Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 2/2017
Τα ενεργειακά ζητήματα της τρίτης αξιολόγησης
Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ, Ειδικός Συνεργάτης Νομικής Σχολής ΔΠΘ

Η εξέλιξη της αγοράς ενέργειας αποτελεί στην παρούσα φάση γεγονός φυσιολογικό και αναμενόμενο. Οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν από την Ελληνική Κυβέρνηση είναι δεδομένοι με βάση το ενωσιακό δίκαιο ενώ ο τρόπος και η μεθοδολογία αποτελούν αντικείμενο των διαπραγματεύσεων της τρίτης αξιολόγησης.  
Η μεταρρύθμιση της ελληνικής αγοράς ενέργειας πρέπει να είναι συμβατή με τους στόχους της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής,  όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 194 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ). Ειδικότερα, η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική επιδιώκει τη διασφάλιση της ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς ενέργειας και του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης, την προώθηση  της ενεργειακής αποδοτικότητας, την ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων. Στο ανωτέρω πλαίσιο των στόχων της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής και των μνημονιακών υποχρεώσεων της Ελληνικής Κυβέρνησης, όπως αυτές απορρέουν από το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.08.2015) "Συνταξιοδοτικές διατάξεις - Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης" (Τρίτο Μνημόνιο), εντοπίζουμε τα βασικά ενεργειακά ζητήματα της τρίτης αξιολόγησης:
Στο ειδικό κεφάλαιο (υποπαράγραφος Β2) του ανωτέρω νόμου, που φέρει τον τίτλο "ρυθμίσεις για την ηλεκτρική ενέργεια", θεσμοθετήθηκε το αποτέλεσμα στο οποίο πρέπει να οδηγηθεί η αγορά ενέργειας προκειμένου να θεωρείται απελευθερωμένη, ανταγωνιστική και συμβατή με το Δίκαιο της ΕΕ. Ειδικότερα, από 1.1.2020, καμία επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείται σε αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα και δίκτυο της χώρας, δεν επιτρέπεται να παράγει ή εισάγει σ’ αυτό, άμεσα ή έμμεσα, ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου της ηλεκτρικής ενέργειας από εγχώριες μονάδες παραγωγής και εισαγωγές, σε ετήσια βάση. Εγγυητής της ανωτέρω  κατάστασης είναι η Επιτροπή Ανταγωνισμού (EA) με δυο κυρίους τρόπους: 
Πρώτον, στην EA παρέχεται η αρμοδιότητα εκτίμησης της δυνατότητας εκπλήρωσης του ανωτέρω στόχου, καθώς επίσης και η λήψη κατάλληλων μέτρων στην περίπτωση διαπίστωσης αποκλίσεων από την επίτευξη του στόχου. 
Δεύτερον, η ΕA δύναται να επιβάλει κυρώσεις (προστίμων) με αιτιολογημένη απόφασή της στην περίπτωση που επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείται σε αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα και δίκτυο της χώρας, δεν συμμορφώνεται με μέτρο ή μέτρα που της έχουν επιβληθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. 
Υποχρέωση απορρέουσα από το Μνημόνιο αποτελεί και ο σχεδιασμός του συστήματος δημοπρασιών ΝΟΜΕ (Nouvelle Organisationdu Marché de l’Electricité). Πρόκειται για ένα σύστημα υποχρεωτικής πώλησης φθηνής ενέργειας από τη χονδρεμπορική στη λιανική αγορά με στόχευση τη μείωση των μεριδίων της ΔΕΗ στη χονδρεμπορική και λιανική αγορά ενέργειας (Βλ. αναλυτικά Ε. Κουνενού, Τρίτο μνημόνιο και ενέργεια: τροποποιήσεις νέες ρυθμίσεις και επικείμενες μεταρρυθμίσεις, Ενέργεια και Δίκαιο 2015, Τεύχος 23ο, σελ. 74, ειδικά 77).  
Επιπλέον, τέθηκε το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) μέσω της επίτευξης πλήρους ιδιοκτησιακού διαχωρισμού από τη ΔΕΗ.

Επιδιώκοντας να παρουσιάσουμε αλλά και να ακολουθήσουμε τις εξελίξεις επικεντρωνόμαστε σε τρία σημαντικά ενεργειακά ζητήματα:
Σύμφωνα με το άρθρο 142 του νόμου 4389/2016 διασφαλίζεται ο πλήρης διαχωρισμός του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας από τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ). Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΑΔΜΗΕ παραμένει υπό τον έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου. Ο έλεγχος επί της ΑΔΜΗΕ ΑΕ ασκείται από διαφορετικό φορέα του Δημοσίου σε σχέση με τη ΔΕΗ ΑΕ ή άλλη επιχείρηση που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου. Η άμεση ή έμμεση συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικών προσώπων στα οποία συμμετέχει κατά πλειοψηφία ή ελέγχει άμεσα ή έμμεσα το Ελληνικό Δημόσιο στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ΑΔΜΗΕ ΑΕ δεν δύναται να υπολείπεται του 51%. Στο ανωτέρω πλαίσιο είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στις 20 Ιουνίου 2017 μεταβλήθηκε η μετοχική σύνθεση του ΑΔΜΗΕ ως εξής: 51% ΑΔΜΗΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ, 25% ΔΕΣ ΑΔΜΗΕ Α.Ε., 24% State Grid Europe Limited. Έτσι, πλέον, ο ΑΔΜΗΕ ακολουθεί το μοντέλο του ιδιοκτησιακά διαχωρισμένου Διαχειριστή (Ownership Unbundling) και είναι εναρμονισμένος πλήρως με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ. 

Αναφορικά με τις τρέχουσες εξελίξεις της τρίτης αξιολόγησης έχουν τεθεί δύο σημαντικά ζητήματα που σχετίζονται με την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και ειδικότερα με την σημαντική μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στην αγορά ενέργειας:
α) Η πώληση των λιγνιτικών και ενδεχομένως των υδροηλεκτρικών μονάδων της ΔΕΗ αφενός και 
β) Η ομαλή ροή και εξέλιξη των δημοπρασιών ΝΟΜΕ αφετέρου. 
Το πρώτο ζήτημα αναφέρεται στην πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ. Στόχευση της πώλησης λιγντικών μονάδων είναι η μερική αποεπένδυση της ΔΕΗ από τους λιγνίτες αλλά και η μεταφορά της υπεραξίας που αποκτά η ΔΕΗ (γεγονός αμφιλεγόμενο) από την εκμετάλλευση του λιγνίτη σε τρίτους. Η Eλληνική Kυβέρνηση είναι έτοιμη να αποδεχθεί το λιγνιτικό πακέτο (π.χ. Λιγνιτικές μονάδες στο Αμύνταιο, στη Μεγαλόπολη κ.λπ.). Ωστόσο, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει θέσει ως "κόκκινη γραμμή" τη μη ένταξη και των υδροηλεκτρικών μονάδων στο ανωτέρω, προς πώληση, λιγνιτικό πακέτο. Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Κουαρτέτο γενικότερα επιθυμούν οι προς πώληση μονάδες να είναι ικανές να προσελκύσουν το επενδυτικό ενδιαφέρον. Ως εκ τούτου, η σύνθεση του "πακέτου" πώλησης μονάδων της ΔΕΗ δεν έχει προσδιοριστεί με οριστικό τρόπο λόγω της διαφωνίας σχετικά με την ένταξη ή μη των υδροηλεκτρικών μονάδων στο λιγνιτικό πακέτο πώλησης και της επενδυτικής επάρκειας των προς πώληση μονάδων
Στο δεύτερο ζήτημα είναι σημαντικό να τονιστεί ότι με το νόμο 4389/2016 (ΦΕΚ Α' 94/27-05-2016) "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις" (άρθρο 135) θεσπίστηκε μηχανισμός πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από τη ΔΕΗ, δυνάμει δημοπρασιών προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση, μέσω του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού (ΗΕΠ) και με ρυθμιστικά καθοριζόμενη τιμή εκκίνησης (Δημοπρασίες ΝΟΜΕ). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο μηχανισμός αποτέλεσε επιλογή της Ελληνικής Κυβέρνησης στην προσπάθειά της να αποφύγει την πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ. Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί 5 δημοπρασίες προθεσμιακών προϊόντων στις 25/10/2016, στις 31/01/2017, στις 26/04/2017, στις 19/07/2017 και στις 25/10/2017. Στις ανωτέρω δημοπρασίες, που διενεργούνται από το Λειτουργό Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΓΗΕ) έχουν δικαίωμα συμμετοχής, κυρίως, οι Προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι είναι κάτοχοι αδειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Συμμετεχόντων του Συστήματος Συναλλαγών Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού και στο Μητρώο Επιλέξιμων Προμηθευτών. Η τελευταία δημοπρασία είχε διάρκεια 13 ωρών. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι στόχευση των δημοπρασιών ΝΟΜΕ είναι η διάθεση ποσοτήτων ρεύματος από τη ΔΕΗ σε χαμηλές τιμές στους φορείς της αγοράς ενέργειας η τιμή έφτασε στα 45,2 ευρώ ανά MWh/h (τιμή εκκίνησης 32,05 ευρώ ανά MWh/h). Η ανωτέρω εξέλιξη καταδεικνύει την μη αποτελεσματική λειτουργία των δημοπρασιών ΝΟΜΕ καθόσον η τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε σε υψηλά επίπεδα. Δεδομένης της μη αποτελεσματικής εφαρμογής των ΝΟΜΕ, είναι πλέον πιθανό να ζητηθεί από τα Ευρωπαϊκά όργανα η πώληση λιγνιτικών αλλά και υδροηλεκτρικών μονάδων. 
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα δύο ζητήματα συμπλέκονται και συνδέονται. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και δεν υπάρχει, ακόμη, τελική συμφωνία. Ωστόσο, φαίνεται ότι η περίοδος χάριτος για την ελληνική αγορά ενέργειας τελειώνει και οδεύουμε με αργά αλλά σταθερά βήματα στην διαμόρφωση ενός ενεργειακού πλαισίου εντός του οποίου η ΔΕΗ θα είναι απλά ένας από τους φορείς της αγοράς ενέργειας καθόσον το μερίδιο της στην ανωτέρω αγορά βαίνει διαρκώς μειούμενο.





Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 4/2017
Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ
Βιργινία Τζώρτζη, Δ.Ν., Δικηγόρος, 
Ειδική Επιστήμονας, Δ.Π.Θ., Ερευνήτρια ΚΔΕΟΔ με την χρηματοδότηση του ΙΣΝ

Στην εποχή της οικονομικής κρίσης, που περνά η Ευρώπη, η διασυνοριακή  απάτη στον τομέα του Φ.Π.Α. και η ανεπαρκής προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης θίγει όλους τους ευρωπαίους πολίτες, προκαλώντας σημαντικές απώλειες τόσο στους εθνικούς προϋπολογισμούς όσο και στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Επί του παρόντος, μόνο οι εθνικές αρχές μπορούν να διερευνήσουν και να διώξουν την  απάτη σε βάρος της  Ένωσης. Οι αρμοδιότητές τους, όμως, σταματούν στα εθνικά τους σύνορα. Εξάλλου, οι υφιστάμενες αρχές της Ένωση, όπως η OLAF (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης), η Eurojust ( Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης) και η Europol (Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία) δεν έχουν τη δυνατότητα διεξαγωγής ποινικών ερευνών. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα καλύψει το θεσμικό αυτό κενό, έχοντας αποκλειστική δικαιοδοσία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το σχέδιο για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ανάγεται στο 2009 και τη σχετική πρόβλεψη του άρθρου 86 ΣΛΕΕ της Συνθήκης της Λισαβόνας, που ορίζει μεταξύ άλλων ότι «Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια για την καταζήτηση, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης … των δραστών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης … καθώς και των συνεργών τους. Ασκεί δε ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων των κρατών μελών την ποινική δίωξη των αδικημάτων αυτών». Ωστόσο, χρειάστηκαν τέσσερα  χρόνια για να προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ίδρυσή της. Η απροθυμία ορισμένων Κρατών-μελών οφείλεται, ως επί το πλείστον, στο φόβο της εγκατάλειψης ορισμένων εθνικών προνομίων και εξουσιών προς όφελος της Ένωσης. Έτσι, η μόνη λύση, στο βαθμό που δεν συμφωνούσαν όλα τα Κράτη-μέλη για τη σύστασή της ήταν ο μηχανισμός της ενισχυμένης συνεργασίας, η οποία επιτρέπει ένα αριθμό Κρατών-μελών (τουλάχιστον εννέα) που επιθυμούν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους σε ένα τομέα να το κάνουν εντός του νομικού και θεσμικού πλαισίου της Ένωσης χρησιμοποιώντας θεσμούς, μηχανισμούς, και δυνατότητές της. Πράγματι, τον περασμένο Ιούνιο αποφασίσθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα συσταθεί μέσω της ενισχυμένης συνεργασίας 20 Κρατών μελών (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Γαλλία,  Γερμανία, Ελλάδα, Εσθονία, Ισπανία, Ιταλία, Κροατία, Κύπρο, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχική Δημοκρατία και Φινλανδία). Οι 8 χώρες που δεν συμμετέχουν επί του παρόντος (Σουηδία, Ολλανδία,  Μάλτα,  Ουγγαρία,  Πολωνία, Ηνωμένο Βασίλειο,  Ιρλανδία και Δανία) έχουν τη δυνατότητα προσχώρησης στο εγχείρημα ανά πάσα στιγμή και μετά την έκδοση του Κανονισμού.

Στις αρχές Οκτωβρίου η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε επίσημα τη σύστασή της και αναμένεται, πλέον, η έκδοση του σχετικού Κανονισμού  από το Συμβούλιο. Η έναρξη λειτουργίας τοποθετείται  μεταξύ του 2020 και 2021. Όταν  τεθεί σε λειτουργία, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αποτελέσει ανεξάρτητη υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποκλειστική δικαιοδοσία σε επίπεδο Ένωσης και έδρα στο Λουξεμβούργο. Θα λειτουργεί ως ενιαία υπηρεσία σε όλα τα συμμετέχοντα Κράτη- μέλη, συνδυάζοντας ευρωπαϊκές και εθνικές προσπάθειες επιβολής του νόμου.  Θα ενεργεί προς το συμφέρον της Ένωσης και δεν θα ζητεί, ούτε θα λαμβάνει οδηγίες από τα ενωσιακά θεσμικά όργανα της ή τις εθνικές αρχές. Η ίδρυσή της αναμένεται να επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Θα διαθέτει αρμοδιότητες για τη διερεύνηση και τη δίωξη ποινικών υποθέσεων που αφορούν τον προϋπολογισμό της Ένωσης, όπως η απάτη, η διαφθορά ή η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ για ποσά μεγαλύτερα των 10 εκατομμυρίων ευρώ.  Η υπό ίδρυση υπηρεσία, όπως προαναφέρθηκε, θα έχει αρμοδιότητα προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ωστόσο, με ομόφωνη απόφασή του το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί στο μέλλον «να επεκτείνει τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγ¬γελίας στην καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση» (ρήτρα γεφύρωσης).

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αποτελεί μια αρχή με αποκεντρωμένη φύση. Θα δομηθεί σε δύο επίπεδα: σε κεντρικό και σε εθνικό. Το κεντρικό επίπεδο θα αποτελείται από τον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα. Το εθνικό επίπεδο θα αποτελούν Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, η έδρα των οποίων θα βρίσκεται στα συμμετέχοντα Κράτη-μέλη. Οι τελευταίοι θα διεξάγουν, ως επί το πλείστον, τις έρευνες του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα, αλλά θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν ως εθνικοί εισαγγελείς, θα έχουν, δηλαδή, διπλό ρόλο. Ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας θα  εποπτεύει τη διενέργεια ερευνών και θα παραπέμπει εγκληματίες απευθείας στα εθνικά δικαστήρια, ασκώντας τις σχετικές διώξεις.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα συμπληρώσει τα άλλα όργανα καταπολέμησης της απάτης.  Σήμερα, η  Eurojust δεν έχει αρμοδιότητα για τη διενέργεια ποινικών ερευνών ή για την άσκηση διώξεων σε υποθέσεις απάτης. Το 2013, η Επιτροπή πρότεινε τη μεταρρύθμισή της. Η νέα Eurojust που θα προκύψει από τη μεταρρύθμιση θα στηρίζει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην καταπολέμηση της απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Οι λεπτομέρειες της ρύθμισης αυτής θα καθοριστούν με συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Eurojust. Περαιτέρω, η OLAF θα παραμείνει αρμόδια για διοικητικές έρευνες παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων απάτης, που πλήττουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, καθώς και σοβαρά παραπτώματα του προσωπικού της Ένωσης. Τέλος, η OLAF θα συνεχίσει τις διοικητικές έρευνές της σε σχέση με τα μη συμμετέχοντα Κράτη μέλη στην ενισχυμένη συνεργασία, με τον ίδιο τρόπο όπως και σήμερα.

Βιργινία Τζώρτζη, Δ.Ν., Δικηγόρος

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1/2017
Απόκλιση από τους Κανόνες του Διεθνούς Δικαίου  Προστασίας του 
Περιβάλλοντος σε Ενεργειακές Δραστηριότητες

Χαρίκλεια Αρώνη, Δ.Ν., Ειδικός Επιστήμονας στη Νομική Σχολή ΔΠΘ

Επιτρέπεται απόκλιση από το δίκαιο προστασίας περιβάλλοντος όταν πρόκειται για ενεργειακές δραστηριότητες; Μπορούμε να επικαλεστούμε, σε περιπτώσεις παραβιάσεων των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Προστασίας του Περιβάλλοντος, τις περιστάσεις πού αίρουν τον άδικο χαρακτήρα μιας πράξης του κράτους, σύμφωνα με τα Άρθρα για τη Διεθνή Ευθύνη των Κρατών;
Το ερώτημα τίθεται κατ' αρχήν μέσα στο πλαίσιο της αντίστιξης ανάμεσα στον χαρακτήρα των υποχρεώσεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και τις περιστάσεις που αίρουν  τον άδικο χαρακτήρα μιας πράξης. Η κύρια υποχρέωση των κρατών σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος είναι η επίδειξη της «προσήκουσας επιμέλειας» έτσι ώστε οι δραστηριότητες που εµπίπτουν στη δικαιοδοσία τους να μην προκαλούν ζηµίες στο περιβάλλον άλλων κρατών και συνδέεται με μια σειρά άλλες υποχρεώσεις, όπως η υποχρέωση ανταλλαγής πληροφοριών και διεξαγωγής διαβουλεύσεων. Σε γενικές γραμμές, οι υποχρεώσεις αυτές έχουν ένα διαρκή χαρακτήρα. Αντίθετα, ο χαρακτήρας των περιστάσεων που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα μιας κρατικής ενέργειας είναι προσωρινός καθώς αίρουν το άδικο για εκείνο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υφίστανται και μόνο.
Περαιτέρω, το Διεθνές Δίκαιο της Προστασίας του Περιβάλλοντος, συμπεριλαμβάνει κανόνες που αφορούν προβλήματα διασυνοριακά και περιφερειακά, κανόνες που αφορούν οικουμενικά ζητήματα, ή ακόμα και ζητήματα που αφορούν το εσωτερικό του κράτους και μάλιστα για πολλαπλά αντικείμενα, π.χ. την προστασία του εδάφους, των υδάτων, της χλωρίδας και της πανίδας. Κάθε ενέργεια του κράτους η οποία έχει πιθανές περιβαλλοντικές συνέπειες, ρυθμίζεται από ποικίλες νομικές διατάξεις. Ωστόσο, από τις περιστάσεις πού αίρουν τον άδικο χαρακτήρα μιας πράξης του κράτους, η συναίνεση, η νόμιμη άμυνα και τα αντίμετρα εξουδετερώνουν τον άδικο χαρακτήρα της κρατικής ενέργειας, μόνο όσον αφορά τις σχέσεις του κράτους που ευθύνεται για την παραβίαση και του κράτους που την υφίσταται.  
Σε διαφορετικό πλαίσιο τίθεται η κατάσταση ανάγκης η οποία εκφράζει τη σύγκρουση ανάμεσα στην προστασία ενός θεμελιώδους συμφέροντος από σοβαρό και επικείμενο κίνδυνο και την εκπλήρωση μιας διεθνούς υποχρέωσης. Εάν η αναγκαιότητα τόσο της προστασίας του περιβάλλοντος όσο και της πρόσβασης σε ενέργεια μπορούν να θεωρηθούν θεμελιώδη συμφέροντα, τότε η κατάσταση ανάγκης εκφράζει τη σύγκρουση ανάμεσα τους. Τίθεται, επομένως το ερώτημα εάν είναι δυνατόν, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, να επιτρέπει την απόκλιση από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου προστασίας του περιβάλλοντος σε ενεργειακές δραστηριότητες.
Υπό διαφορετικό πρίσμα, η αρχή της πρόληψης είναι πιθανόν να δυσχεραίνει στην πράξη την επίκληση λόγων που αίρουν το άδικο. Σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης, δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι ένα σχεδιαζόμενο έργο θα επιφέρει σοβαρή ή αμετάκλητη βλάβη για να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα αλλά αρκεί και μόνο η έλλειψη πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας σχετικά. Η έλλειψη πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας η οποία ανακύπτει συχνά ως προς τις συνέπειες μεγάλων και μακρόπνοων έργων, όπως αυτά που συναντάμε στο σύγχρονο ενεργειακό τομέα σημαίνει ότι δεν θα είναι βέβαιο σε ποια κράτη θα εκτείνονται οι συνέπειες της σχεδιαζόμενης δράσης. Επομένως, η επίκληση, ιδίως της συναίνεσης και των αντιμέτρων δεν θα είναι πρακτικά δυνατή (Βλ την μελέτη εδώ )

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 7/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Υπόθεση C-125/16, Malta Dental Technologists Association και John Salomone Reynaud κατά Superintendent tas-Saħħa Pubblika και Kunsill tal-Professjonijiet Kumplimentari għall-Mediċina - Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων 49, 52 και 56 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 4  παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων από το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στους δικαιούχους τη δυνατότητα να αποκτήσουν, στο εν λόγω κράτος μέλος, πρόσβαση στο ίδιο επάγγελμα για το οποίο διαθέτουν τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής και να το ασκούν στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι υπήκοοί του». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1 της Οδηγίας  «Εάν σε ένα κράτος μέλος υποδοχής απαιτείται για την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος η κατοχή συγκεκριμένων επαγγελματικών προσόντων, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους παρέχει τη δυνατότητα ανάληψης του οικείου επαγγέλματος και της άσκησής του, υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για τους υπηκόους του, στους αιτούντες που είναι κάτοχοι της βεβαίωσης επάρκειας ή του τίτλου εκπαίδευσης που αναφέρεται στο άρθρο 11 και απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την ανάληψη ή την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στην επικράτειά του». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το πρώτο τμήμα του πολιτικού δικαστηρίου της Μάλτας (Prim’Awla tal-Qorti Ċivili) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Ένωσης Οδοντικών τεχνολόγων και του John Salomone Reynaud και, αφετέρου, του Επόπτη Δημόσιας Υγείας και του Συμβουλίου των συμπληρωματικών της ιατρικής επαγγελμάτων. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε το αίτημα να αναγνωριστούν στη Μάλτα τα επαγγελματικά προσόντα των κλινικών οδοντικών τεχνολόγων. Ειδικότερα η Ένωση Οδοντικών Τεχνολόγων και ο J. S. Reynaud ζήτησαν να περιλαμβάνονται οι κλινικοί οδοντικοί τεχνολόγοι στο μητρώο των οδοντικών τεχνολόγων για τη διαχείριση του οποίου είναι υπεύθυνο το Συμβούλιο των συμπληρωματικών της ιατρικής επαγγελμάτων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι αν οι διατάξεις της ΣΛΕΕ, που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και εκείνες της Οδηγίας 2005/36 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία προβλέπει ότι οι δραστηριότητες του οδοντικού τεχνολόγου πρέπει να ασκούνται σε συνεργασία με οδοντίατρο, στο μέτρο που η απαίτηση αυτή έχει εφαρμογή, έναντι των κλινικών οδοντικών τεχνολόγων που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος και που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους στη Μάλτα.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η υποχρεωτική συμμετοχή οδοντιάτρου κατά τη θεραπεία ασθενούς στον οποίο ένας οδοντικός τεχνολόγος παρέχει τις υπηρεσίες του έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας, που αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, δυνάμενο να δικαιολογήσει την ύπαρξη περιορισμού της ελευθερίας εγκαταστάσεως.  Επιπρόσθετα, έκρινε ότι  η απαίτηση να υπάρχει υποχρεωτική μεσολάβηση οδοντιάτρου τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, συνεκτιμώντας τον κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, τη σπουδαιότητα του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιθωρίου εκτιμήσεως των Κρατών-μελών για την υλοποίηση του σκοπού της δημόσιας υγείας
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, το άρθρο 4, παρ. 1, καθώς και το άρθρο 13, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 2005/36 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση. 

2. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Υπόθεση C-184/16, Ovidiu-Mihaita Petrea κατά Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης- Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων 27, 28 και 30 έως 32 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Επίσης, αναφέρεται  στην ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών. Σύμφωνα με το άρθρο 27 της Οδηγίας 2004/38 «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν [χωρεί] επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών. 2.  Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του [ενδιαφερομένου]. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφεαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων. Η προσωπική συμπεριφορά του [ενδιαφερομένου] πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές». Σύμφωνα με το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 2008/115 «Τα κράτη μέλη εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ovidiu Mihăiță Petrea και του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα διοικητικής αποφάσεως, με την οποία ο Υπουργός ανακάλεσε τη βεβαίωση εγγραφής που είχε χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο και διέταξε την επιστροφή του στη Ρουμανία. Ειδικότερα, ο O.- M. Petrea (ρουμάνος υπήκοος) καταδικάσθηκε το 2011 από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά (Ελλάδα) σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών με τριετή αναστολή για το αδίκημα της κλοπής κατά συναυτουργία. Οι ελληνικές διοικητικές αρχές διέταξαν την επιστροφή του στη Ρουμανία για τον λόγο ότι αποτελούσε σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.  Τον Σεπτέμβριο του 2013, ο O.-M. Petrea επέστρεψε στην Ελλάδα και υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση βεβαιώσεως εγγραφής του ως πολίτη της Ένωσης, η οποία του χορηγήθηκε αυθημερόν Ωστόσο, η υπηρεσία αλλοδαπών της αστυνομίας, αφού ανακάλυψε ότι σε βάρος του O.- M. Petrea εξακολουθούσε να ισχύει απαγόρευση εισόδου στην εθνική επικράτεια, αποφάσισε να ανακαλέσει τη βεβαίωση αυτή και να διατάξει την επιστροφή του στη Ρουμανία. Ο O.-M. Petrea άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ελλάδα).
Το πρώτο  νομικό ζήτημα που τίθεται με τη συγκεκριμένη προδικαστική απόφαση είναι αν η Οδηγία 2004/38, ειδικότερα δε τα άρθρα της 27 και 32, και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αντιτίθενται στην εκ μέρους Κράτους-μέλους ανάκληση βεβαιώσεως εγγραφής που κακώς είχε χορηγηθεί σε πολίτη της Ένωσης σε βάρος του οποίου εξακολουθούσε να ισχύει απόφαση απαγορεύσεως εισόδου στην εθνική επικράτεια, στηριζομένης αποκλειστικώς στη διαπίστωση ότι το μέτρο απαγορεύσεως εισόδου στην εθνική επικράτεια εξακολουθεί να ισχύει.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2004/38 και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αντιτίθενται στην εκ μέρους Κράτους-μέλους ανάκληση βεβαιώσεως εγγραφής υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα, που τέθηκε, είναι αν το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στο ενδεχόμενο απόφαση επιστροφής πολίτη της Ένωσης να εκδίδεται από τις ίδιες αρχές και κατά την ίδια διαδικασία που ισχύει για απόφαση επιστροφής παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2008/115.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι Οδηγίες 2004/38 και 2008/115 δεν αντιτίθενται στο ενδεχόμενο απόφαση επιστροφής πολίτη της Ένωσης να εκδίδεται από τις ίδιες αρχές και κατά την ίδια διαδικασία που ισχύει για απόφαση επιστροφής παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας εφόσον εφαρμόζονται τα μέτρα για τη μεταφορά της Οδηγίας 2004/38 στην εθνική έννομη τάξη τα οποία είναι ευνοϊκότερα για τον εν λόγω πολίτη της Ένωσης.

3. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Υπόθεση C-320/15, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας - Προσφυγή για παράβαση

H  Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε με την προσφυγή της από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει το κατάλληλο επίπεδο επεξεργασίας των αστικών λυμάτων των οικισμών Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας, Γαλάτιστας, Δεσφίνας και Χανιώτη, με ισοδύναμο πληθυσμού (ι.π.) μεταξύ 2.000 και 10.000 κατοίκων, καθώς και του οικισμού του Πολύχρονου, με ι.π. μεταξύ 10.000 και 15.000 κατοίκων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παρ. 1 και 3, της Οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων. Ειδικότερα, η Επιτροπή προσήψε στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν εξασφάλισε δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία των απορριπτόμενων αστικών λυμάτων για τους ανωτέρω οικισμούς. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία των αστικών λυμάτων των ανωτέρω οικισμών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 91/271/ΕΟΚ.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, Υπόθεση C-569/15, X κατά Staatssecretaris van Financiën - Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του, άρθρου 14, παρ. 2, στοιχείο β΄, σημείο i, του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο  «το πρόσωπο, πλην του αναφερομένου στο στοιχείο α΄, υπόκειται: i)  στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, αν ασκεί μέρος της δραστηριότητάς του στο έδαφος αυτό ή αν απασχολείται για λογαριασμό περισσότερων επιχειρήσεων ή περισσότερων εργοδοτών που έχουν την έδρα ή κατοικία τους στο έδαφος διαφόρων κρατών μελών» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του X και του Υφυπουργού Οικονομικών με αντικείμενο πράξη προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 14, παρ. 2, στοιχείο β΄, σημείο i, του Κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι πρόσωπο που κατοικεί και ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος Κράτους-μέλους, το οποίο λαμβάνει τρίμηνη άδεια άνευ αποδοχών και ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος άλλου Κράτους-μέλους, πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο Κρατών-μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανωτέρω άρθρο έχει την έννοια ότι πρόσωπο που κατοικεί και ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος Κράτους-μέλους, το οποίο λαμβάνει τρίμηνη άδεια άνευ αποδοχών και ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος άλλου Κράτους-μέλους, πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο Κρατών-μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Ωστόσο, τα ανωτέρω ισχύουν υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις: 
1.  Υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου άδειας το πρόσωπο αυτό θεωρείται ότι ασκεί μισθωτή δραστηριότητα κατά τη νομοθεσία του πρώτου Κράτους-μέλους στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης και 
2. Υπό την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα που ασκείται στο έδαφος του δεύτερου Κράτους-μέλους έχει συνήθη και σημαντικό χαρακτήρα, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Υπόθεση C-174/16, H. κατά Land Berlin - Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία της ρήτρας 5, σημεία 1 και 2, της συναφθείσας στις 18 Ιουνίου 2009 αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της Οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια. Σύμφωνα με τη ρήτρα 5 παρ. 1 και 2 «1. Στο τέλος της γονικής άδειας, οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να επιστρέψουν στην ίδια θέση εργασίας ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, σε ισοδύναμη ή ανάλογη θέση που είναι σύμφωνη με την εργασιακή σύμβαση ή σχέση. 2. Τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα υπό κτήση δικαιώματα από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία έναρξης της γονικής άδειας διατηρούνται ως έχουν έως το τέλος της γονικής άδειας. Με τη λήξη της γονικής άδειας, εφαρμόζονται τα εν λόγω δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που προέρχονται από το εθνικό δίκαιο, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή πρακτικές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο του Βερολίνου (Verwaltungsgericht Βερολίνο) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της H. και του Ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου.  Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα απόφασης που το Ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου απηύθυνε στην H. κατά τη διάρκεια της γονικής της άδειας για να την ενημερώσει ότι δεν είχε συμπληρώσει επιτυχώς, εξαιτίας της απουσίας της λόγω γονικής άδειας, τη διετή δοκιμαστική υπηρεσία στη διευθυντική θέση στην οποία είχε τοποθετηθεί πριν από την εν λόγω άδεια, οπότε η ιδιότητά της του δοκίμου δημοσίου υπαλλήλου είχε λήξει και είχε, συνεπώς, επανατοποθετηθεί στην κατώτερη θέση που κατείχε προηγουμένως. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν η ρήτρα 5, σημεία 1 και 2, της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία εξαρτά την οριστική προαγωγή σε διευθυντική θέση της δημοσίας διοικήσεως από την προϋπόθεση να πραγματοποιήσει ο επιλεγείς υποψήφιος προηγουμένως με επιτυχία διετή δοκιμαστική υπηρεσία στη θέση αυτή. Ειδικότερα, ερμηνεύεται το ανωτέρω άρθρο υπό την προϋπόθεση  ότι ο υποψήφιος τελούσε, κατά το μεγαλύτερο τμήμα της δοκιμαστικής αυτής υπηρεσίας, και εξακολουθεί να τελεί σε γονική άδεια, ο δε ενδιαφερόμενος επανατοποθετείται, ως εκ τούτου, κατά την επιστροφή του από τη γονική άδεια, στην κατώτερη θέση, τόσο από υπηρεσιακή όσο και από μισθολογική άποψη, που κατείχε προτού γίνει δεκτός για την εν λόγω δοκιμαστική περίοδο.
Το ΔΕΕ έκρινε  ότι  η ρήτρα 5, σημεία 1 και 2, της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι ανωτέρω παραβάσεις της ρήτρας αυτής δεν είναι δυνατόν να δικαιολογούνται από τον σκοπό της ίδιας της δοκιμαστικής υπηρεσίας, που συνίσταται στο να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της καταλληλότητας για την κάλυψη της διαθέσιμης διευθυντικής θέσεως.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017,  Υπόθεση C -132/16 Direktor na Direktsia «Obzhalvane i danachno-osiguritelna praktika» – Sofia  κατά «Iberdrola Inmobilaria Real Estate Investments» EOOD - Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 26, παρ. 1, και των άρθρων 168 και 176 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας. Σύμφωνα με το άρθρο 168  στοιχ. α της Οδηγίας «Στο βαθμό που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες των φορολογούμενων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο έχει το δικαίωμα, στο κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιεί τις πράξεις του, να εκπίπτει από τον οφειλόμενο φόρο τα ακόλουθα ποσά: α) τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα στο εν λόγω κράτος μέλος ΦΠΑ για τα αγαθά που του παραδόθηκαν ή πρόκειται να του παραδοθούν και για τις υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον υποκείμενο στον φόρο». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας (Varhoven administrativen sad) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Προϊσταμένου της διευθύνσεως «Προσφυγές και πρακτική στους τομείς της φορολογίας και της κοινωνικής ασφαλίσεως» της Σόφιας και της «Iberdrola Inmobiliaria Real Estate Investments» EOOD, που αφορούσε δύο διορθωτικές πράξεις με αποδέκτη την Iberdrola σχετικά με το δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) επί των εισροών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι  εάν το άρθρο 168, στοιχ. α΄, της Οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι υποκείμενος στον φόρο έχει δικαίωμα εκπτώσεως του καταβληθέντος επί των εισροών ΦΠΑ για παροχή υπηρεσιών συνιστάμενων στην κατασκευή ή αναβάθμιση ακινήτου που ανήκει κατά κυριότητα σε τρίτον, όταν ο τελευταίος απολαύει άνευ ανταλλάγματος του αποτελέσματος των υπηρεσιών αυτών και αυτές χρησιμοποιούνται τόσο από τον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο όσο και από τον εν λόγω τρίτο στο πλαίσιο των οικονομικών τους δραστηριοτήτων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 168, στοιχείο α΄, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι υποκείμενος στον φόρο έχει δικαίωμα εκπτώσεως του καταβληθέντος επί των εισροών φόρου προστιθέμενης αξίας για παροχή υπηρεσιών συνιστάμενων στην κατασκευή ή αναβάθμιση ακινήτου που ανήκει κατά κυριότητα σε τρίτον υπό τις ανωτέρω επίδικες συνθήκες. Ωστόσο, τα ανωτέρω ισχύουν στον βαθμό που οι εν λόγω υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να μπορέσει ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο να πραγματοποιήσει φορολογούμενες πράξεις εκροών και στον βαθμό που το κόστος τους περιλαμβάνεται στην τιμή των πράξεων αυτών.

7.ΔΕΕ,  απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-215/16, C-216/16, C-220/16 και C-221/16, Elecdey Carcelen SA κ.λπ. κατά Comunidad Autónoma de Castilla-La Mancha - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αναφέρονται, κυρίως, στην ερμηνεία του άρθρου 13, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο  «1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς και τις συνδεδεμένες υποδομές δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και στη διαδικασία μεταποίησης της βιομάζας σε βιοκαύσιμα ή άλλα ενεργειακά προϊόντα να είναι αναλογικοί και αναγκαίοι. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι: [...] ε)      είναι διαφανή και συνδεόμενα με το κόστος τα διοικητικά τέλη που καταβάλλουν οι καταναλωτές, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κατασκευαστές και οι εγκαταστάτες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων [...]». Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο της Καστίλλης-Λα Μάντσα της Ισπανίας (Τribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha) στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ, αφενός, των Elecdey Carcelen SA, Energías Eólicas de Cuenca SA, Iberenova Promociones SAU και Iberdrola Renovables Castilla La Mancha SA και, αφετέρου, Αυτόνομης Κοινότητας της Καστίλλης-Λα Μάντσα, με αντικείμενο την καταβολή τέλους το οποίο επιβάλλεται στις προοριζόμενες για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανεμογεννήτριες. Ειδικότερα οι προσφεύγουσες εκμεταλλεύονται, εντός της Αυτόνομης Κοινότητας της Καστίλλης-Λα Μάντσα, ανεμογεννήτριες προοριζόμενες για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Έχοντας εξοφλήσει, κατά τα φορολογικά έτη 2011 και 2012, το τέλος που καθιέρωσε ο νόμος 9/2011 και εκτιμώντας ότι τούτο είναι αντισυνταγματικό και προσκρούει στο δίκαιο της Ένωσης, οι εν λόγω προσφεύγουσες ζήτησαν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές τη διόρθωση των σχετικών αυτοεκκαθαρίσεών τους, καθώς και την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών. Μετά την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, καθεμία από τις εν λόγω προσφεύγουσες άσκησε προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι κατά πόσον η Οδηγία 2009/28, και ιδίως το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ιαʹ, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο εʹ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την επιβολή τέλους στις ανεμογεννήτριες, που προορίζονται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το ανωτέρω άρθρο έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την επιβολή τέλους στις ανεμογεννήτριες, που προορίζονται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

8. Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Υπόθεση C-186/16, Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Românească SA - Προδικαστική

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1, και του άρθρου 4, παρ. 2, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παρ. 1, της ανωτέρω Οδηγίας «1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας: «2. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της συμβάσεως ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Oradea, της Ρουμανίας (Curtea de Apel Oradea)  στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Ruxandra Paula Andriciuc και 68 ακόμα προσώπων και, αφετέρου, της τράπεζας Banca Românească SΑ, σχετικά με τον φερόμενο ως καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών συμβάσεων δανείου, οι οποίες προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, την εξόφληση του δανείου στο ίδιο ξένο νόμισμα με εκείνο στο οποίο συνομολογήθηκαν οι εν λόγω συμβάσεις. 
Με το πρώτο του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζήτησε, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί εάν η σημαντική ανισορροπία που δημιουργεί μια καταχρηστική ρήτρα μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων που απορρέουν από τη σύμβαση, υπό την έννοια του άρθρου 3, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13, πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικώς κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας πρέπει να γίνεται με βάση τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων τις οποίες μπορούσε να γνωρίζει ο επαγγελματίας κατά τον χρόνο αυτόν και οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεταγενέστερη εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Επιπρόσθετα, διαπίστωσε ότι το αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει την ύπαρξη ενδεχόμενης σημαντικής ανισορροπίας.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε με τη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν το άρθρο 4, παρ.2, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι οι φράσεις «κύριο αντικείμενο της σύμβασης» και «το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου» καλύπτουν ρήτρα συμβάσεως δανείου συνομολογηθείσας σε ξένο νόμισμα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και κατά την οποία το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω συμβατική ρήτρα εμπίπτει στο κύριο αντικείμενο της σύμβασης δεδομένου ότι η εν λόγω ρήτρα καθορίζει κύρια παροχή.  Κατά συνέπεια, η εν λόγω ρήτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.

9. ΔΕΕ,  απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Υπόθεση C-248/16, Austria Asphalt GmbH & Co OG κατά Bundeskartellanwalt - Προδικαστική 

Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 3 του Κανονισμού 139/2004 για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων. Το άρθρο 3 του ανωτέρω Κανονισμού ορίζει, στις παρ. 1 και 4, τα εξής: «1.  Συγκέντρωση θεωρείται ότι υπάρχει όταν προκύπτει μόνιμη μεταβολή του ελέγχου από: [...] β)    την απόκτηση, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ελέγχουν ήδη μία τουλάχιστον επιχείρηση ή από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, άμεσα ή έμμεσα, με την αγορά τίτλων ή στοιχείων του ενεργητικού, με σύμβαση ή με άλλο τρόπο, ελέγχου στο σύνολο ή σε τμήματα μιας ή περισσοτέρων άλλων επιχειρήσεων. [....] 4. Η δημιουργία κοινής επιχείρησης, η οποία μόνιμα εκπληροί όλες τις λειτουργίες μιας αυτόνομης οικονομικής ενότητας αποτελεί πράξη συγκέντρωσης κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο βʹ». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Berster Gerichtshof)  στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Austria Asphalt GmbH & Co. OG και του Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα για συμπράξεις επιχειρήσεων σχετικά με φερόμενη συγκέντρωση μεταξύ επιχειρήσεων. Ειδικότερα η Austria Asphalt είναι έμμεση θυγατρική της Strabag SE. Ο όμιλος Strabag στον οποίο ανήκουν οι εταιρίες αυτές είναι διεθνής όμιλος κατασκευαστικών επιχειρήσεων που ασκούν τη δραστηριότητά τους μεταξύ άλλων στον τομέα της οδοποιίας. Η Porr AG, η οποία επίσης ανήκει σε διεθνή όμιλο κατασκευαστικών επιχειρήσεων οδοποιίας, κατέχει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της Teerag Asdag AG. Η δεύτερη αυτή εταιρία είναι η μοναδική ιδιοκτήτρια της μονάδας παραγωγής ασφαλτούχου μίγματος του Mürzzuschlag (επιχείρηση στόχος), η οποία παράγει την άσφαλτο που είναι απαραίτητη για την κατασκευή των δρόμων. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της προορίζεται για τον όμιλο Porr, με αποτέλεσμα η επιχείρηση αυτή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως λειτουργικά αυτόνομη. Η Austria Asphalt και η Teerag Asdag σχεδιάζουν τη σύσταση εταιρίας αυστριακού δικαίου στην οποία θα μεταβιβαστεί η επιχείρηση στόχος. Ειδικότερα, η Austria Asphalt θα αναλάβει το 50% του κεφαλαίου της εταιρίας αυτής και θα ασκεί, από κοινού με την Teerag Asdag, τον έλεγχο της επιχειρήσεως στόχου.
 Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι εάν το άρθρο 3, παρ. 1, στοιχείο β΄, και παρ. 4, του Κανονισμού 139/2004 έχει την έννοια ότι θεωρείται ότι υπάρχει συγκέντρωση κατόπιν μεταβολής της φύσεως του ασκούμενου ελέγχου επί υφισταμένης επιχειρήσεως από αποκλειστικό σε από κοινού έλεγχο μόνον εφόσον η κοινή επιχείρηση που προκύπτει από την πράξη συγκεντρώσεως εκπληρώνει μόνιμα όλες τις λειτουργίες μιας αυτόνομης οικονομικής ενότητας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3 του Κανονισμού 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων έχει την έννοια ότι θεωρείται ότι υπάρχει συγκέντρωση κατόπιν μεταβολής της φύσεως του ασκούμενου ελέγχου επί υφισταμένης επιχειρήσεως από αποκλειστικό σε από κοινού έλεγχο μόνον εφόσον η κοινή επιχείρηση που προκύπτει από την πράξη συγκεντρώσεως εκπληρώνει μόνιμα όλες τις λειτουργίες μιας αυτόνομης οικονομικής ενότητας.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-643/15 και C-647/15, Δημοκρατία της Σλοβακίας και Ουγγαρία κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Προσφυγή ακυρώσεως

Με τις προσφυγές τους, η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως 2015/1601 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 78, παρ. 3, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι, «εφόσον ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει, μετά από πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προσωρινά μέτρα υπέρ του εν λόγω κράτους μέλους ή των εν λόγω κρατών μελών. Το Συμβούλιο αποφασίζει μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο». Η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο της μεταναστευτικής κρίσης που έπληξε την Ευρωπαϊκή Ένωση από το έτος 2014 και εντάθηκε κατά το έτος 2015, και ειδικότερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του έτους αυτού, καθώς και της ανθρωπιστικής καταστροφής που προκλήθηκε από την κρίση αυτή ιδίως στα Κράτη-μέλη της πρώτης γραμμής, όπως η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία. Οι χώρες αυτές αντιμετώπισαν μαζική εισροή μεταναστών από τρίτες χώρες όπως η Αραβική Δημοκρατία της Συρίας, η Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν, η Δημοκρατία του Ιράκ και το Κράτος της Ερυθραίας. Η απόφαση προβλέπει τη μετεγκατάσταση, εντός περιόδου δύο ετών, 120.000 ατόμων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας από τα δύο αυτά Κράτη-μέλη προς τα άλλα Κράτη-μέλη.
Οι κύριοι ισχυρισμοί της Σλοβακικής Δημοκρατίας (C-643/15) και της Ουγγαρίας  (C-643/15) ήταν οι εξής: 
1. Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι εκδόθηκε σύμφωνα με μη νομοθετική διαδικασία και συνεπώς αποτελεί, από τυπικής απόψεως, μη νομοθετική πράξη, πρέπει εντούτοις να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη λόγω του περιεχομένου της και των συνεπειών της.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι νομική πράξη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη της Ένωσης μόνον εάν εκδόθηκε βάσει διατάξεως των Συνθηκών που παραπέμπει ρητώς είτε στη συνήθη νομοθετική διαδικασία είτε στην ειδική νομοθετική διαδικασία. Ο χαρακτήρας της προσβαλλόμενης απόφασης ως μη νομοθετικής πράξης δεν αμφισβητείται καθόσον το 78 παρ. 3 δεν παραπέμπει ρητώς ούτε στη συνήθη νομοθετική διαδικασία ούτε στην ειδική νομοθετική διαδικασία.  
2. Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία υποστήριξαν ότι το άρθρο 78, παρ. 3, ΣΛΕΕ δεν αποτελεί προσήκουσα νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον η απόφαση αυτή δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επιλογή περιόδου εφαρμογής 24 μηνών παρίσταται δικαιολογημένη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι μετεγκατάσταση σημαντικού αριθμού ατόμων, όπως αυτή την οποία προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι διαδικασία καινοφανής και συγχρόνως περίπλοκη, η οποία απαιτεί ορισμένο χρόνο για να προετοιμαστεί και να τεθεί σε εφαρμογή, ιδίως σε επίπεδο συντονισμού των διοικητικών αρχών των κρατών μελών, πριν αρχίσει να αναπτύσσει απτά αποτελέσματα.
3. Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 68 ΣΛΕΕ και τον ουσιώδη τύπο, στο μέτρο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με αυξημένη πλειοψηφία, ενώ από τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 προέκυπτε ότι αυτή έπρεπε να εκδοθεί με «συναίνεση» και «λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καταστάσεων των κρατών μελών».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επιτρέπει στο Συμβούλιο να θεσπίσει μέτρα με αυξημένη (ειδική) πλειοψηφία. Η αρχή της θεσμικής ισορροπίας απαγορεύει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να τροποποιεί αυτόν τον κανόνα ψηφοφορίας επιβάλλοντας στο Συμβούλιο, μέσω Συμπερασμάτων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 68 ΣΛΕΕ, κανόνα ομόφωνης ψήφου. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί των προσφευγόντων Κρατών-μελών απορρίφθηκαν.  

Το Δικαστήριο απέρριψε τελικά τις προσφυγές και αποφάσισε ότι η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα και καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017


CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 6/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-566/15, Konrad Erzberger κατά TUI AG - Προδικαστική 
Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων  18 και 45 ΣΛΕΕ και υποβλήθηκε από το Εφετείο Βερολίνου της Γερμανίας (Kammergericht). Η εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ότι μόνον οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στις εγκαταστάσεις εταιρίας ή στις εταιρίες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εταιρία, που βρίσκονται στη γερμανική επικράτεια, έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι για την ανάδειξη των εκπροσώπων των εργαζομένων στο εποπτικό συμβούλιο της εταιρίας. (Άρθρο 10 του νόμου περί συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του γερμανικού νόμου περί οργάνωσης των επιχειρήσεων). Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά τη σύνθεση του εποπτικού συμβουλίου εταιρίας και ειδικότερα το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι για την ανάδειξη των εκπροσώπων των εργαζομένων στο εποπτικό συμβούλιο. Ειδικότερα ο K. Erzberger είναι μέτοχος της TUI, η οποία είναι επικεφαλής ομίλου εταιριών και δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού.   Η TUI διοικείται από δύο όργανα, το διοικητικό συμβούλιο και το εποπτικό συμβούλιο, το οποίο εποπτεύει το διοικητικό συμβούλιο με τη συμμετοχή των εργαζομένων. Μετά την απόρριψη της προσφυγής του Erzberger από το πρωτοδικείο του Βερολίνου, ασκήθηκε έφεση στο Εφετείο του Βερολίνου. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι αν τα άρθρα 18 και 45 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση Κράτους-μέλους, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε εγκαταστάσεις ομίλου ευρισκόμενες εντός της επικράτειας Κράτους-μέλους χάνουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές (και το δικαίωμα να ασκούν τα καθήκοντα του εκπροσώπου) για την ανάδειξη των μελών (εργαζομένων) του εποπτικού συμβουλίου της μητρικής εταιρίας του ομίλου (η οποία είναι εγκατεστημένη στο ίδιο Κράτος-μέλος) στην περίπτωση που απασχοληθούν σε θυγατρική του ίδιου ομίλου, η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος-μέλος.
Το ΔΕΕ τόνισε ότι ο τομέας της εκπροσωπήσεως και της συλλογικής υπερασπίσεως των συμφερόντων των εργαζομένων στα όργανα διοικήσεως ή εποπτείας εταιρίας, που διέπεται από το εθνικό δίκαιο, δεν αποτελεί αντικείμενο εναρμονίσεως και συντονισμού σε επίπεδο Ένωσης.
Ως εκ τούτου το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι χάνουν τα ανωτέρω δικαιώματά τους εφόσον εγκαταλείψουν τη θέση τους και απασχοληθούν σε θυγατρική του ίδιου ομίλου εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος-μέλος.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-129/16, Túrkevei Tejtermelő Kft. κατά Országos Környezetvédelmi és Természetvédelmi Főfelügyelőség - Προδικαστική
Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων 191 και 193 ΣΛΕΕ, καθώς και στην ερμηνεία της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας. Σύμφωνα με την παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των πρόσθετων δραστηριοτήτων που είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο των απαιτήσεων πρόληψης και αποκατάστασης της παρούσας οδηγίας και του εντοπισμού πρόσθετων υπευθύνων». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών του Szolnok της Ουγγαρίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Túrkevei Tejtermelő Kft (TTK) και της Εθνικής Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας του Περιβάλλοντος και της Φύσης. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε πρόστιμο, που επιβλήθηκε στην ΤΤΚ λόγω παράνομης αποτέφρωσης αποβλήτων εντός ακινήτου της, με αποτέλεσμα να προκληθεί ατμοσφαιρική ρύπανση. Ειδικότερα, η πρωτοβάθμια αρχή περιβαλλοντικής προστασίας επέβαλλε στην ΤΤΚ, ως κυρία του ακινήτου, πρόστιμο ύψους 500.000 φιορινιών (1.650 ευρώ), λόγω μη τήρησης των διατάξεων του υπ’ αριθ. 306/2010 κυβερνητικού διατάγματος. Η Γενική Διεύθυνση έκρινε ότι η αποτέφρωση αποβλήτων σε ανοικτό χώρο είχε προκαλέσει περιβαλλοντικό κίνδυνο. 
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι αν οι διατάξεις της Οδηγίας 2004/35, σε συνδυασμό με τα άρθρα 191 και 193 ΣΛΕΕ, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία, εκτός από τους φορείς εκμετάλλευσης των ακινήτων επί των οποίων προκλήθηκε η παράνομη ρύπανση, αναγνωρίζει ως εις ολόκληρον υπεύθυνους μιας τέτοιας περιβαλλοντικής ζημίας και τους κυρίους των ακινήτων, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς των κυρίων των ακινήτων και της διαπιστωθείσας ρύπανσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις της Οδηγίας 2004/35 έχουν, υπό το πρίσμα των άρθρων 191 και 193 ΣΛΕΕ, την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική  κανονιστική ρύθμιση, υπό την προϋπόθεση ότι η κανονιστική ρύθμιση είναι συμβατή με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, τις σχετικές διατάξεις των Συνθηκών ΕΕ και ΣΛΕΕ και τις πράξεις του παραγώγου δικαίου.
Το δεύτερο ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 16 της Οδηγίας 2004/35 και το άρθρο 193 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση βάσει της οποίας η αρμόδια εθνική διοικητική αρχή μπορεί  να επιβάλει πρόστιμο στους κυρίους των ακινήτων. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 16 της Οδηγίας 2004/35 και το άρθρο 193 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία η αρμόδια εθνική διοικητική αρχή μπορεί να επιβάλει πρόστιμο στους κυρίους των ακινήτων υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις (που θα εξακριβώσει το εθνικό δικαστήριο):
1. Ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού της ενισχυμένης προστασίας του περιβάλλοντος  και 
2. Ότι ο τρόπος καθορισμού του ύψους του προστίμου δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

3.  ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-133/16, Christian Ferenschild κατά JPC Motor SA - Προδικαστική 
Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 1 και του άρθρου 7, παρά. 1, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών και υποβλήθηκε από το Εφετείο της Μονς του Βελγίου (Cour d’appel de Mons). Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1: « Ο πωλητής ευθύνεται δυνάμει του άρθρου 3, όταν η έλλειψη συμμόρφωσης εκδηλώνεται εντός δύο ετών από την παράδοση του αγαθού. Εάν, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, υπόκεινται σε παραγραφή, η παραγραφή αυτή δεν συμπληρώνεται προ της παρόδου δύο ετών από την παράδοση». Επιπρόσθετα,  το άρθρο 7, παρ. 1 της Οδηγίας 1999/44, ορίζει ότι: «Συμβατικοί όροι ή συμφωνίες, οι οποίες συνάπτονται με τον πωλητή πριν από την ενημέρωσή του για την έλλειψη συμμόρφωσης και οι οποίες, αμέσως ή εμμέσως, καταργούν ή περιορίζουν τα δικαιώματα που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι, σε περίπτωση μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο καταναλωτής μπορούν να συμφωνούν συμβατικούς όρους ή συμφωνίες που προβλέπουν μικρότερη χρονική περίοδο όσον αφορά την ευθύνη του πωλητή από εκείνην που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ενός έτους»  Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Christian Ferenschild και της JPC Motor SA σχετικά, μεταξύ άλλων, με αγωγή που άσκησε ο πρώτος για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της φερόμενης έλλειψης συμμόρφωσης του οχήματος που αγόρασε από την εταιρία αυτή. Ειδικότερα, η JPC αμφισβητεί το βάσιμο του αιτήματος αποζημίωσης του ενάγοντος, επικαλούμενη εκπρόθεσμη προβολή του λόγω εθνικής ρύθμισης που προβλέπει ότι, σε περίπτωση μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο καταναλωτής μπορούν με κοινή συμφωνία να καθορίσουν βραχύτερο των δύο ετών χρόνο, ο οποίος όμως δεν μπορεί να είναι βραχύτερος του έτους.(Αστικός κώδικας του Βελγίου)
Το ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 5, παρ. 1 και το άρθρο 7, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 1999/44 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανόνα Κράτους- μέλους ο οποίος επιτρέπει προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του καταναλωτή βραχύτερη των δύο ετών από την παράδοση του αγαθού. Η εθνική κανονιστική ρύθμιση έχει τεθεί από το Κράτος - μέλος  στο πλαίσιο της  δυνατότητας που παρέχει η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 7 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας σύμφωνα με την οποία ο πωλητής μπορεί να  συμφωνήσει με τον καταναλωτή περίοδο ευθύνης του πωλητή μικρότερη των δύο ετών, ήτοι ενός έτους, αναφορικά με το επίμαχο μεταχειρισμένο αγαθό. 
Το ΔΕΕ τόνισε ότι το άρθρο 7, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 1999/44 δεν αφορά την προθεσμία παραγραφής, αλλά αποκλειστικά και μόνον την περίοδο ευθύνης του πωλητή. Έτσι, η ευχέρεια των Κρατών-μελών να προβλέπουν, σε περίπτωση μεταχειρισμένων αγαθών, ότι οι συμβαλλόμενοι δύνανται να περιορίζουν τη διάρκεια ευθύνης του πωλητή στο ένα έτος από την παράδοση του αγαθού δεν μπορεί να τους παρέχει επίσης τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι οι εν λόγω συμβαλλόμενοι δύνανται να περιορίζουν τη διάρκεια προθεσμίας παραγραφής του άρθρου 5, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της σχετικής οδηγίας.
Ως εκ τούτου το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανόνα Κράτους-μέλους ο οποίος επιτρέπει προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του καταναλωτή βραχύτερη των δύο ετών από την παράδοση του αγαθού, όταν ο πωλητής έχει συμφωνήσει με τον καταναλωτή περίοδο ευθύνης του πωλητή μικρότερη των δύο ετών, ήτοι ενός έτους, ως προς το οικείο μεταχειρισμένο αγαθό.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-143/16, Abercrombie & Fitch Italia Srl κατά Antonino Bordonaro  - Προδικαστική
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte Suprema di Cassazione) και αναφέρεται στην ερμηνεία  των άρθρων 2, παρ. 1, 2, παρ. 2, στοιχείο α,  6, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, καθώς και του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 2 της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει ότι: «1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1: α)  συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο».   Το άρθρο 6 παρ. 1, της ανωτέρω Οδηγίας έχει ως εξής: «1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει: α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους, β)  τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση». Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Abercrombie & Fitch Italia Srl και του Antonino Bordonaro, με αντικείμενο τη λύση της συμβάσεως διαλείπουσας απασχολήσεώς του, λόγω συμπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας του.
Στην υπόθεση τέθηκε το ζήτημα αν το άρθρο 21 του Χάρτη καθώς και τα άρθρα 2, παρ. 1, 2, παρ. 2, στοιχείο α,  6 παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει  στον εργοδότη να συνάψει σύμβαση διαλείπουσας απασχολήσεως με εργαζόμενο ηλικίας κάτω των 25 ετών, ανεξαρτήτως της φύσεως της προς παροχή εργασίας και να τον απολύσει όταν ο εργαζόμενος συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση. Η κρίση, πάντως, του ΔΕΕ ισχύει υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις: 
1. Ότι η διάταξη αυτή επιδιώκει την επίτευξη θεμιτού σκοπού στον τομέα της απασχολήσεως και της αγοράς εργασίας και 
2. Ότι τα προβλεπόμενα για την επίτευξη του σκοπού μέσα είναι πρόσφορα και αναγκαία.

5. ΔΕΕ απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-175/16, Hannele Hälvä κ.λπ. κατά SOS-Lapsikylä ry - Προδικαστική
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Φιλανδίας (Korkein oikeus)  και αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 17, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο «Τα κράτη μέλη, τηρώντας τις γενικές αρχές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, μπορούν να παρεκκλίνουν από τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 8 και 16, εφόσον η διάρκεια του χρόνου εργασίας, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της ασκούμενης δραστηριότητας, δεν υπολογίζεται ή/και δεν προκαθορίζεται ή μπορεί να καθορίζεται από τους ίδιους τους εργαζόμενους, ιδίως δε εφόσον πρόκειται για: α) διευθυντικά στελέχη ή άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να λαμβάνουν αποφάσεις αυτόνομα· β) οικογενειακό προσωπικό, ή γ) εργαζόμενους στον τελετουργικό τομέα των εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων». Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Hannele Hälvä, της Sari Naukkarinen, της Pirjo Paajanen και της Satu Piik και, αφετέρου, του εργοδότη αυτών, SOS Lapsikylä ry, όσον αφορά την εκ μέρους του τελευταίου άρνηση καταβολής σ’ αυτές των αμοιβών οι οποίες αντιστοιχούν σε υπερωρίες, σε απογευματινή και νυχτερινή εργασία και σε εργασία Σαββάτου και Κυριακής, που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2006 έως 2009. Ειδικότερα, η SOS Lapsikylä ry αποτελεί ένωση που έχει ως σκοπό την παιδική προστασία, ενώ εξασφαλίζει, για τα παιδιά που τελούν υπό την προστασία της, στέγαση σε οιονεί οικογενειακό περιβάλλον εντός επτά παιδικών χωριών. Στα παιδικά χωριά εργάζονται ο διευθυντής του χωριού, οι «γονείς SOS», οι «αναπληρωτές γονείς SOS» και άλλοι υπάλληλοι.  Οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης απασχολήθηκαν από την ένωση SOS Lapsikylä ry ως «αναπληρωτές γονείς SOS» έως το 2009.
Το ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 17, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι μπορεί να εφαρμοστεί σε μια μισθωτή δραστηριότητα, η οποία συνίσταται στην ανάληψη της φροντίδας παιδιών σε οιονεί οικογενειακές συνθήκες, σε αντικατάσταση του προσώπου που είναι επιφορτισμένο, κυρίως, με τα καθήκοντα αυτά.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 17, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε μια μισθωτή δραστηριότητα με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η διάρκεια του χρόνου εργασίας, καθ’ ολοκληρίαν, δεν υπολογίζεται ή δεν προκαθορίζεται ή ότι μπορεί να καθορίζεται από τον ίδιο τον εργαζόμενο, ζήτημα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-340/16, Landeskrankenanstalten-Betriebsgesellschaft - KABEG κατά Mutuelles du Mans assurances – MMA IARD SA - Προδικαστική
Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 9, παρ. 1, στοιχείο β, του Κανονισμού 44/2001/ΕΚ του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παρ. 2, του ανωτέρω κανονισμού και υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 στοιχείο του ανωτέρω Κανονισμού: «Ο ασφαλιστής που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί: α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ή, β) σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο ενάγων έχει την κατοικία του». Επιπρόσθετα, το άρθρο 11, παρ. 2, του Κανονισμού 44/2001 όριζε ότι: «Οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται.». Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Landeskrankenanstalten-Betriebsgesellschaft – KABEG (που αποτελεί  οργανισμό δημοσίου δικαίου και έχει την έδρα του στην Αυστρία) και της Mutuelles du Mans assurances – MMA IARD SA ασφαλιστικής εταιρίας με έδρα στη Γαλλία. Αναφέρεται δε σε αγωγή αποζημιώσεως την οποία άσκησε η KABEG, λόγω της εκ μέρους της εξακολουθήσεως καταβολής αμοιβής σε έναν από τους υπαλλήλους της κατά την περίοδο της προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία, λόγω τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, υπάλληλος της KABEG, που έχει την κατοικία του στην Αυστρία, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με αυτοκίνητο (ο υπάλληλος χρησιμοποιούσε ποδήλατο), που συνέβη στην Ιταλία με αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο καλύπτεται ως προς την ασφάλιση αστικής ευθύνης από την ασφαλιστική εταιρία MMA IARD. Ο συγκεκριμένος υπάλληλος υπέστη διάφορες σωματικές βλάβες συνεπεία του ως άνω τροχαίου ατυχήματος. 
Το ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού 44/2001, έχει την έννοια ότι ένας εργοδότης, ο οποίος είναι  εγκατεστημένος στην Αυστρία και εξακολούθησε να καταβάλλει μισθό σε υπάλληλό του, που ήταν απών κατόπιν της επελεύσεως τροχαίου ατυχήματος και  υπεισήλθε στα δικαιώματα του εν λόγω υπαλλήλου έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας που κάλυπτε την αστική ευθύνη (η οποία είναι εγκατεστημένη στη Γαλλία), δύναται, υπό την ιδιότητα του «ζημιωθέντος», να ασκήσει αγωγή κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας ενώπιον των δικαστηρίων της Αυστρίας, εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο βʹ, έχει την έννοια ότι ένας εργοδότης με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά δύναται, υπό την ιδιότητα του «ζημιωθέντος», να ασκήσει αγωγή κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας ενώπιον των δικαστηρίων του Κράτους-μέλους (Αυστρίας), εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-225/16, Mossa Ouhrami - Προδικαστική 
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden) και αναφέρεται στην ερμηνεία  του άρθρου 11, παρ. 2, της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 της ανωτέρω  Οδηγίας «Η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου καθορίζεται λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης και, κανονικά, δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. Είναι δυνατόν, ωστόσο, να υπερβαίνει την πενταετία, αν ο υπήκοος της τρίτης χώρας αντιπροσωπεύει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια». Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά ποινική διαδικασία που κινήθηκε κατά του Mossa Ouhrami (υπήκοος τρίτης χώρας), ο οποίος γεννήθηκε στην Αλγερία το 1979, λόγω του ότι διέμενε στις Κάτω Χώρες κατά τα έτη 2011 και 2012, ενώ γνώριζε ότι είχε ήδη κηρυχθεί ανεπιθύμητος με απόφαση που εκδόθηκε το 2002.
Το ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 11, παρ. 2, της Οδηγίας 2008/115 έχει την έννοια ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου, η οποία δεν υπερβαίνει κατ’ αρχήν τα πέντε έτη, πρέπει να υπολογίζεται με αφετηρία τον χρόνο εκδόσεως της απαγορεύσεως εισόδου ή την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πράγματι εγκατέλειψε το έδαφος των Κρατών-μελών ή με αφετηρία τυχόν τρίτη ημερομηνία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 11, παρ. 2, της Οδηγίας 2008/115/ΕΕ έχει την έννοια ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου, η οποία κατ’ αρχήν δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, πρέπει να υπολογίζεται με αφετηρία την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πράγματι εγκατέλειψε το έδαφος των Κρατών-μελών.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-76/16, Ingsteel spol. sro και Metrostav as κατά Úrad pre verejné obstarávanie - Προδικαστική
Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 47, παρ. 1, στοιχείο α, παρ. 4 και παρ. 5, της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, καθώς και στην ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Σλοβακικής Δημοκρατίας (Najvyšší súd Slovenskej republiky). Σύμφωνα με το άρθρο 47 της ανωτέρω Οδηγίας «1. Η οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια του οικονομικού φορέα είναι δυνατόν, κατά κανόνα, να αποδεικνύεται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α)  κατάλληλες τραπεζικές βεβαιώσεις ή, ενδεχομένως, πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων.[…] 4. Οι αναθέτουσες αρχές υποδεικνύουν, στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, ποιο ή ποια από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 δικαιολογητικά επέλεξαν καθώς και ποια άλλα δικαιολογητικά πρέπει να προσκομισθούν. 5. Αν ο οικονομικός φορέας, για βάσιμο λόγο, δεν είναι σε θέση να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που ζητεί η αναθέτουσα αρχή, μπορεί να αποδεικνύει την οικονομική και χρηματοοικονομική του επάρκεια με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο η αναθέτουσα αρχή κρίνει κατάλληλο.» Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ingsteel spol. s r. o. και της Metrostav a.s. και της αρμόδιας για τις δημόσιες συμβάσεις ρυθμιστικής αρχής της Σλοβακίας, σχετικά με διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης κινηθείσα από την αναθέτουσα αρχή, ήτοι τη σλοβακική ποδοσφαιρική ένωση.
Το πρώτο ζήτημα που τέθηκει είναι αν το άρθρο 47, παρ. 1, στοιχείο α΄, και παρ. 4, της Οδηγίας 2004/18 έχουν την έννοια ότι η αναθέτουσα αρχή δύναται να αποκλείσει διαγωνιζόμενο από διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης, με το αιτιολογικό ότι αυτός δεν πληροί τους όρους αναφορικά με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια. Ας σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση έχει τεθεί με την προκήρυξη του διαγωνισμού, σύμφωνα με την οποία απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης τραπεζικού ιδρύματος που να πιστοποιεί ότι το ίδρυμα δεσμεύεται να χορηγήσει δάνειο ύψους αντίστοιχου προς το ποσό που ορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού και εγγυάται ότι ο διαγωνιζόμενος θα έχει στη διάθεσή του το ποσό αυτό καθόλη τη διάρκεια εκτέλεσης της σύμβασης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 47, παρ. 1, στοιχείο α, και παρ. 4, της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ έχει την έννοια ότι η αναθέτουσα αρχή δύναται να αποκλείσει διαγωνιζόμενο από διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης, με το αιτιολογικό ότι αυτός δεν πληροί τη σχετική με τη χρηματοοικονομική επάρκεια προϋπόθεση που έχει τεθεί με την προκήρυξη του διαγωνισμού.
Το δεύτερο ζήτημα που τέθηκε είναι άν το γεγονός ότι τα τραπεζικά ιδρύματα στα οποία έχει απευθυνθεί ο διαγωνιζόμενος θεωρούν ότι δεν είναι σε θέση να του χορηγήσουν βεβαίωση για δανειακή παροχή,  αποτελεί «βάσιμο λόγο», κατά την έννοια του άρθρου 47, παρ. 5, της Οδηγίας 2004/18, του οποίου η συνδρομή συνεπάγεται ότι ο διαγωνιζόμενος έχει τη δυνατότητα να αποδείξει την οικονομική και χρηματοοικονομική του επάρκεια με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο (που κρίνεται κατάλληλο από την αναθέτουσα αρχή). 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το  άρθρο 47, παρ. 5, της Οδηγίας 2004/18 έχει την έννοια ότι, αποτελεί «βάσιμο λόγο» η μη χορήγηση βεβαίωσης από τραπεζικά ιδρύματα. Η συνδρομή του βάσιμου λόγου συνεπάγεται ότι ο διαγωνιζόμενος έχει τη δυνατότητα να αποδείξει την οικονομική και χρηματοοικονομική του επάρκεια με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο κριθεί κατάλληλο από την αναθέτουσα αρχή. Τα ανωτέρω ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι ο διαγωνιζόμενος αδυνατούσε αντικειμενικά να προσκομίσει τα ζητούμενα από την αναθέτουσα αρχή δικαιολογητικά, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει.

9.  ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-112/16, Persidera SpA κατά Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni και Ministero dello Sviluppo Economico delle Infrastrutture e dei Trasporti - Προδικαστική 
Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία των άρθρων 56, 101, 102 και 106 ΣΛΕΕ, των άρθρων 3, 5 και 7 της Οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επίσης, αναφέρεται στην ερμηνεία των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων, της διαφάνειας, του ελεύθερου ανταγωνισμού, της αναλογικότητας, της αποτελεσματικότητας, και της πολυφωνίας της ενημερώσεως.  Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Persidera SpA, (πρώην Telecom Italia Media Broadcasting Srl) και, αφετέρου, της Ρυθμιστικής Αρχής Τηλεπικοινωνιών της Ιταλίας. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είναι η παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων για την επίγεια ψηφιακή μετάδοση τηλεοπτικού περιεχομένου. 
Το ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 9 της Οδηγίας-πλαίσιο, τα άρθρα 3, 5 και 7 της Οδηγίας για την αδειοδότηση, τα άρθρα 2 και 4 της Οδηγίας για τον ανταγωνισμό, καθώς και οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική διάταξη δυνάμει της οποίας, για τους σκοπούς της μετατροπής των υφιστάμενων αναλογικών τηλεοπτικών δικτύων σε ψηφιακά, λαμβάνονται υπόψη τόσο τα παρανόμως λειτουργούντα αναλογικά τηλεοπτικά δίκτυα όσο και τα νομίμως λειτουργούντα αναλογικά τηλεοπτικά δίκτυα. 
 Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική διάταξη δυνάμει της οποίας, για τους σκοπούς της μετατροπής των υφιστάμενων αναλογικών τηλεοπτικών δικτύων σε ψηφιακά δίκτυα, λαμβάνονται υπόψη και τα παρανόμως λειτουργούντα αναλογικά τηλεοπτικά δίκτυα, εφόσον η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση ή ακόμη και την ενίσχυση αδικαιολόγητου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Υπόθεση C-80/16, ArcelorMittal Atlantique et Lorraine SASU κατά Ministre de l’Écologie, du Développement durable et de lʼÉnergie - Προδικαστική
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Montreuil της Γαλλίας (Tribunal Administratif de Montreuil) και αναφέρεται στο κύρος της Αποφάσεως 2011/278/ΕΕ της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό ενωσιακών μεταβατικών κανόνων για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 10α της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ArcelorMittal Atlantique et Lorraine SASU, η οποία εκμεταλλεύεται βιομηχανικές εγκαταστάσεις που παράγουν αέρια θερμοκηπίου και του Υπουργού Οικολογίας, Αειφόρου Ανάπτυξης και Ενέργειας. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είναι το κύρος αποφάσεως του Υπουργού, που καθορίζει τον κατάλογο των επιχειρήσεων στις οποίες χορηγούνται δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και το ύψος των δωρεάν χορηγούμενων δικαιωμάτων για το χρονικό διάστημα 2013-2020.
Με το πρώτο του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο, να αποφανθεί επί του κύρους της Αποφάσεως 2011/278 της Επιτροπής ως προς τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να προσδιορίσει τον δείκτη αναφοράς του θερμού μετάλλου, καθόσον αποκλείει τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου οι οποίες συνδέονται με τα απαέρια (πρωτογενή αέρια που εξέρχονται από τον αεραγωγό του αποτεφρωτήρα, πριν από οποιαδήποτε επεξεργασία) που ανακυκλώνονται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Το ΔΕΕ τόνισε ότι αν η δωρεάν χορήγηση δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου αφορούσε αυτομάτως το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από απαέρια, τούτο θα ισοδυναμούσε με χορήγηση δωρεάν δικαιωμάτων όχι μόνο για τις συμπληρωματικές εκπομπές που πρέπει να αντισταθμίζονται με τον τρόπο αυτόν ώστε να μην αποθαρρύνεται η ανάκτηση των ως άνω αερίων, αλλά και για τις εκπομπές που θα δημιουργούνταν για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιούμενου καυσίμου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της Αποφάσεως 2011/278 υπό το πρίσμα του άρθρου 10α, παρ. 1, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/87.
Με το τέταρτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους της Αποφάσεως 2011/278 καθόσον η Επιτροπή, παραλείποντας να διευκρινίσει ειδικά τους λόγους των επιλογών της στο πλαίσιο του προσδιορισμού του δείκτη αναφοράς του θερμού μετάλλου, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ.
Το ΔΕΕ δέχτηκε ότι οι λόγοι για την επιλογή των εγκαταστάσεων αναφοράς παρατίθενται με τρόπο σαφή και επαρκή στην Απόφαση 2011/278, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 2, 4, 6 και 8. Έτσι, γίνονται αντιληπτοί οι λόγοι που υπαγόρευσαν την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, καθώς και οι σκοποί της, σε αυτές δε περιλαμβάνονται επίσης ορισμένες τεχνικές διευκρινίσεις.
Ως εκ τούτου το ΔΕΕ έκρινε ότι η Επιτροπή τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της Αποφάσεως 2011/278.

11.  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Αυγούστου 2017, Υπόθεση C-271/17 PPU, Sławomir Andrzej Zdziaszek - Προδικαστική
Η αίτηση αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 4α, παρ. 1, της Αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4α της ανωτέρω αποφάσεως «Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης: [...........] β)   το πρόσωπο τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει δε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη, και εκπροσωπήθηκε όντως από αυτόν τον δικηγόρο στη δίκη [.........]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πλημμελειοδικείο του Άμστερνταμ των Κάτω Χωρών (Rechtbank Amsterdam) στο πλαίσιο της εκτελέσεως στις Κάτω Χώρες ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από το Περιφερειακό δικαστήριο του Gdańsk της Πολωνίας σε βάρος του Sławomir Andrzej Zdziaszek, προκειμένου αυτός να εκτίσει στην Πολωνία στερητική της ελευθερίας ποινή. Ειδικότερα, με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ζητείται η σύλληψη και παράδοση του S. A. Zdziaszek, Πολωνού υπηκόου που κατοικεί στις Κάτω Χώρες, προκειμένου να εκτίσει στην Πολωνία δύο στερητικές της ελευθερίας ποινές.  
Το ζήτημα που τέθηκε με τη συγκεκριμένη απόφαση είναι εάν αν η φράση «δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης», κατά το άρθρο 4α, παρ. 1, της έχει την έννοια ότι αφορά την κατ’ έφεση δίκη ή/και μια διαδικασία για την τροποποίηση μιας ή περισσοτέρων ποινών στερητικών της ελευθερίας οι οποίες είχαν επιβληθεί προηγουμένως, όπως αυτή που κατέληξε στην έκδοση της δικαστικής αποφάσεως η οποία επιβάλλει συνολική ποινή. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η φράση «δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης», κατά το άρθρο 4α, παρ. 1, της Αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, έχει την έννοια ότι δεν αφορά μόνον τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της κατ’ έφεση αποφάσεως, αλλά και μια μεταγενέστερη διαδικασία, που κατέληξε στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως η οποία επιβάλλει συνολική ποινή, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχή που εξέδωσε την τελευταία αυτή απόφαση είχε εξουσία εκτιμήσεως.