Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2022

 CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1/2022
Προστασία οικιακών πελάτων και μηχανισμός – ρήτρα αναπροσαρμογής

Παναγιώτη Αργαλιά, Δικηγόρου, ΔΝ, Ειδικού Συνεργάτη Νομικής Σχολής ΔΠΘ

(H μελέτη δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline στις 5/92022)


Η παρούσα ενεργειακή κρίση απασχολεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη σε διάφορα επίπεδα. Ο προσδιορισμός των αιτιών της κρίσης, οι προβλέψεις σχετικά με τη διάρκεια της κρίσης, η υλοποίηση πολιτικών συμβατών με το Δίκαιο της ΕΕ απασχόλησαν και συνεχίζουν να προβληματίζουν τους ιθύνοντες των ευρωπαϊκών και εθνικών θεσμών.

Η ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης δεν δείχνει να είναι επαρκής ενώ τα κράτη μέλη λαμβάνουν τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες προστασίας των οικιακών πελατών. Ωστόσο, η ίδια η Επιτροπή της ΕΕ αναγνωρίζει ότι οι τιμές δεν θα επανέλθουν στα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση.

Στο ανωτέρω πλαίσιο, η προστασία των οικιακών πελάτων στην ανταγωνιστική αγορά ενέργειας αποτελεί επίκαιρο νομικό ζήτημα.  Ειδικότερα, η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στην προστασία του οικιακού πελάτη ενέργειας σε σχέση με την αύξηση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω του μηχανισμού αναπροσαρμογής, σε συνδυασμό και με το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης των όρων της σύμβασης προμήθειας από την πλευρά του προμηθευτή.

Στόχευση της μελέτης είναι η αποσαφήνιση της προστασίας των καταναλωτών - οικιακών πελάτων ενέργειας στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ και του εθνικού δικαίου σε μια περίοδο που τίθενται πολλά ζητήματα προκαλώντας σύγχυση στους ίδιους τους οικιακούς πελάτες και τους νομικούς τους παραστάτες.

Δες τη μελέτη εδώ


 CES-Duth Working Paper 2/2022

 Η καθιέρωση καθεστώτος αιρεσιμότητας Κράτους Δικαίου για την προστασία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Ο Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 

Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Καθηγητή Νομικής Σχολής ΔΠΘ


(Η μελέτη είναι υπό δημοσίευση στην ΕΕΕυρΔ,  στο τεύχος 2/2022)


Η Ευρωπαϊκή Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ βασίζεται «στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες». Μεταξύ των παραπάνω «συνταγματικών θεμελίων», που συγκροτούν την φιλελεύθερη αξιακή ταυτότητα της Ένωσης, κεντρική θέση κατέχει η αρχή του Κράτους Δικαίου, που λειτουργεί ως «αρχή ομπρέλα» περικλείοντας τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία και επί μέρους αρχές ενώ αποκτά καθολικό χαρακτήρα, αφού υποχρεώνει σε σεβασμό της τόσο τα Θεσμικά Όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και τα Κράτη-μέλη. 

Από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας παρουσιάστηκαν σε Κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως  στην Ουγγαρία (2011), στην Ρουμανία (2012) και στην Πολωνία (2015) σοβαρές αποκλίσεις από τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα αυτής του Κράτους Δικαίου. Έτσι, γίνεται λόγος για «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» (rule of law backsliding) με σκοπό να περιγράψει το γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, της συστηματικής αποδυνάμωσης των συνταγματικών μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης (checks and balances) από μια νέα γενιά εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών. Εξάλλου, ο όρος αποτυπώνει, ιδιαίτερα για το χώρο της ΕΕ, μια κατάσταση διολίσθησης χωρών από το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο ίσχυε σε αυτές και αποτέλεσε προϋπόθεση για την προσχώρησή τους στην Ένωση σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης (illiberalism). Οι L. Pech και K. L. Scheppele ορίζουν την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου ως «τη διαδικασία μέσω της οποίας εκλεγμένες δημόσιες αρχές εφαρμόζουν εσκεμμένα κυβερνητικά σχέδια, που αποσκοπούν στη συστηματική αποδυνάμωση, εκμηδένιση ή έλεγχο των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας, με στόχο την απογύμνωση του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους και την εδραίωση της μακροχρόνιας κυριαρχίας του επικρατούντος κόμματος». Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κυβερνητικών σχεδίων για την αποδυνάμωση του Κράτους Δικαίου, που εκδηλώθηκαν σε Κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία δεκαετία, είναι οι παρεμβάσεις στη δικαστική εξουσία, με σκοπό την επιβολή περιορισμών στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης,  στην αμεροληψία του δικαστικού σώματος, στο σύστημα του δικαστικού ελέγχου, ιδιαίτερα των συνταγματικών δικαστηρίων, όπου αυτά υφίστανται. 

Η οπισθοδρόμηση αυτή του Κράτους Δικαίου εγκυμονεί σοβαρούς πολιτικούς και νομικούς κινδύνους για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της ενωσιακής έννομης τάξης ειδικότερα. Οι πολιτικοί κίνδυνοι συνδέονται με την αποδυνάμωση της νομιμοποίησης του συστήματος λήψης αποφάσεων της Ένωσης από τη συμμετοχή σε αυτό κυβερνήσεων που δεν σέβονται τις φιλελεύθερες αξίες της. Εξάλλου, ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου ιδιαίτερα από τα Κράτη-μέλη είναι κομβικής σημασίας, αφού «παράγει» την αναγκαία αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών, στην οποία εδράζεται το νομικό ενωσιακό οικοδόμημα μετά και την εγκαθίδρυση ενός Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, που θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών. Τέλος, επειδή η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου συνδυάζεται κατά κανόνα με εκτεταμένη διαφθορά, που αφορά και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων των οποίων επωφελούνται τα Κράτη-μέλη, αυτή απειλεί και τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. 

Παρά την αυξανόμενη σημασία της αρχής του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης τα διαθέσιμα μέσα ελέγχου του σεβασμού της αρχής, ιδιαίτερα οι μηχανισμοί του άρθρου 7 ΣΕΕ, παρουσιάστηκαν αρκετά ανεπαρκή για να αντιμετωπίσουν «συστημικές απειλές» του Κράτους Δικαίου σ’ ένα Κράτος-μέλος. Κοινή διαπίστωση υπήρξε ότι κατ’ ουσία η Ένωση εμφανίστηκε εξαιρετικά αδύναμη να προστατεύσει τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όταν αυτές παραβιάζονται συστηματικά από Κράτη-μέλη της. Η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε το έδαφος για μια εκτεταμένη συζήτηση σχετικά με τους τρόπους ενίσχυσης των μηχανισμών διασφάλισης του Κράτους Δικαίου, με την αναζήτηση λύσεων ιδιαίτερα στο πλαίσιο των Συνθηκών, αφού η τροποποίησή τους φάνταζε αδύνατη. Μια από αυτές τις λύσεις, που δημιούργησε υψηλές προσδοκίες, αποτέλεσε η υιοθέτηση ενός καθεστώτος «αιρεσιμότητας κράτους δικαίου» με τον Κανονισμό (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) 2020/2092 της 16ης Δεκεμβρίου 2020 με αντικείμενο την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση παραβιάσεων των αρχών του Κράτους Δικαίου στα Κράτη-μέλη. 

Η μελέτη προσεγγίζει το νέο μηχανισμό και να αξιολογήσουμε τις ρυθμίσεις του Κανονισμού 2020/2092 υπό το φως των σχετικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2020. Έτσι, μετά τις Εισαγωγικές Σκέψεις (1), παρακολουθεί την μακρόσυρτη κυοφορία του μηχανισμού αιρεσιμότητας (conditionality) Κράτους Δικαίου (2), αναλύει τη λειτουργία του μηχανισμού (πεδίο εφαρμογής, προβλεπόμενα μέτρα και διαδικασία επιβολής και άρσης), συγκρίνοντας αυτές με τις αντίστοιχες της πρότασης της Επιτροπής (3), καταγράφει τα νομικά και πολιτικά προβλήματα που δημιούργησε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2020 ιδιαίτερα σε ότι αφορά την αποτελεσματικότητα του νέου μηχανισμού (4), παρουσιάζει και σχολιάζει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των προσφυγών ακυρώσεως του Κανονισμού 2020/2092 και τη «νομική του διάσωση» (5), ενώ συνοπτικά παρουσιάζει τις «κατευθυντήριες γραμμές» εφαρμογής, που υιοθέτησε η Επιτροπή (6) και ακολουθούν οι Συμπερασματικές Παρατηρήσεις (5).

Δες τη μελέτη εδώ


Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com                                



  CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5/2022

Η «νομική διάσωση» του μηχανισμού αιρεσιμότητας Κράτους Δικαίου (Κανονισμός 2020/2092) από το ΔΕΕ: οι αποφάσεις C-156/21 και C-157/21 της 16.2.2022

Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Καθηγητή, Νομική Σχολή ΔΠΘ


(Το σχόλιο δημοσιεύτηκε στις 25/5/2022 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline)


Στις 16 Φεβρουαρίου 2022 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ ή Δικαστήριο) εξέδωσε τις αποφάσεις, με τις οποίες απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, με τις οποίες αυτές προσβάλλαν τη νομιμότητα του Κανονισμού 2020/2092 περί «γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης». Ο εν λόγω Κανονισμός, που υιοθετήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2020 μετά από μια μακρά περίοδο κυοφορίας και ήταν αποτέλεσμα πολλαπλών συμβιβασμών μεταξύ των Θεσμικών Οργάνων αλλά και μεταξύ των Κρατών-μελών της Ένωσης, καθιερώνει ένα μηχανισμό αιρεσιμότητας (conditionality) Κράτους Δικαίου σε ότι αφορά τα χρηματοδοτικά μέσα (προϋπολογισμός) της Ένωσης. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού, αυτός «ορίζει τους κανόνες που είναι απαραίτητοι για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στα κράτη μέλη».   

Όπως είχε προαναγγελθεί με την «ερμηνευτική δήλωση» του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2020, η Ουγγαρία και η Πολωνία στις 11 Μαρτίου 2021 προσέφυγαν στο ΔΕΕ κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και με τις προσφυγές τους ζήτησαν, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση του Κανονισμού 2020/2092. Με αίτηση του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ζήτησε να υποβληθεί η εκδίκαση των υποθέσεων στην ταχεία διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 133 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με απόφασή του στις 9 Ιουνίου 2021 ο Πρόεδρος του ΔΕΕ έκανε δεκτό το αίτημα κρίνοντας ότι οι υποθέσεις είχαν «θεμελιώδη σημασία για την έννομη τάξη της Ένωσης, ιδίως στο βαθμό που σχετίζεται με τις αρμοδιότητές της να υπερασπίζεται τον προϋπολογισμό της και τα οικονομικά της συμφέροντα έναντι προσβολών, που ενδέχεται να προέρχονται από παραβιάσεις των αξιών που περιέχονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ». Εξάλλου, στις 7 Σεπτεμβρίου 2021, θεωρώντας ότι οι υποθέσεις  είναι εξαιρετικής σημασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε, αφού άκουσε τον Γενικό Εισαγγελέα (ΓΕ), να παραπέμψει την υπόθεση στη Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 16, τελευταίο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Στις δίκες παρενέβησαν υπέρ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Γαλλία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Φινλανδία, η Σουηδία και η Επιτροπή, ενώ η Πολωνία παρενέβη υπέρ της Ουγγαρίας και το αντίστροφο.  Απορία προκαλεί η μη παρέμβαση  της Ελλάδας προς στήριξη της νομιμότητας του μηχανισμού αιρεσιμότητας. Ωστόσο, η διερεύνηση της επιλογής αυτής της Ελληνικής Κυβέρνησης ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτής της μελέτης. Στις 2 Δεκεμβρίου 2021 ο ΓΕ  Manuel Campos Sáncez-Bordona πρότεινε στο Δικαστήριο την απόρριψη των προσφυγών. 

Προς στήριξη των προσφυγών τους η Ουγγαρία και η Πολωνία προέβαλαν 9 και 10 λόγους ακύρωσης αντίστοιχα. Για λόγους οικονομίας στο σχόλιο μας θα αναφερθούμε μόνο στους κύριους λόγους (ζητήματα), που τέθηκαν προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου από τα προσφεύγοντα Κράτη-μέλη. Αυτά είναι: (α) η επιλογή του άρθρου 322 ΣΛΕΕ ως νομικής βάσης του Κανονισμού 2020/2092, (β) η καταστρατήγηση των άρθρων 7 ΣΕΕ και 269 ΣΛΕΕ, (γ) η παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 2 ΣΕΕ και των αρχών της ισότητας των Κρατών-μελών και του σεβασμού της συνταγματικής τους ταυτότητας (ο λόγος αυτός προβλήθηκε από την Πολωνία) και (δ) η παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου.  Προδικαστικά το Δικαστήριο κλήθηκε να τοποθετηθεί σε ένα σημαντικό ζήτημα που σχετίζεται με τα διαφάνεια της νομοθετικής διαδικασίας. 


Δες τo σχόλιο εδώ        

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com                                



 CES-Duth Working Paper 3/2022

 Η αιρεσιμότητα (conditionality) στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 
Τεχνικό εργαλείο συμμόρφωσης ή «συνταγματική» αρχή με ευρύτερες επιπτώσεις;

Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Καθηγητή Νομικής Σχολής ΔΠΘ

(Η μελέτη αποτελεί τη συμβολή μας στον υπό έκδοση Τιμητικό Τόμο 
Κωνσταντίνου Καλαβρού)


Η μακρόσυρτη διαδικασία υιοθέτησης του Κανονισμού 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έφερε, μεταξύ άλλων, στο προσκήνιο, όσο ποτέ άλλοτε, το ζήτημα της αιρεσιμότητας (conditionality), ως εργαλείο διακυβέρνησης σε ένα πολυεπίπεδο σύστημα, όπως αυτό της Ένωσης. Ο Κανονισμός θεσπίζει μηχανισμό αιρεσιμότητας κράτους δικαίου, όταν οι παραβιάσεις του εκ μέρους των Κρατών-μελών θίγουν κατά τρόπο επαρκώς άμεσο τον προϋπολογισμό και τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, Θυμίζουμε ότι η αιρεσιμότητα έγινε ευρύτερα γνωστή στο ελληνικό κοινό με τη μορφή των «αυστηρών όρων πολιτικής», που αποτυπώθηκαν στα Μνημόνια που κλήθηκε να εφαρμόσει η χώρα μας κατά τη διάρκεια της χρηματοδοτικής κρίσης της περιόδου 2010 – 2018. Τι είναι, όμως, η περιβόητη αιρεσιμότητα; 

O όρος αιρεσιμότητα (conditionality) «αναφέρεται στην υιοθέτηση μιας καθορισμένης συμπεριφοράς από τις κυβερνήσεις ή τους ιδιωτικούς φορείς, επειδή η εν λόγω συμπεριφορά αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ένα υποσχόμενο όφελος από την ΕΕ». Με άλλα λόγια είναι η σύνδεση μιας παροχής με την εκπλήρωση ορισμένων όρων ή μιας δεδομένης συμπεριφοράς.

Σήμερα η  αιρεσιμότητας στην έννομη τάξη της Ένωσης «γίνεται συστημική», αποτελεί πλέον «μια καθιερωμένη πρακτική» και ένα «καθοριστικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», με τάση εφαρμογής της και σε άλλους τομείς, όπως η μετανάστευση, το άσυλο και την κλιματική αλλαγή. Ενώ, όμως, «η αιρεσιμότητα ήρθε για να μείνει» με σοβαρές επιπτώσεις στην ενοποιητική διαδικασία η ΕΕ στερείται ακόμη ενός «δόγματος αιρεσιμότητας» αντίστοιχου με αυτό των ΗΠΑ ή για να είμαστε πιο σαφείς φαίνεται ότι βρισκόμαστε στις απαρχές της δημιουργίας ενός τέτοιου δόγματος.  

Όπως συνάγεται και από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές ακυρώσεως του Κανονισμού 2020/2092, που άσκησαν η Ουγγαρία και η Πολωνία, η αιρεσιμότητα και η σύμφυτη λογική του «οφέλους σε αντάλλαγμα μιας καλής συμπεριφοράς» μπορεί, ιδιαίτερα η «εσωτερική αιρεσιμότητα» (στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των Κρατών-μελών της), να έχει αντίκτυπο σε βασικές «συνταγματικές» αρχές της ‘Ένωσης, όπως η αρχή της ισότητας των Κρατών-μελών, η αρχή της πίστης, της αλληλεγγύης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ενώ επιπτώσεις υπάρχουν και στην κατανομή αρμοδιοτήτων είτε πρόκειται για κάθετη είτε πρόκειται για οριζόντια. Τα ζητήματα αυτά επιχειρεί να προσεγγίσει η μελέτη, έχοντας ως σημείο εκκίνησης τη συζήτηση και την ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στην αιρεσιμότητα και των υποστηρικτών της. 

Δες τη μελέτη εδώ


Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ

mchrysom@gmail.com                                


Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 4/2022
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΕΕ: ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2021

Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Υπόθεση C-13/20, Top System SA κατά État belge – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 1, της Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο «1. Ελλείψει ειδικών συμβατικών διατάξεων, δεν απαιτείται η άδεια του δικαιούχου για τις πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 4 στοιχεία α) και β), όταν αυτές είναι αναγκαίες για την κατά προορισμό χρησιμοποίηση του προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή από το πρόσωπο που το απέκτησε νομίμως, συμπεριλαμβανομένης της διόρθωσης σφαλμάτων.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Βρυξελλών του Βελγίου (cour d’appel de Bruxelles) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Top System SA και του Βελγικού Δημοσίου που αφορούσε την αντίστροφη μεταγλώττιση από το Selor (γραφείο επιλογής προσωπικού της ομοσπονδιακής διοίκησης), προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο ανέπτυξε η Top System και το οποίο αποτελεί μέρος εφαρμογής για την οποία το ως άνω γραφείο επιλογής διαθέτει άδεια χρήσεως.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 5, παρ. 1, της Οδηγίας 91/250 έχει την έννοια ότι το πρόσωπο που απέκτησε νομίμως πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή δικαιούται να προβεί στην αντίστροφη μεταγλώττιση του συνόλου ή τμήματος του προγράμματος αυτού για να διορθώσει σφάλματα που επηρεάζουν τη λειτουργία του προγράμματος, ακόμη και όταν η διόρθωση συνίσταται στην απενεργοποίηση λειτουργίας, που επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία της εφαρμογής της οποίας αποτελεί το εν λόγω πρόγραμμα.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, παρ. 1, της Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι το πρόσωπο που απέκτησε νομίμως πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή δικαιούται να προβεί στην ανωτέρω διεργασία της αντίστροφης μεταγλώττισης σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2021, Υπόθεση C-866/19 SC κατά Zakład Ubezpieczeń Społecznych I Oddział w Warszawie - Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 52, παρ. 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας.  Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο «Ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής: α)….β) με τον υπολογισμό ενός θεωρητικού ποσού και, εν συνεχεία, ενός πραγματικού ποσού (αναλογική παροχή), ως εξής: i) το θεωρητικό ποσό της παροχής ισούται προς την παροχή την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφάλισης ή/και κατοικίας οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί δυνάμει των νομοθεσιών των άλλων κρατών μελών είχαν πραγματοποιηθεί δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας, κατά την ημερομηνία εκκαθάρισης της παροχής· εάν, δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί, το ποσό αυτό εκλαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό· ii) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της αναλογικής παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού κατ’ αναλογίαν της διάρκειας των περιόδων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας σε σχέση προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την επέλευση του κινδύνου δυνάμει των νομοθεσιών όλων των ενδιαφερομένων κρατών μελών.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας (ąd Najwyższy) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του SC και του υποκαταστήματος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Πολωνίας, σχετικά με τον καθορισμό του ποσού της αναλογικώς επιμερισμένης σύνταξης γήρατος που πρέπει να του καταβάλει το εν λόγω όργανο.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 52, παρ. 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού 883/2004 έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας του Κράτους-μέλους πρέπει να λαμβάνει υπόψη, για τις ανάγκες του καθορισμού του ορίου το οποίο δεν μπορούν να υπερβούν οι περίοδοι ασφάλισης χωρίς καταβολή εισφορών σε σχέση με τις περιόδους ασφάλισης με καταβολή εισφορών σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω Κράτους-μέλους, όλες τις περιόδους ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλων Κρατών-μελών, κατά τον υπολογισμό του θεωρητικού και του πραγματικού ποσού της παροχής.

Το ΔΕΕ έκρινε  ότι το άρθρο 52, παρ. 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού 883/2004 έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας του συγκεκριμένου κράτους μέλους οφείλει, κατά τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού της παροχής να λάβει υπόψη όλες τις περιόδους ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών, ενώ ο υπολογισμός του πραγματικού ποσού της παροχής γίνεται αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με τις περιόδους ασφάλισης που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2021, Υπόθεση C-683/19, Viesgo Iαnfraestructuras Energéticas SL κατά Administración General del Estado κ.λπ. - Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 2, της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Supremo) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Viesgo Infraestructuras Energéticas SL, πρώην E.ON España SLU, και, αφετέρου, του Ισπανικού Δημοσίου και ισπανικών εταιριών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, σχετικά με τη νομιμότητα του συστήματος χρηματοδοτήσεως υποχρεώσεως παροχής υπηρεσίας κοινής ωφέλειας συνιστάμενης σε έκπτωση επί της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας της οποίας επωφελούνται ορισμένοι ευάλωτοι καταναλωτές.

Οι προσφεύγουσες, εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην ισπανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κλήθηκαν να συμβάλουν στη χρηματοδότηση μέτρου κοινωνικού χαρακτήρα για την αρωγή υπέρ ευάλωτων καταναλωτών στην Ισπανία. Ο Ισπανός νομοθέτης χαρακτήρισε την εν λόγω υποχρέωση ως «υποχρέωση παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας», κατά την έννοια του άρθρου 3, παρ. 2, της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ. Μία από τις προσφεύγουσες προσέβαλε τη συμβατότητα της εν λόγω υποχρεώσεως χρηματοδοτήσεως με το δίκαιο της Ένωσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ισπανίας.

Το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο έκανε δεκτή την προσφυγή. Κατά το Ανώτατο Δικαστήριο, οι απαιτήσεις συμβατότητας που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2009/72 αποτελούν «σαφή πράξη» (acte clair) και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαία η υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Εντούτοις, αποφαινόμενο κατόπιν προσφυγής στο πλαίσιο της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων, το Tribunal Constitucional (Συνταγματικό Δικαστήριο) εξαφάνισε την ως άνω απόφαση. Το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο έκρινε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εσφαλμένα διαπιστώσει την ύπαρξη «σαφούς πράξεως» (acte clair), προσβάλλοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα συνταγματικά δικαιώματα του Ισπανικού Δημοσίου, καθόσον το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το εσωτερικό δίκαιο ασύμβατο με το δίκαιο της Ένωσης χωρίς να έχει προηγουμένως υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ζητώντας από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της συμβατότητας της υποχρεώσεως χρηματοδοτήσεως που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2009/72.

Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 2009/72 έχει την έννοια ότι αποκλείει την άνευ χρονικού περιορισμού και άνευ μέτρων αντισταθμίσεως θέσπιση του συστήματος χρηματοδοτήσεως υποχρεώσεως παροχής υπηρεσίας κοινής ωφέλειας, η οποία συνίσταται στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε μειωμένη τιμή σε ορισμένους ευάλωτους καταναλωτές.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η απαίτηση περί τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη σχετική με τη διάταξη αυτή νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση να επανεξετάζουν περιοδικώς και ανά σύντομα διαστήματα ένα τέτοιο σύστημα χρηματοδοτήσεως.

Επίσης, όσον αφορά την απουσία μέτρων αντισταθμίσεως, διαπιστώθηκε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 2009/72 δεν κάνει καμία αναφορά σε ενδεχόμενη υποχρέωση αντισταθμίσεως όταν τα κράτη μέλη επιβάλλουν στις επιχειρήσεις του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας δυνάμει της εν λόγω διατάξεως. 

4. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż., Υπόθεση C-487/19 - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 2 και 6, παρ. 1 και 3, και 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας (Sąd Najwyższy) στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο δικαστής W.Ż. σχετικά με πόρισμα βάσει του οποίου το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο της Πολωνίας, (KRS) αποφάσισε την περάτωση της διαδικασίας επί της προσφυγής του W.Ż. κατά αποφάσεως του προέδρου του περιφερειακού δικαστηρίου με την οποία διετάχθη η μετακίνηση του W.Ż. σε άλλο τμήμα του δικαστηρίου αυτού και κατά του οποίου ο W.Ż. άσκησε προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνοδευόμενη από αίτηση εξαιρέσεως όλων των δικαστών του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που καλούνταν να εξετάσουν την προσφυγή του.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχουν την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση εξαιρέσεως αφορώσα την εκδίκαση προσφυγής ενός δικαστή, η οποία βάλλει κατά της αποφάσεως με την οποία αυτός μετακινήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή του από το τμήμα του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετούσε σε άλλο, οφείλει να θεωρήσει ανυπόστατη τη διάταξη με την οποία ένα δικαστήριο, αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό και στο πλαίσιο μονομελούς δικαστικού σχηματισμού, απέρριψε την ανωτέρω προσφυγή για τον λόγο ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε ο διορισμός του δικαστή που αποφαίνεται ως μονομελής δικαστικός σχηματισμός, ο δικαστής αυτός δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο διορισμός αυτός πραγματοποιήθηκε κατά πρόδηλη παράβαση θεμελιωδών κανόνων οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των κανόνων που διέπουν τη συγκρότηση και τη λειτουργία του οικείου δικαιοδοτικού συστήματος και ότι το αδιάβλητο του αποτελέσματος στο οποίο κατέληξε η εν λόγω διαδικασία υπονομεύεται, δημιουργώντας εύλογες αμφιβολίες στους πολίτες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του οικείου δικαστή.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, Υπόθεση C-233/20, WD κατά job-medium GmbH - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο «η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του WD και, αφετέρου, της πρώην εργοδότριάς του, εταιρίας με την επωνυμία job-medium. Αντικείμενο της διαφοράς ήταν η αξίωση του WD περί καταβολής χρηματικής αποζημίωσης για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών κατά τη λύση της σχέσης εργασίας, η οποία στην περίπτωση αυτή είναι αποτέλεσμα της απόφασης του εργαζομένου να καταγγείλει πρόωρα τη σύμβαση εργασίας χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη προθεσμία προειδοποίησης.

Το νομικό ζήτημα αν το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, σε συνδυασμό με το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε διάταξη του εθνικού δικαίου κατά την οποία δεν καταβάλλεται χρηματική αποζημίωση για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών του τρέχοντος τελευταίου έτους εργασίας, στην περίπτωση πρόωρης και χωρίς σπουδαίο λόγο λύσης της σχέσης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου ή της εργαζομένης.

Το Δικαστήριο έκρινε, αρχικά, ότι το άρθρο 7 παρ. 2, της Οδηγίας 2003/88 δεν θέτει καμία προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος χρηματικής αποζημιώσεως, πέραν εκείνης κατά την οποία, αφενός, η σχέση εργασίας πρέπει να έχει λυθεί και, αφετέρου, ο εργαζόμενος ή η εργαζομένη δεν πρέπει να έχει λάβει όλη την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών την οποία εδικαιούτο, κατά τον χρόνο λύσεως της σχέσεως αυτής. 

Εν τέλει, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88, σε συνδυασμό με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Υπόθεση C-852/19, prokuratura κατά Ivan Gavanozov - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε  την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 4, και του άρθρου 14, παρ. 1 έως 4, της οδηγίας 2014/41/ΕΕ περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις καθώς και των άρθρων 7 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το ειδικό ποινικό δικαστήριο της Βουλγαρίας, (Spetsializiran nakazatelen sad) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά του Ivan Gavanozov, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι ηγούνταν εγκληματικής οργανώσεως και ότι διέπραξε φορολογικές παραβάσεις. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά ο Ivan Gavanozov διώκεται ποινικά στη Βουλγαρία για αδικήματα σχετικά με τον φόρο προστιθέμενης αξίας συνδεόμενα κατά τα φαινόμενα, με τη συμμετοχή εικονικών εταιριών, συμπεριλαμβανομένης μιας εταιρίας που εδρεύει στην Τσεχική Δημοκρατία και του εκπροσώπου της, ο οποίος, πλέον, αποτελεί μάρτυρα στην ποινική διαδικασία. Το εθνικό δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια έρευνας στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις της τσεχικής εταιρίας, τη διενέργεια έρευνας στην κατοικία του μάρτυρα, την κατάσχεση ορισμένων εγγράφων, εφόσον βρεθούν, και την εξέταση του μάρτυρα μέσω εικονοτηλεδιασκέψεως. Δεδομένου ότι η συλλογή αυτή αποδείξεων έπρεπε να γίνει στην Τσεχική Δημοκρατία, το αιτούν δικαστήριο έκρινε αναγκαία την έκδοση Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 4, και το άρθρο 14, παρ. 1 έως 4, της Οδηγίας 2014/41 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση Κράτους-μέλους εκδόσεως ευρωπαϊκής εντολής έρευνας που δεν προβλέπει κανένα μέσο ένδικης προστασίας κατά της εκδόσεως Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας με αντικείμενο τη διενέργεια έρευνας και κατασχέσεως καθώς και τη διοργάνωση εξέταση εξετάσεως μάρτυρα με εικονοτηλεδιάσκεψη.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2021, Ποινικές διαδικασίες κατά WB κ.λπ., Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-748/19 έως C-754/19 – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν, κυρίως, την ερμηνεία αφενός, του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, εξεταζόμενου υπό το πρίσμα του άρθρου 2 ΣΕΕ, και αφετέρου, του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, της Οδηγίας 2016/343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν από περιφερειακό δικαστήριο της Βαρσοβίας στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών κατά των WB (C‑748/19), XA και YZ (C‑749/19), DT (C‑750/19), ZY (C‑751/19), AX (C‑752/19), BV (C‑753/19) και CU (C‑754/19).

Tο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης εθνικές διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος συγχρόνως έχει και την ιδιότητα του γενικού εισαγγελέα, μπορεί, βάσει κριτηρίων που δεν δημοσιοποιούνται, να αποσπά δικαστές σε ανώτερα δικαστήρια επ’ αορίστω και να ανακαλεί ανά πάσα στιγμή την εν λόγω απόσπαση κατά διακριτική ευχέρεια.

Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω εθνικές ρυθμίσεις  θέτουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία των δικαστών και της δικαιοσύνης, συνεπώς αντιτίθενται στο επίμαχο ενωσιακό δίκαιο.

8. Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Υπόθεση C-497/20, Randstad Italia SpA κατά Umana SpA κ.λπ.

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 3, και του άρθρου 19, παρ. 1, ΣΕΕ, καθώς και του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης), όπως επίσης και του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 2, παράγραφος 1, της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιταλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Randstad Italia SpA και της τοπικής υπηρεσίας υγειονομικής περίθαλψης της περιφέρειας της Κοιλάδας της Αόστης της Ιταλίας και Synergie Italia agenzia per il Lavoro SpA  με αντικείμενο, αφενός, τον αποκλεισμό της Randstad από διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης και, αφετέρου, το νομότυπο της εν λόγω διαδικασίας.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίμαχο δίκαιο της ΕΕ αντιτίθεται σε διάταξη του εσωτερικού δικαίου Κράτους-μέλους η οποία, κατά την εθνική νομολογία, έχει ως αποτέλεσμα οι διοικούμενοι, όπως οι προσφέροντες που συμμετείχαν σε διαδικασία ανάθεσης δημόσιας συμβάσεως, να μην μπορούν να αμφισβητήσουν, στο πλαίσιο ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου του εν λόγω Κράτους-μέλους, τη συμβατότητα αποφάσεως του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου του ίδιου Κράτους-μέλους με το δίκαιο της Ένωσης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική διάταξη 

9. Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2021, Υπόθεση C-490/20, V.М.А. κατά Stolichna obshtina, rayon «Pancharevo»

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 2, ΣΕΕ, των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 7, 9, 24 και 45 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Σόφιας της Βουλγαρίας (Administrativen sad Sofia-grad) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της V.M.A. και του Δήμου Σόφιας, δημοτικό διαμέρισμα Pancharevo (Βουλγαρία), σχετικά με την άρνηση του προαναφερθέντος δήμου να εκδώσει πιστοποιητικό γεννήσεως της θυγατέρας της V.M.A. και της συζύγου της.

Η V.M.A. ήταν πολίτης της Βουλγαρίας και η K.D.K. πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου. Η K.D.K. γεννήθηκε στο Γιβραλτάρ, όπου οι δύο γυναίκες παντρεύτηκαν το 2018. Από το 2015, διαμένουν στην Ισπανία.

Τον Δεκέμβριο του 2019 η V.M.A. και η K.D.K. απέκτησαν θυγατέρα, την S.D.K.A., η οποία γεννήθηκε και διαμένει μαζί με τους δύο γονείς της στην Ισπανία. Το πιστοποιητικό γεννήσεως της εν λόγω θυγατέρας, το οποίο εκδόθηκε από τις ισπανικές αρχές, αναγράφει τη V.M.A. ως «μητέρα Α» και την K.D.K. ως «μητέρα» του τέκνου.

Η V.М.А. ζήτησε από τον Δήμο Σόφιας να της χορηγήσει πιστοποιητικό γεννήσεως της S.D.K.A., το οποίο ήταν, μεταξύ άλλων, αναγκαίο για την έκδοση βουλγαρικού εγγράφου ταυτότητας. Ο Δήμος Σόφιας ζήτησε από τη V.М.А. να προσκομίσει, εντός επτά ημερών, στοιχεία που να αποδεικνύουν ποια είναι η βιολογική μητέρα της S.D.K.A. Η V.М.А. απάντησε στον Δήμο Σόφιας ότι, βάσει της κείμενης βουλγαρικής νομοθεσίας, δεν υποχρεούτο να προσκομίσει τις ζητηθείσες πληροφορίες και στη συνέχεια ο Δήμος απέρριψε την αίτηση.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώνει ένα Κράτος-μέλος να εκδώσει πιστοποιητικό γεννήσεως με σκοπό την απόκτηση εγγράφου ταυτότητας, κατά τα προβλεπόμενα στην εθνική νομοθεσία, για τέκνο το οποίο είναι πολίτης του οικείου Κράτους-μέλους και του οποίου η γέννηση σε άλλο Κράτος-μέλος πιστοποιείται από πιστοποιητικό γεννήσεως εκδοθέν από τις αρχές αυτού του άλλου Κράτους-μέλους σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, όπου αναγράφονται ως μητέρες του τέκνου μια πολίτης του πρώτου εξ αυτών των Κρατών-μελών και η σύζυγός της, χωρίς να διασαφηνίζει ποια από τις δύο γυναίκες είναι η βιολογική μητέρα του τέκνου. 

Το ΔΕΕ έκρινε το κράτος μέλος του οποίου το εν λόγω τέκνο είναι πολίτης υποχρεούται, αφενός, να του χορηγήσει ταυτότητα ή διαβατήριο χωρίς να απαιτείται η έκδοση πιστοποιητικού γεννήσεως από τις δικές του αρμόδιες αρχές και, αφετέρου, να αναγνωρίσει, όπως και κάθε άλλο κράτος μέλος, το έγγραφο το οποίο προέρχεται από το κράτος μέλος υποδοχής και το οποίο καθιστά δυνατό για το εν λόγω τέκνο να ασκήσει με καθένα εκ των προαναφερθέντων προσώπων το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών.