Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 2/2017
Βιβλιοκρισία

Κυριάκου Κεντρωτή, ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: Περισσότερο από ένα παιχνίδι και μια Ένωση, Εκδόσεις Gutenberg 2016 


Ενώ οδεύεις ήσυχα – ήσυχα προς το τέλος του ακαδημαϊκού και ερευνητικού σου βίου, ως Καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου, χωρίς είναι η αλήθεια να πλήττεις αφού η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης πάντα κάτι νέο έχει να σου προσφέρει προς μελέτη (σκεφτείτε τι έχει συμβεί μόνο την τελευταία δεκαετία: υιοθέτηση της Συνταγματικής Συνθήκης και απόρριψή της, Συνθήκη Λισαβόνας, Κρίση Χρέους στην Ευρωζώνη και αντιμετώπισή της, Brexit), πιστεύοντας ότι «τα έχεις δει όλα», βιβλία σαν αυτό του Κυριάκου Κεντρωτή, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, έρχονται να σου θυμίσουν ότι έχεις αφήσει πίσω σου μια εκκρεμότητα ή μάλλον την έχεις κρύψει κάτω από το χαλί. Η εκκρεμότητα αυτή δεν είναι άλλη από την απάντηση στο ερώτημα: ποια είναι η φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμών της και το χαλί είναι ο όρος «suis generis» (ιδιόμορφη) που χρησιμοποιείται ευρύτατα στην επιστήμη μας, όντας ένας όρος αμηχανίας, μπροστά στο ανεξήγητο με παραδοσιακά ερευνητικά εργαλεία και στη μοναδικότητα του ενωσιακού εγχειρήματος. Το βιβλίο,  που καλούμαι να παρουσιάσω σήμερα, κατ’ ουσία επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και ταυτόχρονα να σταθεί κριτικά απέναντι στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ο τίτλος «Το Ποδόσφαιρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» κατά τη γνώμη μου δεν αντιστοιχεί απολύτως σε αυτό που ο συγγραφέας επιχειρεί μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Το πρόβλημα δημιουργείται από το κτητικό «της». Αν αντιμετωπισθεί κατά κυριολεξία θα οδηγηθεί κανείς είτε στην υπαγωγή των επαγγελματικών σωματείων και των ποδοσφαιριστών τους στους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και ειδικότερα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (Βλ. υπόθεση Bosman) και στην εξαιρετικά ασθενή αρμοδιότητα (υποστηρικτική) της Ένωσης στον τομέα του αθλητισμού (άρθρο 165 ΣΛΕΕ) είτε στις διεθνείς διοργανώσεις (εθνικού ή συλλογικού επιπέδου), που, όμως, αν και επηρεάζονται κατά κάποιο τρόπο από τη δράση της Ένωσης, δεν αποτελούν «ιδιοκτησία της», δεν ελέγχονται από αυτήν οργανικά ή λειτουργικά αλλά από την UEFA ενώ και γεωγραφικά δεν ταυτίζονται με αυτήν, αφού σε αυτές συμμετέχουν ομάδες προερχόμενες από χώρες εκτός Ένωσης, πολλές εκ των οποίων, ανάλογα με τη χρονική συγκυρία, δεν διατηρούν και την καλύτερη σχέση μαζί της. Προς τι λοιπόν το κτητικό «της»

Αυτό που πραγματικά κάνει ο Κεντρωτής με το βιβλίο του είναι, καταφεύγοντας στη δύναμη της παρομοίωσης, να δει τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, ενός εξόχως πολιτικού, κοινωνικού και νομικού φαινομένου, μέσα από τη μετεξέλιξη του ποδοσφαίρου, δηλώνοντας προκαταβολικά ότι «τα δύο βασίλεια, του ποδοσφαίρου και της πολιτικής εξελίσσονται στο χωροχρόνο της ιστορίας» διάγοντας «παράλληλους βίους» (σελ. 26). Προς το σκοπό αυτό στο βιβλίο του ο Κεντρωτής συνομιλεί με τον Galeano, τον Ουρουγουανό συγγραφέα του «Μνήμες Φωτιάς» και του «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου», μιλώντας για το ποδόσφαιρο και την ΕΕ σαν να πρόκειται για μια ενιαία ιστορία.  Έτσι, η Ένωση παρουσιάζεται ως «ομάδα που παίζει ποδόσφαιρο εδώ και δεκαετίες στα πρωταθλήματα όλων των κατηγοριών στα γήπεδα της Ευρώπης και του κόσμου» (σελ. 25). Χρησιμοποιείται, δηλαδή, ένα εξαιρετικά οικείο στις πλατιές μάζες κοινωνικό φαινόμενο, όπως το ποδόσφαιρο, για να εξηγηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, «που μπορεί να είναι ένας παγκόσμιος δρών και να κυριαρχεί στην επικαιρότητα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτικής, αλλά η λειτουργία και η δομή της εξακολουθούν να μην είναι ελκυστικά και κατανοητά ζητήματα στην ίδια της Ευρώπη και στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Η υπερφόρτωσή της με δυσδιάκριτους θεσμούς ως προς τη λειτουργία τους και τη δημοκρατική της νομιμοποίησή τους έχει οδηγήσει στην απομάκρυνσή της από την καθημερινότητα των πολιτών.»  (σελ. 28 – 29). Όπως με παράπονο ομολογεί ο συγγραφέας τα επιστημονικά βιβλία δεν διαβάζονται, πολύ περισσότερο δεν αγοράζονται θα πρόσθετα. Έτσι, καταφεύγει σε ένα ελκυστικό αμπαλάζ (το ποδόσφαιρο) για να πάρει, τελικά, θέση απέναντι στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που το χρειάζεται αφού η ίδια έχει χάσει την ελκυστικότητά της. 

Υπό την έννοια αυτή, όσο και αν κάποιος μπορεί να διαφωνεί με κάποιες από τις επιμέρους σκέψεις του συγγραφέα, το βιβλίο του είναι εξαιρετικά φρέσκο, απολύτως πρωτότυπο και αρκούντως ενδιαφέρον. Ωστόσο, το βιβλίο δεν είναι ένα εύπεπτο ανάγνωσμα, αφού έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πυκνής επιστημονικής μονογραφίας, που ασχολείται με ένα πολύπλοκο και δύσκολα εξηγήσιμο φαινόμενο, αυτό της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Η μεθοδολογία του «διαλόγου ποδοσφαίρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης», στην οποία καταφεύγει, είναι απαιτητική, αφού ο συγγραφέας εξ αντικειμένου «εκτίθεται» σε δύο κόσμους: αυτόν του ποδοσφαίρου και σε αυτόν της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, από τους οποίους θα κριθεί εξίσου αυστηρά. Και ενώ αυτόν της διεθνούς πολιτικής τον κατέχει με αρτιότητα, όπως έχει δείξει και σε προηγούμενα δείγμα γραφής, εκπλήσσει η πληρότητα, η βαθειά γνώση και η βιβλιογραφική επάρκεια της προσέγγισής του στο ποδόσφαιρο. Αυτό, εξάλλου, ενδυναμώνει την ένταση της μεταφοράς. Η μεθοδολογία, πάντως, που ακολουθεί κρύβει κινδύνους, αν δεν συνοδεύεται από βαθειά και όχι επιφανειακή γνώση των δύο κόσμων, μπορεί να οδηγήσει σε υπεραπλουστεύσεις, τις οποίες ο Κεντρωτής φαίνεται να αποφεύγει τις περισσότερες φορές, επιδεικνύοντας προσόντα «κορυφαίου ντριμπλέρ». 

Με έντονο προβληματισμό και επιμονή φυσιοδίφη ο συγγραφέας εγκύπτει σε κάθε πτυχή και εκδήλωση, παλιότερη και σύγχρονη, του ενωσιακού φαινομένου, επιχειρώντας να την εξηγήσει ανατρέχοντας σε ποδοσφαιρικούς όρους και λειτουργίες. Η προσέγγιση – αφήγηση της εξέλιξης της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης έξυπνα ακολουθεί τη διαδικασία και τις φάσεις ενός ποδοσφαιρικού αγώνα: ζέσταμα, πρώτο ημίχρονο, ανάπαυλα, δεύτερο ημίχρονο, τρίτο ημίχρονο, με αποτέλεσμα να γίνεται συναρπαστική. Στην μελέτη του ασχολείται με το σύνολο των πτυχών της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τις απαρχές της και την αγνότητα του ευρωπαϊκού ιδεώδους – «τα ξερά γήπεδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και της ΕΟΚ» (σελ. 85) ως τις μέρες μας, όπου ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας της Ένωσης θυμίζει «το θάνατο του προπονητή που έλεγε πάμε να παίξουμε και τη αντικατάσταση του από τεχνικό, που λέει πάμε να δουλέψουμε» (σελ. 93), που υποσκάπτει τη νομιμοποίησή της. Κατά συνέπεια τα «μεγάλα θεσμικά» της Ένωσης, ας μου επιτραπεί η έκφραση, είναι παρόντα στο βιβλίο, όπως, 

Η αέναη διαδικασία παραχώρησης κρατικών αρμοδιοτήτων στην Ένωση,
Η νομοτελειακή σύγκρουση υπερεθνικότητας – διακυβερνητικότητας, απλής διακρατικής συνεργασίας – ενσωμάτωσης και σε τελευταία ανάλυση η σύγκρουση Κράτους – Ένωσης, αφού τον το ένα τείνει να αναιρέσει το άλλο, 
Το ζήτημα του δημοκρατικού ελλείμματος των ενωσιακών θεσμών σε συνδυασμό με αυτό της αποτελεσματικότητάς τους, 
Ο χαρακτηρισμός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως «δια του δικαίου ολοκλήρωσης», που οδηγεί στην πρωταρχία των κανόνων (γραφειοκρατία, τεχνοκρατία) έναντι της πολιτικής (θεάματος). Αν και ακραίο το παράδειγμα (πάντα τέτοια πρέπει να είναι τα παραδείγματα για να είναι αποτελεσματικά) του αγώνα Gladbach – Inter (1971), όπου η πρώτη κέρδισε αποδίδοντας εκπληκτικό ποδόσφαιρο με σκορ 7-1 αλλά ο αγώνας επαναλήφθηκε γιατί ένα κουτί αναψυκτικού, που πετάχτηκε από την κερκίδα, κτύπησε τον for της Inter Boninsegna, είναι χαρακτηριστικό (σελ. 199 – 200). 
Το σύγχρονο φαινόμενο, τέλος, της αύξησης του ευρωσκεπτικισμού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και της σύγκρουσής του με τους οπαδούς του ευρωπαϊκού ιδεώδους, που οδηγεί σε συμπεριφορές φανατικών της κερκίδας (σελ. 93).
Τα παραπάνω, πέρα από τη επιστημονικό και μεθοδολογικό ενδιαφέρον, που παρουσιάζουν, καθιστούν το βιβλίο του Κεντρωτή εξαιρετικά χρήσιμο για τους φοιτητές, ιδιαίτερα αυτούς των πολιτικών επιστημών και θα πρέπει να αξιολογηθεί και ως τέτοιο. 

Με πολλές από τις θέσεις του Κεντρωτή διαφωνώ. Μια από αυτές είναι η  θέση του για την αρχή της αλληλεγγύης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου αναφέρει «Η αλληλεγγύη ως βασική ειδοποιός διαφορά του Ευρωπαϊκού Σχεδίου έναντι του παρελθόντος της διεθνούς πολιτικής έχει μεταβληθεί σε «αποδιοπομπαίο τράγο», σε «θεσμικό σκουπίδι», που επιχειρείται διαρκώς να κρατείται καλά κρυμμένο…» (σελ. 195), μια θέση που είναι δημοφιλής στην Ελλάδα τελευταία αλλά απέχει, κατά τη γνώμη μου από την πραγματικότητα. Τις θέσεις μου για την αρχή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ένωσης, τις έχω εκφράσει σε ομότιτλο βιβλίο μου (βλ. http://digestaonline.gr/pdfs/Digesta_Publications/Chris2.pdf). Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσω ότι το βιβλίο αποτελεί ένα έξυπνο έναυσμα διαλόγου για την πορεία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, την ταχύτητά της, την κατεύθυνσή της, ακόμη και την αναγκαιότητά της, που στη χώρα μας ουδέποτε αναπτύχθηκε ουσιαστικά. Για αυτό παρουσιάζονται φαινόμενα σαν αυτό του αποτελέσματος αλλά και της κατάληξης του Δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, σε αντίθεση με αυτό του Brexit του Ιουνίου του 2016, που, ανεξάρτητα από τη θέση που παίρνει κανείς απέναντι στο αποτέλεσμα του, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα λειτουργίας μιας σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. 

Στην μελλοντική συζήτηση, που εύχομαι να ανοίξει το βιβλίο του Κεντρωτή, θέλω να καταθέσω την αγωνία ενός μεγάλου Έλληνα ευρωπαϊστή, του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου (Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, 2007, σελ 526), που διερωτάται «Τι είναι πιο έγκυρο, πιο αξιόπιστο; Η αυτάρεσκη, ορισμένες φορές πολιτικά δόλια, επιστημονικοφανής αμφισβήτηση της βιωσιμότητας της Ευρώπης ή η φωνή που ακούστηκε τότε από τον Κορυδαλλό, η φωνή του μεγάλου Φυλακισμένου, εκείνου που δεν άφησε το προσωπικό του μαρτύριο ούτε την ιστορική του πρόγνωση να παραμορφώσει ούτε το όραμα της Ευρώπης να σβήσει μέσα του». Ο μεγάλος Φυλακισμένος ήταν ο Γιώργος – Αλέξανδρος Μαγκάκης, που από τις φυλακές της  Χούντας έγραφε στο «Γράμμα από τη φυλακή προς τους Ευρωπαίους», που αποτελεί ιστορικό τεκμήριο της αξιακής υπόστασης Ευρώπης, «το βλέμμα της απόγνωσής μας γύρισε στην Ευρώπη και ο λαός της δεν μας άφησε ανθρώπινα μόνους» και παρακάτω «Τρέμουμε για την τύχη της χώρας μας που τη λέμε Ευρώπη…Φοβούνται την Ευρώπη, αυτήν την νερομάνα ιδεών…οι δήθεν πάμπλουτοι και πάνοπλοι».

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2017
Μέρκελ: «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων»
Παναγιώτης Γκλαβίνης, αν. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου,
Νομική Σχολή ΑΠΘ.

Η χθεσινή δήλωση της Γερμανίδας Καγκελαρίου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν, όμως, είδηση, στο μέτρο που προήλθε από τα χείλη της αδιαμφισβήτητης ηγέτιδας της Ευρώπης, η οποία θα αναλάβει, μετά την ενδεχόμενη επανεκλογή της, να προετοιμάσει την νέα Ε.Ε. για ν’ αντιμετωπίσει τον ταύρο εν υαλοπωλείω που εφορμά από την άλλη άκρη του Ατλαντικού και ακούει στο όνομα Donald Trump.
Τα τελευταία χρόνια έδειξαν, είπε η Άγκελα Μέρκελ,  πως θα υπάρξει μια Ε.Ε. πολλών ταχυτήτων. Δεν χρειάζεται, λέει, να συμμετέχουν πάντα όλες οι χώρες στα ίδια στάδια ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ως παράδειγμα δε, ανέφερε το Ευρώ, το οποίο δεν έχουν υιοθετήσει όλες οι χώρες της Ε.Ε.
Καθώς μάλιστα η Ευρώπη γιορτάζει φέτος τα 60 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης, η κα Μέρκελ υπογράμμισε τη σημασία να καταγραφεί η πρόταση για μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και στο ανακοινωθέν των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ε.Ε.
Η συζήτηση για την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων είναι πολύ παλιά στην Ε.Ε. Αναθερμάνθηκε επίσημα – και στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο – πέρυσι στις 28 Ιουνίου, στη Σύνοδο Κορυφής που συνεκλήθη αμέσως μετά το δημοψήφισμα για το Brexit.
Ο Πρόεδρος Tusk ανακοίνωσε τότε ότι οι ηγέτες της Ε.Ε. άνοιξαν την συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης. Την ίδια ημέρα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διακήρυττε σε ψήφισμά του ότι χρειαζόμαστε μια «καλύτερη» και «πιο δημοκρατική Ε.Ε.», στην οποία «ενώ ορισμένα Κράτη Μέλη μπορεί να επιλέξουν να ενσωματωθούν πιο αργά ή σε μικρότερη έκταση, ο πυρήνας της Ε.Ε. θα πρέπει να ενισχυθεί και λύσεις à la carte θα πρέπει να αποφευχθούν».
Ήδη, μετά την επιβεβαίωση του Brexit από το Βρετανικό Κοινοβούλιο, αναθερμαίνεται πλέον, όχι τυχαία, και η συζήτηση για το πού θα πρέπει να πάει η Ευρώπη μετά το Brexit. Μετά τον Γάλλο Πρόεδρο, που πρώτος εξέφρασε την άποψη πριν την υιοθετήσει η κυρία Μέρκελ, έσπευσε και ο Ιταλός Υπουργός να συμφωνήσει με την Γερμανίδα Καγκελάριο. Ο νέος γαλλο-γερμανο-ιταλικός άξονας που στήθηκε μετά το Brexit, φαίνεται να συμφωνεί, λοιπόν, όπως έχουν σήμερα τουλάχιστον τα πράγματα, στην κατεύθυνση που πρέπει να λάβει η Ε.Ε. στο μέλλον.
Καθόσον μας αφορά, η κυρία Μέρκελ ανέφερε ως παράδειγμα υφισταμένων πολλαπλών ταχυτήτων το γεγονός ότι το Ευρώ δεν υιοθετήθηκε από όλες τις χώρες της Ε.Ε. 
Υπάρχει, όμως, μια διαφορά, κατά τη γνώμη μας, μεταξύ των χωρών που με τη θέλησή τους δεν υιοθέτησαν το Ευρώ και προτίμησαν να διατηρήσουν το εθνικό τους νόμισμα και των χωρών που, όπως εμείς, υιοθετήσανε μεν το Ευρώ, πλην όμως στην πορεία αποδείχθηκε πολύ ακριβό για τα μέτρα τους.
Ο κ. Trump θα υποχρεώσει την Ε.Ε., βοηθούσης και της Μεγάλης Βρετανίας, να συντομεύσει τους παροιμιωδώς αργόσυρτους ρυθμούς, με τους οποίους η Ε.Ε. λαμβάνει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις.
Για να γίνει, όμως, αυτό, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα πλάνο προς τα πού θα κινηθεί η Ε.Ε. Και κάτι τέτοιο, πριν από τις Γαλλικές και τις Γερμανικές εκλογές, δεν πρόκειται να υπάρξει. Η δε Μέρκελ, αν και οι Γερμανοί ψηφοφόροι δεν πειραματίζονται στα δύσκολα, φαίνεται πως δεν έχει την επανεκλογή στο τσεπάκι της. Ενώ στη Γαλλία, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα χάσει η κυρία Λεπέν, τη στιγμή που οι άλλοι υποψήφιοι κάνουν ό,τι μπορούν για να την στείλουν στα Ηλύσια Πεδία.
Μέχρι τότε, λοιπόν, όλες οι μεγάλες αποφάσεις στην Ε.Ε. αναβάλλονται. Αυτό σημαίνει –καθόσον μας αφορά– ότι οι Ευρωπαίοι θα κλωτσήσουν ακόμη μια φορά το τενεκεδάκι της αξιολόγησης παρακάτω, μέχρι να τους επιτρέψουν οι συνθήκες ν’ αποφασίσουν οριστικά για μας στο πλαίσιο της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής που θα σχεδιάσουν.
Αν μέχρι τότε ο κ. Τσίπρας παραμείνει στην εξουσία, η Ελλάδα θα είναι η χώρα που θα ενεργοποιήσει την νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Εκτός αν οι δανειστές θελήσουν να μας δώσουν μια τελευταία ευκαιρία να μείνουμε στο κέντρο της Ευρώπης, πριν πάρουν για μας τις οριστικές τους αποφάσεις.

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο LIBERAL (5/2/2017)

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2016
Σύστημα για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου:
Ευρωπαϊκό και Ελληνικό Δίκαιο 
Αγγελική Ζησιού, Δικηγόρος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κ Αγγελικής Ζησιού με θέμα: Σύστημα για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου: Ευρωπαϊκό και Ελληνικό Δίκαιο, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με το βαθμό Άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος. 
                                                                                                                               
                                                                                                              ΜΔΧ                                                                                                                                                              

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 Η κλιματική αλλαγή είναι μία από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής μας με ορατές επιπτώσεις. Παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, συχνές και έντονες καταιγίδες, πλημμύρες, αυξημένες ημέρες καύσωνα και περισσότερες πυρκαγιές καταμαρτυρούν την μεταβολή του κλίματος. Ολοένα και συχνότερα οι επιστήμονες αποδίδουν την ένταση των φυσικών φαινομένων σε ανθρωπογενείς παράγοντες, με το φαινόμενο του θερμοκηπίου να αποτελεί την κύρια αιτία για την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Κάθε μία από τις τρεις τελευταίες δεκαετίες ήταν θερμότερη από την προηγούμενή της και οι προβλέψεις για το μέλλον διαγράφονται δυσοίωνες. Συγκεκριμένα, η θερμοκρασία αναμένεται να αυξηθεί περίπου 1,2oC πάνω από τα σημερινά επίπεδα (και συνολικά 2oC σε σχέση με τα επίπεδα της προβιομηχανικής περιόδου) γεγονός που θα επιφέρει μη αναστρέψιμες αλλαγές στο παγκόσμιο περιβάλλον.
Υπό το πρίσμα αυτό η διεθνής συνεργασία για τη λήψη μέτρων θεωρήθηκε επιτακτική. Η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος, καθώς και το πρωτόκολλο του Κιότο, που ακολούθησε, ήταν οι κυριότερες προσπάθειες συντονισμού με τη συμμετοχή των περισσοτέρων χωρών παγκοσμίως, στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αρωγός της όλης προσπάθειας, επιδεικνύοντας μάλιστα υπερβάλλοντα ζήλο, συνεχίζει να δεσμεύεται διεθνώς, θέτοντας μακρόπνοους στόχους μείωσης των εκπομπών της. Όπλο της στην όλη προσπάθεια αποτέλεσε η Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας (όπως τροποποιήθηκε), με την οποία εγκαθιδρύθηκε ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα εμπορίας ρύπων παγκοσμίως, δικαιώνοντας τους εμπνευστές του.
Στόχος της συνημμένης μελέτης είναι να προσεγγίσει τα βασικά χαρακτηριστικά του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής (ΣΕΔΕ) μέσα από μια ουσιαστική περιγραφή της λειτουργίας του ώστε να γίνει αντιληπτή η συμβολή του, ως μέτρο πολιτικής για το κλίμα, αλλά και να καταδειχθούν ενδεχόμενες δυσλειτουργίες και ελλείψεις αυτού τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο ελληνικό επίπεδο.
Αναλυτικότερα η μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια συνοπτική παρουσίαση της νομοθετικής εξέλιξης στο πλαίσιο της διεθνούς εννόμου τάξεως ως προς την αντιμετώπιση και την πρόληψη της κλιματικής αλλαγής. Με σημείο εκκίνησης το έργο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή και τη Συνδιάσκεψη του Ρίο παρουσιάζεται η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (United Nations Framework Convention on Climate Change, UNFCCC) με την οποία η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να θέσει τις ελάχιστες υποχρεώσεις στα συμβαλλόμενα μέρη της και, κυρίως, στα ανεπτυγμένα κράτη, υπογραμμίζοντας με αυτό τον τρόπο τις κοινές αλλά διαφοροποιημένες ευθύνες τους. Ακολουθεί η αναφορά στο Πρωτόκολλο του Κιότο και στην υιοθέτηση για πρώτη φορά νομικά δεσμευτικών στόχων μείωσης των εκπομπών. Τελευταίος σταθμός η Συνδιάσκεψη του Παρισιού, που πραγματοποιήθηκε από τις 30 Νοεμβρίου έως τις 11 Δεκεμβρίου 2015, καταδεικνύοντας την προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να γεφυρώσει τη σημερινή κατάσταση και την κλιματική ουδετερότητα πριν από το τέλος του αιώνα. Το πρώτο μέρος κλείνει με τις πρωτοβουλίες της ΕΕ για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, τους στόχους 20-20-20 και το πλαίσιο για το 2030 σε μια προσπάθειά της να ανταποκριθεί στις διεθνείς της δεσμεύσεις αλλά και να απαντήσει ουσιαστικά στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.
Στο δεύτερο μέρος, αρχικά, εκτίθεται η ιστορική και νομοθετική εξέλιξη του ΣΕΔΕ, περιλαμβάνοντας όλες τις νομοθετικές αλλαγές από τις οποίες έχει διέλθει η Οδηγία 2003/87 για το ΣΕΔΕ, αλλαγές η οποίες συνόδεψαν τη λειτουργία του. Ακολούθως, αναλύεται η δομική και λειτουργική του διάρθρωση. Δίδεται το πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ και οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του ενώ, τέλος, φωτίζονται και οι επιμέρους πτυχές συμμόρφωσης με αυτό, όπως και το πλαίσιο επιβολής κυρώσεων για την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργία του.
 Στο τρίτο μέρος παρουσιάζεται η εφαρμογή του ΣΕΔΕ σε εγχώρια κλίμακα. Ύστερα από μία σύντομη αναδρομή στο νομοθετικό πλαίσιο με το οποίο η χώρα μας ενσωμάτωσε όλα τα διεθνή και ευρωπαϊκά νομοθετικά μέτρα στην ελληνική έννομη τάξη, περιγράφεται η λειτουργία του ΣΕΔΕ σε εθνικό επίπεδο, το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής τόσο για τις σταθερές εγκαταστάσεις όσο και για τις αερομεταφορές, στοιχεία των πλειστηριασμών που διενεργήθηκαν για τη χώρα μας και ο τρόπος επιβολής κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο. Τέλος, παρατίθενται στατιστικά δεδομένα για τις επαληθεύσεις των εκπομπών των σημαντικότερων ελληνικών βιομηχανιών και αεροπορικών εταιριών, που συμμετέχουν στο ΣΕΔΕ.
Στο τέταρτο μέρος επιχειρείται μια κριτική επισκόπηση του ΣΕΔΕ. Η ερώτηση, όμως, αν αυτό επιτελεί επιτυχώς το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε, δεν επιδέχεται εύκολης απάντησης καθώς θα πρέπει να κριθεί υπό Το πρίσμα διάφορων παραμέτρων. Οι παράμετροι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους στόχους, που ορίζονται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ για το ΣΕΔΕ, δηλαδή η «μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό» με το μέγιστο δυνατό περιβαλλοντικό αποτέλεσμα «ώστε να συνεισφέρει στα επίπεδα μειώσεων που θεωρούνται επιστημονικώς απαραίτητα για την αποφυγή της επικίνδυνης αλλαγής του κλίματος». Υπό το πρίσμα αυτό αποτιμάται η συμβολή του ΣΕΔΕ σε περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο ενώ επιχειρείται η καταγραφή των επιμέρους προβλημάτων εναρμόνισης μεταξύ των Κρατών-μελών.
Σήμερα ένα χρόνο μετά τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η διεθνής κοινότητα τίθενται σε ισχύ (4/11/2016), αφού 79 από τα 197 συμβαλλόμενα κράτη της UNFCCC έχουν επικυρώσει τη Συμφωνία, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΕ. Με μεγάλη πλειοψηφία και διαδικασίες fast track το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρέσχε την έγκρισή του (σύμφωνη γνώμη) στην επικύρωση από το Συμβούλιο της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα, η οποία στις 7 Οκτωβρίου 2016 κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που είναι ο θεματοφύλακας της συμφωνίας του Παρισιού.
Με τον ΓΓ του ΟΗΕ Ban Ki-Moon να δηλώνει πως η συμφωνία του Παρισιού «Θα οδηγήσει στη μείωση της εκπομπής άνθρακα για μία πιο βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και στη διατήρηση της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου» και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker  να επισημαίνει ότι «Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση μετέτρεψε τις φιλοδοξίες της για το κλίμα σε δράση για το κλίμα. Η συμφωνία του Παρισιού είναι η πρώτη του είδους της και χωρίς την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είχε καταστεί δυνατή.  Σήμερα, γι’ άλλη μια φορά, πρωτοστατήσαμε και αποδείξαμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ενωμένη μπορεί να επιτυγχάνει τους στόχους της», δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε ότι η διεθνής πολιτική για το κλίμα θα αποδώσει καρπούς, με την ΕΕ να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και το ΣΕΔΕ να βρίσκει το βηματισμό του επιτελώντας ολοένα και καλύτερα το στόχο της μείωσης των εκπομπών παράλληλα με την ανάπτυξη της πράσινης τεχνολογίας και της οικονομικής αποδοτικότητας.
Αναλυτικά η μελέτη εδώ

Αγγελική Ζησιού, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
a.zisiou@gmail.com


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 5/2016
ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2016: Τραμπ ή Κλίντον; 
Σύγκριση των θέσεων των δύο μονομάχων
Γιώργος Τζογόπουλος, Eιδικός Συνεργάτης Τομέα Διεθνών Σπουδών του ΔΠΘ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η ψήφος υπέρ της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 23 Ιουνίου επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, τη γενική αδυναμία πρόβλεψης εκλογικών αποτελεσμάτων και τη μεγάλη διαφορά που χωρίζει την οικονομική και πολιτική ελίτ από πολλούς απλούς πολίτες. Υπό το πρίσμα αυτό, το αποτέλεσμα των Αμερικανικών προεδρικών εκλογών της 8ης Νοεμβρίου δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Μπορεί οι περισσότερες δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι η Χίλαρι Κλίντον προηγείται, όμως το «προφίλ» των πιθανών υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ είναι τέτοιο που δεν συμπεριλαμβάνεται απαραίτητα στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Πάντως, αν τελικά τα προγνωστικά επαληθευθούν αυτή τη φορά, η νίκη της Κλίντον θα αποδοθεί πολύ περισσότερο στην ανησυχία για μία πιθανή προεδρία Τραμπ παρά στην προσωπικότητά της ή στο πολιτικό της πρόγραμμα.  
Οι φετινές προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες κρίνουν κατά κάποιο τρόπο αν θα υπάρχει συνέχεια στη διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα. Από τη μία πλευρά, ο Τραμπ αντιπροσωπεύει το άγνωστο, το διαφορετικό. Εκμεταλλευόμενος την εσωτερική κρίση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος κατάφερε να πάρει το χρίσμα του υποψήφιου προέδρου και χάρη στον εκκεντρικό του χαρακτήρα να εκπλήσσει με τις προτάσεις του στα διάφορα κομβικά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, η Χίλαρι Κλίντον εγγυάται μία σχετική ομαλότητα στην αμερικανική πολιτική. Δεν εντυπωσιάζει με τη ρητορική και το πρόγραμμά της, αλλά η πιθανή της νίκη θεωρείται ως το «λιγότερο κακό» σενάριο συγκριτικά με την άγνωστη επαύριον μιας προεδρίας Τραμπ. 
Πριν παρουσιαστούν συνοπτικά οι θέσεις των δύο υποψηφίων για το αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ στα κυριότερα θέματα, πρέπει να υπογραμμιστεί πως σε περίπτωση επικράτησης του Τραμπ είναι αβέβαιο κατά πόσο θα εφαρμόσει στην πράξη όσα έχει αναφέρει στην προεκλογική περίοδο. Ο ακραίος χαρακτήρας της προεκλογικής του ρητορικής ίσως ακολουθηθεί από στροφή στο ρεαλισμό με δεδομένο τον αντιφατικό χαρακτήρα πολλών δηλώσεών του.  Επίσης, τo σύστημα των συνταγματικών ελέγχων (checks and balances) δεν επιτρέπει ριζοσπαστικές κινήσεις. Παρόλα αυτά, με την ιδιότητα ως επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων, κάθε Αμερικανός πρόεδρος έχει τη δυνατότητα ελιγμών και καινούριων αποφάσεων στην εξωτερική πολιτική. Πολλά, επίσης, θα εξαρτηθούν από το επιτελείο το οποίο θα εργαστεί κοντά στο νέο πρόεδρο είτε αυτός είναι ο Τραμπ είτε η Κλίντον. 
Σε επίπεδο υποψήφιων αντιπροέδρων ο Μάικ Πενς, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόταση του Τραμπ για τη θέση, θεωρείται περισσότερο ήπιος και μετρημένος και έχει μεγάλη εμπειρία από την πολιτική. Όσον αφορά την Κλίντον, ο Τιμ Κέιν υποστηρίζει τη διακομματική συνεργασία σε διάφορα μέτωπα αλλά είναι αρκετά σκληρός στις θέσεις του για την εξωτερική πολιτική, καθώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε το Κογκρέσο να δώσει εξουσιοδότηση για την στρατιωτική καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους.  Σε επίπεδο συμβούλων για θέματα εξωτερικής πολιτικής ισχυρό λόγο στο στρατόπεδο του Τραμπ αναμένεται να έχει ο Κάρτερ Πέιτζ. O Πέιτζ είναι ο ιθύνων νους της θεωρητικά φιλορωσικής προσέγγισης του υποψήφιου προέδρου των Ρεπουμπλικάνων.  Από την άλλη πλευρά, η Κλίντον βασίζεται πολύ στο σύμβουλό της Τζέικ Σάλιβαν, με τον οποίο συνεργάζεται από το 2008. Ο Σάλιβαν συνέβαλε στην κατάρτιση της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και σε περίπτωση νίκης της Κλίντον θα λάβει πιθανώς πολύ σημαντική θέση στο Λευκό Οίκο. 

2. ΕΛΛΑΔΑ

Ξεκινώντας με το ζήτημα της Ελλάδας, και κυρίως με αυτό της διαχείρισης της ελληνικής κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση επενδύει στη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης. Η επίσκεψη του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα στα μέσα Νοεμβρίου στην Αθήνα είναι ενδεικτική της επιθυμίας της Ουάσιγκτον να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη, να υλοποιήσει τις απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις και να αποφασιστεί μια βιώσιμη λύση για το χρέος με τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο τρίτο πρόγραμμα στήριξης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, μια πιθανή νίκη της Κλίντον εγγυάται τη συνέχιση της αμερικανικής υποστήριξης έστω και σε επίπεδο ρητορικής. Επίσης, ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει αναπτύξει ένα είδος συνεργασίας με την οικογένεια Κλίντον. Το Σεπτέμβριο 2015, για παράδειγμα, ήταν καλεσμένος ομιλητής σε ημερίδα που διοργάνωσε το ίδρυμα του συζύγου της Χίλαρι Κλίντον, και πρώην Αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον.  
Αντίθετα, ο Τραμπ δείχνει περισσότερο αδιάφορος για το ελληνικό ζήτημα. Πριν η ελληνική κυβέρνηση υπογράψει το τρίτο μνημόνιο τον Ιούλιο 2015, είχε αναφέρει πως η υπόθεση αφορούσε τη Γερμανία και όχι τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη σκληρή γερμανική γραμμή, πιέζοντας προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης χρέους. Πέρα από το ζήτημα της ελληνικής κρίσης, επικρατεί προβληματισμός για την πιθανή μελλοντική εξέλιξη των σχέσεων του Τραμπ με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα,  ο εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος είχε πει ότι η Αμερική δεν έπρεπε να ασκεί κριτική στον Τούρκο πρόεδρο για την πολιτική των εκκαθαρίσεων. Σε αντίθεση με τον Τραμπ, η Κλίντον αποδίδει πολύ μεγαλύτερη σημασία σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημιουργώντας κάποιες φορές αμηχανία στον Τούρκο πρόεδρο. 

3. ΕΥΡΩΠΗ

Το αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών θα είναι καθοριστικό για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων.  Η ρητορική του Τραμπ φοβίζει τις Βρυξέλλες, καθώς είναι σαφές ότι ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν επενδύει ιδιαίτερα στην αμερικανική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι περισσότερο απαισιόδοξοι, μάλιστα, προβλέπουν επιστροφή στα πρώτα χρόνια του Τζορτς Μπους, όταν λόγω του πολέμου στο Ιράκ, η κρίση για τις διατλαντικές σχέσεις ήταν πρωτοφανής. Οι δηλώσεις του Τραμπ για πιθανή μείωση της στήριξης των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ εντείνει την ευρωπαϊκή ανησυχία.  Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον δεν πρόκειται να διαταράξει το αρμονικό κλίμα της συνεργασίας των ετών του Ομπάμα αλλά έχει απαιτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την μάχη κατά της τρομοκρατίας. Ζητάει, δηλαδή, να αυξηθεί ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός ώστε να μπορέσει η Αμερική να μειώσει τις δαπάνες της. Πάντως, ενώ μια προεδρία Τραμπ θα αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο για τις διατλαντικές σχέσεις, μια προεδρία Κλίντον απλώς θα θέσει νέες βάσεις. 

4. ΡΩΣΙΑ

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής υπό τη νέα ηγεσία θα είναι η διαμόρφωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Ο Τραμπ προτείνει αυτό, που ιδίως μετά την έναρξη της ουκρανικής κρίσης, φαντάζει αδιανόητο για τους περισσότερους δυτικούς αναλυτές: την προσπάθεια προσέγγισης με το Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν. Κατά την άποψη του υποψήφιου Ρεπουμπλικάνου προέδρου, με τον τρόπο αυτό, θα δημιουργηθεί προοπτική ουσιαστικής επίλυσης όχι μόνο της ουκρανικής κρίσης αλλά και της συριακής. Αντίθετα, η Κλίντον, η οποία έχει αποκαλέσει στον παρελθόν τον Πούτιν «bully», πρόκειται να συνεχίσει τη σκληρή αμερικανική γραμμή απέναντι στο Κρεμλίνο. Μάλιστα, συνδέει το ρωσικό ενδιαφέρον για τις αμερικανικές εκλογές με τη θεωρητική επιθυμία Πούτιν για μία νίκη του Τραμπ ώστε να αποδημήσει τον πολιτικό της αντίπαλο. 
Η θέση του Τραμπ για τη Ρωσία έχει δημιουργήσει προβληματισμό όχι μόνο στην Ευρώπη – ιδίως στις πρώην κομμουνιστικές χώρες– αλλά και στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές και πρώην γερουσιαστές αμφιβάλλουν για το κατά πόσο το μοντέλο του εκκεντρικού πολιτικού είναι βιώσιμο. Πολλοί από τους νεοσυντηρητικούς, μάλιστα, τόσο πολιτικοί όσο και διανοούμενοι νιώθουν τόσο αποξενωμένοι, που προτιμούν να ψηφίσουν την Κλίντον. Άλλωστε, βασική πτυχή της ιδεολογίας του νεοσυντηρητισμού είναι η σκλήρυνση της αμερικανικής προσέγγισης απέναντι στη Ρωσία. Σε περίπτωση επικράτησης του Τραμπ, λοιπόν, δεν αποκλείεται ο νέος Αμερικανός πρόεδρος να αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα ελέγχου του κόμματός του αλλά και  έγκρισης των αποφάσεών του από το Κογκρέσο. 

5. ΑΣΙΑ

Βλέποντας προς την Ασία τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην Κίνα. Η ρητορική τους είναι επιθετική με τον πρώτο να εστιάζει σε οικονομικά θέματα και τη δεύτερη σε πολιτικά. Συγκεκριμένα, ο Τραμπ κατηγορεί το Πεκίνο ότι χειραγωγεί το νόμισμά του και δεν σέβεται την αμερικανική πνευματική ιδιοκτησία. Η Κλίντον εμμένει στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία της έκφρασης. Ως βασική αρχιτέκτων της στροφής της Ουάσιγκτον προς την Ασία, καθώς διετέλεσε υπουργός εξωτερικών, η υποψήφια των Δημοκρατικών αναμένεται να συνεχίσει την αμερικανική πολιτική της στήριξης των ασιατικών συμμάχων της. Αντίθετα, ο Τραμπ έχει αναφέρει ότι τόσο η Ιαπωνία όσο και η Νότιος Κορέα θα πρέπει να βρουν μόνες τους τα οικονομικά μέσα για ενισχύουν την άμυνά τους. Τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον, πάντως, επενδύουν στο ρόλο της Κίνας με γνώμονα την εξεύρεση λύσης για το πυρηνικό πρόγραμμα της Βορείου Κορέας. 

6. ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

H καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους στη Μέση Ανατολή αποτελεί βασική προτεραιότητα για τον Τραμπ και την Κλίντον. Ο πρώτος, ο οποίος έχει μεταβάλει την άποψή του αρκετές φορές, φαίνεται ότι καταλήγει στην ανάγκη στρατιωτικής καταπολέμησής του με τη συμμετοχή χερσαίων δυνάμεων. Παράλληλα, έχει πει ότι θα σταματήσει την αγορά πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία, αν η χώρα δεν συμβάλει αποτελεσματικά στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους και παρουσιάζεται σκεπτικός για τον αντίκτυπο της απομάκρυνσης της τρομοκρατικής οργάνωσης από τη Μοσούλη του Ιράκ, θεωρώντας ότι ίσως έτσι ευνοηθεί το Ιράν. 
Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον υποστηρίζει τη σημερινή στρατιωτική επιχείρηση, παρόλο που θεωρεί ότι υπήρξε καθυστέρηση από την κυβέρνηση του Ομπάμα στην εκπαίδευση των μετριοπαθών δυνάμεων της αντιπολίτευσης στη Συρία. Τοποθετείται υπέρ της δημιουργίας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Συρία, την εντατικοποίηση της αμερικανικής συνεργασίας με τις κουρδικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Συρία και το Ιράκ και την εξάλειψη της διαδικτυακής προπαγάνδας του Ισλαμικού Κράτους.  Όσον αφορά τον πόλεμο κατά του Ιράκ το 2003, η Κλίντον είχε ψηφίσει υπέρ ένα χρόνο νωρίτερα αλλά πέρυσι είπε ότι η απόφαση ήταν λάθος. Όσον αφορά τον Τραμπ, ο οποίος τότε βρισκόταν εκτός πολιτικής, μάλλον τίθεται κατά, αλλά η θέση του δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη λόγω αντιφατικών δηλώσεων. 

7. ΑΣΦΑΛΕΙΑ – ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ 

Η πρόσφατη έκρηξη που πραγματοποιήθηκε στο Μανχάταν με δράστη έναν 28χρονο Αφγανό, έχει επαναφέρει τον εφιάλτη του τρόμου στην αμερικανική κοινωνία. Ακολούθως Τραμπ και Κλίντον προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια, χωρίς, όμως, να τα καταφέρνουν. O Τραμπ, o ο οποίος επενδύει στη επιθετική ρητορική του κατά των μεταναστών, δεν έχει διευκρινίσει αν σκοπεύει να προχωρήσει στην κατηγοριοποίηση των μεταναστών με βάση την καταγωγή τους. Θα είναι, πάντως, πολύ δύσκολο στην πράξη να εφαρμόσει αντίστοιχες μεθόδους με αυτές που είχε ακολουθήσει ο Φράνκλιν Ρούζβελτ ύστερα από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, όσον αφορά τη βίαια προσαγωγή και φυλάκιση Ιαπώνων που βρίσκονταν στην Αμερική. Στο παρελθόν το έχει απορρίψει αλλά έχει, επίσης, αναφέρει ότι στον πόλεμο απαιτούνται σκληρές αποφάσεις. 
Η Κλίντον εστιάζει περισσότερο στην καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης πιθανών τρομοκρατών σε αρχικό στάδιο. Προτείνει, δηλαδή, την απόδοση ιδιαίτερης έμφασης στον τρόπο ζωής τους και ενσωμάτωσής των μεταναστών και των παιδιών τους στην κοινωνία, ώστε είτε μέσω της σωστής εκπαίδευσης να μην καλλιεργηθεί η εξτρεμιστική λογική είτε αν υπάρχει τέτοια τάση να εντοπίζεται έγκαιρα. Και με αυτή τη μέθοδο, ωστόσο, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι τελικά ακριβώς τα αντίθετα από τα επιθυμητά ενώ δεν πρέπει να υποτιμάται ο ρόλος του διαδικτύου.

8. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αν και παραδοσιακά το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων τίθεται κατά της ενεργού συμμετοχής του κράτους, ο Τραμπ πρωτοπορεί και προτείνει αύξηση των δαπανών στις υποδομές. Επίσης, υπόσχεται φοροαπαλλαγές αλλά και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας για τους Αμερικανούς πολίτες μέσω της επιστροφής της βάσης αμερικανικών εταιρειών στη χώρα. Όσον αφορά το ύψος του χρέους, το πρόγραμμά του είναι ασαφές. Άλλοτε κάνει λόγο για νέα διαπραγμάτευση επί του ζητήματος και άλλοτε για αντιμετώπιση του προβλήματος μέσω τόνωσης ανάπτυξης. Η Κλίντον, αντίθετα, ακολουθεί την παραδοσιακή ατζέντα των Δημοκρατικών και δίνει μεγάλη έμφαση στη μελλοντική φορολόγηση των πλουσίων και την αύξηση των δαπανών για την παιδεία. Υπόσχεται, ακόμα, αύξηση του κατώτατου μισθού. Αναφορικά με το ζήτημα του χρέους, δείχνει ότι αντιμετωπίζει το πρόβλημα με μεγαλύτερη σοβαρότητα αλλά δεν έχει καταθέσει πειστική πρόταση για τη βέβαιη και ασφαλή εξυπηρέτησή του. 

9. ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ - ΕΜΠΟΡΙΟ

Όσον αφορά την παγκοσμιοποίηση και το εμπόριο, ο Τραμπ είναι θιασώτης μίας νέας πολιτικής που θα δώσει τέλος στη σημερινή «ασυδοσία». Για αυτό στρέφεται κατά των συμφωνιών που ενδεχομένως θα οδηγήσουν στη δημιουργία ζωνών ελεύθερου εμπορίου, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό προστατεύει το αμερικανικό εθνικό συμφέρον. Συγκεκριμένα, απορρίπτει τα σχέδια «TPP» και «TTIP», δηλαδή το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ  Ηνωμένων Πολιτειών και χωρών της Ασίας από τη μία, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την άλλη. Σε πολύ πιο δύσκολη θέση βρίσκεται σήμερα η πολιτική του αντίπαλος, Χίλαρι Κλίντον, η οποία συμφωνεί μεν ιδεολογικά με τα εν λόγω σχέδια αλλά αναγκάστηκε λόγω της έντασης της προεκλογικής εκστρατείας να στραφεί εναντίον τους. Πάντως, δεν αποκλείεται ο «ΤΡΡ», που αποτελεί προσωπικό στοίχημα του Ομπάμα, να περάσει από το Κογκρέσο μέχρι να ορκιστεί ο νέος πρόεδρος. 

10. ΠΑΙΔΕΙΑ

Τέλος, αναφορικά με το μέλλον της παιδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον επικρίνουν την τακτική του αμερικανικού κράτους να κερδίζει πολλά χρήματα από το δανεισμό σε φοιτητές. Χαρακτηριστικό είναι πως το χρέος των φοιτητών την τελευταία δεκαετία αγγίζει τα 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, ο Τραμπ δεν έχει εξηγήσει ακριβώς πώς σκέπτεται να διαμορφώσει την πολιτική του εκτός από κάποιες γενικές προτάσεις για ανάληψη ενεργότερου ρόλου από τις ιδιωτικές τράπεζες και οικονομική τιμωρία των κολεγίων, οι φοιτητές των οποίων αδυνατούν να ξεπληρώσουν τα δάνεια που έχουν λάβει. Από τη δική της πλευρά, η Κλίντον συνδέει τη δωρεάν εκπαίδευση στα πανεπιστήμια με το εισόδημα των οικογενειών, θεωρώντας ως όριο τα 85 χιλιάδες δολάρια ανά έτος. Επίσης, τοποθετείται υπέρ της εξυπηρέτησης του υπάρχοντος χρέους με σύναψη νέων δανείων με τα ίδια επιτόκια αλλά και διαγραφής μικρού τμήματός τους για τους νέους επιχειρηματίες. 

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016


CES-Duth Working Paper 4/2016
Η διασφάλιση της αρχής του Κράτους Δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση 
και η περίπτωση της Πολωνίας

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ «στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες». Μεταξύ των παραπάνω «συνταγματικών θεμελίων», που συγκροτούν την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης, κεντρική θέση κατέχει η αρχή/αξία του Κράτους Δικαίου, που υποχρεώνει σε σεβασμό της τόσο τα θεσμικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και τα Κράτη-μέλη. H ένταξη της αρχής του Κράτους Δικαίου στην κοινοτική έννομη τάξη έγινε το 1986, όταν το ΔΕΚ στην διάσημη απόφασή του στην υπόθεση των Πρασίνων (Les Verts) διακήρυξε ότι «η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα συνιστά κοινότητα δικαίου υπό την έννοια ότι ούτε τα Κράτη-μέλη της ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο των πράξεών τους απέναντι στο βασικό καταστατικό χάρτη, που αποτελεί η Συνθήκη». Ο «συνταγματικός» νομοθέτης της Ένωσης ακολούθησε το 1992 με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η αρχή του Κράτους Δικαίου αποτελεί για την Ένωση «συνταγματική αρχή τόσο με τυπικές όσο και με ουσιαστικές συνιστώσες», η οποία «είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με σεβασμό της δημοκρατίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων». Αυτός είναι, επίσης, ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 49 της ΣΕΕ, ο σεβασμός του Κράτους Δικαίου αποτελεί προϋπόθεση για την προσχώρηση ενός κράτους στην ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης το Κράτος Δικαίου παραμένει μια «ανοικτή» (open ended) έννοια με δυναμικό χαρακτήρα, με πολυσχιδές και αφηρημένο περιεχόμενο ενώ ως αρχή λειτουργεί ως «ομπρέλα» κάτω από την οποία περικλείονται τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία ή επί μέρους αρχές, που αυτή τη φορά είναι συγκεκριμένες και κατ’ επέκταση δικαστικά ελέγξιμες (αρχή νομιμότητας, αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων κα).

Ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου ιδιαίτερα από τα Κράτη-μέλη είναι κομβικής σημασίας, αφού αφενός αποτελεί νομιμοποιητικό στοιχείο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Ένωσης (Συμβούλιο, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) και αφετέρου «παράγει» την αναγκαία αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών και μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών, στην οποία εδράζεται το νομικό ενωσιακό οικοδόμημα μετά και την εγκαθίδρυση ενός Χώρου Ελευθερίας Ασφάλεια και Δικαιοσύνης και ιδιαίτερα της Συνεργασίας στις Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις, που θεμελιώνονται στην αρχή «της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών». Ωστόσο τα τελευταία χρόνια η Ένωση, παράλληλα με την οικονομική κρίση, αντιμετωπίζει και «κρίσεις Κράτους Δικαίου», στο βαθμό που σε Κράτη-μέλη (Γαλλία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Πολωνία) παρουσιάζονται παραβιάσεις της αρχής και γενικότερα των θεμελιωδών αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ, που δεν είναι μεμονωμένες ή περιστασιακές αλλά προσλαμβάνουν «συστηματικό χαρακτήρα». Η κατάσταση αυτή έδωσε το έναυσμα για να αναπτυχθεί μια εκτεταμένη συζήτηση, που διεξάγεται σε επιστημονικό, πολιτικό και θεσμικό επίπεδο και αφορά των επάρκεια των νομικών και πολιτικών μηχανισμών που προβλέπουν οι Συνθήκες για την αντιμετώπιση «συστημικών παραβιάσεων» του Κράτους Δικαίου από τα Κράτη-μέλη (προσφυγή για παράβαση κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ και διαδικασία επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση ύπαρξης σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από Κράτος-μέλος των αξιών του άρθρου 7 ΣΕΕ) και προχωρά στην αναζήτηση των ενδεδειγμένων λύσεων για την ενίσχυση των μηχανισμών διασφάλισης του Κράτους Δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και υιοθέτηση από την Επιτροπή το 2014 «ενός νέου πλαισίου της ΕΕ για την ενίσχυση του Κράτους Δικαίου», που έρχεται να λειτουργήσει ως «μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης» και να συμπληρώσει τα προβλεπόμενα από τις Συνθήκες νομικά και πολιτικά μέσα. Ο νέος μηχανισμός, που προκάλεσε μεγάλη επιστημονική συζήτηση και την αντίδραση των Κρατών-μελών, αποκτά ιδιαίτερη αξία από τη στιγμή, που για πρώτη φορά τέθηκε σε εφαρμογή το 2016 στην περίπτωση της Πολωνίας και βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη ο «διαρθρωμένος διάλογος» της Επιτροπής και των πολωνικών αρχών. 

Η επισυναπτόμενη μελέτη σκοπό έχει να παρακολουθήσει τις παραπάνω εξελίξεις. Έτσι, μετά από αυτή τη σύντομη Εισαγωγή, η μελέτη αρχικά προσεγγίζει την ενσωμάτωση στην ενωσιακή έννομη τάξη της αρχής του Κράτους Δικαίου, τη διαμόρφωση του εννοιολογικού της περιεχομένου και τη σημασία για την ευρωπαϊκή δικαιοταξία. Κατόπιν, αναλύει τα προβλεπόμενα από τη Συνθήκη νομικά και πολιτικά μέσα για τη διασφάλιση των αξιών της Ένωσης, επικεντρώνοντας την ανάλυση στην αποτελεσματικότητά τους για την αντιμετώπιση των «κρίσεων Κράτους Δικαίου» στα Κράτη-μέλη. Ακολούθως παρουσιάζεται το υιοθετηθέν από την Επιτροπή «νέο πλαίσιο της ΕΕ για την ενίσχυση του Κράτους Δικαίου», εντοπίζονται τα θετικά και αρνητικά του στοιχεία και συγκρίνεται με άλλες προταθείσες, κυρίως από την επιστημονική κοινότητα, λύσεις, καθώς και με την αντίστοιχη πρωτοβουλία των Κρατών-μελών στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Στην συνέχεια σκιαγραφείται η κατάσταση του Κράτους Δικαίου στην Πολωνία, που προκάλεσε στις αρχές του έτους την ενεργοποίηση του μηχανισμού «έγκαιρης προειδοποίησης» από την Επιτροπή και παρακολουθείται ο τρόπος με τον οποίο αυτός ξεδιπλώνεται στην περίπτωση της Πολωνίας. Στα Συμπεράσματα της μελέτης τονίζεται ότι παρά την σημασία, που έχει ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου από τα Κράτη-μέλη, τα μέσα που προβλέπονται από τις Συνθήκες για την διασφάλιση του σεβασμού της αρχής αποδεικνύονται εξαιρετικά ανεπαρκή και αναποτελεσματικά απέναντι σε «κρίσεις του Κράτους Δικαίου» σε αρκετά Κράτη-μέλη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Η οποία δε αποτελεσματικότητα μπορούν να αναπτύξουν υποσκάπτεται από την απροθυμία των Κρατών-μελών να καταφύγουν σε αυτά, αρκούμενα σε μια ήπια πολιτική διαχείρισης των κρίσεων. Οι τελευταίες πρωτοβουλίες, όπως αυτή της Επιτροπής με την υιοθέτηση ενός «νέου πλαισίου της ΕΕ για την ενίσχυση του Κράτους Δικαίου», παρά το γεγονός ότι δεν καλύπτουν αποφασιστικά «τα ελλείμματα αποτελεσματικότητας» των προβλεπόμενων από τις Συνθήκες μηχανισμών, κινούνται προς την ορθή κατεύθυνση και αποτελούν αναμφίβολα συμβολή στη συζήτηση για την αναζήτηση λύσεων που θα διασφαλίζουν το σεβασμό του Κράτους Δικαίου. Η ενεργοποίηση δε του νέου μηχανισμού στην περίπτωση της Πολωνίας κατά τη διάρκεια του 2016 έρχεται να ενισχύσει αυτήν την άποψη και να καταδείξει ότι ο σεβασμός του Κράτους Δικαίου από τα Κράτη-μέλη είναι υψηλά στην ατζέντα των ενωσιακών θεσμών, τουλάχιστον των υπερεθνικών εξ αυτών.  

Για να διαβάσετε τη μελέτη πατήστε  εδώ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Έδρα Jean Monnet
Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com