφος 1,του κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ανωτέρω νομικώς ανεξάρτητη εταιρία συνιστά «εγκατάσταση» της μητρικής επιχειρήσεως (που δεν έχει την έδρα της στην ΕΕ) υπό την προϋπόθεση ότι η θυγατρική εταιρεία συνιστά κέντρο επιχειρήσεων στο Κράτος - μέλος της ΕΕ και ασκεί πραγματική και σταθερή εμπορική δραστηριότητα, η οποία εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση της εν λόγω μητρικής επιχειρήσεως.

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2017
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2016
Επιμέλεια, Πρόλογος: Μ. Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής, ΔΠΘ 

Προλογικό σημείωμα

Στο κείμενο που επισυνάπτεται προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελείται από το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και τα Ειδικευμένα Δικαστήρια) κατά το έτος 2016. Πρόκειται για μία καταγραφή των αποφάσεων των παραπάνω Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Παρακάτω καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο ορισμένες υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των κοινοτικών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Όλες οι αποφάσεις είναι αδημοσίευτες ακόμη στη έντυπη Συλλογή των Αποφάσεων του Δικαστηρίου. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.

Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος ( βλ. αναλυτικά εδώ) αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:
1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2016) καταγράφτηκαν  δεκαπέντε (15) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός είναι ελαφρώς αυξημένος σε σύγκριση με προηγούμενα έτη (μόλις 11 αποφάσεις το 2013, 13 το 2012 και 11 του 2011), χωρίς, ωστόσο, να προσεγγίζει τον ως ένα βαθμό υπερβολικό αριθμό των σαράντα (40) αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον για το 2014. Όπως είχαμε παρατηρήσει ο αριθμός αυτός ήταν ιδιαίτερα υψηλός και οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα). Εξάλλου, ο σημαντικός περιορισμός των υποθέσεων ελληνικού ενδιαφέροντος ενώπιον του ΔΕΕ οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία χρόνια στον σταθερά μειωμένο αριθμό των αποφάσεων επί προσφυγών για παράβαση (άρθρο 258 ΣΛΕΕ), που δεν εξισορροπήθηκε από την αύξηση άλλης κατηγορίας υποθέσεων, όπως για παράδειγμα προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων, που παραμένουν σταθερά ολιγάριθμες.
2. Το 2016 διατηρείται η σημαντικά βελτιωμένη της εικόνας της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται μόλις τέσσερεις (4) καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς. Ο αριθμός αυτός σταθερά κινείται κάτω από το μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου πέντε (5).  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στα  αντίστοιχα σημειώματά μας για το 2014 και το 2015, οπότε παρέλκει η επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να επαναλάβουμε ότι αυτή η βελτίωση, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: 
Στη σημασία που φαίνεται να δίνεται πλέον στη τήρηση των υποχρεώσεων, πού αναλαμβάνει η χώρα μας έναντι της Ένωσης.  
Στην προσπάθεια της χώρας μας να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του, που διαρκώς απαιτεί, χωρίς να τηρεί τα συμφωνηθέντα και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί αυτόνομα αν η κατάσταση αυτή οφείλεται και στην πίεση που ασκείται από την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς εποπτείας (τρόικα) κατόπιν της προσφυγής της στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς από το Μάιο 2010. 
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ως αρνητικό το γεγονός ότι μεταξύ των τεσσάρων  (4) καταδικαστικών αποφάσεων του 2016 καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ.
Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι μεταξύ των τεσσάρων (4) καταδικαστικών αποφάσεων οι δύο (2) αφορούν γενικότερα την προστασία του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη. Στον τομέα αυτό (διαχείριση αποβλήτων), άλλωστε, εντοπίζεται  και η απόφαση του Δικαστηρίου για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων (κατ’ αποκοπή ποσού ή/και χρηματικής ποινής) κατά της χώρας μας, επειδή αυτή δεν συμμορφώθηκε σε προηγούμενη καταδικαστική απόφασή του ΔΕΕ. Η νέα απόφαση έρχεται να προστεθεί σε σειρά καταδικαστικών αποφάσεων (τρεις αποφάσεις το 2014 και μία απόφαση το 2015), που αφορούν την διαχείριση των απορριμμάτων, που τείνει να αναδειχθεί σε ένα από τα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Άξια λόγου εδώ είναι η απόφαση C-504/14, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, που αφορούσε την προστασία της θαλάσσιας χελώνας Caretta – Caretta.    
3. Το 2016 εντοπίζονται τρεις (3) αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που όλες προήλθαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), που διατηρεί έναν περιορισμένο αλλά σταθερό διάλογο με το Δικαστήριο (μεταξύ των οποίων και η πολύ-αναμενόμενη C-201/15, ΑΓΕΤ Ηρακλής κατά Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που αφορούσε το καθεστώς των ομαδικών απολύσεων στην Ελλάδα). Ο αριθμός αυτός είναι βέβαια αυξημένος έναντι των δύο προηγούμενων ετών (μία μόλις απόφαση το 2014 και 2015) αλλά παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός και επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 
 Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. 
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες), καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικές Υποθέσεις). 

Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα  Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα,  συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που ακολουθεί.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Σάββατο 13 Μαΐου 2017


CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-202/16, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας 
Με την προσφυγή της σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή για παράβαση) η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, ανεχόμενη τη λειτουργία του χώρου υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) Τεμπλονίου, ο οποίος δεν πληροί τους όρους και τις προδιαγραφές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, παρέβη το Δίκαιο της ΕΕ. Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία,  με την ανωτέρω συμπεριφορά της, παραβίασε το άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών, καθώς και το άρθρο 8, στοιχείο αʹ, το άρθρο 11, παράγραφος 1, και το παράρτημα I της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98, «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, και ιδίως: α)  χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα, το έδαφος, τα φυτά ή τα ζώα, β) χωρίς να προκαλείται όχληση από θόρυβο ή οσμές, και γ) χωρίς να επηρεάζεται δυσμενώς το τοπίο ή οι τοποθεσίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.» Επιπροσθέτως, το άρθρο 8, στοιχείο α, της Οδηγίας 1999/31 προβλέπει ότι τα Κράτη-μέλη διασφαλίζουν ότι «η αρμόδια αρχή εκδίδει άδεια λειτουργίας χώρου ταφής μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, με την επίδικη συμπεριφορά της παραβίασε το Δίκαιο της ΕΕ και ειδικότερα τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις των ανωτέρω οδηγιών.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υποθέσεις C 680/15 και C 681/15, Asklepios Kliniken Langen-Seligenstadt GmbH κατά Ivan Felja – Προδικαστική 
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 3 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, καθώς επίσης και στην ερμηνεία του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της ανωτέρω οδηγίας τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον διάδοχο εργοδότη. Μετά τη μεταβίβαση, ο νέος-διάδοχος εργοδότης εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες, με συλλογική σύμβαση, όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του προηγούμενου εργοδότη μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως. Επιπροσθέτως, τα Κράτη - μέλη μπορούν να περιορίζουν την περίοδο τηρήσεως των εν λόγω όρων εργασίας, υπό την αίρεση ότι η περίοδος αυτή δεν θα είναι κατώτερη του έτους.  
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκαν από το ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών της Γερμανίας (Bundesarbeitsgericht), στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ των εργαζομένων Ivan Felja και Vittoria Graf και της Asklepios Kliniken Langen-Seligenstadt GmbH και της Asklepios Dienstleistungsgesellschaft mbH σχετικά με την εφαρμογή συλλογικής συμβάσεως εργασίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στις ανωτέρω υποθέσεις είναι εάν το άρθρο 3 της Οδηγίας 2001/23, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, η διατήρηση των εκ συμβάσεως εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος περιλαμβάνει ρήτρα βάσει της οποίας η εργασιακή σχέση τους διέπεται όχι μόνον από την ισχύουσα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως συλλογική σύμβαση, αλλά και από μεταγενέστερες, της μεταβιβάσεως αυτής, συμβάσεις που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή αντικαθιστούν την αρχική. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3 της ανωτέρω οδηγίας έχει την έννοια ότι, η διατήρηση των εκ συμβάσεως εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος περιλαμβάνει και τη ρήτρα, σύμφωνα με την οποία η εργασιακή σχέση τους διέπεται και από μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή αντικαθιστούν την αρχική. Η ανωτέρω κρίση του ΔΕΕ ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι το εθνικό δίκαιο προβλέπει, υπέρ του διαδόχου εργοδότη, δυνατότητες προσαρμογής, τόσο βάσει συμφωνίας με τον εργαζόμενο όσο και μονομερώς.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-668/15, Jyske Finans A/S κατά Ligebehandlingsnævnet - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση αφορούσε στην  ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 2, στ. αʹ και βʹ, της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της ανωτέρω οδηγίας «α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, σε ένα πρόσωπο επιφυλάσσεται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε ένα άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση, β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.» 
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Εφετείο Δυτικής Δανίας (Vestre Landsret) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Jyske Finans A/S και του Συμβουλίου Ίσης Μεταχειρίσεως (Ligebehandlingsnævnet), το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του Ismar Huskic. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα κανόνα εσωτερικής διαδικασίας της εταιρίας, σύμφωνα με τον οποίο απαιτούνταν πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας, υπό τη μορφή αντιγράφου διαβατηρίου ή άδειας διαμονής, από πρόσωπα τα οποία υποβάλλουν αίτηση χορηγήσεως δανείου για αγορά αυτοκινήτου και τα οποία αποδεικνύουν την ταυτότητά τους μέσω της άδειας οδηγήσεώς τους, όπου αναγράφεται χώρα γεννήσεως που δεν είναι Κράτος-μέλος της ΕE ή της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ).
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της Οδηγίας 2000/43 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε πρακτική χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, που επιβάλλει σε πελάτη, του οποίου η άδεια οδηγήσεως αναγράφει χώρα γεννήσεως που δεν είναι Κράτος-μέλος της Ένωσης ή της ΕΖΕΣ, την υποχρέωση να παράσχει πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας μέσω της προσκομίσεως αντιγράφου του διαβατηρίου ή της άδειας διαμονής του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω πρακτική χρηματοπιστωτικού ιδρύματος να επιβάλλει σε πελάτη του την υποχρέωση να παρέχει πρόσθετα στοιχεία μέσω της προσκομίσεως αντιγράφου του διαβατηρίου ή της άδειας διαμονής του.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-620/15, A-Rosa Flussschiff GmbH κατά Union de recouvrement des cotisations de sécurité sociale et d’allocations familiales d’Alsace (Urssaf) - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με το επίμαχο άρθρο του ανωτέρου κανονισμού «το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσότερων κρατών μελών υπόκειται στη νομοθεσία η οποία προσδιορίζεται ως εξής: α)  το πρόσωπο που είναι μέλος του προσωπικού που ταξιδεύει διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος, μιας επιχειρήσεως η οποία διενεργεί, για λογαριασμό δικό της ή τρίτων διεθνείς σιδηροδρομικές, οδικές, αεροπορικές ή πλωτές μεταφορές επιβατών ή εμπορευμάτων, έχει δε την έδρα της στο έδαφος κράτους μέλους, υπόκειται στη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους. Πάντως: i)   το πρόσωπο που απασχολείται σε υποκαταστήματα ή μόνιμη αντιπροσωπεία που διατηρεί η επιχείρηση αυτή στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο έχει την έδρα της, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται το υποκατάστημα αυτό ή η μόνιμη αντιπροσωπεία». Επιπροσθέτως, το άρθρο 12α, σημείο 1α, του Κανονισμού 574/72 προέβλεπε ότι ο φορέας που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του Κράτους -  μέλους του οποίου η νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως παραμένει εφαρμοστέα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1408/71, είχε την υποχρέωση να χορηγεί στον ενδιαφερόμενο πιστοποιητικό τύπου E 101, με το οποίο βεβαιωνόταν ότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος υπαγόταν στη νομοθεσία του εν λόγω Κράτους-μέλους. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Κρατών-μελών της και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 2002/309/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εφαρμόζουν μεταξύ τους, στον τομέα του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, τις σχετικές κοινοτικές πράξεις.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της A-Rosa Flussschiff GmbH και της Union de recouvrement des cotisations de sécurité sociale et d’allocations familiales) (URSSAF, Γαλλική Αρχή) και του Ελβετικού Ταμείου Κοινωνικής Ασφάλισης του καντονίου του Graubünden. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η μη πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών προς το γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως για το διάστημα από 1 Απριλίου 2005 έως 30 Σεπτεμβρίου 2007. Ειδικότερα   η A-Rosa, με έδρα στη Γερμανία, εκμεταλλεύεται δύο κρουαζιερόπλοια που πλέουν στον Ροδανό (Γαλλία) και στον Σον (Γαλλία), στα οποία εργάζονται 45 και 46 εποχιακοί εργαζόμενοι, αντιστοίχως, πολίτες των Κρατών - μελών πλην της Γαλλίας, ως ξενοδοχοϋπάλληλοι.  Μετά από έλεγχο που διενήργησε η URSSAF, διαπιστώθηκαν παρατυπίες στην ασφαλιστική κάλυψη των μισθωτών εργαζομένων που απασχολούνταν ως ξενοδοχοϋπάλληλοι και εκδόθηκε σχετική διορθωτική πράξη, η οποία καταλόγιζε στην A-Rosa καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές, ύψους 2 024 123 ευρώ, προς το γαλλικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Κατά τους ελέγχους αυτούς, η A-Rosa προσκόμισε πιστοποιητικά τύπου E 101, που αφορούσαν το έτος 2007 και τα οποία είχαν εκδοθεί από το ελβετικό ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1408/71. Οι γαλλικές αρχές έκριναν ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι, δεδομένου ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεώς τους εργάζονταν σε πλοία, που εκτελούσαν δρομολόγια αποκλειστικά εντός της Γαλλίας, υπάγονταν στο γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, Ωστόσο η εταιρία, στηριζόμενη στα πιστοποιητικά E 101, με τα οποία βεβαιώνεται η υπαγωγή των εν λόγω εργαζομένων στο ελβετικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωσή τους πρέπει να εφαρμοστεί η ελβετική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως. 

Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 12α, σημείο 1α, του Κανονισμού 574/72 έχει την έννοια ότι πιστοποιητικό E 101 που χορηγείται από τον φορέα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή Κράτους-μέλους δεσμεύει τόσο τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και τα δικαστήρια του Κράτους-μέλους εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ακόμη και όταν διαπιστώνεται από τους εν λόγω φορείς ότι προδήλως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του πιστοποιητικού E 101.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το πιστοποιητικό Ε101 δεσμεύει τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και τα δικαστήρια του Κράτους-μέλους εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ακόμη και όταν οι φορείς του Κράτους-μέλους, στο οποίο παρασχέθηκε η υπηρεσία του εργαζομένου διαπιστώνουν ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του δικαίου της ΕΕ για τη χορήγηση πιστοποιητικού Ε 101.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-527/15, Stichting Brein κατά Jack Frederik Wullems, agissant sous le nom Filmspeler - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 5, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω οδηγίας «τα κράτη - μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος». Επιπρόσθετα,  σύμφωνα με τις επίμαχες παραγράφους του άρθρου 5 της ανωτέρω οδηγίας «οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής, οι οποίες είναι μεταβατικές ή παρεπόμενες και οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου, έχουν δε ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψουν: α) την εντός δικτύου μετάδοση μεταξύ τρίτων μέσω διαμεσολαβητή, ή β) τη νόμιμη χρήση ενός έργου ή άλλου προστατευομένου αντικειμένου, και οι οποίες δεν έχουν καμία ανεξάρτητη οικονομική σημασία, εξαιρούνται από το δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2».  Οι ανωτέρω εξαιρέσεις και οι περιορισμοί εφαρμόζονται μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ή άλλου προστατευομένου αντικειμένου και δεν θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Stichting Brein, ιδρύματος για την προάσπιση των συμφερόντων των δημιουργών και του Jack Frederik Wullems, με αντικείμενο την εκ μέρους του πώληση μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, η οποία καθιστούσε δυνατή την ελεύθερη πρόσβαση σε οπτικοακουστικά έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν η «παρουσίαση στο κοινό» στο πλαίσιο του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω οδηγίας έχει την έννοια ότι καλύπτει την πώληση μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, η οποία περιέχοντας υπερσυνδέσμους προς ελευθέρως προσβάσιμους στο κοινό ιστοτόπους, παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια  «παρουσίαση στο κοινό», περιλαμβάνει και την πώληση διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, η οποία παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-559/15, Onix Asigurări SA κατά Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS) - Προδικαστική 
H συγκεκριμένη αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 6, της Οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, τα Κράτη-μέλη έχουν το δικαίωμα σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών, που διαπράττονται στο έδαφός τους. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τη δυνατότητα απαγόρευσης της σύναψης νέων συμβάσεων από ασφαλιστική επιχείρηση στο έδαφός τους. 
Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας (Consiglio di Stato)  στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Onix Asigurări SA, εταιρίας ρουμανικού δικαίου, και του Ινστιτούτου εποπτείας του τομέα των ασφαλίσεων  της Ιταλίας (Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS). Το ανωτέρω Ινστιτούτο συνιστά την ιταλική εποπτική αρχή ασφαλίσεων, ενώ αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα της απόφασής του να απαγορεύσει τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων στο ιταλικό έδαφος. Ειδικότερα,  το IVASS διαπιστώνοντας ότι είχαν εκδοθεί καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του κυρίου μετόχου της Onix, οι οποίες έπλητταν τη φήμη του, αποφάσισε το Δεκέμβριο του 2013 να απαγορεύσει στην Onix τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων στο ιταλικό έδαφος.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 40 παρ. 6 της Οδηγίας  92/49 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην, εκ μέρους των εποπτικών αρχών Κράτους-μέλους, λήψη μέτρου σε κατεπείγουσες περιπτώσεις σε βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως, που απαγορεύει τη σύναψη νέων συμβάσεων στο έδαφος Κράτους-μέλους λόγω καταδικαστικών αποφάσεων που πλήττουν τη φήμη του κυρίου μετόχου της ασφαλιστικής εταιρείας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της οδηγίας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην λήψη του μέτρου της απαγόρευσης σύναψης νέων συμβάσεων λόγω κακής φήμης του κυρίου μετόχου εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται στο έδαφος του Κράτους - μέλους υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-544/15, Sahar Fahimian κατά Bundesrepublik Deutschland - Προδικαστική 
Η συγκεκριμένη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε  στην ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ, της Οδηγίας 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχείο δ της ανωτέρω οδηγίας  ο υπήκοος τρίτης χώρας, που υποβάλλει αίτηση εισδοχής δεν πρέπει να θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο Βερολίνου της Γερμανίας (Verwaltungsgericht Berlin) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Sahar Fahimian (Ιρανής υπηκόου) και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) σχετικά με την άρνηση της Bundesrepublik Deutschland να χορηγήσει στην S. Fahimian θεώρηση εισόδου για σπουδές. Ειδικότερα, η S. Fahimian, ως κάτοχος διπλώματος Master of Science στον τομέα της πληροφορικής τεχνολογίας, υπέβαλε στην πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Τεχεράνη αίτηση για χορήγηση θεωρήσεως εισόδου προκειμένου να παρακολουθήσει διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Darmstadt. Τον Μάιο του 2013 απορρίφθηκε η αίτηση της για χορήγηση θεώρησης εισόδου.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ, της Οδηγίας 2004/114 έχει την έννοια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές, όταν επιλαμβάνονται αιτήσεως υπηκόου τρίτης χώρας για χορήγηση θεωρήσεως εισόδου για σπουδές, έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να καθορισθεί αν ο υπήκοος αυτός συνιστά απειλή για τη δημόσια ασφάλεια. Επίσης, εξετάζεται εάν οι εν λόγω αρχές δικαιούνται να αρνηθούν τη χορήγηση της ζητηθείσας θεωρήσεως εισόδου υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης.
Αναφορικά με το  επίμαχο άρθρο, το ΔΕΕ έκρινε ότι έχει την έννοια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές, διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να εξετάζουν, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση ενός υπηκόου, αν αυτός συνιστά απειλή, έστω και δυνητική, για τη δημόσια ασφάλεια. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ εστιάζοντας στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έκρινε ότι η ανωτέρω διάταξη έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές να αρνούνται την είσοδο στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους υπηκόου τρίτης χώρας:
1. O οποίος είναι διπλωματούχος πανεπιστημίου υπαχθέντος σε περιοριστικά μέτρα της Ένωσης λόγω της ουσιαστικής συνεργασίας του με την Κυβέρνηση του Ιράν, στον στρατιωτικό τομέα ή σε συναφείς προς αυτόν τομείς, 
2. O οποίος επιθυμεί να διεξαγάγει, στο Κράτος - μέλος, έρευνες σε ευαίσθητο για τη δημόσια ασφάλεια τομέα, 
3. Aν από τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές προκαλείται η ανησυχία ότι οι γνώσεις που θα αποκτήσει το άτομο αυτό, κατά τη διάρκεια των ερευνών του, μπορεί να χρησιμοποιηθούν μεταγενέστερα για σκοπούς αντίθετους προς τη δημόσια ασφάλεια. 

8. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-336/15, Unionen κατά Almega Tjänsteförbunden και ISS Facility Services AB - Προδικαστική 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε στην ερμηνεία της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.
 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το δικαστήριο εργατικών διαφορών της Σουηδίας (Arbetsdomstolen) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Unionen, συνδικαλιστικής οργανώσεως, και της Almega Tjänsteförbunden, εργοδοτικής ενώσεως, και της ISS Facility Services AB, εταιρίας σουηδικού δικαίου όσον αφορά τον μη συνυπολογισμό, κατόπιν μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, της προϋπηρεσίας που είχαν αποκτήσει τέσσερις εργαζόμενοι οι οποίοι είχαν εργαστεί σε εταιρείες που είχαν μεταβιβαστεί.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι  εάν το άρθρο 3 της Οδηγίας 2001/23 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδοχος οφείλει να συμπεριλάβει, κατά την απόλυση εργαζομένου, που λαμβάνει χώρα μετά την πάροδο ενός έτους από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως, την προϋπηρεσία που απέκτησε ο εν λόγω εργαζόμενος στον μεταβιβάσαντα προκειμένου να υπολογιστεί η προθεσμία προειδοποιήσεως πριν το γεγονός της απόλυσης. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι επίμαχο άρθρο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδοχος οφείλει να συμπεριλάβει, την προϋπηρεσία που απέκτησε ο εργαζόμενος στον μεταβιβάσαντα για τον προσδιορισμό της προθεσμίας προειδοποιήσεως

9. ΔΕΕ, απόφαση  της 27ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-672/15, Procureur de la République κατά Noria Distribution SARL - Προδικαστική 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε στην ερμηνεία της Οδηγίας 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής και των διατάξεων της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Η αίτηση υποβλήθηκε από το πολυμελές πρωτοδικείο του Perpignan της Γαλλίας (tribunal de grande instance de Perpignan) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά της γαλλικής εταιρείας Noria Distribution SARL διότι είχε στην κατοχή της και έθεσε προς πώληση ή πώλησε μη επιτρεπόμενα στη Γαλλία συμπληρώματα διατροφής, τα οποία γνώριζε ότι ήσαν νοθευμένα, αλλοιωμένα ή τοξικά. Επίσης, αντικείμενο της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας είναι ότι η εταιρεία εξαπάτησε ή αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους αντισυμβαλλομένους της ως προς τους εγγενείς κινδύνους της χρήσης των συμπληρωμάτων αυτών και ως προς τις ουσιώδεις ιδιότητές τους.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν προσκρούει στις διατάξεις της Οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανονιστική ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία δεν προβλέπει διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά του Κράτους-μέλους συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει την κατά την εν λόγω ρύθμιση μέγιστη ημερήσια δοσολογία και τα οποία νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου Κράτους-μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ. Επιπροσθέτως, έκρινε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση δεν δύναται να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο του άρθρου 36 ΣΛΕΕ, διότι απαγορεύει την εμπορία συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει τα μέγιστα όρια που καθορίζει η ρύθμιση αυτή, χωρίς να προβλέπει καμία διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά τέτοιων συμπληρωμάτων διατροφής, όταν αυτά νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου Κράτους-μέλους.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν  προσκρούει στις διατάξεις της Οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η διενέργεια της επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων για τον καθορισμό των μέγιστων ποσοτήτων βιταμινών και ανοργάνων στοιχείων στα συμπληρώματα διατροφής βάσει μόνο εθνικών επιστημονικών γνωμών, ενώ κατά τον χρόνο λήψεως του σχετικού μέτρου είναι επίσης διαθέσιμες πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες που συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας καθορισμού υψηλότερων ορίων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/46 και τις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων η διενέργεια επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων θα πρέπει να συνεκτιμά  και τις διαθέσιμες, αξιόπιστες και πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες, που συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας καθορισμού υψηλότερων ορίων.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Υπόθεση C-217/15, Massimo Orsi κατά Procura della Repubblica - Προδικαστική 
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αναφέρονταν στην ερμηνεία του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ότι «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με το νόμο». Επιπρόσθετα, το Ιταλικό Δίκαιο ορίζει ότι «τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως έξι μηνών έως δύο ετών όποιος, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της ετήσιας δηλώσεως του τρίτου υπόχρεου, δεν καταβάλλει τις παρακρατήσεις που προκύπτουν από τη βεβαίωση που χορηγήθηκε στους φορολογούμενους που αυτός υποκαθιστά, για ποσό άνω των πενήντα χιλιάδων ευρώ για κάθε φορολογική περίοδο».
Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Santa Maria Capua Vetere της Ιταλίας στο πλαίσιο δύο ποινικών διαδικασιών που κινήθηκαν, αντιστοίχως, κατά του Massimo Orsi και του Luciano Baldetti, λόγω παραβάσεων στις οποίες αυτοί υπέπεσαν αναφορικά με τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Ειδικότερα, ο M. Orsi και ο L. Baldetti παραπέμφθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της Santa Maria Capua Vetere λόγω της μη καταβολής του οφειλόμενου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας και υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων των εταιριών S.A. COM Servizi Ambiente e Commercio Srl και της Evoluzione Maglia Srl αντίστοιχα.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν το άρθρο 50 του Χάρτη αντιτίθεται στην επίμαχη εθνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει την άσκηση ποινικής διώξεως για τη μη καταβολή του ΦΠΑ, μετά την επιβολή απρόσβλητης πλέον φορολογικής κυρώσεως για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίμαχη εθνική νομοθετική ρύθμιση. 

ΣΣ Οι ενδιαφερόμενοι, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ  (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων των αποφάσεων που παρουσιάζονται εδώ κατά τρόπο συνοπτικό.

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ: ΜΑΡΤΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Εγκαινιάζουμε μια καινούργια στήλη στην οποία θα παρουσιάζονται με συνοπτικό τρόπο οι σημαντικότερες κατά μήνα αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη στήλη επιμελείται ο νέος μας συνεργάτης στον Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ κος Παναγιώτης Αργαλίας, Δικηγόρος και Διδάκτωρ της ανωτέρω Σχολής, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ  (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων των αποφάσεων που παρουσιάζονται εδώ κατά τρόπο συνοπτικό.
                                                                                                                                 ΜΔΧ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-188/15, Asma Bougnaoui, Association de défense des droits de l’homme (ADDH) κατά Micropole SA, πρώην Micropole Univers SA, - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Το άρθρο 4 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει ότι «Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2, τα Κράτη-μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη».
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Γαλλικό Cour de Cassation στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Asma Bougnaoui και Association de défense des droits de l’homme (ADDH) και, αφετέρου, της Micropole SA. Αντικείμενο της διαφοράς ήταν η  απόλυση από την ανωτέρω επιχείρηση της Α. Bougnaoui λόγω αρνήσεώς της να μη φορά τη μουσουλμανική μαντίλα της στο πλαίσιο αποστολών της σε πελάτες της επιχειρήσεως αυτής.
Το νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας έχει την έννοια ότι η βούληση ενός εργοδότη να λάβει υπόψη τις επιθυμίες πελάτη να μην παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του εν λόγω εργοδότη από εργαζομένη η οποία φορά μουσουλμανική μαντίλα συνιστά ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας έχει την έχει την έννοια ότι η βούληση ενός εργοδότη να λάβει υπόψη τις επιθυμίες πελάτη να μην του παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του εν λόγω εργοδότη από εργαζομένη που φορά μουσουλμανική μαντίλα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση.

2. ΔΕΕ απόφαση της 2ας Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-160/16, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας - Προσφυγή Επιτροπής κατά Κράτους-μέλους
Η απόφαση αναφέρεται σε προσφυγή κατά Κράτους - μέλους λόγω παραβάσεως του Δικαίου της ΕΕ δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Με την συγκεκριμένη προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις της επειδή παρέλειψε να κοινοποιήσει την έκθεση σχετικά με τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα σύμφωνα με το άρθρο 5, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2, τα Κράτη - μέλη υπολογίζουν τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα για τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης και κοινοποιούν στην Επιτροπή όλα τα δεδομένα υπολογισμού και τις παραδοχές που χρησιμοποίησαν για τους υπολογισμούς αυτούς, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα αυτών των υπολογισμών. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, λόγω της ανωτέρω παράλειψης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2010/31.

3. ΔΕΕ, απόφαση της, Υπόθεση C 406/15, Petya Milkova κατά Izpalnitelen direktor na Agentsiata za privatizatsia i sledprivatizatsionen kontrol - Προδικαστική απόφαση
 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορoύσε την ερμηνεία των άρθρων 4 και 7 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Το άρθρο 4 της  Οδηγίας ορίζει ότι τα Κράτη-μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη. Το άρθρο 7 της Οδηγίας 2000/78, προβλέπει ότι,   όσον αφορά τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τα Κράτη-μέλη να διατηρήσουν ή να εισάγουν διατάξεις προστασίας της υγείας και της ασφαλείας στο χώρο εργασίας, ούτε μέτρα που στοχεύουν στη δημιουργία ή τη διατήρηση προϋποθέσεων ή διευκολύνσεων με σκοπό τη διαφύλαξη ή την ενθάρρυνση της ένταξής τους στον κόσμο της εργασίας. Το Βουλγάρικο Δίκαιο όριζε ότι ο εργοδότης δύναται να προβεί σε απόλυση μόνον κατόπιν αδείας της Επιθεωρήσεως Εργασίας στην περίπτωση που ένας εργαζόμενος η πάσχει από κάποια εκ των οριζόμενων με απόφαση του Υπουργού Υγείας ασθενειών. Ας σημειωθεί ότι η ρύθμιση αυτή δεν αφορούσε τους δημοσίους υπαλλήλους. Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Petya Milkova και του Εκτελεστικού Διευθυντή της Αρχής διενέργειας και εποπτείας αποκρατικοποιήσεων της Βουλγαρίας. Αντικείμενο της δίκης που διεξήχθη στο εθνικό δικαστήριο αποτέλεσε η νομιμότητα της απόλυσης της P. Milkova από τη θέση νέου εμπειρογνώμονα στη μονάδα Ελέγχου συμβάσεων ιδιωτικοποιήσεως λόγω κατάργησης της ανωτέρω θέσης.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν τα άρθρα 4 και 7 της Οδηγίας 2000/78 επιτρέπουν κανονιστική ρύθμιση Κράτους - μέλους, η οποία παρέχει στους μισθωτούς που πάσχουν από ορισμένα είδη αναπηρίας ειδική προληπτική προστασία σε περίπτωση απολύσεως, χωρίς, ωστόσο, να παρέχει αντίστοιχη προστασία στους δημοσίους υπαλλήλους που πάσχουν από τα ίδια είδη αναπηρίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το  άρθρο 7, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, επιτρέπει κανονιστική ρύθμιση Κράτους - μέλους, η οποία παρέχει στους μισθωτούς που πάσχουν από ορισμένα είδη αναπηρίας ειδική προληπτική προστασία σε περίπτωση απολύσεως, χωρίς, ωστόσο, να παρέχει αντίστοιχη προστασία στους δημοσίους υπαλλήλους που πάσχουν από τα ίδια είδη αναπηρίας. Η ανωτέρω κρίση του ΔΕΕ ισχύει υπό τον όρο ότι δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Ο όρος της παραβίασης της ίσης μεταχείρισης θα κριθεί από το εθνικό δικαστήριο

4. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-100/16 P, Ελληνικός Χρυσός ΑΕ Μεταλλείων και Βιομηχανίας Χρυσού κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής - Αίτηση αναιρέσεως
Η απόφαση εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός ΑΕ Μεταλλείων και Βιομηχανίας Χρυσού κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ της 9ης Δεκεμβρίου 2015, Ελλάδα και Ελληνικός Χρυσός κατά Επιτροπής (T-233/11 και T-262/11). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας, η οποία είχε ως αίτημα  την ακύρωση της αποφάσεως 2011/452/ΕΕ της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 48/08. που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ, ύψους 15,34 εκατομμύρια ευρώ.
Η Επιτροπή στο πλαίσιο της ανωτέρω ένδικης διαφοράς έκρινε ότι η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού της TVX Hellas στην Ελληνικός Χρυσός από την Ελληνική Δημοκρατία συνιστούσε ενίσχυση ασύμβατη προς την εσωτερική αγορά και ότι το Κράτος - μέλος αυτό όφειλε να προβεί στην ανάκτησή της. Επίσης, η Επιτροπή έκρινε ότι τα μεταλλεία της Κασσάνδρας πωλήθηκαν στην Ελληνικός Χρυσός σε τιμή κατώτερη της αγοραίας τους αξίας, ενώ  η απαλλαγή από υποχρέωση καταβολής φόρου μεταβιβάσεως ή άλλων φόρων σχετικών με τη μεταβίβαση των επίμαχων γηπέδων συνιστούσε συμπληρωματικό στοιχείο της ενισχύσεως.
Η αναιρεσειούσα προέβαλε τους εξής λόγους για να στοιχειοθετήσει την αναίρεσή της: Πρώτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στο επιχείρημά της σχετικά με τον σκοπό για τον οποίο εκπονήθηκε η έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την αποτίμηση των μεταλλείων Κασσάνδρας. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε σε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία σχετικά με την αποτίμηση της αξίας των γηπέδων των μεταλλείων της Κασσάνδρας. 
Το ΔΕΕ αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου καθόσον αυτό παρέλειψε να απαντήσει στο επιχείρημα της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ σχετικά με τον σκοπό για τον οποίο εκπονήθηκε η έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ωστόσο κατά τα λοιπά απέρριψε την αίτηση αναίρεσης  και ως εκ τούτου και την προσφυγή της αναιρεσειούσας  με αντικείμενο την ακύρωση  της αποφάσεως 2011/452/ΕΕ της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση, που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 3/16, Lucio Cesare Aquino κατά Belgische Staat - Προδικαστική απόφαση 
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο δικαστήριο Κράτους - μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ. Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Εφετείο Βρυξελλών στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ του Lucio Cesare Aquino και του Βελγικού Δημοσίου σχετικά με αγωγή εξωσυμβατικής ευθύνης.  Ειδικότερα, η υπηρεσία αλλοδαπών του Βελγίου κοινοποίησε στον Lucio Cesare Aquino απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεώς του διαμονής με διαταγή εγκαταλείψεως της εθνικής επικράτειας για λόγους δημοσίας τάξεως και εθνικής ασφάλειας. Ας σημειωθεί ότι ο προσφεύγων είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών χωρίς αναστολή.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται στη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου μπορεί να θεωρηθεί δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ασκηθείσα κατά αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού αίτηση αναιρέσεως δεν εξετάστηκε λόγω παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού δεν εξετάστηκε λόγω παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-568/15, Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main eV κατά comtech GmbH - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται  την ερμηνεία του άρθρου 21 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 21 της ανωτέρω Οδηγίας  ορίζει ότι "Τα Κράτη-μέλη οφείλουν να μεριμνήσουν ώστε όταν ο έμπορος χρησιμοποιεί τηλεφωνική γραμμή για τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του σχετικά με τις συναπτόμενες συμβάσεις, ο καταναλωτής –τη στιγμή που επικοινωνεί με τον έμπορο– [να μην] υποχρεούται να πληρώσει παραπάνω από τη βασική τιμή χρέωσης". Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Στουτγάρδης  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ενώσεως για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main eV) και της Comtech GmbH, γερμανικής εταιρίας, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών ειδών. Αντικείμενο της δίκης στο εθνικό δικαστήριο αποτέλεσε η χρέωση των τηλεφωνικών κλήσεων στην οποία προβαίνει η εταιρία αυτή στο πλαίσιο της εξυπηρετήσεως την οποία παρέχει μετά την πώληση. Ειδικότερα η Comtech έχει αναρτήσει στον ιστοτόπο της τηλεφωνικό αριθμό που παρέχει πρόσβαση σε υπηρεσία υποστήριξης απευθυνόμενη ιδίως σε πελάτες οι οποίοι έχουν ήδη συνάψει σύμβαση αγοράς και επιθυμούν να ζητήσουν πληροφορίες ή να υποβάλουν παράπονα. Το κόστος των κλήσεων προς τον εν λόγω, αποκαλούμενο «μη γεωγραφικό», αριθμό είναι υψηλότερο από εκείνο των συνήθων κλήσεων προς αριθμούς σταθερής τηλεφωνίας, που αποκαλούνται «γεωγραφικοί», ή προς αριθμούς κινητών τηλεφώνων. Κατά την Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main, η διάθεση τηλεφωνικής γραμμής υποστήριξης σε τιμή υψηλότερη από εκείνη των συνήθων κλήσεων συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται με τη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν ο όρος «βασική τιμή χρέωσης» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κόστος μιας κλήσεως η οποία αφορά συναπτόμενες συμβάσεις και πραγματοποιείται προς διατηρούμενη από έμπορο τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης δεν μπορεί να υπερβαίνει το κόστος κλήσεως προς συνήθη γεωγραφικό αριθμό σταθερής τηλεφωνίας ή προς συνήθη αριθμό κινητής τηλεφωνίας και αν έχει συναφώς σημασία το κατά πόσον ο έμπορος αυτός πραγματοποιεί κέρδη από την ως άνω τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης. 
Το ΔΕΕ έκρινε ο όρος «βασική τιμή χρέωσης», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κόστος μιας κλήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει το κόστος κλήσεως προς συνήθη γεωγραφικό αριθμό σταθερής τηλεφωνίας ή προς συνήθη αριθμό κινητής τηλεφωνίας. Επίσης το ΔΕΕ σημείωσε ότι στο μέτρο που το όριο αυτό τηρείται, το κατά πόσον ο οικείος έμπορος πραγματοποιεί κέρδη από την ως άνω τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης δεν ασκεί επιρροή.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 652/15, Furkan Tekdemir κατά Kreis Bergstraße - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης  αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 13 της Αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως, που επισυνάφθηκε στη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας.  Σύμφωνα με το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 «Τα Κράτη-μέλη [της Κοινότητας] και η Τουρκία δεν μπορούν να θεσπίσουν νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση των εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους που βρίσκονται νομίμως στο έδαφός τους, αντιστοίχως, όσον αφορά την παραμονή και την απασχόληση.»
Η αίτηση προδικαστικής απόφαση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Darmstadt της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Furkan Tekdemir (τέκνο Tekdemir), νομίμως εκπροσωπούμενου από τους γονείς του, την Derya Tekdemir και τον Nedim Tekdemir, και της Διοικητικής περιφέρειας Bergstraße της Γερμανίας (Kreis Bergstraße) σχετικά με την εκ μέρους της δεύτερης απόρριψη της αιτήσεως του πρώτου για τη χορήγηση αδείας διαμονής στη Γερμανία. Ειδικότερα Furkan Tekdemir, προσφεύγων της κύριας δίκης, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 2014 στη Γερμανία. Οι γονείς του ανήλικου τέκνου  ζήτησαν τη χορήγηση άδειας διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 33 νόμου περί διαμονής, εργασίας και εντάξεως των αλλοδαπών εντός της ομοσπονδιακής επικράτειας, που προβλέπει ότι η άδεια διαμονής μπορεί να χορηγηθεί αυτεπαγγέλτως σε τέκνο που γεννιέται στην ομοσπονδιακή επικράτεια εφόσον ο ένας από τους γονείς κατέχει άδεια διαμονής, άδεια εγκαταστάσεως ή άδεια μόνιμης διαμονής εντός της ΕΕ. Η υπηρεσία αλλοδαπών απέρριψε την αίτηση αυτή για τον λόγο ότι σε περίπτωση κατά την οποία ένας μόνο εκ των δύο γονέων είναι δικαιούχος άδειας διαμονής, παρέχεται η απεριόριστη εξουσία εκτιμήσεως στην αρμόδια αρχή προκειμένου να χορηγεί άδεια διαμονής ή να απορρίπτει τη σχετική αίτηση. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι ο σκοπός που άπτεται της αποτελεσματικής διαχειρίσεως των μεταναστευτικών ροών αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει εθνικό μέτρο, θεσπισθέν κατόπιν της θέσεως σε ισχύ της αποφάσεως αυτής στο οικείο Κράτος - μέλος, βάσει του οποίου επιβάλλεται στους ηλικίας κάτω των 16 ετών υπηκόους τρίτων κρατών η υποχρέωση να διαθέτουν άδεια διαμονής για την είσοδο και τη διαμονή στο Κράτος - μέλος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι ο σκοπός που άπτεται της αποτελεσματικής διαχειρίσεως των μεταναστευτικών ροών μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει εθνικό μέτρο, το οποίο προβλέπει ότι επιβάλλεται στους ηλικίας κάτω των 16 ετών υπηκόους τρίτων κρατών η υποχρέωση να διαθέτουν άδεια διαμονής για την είσοδο και τη διαμονή στο κράτος μέλος αυτό. 
Το ΔΕΕ, ωστόσο, έκρινε ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό καθόσον οι όροι εφαρμογής του όσον αφορά τα τέκνα τα οποία είναι υπήκοοι τρίτου κράτους, έχουν γεννηθεί στο οικείο κράτος μέλος και των οποίων ένας εκ των γονέων τους είναι Τούρκος εργαζόμενος που διαμένει νομίμως στο Κράτος - μέλος αυτό, υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. 

8. ΔΕΕ, απόφαση της 1ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C-275/15, ITV Broadcasting Limited κ.λπ. κατά TVCatchup Limited κ.λπ. - Προδικαστική απόφαση
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 9 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν ειδικότερα τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τα σήματα, τα σχέδια και υποδείγματα, τα πρότυπα χρήσεων, τις τοπογραφίες προϊόντων ημιαγωγών, τα τυπογραφικά στοιχεία, την πρόσβαση υπό όρους, την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, την προστασία των εθνικών θησαυρών, τις νομικές προϋποθέσεις κατάθεσης, το δίκαιο των συμπράξεων και του αθέμιτου ανταγωνισμού, το εμπορικό απόρρητο, την ασφάλεια, την εμπιστευτικότητα, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τον σεβασμό της προσωπικής ζωής, την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα και το ενοχικό δίκαιο.». Σύμφωνα με το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου το δικαίωμα του δημιουργού επί του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενου έργου δεν προσβάλλεται: (α) αν η καλωδιακή αναμετάδοση διεξάγεται προς συμμόρφωση με σχετική απαίτηση, ή (β)  εάν και στον βαθμό που το έργο μεταδίδεται ραδιοτηλεοπτικώς με σκοπό τη λήψη του στην περιοχή όπου αναμεταδίδεται καλωδιακώς και εντάσσεται στο πλαίσιο επιλέξιμης υπηρεσίας. Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το πολιτικό τμήμα του Εφετείου (Αγγλία, Ουαλία) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς την οποία κίνησαν εμπορικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, ισχυριζόμενοι ότι οι πάροχοι υπηρεσίας αναμεταδόσεως, η οποία επιτρέπει στους χρήστες της να λαμβάνουν δωρεάν απευθείας μέσω ροής διαδικτύου (καλούμενη «live streaming») τηλεοπτικές εκπομπές, συμπεριλαμβανομένων των τηλεοπτικών εκπομπών που μεταδίδονται από τις εκκαλούσες, παραβιάζουν τα πνευματικά τους δικαιώματα επί των τηλεοπτικών εκπομπών τους.  Ειδικότερα η TVC προσέφερε υπηρεσίες διαδικτυακής μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών, παρέχοντας στους χρήστες τη δυνατότητα να λαμβάνουν απευθείας, μέσω διαδικτύου, δωρεάν ροές τηλεοπτικών εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων και των τηλεοπτικών εκπομπών των εκκαλουσών της κύριας δίκης.. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ενήγαγαν την TVC λόγω προσβολής των δικαιωμάτων τους δημιουργού
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν το άρθρο 9 της Οδηγίας 2001/29, και ειδικότερα η φράση «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», έχει την έννοια ότι εμπίπτει στη διάταξη αυτή και επιτρέπεται βάσει αυτής εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ότι δεν προσβάλλεται το δικαίωμα του δημιουργού σε περίπτωση άμεσης καλωδιακής αναμεταδόσεως ακόμη και στην περίπτωση της διαδικτυακής αναμεταδόσεως, στην περιοχή της αρχικής ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως, ραδιοτηλεοπτικών έργων που μεταδίδονται από τηλεοπτικούς σταθμούς υπέχοντες υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο  9 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ και ειδικότερα η φράση «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στη διάταξη αυτή και δεν επιτρέπεται βάσει αυτής εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει ότι δεν προσβάλλεται το δικαίωμα του δημιουργού σε περίπτωση άμεσης καλωδιακής αναμεταδόσεως.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 398/15, Camera di Commercio,Industria, Artigianato e Agricoltura di Lecce κατά Salvatore Manni - Προδικαστική απόφαση 
.Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 3 της Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα Κράτη - μέλη εκ μέρους των εταιριών, καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 95/46 στοιχείο ε΄ τα Κράτη - μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει: ε) να διατηρούνται με μορφή που επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων στα οποία αναφέρονται μόνο κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει την απαιτούμενη για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεγεί ή για τους οποίους αργότερα υφίστανται επεξεργασία. Τα Κράτη - μέλη προβλέπουν κατάλληλες εγγυήσεις για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διατηρούνται πέραν της περιόδου αυτής για σκοπούς ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς. Επιπροσθέτως το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151 ορίζει ότι σε κάθε κράτος μέλος ανοίγεται φάκελος είτε σε κεντρικό μητρώο είτε σε εμπορικό μητρώο ή μητρώο εταιριών, για κάθε καταχωριζομένη εταιρία.   Όλες οι πράξεις και όλα τα στοιχεία που υπόκεινται σε δημοσιότητα τίθενται στον φάκελο ή καταχωρίζονται στο μητρώο.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του εμπορικού, βιομηχανικού, βιοτεχνικού και γεωργικού επιμελητηρίου του Lecce και του Salvatore Manni σχετικά με την άρνηση του εν λόγω επιμελητηρίου να διαγράψει ορισμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αφορούντα τον S. Manni από το μητρώο εταιριών.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν τα ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι τα Κράτη - μέλη μπορούν, ή ακόμα και οφείλουν, να παρέχουν τη δυνατότητα στα φυσικά πρόσωπα να ζητούν από την αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του μητρώου εταιριών να περιορίσει, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου κατόπιν της λύσεως της οικείας εταιρίας την πρόσβαση στα καταχωρισμένα στο μητρώο αυτό δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι, εναπόκειται στα Κράτη -  μέλη να προσδιορίσουν αν τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να περιορίζουν, όταν έχει παρέλθει ένα αρκούντως μακρύ χρονικό διάστημα από τη λύση μιας εταιρίας, την πρόσβαση στα καταχωρισμένα στο εν λόγω μητρώο δεδομένα εκ μέρους τρίτων που δικαιολογούν ειδικό συμφέρον να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Υπόθεση C 14/16, Euro Park Service κατά Ministre des Finances et des Comptes publics - Προδικαστική απόφαση 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ και του άρθρου 11 της Οδηγίας 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών Κρατών - μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 στοιχείο α της Οδηγίας 90/434 ένα Κράτος - μέλος μπορεί να αρνηθεί να άρει ευεργετήματα κατά τη διαδικασία της συγχώνευσης όταν η πράξη της συγχώνευσης έχει ως κύριο στόχο ή ως έναν από τους κυρίους στόχους τη φοροδιαφυγή ή τη φοροαποφυγή.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Euro Park Service καθολικής διαδόχου της SCI Cairnbulg Nanteuil και του Γάλλου Υπουργού των Οικονομικών. Αντικείμενο της δίκης αποτέλεσε η απόρριψη εκ μέρους του υπουργού οικονομικών της αιτήσεως της Cairnbulg να τύχει αναβολής της φορολογήσεως των υπεραξιών που συνδέονται με τα στοιχεία του ενεργητικού της εταιρίας αυτής στο πλαίσιο συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεώς της από εταιρία εγκατεστημένη εντός άλλου Κράτους - μέλους. Ο λόγος της απόρριψης ήταν ότι οι, υπό συγχώνευση, εταιρίες δεν είχαν ζητήσει την προηγούμενη έγκριση της φορολογικής αρχής. Ειδικότερα  η Cairnbulg, εταιρία γαλλικού δικαίου, λύθηκε, χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση εκ μέρους και προς όφελος του μοναδικού εταίρου της, συγκεκριμένα δε της Euro Park, εταιρίας λουξεμβουργιανού δικαίου. Η Cairnbulg επέλεξε το ειδικό καθεστώς συγχωνεύσεως και δεν δήλωσε τις καθαρές υπεραξίες και τα κέρδη από τα στοιχεία ενεργητικού που είχε εισφέρει στη Euro Park. Η φορολογική αρχή αμφισβήτησε τη δυνατότητα υπαγωγής στο ευνοϊκό ειδικό καθεστώς των συγχωνεύσεων, επειδή η Cairnbulg δεν είχε ζητήσει την υπουργική έγκριση και ως εκ τούτου, εκδόθηκε σε βάρος της Euro Park, διορθωτική πράξη επιβολής φόρου και της επιβλήθηκε επιπρόσθετο ποσό φόρου και χρηματικές κυρώσεις.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τίθεται  είναι εάν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση διασυνοριακής πράξεως συγχωνεύσεως, η αναβολή της φορολογήσεως των υπεραξιών που συνδέονται με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία εισφέρονται από γαλλική εταιρία προς εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος - μέλος θα πρέπει να εξαρτάται από προηγούμενη διαδικασία εγκρίσεως, ενώ ο φορολογούμενος υποχρεούται να αποδείξει ότι η οικεία πράξη δικαιολογείται από οικονομικούς λόγους και ότι δεν έχει ως κύριο σκοπό τη φοροδιαφυγή ή τη φοροαποφυγή 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, η οποία, στην περίπτωση διασυνοριακής πράξεως συγχωνεύσεως μεταξύ Κρατών - μελών, εξαρτά την παροχή φορολογικών πλεονεκτημάτων από την υπαγωγή σε διαδικασία προηγούμενης εγκρίσεως, στο πλαίσιο της οποίας, ο φορολογούμενος υποχρεούται να αποδείξει ότι η οικεία πράξη δικαιολογείται από οικονομικούς λόγους  και ότι δεν έχει ως κύριο ή ως έναν από τους κύριους σκοπούς της τη φοροδιαφυγή ή τη φοροαποφυγή.