Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 4/2018
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ: ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2017
Επιμέλεια, Πρόλογος: Μ. Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής, ΔΠΘ 

(Ηλεκτρονικό περιοδικό DIGESTAONLINE 2018)

Στo σημείωμα που ακολουθει προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο, Γενικό Δικαστήριο και Ειδικευμένα Δικαστήρια) κατά το έτος 2017. Πρόκειται για μία καταγραφή των αποφάσεων των παραπάνω Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Τέτοιες θεωρούμε, κυρίως, τις αποφάσεις επί προσφυγών για παράβαση που ασκήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, τις αποφάσεις επί προσφυγών ακυρώσεως, κατά παραλείψεων και αποζημιώσεως που ασκήθηκαν από την ελληνική Κυβέρνηση ή από Έλληνες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) κατά των κοινοτικών οργάνων, τις προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, τις παραπομπές στο Δικαστήριο εκ μέρους δικαστηρίων άλλων Κρατών-μελών, στις οποίες εμπλέκεται Έλληνας ως διάδικος στην κύρια δίκη και, τέλος, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου (ΔΕΕ) επί αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου (ΓΔΕΕ). 
Καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο οι υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των κοινοτικών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.
Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:
1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2017) καταγράφτηκαν  είκοσι μια (21) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος σε σύγκριση με προηγούμενα έτη (μόλις 11 αποφάσεις το 2011 και το 2013, 13 το 2012 και 17 το 2016), χωρίς, ωστόσο, να προσεγγίζει τον ως ένα βαθμό υπερβολικό αριθμό των σαράντα (40) αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον για το 2014. Όπως είχαμε παρατηρήσει ο αριθμός αυτός ήταν ιδιαίτερα υψηλός και οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα). Ωστόσο, και ο αριθμός των αποφάσεων γενικότερου ή εθνικού ενδιαφέροντος (21) είναι αρκετά αυξημένος και οφείλεται σε αποφάσεις επί  υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων, που παρουσιάζουν μια τάση ανόδου τα τελευταία έτη ενώ και οι αποφάσεις επί προσφυγών για παράβαση, που είναι ελαφρώς αυξημένες την περίοδο αναφοράς, και ήρθαν να υπερκαλύψουν τον σταθερά μειωμένο αριθμό προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων.
2. Το 2017 παρουσιάζεται η ίδια βελτιωμένη εικόνα της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται πέντε (5) καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς (η αποκλιμάκωση ξεκίνησε το 2010 με επτά (7) καταδικαστικές αποφάσεις, ενώ το 2011 καταγράφηκαν  τέσσερεις (4), το 2102  πέντε (5), το 2013 δύο (2), 2014 τέσσερις (4), το 2015 τρεις (3) και το 2014 τέσσερεις (4) καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος της χώρας μας). Ο αριθμός αυτός σταθερά κινείται στο μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου πέντε (5) ή και λίγο παρακάτω κάποιες χρονιές.  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στο αντίστοιχο σημείωμά μας για το 2014, οπότε παρέλκει η εκτενής επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: Στη σημασία που φαίνεται να αποδίδει πλέον η χώρα μας στην τήρηση των υποχρεώσεών της έναντι της Ένωσης, στην προσπάθεια να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις   διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της ενωσιακών θεσμών και, τέλος, στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί αυτόνομα αν η κατάσταση αυτή οφείλεται και στην πίεση που ασκείται από την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (τρόικα και κουαρτέτο) κατόπιν της προσφυγής της στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς από το Μάιο 2010. 
Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ως θετικό το γεγονός ότι μεταξύ των πέντε (5) καταδικαστικών αποφάσεων του 2017 δεν καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ (Το 2009 ο αριθμός των καταδικαστικών αποφάσεων με τις οποίες επιβλήθηκαν χρηματικές κυρώσεις κατά της χώρας μας έφτασε στις έξι (6), που συνιστούσε μια εξαιρετικά αρνητική και επώδυνη οικονομικά για τη χώρα μας επίδοση).
Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι μεταξύ των πέντε (5) καταδικαστικών αποφάσεων οι δύο (2) αφορούν γενικότερα την προστασία του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη (οι υπόλοιπες αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται παράβαση εντοπίζονται στους τομείς της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων, των κρατικών ενισχύσεων και της ενέργειας). Αν παρατηρήσει κανείς καλύτερα θα διαπιστώσει ότι οι παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας τόσο το 2017 όσο και τα προηγούμενα έτη εντοπίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην επεξεργασία των  αστικών λυμάτων και στη διαχείριση των αποβλήτων. Αυτό ενισχύει προηγούμενο συμπέρασμά μας ότι οι τομείς αυτοί έχουν αναδειχθεί στα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος.   
3. Το 2017 εντοπίζονται μόλις δύο (2) αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που προήλθαν από τον Άρειο Πάγο και το Εφετείο Αθηνών. Η σταθερά μικρή έως ελάχιστη συνεργασία των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ μέσω της προδικαστικής διαδικασίας και το 2017 επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 
 Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων  κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιμετώπισης τόσο από τις Νομικές Σχολές όσο και από τα αρμόδια διοικητικά και εκπαιδευτικά όργανα της δικαιοσύνης. 
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες), η καθιέρωση ταχείας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπή, καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικέ Υποθέσεις). 
Δες την Ανασκόπηση 2017 εδώ
CES-DUTH ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 2/2018
Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο για την έναρξη λειτουργίας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. εντός του οικείου ευρωπαϊκού περιγράμματος 
Μαριάνα Τζούλη, Δικηγόρος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

(Περιβάλλον & Δίκαιο, Τεύχος 4/2017, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 681 – 692)

Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται το ελληνικό νομικό πλαίσιο που διέπει το σύνολο των διαδικασιών μέχρι να ξεκινήσει τη λειτουργία της μια εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρισμού από Α.Π.Ε.. Συγκεκριμένα, αφετηρία αποτέλεσε το άρθρο 194 της ΣΛΕΕ που στοχεύει στην υλοποίηση μίας εσωτερικής αγοράς στον τομέα της ενέργειας, όπως και το ελληνικό Σύνταγμα που παραθέτει τη συναφή με την ενέργεια πολιτική, που είναι η διαφύλαξη του περιβάλλοντος. Οι δύο παραπάνω πολιτικές συνδέονται άρρηκτα με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) για τις οποίες αναλύεται ο ορισμός της έννοιάς τους όπως και τα πλεονεκτήματά τους. Παρουσιάζεται η ισχύουσα Οδηγία 2009/28/ΕΚ που διέπει τις Α.Π.Ε. και παρατίθενται οι στόχοι της που ισχύουν μέχρι το 2020, όπως επίσης  αναλύονται και οι μελλοντικές στοχεύσεις της Ένωσης με απώτατο χρονικό όριο το 2050. Εκτίθεται το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο του ν. 3468/2006, που διέπει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε., όπως ισχύει σήμερα κατόπιν των τροποποιήσεων του από τους νόμους 3851/2010, 4062/2012 και 4414/2016. Εξάλλου, αποτυπώνονται και οι ελληνικές δεσμεύσεις που συγκεκριμενοποιούν τους στόχους της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, οι οποίες συγκροτήθηκαν βάσει αυτών. Παράλληλα, δίνεται ο ορισμός της έννοιας της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από Α.Π.Ε. βάσει του ν.3468/2006. Έπειτα, περιγράφονται οι προϋποθέσεις απόκτησης άδειας παραγωγής, άδειας εγκατάστασης και άδειας λειτουργίας αλλά και απόκτησης Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.). Ενώ αναλύεται και η αξία των Α.Π.Ε., που αποδεικνύεται με την κατά προτεραιότητα κατανομή του φορτίου που δίνεται από τον αντίστοιχο διαχειριστή όσον αφορά την παραγόμενη από μονάδες που αξιοποιούν Α.Π.Ε., ηλεκτρική ενέργεια, όταν οι μονάδες αυτές συνδέονται με το Σύστημα ή το Δίκτυο. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι αλλαγές που επήλθαν στο ν.3468/2006 από το ν.4414/2016 και έτσι αναλύεται η έννοια της σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας η οποία αντικαθίσταται βαθμιαία από τη Σύμβαση Λειτουργικής Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας (Σ.Ε.Δ.Π.) αλλά και το μεταβατικό πλαίσιο που θα ισχύσει, όπως και το καθεστώς τιμολόγησης της παραγόμενης από Α.Π.Ε. ηλεκτρικής ενέργειας τόσο το παλαιό όσο και το νέο. Ενώ παρουσιάζεται και ο τρόπος πιστοποίησης  ότι η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται πράγματι από Α.Π.Ε., όπως και η έννοια του Ειδικού Τέλους που βαρύνει τους παραγωγούς ηλεκτρισμού από Α.Π.Ε. αλλά και οι κυρώσεις παραβίασης των επιταγών του ν.3468/2006. Τέλος γίνεται μία αποτίμηση των παθογενειών της ελληνικής  πραγματικότητας που εμποδίζουν την εξάπλωση των Α.Π.Ε. στη χώρα μας και προτείνονται λύσεις εξάλειψης αυτών.
Δες τη μελέτη εδώ

Μαριάνα Τζούλη, Δικηγόρος  Θεσσαλονίκης, Μ.Δ.Ε. Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
E-mail: marianatzouli92@yahoo.gr


CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 2/2018
ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ 
Χρηματιστήριο Ενέργειας – Σύσταση Ειδικής Επιτροπής για το Κλίμα – 
Ενεργειακές Κοινότητες
Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ, Ειδικός Συνεργάτης Νομικής Σχολής ΔΠΘ

1. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Οι εξελίξεις στην αγορά ενέργειας συνεχίζονται με στόχο την επίτευξη των στόχων της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού στα Κράτη-μέλη της. Μια από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στην ενεργειακή πολιτική εισήχθη με τον νόμο  4512/2018 (ΦΕΚ Α' 5/17.01.2018), που φέρει τον τίτλο «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις». Το μέρος Γ του ανωτέρω νόμου, που φέρει τον τίτλο «Χρηματιστήριο Ενέργειας» τροποποιεί  τον νόμο 4425/2016 (ΦΕΚ Α'185/30.09.2016) «Επείγουσες ρυθμίσεις των Υπουργείων Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» και τον νόμο 4001/2011 (ΦΕΚ Α 179/22.8.2011) «Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις». Με το άρθρο 80 του νόμου 4512/2018 εισάγεται το άρθρο 9 στον νόμο 4425/2016, το οποίο αναφέρεται στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, που αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό μηχανισμό επίτευξης των στόχων της ενεργειακής πολιτικής. Ως χρηματιστήριο ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 74 στοιχεία α και β ν. 4512/2018 ορίζεται η ανώνυμη εταιρεία που διαχειρίζεται μία ή και περισσότερες αγορές ενέργειας ή και ενεργειακές χρηματοπιστωτικές αγορές ενώ ως αγορές ενέργειας νοούνται οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, οι αγορές φυσικού αερίου και οι περιβαλλοντικές αγορές. Παράλληλα, τροποποιείται και ο νόμος 4001/2011 (άρθρο 96 του ν. 4512/2018) και εισάγονται τα νέα άρθρα 117Α, 117Β, 117Γ, 117Δ και 117Ε. Με τις ανωτέρω τροποποιήσεις ιδρύεται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας Α.Ε.» και με το διακριτικό τίτλο ΕΧΕ Α.Ε. Για την ίδρυση της ανωτέρω εταιρείας, η εταιρεία με την επωνυμία «Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.» και με το διακριτικό τίτλο «ΛΑΓΗΕ Α.Ε.» εισφέρει, εντός τριών (3) μηνών τη λειτουργία και διαχείριση του κλάδου που περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως : 
(α) Τη διενέργεια του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού, 
(β) Τη συνεργασία με τους Διαχειριστές της αγοράς, 
(γ) Την τήρηση ειδικού Μητρώου Συμμετεχόντων στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό και την εγγραφή των Συμμετεχόντων, 
(δ) Την οργάνωση και διεξαγωγή δημοπρασιών πώλησης προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση, 
(ε) την είσπραξη από τους συμμετέχοντες των τελών καθώς και κάθε άλλη ειδικότερη υποχρεωτική ή δυνητική αρμοδιότητα είχε ο Λειτουργός, στα πλαίσια του κλάδου της ηλεκτρικής ενέργειας. 
Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας «Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας Α.Ε.» καλύπτεται από την εισφορά του μεταβιβαζόμενου κλάδου από την ΛΑΓΗΕ Α.Ε. καθώς και με την καταβολή μετρητών ποσού κατ' ελάχιστο ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ από νομικά πρόσωπα. Ειδικότερα, κατά την εισφορά του κλάδου μεταφέρονται στην Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας Α.Ε.: Τα πάγια της ΛΑΓΗΕ Α.Ε. που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο και τα ειδικά αποθεματικά ή μέρος αυτών του εισφερόμενου Κλάδου που απεικονίζονται στον τελευταίο ισολογισμό της ΛΑΓΗΕ Α.Ε. Επιπροσθέτως, κατά τη σύσταση και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της «Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας Α.Ε.», η συνολική συμμετοχή σε αυτήν εταιρειών, στις οποίες το Δημόσιο κατέχει το σύνολο ή την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου, δεν επιτρέπεται να κατέλθει σε ποσοστό μικρότερο του 35% και να ανέλθει σε ποσοστό μεγαλύτερο του 49% του μετοχικού κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου της. 
Στόχος του Χρηματιστηρίου Ενέργειας είναι η μετάβαση από το μοντέλο της υποχρεωτικής συμμετοχής στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (mandatory pool) στο μοντέλο στόχος (target model) σύμφωνα με το οποίο η χονδρεμπορική αγορά ενέργειας θα λειτουργήσει με καλύτερους όρους διαφάνειας και ανταγωνισμού. Το μοντέλο στόχος στοχεύει στην δημιουργία των ελάχιστων προϋποθέσεων, που πρέπει να εφαρμόζονται στις εθνικές αγορές ενέργειας προκειμένου να επιτευχθεί η σύζευξη των αγορών της Ε.Ε, η προώθηση του ανταγωνισμού και η προστασία των καταναλωτών ενέργειας. 
Βάσει του μοντέλου στόχος θα διαμορφωθούν τέσσερις (4) διαφορετικές ενεργειακές αγορές: 
η προθεσμιακή αγορά (Forward Market), 
η προ-ημερήσια αγορά ή αγορά επόμενης ημέρας (Day-ahead Market), 
η Ενδοημερήσια αγορά (Intra-Daymarket) και 
η αγορά Εξισορρόπησης (Balancing Market).

Στην παρούσα φάση αναμένεται η υποβολή του επενδυτικού σχεδίου από τη ΛΑΓΗΕ ΑΕ στη ΡΑΕ, που αφορά τη δημιουργία της εταιρείας Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας (η υποβολή του σχεδίου έχει οριστεί για τις 17 Απριλίου 2018 αλλά αναμένεται να δοθεί παράταση μέχρι τις 30 Απριλίου 2018). Ας σημειωθεί, επίσης,  ότι  από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της απόσχισης και, το αργότερο, εντός τριών μηνών η εταιρεία «Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας Α.Ε». λαμβάνει έγκριση από τη ΡΑΕ για τη λειτουργία της ως Χρηματιστηρίου Ενέργειας και για τη διαχείριση και λειτουργία της Αγοράς Επόμενης Ημέρας και της Ενδοημερήσιας Αγοράς. Επίσης η «Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας Α.Ε.» συστήνει νέα εταιρεία και καταθέτει στην ΡΑΕ επιχειρησιακό σχέδιο νέας εταιρείας, η οποία θα αποτελέσει το φορέα εκκαθάρισης. Το ανωτέρω σχέδιο θα έχει ως περιεχόμενο την υλοποίηση της εκκαθάρισης της Αγοράς Επόμενης Ημέρας και της Ενδοημερήσιας Αγοράς από τη νέα εταιρεία (Φορέας Εκκαθάρισης). 

2. ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΙΜΑ

Με την Πράξη 27 της 27.12.2017 του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 204/28.12.2017) δημιουργήθηκε η Εθνική Επιτροπή για την Ενέργεια και το Κλίμα. Οι κύριες αρμοδιότητες της Επιτροπής είναι: 
(α) Η διαμόρφωση εθνικών προτεραιοτήτων, μεθοδολογίας και κατευθύνσεων για τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας, 
(β) η εκπόνηση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), 
(γ) Η επεξεργασία σεναρίων ανάπτυξης των ενεργειακών συστημάτων της χώρας, 
δ) Ο σχεδιασμός και η προώθηση προτάσεων ενεργειακών πολιτικών και δράσεων. 
Οι ανωτέρω αρμοδιότητες θα υλοποιηθούν σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ  συστήνεται πενταμελής Γραμματεία Διακυβέρνησης, η οποία έχει ως αρμοδιότητα την παρακολούθηση της πορείας εκπόνησης του ΕΣΕΚ. Στην συγκεκριμένη επιτροπή συμμετέχουν εκπρόσωποι κρατικών φορέων, κοινωνικών και παραγωγικών φορέων καθώς επίσης και εκπρόσωποι της αγοράς. Η δημιουργία της Επιτροπής αναμένεται να ενισχύσει τον μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας σε συνάρτηση με τον στόχο της ΕΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

3. ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

Με το νόμο 4513/2018 (ΦΕΚ Α 9/23.1.2018) «Ενεργειακές Κοινότητες και άλλες διατάξεις» επιτρέπεται η δυνατότητα ίδρυσης Ενεργειακών Κοινοτήτων. Η Ενεργειακή Κοινότητα είναι αστικός συνεταιρισμός αποκλειστικού σκοπού με ποικίλους στόχους. Στόχοι της Ενεργειακής Κοινότητας αποτελούν: 
(α) Η προώθηση της κοινωνικής - αλληλέγγυας οικονομίας και η προώθηση της καινοτομίας στον ενεργειακό τομέα, 
(β) Η αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας και η προαγωγή της ενεργειακής αειφορίας, 
(γ). Η παραγωγή, αποθήκευση, ιδιοκατανάλωση, διανομή και προμήθεια ενέργειας, 
(δ) Η ενίσχυση της ενεργειακής αυτάρκειας και ασφάλειας σε νησιωτικούς δήμους, 
(ε) Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας στην τελική χρήση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο μέσω της δραστηριοποίησης στους τομείς των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και της Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.), 
(στ) Η ανάπτυξη δικτύου, διαχείριση και εκμετάλλευση υποδομών εναλλακτικών καυσίμων. Επιπροσθέτως, ο νόμος περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα μέλη και τις αρμοδιότητες των Ενεργειακών  Κοινοτήτων. 
Αναφορικά με τις ανωτέρω κοινότητες μπορούμε να παραθέσουμε τις εξής παρατηρήσεις: 
Πρώτον, Οι Ενεργειακές Κοινότητες ενισχύουν το στοιχείο της τοπικότητας και ενδυναμώνουν το ρόλο των πολιτών και των τοπικών φορέων στον ενεργειακό τομέα διότι σε αυτές δύνανται να συμμετάσχουν φυσικά πρόσωπα, νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, Οργανισµοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθµού, καθώς και άλλα νομικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου εκτός των Ο.Τ.Α.. 
Δεύτερον, Οι Ενεργειακές Κοινότητες δραστηριοποιούνται στους τομείς των Α.Π.Ε., της Σ.Η.Θ.Υ.Α., της ενεργειακής αποδοτικότητας, της παραγωγής, διανομής και προμήθειας ενέργειας σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. 
Τρίτον, Υπό το σημερινό καθεστώς τα περισσότερα νησιά στην Ελλάδα (κυρίως στο Αιγαίο) ηλεκτροδοτούνται από αυτόνομα ηλεκτρικά συστήματα µε παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας κατά κύριο λόγο από τοπικούς σταθμούς παραγωγής, οι οποίοι λειτουργούν µε καύσιμο πετρέλαιο και από σταθμούς Α.Π.Ε. Η διασύνδεση των νησιών με το ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα παρουσιάζει τεχνικές και οικονομικές δυσκολίες. Έτσι, στις νησιωτικές περιοχές της Ελλάδας η χρήση συμβατικών καυσίμων και η ανάγκη συνεχούς ενίσχυσης του συμβατικού δυναμικού παραγωγής των νησιών αυτών λόγω της μεγάλης εποχιακής διακύμανσης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από την έντονη τουριστική δραστηριότητα, δημιουργεί σημαντικά περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος νόμος εισάγει ειδικές ρυθμίσεις για τις Ενεργειακές Κοινότητες που δραστηριοποιούνται σε νησιωτικές περιοχές με μικρό πληθυσμό λαμβάνοντας υπόψη ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της χώρας, που αποτελούν οι νησιωτικές περιοχές (Άρθρο 6 του νόμου 4513/2018)

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αγορά ενέργειας βρίσκεται σε «διαρκή κίνηση». Η δημιουργία των χρηματιστηρίων ενέργειας υποδηλώνει την προσπάθεια των Κρατών-μελών της ΕΕ να δημιουργήσουν μια κοινή αγορά ενέργειας. Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η ενοποίηση των εθνικών αγορών ενέργειας αποτελεί ένα «ακανθώδες έργο», που απαιτεί οικονομικές τεχνικές και εν τέλει νομικές εκτιμήσεις. Ωστόσο, η ενοποίηση της αγοράς σε περιφερειακό και αργότερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι απαραίτητος όρος για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού της ΕΕ, της αντιμετώπισης ενεργειακών κρίσεων και της προστασίας του καταναλωτή. Ο απώτερος στόχος φαίνεται να είναι η δημιουργία ενιαίων τιμών ενέργειας στην ΕΕ και η άμεση μεταφορά ενέργειας σε χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα χωρίς αύξηση του κόστους ενέργειας. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά όργανα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ότι το φθηνότερο κόστος ενέργειας μπορεί να εξυπηρετείται από τα χρηματιστήρια ενέργειας αλλά θα πρέπει να συνοδεύεται από τη βελτίωση του ευρωπαϊκού δικτύου ενέργειας, το οποίο στην παρούσα φάση δεν δύναται να θεωρηθεί αποτελεσματικό. Καταληκτικά όλες οι ανωτέρω αλλαγές στο ελληνικό ενεργειακό τομέα (που παρακολουθούν την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική) θα αποδείξουν τη σημασία τους και τη συνεισφορά τους στο επίπεδο της καθημερινότητας και της πρακτικής αντιμετώπισης  προβλημάτων. Πάντως, η νομοθέτηση του ανωτέρω θεσμικού πλαισίου αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό βήμα για την επίτευξη των στόχων της ενεργειακής πολιτικής σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.


Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Φεβρουάριος 2018 
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-590/16, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας – Παράβαση Κράτους-μέλους 

Η Επιτροπή ζήτησε με την προσφυγή της από το ΔΕΕ να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις της, οι οποίες προκύπτουν  από το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που επιτρέπει την πώληση αφορολόγητων πετρελαιοειδών προϊόντων από τα πρατήρια της «Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών AE», τα οποία βρίσκονται στους μεθοριακούς σταθμούς Κήπων Έβρου, Κακαβιάς και Ευζώνων, ήτοι σε περιοχές που συνορεύουν με τρίτες χώρες (Τουρκία, Αλβανία, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 της επίμαχης Οδηγίας  «Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά το χρόνο και στο κράτος μέλος θέσης σε ανάλωση των προϊόντων.»
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζοντας και διατηρώντας την επίδική εθνική νομοθεσία παραβίασε τις υποχρεώσεις της, που προκύπτουν από το άρθρο 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2008/118.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-328/16, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας - Παράβαση Κράτους-μέλους (Άρθρο 260 παρ. 2 ΣΛΕΕ)

Η προσφυγή ασκήθηκε από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 260 παρ. 2 ΣΛΕΕ με αίτημα την αναγνώριση ότι η Ελληνική Δημοκρατία μη λαμβάνοντας όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως C 119/02 της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας, παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή ζήτησε από το ΔΕΕ να διατάξει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 34.974 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στην εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως της από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου μέχρι την ημερομηνία που θα έχει εκτελεστεί η απόφαση και ημερήσιο κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 3.828 ευρώ, από την ημερομηνία εκδόσεως της μη εφαρμοσθείσας απόφασης έως την ημερομηνία που θα εκδοθεί η απόφαση στην παρούσα υπόθεση ή την ημερομηνία εκτελέσεως της εάν επέλθει νωρίτερα.
Να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της απόφασης C 119/02 της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εγκατάσταση αποχετευτικού δικτύου των αστικών λυμάτων της περιοχής του Θριάσιου Πεδίου και μη υποβάλλοντας σε επεξεργασία αυστηρότερη της δευτεροβάθμιας τα αστικά λύματα της περιοχής αυτής πριν από την απόρριψή τους στην ευαίσθητη περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας, παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από το άρθρο 3, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 5, παρ. 2, της Οδηγίας 91/271.
Το ΔΕΕ έκρινε  ότι:
1. Η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της C-119/02 παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παρ. 1 ΣΛΕΕ.
2.    Σε περίπτωση που η παράβαση εξακολουθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 3.276.000 ευρώ ανά εξάμηνο καθυστερήσεως στην εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την επίμαχη απόφαση από την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως έως την πλήρη εκτέλεσή της.
3. Η Ελληνική Δημοκρατία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 5 εκατομμυρίων ευρώ.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-64/16, Associação Sindical dos Juízes Portugueses κατά Tribunal de Contas - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας (Supremo Tribunal Administrativo) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της συνδικαλιστικής ένωσης Πορτογάλων δικαστών και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η μείωση των αποδοχών των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατ’ εφαρμογή νόμου, ο οποίος μείωσε προσωρινά το ύψος των αποδοχών στον δημόσιο τομέα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσεως στην Πορτογαλία. Στο πλαίσιο της ασκούμενης προσφυγής κατά των διοικητικών πράξεων που μείωναν τις αποδοχές των δικαστών, η Ένωση των δικαστών υποστήριξε  ότι τα μέτρα μειώσεως των αποδοχών συνεπάγονταν παραβίαση της «αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών», η οποία κατοχυρώνεται από το Πορτογαλικό Σύνταγμα, αλλά και από το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 19 ΣΕΕ και άρθρο 45 ΧΘΔ).
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών δεν επιτρέπει την εφαρμογή γενικών μέτρων μειώσεως αποδοχών στα μέλη της δικαστικής εξουσίας Κράτους-μέλους, τα οποία μέτρα υπαγορεύονται από επιταγές περί εξαλείψεως υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος και συνδέονται με πρόγραμμα χρηματοοικονομικής συνδρομής εκ μέρους της Ένωσης.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, αρχικά, ότι η καταβολή αποδοχών στους δικαστικούς λειτουργούς αποτελεί εγγύηση σύμφυτη με την ανεξαρτησία των δικαστών και θα πρέπει να τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν. Ωστόσο, έκρινε ότι το άρθρο 19, παρ. 1 ΣΕΕ έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή μέτρων μειώσεως των αποδοχών προκειμένου να ασκηθεί πολιτική εξάλειψης υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-518/15, Ville de Nivelles κατά Rudy Matzak – Προδικαστική 

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2 και του άρθρου 17, παρ. 3, στοιχ. γ, σημείο iii, της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ανωτέρω Οδηγίας «Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: 1. χρόνος εργασίας: κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, 2. περίοδος ανάπαυσης: κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας». Επιπρόσθετα και σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3, στοιχ. γʹ, σημείο iii «Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, παρεκκλίσεις από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16, είναι δυνατόν να επιτρέπονται: [...] γ)      για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής, ιδίως: [...] iii)      για τις υπηρεσίες τύπου, ραδιοφωνίας, τηλεόρασης, κινηματογράφου, ταχυδρομείων ή τηλεπικοινωνιών, τις υπηρεσίες ασθενοφόρων, τις πυροσβεστικές υπηρεσίες ή την πολιτική άμυνα· [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών (Cour du Travail de Bruxelles )  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Δήμου της Nivelles και του Rudy Matzak σχετικά με τις αποδοχές για υπηρεσίες παρεχόμενες εντός της πυροσβεστικής υπηρεσίας του Δήμου. Ειδικότερα, ο R. Matzak ανέλαβε υπηρεσία στον Δήμο της Nivelles τον Αύγουστο του 1980 και απέκτησε την ιδιότητα του εθελοντή πυροσβέστη μετά από ένα έτος. Τον Δεκέμβριο του 2009, o Matzak άσκησε αγωγή προκειμένου να υποχρεωθεί ο Δήμος της Nivelles να του καταβάλει το ποσό του ενός ευρώ, προσωρινώς καθοριζόμενο ως αποζημίωση για τη μη καταβολή, κατά τα έτη της υπηρεσίας του, των αποδοχών για τις υπηρεσίες που παρείχε με την ιδιότητα του εθελοντή πυροσβέστη, ιδίως για τις υπηρεσίες που συνίσταντο στις κατ’ οίκον εφημερίες ετοιμότητας. Η αγωγή έγινε αποδεκτή στο μεγαλύτερο μέρος της σε πρώτο βαθμό και εν συνεχεία ο Δήμος άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2 της Οδηγίας 2003/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο χρόνος κατ’ οίκον εφημερίας ενός εργαζομένου, κατά τον οποίον έχει την υποχρέωση να ανταποκρίνεται στις κλήσεις του εργοδότη του εντός 8 λεπτών, υποχρέωση που περιορίζει σε πολύ σημαντικό βαθμό τις δυνατότητες αναλήψεως άλλων δραστηριοτήτων, πρέπει να θεωρηθεί ως «χρόνος εργασίας».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο χρόνος κατά τον οποίον ένας εργαζόμενος παραμένει κατ’ οίκον στο πλαίσιο των εφημεριών ετοιμότητας με την υποχρέωση να ανταποκρίνεται στις κλήσεις του εργοδότη του εντός 8 λεπτών αποτελεί  υποχρέωση που περιορίζει σε πολύ σημαντικό βαθμό τις δυνατότητες αναλήψεως άλλων δραστηριοτήτων και θα πρέπει να θεωρείται ως «χρόνος εργασίας».

5. ΔΕΕ, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-518/16 «ZPT» AD κατά Narodno sabranie na Republika Bulgaria κ.λπ. - Προδικαστική

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, στοιχ. δ, του Κανονισμού 1998/2006/ΕΚ της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας σε σχέση με το άρθρο 35 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της Σόφιας της Βουλγαρίας (Sofiyski gradski sad) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της «ZPT» AD και, αφετέρου, του Εθνικού Κοινοβουλίου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου και της Εθνικής Υπηρεσίας Δημοσίων Εσόδων με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 1, παρ. 1, στοιχείο δ, του Κανονισμού 1998/2006. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 στοιχ. δ του επίμαχου Κανονισμού «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις σε όλους τους τομείς, εκτός από: [...] δ)  ενισχύσεις για δραστηριότητες που σχετίζονται με εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη, ιδίως δε ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, με τη δημιουργία και λειτουργία δικτύου διανομής ή με άλλες τρέχουσες δαπάνες που σχετίζονται με εξαγωγική δραστηριότητα·[...]». Η εθνική ρύθμιση,  ήτοι το άρθρο 182, παρ. 2, του Zakon Νόμου περί φορολογίας νομικών προσώπων όριζε: «Η φορολογική ελάφρυνση η οποία συνιστά ενίσχυση ήσσονος σημασίας δεν ισχύει: [...] 7) όσον αφορά την επένδυση στοιχείων του ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες συνδεόμενες με τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη»
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 1, στοιχείο δ, του Κανονισμού 1998/2006 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία αποκλείει από το ευεργέτημα της φορολογικής ελαφρύνσεως, η οποία συνιστά ενίσχυση ήσσονος σημασίας τις επενδύσεις στοιχείων του ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες συνδεόμενες με τις εξαγωγές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω διάταξη του εθνικού δικαίου.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-359/16, Altun κ.λπ. – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 14, σημείο 1, στοιχ. αʹ, του Κανονισμού 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 14, σημείο 1 στοιχ. α του ανωτέρω Κανονισμού «Ο κανόνας του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ισχύει, με την επιφύλαξη των ακόλουθων εξαιρέσεων και ειδικών περιπτώσεων: 1) α)  το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους σε επιχείρηση, στην οποία κανονικά υπάγεται και η οποία τον αποσπά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προς εκτέλεση εργασίας για λογαριασμό της, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας αυτής δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και ότι δεν αποστέλλεται σε αντικατάσταση άλλου προσώπου του οποίου έληξε η περίοδος αποσπάσεως». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο του Βελγίου (Hof van Cassatie) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά των Ömer Altun, Abubekir Altun, Sedrettin Maksutogullari και Yunus Altun, καθώς και κατά των Absa NV, M. Sedat BVBA και Alnur BVBA, με αντικείμενο την απόσπαση Βούλγαρων εργαζομένων στο Βέλγιο. Ειδικότερα η Κοινωνική Επιθεώρηση του Βελγίου πραγματοποίησε έλεγχο σχετικά με την απασχόληση του προσωπικού της ABSA (Εταιρεία Βελγικού Δικαίου). Από την έρευνα προέκυψε ότι εν λόγω εταιρεία δεν απασχολούσε προσωπικό αλλά ανέθετε όλες τις εργασίες της καθ’ υπεργολαβία σε βουλγάρικες επιχειρήσεις, οι οποίες αποσπούσαν εργαζομένους στο Βέλγιο. Αποδείχθηκε ότι εργαζόμενοι δεν δηλώνονταν στον αρμόδιο, για την είσπραξη εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, φορέα διότι διέθεταν πιστοποιητικά Ε 101. Ας σημειωθεί ότι το πιστοποιητικό Ε 101, το οποίο χορηγείται από τον αρμόδιο φορέα Κράτους-μέλους (Βουλγαρία), ισχύει στην εσωτερική έννομη τάξη του Κράτους-μέλους (Βέλγιο) στο οποίο μεταβαίνει ο μισθωτός εργαζόμενος για να παράσχει την εργασία του και ως εκ τούτου, δεσμεύει τους αρμόδιους φορείς του Κράτους-μέλους αυτού (Βέλγιο). 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με τη συγκεκριμένη απόφαση ήταν αν το άρθρο 14, σημείο 1, στοιχ. αʹ, του Κανονισμού 1408/71 και το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 574/72 έχουν την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος απασχολούμενος από επιχείρηση εγκατεστημένη στο έδαφος Κράτους- μέλους (Βουλγαρία) έχει αποσπασθεί στο έδαφος άλλου Κράτους-μέλους (Βέλγιο), δικαστήριο του τελευταίου αυτού Κράτους-μέλους (Βέλγιο) μπορεί να μη λάβει υπόψη πιστοποιητικό E 101, εφόσον από τα υποβληθέντα στην κρίση του πραγματικά περιστατικά δύναται να συναχθεί ότι το εν λόγω πιστοποιητικό εκδόθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με δόλιο τρόπο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ανωτέρω άρθρα έχουν την έννοια ότι:
1. Όταν ο φορέας Κράτους-μέλους (Βέλγιο) στο οποίο έχουν αποσπαστεί οι εργαζόμενοι υποβάλλει στον φορέα έκδοσης πιστοποιητικών E 101 αίτημα επανεξέτασης και ανάκλησης των πιστοποιητικών υπό το φως συγκεκριμένων στοιχείων που συνελέγησαν από την οποία κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί ότι τα πιστοποιητικά αποκτήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν με δόλιο τρόπο και 
2. Ο εκδίδων φορέας της Βουλγαρίας παραλείπει να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά κατά την επανεξέταση του βάσιμου της έκδοσης των πιστοποιητικών 
3. Ο εθνικός δικαστής μπορεί, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά των προσώπων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν απασχολήσει αποσπασμένους εργαζόμενους με τέτοια πιστοποιητικά, να μη λάβει υπόψη τα πιστοποιητικά αν διαπιστώνει την ύπαρξη τέτοιας απάτης.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-132/17, Peugeot Deutschland GmbH κατά Deutsche Umwelthilfe eV – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των Κρατών-μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παρ. 1, στοιχ. αʹ, της επίμαχης Οδηγίας «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί : α) “υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων”: i)  υπηρεσία όπως ορίζεται στα άρθρα 56 και 57 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία τελεί υπό τη συντακτική ευθύνη παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, κύριος σκοπός της οποίας είναι η παροχή προγραμμάτων με σκοπό την ενημέρωση, την ψυχαγωγία ή την εκπαίδευση του ευρέως κοινού μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α) της οδηγίας 2002/21/ΕΚ. Οι εν λόγω υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων είναι είτε τηλεοπτικές εκπομπές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο στοιχείο ε) της παρούσας παραγράφου, είτε κατά παραγγελία υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο στοιχείο ζ) της παρούσας παραγράφου, ii) οπτικοακουστική εμπορική ανακοίνωση». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Peugeot Deutschland GmbH και της Deutsche Umwelthilfe eV. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε  η δημοσίευση από την Peugeot Deutschland, στο κανάλι βίντεο που διαχειρίζεται στην υπηρεσία διαδικτύου YouTube, βίντεο μικρής διάρκειας για ένα μοντέλο νέου επιβατηγού αυτοκινήτου, χωρίς να περιλάβει σε αυτό στοιχεία για την επίσημη κατανάλωση καυσίμου και τις επίσημες εκπομπές CO2 του μοντέλου αυτού.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  το άρθρο 1, παρ. 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2010/13 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο ορισμός της «υπηρεσίας οπτικοακουστικών μέσων» περιλαμβάνει είτε κανάλι βίντεο από το οποίο οι χρήστες του διαδικτύου μπορούν να τηλεφορτώνουν μικρής διάρκειας διαφημιστικά βίντεο για μοντέλα νέων επιβατηγών αυτοκινήτων, είτε τέτοιου είδους μεμονωμένο βίντεο.
Το ΔΕΕ, αρχικά, έκρινε ότι ένα κανάλι διαφημιστικών βίντεο στην υπηρεσία διαδικτύου YouTube, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει ως κύριο σκοπό την παροχή προγραμμάτων με σκοπό την ενημέρωση, την ψυχαγωγία ή την εκπαίδευση του ευρέος κοινού.
Καταληκτικά το ΔΕΕ έκρινε ότι στην έννοια της «υπηρεσίας οπτικοακουστικών μέσων» δεν εμπίπτουν ούτε ένα κανάλι βίντεο από το οποίο οι χρήστες του διαδικτύου μπορούν να τηλεφορτώνουν μικρής διάρκειας διαφημιστικά βίντεο για μοντέλα νέων επιβατηγών αυτοκινήτων ούτε ένα από αυτά τα βίντεο μεμονωμένως λαμβανόμενο.

8.  ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018,Υπόθεση C 103/16, Jessica Porras Guisado κατά Bankia SA κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 10, σημεία 1 και 2, της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, καθώς και του άρθρου 1 παρ. 1, στοιχείο α, της Οδηγίας 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου για προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών-μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 10, σημεία 1 και 2, της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ «Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1.τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να απαγορευθεί η απόλυση των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές και, ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή 2. σε περίπτωση που απολυθεί εργαζόμενη γυναίκα, κατά την έννοια του άρθρου 2, κατά το διάστημα που προβλέπεται στο σημείο 1, ο εργοδότης πρέπει να δικαιολογήσει δεόντως την απόλυση γραπτώς». Επιπρόσθετα σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1, στοιχ. α «Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας: α)  Ως “ομαδικές απολύσεις” νοούνται οι απολύσεις που πραγματοποιούνται από έναν εργοδότη για ένα ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εφ’ όσον ο αριθμός των απολύσεων ανέρχεται, ανάλογα με την επιλογή των κρατών μελών: i) είτε για περίοδο 30 ημερών: – τουλάχιστον σε 10, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως περισσότερους από 20 και λιγότερους από 100 εργαζομένους, – τουλάχιστον σε 10 % του αριθμού των εργαζομένων, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως τουλάχιστον 100 και λιγότερους από 300 εργαζομένους, – τουλάχιστον σε 30, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως τουλάχιστον 300 εργαζομένους, ii) είτε για περίοδο 90 ημερών, τουλάχιστον σε 20, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων στις επιχειρήσεις αυτές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο δικαστήριο της Καταλονίας της Ισπανίας (Tribunal Superior de Justicia de Cataluña) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Jessica Porras Guisado και, αφετέρου, της Bankia SA, διαφόρων επιχειρησιακών συνδικαλιστικών οργανώσεων και του Ταμείου Εγγυήσεως Μισθών. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η νομιμότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της J. Porras Guisado, στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 10, σημείο 1, της Οδηγίας 92/85 έχει την έννοια ότι οι «εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές», ως εξαίρεση από την απαγόρευση απολύσεως εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς «ένα ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 98/59, αλλά συνιστούν αυστηρότερη προϋπόθεση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 10, σημείο 1, της Οδηγίας 92/85 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει την απόλυση εγκύου εργαζομένης στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων.
Ένα ακόμη νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 10, σημείο 1, της Οδηγίας 92/85 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων δεν προβλέπει, υπέρ των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων, προτεραιότητα όσον αφορά τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους και την τοποθέτησή τους σε άλλη θέση, η οποία να ισχύει πριν από τις ομαδικές αυτές απολύσεις.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι επίμαχο άρθρο δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία δεν προβλέπει το ανωτέρω δικαίωμα προτεραιότητας υπέρ των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Υπόθεση C-182/17, Nagyszénás Településszolgáltatási Nonprofit Kft. κατά Nemzeti Adó- és Vámhivatal Fellebbviteli Igazgatósága - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 13, παρ.  1, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα ΦΠΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη, οι περιφέρειες, οι νομοί, οι δήμοι και κοινότητες και οι λοιποί οργανισμοί δημοσίου δικαίου δεν θεωρούνται ως υποκείμενοι στον φόρο για τις δραστηριότητες ή πράξεις, τις οποίες πραγματοποιούν ως δημόσια εξουσία, έστω και αν, για τις δραστηριότητες ή πράξεις αυτές, εισπράττουν δικαιώματα, τέλη, εισφορές ή άλλες επιβαρύνσεις. Εντούτοις, όταν πραγματοποιούν τέτοιες δραστηριότητες ή πράξεις, πρέπει να θεωρούνται υποκείμενοι στον φόρο για τις δραστηριότητες ή πράξεις αυτές εφόσον η μη υπαγωγή τους στον φόρο θα οδηγούσε σε σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Σε κάθε περίπτωση, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου θεωρούνται υποκείμενοι στον φόρο, ιδίως για τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και εφόσον οι πράξεις αυτές δεν είναι αμελητέες.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουγγαρίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Nagyszénás Településszolgáltatási Nonprofit Kft.(εταιρεία περιορισμένης ευθύνης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που ανήκει εξ ολοκλήρου στον Δήμο) και της  Διευθύνσεως προσφυγών της εθνικής φορολογικής και τελωνειακής αρχής της Ουγγαρίας ως προς το ζήτημα της υπαγωγής της εταιρίας αυτής στον ΦΠΑ, στο πλαίσιο ορισμένων δραστηριοτήτων διαχείρισης ακινήτων τις οποίες ανέλαβε δυνάμει συμβάσεως συναφθείσας με τον Δήμο Nagyszénás. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχείο γ, της Οδηγίας 2006/112 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνιστά παροχή υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας, υποκείμενη στον ΦΠΑ, δραστηριότητα που συνίσταται στην εκτέλεση από εταιρία ορισμένων καθηκόντων δημόσιας υπηρεσίας διαχείρισης κατοικιών και άλλων ακινήτων δυνάμει συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ της εταιρίας αυτής και ενός Δήμου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι συνιστά παροχή υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας, υποκείμενη στον ΦΠΑ η εκτέλεση από εταιρία ορισμένων καθηκόντων δημόσιας υπηρεσίας δυνάμει συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ της εταιρίας αυτής και του Δήμου.

10. ΔΕΕ, αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-523/16 και C-536/16, MA.T.I. SUD SpA κατά Centostazioni SpA – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία των άρθρων 45 και 51 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, καθώς και των αρχών του μεγαλύτερου δυνατού ανταγωνισμού, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά τη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων δημοσίων έργων, υπηρεσιών και προμηθειών. Σύμφωνα με τα άρθρο 51 της Οδηγίας 2004/18 «Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να καλεί τους οικονομικούς φορείς να συμπληρώνουν ή να διευκρινίζουν τα πιστοποιητικά και έγγραφα που υπέβαλαν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 45 έως 50.». Ειδικότερα, στην υπόθεση C-523/16, η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Περιφέρειας του Λατίου της Ιταλίας (Tribunale amministrativo regionale per il Lazio) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της MA.T.I. SUD SpA και της Societa Centostazioni SpA, σχετικά με διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως που αφορούσε σε ολοκληρωμένες εργασίες τακτικής και έκτακτης συντηρήσεως και της υπηρεσίας ενέργειας σε ακίνητα των σιδηροδρομικών σταθμών του δικτύου Centostazioni SpA. Στην υπόθεση C-536/16, η αίτηση υποβλήθηκε από το ανωτέρω εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της DuemmeSGR SpA και του Εθνικού συνταξιοδοτικού ταμείου και ταμείου προνοίας των λογιστών και εμπειρογνωμόνων λογιστών σχετικά με ανοιχτή διαδικασία υποβολής προσφορών για την υπογραφή συμφωνίας-πλαισίου για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου κινητών αξιών της CNPR. Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν εάν το άρθρο 51 της Οδηγίας 2004/18 και οι αρχές που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων (αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας,  αρχή της αναλογικότητας) έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση που θεσπίζει μηχανισμό συνδρομής στην κατάρτιση του φακέλου κατ’ εφαρμογή του οποίου η αναθέτουσα αρχή μπορεί, στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, να καλέσει τους προσφέροντες (των οποίων η προσφορά ενέχει ουσιώδεις παρατυπίες) προκειμένου να τακτοποιήσουν τις προσφορές τους, υπό τον όρο της καταβολής χρηματικής κυρώσεως. Η χρηματική κύρωση είχε εκ των προτέρων καθοριστεί, ήταν υψηλή  και δεν κλιμακωνόταν ανάλογα με τη βαρύτητα της θεραπεύσιμης παρατυπίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας και οι ανωτέρω αρχές έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή να καλέσει τους προσφέροντες να τακτοποιήσουν την προσφορά τους, υπό τον όρο της καταβολής χρηματικής κυρώσεως, εφόσον το ύψος της κυρώσεως αυτής παραμένει σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας. Αντίθετα, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις και αρχές έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτήσει από τον προσφέροντα, έναντι καταβολής από αυτόν χρηματικής κυρώσεως, να θεραπεύσει την έλλειψη εγγράφου η οποία, κατά τους ρητούς όρους των εγγράφων της προσκλήσεως υποβολής προσφορών, συνεπάγεται υποχρεωτικώς τον αποκλεισμό του, ή να εξαλείψει τις παρατυπίες που επηρεάζουν την προσφορά του κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι διενεργούμενες διορθώσεις ή τροποποιήσεις να προσομοιάζουν με υποβολή νέας προσφοράς.












Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 2/2018
Τα εθνικά καθεστώτα στήριξης της πράσινης ενέργειας και 
η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση 
Τατιάνα Βόζεμπεργκ Βρετού, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κας Τατιάνας Βόζεμπεργκ Βρετού με θέμα: Τα εθνικά καθεστώτα στήριξης της πράσινης ενέργειας και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                         
ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μία στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), τόσο σε διεθνές όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Τα πλεονεκτήματα από την χρήση των ΑΠΕ είναι ποικίλα με κυριότερο το ότι αποτελούν ανεξάντλητες πηγές ενέργειας. Η χρήση νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας εξυπηρετεί βασικούς στόχους και προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), μεταξύ των οποίων η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, η προστασία περιβάλλοντος και η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγή. Οι ανωτέρω στόχοι έχουν συμβάλλει δραστικά στην διαμόρφωση και ανάπτυξη μίας νέας περισσότερο βιώσιμης πολιτικής για την ενέργεια, η οποία πλαισιώνεται από νομοθετικές πρωτοβουλίες και δράσεις.
Στόχος της μελέτης είναι να καταδειχθεί η σημασία των ΑΠΕ και ο ουσιαστικός ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν στον ενεργειακό ανασχηματισμό της Ε.Ε. προς πιο βιώσιμες και φιλικές προς το περιβάλλον ενεργειακά λύσεις. Επίκεντρο της μελέτης είναι η ανάλυση της σχέσης που δημιουργείται μεταξύ των εθνικών καθεστώτων στήριξης της πράσινης ενέργειας και της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, καθώς και των προβλημάτων που απορρέουν από την αλληλεπίδραση αυτή, η οποία θα επιχειρηθεί μέσα από παρουσίαση και αξιολόγηση της σχετικής νομοθεσίας και της νομολογίας.
Αναλυτικότερα, η μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα βασικά κεφάλαια. Μετά από σύντομη Εισαγωγή, στο δεύτερο κεφάλαιο επιχειρείται μια συνοπτική παρουσίαση της νομοθεσίας στον τομέα των ΑΠΕ τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εναρκτήριο σημείο της Περιβαλλοντικής και Ενεργειακής Διεθνούς Πολιτικής υπήρξε η υπογραφή της Σύμβασης - Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, η οποία οδήγησε σταδιακά στην υιοθέτηση αποτελεσματικότερων δράσεων από την διεθνή κοινότητα και συνέβαλε δραστικά στην ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής, με αποκορύφωμα την υιοθέτηση της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ. 
Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται μια παρουσίαση των μηχανισμών προώθησης των ΑΠΕ που επιλέγουν τα κράτη μέλη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παράλληλα, επιχειρείται η αξιολόγηση των καθεστώτων αυτών υπό το πρίσμα των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις. Στο τέταρτο κεφάλαιο, ακολουθεί μια σύντομη παρουσίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αρχή η οποία εφαρμόζεται και στην ενέργεια καθώς αυτή συνιστά «εμπόρευμα» κατά την έννοια της ΣΛΕΕ. 
Μετά την θεωρητική προσέγγιση των δύο εννοιών, ήτοι των καθεστώτων στήριξης ΑΠΕ και της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, ακολουθεί, στο επόμενο κεφάλαιο, η πρακτική εφαρμογή των εννοιών αυτών μέσα από την παρουσίαση της νομολογίας, αφού φαίνεται το Δικαστήριο να έχει αναλάβει ρόλο «ρυθμιστή» της αλληλεπίδρασης των διαφορετικών αυτών ενωσιακών προτεραιοτήτων. Επιπλέον, θα σχολιαστούν, υπό το πρίσμα της ενιαίας και άνευ εμποδίων εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τα ζητήματα που απορρέουν από την αλληλεπίδραση των εθνικών καθεστώτων στήριξης των ΑΠΕ και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτά αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο, ώστε να αναζητηθεί αν τελικά υπάρχει ενιαία και χωρίς εμπόδια εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Με την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας (ITRE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να επιβεβαιώνει, στις 4 Αυγούστου το 2017, την επιθυμία των Ευρωβουλευτών να καταστούν οι στόχοι για τις ΑΠΕ περισσότερο φιλόδοξοι, δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε, ότι η δυναμική για την προώθηση των ΑΠΕ, θα διατηρηθεί και θα ενισχυθεί περαιτέρω. Ο μετασχηματισμός σε μια πιο οικολογική Ευρώπη αλλά και η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας δεν φαντάζουν πλέον ουτοπικά σενάρια αλλά πραγματοποιήσιμοι στόχοι.
Δες τη μελέτη

Τατιάννα Βόζεμπεργκ Βρετού , ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
tvozemberg@gmail.com