Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 7/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Ιούλιος 2018
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-220/18 PPU, ML κατά Generalstaatsanwaltschaft Bremen - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του άρθρου 1, παρ. 3, του άρθρου 5 και του άρθρου 6, παρ. 1, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο Βρέμης της Γερμανίας (Hanseatisches Oberlandesgericht in Bremen) στο πλαίσιο της εκτελέσεως στη Γερμανία ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από το Περιφερειακό δικαστήριο Nyíregyháza της Ουγγαρίας σε βάρος του ML, προκειμένου αυτός να εκτίσει στην Ουγγαρία στερητική της ελευθερίας ποινή.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 3, το άρθρο 5 και το άρθρο 6, παρ. 1, της Αποφάσεως-Πλαισίου έχουν την έννοια ότι, όταν η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Γερμανία) διαθέτει στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά τις συνθήκες κρατήσεως εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων του Κράτους-μέλους εκδόσεως (Ουγγαρία), η αρχή αυτή δύναται να αποκλείσει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να υποστεί το υπό έκδοση προσώπου βάσει και μόνο του σκεπτικού ότι το πρόσωπο αυτό διαθέτει, στο Κράτος-μέλος εκδόσεως (Ουγγαρία), ένδικο βοήθημα που του παρέχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των συνθηκών κρατήσεώς του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν δύναται να αποκλείσει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου συνεκτιμώντας μόνο το ανωτέρω σκεπτικό.
Επιπρόσθετα το ΔΕΕ έκρινε ότι 
–  η δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εξετάζει α) τις συνθήκες κρατήσεως μόνον εντός εκείνων των σωφρονιστικών καταστημάτων στα οποία είναι πιθανόν να κρατηθεί το εν λόγω πρόσωπο, β) τις συγκεκριμένες και ακριβείς συνθήκες κρατήσεως του ενδιαφερόμενου προσώπου που είναι κρίσιμες προκειμένου να διαπιστωθεί αν το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως, γ) να λαμβάνει υπόψη πληροφορίες, οι οποίες παρέχονται από άλλες αρχές του Κράτους-μέλους εκδόσεως του εντάλματος. (όλα τα ανωτέρω υποχρεούται να τα εξετάζει υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ)

2. ΔΕΕ, απόφασητης 25ηςΙουλίου 2018, ΥπόθεσηC-216/18 PPU Minister for Justice and Equality κατά LM - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1 και 3 της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το ερμηνευόμενο άρθρο «1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας……..3. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 ΕΕ.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στην Ιρλανδία, ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως τα οποία έχουν εκδώσει πολωνικά δικαστήρια κατά του LM. Σκοπός της έκδοσης των ενταλμάτων ήταν άσκηση ποινικών διώξεων από τις πολωνικές αρχές για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι, εφόσον η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Ιρλανδία) έχει στη διάθεσή της στοιχεία (όπως αυτά που περιλαμβάνονται σε αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής η οποία διατυπώθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παρ. 1, ΣΕΕ), τα οποία συντείνουν στην ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (Άρθρο 47 δεύτερο εδάφιο ΧΘΔΕΕ) λόγω συστημικών ή γενικευμένων παραβιάσεων όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας του Κράτους-μέλους έκδοσης, η εν λόγω δικαστική αρχή οφείλει να διερευνά, με συγκεκριμένο και ακριβή τρόπο, εάν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το οικείο πρόσωπο θα διατρέξει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεώς του στο επίμαχο Κράτος-μέλος. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Ιρλανδία) οφείλει να διερευνήσει, με συγκεκριμένο και ακριβή τρόπο εάν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να εκτιμηθείε άν το υπό έκδοση πρόσωπο θα διατρέξει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεώς στην Πολωνία. Κριτήρια της ανωτέρω έρευνας της ιρλανδικής αρχής αποτελούν η προσωπική κατάσταση του προσώπου, η φύση του αδικήματος για το οποίο διώκεται, το πραγματικό πλαίσιο που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, καθώς και οι πληροφορίες που προσκόμισε το Κράτος-μέλος που εξέδωσε το ένταλμα συλλήψεως.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-268/17, Ured za suzbijanje korupcije i organiziranog kriminaliteta κατά AY – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε ην ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 2, του άρθρου 3, σημείο 2, καθώς και του άρθρου 4, σημείο 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο του Ζάγκρεμπ (Županijski Sud u Zagrebu) στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως κατά του AY, Ούγγρου υπηκόου. Το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου ορίζει τα εξής: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης (εφεξής καλούμενη “δικαστική αρχή εκτέλεσης”) αρνείται την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Ένταλμα Σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις: [...] 2)  εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της καταδίκης[...]». Επιπρόσθετα, το άρθρο 4 της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584, ορίζει τα εξής: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του [ΕΕΣ]:[...]3) όταν οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης του κράτους μέλους αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν δίωξη για την αξιόποινη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο του [ΕΕΣ] είτε να παύσουν τη δίωξη ή όταν ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις αυτές πράξεις σε κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης»
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 3, σημείο 2, και το άρθρο 4, σημείο 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι είναι δυνατή η επίκληση αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής της Ουγγαρίας με την οποία έπαυσε η κατ’ αγνώστων κινηθείσα έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ΕΕΣ) είχε εξετασθεί απλώς ως μάρτυρας, προκειμένου να δικαιολογηθεί άρνηση εκτελέσεως του εν λόγω ΕΕΣ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα της Απόφασης – Πλαισίου έχουν την έννοια ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση της ανωτέρω αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής προκειμένου να αρνηθεί η δικαστική αρχή της Ουγγαρίας την έκδοση του ΑΥ.

4.ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-96/17, Gardenia Vernaza Ayovi κατά Consorci Sanitaride Terrassa - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP καθώς και του άρθρου 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 4 σημείο 1 της συμφωνίας πλαισίου «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών της Terrassa της Ισπανίας (Uzgado de lo Social n° 2 de Terrassa) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Gardenia Vernaza Ayovi και του οργανισμού παροχής υγειονομικών υπηρεσιών σχετικά με την πειθαρχική απόλυση της πρώτης. Ειδικότερα, η ενάγουσα (νοσηλεύτρια) είχε συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου άνευ μονιμότητας με τον ανωτέρω οργανισμό. H G. Vernaza Ayovi έλαβε άδεια άνευ αποδοχών για το διάστημα από 19 Ιουλίου 2011 έως 19 Ιουλίου 2012 και τον Ιούνιο του 2014 ζήτησε να επανέλθει στα καθήκοντά της. Τον Μάιο του 2016, ο οργανισμός παροχής υγειονομικών υπηρεσιών της Terrassa απέστειλε στην G. Vernaza Ayovi πρόγραμμα εργασιακού ωραρίου με βάση θέση εργασίας μερικής απασχόλησης. Μη αποδεχόμενη θέση μη πλήρους απασχόλησης, η G. Vernaza Ayovi δεν παρουσιάστηκε στον τόπο εργασίας της και απολύθηκε. Ακολούθως, η ενδιαφερομένη άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου με αίτημα να κηρυχθεί η απόλυσή της καταχρηστική.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η ρήτρα 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία, όταν η πειθαρχική απόλυση ενός μόνιμου εργαζομένου σε δημόσια αρχή κηρύσσεται καταχρηστική, ο εργαζόμενος περί του οποίου πρόκειται επαναπροσλαμβάνεται υποχρεωτικώς, ενώ, στην ίδια περίπτωση, εργαζόμενος ορισμένου χρόνου ή μη μόνιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου ο οποίος επιτελεί τα ίδια καθήκοντα με τον ως άνω μόνιμο εργαζόμενο μπορεί να μην επαναπροσληφθεί και να λάβει σε αντάλλαγμα αποζημίωση.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, σε μια αρχική του σκέψη, ότι η ρήτρα 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου αποτελεί έκφραση της αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, η οποία δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Επιπροσθέτως, έκρινε ότι η αυτοδίκαιη επαναπρόσληψη των μονίμων εργαζομένων εντάσσεται σε πλαίσιο σαφώς διαφορετικό, από πραγματικής και νομικής απόψεως, από εκείνο στο οποίο τελούν οι μη μόνιμοι εργαζόμενοι.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ρήτρα δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομοθεσία.

5. ΔΕΕ. Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-89/17, Secretary of State for the Home Department κατά Rozanne Banger - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το εφετείο διοικητικών διαφορών του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Υπουργού Εσωτερικών και της Rozanne Banger, με αντικείμενο άρνηση χορήγησης δελτίου διαμονής στην τελευταία. Ειδικότερα, η R. Banger ήταν υπήκοος Νότιας Αφρικής και ο σύντροφός της, Philip Rado, ήταν Βρετανός υπήκοος. Οι ανωτέρω συζούσαν στη Νότια Αφρική από το 2008 μέχρι και το 2010. Τον Μάιο του 2010 ο P. Rado αποδέχθηκε θέση εργασίας στις Κάτω Χώρες. Έζησε στο εν λόγω Κράτος-μέλος μαζί με την R. Banger έως το 2013. Η R. Banger έλαβε δελτίο διαμονής στις Κάτω Χώρες, με την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Το 2013, η R. Banger και ο P. Rado αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η R. Banger ζήτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών δελτίο διαμονής. Η αίτησή της απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι η αιτούσα ήταν η μη έγγαμη σύντροφος του P. Rado και ότι μόνον ο σύζυγος και ο καταχωρισμένος σύντροφος μπορεί να θεωρηθεί μέλος της οικογένειας υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 21, παρ. 1, ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το Κράτος-μέλος του οποίου πολίτης της Ένωσης έχει την ιθαγένεια να χορηγήσει άδεια διαμονής σε μη καταχωρισμένο σύντροφο πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή, όταν ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης, αφού άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας για να εργασθεί σε άλλο Κράτος-μέλος (Κάτω Χώρες), επιστρέφει με τον σύντροφό του στο Κράτος-μέλος (Ηνωμένο Βασίλειο) του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να διαμείνει σε αυτό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη του ενωσιακού δικαίου έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το Κράτος-μέλος (Ηνωμένο Βασίλειο) να διευκολύνει τη χορήγηση άδειας διαμονής σε μη καταχωρισμένο υπό το πρίσμα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 21, παρ. 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι η απορριπτική απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να είναι αιτιολογημένη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η απορριπτική απόφαση θα πρέπει να στηρίζεται  σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να είναι αιτιολογημένη.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-25/17, Διαδικασία που κίνησε ο Tietosuojavaltuutettu - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχεία γʹ και δʹ, και του άρθρου 3 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών υπό το πρίσμα του άρθρου 10, παρ. 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Φινλανδίας (Korkeinhallinto‑oikeus) στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο Επόπτης Προστασίας Δεδομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας «Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: – η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως οι δραστηριότητες που προβλέπονται στις διατάξεις των τίτλων V και VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και, εν πάση περιπτώσει, στην επεξεργασία δεδομένων που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής ευημερίας του, εφόσον η επεξεργασία αυτή συνδέεται με θέματα ασφάλειας του κράτους) και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου, –  η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων». Αντικείμενο της συγκεκριμένης διαδικασίας ήταν η  νομιμότητα απόφασης της Επιτροπής Προστασίας Δεδομένων με την οποία απαγορευόταν στη θρησκευτική κοινότητα των μαρτύρων του Ιεχωβά η συλλογή και η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της δραστηριότητας του κηρύγματος από πόρτα σε πόρτα χωρίς να τηρούνται οι προϋποθέσεις της φινλανδικής νομοθεσίας για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 95/46, έχει την έννοια ότι η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από μέλη θρησκευτικής κοινότητας στο πλαίσιο δραστηριότητας κηρύγματος από πόρτα σε πόρτα και η μεταγενέστερη επεξεργασία των δεδομένων αυτών αποτελούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων του άρθρου 3, παράγραφος 2.
To ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων δεν εντάσσεται σε καμιά από τις δύο περιπτώσεις της επίδικης διάταξης του ενωσιακού δικαίου.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν στην έννοια του αρχείου σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ της Οδηγίας 95/46 εμπίπτει σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται στο πλαίσιο της επίδικης δραστηριότητας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι στην έννοια του αρχείου εμπίπτει σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται στο πλαίσιο της επίδικης δραστηριότητας.
Το τρίτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχείο δ της Οδηγίας 95/46, έχει την έννοια ότι επιτρέπει να θεωρηθεί μια θρησκευτική κοινότητα, από κοινού με τα μέλη της που μετέχουν στο κήρυγμα, υπεύθυνη της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από τα μέλη της στο πλαίσιο της επίδικης δραστηριότητας 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχείο δ της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι επιτρέπει να θεωρηθεί μια θρησκευτική κοινότητα, από κοινού με τα μέλη της που μετέχουν στο κήρυγμα, υπεύθυνη της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-14/17, VAR, Srl και Azienda Trasporti Milanesi SpA (ATM) κατά Iveco Orecchia SpA- Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 34 παρ. 8 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 8 της ανωτέρω οδηγίας «Εφόσον δεν δικαιολογείται από το αντικείμενο της σύμβασης, οι τεχνικές προδιαγραφές δεν μπορούν να κάνουν μνεία συγκεκριμένης κατασκευής ή προέλευσης ή ιδιαίτερης μεθόδου κατασκευής ούτε να παραπέμπουν σε σήμα, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή τύπο καθώς και σε συγκεκριμένη καταγωγή ή παραγωγή που θα είχε ως αποτέλεσμα να ευνοούνται ή να αποκλείονται ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα προϊόντα. Η εν λόγω μνεία ή παραπομπή επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, όταν δεν είναι δυνατόν να γίνει αρκούντως ακριβής και κατανοητή περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4· η μνεία ή παραπομπή αυτή πρέπει να συνοδεύεται από τους όρους “ή ισοδύναμο». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας (Consiglio di Stato) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των VAR Srl και Azienda Trasporti Milanesi SpA και, αφετέρου, της Iveco Orecchia SpA, με αντικείμενο την ανάθεση συμβάσεως για την προμήθεια αυθεντικών ή ισοδύναμων ανταλλακτικών για λεωφορεία και για τρόλεϊ κατασκευής IVECO. Ας σημειωθεί ότι η Azienda Trasporti Milanesi SpA (ΑΤΜ) δημοσίευσε την προκήρυξη του ανοιχτού διαγωνισμού με αντικείμενο την προμήθεια ανταλλακτικών αυθεντικών ή/και πρώτης εγκαταστάσεως ή/και ισοδυνάμων για λεωφορεία και τρόλεϊ κατασκευής IVECO ενώ η VAR Srl κατετάγη πρώτη. Επιπροσθέτως, στη συγγραφή υποχρεώσεων διευκρινιζόταν ότι σε περίπτωση αναθέσεως, η προμήθεια ισοδύναμων ανταλλακτικών θα γινόταν δεκτή από την ΑΤΜ μόνο εφόσον τα ανταλλακτικά αυτά ήταν εγκεκριμένα ή πιστοποιημένα ως ισοδύναμα προς τα προτεινόμενα αυθεντικά προϊόντα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 34, παρ. 8, της Οδηγίας 2004/17 έχει την έννοια ότι, όταν οι τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στα έγγραφα του διαγωνισμού κάνουν μνεία συγκεκριμένου σήματος, συγκεκριμένης καταγωγής ή συγκεκριμένης παραγωγής, ο αναθέτων φορέας υποχρεούται να απαιτεί από τον προσφέροντα να αποδείξει, ήδη κατά την υποβολή της προσφοράς του, την ισοδυναμία των προϊόντων που προτείνει σε σχέση με τα προϊόντα που καθορίζονται στις εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 34, παρ. 8, της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ έχει την έννοια ότι ο αναθέτων φορέας υποχρεούται να απαιτεί από τον προσφέροντα να αποδείξει, ήδη κατά την υποβολή της προσφοράς του, την ισοδυναμία των προϊόντων που προτείνει σε σχέση με τα προϊόντα που καθορίζονται στις εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές.

8. Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-679/16, Διαδικασία που κίνησε ο/η A - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 3, παρ. 1, του Κανονισμού 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Φιλανδίας (Korkeinhallinto-oikeus) στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο A και η οποία αφορούσε αίτηση του τελευταίου προς το τμήμα εξετάσεως αιτήσεων κοινωνικής ασφαλίσεως του Δήμου του Espoo,  να του παρασχεθεί προσωπική βοήθεια στο Ταλίν της Εσθονίας, όπου ο A παρακολουθούσε τριετές πρόγραμμα σπουδών νομικής, με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως. Ας σημειωθεί ότι ο Α ήταν ανάπηρος και χρειαζόταν βοήθεια για την άσκηση των καθημερινών του δραστηριοτήτων. 
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 1, στοιχείο α, του Κανονισμού 883/2004 έχει την έννοια ότι θεωρείται «παροχή ασθένειας» προσωπική βοήθεια, η οποία συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην κάλυψη των εξόδων των καθημερινών δραστηριοτήτων ατόμου με σοβαρή αναπηρία, προκειμένου να παρασχεθεί στο άτομο αυτό, που δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, η δυνατότητα να παρακολουθήσει ανώτερες σπουδές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο του ενωσιακού δικαίου έχει την έννοια ότι η ανωτέρω παροχή δεν εμπίπτει στην έννοια της «παροχής ασθενείας».
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ εμποδίζουν τον δήμο κατοικίας πολίτη Κράτους-μέλους (Φινλανδία), ο οποίος έχει σοβαρή αναπηρία, να αρνηθεί τη χορήγηση παροχής για τον λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος διαμένει σε άλλο Κράτος-μέλος (Εσθονία) προκειμένου να παρακολουθήσει εκεί ανώτερες σπουδές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ εμποδίζουν τον δήμο της κατοικίας πολίτη Κράτους-μέλους να αρνηθεί τη χορήγηση παροχής με την ανωτέρω αιτιολογία.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-629/16, Διαδικασία που κίνησε ο CX, - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 από την Τουρκική Δημοκρατία, τα Κράτη-μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, την ερμηνεία του πρόσθετου πρωτοκόλλου, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970, στις Βρυξέλλες, ως παράρτημα της Συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας και της αποφάσεως 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΚ-Τουρκίας για την εφαρμογή της οριστικής φάσης της τελωνειακής ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας (Verwaltungsgerichtshof)στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο CX σχετικά με πρόστιμο που του επέβαλε η διοικητική αρχή του διαμερίσματος του Schärding, της Αυστρίας για τον λόγο ότι πραγματοποίησε επαγγελματική μεταφορά εμπορευμάτων από την Τουρκία στο αυστριακό έδαφος χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν οι διατάξεις της Συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, του πρόσθετου πρωτοκόλλου και της αποφάσεως 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους (Αυστρία) σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων με έδρα την Τουρκία δύνανται να εκτελούν τέτοια μεταφορά με προορισμό την Αυστρία ή μέσω του αυστριακού εδάφους μόνον εφόσον διαθέτουν έγγραφα που εκδίδονται εντός των ορίων της ποσόστωσης που καθορίζεται για αυτό το είδος μεταφοράς ή εφόσον έχει χορηγηθεί άδεια λόγω σημαντικού δημοσίου συμφέροντος. Η ανωτέρω ποσόστωση προσδιορίστηκε βάσει της διμερούς συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Αυστρίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις της Συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, του προσθέτου πρωτοκόλλου και της αποφάσεως 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω επίμαχη ρύθμιση Κράτους-μέλους.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-585/16, Serin Alheto κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παρ. 1, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας καθώς και του άρθρου 35 και του άρθρου 46, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 12 παρ. 1 στοιχείο α, της Οδηγίας 2011/95 ορίζει τα εξής: «1. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα εφόσον: α) εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 1 σημείου Δ, της σύμβασης της Γενεύης, το οποίο αφορά την παροχή προστασίας ή συνδρομής από όργανα ή οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, εκτός της UNHCR. Σε περίπτωση που η εν λόγω προστασία ή συνδρομή έχει παύσει για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση των προσώπων αυτών σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τα εν λόγω πρόσωπα θα δικαιούνται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα της παρούσας οδηγίας». Σύμφωνα, επίσης, με το άρθρο 46 παρ. 3 της Οδηγίας 2013/32 «Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία [2011/95], τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.[...]». Τέλος το άρθρο 35 πρώτο εδάφιο στοιχείο β ορίζει «Μια χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως πρώτη χώρα ασύλου για ένα συγκεκριμένο αιτούντα εάν α)…………………..β) απολαύει άλλης επαρκούς προστασίας στην εν λόγω χώρα, επωφελούμενος μεταξύ άλλων από την αρχή της μη επαναπροώθησης, με την προϋπόθεση ότι θα γίνει εκ νέου δεκτός στη χώρα αυτή. Κατά την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωση του αιτούντος, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους το άρθρο 38 παράγραφος 1. Δίδεται στον αιτούντα η δυνατότητα να αμφισβητήσει την εφαρμογή της έννοιας της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωσή του». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Σόφιας της Βουλγαρίας (Administrativen sad Sofia-grad) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της αναπληρωτή διευθυντή της κρατικής υπηρεσίας για τους πρόσφυγες, η οποία αφορούσε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της S. Alheto. Ας σημειωθεί ότι η S. Alheto ήταν κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από την Παλαιστινιακή Αρχή και ήταν εγγεγραμμένη στην UNRWA. Αφού μετέβη στην Ιορδανία το προξενείο της Βουλγαρίας χορήγησε στην ενδιαφερομένη τουριστική θεώρηση και εισήλθε στην Βουλγαρία και εν συνεχεία υπέβαλε στην αρμόδια αρχή αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 12, παρ. 1, στοιχείο α, της Οδηγίας 2011/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παρ. 2, της Οδηγίας 2013/32, έχει την έννοια ότι για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται από πρόσωπο εγγεγραμμένο στην UNRWA (United Nations Relief and Works Agency for Palestine Refugees in the Near East), επιβάλλεται να εξετάζεται αν στο πρόσωπο αυτό παρέχεται αποτελεσματική προστασία ή συνδρομή από τον εν λόγω οργανισμό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα του ενωσιακού δικαίου έχουν την έννοια ότι για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται να εξετάζεται αν στο πρόσωπο αυτό παρέχεται αποτελεσματική προστασία ή συνδρομή από τον οργανισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει προηγουμένως απορριφθεί η αίτηση λόγω της συνδρομής άλλου λόγου αποκλεισμού ή απαραδέκτου.
Επίσης, εξετάστηκε αν το άρθρο 46, παρ. 3, της Οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δικαστήριο Κράτους-μέλους που κρίνει πρωτοδίκως προσφυγή κατά αποφάσεως επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας μπορεί να λάβει υπόψη πραγματικά στοιχεία και νομικά ζητήματα, τα οποία δεν εξετάσθηκαν από το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τα στοιχεία, τα οποία έλαβε ή θα μπορούσε να λάβει υπόψη το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση όσο και εκείνα που ανέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης αυτής.
Επίσης, ένα νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 35, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β, της Οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι, εφόσον σε πρόσωπο εγγεγραμμένο στην UNRWA παρέχεται πραγματική προστασία ή συνδρομή από τον οργανισμό αυτό σε τρίτη χώρα (Ιορδανία), η οποία δεν αποτελεί την περιοχή της συνήθους διαμονής του αλλά εντάσσεται στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται ότι προστατεύεται επαρκώς στην τρίτη αυτή χώρα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι πρόσωπο εγγεγραμμένο στην UNRWA πρέπει να θεωρηθεί ότι προστατεύεται επαρκώς στην Ιορδανία, όταν η εν λόγω χώρα:
– αναλαμβάνει τη δέσμευση να αποδεχτεί την επανεισδοχή του ενδιαφερομένου, ο οποίος έχει εγκαταλείψει την επικράτειά της για να ζητήσει διεθνή προστασία στην Ένωση και
– αναγνωρίζει την εν λόγω προστασία ή συνδρομή της UNRWA και σέβεται την αρχή της μη επαναπροώθησης, επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στον ενδιαφερόμενο να διαμείνει στο έδαφός της με ασφάλεια, υπό αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και για όσο διάστημα απαιτηθεί λόγω των κινδύνων που διατρέχει στον συνήθη τόπο διαμονής του.





Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 6/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Ιούνιος 2018
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-246/17, Ibrahima Diallo κατά État belge - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 10, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2004/38 «1. Το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους πιστοποιείται με τη χορήγηση εγγράφου το οποίο καλείται “Δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης”, το αργότερο εντός εξαμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η βεβαίωση υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής χορηγείται αμέσως». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας του Βελγίου στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ibrahima Diallo, υπηκόου Γουινέας, και του Βελγικού Δημοσίου αναφορικά με την απόρριψη της αιτήσεως του πρώτου να του χορηγηθεί δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, ο Diallo υπέβαλε αίτηση προκειμένου να του χορηγηθεί δελτίο διαμονής ως ανιών τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας, που κατοικεί στο Βέλγιο.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι η απόφαση επί αιτήσεως για χορήγηση δελτίου διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης πρέπει να εκδίδεται και να κοινοποιείται εντός της εξάμηνης προθεσμίας που τάσσει η διάταξη αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η χορήγηση δελτίου διαμονής μέλους οικογένειας πολίτης της ΕΕ πρέπει να εκδίδεται και να κοινοποιείται εντός της εξάμηνης προθεσμίας.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2004/38 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να χορηγούν αυτοδικαίως στον ενδιαφερόμενο δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης, οσάκις έχει παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία, χωρίς να πιστοποιούν προηγουμένως ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί πράγματι τις προϋποθέσεις για διαμονή στο Κράτος-μέλος υποδοχής σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.
Αναφορικά με το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η χορήγηση τίτλου διαμονής πρέπει να θεωρείται πράξη με την οποία διαπιστώνεται, από το Κράτος -μέλος, η ατομική κατάσταση ενός υπηκόου. Έτσι, ο χαρακτήρας των δελτίων διαμονής είναι αναγνωριστικός και αποστολή τους είναι να πιστοποιούν ένα προϋφιστάμενο δικαίωμα διαμονής. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2004/38 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Το τρίτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσον το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία βάσει της οποίας, κατόπιν δικαστικής ακυρώσεως αποφάσεως περί μη χορηγήσεως δελτίου διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης, η αρμόδια εθνική αρχή διαθέτει αυτομάτως εκ νέου ακέραιη την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 10, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/38.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2004/38 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομολογία.

2. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-83/17, KP κατά LO - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 2, του Πρωτοκόλλου της Χάγης, της 23ης Νοεμβρίου 2007, σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής, που εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την Aπόφαση 2009/941/ΕΚ του Συμβουλίου. Το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου της Χάγης ορίζει τα εξής: «1. Εκτός αντίθετης διάταξης του [Πρωτοκόλλου της Χάγης], οι υποχρεώσεις διατροφής διέπονται από το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής. 2. Σε περίπτωση αλλαγής της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους της νέας συνήθους διαμονής από τη στιγμή κατά την οποία επέρχεται η συγκεκριμένη μεταβολή.». Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της Χάγης «2. Όταν, δυνάμει του δικαίου που αναφέρεται στο άρθρο 3, ο δικαιούχος δεν μπορεί να επιτύχει διατροφή από τον υπόχρεο, εφαρμόζεται το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή (lex fori)». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ανήλικης KP και του πατέρα της, LO, σχετικά με αξιώσεις διατροφής. Ειδικότερα, η KP και οι γονείς της είναι Γερμανοί υπήκοοι που ζούσαν στη Γερμανία μέχρι τον Μάιο του 2015. Στις 28 Μαΐου 2015, η ΚΡ και η μητέρα της εγκαταστάθηκαν στην Αυστρία που έγινε ο τόπος της νέας συνήθους διαμονής τους. Εν συνεχεία, η KP άσκησε αγωγή διατροφής κατά του LO ενώπιον του ειρηνοδικείου Fünfhaus της Αυστρίας. Στις 18 Μαΐου 2016, η KP διεύρυνε το αίτημά της για την περίοδο από 1ης Ιουνίου 2013 έως τις 31 Μαΐου 2015. Ωστόσο, το ειρηνοδικείο Fünfhaus απέρριψε το αίτημα της KP για καταβολή διατροφής για την περίοδο από 1ης Ιουνίου 2013 έως τις 31 Μαΐου 2015, με το σκεπτικό ότι για το χρονικό αυτό διάστημα έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου της Χάγης, να εφαρμοσθεί το γερμανικό δίκαιο του οποίου οι προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση καθυστερούμενης διατροφής δεν πληρούνταν. Σύμφωνα με την απόφαση του Ειρηνοδικείου το άρθρο 4, παρ. 2, του Πρωτοκόλλου της Χάγης σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου του δικάζοντος δικαστή, αφορά μόνον τα δικαιώματα που γεννώνται μετά την εγκατάσταση στον νέο τόπο συνήθους διαμονής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, παρ. 2, του Πρωτοκόλλου της Χάγης έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε περίπτωση στην οποία ο δικαιούχος διατροφής, που άλλαξε συνήθη διαμονή, υποβάλει, ενώπιον δικαστηρίου του κράτους της νέας συνήθους διαμονής του, αίτηση περί καταβολής διατροφής για προγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο κατοικούσε σε άλλο Κράτος-μέλος (Γερμανία).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της Χάγης έχει την έννοια ότι :
–  το γεγονός ότι το κράτος του δικάζοντος δικαστή συμπίπτει με το κράτος της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής δεν αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, εφόσον το δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο από τον επικουρικό κανόνα συνδέσεως που η διάταξη αυτή προβλέπει δεν συμπίπτει με το δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο από τον βασικό κανόνα συνδέσεως που προβλέπει το άρθρο 3 του εν λόγω πρωτοκόλλου
–   σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος διατροφής, ο οποίος άλλαξε συνήθη διαμονή, υποβάλει αίτηση για διατροφή για παρελθόν χρονικό διάστημα (όπου κατοικούσε στη Γερμανία) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους της νέας συνήθους διαμονής του (Αυστρία), το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή, που είναι και το δίκαιο του κράτους της νέας συνήθους διαμονής του (αυστριακό), μπορεί να εφαρμοσθεί εάν τα δικαστήρια του Κράτους-μέλους εκδικάσεως της υποθέσεως είχαν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση διαφορών σχετικά με υποχρεώσεις διατροφής που αφορούσαν τους διαδίκους αυτούς και αναφέρονταν στο εν λόγω χρονικό διάστημα.

3.ΔΕΕ, απόφαση της 26ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-451/16, MB κατά Secretary of State for Work and Pensions - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.  Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 της ανωτέρω Οδηγίας «Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά: – το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους προσβάσεως στα συστήματα αυτά, [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της MB και του Υφυπουργού Εργασίας και Συντάξεων, του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την άρνηση χορηγήσεως στην προσφεύγουσα κρατικής συντάξεως γήρατος από τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως των προσώπων του φύλου που απέκτησε η ίδια κατόπιν αλλαγής φύλου. Ειδικότερα, η ΜΒ γεννήθηκε το 1948 και το φύλο γεννήσεώς της ήταν άρρεν ενώ το 1974 συνήψε γάμο. Το εν λόγω πρόσωπο άρχισε να ζει ως γυναίκα το 1991 και το 1995 υποβλήθηκε σε εγχείρηση αλλαγής φύλου. Ωστόσο, η ΜΒ δεν είχε οριστικό πιστοποιητικό αναγνωρίσεως της αλλαγής φύλου στην οποία προέβη, διότι η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού προϋποθέτει την ακύρωση του γάμου της. Τόσο η ίδια όσο και η σύζυγός της επιθυμούσαν να παραμείνουν έγγαμοι για θρησκευτικούς λόγους. Το 2008, η ΜΒ, έχοντας συμπληρώσει το 60ό έτος της, ήτοι την ηλικία στην οποία οι γεννηθείσες προ της 6ης Απριλίου 1950 γυναίκες δύνανται, κατά το εθνικό δίκαιο, να λάβουν κρατική σύνταξη γήρατος «κατηγορίας Α», υπέβαλε αίτηση ζητώντας να λάβει την εν λόγω σύνταξη από την ηλικία αυτή βάσει των εισφορών που είχε καταβάλει, στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Η αίτησή της απορρίφθηκε λόγω έλλειψης οριστικού πιστοποιητικού αναγνωρίσεως της αλλαγής φύλου στην οποία είχε προβεί και ως εκ τούτου η ΜΒ δεν ήταν δυνατόν να εκληφθεί ως γυναίκα από πλευράς του προσδιορισμού της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεώς της.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 79/7, και ιδίως το άρθρο 4, παρ. 1, πρώτη περίπτωση έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει σε πρόσωπο το οποίο έχει προβεί σε αλλαγή φύλου να πληροί όχι μόνο σωματικά, κοινωνικά και ψυχολογικά κριτήρια, αλλά και την προϋπόθεση ότι δεν είναι έγγαμο με πρόσωπο του φύλου που απέκτησε και το ίδιο κατόπιν της εν λόγω αλλαγής φύλου, προκειμένου να δικαιούται να λάβει κρατική σύνταξη γήρατος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στις διατάξεις της Οδηγίας 79/7 περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-210/16,  Unabhängiges Landeszentrum für Datenschutz Schleswig-Holstein κατά Wirtschaftsakademie Schleswig-Holstein GmbH - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ανεξάρτητης περιφερειακής αρχής προστασίας δεδομένων του Schleswig-Holstein της Γερμανίας (ULD) και της Wirtschaftsakademie Schleswig-Holstein GmbH, εταιρίας ιδιωτικού δικαίου ειδικευμένης στον τομέα της εκπαιδεύσεως. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα διαταγής, που εξέδωσε η ULD έναντι της εν λόγω εταιρίας, να απενεργοποιήσει τη σελίδα της, που φιλοξενείται στον ιστότοπο του μέσου κοινωνικής δικτυώσεως Facebook.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχείο δ (Υπεύθυνος επεξεργασίας) της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει να ευθύνεται, σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ένας φορέας, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή σελίδας (Wirtschaftsakademie) σε μέσο κοινωνικής δικτυώσεως, λόγω της επιλογής του να χρησιμοποιήσει το εν λόγω μέσο κοινωνικής δικτυώσεως για τη διάδοση πληροφοριών. Ως υπεύθυνος επεξεργασίας νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας που μόνος ή από κοινού με άλλους καθορίζει τους στόχους και τον τρόπο της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχ. δ, της Οδηγίας 95/46 και η έννοια «υπεύθυνος της επεξεργασίας» καλύπτει και τον διαχειριστή σελίδας που φιλοξενείται σε μέσο κοινωνικής δικτυώσεως.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, παρ. 1, στοιχείο αʹ, καθώς και το άρθρο 28, παρ. 3 και 6, της Οδηγίας 95/46 έχουν την έννοια ότι η αρχή ελέγχου της Γερμανίας μπορεί να ασκήσει έναντι φορέα εγκατεστημένου στο έδαφος της Γερμανίας τις εξουσίες παρεμβάσεως λόγω παραβάσεως των ανωτέρω κανόνων από τρίτο υπεύθυνο επεξεργασίας των δεδομένων αυτών (facebook) που έχει την έδρα του σε άλλο Κράτος-μέλος (Ιρλανδία)χωρίς προηγουμένως να καλέσει την αρχή ελέγχου του άλλου Κράτους-μέλους να παρέμβει.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δύναται η γερμανική αρχή να εκτιμήσει αυτοτελώς τη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς να καλέσει προηγουμένως την αρχή της Ιρλανδίας.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 5ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-677/16, Montero Mateos κατά Αgencia Madrileña de Atención Social dela Consejería de Políticas Socialesy Familia dela Comunidad Autónoma de Madrid - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε  την ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 της συμφωνίας-πλαισίου «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών της Μαδρίτης (Juzgado de lo Social n° 33 de Madrid) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Lucía Montero Mateos και της Υπηρεσίας Κοινωνικής Αρωγής σχετικά με τη λήξη της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας προσωρινής απασχολήσεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που δεν προβλέπει την καταβολή αποζημιώσεως (κατά τη λήξη της χρονικής περιόδου της εργασιακής σύμβασης) στους εργαζομένους οι οποίοι απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με σκοπό την προσωρινή πλήρωση θέσεως εργασίας ενόσω διαρκεί η διαδικασία προσλήψεως ή προαγωγής για την οριστική πλήρωση της εν λόγω θέσεως ενώ στους εργαζομένους αορίστου χρόνου χορηγείται αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους για αντικειμενική αιτία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 5ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-574/16, Grupo Norte Facility SA κατά Angel Manuel Moreira Gómez - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο δικαστήριο της Γαλικίας της Ισπανίας (Τribunal Superior de Justicia de Galicia) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Grupo Norte Facility SA και του Angel Manuel Moreira Gómez σχετικά με τη λήξη της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας αναπληρώσεως. Ως σύμβαση εργασίας αναπληρώσεως νοείται η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίζεται με σκοπό την κάλυψη του χρόνου εργασίας τον οποίο αφήνει ακάλυπτο ένας μερικώς συνταξιοδοτούμενος εργαζόμενος,
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία η αποζημίωση που καταβάλλεται, κατά τη λήξη της σύμβασης, στους εργαζομένους που απασχολούνται βάσει συμβάσεως αναπληρώσεως είναι χαμηλότερη από την αποζημίωση που χορηγείται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους από αντικειμενική αιτία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ρήτρα δεν αντιτίθεται στη συγκεκριμένη εθνική ρύθμιση περί καταβολής χαμηλότερης αποζημιώσεως στους εργαζομένους που απασχολούνται βάσει συμβάσεων αναπληρώσεως ορισμένου χρόνου.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 5ηςΙουνίου 2018, Υπόθεση C-673/16, Relu Adrian Comanκ.λπ. κατά Inspectoratul Generalpentru Imigrări και Ministerul Afacerilor Interne - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παρ. 1 και παρ. 2, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και του άρθρου 7, παρ. 2, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας (Curtea Constituţională) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Relu Adrian Coman, Robert Clabourn Hamilton και της Asoaţia Accept και, αφετέρου, της γενικής επιθεωρήσεως μεταναστεύσεως, και του Υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως στον R. C. Hamilton δικαιώματος διαμονής άνω των τριών μηνών στη Ρουμανία. Ειδικότερα, οι R. A. Coman, ρουμανικής και αμερικανικής ιθαγενείας και R. C. Hamilton, αμερικανικής ιθαγενείας συνήψαν γάμο στις Βρυξέλλες τον Νοέμβριο του 2010. Τον Δεκέμβριο του 2012, ο R. A. Coman και ο R. C. Hamilton απευθύνθηκαν στην Επιθεώρηση προκειμένου να ενημερωθούν σχετικά με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο R. C. Hamilton, ο οποίος δεν ήταν πολίτης της Ένωσης, θα μπορούσε, ως μέλος της οικογένειας του R. A. Coman, να αποκτήσει δικαίωμα νόμιμης διαμονής στη Ρουμανία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών. Η Επιθεώρηση ενημέρωσε τους R. A. Coman και R. C. Hamilton ότι ο τελευταίος είχε δικαίωμα διαμονής τριών μόνο μηνών, καθότι, σύμφωνα με τον αστικό κώδικα δεν αναγνωρίζεται γάμος όσον αφορά άτομα του ιδίου φύλου και, επιπροσθέτως ότι δεν ήταν δυνατόν να παραταθεί το δικαίωμα του R. C. Hamilton για προσωρινή διαμονή στη Ρουμανία για λόγους οικογενειακής επανενώσεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 21 παρ. 1 ΣΛΕΕ έχει την έννοια, ότι στην περίπτωση που πολίτης της Ένωσης, ο οποίος έχει κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2004/38 μεταβαίνοντας και διαμένοντας πράγματι σε διαφορετικό Κράτος-μέλος από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια και έχει συνάψει νομίμως γάμο εντός του Κράτους-μέλους υποδοχής (Βέλγιο), οι αρμόδιες αρχές της Ρουμανίας δεν δύνανται να αρνηθούν να χορηγήσουν στον υπήκοο τρίτου κράτους δικαίωμα διαμονής στη Ρουμανία με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του εν λόγω Κράτους-μέλους δεν προβλέπει γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές του Κράτους-μέλους (Ρουμανία) δεν δύνανται να αρνηθούν να χορηγήσουν στον υπήκοο τρίτου κράτους δικαίωμα διαμονής στο έδαφος του Κράτους-μέλους, με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του εν λόγω Κράτους-μέλους δεν προβλέπει γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-15/16, Bundesanstaltfür Finanzdienstleistungsaufsicht κατά Ewald Baumeister - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 54, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας  «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών ή των φορέων στους οποίους έχουν μεταβιβαστεί καθήκοντα βάσει του άρθρου 48 παράγραφος 2, καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Καμία πληροφορία που περιέρχεται στα πρόσωπα αυτά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο υπό συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή που δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας μεμονωμένων επιχειρήσεων, διαχειριστών αγοράς, ρυθμιζόμενων αγορών ή άλλου προσώπου, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο ή σε άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της  Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της αρχής εποπτείας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και του Ewald Baumeister σχετικά με την απόφαση της αρχής αυτής να μην επιτρέψει την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα, που αφορούσαν τη Phoenix Kapitaldienst GmbH.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 54, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/39 έχει την έννοια ότι όλες οι πληροφορίες σχετικά με την εποπτευόμενη επιχείρηση τις οποίες αυτή έχει διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή, καθώς και όλες οι εκτιμήσεις της εν λόγω αρχής που περιέχονται στον σχετικό με την εποπτεία φάκελό της, συμπεριλαμβανομένης της αλληλογραφίας της με άλλους φορείς, συνιστούν, άνευ περαιτέρω προϋποθέσεων, εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες επομένως καλύπτονται από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου κατά τη διάταξη αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 54, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/39 έχει την έννοια ότι όλες οι πληροφορίες που αφορούν την εποπτευόμενη επιχείρηση δεν συνιστούν, άνευ περαιτέρω προϋποθέσεων, εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες, συνεπώς, καλύπτονται από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου κατά τη διάταξη αυτή. 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ εκτίμησε ότι εμπίπτουν στον χαρακτηρισμό των εμπιστευτικών πληροφοριών οι ευρισκόμενες στην κατοχή των αρμοδίων αρχών πληροφορίες οι οποίες, πρώτον, δεν έχουν δημόσιο χαρακτήρα και των οποίων, δεύτερον, η δημοσιοποίηση μπορεί πιθανώς να βλάψει τα συμφέροντα του φυσικού ή νομικού προσώπου που τις προσκόμισε ή τρίτου, ή ακόμη την ομαλή λειτουργία του συστήματος ελέγχου της δραστηριότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων το οποίο θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης με την Οδηγία 2004/39.

9. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-530/16 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας - Παράβαση Κράτους-μέλους 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την προσφυγή που άσκησε, ζητούσε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 21, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τα ατυχήματα και τα συμβάντα που αναφέρονται στο άρθρο 19 διερευνώνται από μόνιμο φορέα, ο οποίος περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον άτομο ικανό να επιτελεί τα καθήκοντα του υπεύθυνου έρευνας σε περίπτωση ατυχήματος ή συμβάντος. Ο εν λόγω φορέας είναι ανεξάρτητος ως προς την οργάνωση, τη νομική μορφή και τη λήψη αποφάσεων από οποιονδήποτε διαχειριστή υποδομής, σιδηροδρομική επιχείρηση, φορέα χρέωσης, φορέα κατανομής και κοινοποιημένο οργανισμό και από οποιονδήποτε τρίτο με συμφέροντα αντικρουόμενα με τα καθήκοντα που ανατίθενται στον φορέα διερεύνησης. Επιπλέον, είναι λειτουργικά ανεξάρτητος από την αρχή για την ασφάλεια και από οποιονδήποτε σιδηροδρομικό ρυθμιστικό φορέα».
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν διασφάλισε την ανεξαρτησία λήψης αποφάσεων της μόνιμης Εθνικής Επιτροπής Διερευνήσεως Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων (PKBWKP) έναντι του διαχειριστή υποδομής και της σιδηροδρομικής επιχείρησης που ελέγχονται από τον υπουργό μεταφορών.
Ως εκ τούτου, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την οργανωτική ανεξαρτησία και την ανεξαρτησία λήψης αποφάσεων του φορέα διερεύνησης σιδηροδρομικών ατυχημάτων παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 21, παρ. 1, της Οδηγίας 2004/49/ΕΚ

10. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-181/16, Sadikou Gnandi κατά État Belge - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τις διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς και της αρχής της μη επαναπροωθήσεως και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, που κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, με το άρθρο 18 και το άρθρο 19, παράγραφος 2, καθώς και με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου (Conseild’État) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Sadikou Gnandi και του État Belge (Βελγικού Δημοσίου), σχετικά με τη νομιμότητα αποφάσεως διατάσσουσας τον πρώτο να εγκαταλείψει τη βελγική επικράτεια.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2008/115, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την Οδηγία 2005/85 και με γνώμονα την αρχή της μη επαναπροωθήσεως και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής, βάσει του άρθρου 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2008/115, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς διεθνούς προστασίας, ήδη από τη χρονική στιγμή απορρίψεως της αιτήσεως από την αρμόδια αρχή και ως εκ τούτου πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2008/115 έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής. 
Ωστόσο, τα ανωτέρω ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι το οικείο Κράτος-μέλος διασφαλίζει: α) την αναστολή του συνόλου των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως επιστροφής εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής, β) ότι ο αιτών δύναται, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει της Οδηγίας 2003/9 και να προβάλει οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων η οποία επήλθε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής περί επιστροφής και η οποία δύναται να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου βάσει της Oδηγίας 2008/115.




Τρίτη 3 Ιουλίου 2018







CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΜΑΙΟΣ 2018
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, υπόθεση C-335/17, Neli Valcheva κατά Γεωργίου Μπαμπαναράκη - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 2201/2003 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 σημεία 7 και 10 του ανωτέρω Κανονισμού «7) Ο όρος γονική μέριμνα περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από τον νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού. Ειδικότερα ο όρος περιλαμβάνει το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας ………….. 10) Ο όρος “δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας” περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα μετακίνησης του παιδιού για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας (Varhovenkasatsionensad) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Neli Valcheva, κατοίκου Βουλγαρίας, και του πρώην γαμβρού της Γεωργίου Μπαμπαναράκη, κατοίκου Ελλάδας, σχετικά με το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας της Ν. Valcheva με τον εγγονό της.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας των παππούδων και των γιαγιάδων με το παιδί εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 2201/2003, προκειμένου να προσδιοριστεί αν το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της σχετικής αγωγής πρέπει να καθοριστεί βάσει του εν λόγω Κανονισμού ή των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Το ΔΕΕ, σε μια αρχική του σκέψη, έκρινε ότι η έννοια του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του άρθρου 1, παρ. 2, στοιχείο α, και του άρθρου 2, σημεία 7 και 10, του Κανονισμού 2201/2003 πρέπει να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα όχι μόνον το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας των γονέων με το παιδί τους, αλλά και το δικαίωμα άλλων προσώπων με τα οποία είναι σημαντικό το παιδί αυτό να διατηρεί προσωπικές σχέσεις, ιδίως, των παππούδων και των γιαγιάδων του, είτε πρόκειται για δικαιούχους γονικής μέριμνας είτε όχι.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια του «δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας» σύμφωνα με το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας των παππούδων και των γιαγιάδων με τα εγγόνια τους.

2. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαΐου 2018, υπόθεση C-190/17, Lu Zheng κατά Ministerio de Economíay Competitividad– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε στην ερμηνεία του άρθρου 9, παρ. 1, του Κανονισμού 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Κοινότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού «Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει κυρώσεις για τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση δήλωσης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3. Οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές». Η αίτηση υποβλήθηκε από  Εφετείο Μαδρίτης της Ισπανίας (Tribunal Superior de Justicia de Madrid) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Lu Zheng και του Υπουργείου Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας της Ισπανίας σχετικά με το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον πρώτο λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως να δηλώσει, κατά την έξοδο από το ισπανικό έδαφος, ορισμένα ποσά ρευστών διαθεσίμων τα οποία μετέφερε.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 9, παρ. 1, του Κανονισμού 1889/2005 αντιτίθεται σε νομοθεσία Κράτους-μέλους, η οποία προβλέπει ότι η παράβαση της υποχρεώσεως προς δήλωση σημαντικών ποσών ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται στο έδαφος ή εξέρχονται από το έδαφος του κράτους τιμωρείται με πρόστιμο το οποίο μπορεί να ανέλθει έως το διπλάσιο του μη δηλωθέντος ποσού.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε, σε μια αρχική του σκέψη, ότι τα εθνικά μέτρα τα οποία περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων μπορούν να δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 65 ΣΛΕΕ εφόσον τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητας διέπει όχι μόνον τον καθορισμό των συστατικών στοιχείων της παραβάσεως αλλά και τον ορισμό των κανόνων σχετικά με την αυστηρότητα των προστίμων και την εκτίμηση των στοιχείων που είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη για την επιμέτρηση των προστίμων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 63 και 65 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία Κράτους-μέλους, η οποία προβλέπει ότι η παράβαση της υποχρεώσεως προς δήλωση σημαντικών ποσών ρευστών διαθεσίμων τιμωρείται με πρόστιμο το οποίο μπορεί να ανέλθει έως το διπλάσιο του μη δηλωθέντος ποσού.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Μαΐου 2018, υπόθεση C-426/16, Liga van Moskeeënen Islamitische Organisaties Provincie Antwerpen, VZW κ.λπ. κατά Vlaams Gewest - Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στο κύρος του άρθρου 4, παρ. 4, του Κανονισμού 1099/2009 του Συμβουλίου για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ανωτέρω Κανονισμού «1. Τα ζώα θανατώνονται μόνο μετά από αναισθητοποίηση σύμφωνα με τις μεθόδους και τις ειδικές απαιτήσεις για την εφαρμογή των μεθόδων αυτών, όπως προβλέπονται στο παράρτημα Ι. Η απώλεια αισθητηριακής αντίληψης και ευαισθησίας διατηρείται μέχρι τον θάνατο του ζώου. [...] 4. Για τα ζώα που υποβάλλονται σε ιδιαίτερες μεθόδους σφαγής που προβλέπονται από λατρευτικούς τύπους, δεν εφαρμόζονται οι απαιτήσεις της παραγράφου 1, υπό την προϋπόθεση ότι η σφαγή διενεργείται σε σφαγείο». Η αίτηση υποβλήθηκε από το ολλανδόφωνο πρωτοδικείο Βρυξελλών (Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg Brussel) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ διαφόρων μουσουλμανικών ενώσεων και συντονιστικών οργανώσεων τεμενών και της περιφέρειας αυτής, με αντικείμενο την απόφαση του Φλαμανδού Υπουργού Κινητικότητας, Δημοσίων Έργων, Φλαμανδικών Περιχώρων, Τουρισμού και Καλής Διαβιώσεως των Ζώων δυνάμει της οποίας, από το έτος 2015 και εξής, δεν επιτρέπεται η κατά τη διάρκεια της μουσουλμανικής γιορτής της θυσίας λατρευτική σφαγή ζώων χωρίς αναισθητοποίηση εντός προσωρινών χώρων σφαγής διαμορφωμένων στους δήμους της Περιφέρειας της Φλάνδρας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν το κύρος του άρθρου 4, παρ. 4, του Κανονισμού 1099/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο ια, υπό το πρίσμα του άρθρου 10 του Χάρτη καθώς και υπό το πρίσμα του άρθρου 13 ΣΛΕΕ, στο μέτρο κατά το οποίο οι εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού 1099/2009 έχουν ως αποτέλεσμα να επιβάλλουν την τέλεση της λατρευτικού τύπου σφαγής κατά τη διάρκεια της γιορτής της θυσίας εντός εγκεκριμένων σφαγείων.
Το ΔΕΕ σε μια αρχική του σκέψη διαπιστώνει ότι ο Χάρτης δέχεται μια ευρεία έννοια του χρησιμοποιούμενου σε αυτόν όρου «θρησκεία», που καλύπτει τόσο το forum in ternum, δηλαδή την ύπαρξη πεποιθήσεων, όσο και το forum ex ternum, δηλαδή τη δημόσια εκδήλωση της θρησκευτικής πίστεως. Το άρθρο 4, παρ. 4, του Κανονισμού 1099/2009 δεν επιβάλλει καμία απαγόρευση τελέσεως της λατρευτικού τύπου σφαγής εντός της Ένωσης, αλλά, αντιθέτως, συγκεκριμενοποιεί τη θετική δέσμευση του νομοθέτη της Ένωσης να επιτρέψει την πρακτική της σφαγής ζώων χωρίς προηγούμενη αναισθητοποίηση, ώστε να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας καθώς επίσης και η προστασία της υγείας των καταναλωτών ζωικού κρέατος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 4, παρ. 4, του Κανονισμού 1099/2009 του Συμβουλίου.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Μαΐου 2018, υπόθεση C-147/16 Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen VZW κατά Susan Romy Jozef Kuijpers - Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία της Οδηγίας 93/13 του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ειρηνοδικείο της Αμβέρσας του Βελγίου (vredegerechtte Antwerpen) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen VZW, ελεύθερου εκπαιδευτικού ιδρύματος και της Susan Romy Jozef Kuijpers, με αντικείμενο την εκ μέρους της τελευταίας πληρωμής τελών εγγραφής και εξόδων συμμετοχής σε εκπαιδευτικό ταξίδι, πλέον τόκων, καθώς και την καταβολή αποζημίωσης.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ένα ελεύθερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο συμφώνησε, μέσω σύμβασης, με φοιτήτριά του την παροχή διευκολύνσεων για την πληρωμή των ποσών που αυτή οφείλει για τέλη εγγραφής και για έξοδα σε σχέση με ένα εκπαιδευτικό ταξίδι, πρέπει να θεωρηθεί «επαγγελματίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 93/13, με αποτέλεσμα με αποτέλεσμα η εν λόγω σύμβαση να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το εκπαιδευτικό ίδρυμα πρέπει να θεωρηθεί «επαγγελματίας» στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης και ως εκ τούτου η εν λόγω σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 93/13.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Υπόθεση C-483/16, Zsolt Sziber κατά ERSTE Bank Hungary Zrt.– Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 169 ΣΛΕΕ, των άρθρων 20, 21, 38, 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 7, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 93/13 του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 1, της ανωτέρω Οδηγίας«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το δικαστήριο της Βουδαπέστης της Ουγγαρίας (Fővárosi Törvényszék) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Zsolt Sziber και της ERSTE  Bank Hungary Zrt. σχετικά με αίτημα για τη διαπίστωση της καταχρηστικότητας ορισμένων ρητρών μιας συμβάσεως στεγαστικού δανείου, το οποίο εκταμιεύθηκε και αποπληρώθηκε σε ουγγρικά φιορίνια (HUF) αλλά είχε συνομολογηθεί σε ελβετικά φράγκα (CHF) βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά την ημερομηνία της πληρωμής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση διάδικος δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο την κήρυξη της ακυρότητας της συμβάσεως ή συγκεκριμένων συμβατικών ρητρών μόνον αν ζητήσει από το εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας (ήτοι την αναγνώριση ότι η σύμβαση είναι ισχυρή ή παράγει αποτελέσματα έως την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως). Ελλείψει τέτοιου αιτήματος, το δικαστήριο δεν εξετάζει την υπόθεση επί της ουσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7της Οδηγίας 93/13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ειδικές δικονομικές προϋποθέσεις για αγωγές καταναλωτών οι οποίοι συνήψαν συμβάσεις δανείου σε ξένο νόμισμα και περιλαμβάνουν ρήτρα σχετικά με τη διαφορά της συναλλαγματικής ισοτιμίας και/ή ρήτρα σχετικά με το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/13/EOK του Συμβουλίου ότι καταρχήν δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ειδικές δικονομικές απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η διαπίστωση της καταχρηστικότητας των ρητρών μιας τέτοιας συμβάσεως καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής καταστάσεως στην οποία θα τελούσε ο καταναλωτής ελλείψει των ως άνω καταχρηστικών ρητρών.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Μαΐου 2018, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-331/16, C-366/16, υπόθεση C-331/16, K. κατά Staatssecretaris van Veiligheiden Justitie, Υπόθεση C-366/16 Η. F. κατά Belgische Staat– Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 27, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 28, παρ. 1, και του άρθρου 28, παρ. 3, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/38 «Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ’ εαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων. Η προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές». Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών. Αναφορικά με την πρώτη ένδικη διαφορά, το αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου προέκυψε μεταξύ του Κ. και του Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης των Κάτω Χώρων μετά την έκδοση απόφασης σύμφωνα με την οποία ο K. κηρύχθηκε ανεπιθύμητος στο έδαφος των Κάτω Χωρών (υπόθεση C‑331/16). Στο πλαίσιο της δεύτερης ένδικης διαφοράς, το αντικείμενο της δίκης προέκυψε μεταξύ του H. F. και του Βελγικού Δημοσίου και είχε ως αντικείμενο απόφαση σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίσθηκε στον H. F. δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών στην επικράτεια του Βελγίου (υπόθεση C‑366/16).
Το πρώτο βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 27, παρ. 2, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι στην περίπτωση που έχει εκδοθεί απόφαση περί αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγα με την αιτιολογία ότι συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ένοχος συγκεκριμένων πράξεων σε βάρος πολίτη της Ένωσης ή υπηκόου τρίτης χώρας, μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές του Κράτους-μέλους έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν αυτομάτως ότι η παρουσία του και μόνο στο έδαφος αυτό συνιστά, ανεξαρτήτως του αν συντρέχει κίνδυνος υποτροπής ή όχι, πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές του  Κράτους-μέλους δεν επιτρέπεται να θεωρήσουν αυτομάτως ότι η παρουσία του και μόνο στο έδαφος του Κράτους-μέλους συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, ικανή να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρων δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας. Σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας απειλής πρέπει να βασίζεται σε εκτίμηση της προσωπικής συμπεριφοράς του συγκεκριμένου ατόμου, της φύσης και της σοβαρότητας των εγκλημάτων ή των πράξεων που του προσάπτονται, του επιπέδου της ατομικής του συμμετοχής σε αυτά, της συνδρομής, ενδεχομένως, λόγων άρσης του αξιόποινου, καθώς και της ύπαρξης ή μη ποινικής καταδίκης. Επίσης,  θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη φερόμενη τέλεση των εγκλημάτων καθώς και η μεταγενέστερη συμπεριφορά του εν λόγω ατόμου.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Μαΐου 2018, υπόθεση C-531/16, Šiaulių regiono atliekų tvarkymo centras και «Ecoservice projektai» UAB, πρώην «Specializuotas transportas» UAB κατά «VSA Vilnius» UAB κ.λπ.. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 45, 56 και 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας 2004/18  «Οι αναθέτουσες αρχές αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις και ενεργούν με διαφάνεια.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας (Lietuvos Aukščiausiasis Teismas) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της «VSA Vilnius» UAB και του κέντρου διαχειρίσεως απορριμμάτων της περιοχής Šiauliai, της Λιθουανίας, σχετικά με την ανάθεση, από το κέντρο δημόσιας συμβάσεως με αντικείμενο την παροχή υπηρεσίας αποκομιδής των αστικών απορριμμάτων του Δήμου Šiauliai και μεταφοράς τους στον χώρο διαχειρίσεως. Ειδικότερα, τέσσερις προσφέρουσες υπέβαλαν προσφορές στον ανοιχτό διαγωνισμό για την  παροχή υπηρεσιών αποκομιδής των αστικών απορριμμάτων του Δήμου Šiauliai και μεταφοράς τους στον χώρο διαχειρίσεως. Οι τέσσερις προσφέρουσες ήταν η «Specializuotas transportas» UAB, η «Ekonovus» UAB, η «Specialus autotransportas» UAB και η κοινοπραξία οικονομικών φορέων που αποτελείται από τις VSA Vilnius και «Švarinta» UAB. Οι εταιρείες Specializuotas transportas» και «Specialus autotransportas ήταν θυγατρικές της εταιρίας «Ecoservice» UAB, η οποία κατείχε το 100 % και το 98,12 % των μεριδίων τους αντιστοίχως. Επιπροσθέτως, τα διοικητικά συμβούλια των δύο θυγατρικών αποτελούνταν από τα ίδια φυσικά πρόσωπα. Η VSA Vilnius, καταταγείσα αμέσως μετά την Specialus autotransportas, υπέβαλε ένσταση στην αναθέτουσα αρχή, προβάλλοντας μη προσήκουσα αξιολόγηση των προσφορών των προσφερουσών καθώς και παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας διότι κατά την άποψη της οι ανωτέρω θυγατρικές ενεργούσαν ως όμιλος συνδεδεμένων επιχειρήσεων.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2 της Οδηγίας 2004/18 έχει την έννοια ότι, ελλείψει ρητής νομοθετικής διατάξεως ή ειδικής προβλέψεως στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων σχετικά με τους όρους συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, οι συνδεδεμένοι μεταξύ τους προσφέροντες οι οποίοι υποβάλλουν χωριστές προσφορές στο πλαίσιο του ιδίου διαγωνισμού οφείλουν να γνωστοποιούν, ιδία πρωτοβουλία, τους δεσμούς τους στην αναθέτουσα αρχή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι συνδεδεμένοι προσφέροντες, οι οποίοι υποβάλουν χωριστές προσφορές δεν υποχρεούνται να γνωστοποιούν, ιδία πρωτοβουλία, τους δεσμούς τους στην αναθέτουσα αρχή δεδομένης της έλλειψης ρητής νομοθετικής διατάξεως ή ειδικής πρόβλεψης στην προκήρυξη του διαγωνισμού 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ο άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 2 της Οδηγίας 2004/18 έχουν την έννοια ότι η αναθέτουσα αρχή, όταν έχει στη διάθεσή της στοιχεία που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τον αυτοτελή χαρακτήρα των προσφορών που υπέβαλαν ορισμένοι προσφέροντες, οφείλει να εξακριβώσει, ενδεχομένως απαιτώντας συμπληρωματικές πληροφορίες από τους προσφέροντες αυτούς, αν οι προσφορές τους είναι πράγματι αυτοτελείς.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2 της Οδηγίας 2004/18 έχει την έννοια ότι η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να εξακριβώσει απαιτώντας συμπληρωματικές πληροφορίες από τους προσφέροντες αυτούς, αν οι προσφορές τους είναι πράγματι αυτοτελείς και ανεξάρτητες.


8. ΔΕΕ, απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, υπόθεση C-647/16, Adil Hassan κατά Préfet du Pas-de-Calais - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 26, παρ. 1, του Κανονισμού 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του Κράτους-μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε Κράτος-μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του ανωτέρω Κανονισμού  «1. Όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δέχεται την αναδοχή ή την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ), το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα κοινοποιεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την απόφαση για τη μεταφορά του προς το υπεύθυνο κράτος μέλος και, κατά περίπτωση, για την απόφαση περί μη εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία. [...]». Η αίτηση υποβλήθηκεαπό το διοικητικό πρωτοδικείο Λιλ της Γαλλίας (tribunal administratif de Lille) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Adil Hassan, Ιρακινής ιθαγενείας, και του νομάρχη Pas‑de‑Calais, σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως με την οποία ο τελευταίος διέταξε τη μεταφορά του Α. Hassan στη Γερμανία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 26 παρ. 1, του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ έχει την έννοια ότι αποκλείει τη δυνατότητα Κράτους-μέλους (Γαλλία), το οποίο έχει απευθύνει προς άλλο Κράτος-μέλος που θεωρεί ως υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, αίτημα αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως προσώπου, να εκδώσει απόφαση περί μεταφοράς και να την κοινοποιήσει στο εν λόγω πρόσωπο, προτού το Κράτος-μέλος (Γερμανία) προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δεχθεί ρητώς ή σιωπηρώς το αίτημα αυτό.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 26, παρ. 1, του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ έχει την έννοια ότι αποκλείει την ανωτέρω δυνατότητα του Κράτους-μέλους πριν το Κράτος-μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δεχθεί ρητώς ή σιωπηρώς το εν λόγω αίτημα.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Μαΐου 2018, K.A. κ.λπ. κατά Belgische Staat, υπόθεση C-82/16 - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, των άρθρων 7 και 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και των άρθρων 5 και 11 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών σε θέματα άσυλου και μεταναστεύσεως του Βελγίου (Raad voor Vreemdelingenbetwistingen) στο πλαίσιο επτά ενδίκων διαφορών μεταξύ των K.A., Μ.Ζ., M.J., N.N.N., O.I.O., R.I. και B.A. και της αρμόδιας αρχής  με αντικείμενο αποφάσεις της δεύτερης να μην εξετάσει τις αντίστοιχες αιτήσεις τους περί χορηγήσεως άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης και ανάλογα με την περίπτωση, να τους διατάξει να εγκαταλείψουν την επικράτεια ή να συμμορφωθούν με διαταγή να εγκαταλείψουν την επικράτεια.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν τα άρθρα 5 και 11 της Οδηγίας 2008/115, καθώς και το άρθρο 20 ΣΛΕΕέχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε πρακτική Κράτους-μέλους κατά την οποία αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, υποβληθείσα στο έδαφός του από υπήκοο τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης (ο οποίος πολίτης της Ένωσης έχει την ιθαγένεια του Βελγίου και ο οποίος ουδέποτε άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας) δεν εξετάζεται για τον λόγο και μόνον ότι στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας έχει επιβληθεί απαγόρευση εισόδου στο έδαφος αυτό. Επιπροσθέτως, το ανωτέρω νομικό ζήτημα εξετάστηκε υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι δεν συνεκτιμήθηκε  αν υφίσταται μεταξύ του πολίτη της Ένωσης και του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας σχέση εξαρτήσεως τέτοιας φύσεως ώστε, σε περίπτωση αρνήσεως χορηγήσεως δευτερογενούς δικαιώματος διαμονής στον τελευταίο στον υπήκοο τρίτης χώρας, ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης θα υποχρεωθεί, στην πράξη, να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης και θα στερηθεί με τον τρόπο αυτό της δυνατότητας να ασκεί αποτελεσματικά τα δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2008/115 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε πρακτική Κράτους-μέλους κατά την οποία αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης δεν εξετάζεται για τον λόγο και μόνον ότι στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας έχει επιβληθεί απαγόρευση εισόδου στο έδαφος αυτό.
Ωστόσο, το ΔΕΕ έκρινε ερμηνεύοντας το άρθρο 20 ΣΛΕΕ ότι η ανωτέρω πρακτική του Βελγίου αντιτίθεται στο ανωτέρω άρθρο. Ειδικότερα, το ΔΕΕ έθεσε κριτήρια προκειμένου να προσδιοριστεί η σχέση εξαρτήσεως κρίνοντας ότι:
– όταν ο πολίτης της Ένωσης είναι ενήλικος, σχέση εξαρτήσεως δυνάμενη να δικαιολογήσει την αναγνώριση στον υπήκοο τρίτης χώρας δευτερογενούς δικαιώματος διαμονής υφίσταται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απομακρυνθεί από το μέλος της οικογένειάς του από το οποίο εξαρτάται.
–όταν ο πολίτης της Ένωσης είναι ανήλικος, η εκτίμηση περί της υπάρξεως σχέσεως εξαρτήσεως πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση του συφέροντος του τέκνου
– είναι άνευ σημασίας α) το γεγονός ότι η σχέση εξαρτήσεως που επικαλείται ο υπήκοος τρίτης χώρας προς στήριξη της αιτήσεώς του για χορήγηση άδειας διαμονής με σκοπό την οικογενειακή επανένωση γεννήθηκε μετά την έκδοση, εις βάρος του, αποφάσεως απαγορεύσεως εισόδου στην επικράτεια, β) ότι η εκδοθείσα σε βάρος του υπηκόου τρίτης χώρας απόφαση απαγορεύσεως εισόδου στην επικράτεια έχει καταστεί απρόσβλητη κατά το χρονικό σημείο που αυτός υποβάλλει την αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Μαΐου 2018, υπόθεση C-574/15, Ποινική δίκη κατά Procura della Repubblica di Varese - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 3, ΣΕΕ, του άρθρου 325, παρ. 1 και 2, ΣΛΕΕ, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και της Συμβάσεως η οποία καταρτίσθηκε βάσει του άρθρου K.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουλίου 1995. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Varese της Ιταλίας (TribunalediVarese) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά του Mauro Scialdone λόγω του ότι παρέλειψε, υπό την ιδιότητά του ως μοναδικός διαχειριστής της Siderlaghi Srl, να καταβάλει, εντός της νόμιμης προθεσμίας, τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που προκύπτει από την ετήσια δήλωση της εταιρίας αυτής για το φορολογικό έτος 2012. Σύμφωνα με την Ιταλική νομοθεσίας  «Τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών έως δύο ετών όποιος δεν καταβάλλει, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της ετήσιας δηλώσεως φορολογικού υποκαταστάτου, τα παρακρατηθέντα ποσά που προκύπτουν από τη δήλωση αυτή ή από τη βεβαίωση που χορηγήθηκε στους υποκειμένους στον φόρο τους οποίους αυτός υποκαθιστά, τα οποία υπερβαίνουν τις εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ για κάθε φορολογική περίοδο.» και«Τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών έως δύο ετών όποιος δεν καταβάλλει, εντός της προθεσμίας προκαταβολής η οποία αφορά την επόμενη φορολογική περίοδο, τον αναλογούντα βάσει της ετησίας δηλώσεως [ΦΠΑ], ποσού άνω των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ για κάθε φορολογική περίοδο».
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ, το άρθρο 325 ΣΛΕΕ και  η Οδηγία περί ΦΠΑ αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία, α) προβλέπει ότι η παράλειψη καταβολής, εντός της νόμιμης προθεσμίας, του ΦΠΑ για ένα φορολογικό έτος συνιστά ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή μόνον όταν το ποσό του μη καταβληθέντος ΦΠΑ υπερβαίνει το όριο αξιοποίνου των 250 000 ευρώ και β) προβλέπει όριο αξιοποίνου 150 000 ευρώ για το αδίκημα της παραλείψεως καταβολής των παρακρατηθέντων στην πηγή ποσών του φόρου εισοδήματος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι επίμαχες διατάξεις και ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου δεν αντιτίθενται στις ανωτέρω εθνικές ρυθμίσεις ποινικού και φορολογικού χαρακτήρα.