Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2017

Η αμοιβαία ανταλλαγή ποινικών μητρώων μεταξύ Ελλάδας και κρατών- μελών της ΕΕ & η συνεκτίμηση από τις ελληνικές δικαστικές αρχές προγενέστερων ευρωπαϊκών καταδικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο νέας ποινικής διαδικασίας σε βάρος του ίδιου προσώπου για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά 

Δήμητρα Μπλίτσα, Εισαγγελική Πάρεδρος, LLM, υπ. Διδάκτωρ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κ Δήμητρας Μπλίτσα, Εισαγγελικής Παρέδρου, με θέμα: «Η αμοιβαία ανταλλαγή ποινικών μητρώων μεταξύ Ελλάδας και κρατών- μελών της ΕΕ & η συνεκτίμηση από τις ελληνικές δικαστικές αρχές προγενέστερων ευρωπαϊκών καταδικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο νέας ποινικής διαδικασίας σε βάρος του ίδιου προσώπου για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά».  Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω την συγγραφέα με την ιδιότητα του διδάσκοντος στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (τμήμα Εισαγγελέων) από το 2015, να εκτιμήσω ιδιαίτερα την εργατικότητά της και την παραγωγική νομική της σκέψη αλλά και να συζητήσω μαζί της ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα στον κύκλο των επαγγελματικών της ενδιαφερόντων. Η μελέτη που παρουσιάζουμε (πρωτοδημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό PRO JUSTITIA τεύχος 2/2016) αποτελεί κατά την γνώμη μας χαρακτηριστικό δείγμα του πλούσιου επιστημονικού εξοπλισμού, που διαθέτει σήμερα η νέα γενιά των ελλήνων δικαστικών λειτουργών. 
                                                                                                                               
                                                                                                              ΜΔΧ


ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η συνημμένη μελέτη (βλέπε εδώ) εξετάζει την με το Ν. 4360/2016 ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Απόφασης-Πλαισίου 2009/315/ΔΕΥ σχετικά με τη διοργάνωση και το περιεχόμενο της ανταλλαγής πληροφοριών που προέρχονται από το ποινικό μητρώο μεταξύ των κρατών-μελών και της Απόφασης 2009/316/ΔΕΥ σχετικά με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου (ECRIS). Επίσης, εξετάζει τη συνεκτίμηση από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, επ’ ευκαιρία νέας ποινικής διαδικασίας κατά ενός προσώπου, προγενέστερων ευρωπαϊκών καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος του ίδιου προσώπου για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/675/ΔΕΥ. 
Η ύπαρξη μιας προγενέστερης καταδικαστικής απόφασης, που προέρχεται από άλλο κράτος-μέλος, δεν συνδέεται μόνο με την αρχή “ne bis in idem”. Δεν αφορά, δηλαδή, μόνο περιπτώσεις, όπου έχει εκδοθεί ήδη οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Το ζήτημα της αναγνώρισης αλλοδαπών καταδικαστικών αποφάσεων συνήθως ανακύπτει σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες ασκείται σε βάρος του ίδιου προσώπου νέα δίωξη σε άλλο κράτος-μέλος για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Το ποινικό παρελθόν του εν λόγω προσώπου, θα πρέπει να είναι γνωστό στις ευρωπαϊκές δικαστικές αρχές ενώπιον των οποίων προσάγεται, καθώς η προγενέστερη εγκληματική συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει τη μεταχείρισή του, τόσο κατά την προδικασία (π.χ. προσωρινή κράτηση), όσο και κατά την κύρια διαδικασία (π.χ. είδος και ύψος επιβαλλόμενης ποινής), αλλά και κατά το στάδιο εκτέλεσης της απόφασης (π.χ. δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της ποινής υπό όρο). Η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/675/ΔΕΥ προέβλεψε για πρώτη φορά τα κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία πρότερες ευρωπαϊκές καταδικαστικές αποφάσεις συνεκτιμώνται στο πλαίσιο νέας ποινικής διαδικασίας, που διεξάγεται σε άλλη χώρα της ΕΕ, κατά του ίδιου προσώπου, αλλά για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.Η χώρα μας δεν έχει προβεί ακόμη σε ενσωμάτωση της ως άνω Απόφασης-Πλαισίου. Η δε ισχύουσα νομοθεσία, όπως καταδεικνύεται στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, μόνο κατ’ εξαίρεση αποδίδει ισοδύναμα αποτελέσματα σε ευρωπαϊκές και ημεδαπές καταδικαστικές αποφάσεις. Έτσι, διερευνάται κατά πόσο η επίμαχη Απόφαση-Πλαίσιο μπορεί να αναπτύξει τα αποτελέσματά της μέσω της ερμηνευτικής μεθόδου της «σύμφωνης ερμηνείας».
Περαιτέρω, αν η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου εντός της ΕΕ δεν καταστεί αμέσως γνωστή, με τρόπο αξιόπιστο και κατανοητό, στο κράτος-μέλος, που διεξάγει τη νέα ποινική διαδικασία σε βάρος του, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί η ισοδυναμία των ποινικών αποφάσεων των κρατών-μελών. Η αμοιβαία, ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή, δηλαδή, πληροφοριών, που περιέχονται στο ποινικό μητρώο, είναι απαραίτητη, ώστε οι δικαστικές αρχές κάθε κράτους-μέλους να μπορούν να πληροφορούνται εγκαίρως το ποινικό παρελθόν του δράστη και να λαμβάνουν υπόψη τους τη σχετική ευρωπαϊκή καταδικαστική απόφαση στο πλαίσιο της νέας ποινικής διαδικασίας σε βάρος του.Στη βάση αυτή, η παρούσα μελέτη εξετάζει την πλέον πρόσφατη ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ανταλλαγή πληροφοριών, που περιέχονται στο ποινικό μητρώο, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 4360/2016.

Δήμητρα Μπλίτσα, Εισαγγελική Πάρεδρος, LLM, υπ. Διδάκτωρ Νομικής 
dimitra.blitsa@law.nyu.edu

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΙΟΥΝΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-685/15, Online Games Handels GmbH κ.λπ. κατά Landespolizeidirektion Oberösterreich - Προδικαστική
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας (Landesverwaltungsgericht Oberösterreich) και αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ σε σχέση και με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ). Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Online Games Handels GmbH, του Frank Breuer, του Nicole Enter και του Astrid Walden, αφενός, και της περιφερειακής αστυνομικής διευθύνσεως του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας αφετέρου. Σύμφωνα με το διοικητικό δικονομικό σύστημα της Αυστρίας κατά των αποφάσεων των διοικητικών αρχών είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως λόγω ελλείψεως νομιμότητας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία αποφαίνονται επί της ουσίας της διαφοράς. Στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει τα στοιχεία της υποθέσεως εντός των ορίων της προσφυγής, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο τις ελαφρυντικές όσο και τις επιβαρυντικές περιστάσεις. Η συγκεκριμένη υπόθεση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται στις διοικητικές κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα που επέβαλε η περιφερειακή αστυνομική διεύθυνση σε βάρος των προσφευγόντων λόγω της άνευ αδείας εκμεταλλεύσεως μηχανημάτων τυχερών παιγνίων. Ειδικότερα, το επίμαχο ζήτημα αφορά το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, υπό περιστάσεις στις οποίες το δικάζον δικαστήριο δεν περιορίζεται απλώς στην έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας αλλά ενεργεί αυτεπαγγέλτως προκειμένου να συλλέξει αποδεικτικά στοιχεία (σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο της Αυστρίας).
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με τη συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση είναι  εάν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικό δικονομικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο, στο πλαίσιο διοικητικών δικών ποινικού χαρακτήρα, το δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επί του αν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης ρύθμιση που περιορίζει την άσκηση θεμελιώδους ελευθερίας, όπως είναι η ελευθερία εγκαταστάσεως ή η ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών υποχρεούται να διερευνά αυτεπαγγέλτως τα στοιχεία της υποθέσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, δεν αντιτίθενται σε εθνικό δικονομικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο υποχρεούται να διερευνά αυτεπαγγέλτως τα στοιχεία της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως περί υπάρξεως διοικητικών παραβάσεων. Ωστόσο, η ανωτέρω κρίση του ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι το εθνικό δικονομικό σύστημα δεν συνεπάγεται υποχρέωση του δικαστηρίου να υποκαταστήσει τις αρμόδιες αρχές του οικείου Κράτους-μέλους, στις οποίες εναπόκειται να προσκομίσουν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσον ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-541/15,  Angela Freitag κ.λπ. - Προδικαστική
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το ειρηνοδικείο του Wuppertal της Γερμανίας (Amtsgericht Wuppertal) και αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων 18 και 21 ΣΛΕΕ. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία κίνησε ο Mircea Florian Freitag σχετικά με την αναγνώριση, στη Γερμανία, και την καταχώριση - αντικατάσταση στο μητρώο προσωπικής καταστάσεως του επωνύμου του με επώνυμο που απέκτησε νομίμως στη Ρουμανία. Ειδικότερα,  ο αιτών της κύριας δίκης γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1986 στη Ρουμανία με το επώνυμο Pavel, έχει τη ρουμανική ιθαγένεια και είναι τέκνο της Angela Freitag και του Vica Pavel, Ρουμάνων υπηκόων. Μετά το διαζύγιο των γονέων του, η μητέρα του συνήψε νέο γάμο με Γερμανό υπήκοο φέροντα το επώνυμο Freitag. Ο νέος σύζυγος υιοθέτησε τον αιτούντα της κύριας δίκης, ο οποίος απέκτησε έτσι τη γερμανική ιθαγένεια και φέρει έκτοτε το επώνυμο Freitag. Με απόφαση του περιφερειακού συμβουλίου του Brasov (Ρουμανία) της 9ης Ιουλίου 2013, το επώνυμο του αιτούντος της κύριας δίκης άλλαξε και πάλι, μετά από αίτησή του, σε Pavel. Κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η διαδικασία αλλαγής ονόματος στη Ρουμανία, ο αιτών της κύριας δίκης είχε τη συνήθη διαμονή του στη Γερμανία. Στη συνέχεια, ο αιτών της κύρια δίκης απευθύνθηκε στο  ληξιαρχείο του Wuppertal της Γερμανίας προσκομίζοντας το νέο ρουμανικό διαβατήριό του, το οποίο εκδόθηκε με το επώνυμο Pavel, και ζήτησε να αναγνωριστεί η αλλαγή ονόματος και από το γερμανικό δίκαιο και να τροποποιηθεί αναλόγως το μητρώο της προσωπικής του καταστάσεως. Το ληξιαρχείο του Wuppertal και ο  δήμαρχος του Wuppertal διατηρώντας αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα καταχωρίσεως μεταγενέστερης πράξεως στο μητρώο προσωπικής καταστάσεως, έφεραν την υπόθεση ενώπιον του Ειρηνοδικείου του Wuppertal.
Το νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αποκλείουν την άρνηση του ληξιαρχείου Κράτους- μέλους να αναγνωρίσει και να καταχωρίσει στο μητρώο προσωπικής καταστάσεως το επώνυμο το οποίο απέκτησε νομίμως υπήκοος αυτού του Κράτους-μέλους (Γερμανία) σε άλλο Κράτος-μέλος (Ρουμανία), του οποίου είναι, επίσης, υπήκοος, και το οποίο αντιστοιχεί στο όνομα γεννήσεώς του. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 21 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αποκλείει την άρνηση του ληξιαρχείου Κράτους-μέλους να αναγνωρίσει και να καταχωρίσει στο μητρώο προσωπικής καταστάσεως το όνομα το οποίο απέκτησε νομίμως υπήκοος αυτού του Κράτους-μέλους σε άλλο Κράτος-μέλος, του οποίου αυτός είναι, επίσης, υπήκοος και το οποίο αντιστοιχεί στο όνομα γεννήσεώς του. 

3. ΔΕΕ, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-436/16, Γεώργιος Λεβέντης και Νικόλαος Βαφειάς κατά Malcon Navigation Co. Ltd και Brave Bulk Transport Ltd - Προδικαστική
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από τον Άρειο Πάγο (Ελλάδα) και αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 23, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού  «αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, β)  είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις, γ)  είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ’ αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα. [...]». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Γεωργίου Λεβέντη και του Νικολάου Βαφειά, εκπροσώπων της Brave Bulk Transport ltd., εταιρίας ναύλωσης πλοίων, και, αφετέρου, της Malcon Navigation Co. ltd. με αντικείμενο αγωγή αποζημίωσης, η οποία ασκήθηκε από την τελευταία κατά της Brave Bulk Transport και των Γ. Λεβέντη και Ν. Βαφειά, ως ενεχόμενων εις ολόκληρο. Στη συγκεκριμένη υπόθεση αμφισβητείται η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των δύο εταιρειών είχε υπογραφεί ιδιωτικό συμφωνητικό που όριζε ότι διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, ότι υπόκειται στην αγγλική δικαιοδοσία και ότι οποιαδήποτε διαφορά από ή σε σχέση με αυτό υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του High Court της Αγγλίας και της Ουαλίας. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο συμφωνητικό δεν ήταν συμβαλλόμενοι οι εκπρόσωποι της εταιρείας Brave Bulk Transport.
Το νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση είναι η ερμηνεία του άρθρου 23 του Kανονισμού Βρυξέλλες Ι, στην περίπτωση που έχει περιληφθεί ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας σε ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ δύο εταιριών. Ειδικότερα, εξετάζεται εάν οι εκπρόσωποι της μίας εξ αυτών μπορούν να επικαλεστούν τη ρήτρα προκειμένου να αμφισβητήσουν τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου αναφορικά με την εκδίκαση αγωγής αποζημίωσης, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρο ευθύνη τους για φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Το ΔΕΕ έκρινε, ερμηνεύοντας το άρθρο 23, παρ. 1, του κανονισμού  44/2001 ότι οι εκπρόσωποι της μίας εξ αυτών δεν μπορούν να επικαλεστούν τη ρήτρα παρέκτασης διότι θεωρούνται τρίτοι και δεν ήταν συμβαλλόμενοι στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό.

4. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-126/16, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ. κατά Smallsteps BV - Προδικαστική
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, που υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο των κεντρικών Κάτω Χώρων (Rechtbank Midden Nederland) αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων 3 έως 5 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών-μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας «Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον διάδοχο.». Επιπροσθέτως, το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας ορίζει « Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή)». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Federatie Nederlandse Vakvereniging, (ολλανδικής συνδικαλιστικής οργανώσεως) κ.λπ. και της Smallsteps BV, με αντικείμενο τη μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων προς την εταιρία αυτή. Ειδικότερα, η Estro Groep BV ήταν η μεγαλύτερη εταιρία παιδικών σταθμών στις Κάτω Χώρες. Η ανωτέρω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση και διορίστηκε σύνδικος για την περάτωση της διαδικασίας της πτώχευσης. Στις 5 Ιουλίου 2014, υπεγράφη συμφωνία pre pack μεταξύ του συνδίκου και της Smallsteps, σύμφωνα με την οποία η τελευταία αγόρασε 250 περίπου σταθμούς και δεσμεύτηκε να προσφέρει εργασία σε 2.600 περίπου εργαζομένους της Estro Groep κατά την ημερομηνία κηρύξεως της πτωχεύσεως. Η συμφωνία pre-pack σκοπεί στην προετοιμασία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως προκειμένου να καταστεί εφικτή η γρήγορη επανέναρξη των βιώσιμων μονάδων της επιχειρήσεως μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, ούτως ώστε να αποτραπεί η ρήξη την οποία θα προκαλούσε η απότομη παύση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως αυτής κατά την ημερομηνία κηρύξεως της πτωχεύσεως και να διατηρηθεί η αξία της επιχειρήσεως και η απασχόληση.
Τον Ιούλιο του 2014, ο σύνδικος απέλυσε όλους τους εργαζομένους της Estro Groep. Η Smallsteps προσέφερε νέα σύμβαση εργασίας σε 2 600 περίπου εργαζομένους που απασχολούνταν προηγουμένως στην Estro Groep, ενώ απέλυσε τελικώς περισσότερους από χίλιους εργαζομένους.   
Το κρίσιμο νομικό ζήτημα της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι εάν η Οδηγία 2001/23, και ιδίως το άρθρο 5, παρ. 1, έχει την έννοια ότι η προστασία των εργαζομένων που εγγυώνται τα άρθρα 3 και 4 της Οδηγίας αυτής διατηρείται, σε περίπτωση στην οποία η μεταβίβαση επιχειρήσεως πραγματοποιείται αφότου κηρυχθεί η πτώχευση μέσω συμφωνίας pre pack, η οποία προετοιμάστηκε πριν από την πτώχευση και εφαρμόστηκε αμέσως μετά την κήρυξή της.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5 παρ. 1 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ έχει την έννοια ότι η προστασία των εργαζομένων διατηρείται  και στην περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση επιχειρήσεως πραγματοποιείται αφότου κηρυχθεί η πτώχευση μέσω συμφωνίας pre pack, η οποία προετοιμάστηκε πριν από την πτώχευση και εφαρμόστηκε αμέσως μετά την κήρυξή της. Επίσης, το ΔΕΕ έκρινε ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας pre-pack ο σύνδικος εξετάζει τις δυνατότητες συνεχίσεως από τρίτον των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως αυτής και προετοιμάζεται για ενέργειες που πρέπει να πραγματοποιηθούν αμέσως μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως προκειμένου να συνεχιστεί η λειτουργία της επιχείρησης.

5.  ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-111/17 PPU,  OL κατά PQ - Προδικαστική
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου του άρθρου 11, παρ. 1, του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού «Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της Σύμβασης της Χάγης του 1980, απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8.[…]». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του OL και της PQ, σχετικά με αίτηση που υπέβαλε ο OL ώστε το παιδί τους, το οποίο βρίσκεται στην Ελλάδα, δηλαδή στο Κράτος - μέλος στο οποίο γεννήθηκε και εξακολουθεί να διαμένει με τη μητέρα του, να επιστρέψει στην Ιταλία, όπου ήταν ο τόπος συνήθους διαμονής του ζεύγους πριν από τη γέννηση του παιδιού.
Το νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση αναφέρεται στην ερμηνεία του όρου «συνήθης διαμονή», σύμφωνα με το άρθρο 11, παρ. 1, του Κανονισμού 2201/2003. Ειδικότερα, εξετάζεται εάν υφίσταται «παράνομη κατακράτηση», σε περίπτωση κατά την οποία παιδί έχει γεννηθεί και έχει διαμείνει αδιαλείπτως με τη μητέρα του επί πλείονες μήνες, σύμφωνα με την κοινή βούληση των γονέων του, σε Κράτος - μέλος (Ελλάδα) διαφορετικό εκείνου στο οποίο βρισκόταν ο τόπος συνήθους διαμονής των γονέων πριν από τη γέννησή του (Ιταλία). Ας σημειωθεί ότι η αρχική πρόθεση των γονέων ήταν η επιστροφή της μητέρας μαζί με το παιδί στην Ιταλία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αρχική πρόθεση των γονέων περί επιστροφής της μητέρας μαζί με το παιδί στην Ιταλία συνεπάγεται ότι το παιδί έχει στο συγκεκριμένο Κράτος - μέλος τη «συνήθη διαμονή» του, κατά την έννοια του ανωτέρω Κανονισμού. Ως εκ τούτου, η άρνηση της μητέρας να επιστρέψει μαζί με το παιδί σε αυτό το Κράτος - μέλος (Ιταλία) δεν συνιστά «παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση» του παιδιού, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. 

6. ΔΕΕ, απόφαση  της 13ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-258/14, Eugenia Florescu κ.λπ. κατά Casa Judeţeană de Pensii Sibiu κ.λπ.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε  από το Εφετείο της Alba Iulia της Ρουμανίας (Curtea de Apel Alba Iulia) και αναφέρεται κυρίως στην ερμηνεία των άρθρων 6 ΣΕΕ, 17 παρ. 1 του ΧΘΔΕΕ και του άρθρου 2, παρ. 2, στοιχείο β, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη «Για τους σκοπούς της παραγράφου 1: [.....] β)   συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν: i)      η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, [...]».  Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Eugenia Florescu κ.λπ. και του Περιφερειακού Ταμείου Συντάξεων του Sibiu κ.λπ.. Το αντικείμενο της δίκης της συγκεκριμένης υπόθεσης αναφέρεται στην απαγόρευση σώρευσης της καθαρής συντάξεως του δημοσίου τομέα με τα εισοδήματα από δραστηριότητες που ασκούνται σε δημοσίους φορείς, όταν το ύψος της συντάξεως αυτής υπερβαίνει το ύψος του μέσου ακαθάριστου εθνικού μισθού βάσει του οποίου καταρτίζεται ο κρατικός προϋπολογισμός για την κοινωνική ασφάλιση. Ειδικότερα,  οι προσφεύγοντες ασκούσαν το δικαστικό λειτούργημα και παραλλήλως προς το δικαστικό λειτούργημα και το λειτούργημα του πανεπιστημιακού διδασκάλου. Το έτος 2009, οι ως άνω προσφεύγοντες συνταξιοδοτήθηκαν από τη θέση του δικαστικού λειτουργού, μετά από υπηρεσία άνω των 30 ετών. Κατά τη συνταξιοδότησή τους αυτή, είχαν τη δυνατότητα, σύμφωνα με τον νόμο 303/2004, να σωρεύουν τη σύνταξή τους με τα εισοδήματα που προέρχονταν από τη δραστηριότητά τους στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Μετά την έκδοση του νόμου 329/2009, ο οποίος απαγόρευε εφεξής μια τέτοια σώρευση, οι προσφεύγοντες επέλεξαν την αναστολή της καταβολής των συντάξεών τους από 1ης Ιανουαρίου 2010. Ωστόσο, το Συνταγματικό Δικαστήριο, της Ρουμανίας έκρινε συνταγματικό τον νόμο 329/2009 στο μέτρο που τα άρθρα 17 έως 26 του ως άνω νόμου δεν αφορούν πρόσωπα των οποίων η διάρκεια της θητείας ορίζεται ρητώς στο Σύνταγμα. Σύμφωνα με την κρίση του Συνταγματικού Δικαστηρίου εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω απαγορεύσεως οι ασκούντες νομοθετική ή εκτελεστική εξουσία με ορισμένη θητεία. Εν συνεχεία, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης άσκησαν, προσφυγή ζητώντας, μεταξύ άλλων, να ακυρωθούν οι αποφάσεις περί αναστολής της καταβολής των συντάξεών τους, που είχαν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου 329/2009, και να υποχρεωθούν οι καθ' ων της κύριας δίκης να τους καταβάλλουν τη μηνιαία σύνταξή τους από τον Ιανουάριο του 2010. 
Ένα από τα ζητήματα που τέθηκαν με την προδικαστική παραπομπή (έκτο, έβδομο, ένατο και δέκατο ερώτημα), είναι εάν το άρθρο 6 ΣΕΕ και το άρθρο 17 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει τη σώρευση της καθαρής συντάξεως του δημόσιου τομέα με τα εισοδήματα από δραστηριότητες που ασκούνται σε δημόσιους φορείς, όταν η σύνταξη αυτή υπερβαίνει ορισμένο ύψος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6 ΣΕΕ και το άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη  δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω επίδικη  εθνική νομοθεσία.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε με τη συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση (όγδοο προδικαστικό ερώτημα) είναι εάν το άρθρο 2, παρ. 2, στοιχείο β, της Οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει την ερμηνεία εθνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία η προβλεπόμενη σ’ αυτήν απαγόρευση σωρεύσεως της καθαρής συντάξεως με εισοδήματα από δραστηριότητες που ασκούνται σε δημόσιους φορείς, όταν το ύψος της συντάξεως αυτής υπερβαίνει το ύψος του μέσου ακαθάριστου εθνικού μισθού βάσει του οποίου καταρτίστηκε ο κρατικός προϋπολογισμός για την κοινωνική ασφάλιση, ισχύει για τους τακτικούς δικαστές και όχι για πρόσωπα που διορίζονται με θητεία προβλεπόμενη από το εθνικό Σύνταγμα.
Το ΔΕΕ έκρινε το ανωτέρω άρθρο της Οδηγίας δεν έχει εφαρμογή επί της ερμηνείας της ανωτέρω εθνικής νομοθεσίας. 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-49/16, Unibet International Ltd. κατά Nemzeti Adó- és Vámhivatal Központi Hivatala – Προδικαστική 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών της Βουδαπέστης (Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság) και αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Unibet International Ltd., εταιρίας εδρεύουσας στη Μάλτα, και του Κεντρικού Γραφείου Δημόσιων Οικονομικών και Τελωνείων της Ουγγαρίας, σχετικά με τις αποφάσεις της εν λόγω αρχής περί προσωρινής απαγορεύσεως προσβάσεως στους δικτυακούς τόπους της Unibet, οι οποίοι είναι προσβάσιμοι στα ονόματα τομέα hu.unibet.com και hul.unibet.com.. Ειδικότερα, η ανωτέρω εταιρεία δραστηριοποιείται στη διοργάνωση διαδικτυακών τυχερών παιγνίων και έχει λάβει άδειες από τις εθνικές αρχές πολλών Κρατών-μελών. Κατόπιν ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά το έτος 2014 ως προς το περιεχόμενο των ανωτέρω διαδικτυακών τόπων στην ουγγρική γλώσσα, τους οποίους εκμεταλλευόταν η Unibet, η ουγγρική φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι οι συγκεκριμένοι διαδικτυακοί τόποι καθιστούσαν δυνατή την πρόσβαση σε περιεχόμενα που συνιστούν τυχερά παίγνια υπό την έννοια της ουγγρικής νομοθεσίας περί διοργανώσεως τυχερών παιγνίων, μολονότι η Unibet δεν διέθετε τη σχετικώς απαιτούμενη άδεια στην Ουγγαρία. Έχοντας διαπιστώσει την εν λόγω παράβαση, η ουγγρική φορολογική αρχή εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες, πρώτον, διέταξε τη Unibet να διακόψει προσωρινώς την πρόσβαση από την Ουγγαρία στους διαδικτυακούς τόπους της και, δεύτερον, επέβαλε σε αυτήν πρόστιμο. 
Το νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία, η οποία θεσπίζει σύστημα παραχωρήσεων και χορηγήσεως αδειών για τη διοργάνωση διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, δυνάμει του οποίου οι φορείς δύνανται να συνάψουν σύμβαση παραχωρήσεως και, βάσει αυτής, να λάβουν άδεια διοργανώσεως διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, είτε συμμετέχοντας σε διαγωνισμό με σκοπό τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως, ο οποίος διοργανώνεται από τον υπουργό Οικονομίας είτε υποβάλλοντας προσφορά στον υπουργό με σκοπό τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως.  Η τελευταία δυνατότητα παρέχεται στους «εγνωσμένης αξιοπιστίας» φορείς εκμεταλλεύσεως τυχερών παιγνίων.  
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία θεσπίζει καθεστώς συμβάσεων παραχωρήσεως και χορηγήσεως αδειών για τη διοργάνωση διαδικτυακών τυχερών παιγνίων υπό την προϋπόθεση ότι περιλαμβάνει κανόνες που εισάγουν δυσμενή διάκριση εις βάρος φορέων εγκατεστημένων σε άλλα Κράτη-μέλη ή υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπει κανόνες οι οποίοι δεν εισάγουν δυσμενή διάκριση αλλά εφαρμόζονται με αδιαφανή τρόπο ή υλοποιούνται στην πράξη με τρόπο τέτοιον ώστε κωλύουν ή δυσχεραίνουν την υποψηφιότητα ορισμένων διαγωνιζομένων οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλα Κράτη-μέλη.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε είναι αν το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην επιβολή κυρώσεων από Κράτος-μέλος, οι οποίες επιβάλλονται λόγω της παραβάσεως της νομοθεσίας που θεσπίζει καθεστώς συμβάσεων παραχωρήσεως και χορηγήσεως αδειών για τη διοργάνωση τυχερών παιγνίων, στην περίπτωση που τέτοια εθνική νομοθεσία αποδειχθεί ότι αντίκειται στο ανωτέρω άρθρο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην επιβολή κυρώσεων από Κράτος-μέλος οι οποίες επιβάλλονται λόγω παραβάσεως της νομοθεσίας που θεσπίζει καθεστώς συμβάσεων παραχωρήσεως και χορηγήσεως αδειών για τη διοργάνωση τυχερών παιγνίων, στην περίπτωση που τέτοια εθνική νομοθεσία αποδειχθεί ότι αντίκειται στο ανωτέρω άρθρο.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-249/16, Saale Kareda κατά Stefan Benkö - Προδικαστική
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) και αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 1, του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 του ανωτέρω Κανονισμού «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1)   α)  ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, β)  για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:
–   εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,
–   εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών,
γ)  το στοιχείο α εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β, […]».
Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Stefan Benkö και της Saale Kareda όσον αφορά αναγωγή για το ποσό των μηνιαίων δόσεων τις οποίες κατέβαλε ο S. Benkö, στο πλαίσιο από κοινού συναφθείσας συμβάσεως πιστώσεως, ελλείψει καταβολής εκ μέρους της S. Kareda. 
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τεθηκε με τη συγκεκριμένη απόφαση είναι αν το άρθρο 7, σημείο 1, του Κανονισμού 1215/2012 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αγωγή εξ αναγωγής η οποία ασκείται από έναν εις ολόκληρον ευθυνόμενο συνοφειλέτη κατά των συνοφειλετών του από σύμβαση πιστώσεως εμπίπτει στις «διαφορές εκ συμβάσεως», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω αγωγή εμπίπτει στο άρθρο 7 σημείο 1, του Κανονισμού 1215/2012. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε είναι αν το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο β, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού 1215/2012 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σύμβαση πιστώσεως, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ ενός πιστωτικού ιδρύματος και δύο εις ολόκληρον ευθυνομένων συνοφειλετών, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «σύμβαση παροχής υπηρεσιών», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως πρέπει να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
Το τρίτο νομικό ζήτημα που εξετάζεται είναι αν το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο β, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού 1215/2012 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα χορηγεί πίστωση σε δύο εις ολόκληρον ευθυνόμενους συνοφειλέτες, ο τόπος του Κράτους-μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών είναι, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, εκείνος όπου έχει την έδρα του το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Εξετάζεται εάν τα ανωτέρω ισχύουν και αναφορικά με τον καθορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας του δικαστηρίου που πρόκειται να επιληφθεί της εκδικάσεως της αγωγής εξ αναγωγής η οποία ασκήθηκε από ένα συνοφειλέτη κατά του ετέρου.
Το ΔΕΕ έκρινε, ερμηνεύοντας το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο β, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού 1215/2012, ότι ο τόπος του Κράτους-μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών είναι, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, εκείνος όπου έχει την έδρα του το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ισχύει και ως προς τον καθορισμό της κατά τόπο αρμοδιότητας του δικαστηρίου που πρόκειται να επιληφθεί της εκδικάσεως της αγωγής εξ αναγωγής.

9.  ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-75/16, Livio Menini και Maria Antonia Rampanelli κατά Banco Popolare – Società Cooperativa – Προδικαστική 
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο της Βερόνα της Ιταλίας (Tribunale Ordinario di Verona) και αναφέρεται στην ερμηνεία της Οδηγίας 2013/11 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και της Οδηγίας 2008/52 για ορισμένα θέματα διαμεσολαβήσεως σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 2013/11, «Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2008/52.». Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την Ιταλική ρύθμιση «Όποιος προτεθηκε να ασκήσει ένδικο βοήθημα λόγω διαφοράς σχετικής με  ασφαλιστικές, τραπεζικές και χρηματοοικονομικές συμβάσεις, οφείλει προηγουμένως να κινήσει, επικουρούμενος από δικηγόρο, τη διαδικασία διαμεσολαβήσεως η οποία προβλέπεται στο παρόν διάταγμα ή τη διαδικασία εξώδικου συμβιβασμού η οποία προβλέπεται στο νομοθετικό διάταγμα 179 της 8ης Οκτωβρίου 2007 ή τη διαδικασία η οποία θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 128-bis του κωδικοποιημένου κειμένου των νόμων σχετικά με τις τραπεζικές και τις πιστωτικές δραστηριότητες το οποίο αφορά το νομοθετικό διάταγμα 385 της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, για τους τομείς που ρυθμίζονται εκεί. Η κίνηση της διαδικασίας διαμεσολαβήσεως συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Livio Menini και της Maria Antonia Rampanelli και, αφετέρου, της Banco Popolare Società Cooperativa, σχετικά με το χρεωστικό υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που διατηρούν στην Banco Popolare οι L. Menini και M. A. Rampanelli. Ειδικότερα, η Banco Popolare χορήγησε στον L. Menini και στην M. A. Rampanelli άνοιγμα πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό δυνάμει τριών διαδοχικών συμβάσεων, προκειμένου να καταστεί για αυτούς δυνατή η αγορά μετοχών εκδοθείσες είτε από την ίδια την Banco Popolare είτε από άλλες εταιρίες που της ανήκουν. Εν συνεχεία, εκδόθηκε υπέρ της Banco Popolare διαταγή πληρωμής κατά του L. Menini και της M. A. Rampanelli για ποσόν ύψους 991 848,21 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε, κατά την Banco Popolare, στο χρεωστικό υπόλοιπο από σύμβαση ανοίγματος αλληλόχρεου λογαριασμού με ενυπόθηκη ασφάλεια, η οποία συνήφθη στις 16 Ιουλίου 2009. Ο L. Menini και η M. A. Rampanelli άσκησαν ανακοπή κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής και ζήτησαν την αναστολή της προσωρινής εκτελέσεώς της. 
Το νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε με τη συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση είναι εάν η Οδηγία 2013/11 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει:
1. Την υποχρεωτική προσφυγή σε διαδικασία διαμεσολαβήσεως για τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο της 2, παρ. 1, της Οδηγίας ως προϋπόθεση του παραδεκτού της ένδικης προσφυγής που αφορά τις εν λόγω διαφορές, 
2. Ότι, στο πλαίσιο τέτοιας διαμεσολαβήσεως, οι καταναλωτές πρέπει να επικουρούνται από δικηγόρο και, 
3 Ότι οι καταναλωτές μπορούν να αποφύγουν προηγούμενη προσφυγή στη διαμεσολάβηση μόνον εάν αποδείξουν την ύπαρξη εύλογης αιτίας της συγκεκριμένης αποφάσεώς τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2013/11/ΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την προσφυγή σε διαδικασία διαμεσολαβήσεως ως προϋπόθεση του παραδεκτού της ένδικης προσφυγής σχετικά με τις εν λόγω διαφορές, στον βαθμό που μια τέτοια απαίτηση δεν εμποδίζει τα εμπλεκόμενα μέρη να ασκήσουν το δικαίωμά τους προσβάσεως στο δικαστικό σύστημα. Ωστόσο, έκρινε ότι η Οδηγία αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει ότι, στο πλαίσιο τέτοιας διαμεσολαβήσεως, οι καταναλωτές πρέπει να επικουρούνται από δικηγόρο και δεν μπορούν να αποσυρθούν από διαδικασία διαμεσολαβήσεως παρά μόνον εάν αποδείξουν την ύπαρξη εύλογης αιτίας για αυτή τους την απόφαση.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2017, Υπόθεση C-74/16, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania κατά Ayuntamiento de Getafe - Προδικαστική
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο της Μαδρίτης (Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n°4 de Madrid) και αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 107 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της αδελφότητας των θρησκευτικών σχολείων της περιφέρειας της Betania  και του Δήμου του Getafe της Ισπανίας. Η δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είχε ως αντικείμενο την εκ μέρους του Δήμου απόρριψη της αιτήσεως της αδελφότητας περί επιστροφής ποσού που είχε καταβάλει ως φόρο επί κατασκευών, εγκαταστάσεων και έργων. Ειδικότερα, η αδελφότητα ζήτησε τη χορήγηση αδείας για τη μετατροπή και επέκταση του κτιρίου που στεγάζει την αίθουσα εκδηλώσεων του εν λόγω σχολείου, η οποία προορίζεται, μεταξύ άλλων, για τη διενέργεια συγκεντρώσεων, μαθημάτων και διαλέξεων, προκειμένου να τοποθετηθούν σε αυτή 450 καθίσματα. Η εν λόγω άδεια εκδόθηκε στις 28 Απριλίου 2011, η δε αδελφότητα κατέβαλε το ποσό των 23.730,41 ευρώ ως φόρο κατασκευών. Ακολούθως, η αδελφότητα υπέβαλε αίτηση επιστροφής του ποσού αυτού, εκτιμώντας ότι απαλλάσσεται της καταβολής του φόρου αλλά ο Δήμος την απέρριψε.
Το νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι εάν μπορεί φορολογική απαλλαγή, της οποίας απολαύει αδελφότητα της Καθολικής Εκκλησίας για έργα που πραγματοποιούνται σε ακίνητο προοριζόμενο για την άσκηση δραστηριοτήτων που δεν επιδιώκουν αυστηρώς θρησκευτικό σκοπό, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 107, παρ. 1 ΣΛΕΕ
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω φορολογική απαλλαγή για έργα που πραγματοποιούνται σε ακίνητο και δεν επιδιώκουν αυστηρώς θρησκευτικό σκοπό δύναται να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 107 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Η ανωτέρω κρίση του ΔΕΕ θα πρέπει να συνδυαστεί με το ζήτημα κατά πόσο  οι δραστηριότητες της αδελφότητας μπορούν να θεωρηθούν οικονομικές. Ωστόσο, το ανωτέρω ειδικότερο ζήτημα θα εξεταστεί από το εθνικό δικαστήριο.

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 4/2017
Επαναπροσανατολισμός της ενεργειακής αγοράς
Κανονιστικές βάσεις και νομικορυθμιστικά διακυβεύματα
Αντώνης Μεταξάς, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 
Διευθύνων Εταίρος της Δικηγορικής εταιρείας «Μεταξάς & Συνεργάτες»

Τα τελευταία χρόνια στην επιστημονική συζήτηση για τα ευρωπαϊκά ενεργειακά δρώμενα γίνεται σχεδόν μόνιμα λόγος για την «αναδιάρθρωση» των ενεργειακών αγορών των κρατών μελών της Ένωσης προς την κατεύθυνση της υλοποίησης του λεγόμενου «Target Model». Εντούτοις, οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, η κεντρική πολιτική στόχευση της Ένωσης για την «αποανθρακοποίηση» της οικονομίας με παράλληλη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας εφοδιασμού και ο κομβικός παράγοντας της αυξημένης διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό σύστημα με δεδομένη εντούτοις τη στοχαστικότητά τους, οδηγούν στην ανάγκη όχι απλώς μιας αναδιάρθρωσης, αλλά ενός μείζονος επαναπροσανατολισμού της ενεργειακής πολιτικής και, συνεπόμενα, και του ενεργειακού δικαίου και ρύθμισης εν γένει.
Αυτή η ανάγκη ενισχύεται από την επισήμανση ότι η παρούσα ρυθμιστική συγκρότηση της ενεργειακής αγοράς δεν παρέχει συχνά επαρκή βάση για τη διενέργεια των νέων σημαντικότατων επενδύσεων που απαιτούνται στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής για τη διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού, αλλά και ότι η παρούσα σχεδίαση και η εν πολλοίς πλημμελής διασύνδεση και ρυθμιστική εναρμόνιση των απελευθερωμένων εθνικών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας των κρατών μελών της Ένωσης δεν κρίνονται μέχρι στιγμής κατάλληλες να διασφαλίσουν τις προαναφερθείσες στοχεύσεις.     
Ο περί ου ο λόγος μείζων επαναπροσανατολισμός της ενεργειακής πολιτικής και ρύθμισης σηματοδοτείται από την πρόσφατη διεξοδική πρόταση κανονιστικών ρυθμίσεων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία παρουσιάσθηκε τον Νοέμβριο του 2016 και τιτλοφορείται “Clean Energy For All Europeans”.
Το εν λόγω σύνολο εκτενέστατων ρυθμίσεων αποτελείται από αναλυτικές τοποθετήσεις και προτάσεις κανονιστικών μέτρων, τα οποία στοχεύουν στη συγκρότηση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δια της θέσπισης και εφαρμογής κοινών κανόνων που οφείλουν να ισχύουν εντός της Ενεργειακής Ένωσης (Energy Union), αλλά και στην εν γένει απάντηση στα κρίσιμα εκκρεμή νέα νομικορυθμιστικά διακυβεύματα.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, η οποία -τούτο είναι σίγουρο- θα επικαθορίσει την ενωσιακή ενεργειακή πολιτική αλλά και τη δημόσια και επιστημονική συζήτηση το επόμενο ευρύ διάστημα, διέπεται από τρεις βασικούς στόχους:
Την πρόσδωση προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας σε συνδυασμό με την ασφάλεια εφοδιασμού (security of supply),
Την επίτευξη μιας λειτουργικής προσαρμοστικότητας των ενεργειακών συστημάτων των κρατών μελών στην αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ,
Την ένθεση και των καταναλωτών ενέργειας στη λειτουργία του ενεργειακού συστήματος με παράλληλη μέριμνα για την προστασία τους αλλά και τον εξορθολογισμό του ενεργειακού τους κόστους.

Οι στόχοι αυτοί αντανακλώνται σε οκτώ (8) νομοθετικές προτάσεις και συγκεκριμένα:
στην Πρόταση για την Αναδιατύπωση της Οδηγίας σχετικά με την Εσωτερική Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας,
στην Πρόταση για την Αναδιατύπωση του Κανονισμού σχετικά με την Εσωτερική Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας, στην Πρόταση για την Αναδιατύπωση του Κανονισμού για την ίδρυση του ACER (“Agency for the Cooperation of Energy Regulators”),
στην Πρόταση για την έκδοση Κανονισμού σχετικά με την ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κινδύνων στον Τομέα της Ηλεκτρικής Ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού ενέργειας,
στην Πρόταση για την Αναδιατύπωση της Οδηγίας για την Ανανεώσιμη Ενέργεια,
στην Πρόταση για την τροποποίηση της Οδηγίας σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού ενέργειας,
στην Πρόταση για την τροποποίηση της Οδηγίας σχετικά με την παροχή πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων,
στην Πρόταση για την έκδοση Κανονισμού σχετικά με την διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης.

Κατ’ ουσία τα προαναφερόμενα κανονιστικά κείμενα μπορούν να καταταγούν σε τρεις μείζονες κατηγορίες: προτάσεις κατατείνουσες στην αναθεώρηση της κείμενης ενωσιακής ενεργειακής νομοθεσίας, προτάσεις κατατείνουσες στην αναθεώρηση της κείμενης ενωσιακής νομοθεσίας για την κλιματική αλλαγή και προτάσεις για νέα, το πρώτον θεσπιζόμενα, μέτρα.
H δημοσίευση αυτών των προτάσεων, συνολικής έκτασης πλέον των 1000 πυκνογραμμένων σελίδων, εγκαινιάζει μια σημαντική περίοδο εντατικών πολιτικών διαπραγματεύσεων, στο τέλος της οποίας το τελικώς υιοθετηθησόμενο από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κείμενο δεν θα ταυτίζεται ενδεχομένως με το περιεχόμενο των υποβληθεισών προτάσεων.   
Αξιολογώντας τα κυριότερα ρυθμιστικά μέτρα που περιέχονται στα κατ’ ιδίαν κείμενα που απαρτίζουν το “Clean Energy Package”, εξάγονται ορισμένα βασικά συμπεράσματα σχετικά με την ανάπτυξη μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Αρχικά, προσδίδεται έμφαση στο γεγονός ότι η υφιστάμενη ή θεσπισθησόμενη εθνική ενεργειακή νομοθεσία οφείλει να μην θέτει εμπόδια στη διασυνοριακή ροή ενέργειας, αλλά, αντιθέτως, να δίδει κίνητρα για επενδύσεις σε ευέλικτες μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και συστήματα αποθήκευσης.

Με κύριο σκοπό τη διασφάλιση της επάρκειας της ροής ηλεκτρικής ενέργειας στα δίκτυα ενέργειας κάθε κράτους-μέλους στην Ενεργειακή Ένωση, στο “Winter Package” προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής των κρατών σε μηχανισμούς δυναμικότητας («Capacity Mechanisms»), οι οποίοι, εκτός από τα στρατηγικά αποθέματα της κάθε χώρας, θα πρέπει να είναι ανοιχτοί σε άμεση συμμετοχή των capacity providers που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον υπάρχει σύνδεση δικτύου μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και της ζώνης υποβολής προσφορών για την εφαρμογή του μηχανισμού.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω πάροχοι άλλων χωρών θα μπορούν να συμμετέχουν στους σχετικούς μηχανισμούς κατά περίπτωση δια της συμμετοχής στις σχετικές διαγωνιστικές διαδικασίες, πράγμα που προϋποθέτει βέβαια τη θέσπιση μείζονος τεχνικής πολυπλοκότητας κανόνων από τους αντίστοιχους Διαχειριστές Μεταφοράς και Διανομής.
Γενικά, πρέπει να επισημανθεί ότι οι μηχανισμοί διασφάλισης ισχύος παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητά τους για την αντιμετώπιση προβλημάτων ενεγειακής ασφάλειας οφείλουν να είναι ορθά σχεδιασμένοι και συμβατοί με τους ενωσιακούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, καθότι σε διαφορετική περίπτωση ελλοχεύουν μείζονες κίνδυνοι ανταγωνιστικών ανισορροπιών και νοθεύσεων, όπως εξάλλου αποτυπώνεται και στις σχετικές μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Report on Sector Inquiry on Capacity Mechanisms).  
Ο τρίτος νευραλγικός άξονας της αγοράς ενέργειας, η ρύθμιση του οποίου είναι κομβικής σημασίας για τη διασφάλιση της ευελιξίας των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, αφορά τη συνεργασία μεταξύ Διαχειριστών Μεταφοράς και Διανομής.
Στις σχετικές προτάσεις της Επιτροπής ορίζεται ότι θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους DSOs να χρησιμοποιούν υπηρεσίες από διεσπαρμένη παραγωγή, να προβαίνουν σε αποτελεσματική ρύθμιση της ζήτησης, στη χρήση συστημάτων αποθήκευσης και μέτρων ενεργειακής αποδοτικότητας, ώστε να διασφαλίζεται η αρμονική και χωρίς προβλήματα κάλυψη της ζήτησης.
Γενικά, είναι σαφές ότι ενόψει της απορρόφησης εγγενώς αποκεντρωμένης διασποράς ενέργειας από ΑΠΕ και της ευελιξίας της ζήτησης ενισχύεται η ανάγκη έντονου συντονισμού μεταξύ όλων των Διαχειριστών αλλά και ευρύτερα των παικτών της αγοράς. Στο πνεύμα αυτό, δια της κανονιστικής συγκρότησης του σχετικού πλαισίου συνεργασίας των Διαχειριστών επιχειρείται ο συντονισμός της ανταλλαγής δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ τους για την καθημερινή λειτουργία των δικτύων αλλά και τον μακροχρόνιο προγραμματισμό τους με σκοπό την ασφάλεια αλλά και οικονομική αποδοτικότητα της διαχείρισής τους.
Σημαντικές αλλαγές, τέλος, επιδιώκονται με τις ρυθμίσεις που κατατείνουν στη διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές λιανικής και στην προστασία των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, με την προτεινόμενη αναδιατύπωση της Οδηγίας 2009/72/EE ενισχύονται τα υφιστάμενα δικαιώματα των καταναλωτών και εισάγονται νέα δικαιώματα που αποσκοπούν στην τοποθέτηση των καταναλωτών στο επίκεντρο των ενεργειακών αγορών, εξασφαλίζοντας ότι οι τελευταίοι θα έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στην εκάστοτε ενεργειακή αγορά και καλύτερη προστασία.
Προτείνεται δε οι καταναλωτές να είναι σε θέση να επιλέγουν ελεύθερα και να αλλάζουν προμηθευτές (ζήτημα όλως ακανθώδες στην ελληνική αγορά, όπου έχουν προβλεφθεί μείζονες περιστολές στο δικαίωμα του client switching, για τη συμβατότητα των οποίων με το ενωσιακό δίκαιο έχω τοποθετηθεί σε επιστημονικές μου δημοσιεύσεις διατυπώνοντας τη μείζονά μου επιστημονική περίσκεψη), καθώς επίσης να έχουν δικαίωμα σύναψης ενός δυναμικού συμβολαίου, του οποίου τιμή του θα αλλάζει ανάλογα με την τιμή που διαμορφώνεται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα μεταβολής της κατανάλωσής τους ανάλογα με τα σήματα που εκπέμπονται από την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Επίσης, ορίζεται ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν τη δυνατότητα των καταναλωτών να αλλάζουν προμηθευτή τηρώντας τους κανόνες του συμβολαίου τους χωρίς να χρεώνονται με πρόσθετα κόστη, εκτός της εξαιρετικής περίπτωσης κατά τις οποίες θα επιτρέπονται σχετικές χρεώσεις εάν κάποιος θέλει να αλλάξει προμηθευτή πριν τη λήξη του συμβολαίου του και εφόσον αυτό έχει συγκεκριμένη διάρκεια (π.χ. λόγω σχετικής προσφοράς).
Σε γενικές γραμμές η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι αγορές λιανικής στερούνται ακόμη σημαντικής ανταγωνιστικής δυναμικής και ότι ουσιώδεις παρεμβάσεις κατά περίπτωση απαιτούνται για την διευκόλυνση της κινητικότητας (client switching) των πελατών μεταξύ των διαφόρων προμηθευτών.
Στο πλαίσιο μιας συνοπτικής κριτικής αποτίμησης μπορεί να διατυπωθεί καταληκτικά το συμπέρασμα ότι, όσο αμφιλεγόμενα και εγγενώς πολύπλοκα είναι τα ζητήματα στην αναδιαμόρφωση των οποίων κατατείνουν τα κείμενα εκ των οποίων αποτελείται το “Winter Package”, τόσο αμφίσημα μπορεί να είναι και τα συμπεράσματα που εξάγονται για το μέλλον της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας και για τη δυνατότητα εφαρμογής ενιαίων κανόνων για την ομοιόμορφη λειτουργία των επιμέρους εθνικών αγορών.
Σε κάθε περίπτωση, η έκταση και το βάθος των προτεινόμενων δια του εν λόγω κανονιστικού πλέγματος παρεμβάσεων οδηγούν στην εκτίμηση ότι αναφύονται πολλά νέα, χρήζοντα διεξοδικής επεξεργασίας νομικορυθμιστικά ζητήματα και προκλήσεις για τον επιστημονικό κλάδο του ενεργειακού δικαίου και ρύθμισης εν γένει.

Κλείνοντας, κάποιες επισημάνσεις για τα διακυβεύματα που επικαθορίζουν το μέλλον αλλά και τις τρέχουσες εξελίξεις στην ελληνική ενεργειακή αγορά: H περίπτωση της απελευθέρωσης της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι ένα εκ των πλέον χαρακτηριστικών παραδειγμάτων, όπου η πολιτική σύγχυση, η συχνά παρατηρούμενη αναποφασιστικότητα, που απορρέει όχι μόνο από τον φόβο του «πολιτικού κόστους», αλλά και τη διάθεση εργαλειακής αξιοποίησης προς ίδιον πολιτικό όφελος της δημιουργικής ασάφειας σε σχέση με τις επιχειρούμενες νομικορυθμιστικές παρεμβάσεις, δίδουν τον τόνο. Η υπερδεσπόζουσα επιχείρηση, με κυρίαρχη παρουσία στις σχετικές αγορές της παραγωγής και της προμήθειας, καλείται ως δια μαγείας να απωλέσει σχεδόν το ήμισυ του μεριδίου αγοράς της χωρίς να υφίσταται σαφές πλάνο για την υλοποίηση αυτής της κανονιστικής στόχευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο εν πολλοίς σωρευόμενων παραλογισμών και ενδογενώς αντικρουόμενων ρυθμίσεων δημιουργείται η εύλογη, πιστεύω, απορία για το πώς θα καταστεί εφικτός ένας έστω αποδεκτός ρυθμός εναρμόνισης με όλα τα προαναφερθέντα που θα συνιστούν προσεχώς το απολύτως υποχρεωτικό και για τη χώρα μας ενιαίο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο για τον ευρύτερο χώρο της ενεργειακής αγοράς.
Όπως και να έχει το πράγμα, είναι απολύτως σαφές ότι η πορεία του κρίσιμου επαναπροσανατολισμού της νομικορυθμιστικής συγκρότησης της ελληνικής ενεργειακής αγοράς βρίσκεται σε φάση επείγουσας αναζήτησης σαφούς στίγματος, κατά μείζονα λόγο ενόψει και της αναγκαίας πολυεπίπεδης εναρμόνισής της με την κοινή πλέον ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ένωση.

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 4/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΜΑΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C 98/16, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας
Η Επιτροπή ασκώντας προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή για παράβαση), ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία, η οποία προβλέπει μόνον υπό τον όρο της αμοιβαιότητας προνομιακό συντελεστή φόρου κληρονομίας για τις κληροδοσίες υπέρ μη κερδοσκοπικών οργανισμών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), παραβίασε το Δίκαιο της ΕΕ. Ειδικότερα,  η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ για την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και από το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Η επίμαχη εθνική νομοθεσία προσδιορίζεται  στο άρθρο 25, παρ. 3, του ελληνικού κώδικα φορολογίας κληρονομιών, ο οποίος ορίζει ότι: «Υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 29, οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι: [...] (β) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, τα οποία υπάρχουν ή συνιστώνται νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και τα αντίστοιχα αλλοδαπά με τον όρο της αμοιβαιότητας και οι περιουσίες του άρθρου 96 του αναγκαστικού νόμου 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Αʹ), εφόσον επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς εθνωφελείς ή θρησκευτικούς ή σε ευρύτερο κύκλο φιλανθρωπικούς ή εκπαιδευτικούς ή καλλιτεχνικούς ή κοινωφελείς κατά την έννοια του άρθρου 1 του αναγκαστικού νόμου 2039/1939.». 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ την ανωτέρω επίδικη νομοθεσία παρέβη τις υποχρεώσεις, οι οποίες προκύπτουν  από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο της 2ας Μαΐου 1992.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-133/15, Η. C. Chavez-Vilchez κ.λπ. κατά Raad van bestuur van de Sociale verzekeringsbank κ.λπ. - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 20 ΣΛΕΕ (Ιθαγένεια της ΕΕ) και υποβλήθηκε από το Εφετείο κοινωνικών ασφαλίσεων και δημοσιοϋπαλληλικών υποθέσεων των Κάτω Χωρών (Centrale Raad van Beroep). Η  αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ της H. C. Chavez-Vilchez και επτά λοιπών υπηκόων τρίτων χωρών (μητέρων) και των αρμόδιων ολλανδικών αρχών. Οι προσφεύγουσες ήταν μητέρες ενός ή περισσοτέρων ανήλικων τέκνων ολλανδικής ιθαγένειας και είχαν την καθημερινή πραγματική φροντίδα τους. Το αντικείμενο της δίκης στο εθνικό δικαστήριο αφορούσε την απόρριψη των αιτημάτων, που είχαν υποβάλει οι μητέρες για κοινωνική αρωγή και χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων, με την αιτιολογία ότι οι ενδιαφερόμενες δεν είχαν δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πατέρας των τέκνων στις επίδικες υποθέσεις είχε την ολλανδική ιθαγένεια και είχε αναγνωρίσει  τα τέκνα, τα οποία, όμως,  ζούσαν κατά κύριο λόγο με τη μητέρα τους.
Τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα έδωσαν την ευκαιρία στο ΔΕΕ να εξετάσει εάν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε Κράτος - μέλος να αρνηθεί το δικαίωμα διαμονής στο έδαφός του σε γονέα (μητέρα), υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας, εφόσον δεν αποκλείεται ο έτερος γονέας, ο οποίος έχει την  ολλανδική ιθαγένεια, να είναι σε θέση να αναλάβει την καθημερινή πραγματική φροντίδα του τέκνου.
Το ΔΕΕ έκρινε  ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, προκειμένου να κριθεί αν τέκνο ολλανδικής ιθαγένειας θα στερηθεί των δικαιωμάτων του πολίτη της ΕΕ, στην περίπτωση που δεν αναγνωρισθεί στον γονέα του  (μητέρα, υπήκοος τρίτης χώρας), δικαίωμα διαμονής στο Κράτος - μέλος, το γεγονός ότι ο έτερος γονέας, ολλανδικής ιθαγένειας, είναι πράγματι ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει κατ’ αποκλειστικότητα την καθημερινή πραγματική φροντίδα του τέκνου είναι κρίσιμο στοιχείο, αλλά δεν επαρκεί για να κριθεί ότι δεν υφίσταται μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του τέκνου σχέση εξαρτήσεως ώστε το τέκνο να υποστεί περιορισμό των δικαιωμάτων του. Η συγκεκριμένη εκτίμηση πρέπει να εδράζεται στο υπέρτατο συμφέρον του τέκνου, στο σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του τέκνου, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με τον γονέα που είναι πολίτης της Ένωσης και με τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του τέκνου ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας.
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα εξετάζεται εάν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε Κράτος - μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που  επιβάλει την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές του Κράτους - μέλους οφείλουν να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως τις συνέπειες της απορριπτικής απόφασης.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-99/16, Jean-Philippe Lahorgue κατά Ordre des avocats du barreau de Lyon κ.λπ. - Προδικαστική
Η συγκεκριμένη απόφαση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 4 της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους, και υποβλήθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Λυών της Γαλλίας (tribunal de grande instance de Lyon). Σύμφωνα με το άρθρο 4 (παρ. 1) της ανωτέρω οδηγίας «Οι δραστηριότητες, οι σχετικές με την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτη ενώπιον των δικαστικών ή των δημοσίων αρχών ασκούνται σε κάθε κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται για τους δικηγόρους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σ’ αυτό το κράτος, αποκλειομένου οποιουδήποτε όρου κατοικίας ή εγγραφής σε επαγγελματική οργάνωση του κράτους αυτού». Επιπρόσθετα σύμφωνα με την παρ. 2  «Κατά την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων, ο δικηγόρος τηρεί τους επαγγελματικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής, παράλληλα με τις υποχρεώσεις οι οποίες του επιβάλλονται στο κράτος μέλος προελεύσεως». Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων την οποία υπέβαλε ο Jean Philippe Lahorgue κατά του Δικηγορικού Συλλόγου της Λυών, του Εθνικού Συμβουλίου Δικηγορικών Συλλόγων, του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων και του Δικηγορικού Συλλόγου Λουξεμβούργου. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ήταν το αίτημα του Jean Philippe Lahorgue να του χορηγηθεί, ως πάροχο διασυνοριακών υπηρεσιών συσκευή συνδέσεως στο εικονικό ιδιωτικό δίκτυο των δικηγόρων (RPVA). Ειδικότερα, ο J. P. Lahorgue, Γάλλος υπήκοος, ήταν δικηγόρος εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο του Λουξεμβούργου. Ζήτησε από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Λυών να του χορηγήσει συσκευή RPVA, που να διευκολύνει τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος. Ωστόσο, ο ανωτέρω δικηγορικός σύλλογος απέρριψε το αίτημα του J. P. Lahorgue για τον λόγο ότι αυτός δεν ήταν μέλος του.
Το βασικό νομικό ζήτημα που αντιμετωπίσθηκε με τη συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση είναι εάν η άρνηση των αρμόδιων αρχών ενός Κράτος - μέλους (Γαλλία) να χορηγήσουν συσκευή RPVA σε δικηγόρο νομίμως εγγεγραμμένο σε δικηγορικό σύλλογο άλλου Κράτους - μέλους (Λουξεμβούργο), για τον λόγο και μόνον ότι δεν είναι εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο του πρώτου Κράτους-μέλους στο οποίο επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμά του ως ελεύθερος επαγγελματίας, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 4 της Οδηγίας 77/249. Ειδικότερα, το ζήτημα που εξετάζεται είναι εάν η άρνηση αυτή συνιστά μέτρο το οποίο εισάγει δυσμενή διάκριση και είναι ικανό να παρεμποδίσει την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στις περιπτώσεις στις οποίες δεν επιβάλλεται, από τον νόμο, υποχρέωση ενέργειας κατόπιν συμφωνίας με άλλο δικηγόρο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η άρνηση των αρμόδιων αρχών να χορηγήσουν συσκευή συνδέσεως στο εικονικό ιδιωτικό δίκτυο των δικηγόρων (RPVA) σε δικηγόρο νομίμως εγγεγραμμένο στο δικηγορικό σύλλογο του Λουξεμβούργο, για τον λόγο και μόνον ότι δεν είναι εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο της Λυών στις περιπτώσεις στις οποίες δεν επιβάλλεται από τον νόμο υποχρέωση ενέργειας κατόπιν συμφωνίας με άλλο δικηγόρο, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 4 της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ. Το ΔΕΕ έκρινε, επίσης,  ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν μια τέτοια άρνηση, ανταποκρίνεται στους σκοπούς της προστασίας των καταναλωτών και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που είναι ικανοί να δικαιολογήσουν τον ανωτέρω περιορισμό, καθώς επίσης και αν ο περιορισμός τελεί σε δυσαναλογία με τους ανωτέρω  σκοπούς. 

4. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-13/16, Valsts policijas Rīgas reģiona pārvaldes Kārtības policijas pārvalde κατά Rīgas pašvaldības SIA Rīgas satiksme - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, στοιχ. στʹ, της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 στοιχ. στ της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να γίνεται μόνον εάν: [......] στ)      είναι απαραίτητη για την επίτευξη του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, υπό τον όρο ότι δεν προέχει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα που χρήζουν προστασίας δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της παρούσας οδηγίας.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (τμήμα διοικητικών διαφορών) της Λετονίας (Augstākās tiesas Administratīvo lietu departaments) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του αρμοδίου γραφείου για τη βεβαίωση τροχαίων παραβάσεων του διοικητικού δικαίου και της Rīgas pašvaldības SIA (Rīgas satiksme), εταιρίας τρόλεϊ της πόλεως της Ρίγας, με αντικείμενο αίτημα γνωστοποιήσεως των δεδομένων ταυτοποιήσεως του υπαιτίου ατυχήματος. Ειδικότερα,  η εταιρεία τρόλεϊ Rīgas satiksme υπέβαλε αίτηση στην αστυνομία, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για το πρόσωπο στο οποίο είχε επιβληθεί διοικητική κύρωση μετά από ατύχημα, καθώς επίσης αντίγραφα των δηλώσεων του οδηγού του ταξί και του επιβάτη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του επιβάτη του ταξί. Η εταιρεία αναζητούσε τις ανωτέρω πληροφορίες προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει για να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά του επιβάτη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Η αστυνομία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της Rīgas satiksme και της κοινοποίησε το ονοματεπώνυμο του επιβάτη, αλλά αρνήθηκε να κοινοποιήσει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του. Επίσης, δεν απέστειλε αντίγραφα των δηλώσεων των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων.
Το νομικό ζήτημα που εξετάζεται είναι εάν το άρθρο 7, στοιχ. στʹ, της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι επιβάλλει την υποχρέωση, στις αρμόδιες αρχές, γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτο, προκειμένου αυτός να μπορέσει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, στοιχ. στʹ, της οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει την υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτο, προκειμένου αυτός να μπορέσει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για τη ζημία που του προκάλεσε το πρόσωπο το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων αυτών.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C 36/16,  Minister Finansów κατά Posnania Investment SA - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 14, παρ. 1, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα ΦΠΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας «Στον ΦΠΑ υπόκεινται οι ακόλουθες πράξεις: α)  οι παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή». Επιπρόσθετα, «παράδοση αγαθού», σύμφωνα με το άρθρο 14, παρ.1, της ανωτέρω Οδηγίας, νοείται η μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κανείς ενσώματο αγαθό ως κύριος. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πολωνίας (Naczelny Sąd Administracyjny) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και της εταιρείας Posnania Investment SA, με αντικείμενο την υπαγωγή στον ΦΠΑ πράξεως, στο πλαίσιο της οποίας η εταιρία μεταβίβασε σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης την κυριότητα επί ακινήτου προς διακανονισμό φορολογικής οφειλής.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. αʹ, και το άρθρο 14, παρ. 1, της Οδηγίας περί ΦΠΑ έχουν την έννοια ότι η εκ μέρους ενός υποκείμενου στον ΦΠΑ μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υπέρ οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης Κράτους-μέλους για πληρωμή ληξιπρόθεσμης φορολογικής οφειλής, συνιστά παράδοση αγαθού εξ επαχθούς αιτίας που υπόκειται στον ΦΠΑ.
Το ΔΕΕ έκρινε  ότι οι ανωτέρω διατάξεις έχουν την έννοια ότι η μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υπέρ οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης κράτους μέλους, για πληρωμή και διακανονισμό ληξιπρόθεσμης φορολογικής οφειλής, δεν συνιστά παράδοση αγαθού εξ επαχθούς αιτίας που υπόκειται στον φόρο προστιθέμενης αξίας.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-315/15, Marcela Pešková και Jiří Peška κατά Travel Service a.s. - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη «ο πραγματικός αερομεταφορέας δεν υποχρεούται να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 7 αν μπορεί να αποδείξει ότι η ματαίωση έχει προκληθεί από έκτακτες περιστάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα.». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το 6ο περιφερειακό δικαστήριο Πράγας της Τσεχίας (Obvodní soud pro Prahu 6) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Marcela Pešková και του Jiří Peška και του αερομεταφορέα Travel Service a.s., σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να καταβάλει αποζημίωση σε επιβάτες, των οποίων η πτήση είχε μεγάλη καθυστέρηση (πέντε ώρες και δέκα λεπτά). Ειδικότερα, οι ενάγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν να επιδικασθεί σε έκαστον εξ αυτών ποσό ύψους περίπου 6.825 τσεχικών κορόνων. Τα νομικά ζητήματα που τέθηκαν συνοψίζονται στα εξής: 
1.Το πρώτο νομικό ζήτημα εξετάζει εάν το άρθρο 5, παρ. 3, του Kανονισμού 261/2004, έχει την έννοια ότι η πρόσκρουση πτηνού σε αεροσκάφος εμπίπτει στην έννοια των «έκτακτων περιστάσεων».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η πρόσκρουση πτηνού σε αεροσκάφος εμπίπτει στην έννοια των έκτακτων περιστάσεων της ανωτέρω διάταξης.
2. Το δεύτερο νομικό ζήτημα που εξετάζεται είναι εάν το άρθρο 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004, έχει την έννοια ότι τα «εύλογα μέτρα» τα οποία ένας αερομεταφορέας υποχρεούται να λάβει προκειμένου να μειώσει ή ακόμη και να αποτρέψει τους κινδύνους από τη σύγκρουση με πτηνό και, με τον τρόπο αυτόν, να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποζημιώσεως περιλαμβάνουν τα μέτρα προληπτικού ελέγχου της υπάρξεως πτηνών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη έχει την έννοια ότι τα «εύλογα μέτρα» περιλαμβάνουν μέτρα προληπτικού ελέγχου της υπάρξεως πτηνών, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α. Ότι από τεχνικής και διοικητικής απόψεως, τέτοιου είδους μέτρα μπορούν πράγματι να ληφθούν από τον αερομεταφορέα,
β. Ότι τα μέτρα αυτά δεν επιβάλλουν στον αερομεταφορέα  θυσίες υπερβαίνουσες τις δυνατότητες της επιχειρήσεώς του και 
γ. Ότι ο αερομεταφορέας αποδεικνύει ότι τα μέτρα πράγματι ελήφθησαν σε σχέση με την πτήση που επηρεάστηκε από τη σύγκρουση με πτηνό.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-339/15, Luc Vanderborght - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ (ελευθερία εγκαταστάσεως και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) και της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του βελγικού νόμου περί διαφημίσεως αναφορικά με τις υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως «Ουδείς δύναται να πραγματοποιήσει, άμεσα ή έμμεσα, διαφήμιση καθ’ οιονδήποτε τρόπο για τη θεραπεία από τον ίδιο ή άλλο πρόσωπο ειδικευμένο ή μη, στο Βέλγιο ή στην αλλοδαπή, των παθήσεων, τραυμάτων ή ανωμαλιών του στόματος και των οδόντων, ειδικά μέσω προθηκών, πινακίδων, επιγραφών ή πλακετών ικανών να παραπλανήσουν ως προς το νόμιμο της αναγγελλόμενης δραστηριότητας, μέσω φυλλαδίων πάσης φύσεως, διά του τύπου, των ραδιοκυμάτων και του κινηματογράφου [...]». Επίσης, το βασιλικό διάταγμα για τη ρύθμιση της ασκήσεως του οδοντιατρικού επαγγέλματος ορίζει ότι  «Για τη γνωστοποίηση στο κοινό, στο κτίριο στο οποίο ειδικευμένο πρόσωπο [...] ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου, είναι δυνατή μόνο η ανάρτηση επιγραφής ή πινακίδας διακριτικής σε διαστάσεις και όψη, αναγράφουσας το όνομα του επαγγελματία και ενδεχομένως τον κατά νόμον τίτλο του, τις ημέρες και ώρες λειτουργίας του ιατρείου, την ονομασία της επιχειρήσεως ή του υγειονομικού φορέα εντός του οποίου αυτός ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα· αυτή μπορεί επίσης να αναφέρει τον τομέα οδοντιατρικής στον οποίο ειδικεύεται ο επαγγελματίας: επανορθωτική οδοντιατρική, προσθετική, ορθοδοντική, χειρουργική οδοντιατρική.» Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο Βρυξελλών (ποινικό τμήμα) του Βελγίου  (Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel, strafzaken) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του Luc Vanderborght. Ο Luc Vanderborght είχε εγκατασταθεί στο Βέλγιο και ασκούσε το επάγγελμα του οδοντίατρου. Ο ανωτέρω οδοντίατρος διώχθηκε για παραβίαση της ανωτέρω εθνικής νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει  οποιαδήποτε διαφήμιση για υπηρεσίες στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι  εάν η Οδηγία 2005/29 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία προστατεύει τη δημόσια υγεία και την αξιοπρέπεια του οδοντιατρικού επαγγέλματος απαγορεύοντας γενικώς και απολύτως κάθε διαφήμιση υπηρεσιών στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως και καθορίζοντας συγκεκριμένες απαιτήσεις διακριτικότητας όσον αφορά τις πινακίδες των οδοντιατρείων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση δεν αντιτίθεται στην οδηγία 2005/29 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές.
Επίσης, το ΔΕΕ σε επόμενο προδικαστικό ερώτημα (έκτο προδικαστικό ερώτημα) εξέτασε εάν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στην επίδικη εθνική νομοθεσία, που απαγορεύει γενικώς και απολύτως κάθε διαφήμιση υπηρεσιών στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει γενικώς και απολύτως κάθε διαφήμιση υπηρεσιών στοματικής υγειονομικής και οδοντιατρικής περιθάλψεως.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Υπόθεση  C-699/15, Commissioners for Her Majesty’s Revenue & Customs κατά Brockenhurst College - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 132, παρ. 1, στοιχ. θ, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό σύστημα ΦΠΑ.  Σύμφωνα με το άρθρο 132 στοιχ. θ της Οδηγίας 2006/112: «Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις: [...] θ)  «την εκπαίδευση των παιδιών ή των νέων, τη σχολική ή πανεπιστημιακή εκπαίδευση, την επαγγελματική εκπαίδευση, επιμόρφωση ή επανακατάρτιση καθώς και τις στενά συνδεόμενες με αυτές παροχές υπηρεσιών και παραδόσεις αγαθών, που πραγματοποιούνται από οργανισμούς δημόσιου δικαίου που επιδιώκουν τους ανωτέρω σκοπούς ή από οργανισμούς που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αναγνωρίζει ότι έχουν παρεμφερείς σκοπούς». Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλία, Ουαλία, πολιτικό τμήμα)  (Court of Appeal, England & Wales, Civil Division) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της φορολογικής και τελωνειακής αρχής του ΗΒ και του Brockenhurst College. Αντικείμενο της δίκης, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αποτέλεσε  η απαλλαγή από τον ΦΠΑ των υπηρεσιών εστιάσεως και ψυχαγωγίας που παρέχει το κολλέγιο αυτό. Ειδικότερα, το ανωτέρω κολλέγιο αποτελεί  ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως το οποίο παρέχει κατάρτιση στους τομείς της εστιάσεως, των ξενοδοχείων και των παραστατικών τεχνών. Το κολλέγιο λειτουργεί,  μέσω των σπουδαστών του, εστιατόριο και διοργανώνει παραστάσεις προοριζόμενες για κοινό εκτός του ιδρύματος προκειμένου οι σπουδαστές να αποκτήσουν δεξιότητες σε πρακτικό επίπεδο. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 132, παρ. 1, στοιχ. θʹ, της Οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές υπηρεσιών «στενά συνδεόμενες» με τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες και ως εκ τούτου ως απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ, δραστηριότητες, που συνίστανται στην παροχή από τους σπουδαστές ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, στο πλαίσιο της εκπαιδεύσεώς τους και εξ επαχθούς αιτίας, υπηρεσιών εστιάσεως και ψυχαγωγίας προς τρίτους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ έχει την έννοια ότι μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές υπηρεσιών «στενά συνδεόμενες» με την κύρια παροχή εκπαιδεύσεως, και, ως εκ τούτου, απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ, οι δραστηριότητες, οι οποίες συνίστανται στην παροχή από σπουδαστές ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, υπηρεσιών εστιάσεως και ψυχαγωγίας προς τρίτους υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:
1. Ότι οι υπηρεσίες είναι απαραίτητες για την εκπαίδευσή τους και
2. Ότι δεν προορίζονται για να προσπορίσουν στο ίδρυμα συμπληρωματικά έσοδα, με την πραγματοποίηση πράξεων που ανταγωνίζονται άμεσα τις πράξεις άλλων εμπορικών επιχειρήσεων, που υπόκεινται σε καθεστώς ΦΠΑ.

9.  ΔΕΕ απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C 682/15, Berlioz Investment Fund SA κατά Directeur de l’administration des contributions directes - Προδικαστική
Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, καθώς και στην ερμηνεία των άρθρων 47 και 51 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Σύμφωνα με το άρθρο 1, παρ. 1, της ανωτέρω Οδηγίας: «Η παρούσα οδηγία ορίζει τους κανόνες και τις διαδικασίες βάσει των οποίων τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που, κατά πάσα πιθανότητα, έχουν σημασία για τη διοίκηση και την επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας των κρατών μελών όσον αφορά στους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας: «Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής, η λαμβάνουσα αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οιαδήποτε πληροφορία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 που διαθέτει ή που περιέρχεται σε αυτήν ως αποτέλεσμα διοικητικών ερευνών.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Εφετείο του Λουξεμβούργο (Cour administrative) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Berlioz Investment Fund SA και του διευθυντή της υπηρεσίας άμεση φορολογίας του Λουξεμβούργο με αντικείμενο τη χρηματική κύρωση που της επέβαλε λόγω της αρνήσεώς της να ανταποκριθεί σε αίτημα παροχής πληροφοριών, στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών με τη γαλλική φορολογική διοίκηση. Ειδικότερα, η Berlioz είναι ανώνυμη εταιρία λουξεμβουργιανού δικαίου, η οποία εισέπραξε μερίσματα που της κατέβαλε η θυγατρική της Cofima (ανώνυμη εταιρία γαλλικού δικαίου) με απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου. Η γαλλική φορολογική διοίκηση, έχοντας αμφιβολίες ως προς το αν η απαλλαγή της οποίας έτυχε η Cofima πληρούσε τις προϋποθέσεις του γαλλικού δικαίου, απηύθυνε στη λουξεμβουργιανή φορολογική διοίκηση αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικών με την Berlioz βάσει της οδηγίας 2011/16. Η εταιρεία δεν γνωστοποίησε τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εταίρων της, τον αριθμό των μετοχών κάθε εταίρου και το ποσοστό που αντιπροσώπευε ο αριθμός αυτός επί του μετοχικού κεφαλαίου, υποστηρίζοντας ότι οι πληροφορίες αυτές στερούνταν προβλέψιμης συνάφειας, κατά την έννοια της οδηγίας 2011/16. Εν συνεχεία, ο διευθυντής της υπηρεσίας άμεσης φορολογίας επέβαλε στην Berlioz διοικητικό πρόστιμο ύψους 250 000 ευρώ, λόγω της αρνήσεώς της να παράσχει τις ανωτέρω πληροφορίες.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 51, παρ. 1, του Χάρτη έχει την έννοια ότι Κράτος - μέλος θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης με συνέπεια να καθίσταται εφαρμοστέος ο Χάρτης, όταν προβλέπει στη νομοθεσία του χρηματική κύρωση για τον διοικούμενο που αρνείται να παράσχει πληροφορίες στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ φορολογικών αρχών βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2011/16.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 51, παρ. 1, του Χάρτη έχει την έννοια ότι κράτος μέλος θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης στην ανωτέρω περίπτωση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι διοικούμενος στον οποίο έχει επιβληθεί χρηματική κύρωση λόγω μη συμμορφώσεώς του προς διοικητική απόφαση, που τον υποχρεώνει να παράσχει ορισμένες πληροφορίες στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ εθνικών φορολογικών διοικήσεων δυνάμει της Οδηγίας 2011/16, έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι διοικούμενος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου λόγω άρνησης παροχής πληροφοριών.
Το τρίτο νομικό ζήτημα που εξετάσθηκε με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι εάν το άρθρο 1, παρ. 1, και το άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16 έχουν την έννοια ότι η «προβλέψιμη συνάφεια» των πληροφοριών που ζητεί Κράτος-μέλος από άλλο Κράτος-μέλος αποτελεί προϋπόθεση την οποία πρέπει να πληροί το αίτημα παροχής πληροφοριών προκειμένου να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση του λαμβάνοντος Κράτους-μέλους να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό και, ως εκ τούτου, αν αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία το Κράτος-μέλος υποχρεώνει ορισμένο διοικούμενο να παράσχει ορισμένες πληροφορίες.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι η «προβλέψιμη συνάφεια» των πληροφοριών αποτελεί προϋπόθεση την οποία πρέπει να πληροί το αίτημα παροχής πληροφοριών προκειμένου να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση του λαμβάνοντος Κράτους-μέλους να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό. Ως εκ τούτου, η προβλέψιμη συνάφεια αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας τόσο της αποφάσεως με την οποία το Κράτος μέλος υποχρεώνει ορισμένο διοικούμενο να παράσχει ορισμένες πληροφορίες όσο και της κυρώσεως που του επιβάλλει σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς την απόφαση αυτή.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Υπόθεση C-617/15, Hummel Holding A/S κατά Nike Inc., Nike Retail BV - Προδικαστική
 Η προδικαστική παραπομπή αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 97, παρ. 1, του Κανονισμού 207/2009 του Συμβουλίου για το σήμα της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 97 (Διεθνής δικαιοδοσία) παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού «1. Με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού, καθώς και του κανονισμού [44/2001] που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 94, οι διαδικασίες που προκύπτουν από αγωγές και ανταγωγές που προβλέπονται στο άρθρο 96 διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο εναγόμενος έχει την κατοικία του ή, αν δεν έχει κατοικία σε ένα από τα κράτη μέλη, στο δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο έχει εγκατάσταση» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο του Ντύσσελντορφ της Γερμανίας (Oberlandesgericht Düsseldorf) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ αφενός της Hummel Holding A/S και αφετέρου της Nike Inc. και της θυγατρικής της Nike Retail BV, σχετικά με την παραποίηση/απομίμηση από τις δύο τελευταίες ενός διεθνούς σήματος της Hummel Holding, το οποίο ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 97, παρ. 1, του Κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι νομικώς ανεξάρτητη εταιρία, που εδρεύει σε Κράτος-μέλος και αποτελεί θυγατρική μιας μητρικής επιχειρήσεως, που δεν έχει την έδρα της στην Ένωση, συνιστά «εγκατάσταση» της μητρικής επιχειρήσεως κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο  97, παράγραφος 1,του κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ανωτέρω νομικώς ανεξάρτητη εταιρία συνιστά «εγκατάσταση» της μητρικής επιχειρήσεως (που δεν έχει την έδρα της στην ΕΕ) υπό την προϋπόθεση ότι η θυγατρική εταιρεία συνιστά κέντρο επιχειρήσεων στο Κράτος - μέλος της ΕΕ και ασκεί πραγματική και σταθερή εμπορική δραστηριότητα, η οποία εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση της εν λόγω μητρικής επιχειρήσεως.

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2017
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2016
Επιμέλεια, Πρόλογος: Μ. Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής, ΔΠΘ 

Προλογικό σημείωμα

Στο κείμενο που επισυνάπτεται προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελείται από το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και τα Ειδικευμένα Δικαστήρια) κατά το έτος 2016. Πρόκειται για μία καταγραφή των αποφάσεων των παραπάνω Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Παρακάτω καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο ορισμένες υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των κοινοτικών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Όλες οι αποφάσεις είναι αδημοσίευτες ακόμη στη έντυπη Συλλογή των Αποφάσεων του Δικαστηρίου. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.

Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος ( βλ. αναλυτικά εδώ) αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:
1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2016) καταγράφτηκαν  δεκαπέντε (15) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός είναι ελαφρώς αυξημένος σε σύγκριση με προηγούμενα έτη (μόλις 11 αποφάσεις το 2013, 13 το 2012 και 11 του 2011), χωρίς, ωστόσο, να προσεγγίζει τον ως ένα βαθμό υπερβολικό αριθμό των σαράντα (40) αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον για το 2014. Όπως είχαμε παρατηρήσει ο αριθμός αυτός ήταν ιδιαίτερα υψηλός και οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα). Εξάλλου, ο σημαντικός περιορισμός των υποθέσεων ελληνικού ενδιαφέροντος ενώπιον του ΔΕΕ οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία χρόνια στον σταθερά μειωμένο αριθμό των αποφάσεων επί προσφυγών για παράβαση (άρθρο 258 ΣΛΕΕ), που δεν εξισορροπήθηκε από την αύξηση άλλης κατηγορίας υποθέσεων, όπως για παράδειγμα προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων, που παραμένουν σταθερά ολιγάριθμες.
2. Το 2016 διατηρείται η σημαντικά βελτιωμένη της εικόνας της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται μόλις τέσσερεις (4) καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς. Ο αριθμός αυτός σταθερά κινείται κάτω από το μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου πέντε (5).  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στα  αντίστοιχα σημειώματά μας για το 2014 και το 2015, οπότε παρέλκει η επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να επαναλάβουμε ότι αυτή η βελτίωση, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: 
Στη σημασία που φαίνεται να δίνεται πλέον στη τήρηση των υποχρεώσεων, πού αναλαμβάνει η χώρα μας έναντι της Ένωσης.  
Στην προσπάθεια της χώρας μας να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του, που διαρκώς απαιτεί, χωρίς να τηρεί τα συμφωνηθέντα και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί αυτόνομα αν η κατάσταση αυτή οφείλεται και στην πίεση που ασκείται από την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς εποπτείας (τρόικα) κατόπιν της προσφυγής της στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς από το Μάιο 2010. 
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ως αρνητικό το γεγονός ότι μεταξύ των τεσσάρων  (4) καταδικαστικών αποφάσεων του 2016 καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ.
Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι μεταξύ των τεσσάρων (4) καταδικαστικών αποφάσεων οι δύο (2) αφορούν γενικότερα την προστασία του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη. Στον τομέα αυτό (διαχείριση αποβλήτων), άλλωστε, εντοπίζεται  και η απόφαση του Δικαστηρίου για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων (κατ’ αποκοπή ποσού ή/και χρηματικής ποινής) κατά της χώρας μας, επειδή αυτή δεν συμμορφώθηκε σε προηγούμενη καταδικαστική απόφασή του ΔΕΕ. Η νέα απόφαση έρχεται να προστεθεί σε σειρά καταδικαστικών αποφάσεων (τρεις αποφάσεις το 2014 και μία απόφαση το 2015), που αφορούν την διαχείριση των απορριμμάτων, που τείνει να αναδειχθεί σε ένα από τα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Άξια λόγου εδώ είναι η απόφαση C-504/14, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, που αφορούσε την προστασία της θαλάσσιας χελώνας Caretta – Caretta.    
3. Το 2016 εντοπίζονται τρεις (3) αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που όλες προήλθαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), που διατηρεί έναν περιορισμένο αλλά σταθερό διάλογο με το Δικαστήριο (μεταξύ των οποίων και η πολύ-αναμενόμενη C-201/15, ΑΓΕΤ Ηρακλής κατά Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που αφορούσε το καθεστώς των ομαδικών απολύσεων στην Ελλάδα). Ο αριθμός αυτός είναι βέβαια αυξημένος έναντι των δύο προηγούμενων ετών (μία μόλις απόφαση το 2014 και 2015) αλλά παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός και επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 
 Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. 
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες), καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικές Υποθέσεις). 

Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα  Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα,  συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που ακολουθεί.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com