Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

CES-Duth Working Paper 1/2019

Η Επεξεργασία των Ενεργειακών Δεδομένων στα Πλαίσια της Επιστημονικής Έρευνας μετά την θέση σε ισχύ του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων
Αγγελική Ζησιού, Δικηγόρος, LLM., υποψήφια διδάκτωρ, Νομική Σχολή, Δ.Π.Θ.


(H μελέτη δημοσιεύτηκε στις 22/12/2018 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline)

Η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με τη μεταρρύθμιση της προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μετουσιώθηκε σε πράξη στις 14 Απριλίου 2016 με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων να καλύπτουν πια όλες τις εκφάνσεις της ζωής των ευρωπαίων πολιτών. Το νομοθετικό πακέτο που υιοθετήθηκε περιλαμβάνει δύο επιμέρους νομοθετικές πράξεις: (i) αφενός τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας των Δεδομένων (General Data Protection Regulation, GDPR), που αντικαθιστά την Οδηγία 95/46/ΕΚ, και (ii) αφετέρου την Οδηγία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομίας και της ποινικής δικαιοσύνης, που αντικαθιστά την Απόφαση-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου. Ως προς τα χρονικά πλαίσια εφαρμογής σημειώνεται ότι ο Κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 24 Μαΐου 2016, και εφαρμόζεται από τις 25 Μαΐου 2018, ενώ η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 5 Μαΐου 2016 και τα Κράτη-μέλη της ΕΕ έπρεπε να την έχουν ενσωματώσει στην εθνική τους νομοθεσία έως τις 6 Μαΐου 2018.
Ο Κανονισμός αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την ενίσχυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών στην ψηφιακή εποχή ενώ παράλληλα διευκολύνει τις επιχειρήσεις με την απλοποίηση των κανόνων που αυτές θα πρέπει να τηρούν στα πλαίσια της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Από την πλευρά της η Οδηγία προασπίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα των φυσικών προσώπων όταν γίνεται επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους εντός της Ένωσης.
Η ενοποίηση των προϋποθέσεων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι ο μόνος τομέας στον οποίο η ΕΕ επιχειρεί να εναρμονίσει τις επιμέρους εθνικές νομοθεσίες. Ομοίως, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2016, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή κατέληξαν σε συμφωνία για την ασφάλεια των δικτύων και των συστημάτων πληροφοριών (Security of Network and Information Systems, NIS Directive, Οδηγία (EE) 2016/1148. Οι διατάξεις της Οδηγίας (EE) 016/1148 αποσκοπούν στο να καταστήσουν το διαδικτυακό περιβάλλον πιο αξιόπιστο και κατά συνέπεια, να υποστηρίξουν την ομαλή λειτουργία της ψηφιακής ενιαίας αγοράς της ΕΕ.
Στην μελέτη αναλύεται η συμβολή των έξυπνων δικτύων και συνακόλουθα των ενεργειακών δεδομένων για τη μετάβαση σε ένα σύστημα χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Μετά την εννοιολογική προσέγγιση των έξυπνων δικτύων και την σε αδρές γραμμές περιγραφή του νέου νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καταδεικνύονται οι προκλήσεις, που η χρήση των ενεργειακών δεδομένων ενέχει από πλευράς προστασίας των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. 
Επιπλέον, εξετάζεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για λόγους επιστημονικής έρευνας, θέμα που θα απασχολήσει ιδιαίτερα τους συμμετέχοντες στην αγορά ενέργειας και όχι μόνο, καθώς η επεξεργασία των ενεργειακών δεδομένων μέσω της επιστημονικής έρευνας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη συλλογή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς την κατανάλωση ενέργειας στον ευρωπαϊκό χώρο για την επίτευξη των στόχων που η ΕΕ θέτει, αλλά και σημαντικό εργαλείο για τους καταναλωτές στην προσπάθεια τους να ενδυναμώσουν τη θέση τους και να συμμετέχουν ενεργά στην αγορά ενέργειας.
Βλέπε το σύνολο της μελέτης εδώ

Αγγελική Ζησιού, Δικηγόρος, LLM., υποψήφια διδάκτωρ, Νομική Σχολή Δ.Π.Θ.
a.zisiou@gmail.com

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019


CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1/2019

ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΜΑΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ  2018 
ΕΝΕΡΓΕΙΑ – ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΣΗΜΑ – ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ 
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-632/16, Dyson Ltd και Dyson BV κατά BSH Home Appliances NV– Προδικαστική

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 665/2013 της Επιτροπής, που συμπληρώνει την Οδηγία 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αναφορικά με την επισήμανση της κατανάλωσης ενέργειας από ηλεκτρικές σκούπες. Επίσης, η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Η αίτηση υποβλήθηκε από τον Πρόεδρο του Εμποροδικείου της Αμβέρσας (Βέλγιο). Η ένδικη διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου προέκυψε μεταξύ της Dyson Ltd και της Dyson BV και της BSH Home Appliances NV σχετικά με αθέμιτη εμπορική πρακτική της BSH, η οποία παρέλειψε να δώσει πληροφορίες σχετικές με την ενεργειακή απόδοση των ηλεκτρικών σκουπών που εμπορεύεται και προσέθεσε στη συσκευασία των ηλεκτρικών σκουπών τις οποίες εμπορεύεται, άλλες πληροφορίες πέραν εκείνων που υποχρεωτικά πρέπει να αναγράφονται στο ενεργειακό σήμα των ηλεκτρικών σκουπών. Ας σημειωθεί ότι υπόδειγμα του ενεργειακού σήματος περιλαμβάνεται στο παράρτημα II του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 665/2013.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7 της Οδηγίας 2005/29 έχει την έννοια ότι συνιστά «παραπλανητική παράλειψη» το γεγονός ότι δεν παρέχονται στον καταναλωτή πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες των δοκιμών βάσει των οποίων πραγματοποιείται η ενεργειακή κατάταξη, που εμφαίνεται στο ενεργειακό σήμα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7 της 2005/29 έχει την έννοια ότι δεν αποτελεί παραπλανητική παράλειψη η μη παροχή πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες των δοκιμών βάσει των οποίων πραγματοποιείται η ενεργειακή κατάταξη.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός 665/2013, ερμηνευόμενος υπό το πρίσμα της Οδηγίας 2010/30 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προσθήκη, σε άλλα σημεία πέραν του ενεργειακού σήματος, άλλων ετικετών ή συμβόλων που υπενθυμίζουν τις πληροφορίες οι οποίες μνημονεύονται στο εν λόγω ενεργειακό σήμα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προσθήκη, σε άλλα σημεία πέραν του ενεργειακού σήματος, ετικετών ή συμβόλων αν η προσθήκη αυτή ενδέχεται να παραπλανήσει τον τελικό χρήστη ή να του προκαλέσει σύγχυση όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση της επίμαχης ηλεκτρικής σκούπας που πωλείται στη λιανική αγορά. Σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ τα ανωτέρω θα εκτιμηθούν από το εθνικό δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα σήματα αυτά ο μέσος τελικός χρήστης που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, σε συνάρτηση με τους υφιστάμενους κοινωνικούς, πολιτιστικούς και γλωσσικούς παράγοντες.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-561/16, Saras Energía SA κατά Administración del Estado - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, 4 και 9, καθώς και του άρθρου 20, παράγραφοι 4 και 6, της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας Tribunal Supremo στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Saras Energía SA και του Ισπανικού Δημοσίου σχετικά με τη νομιμότητα της υπουργικής απόφασης IET/289/2015 του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τουρισμού για τη θέσπιση των υποχρεώσεων καταβολής εισφοράς στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης για το έτος 2015. Ειδικότερα, η Saras Energía, ισπανική εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα της ενέργειας, προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου επικαλούμενη ότι η επίδικη υπουργική απόφαση είναι αντίθετη προς την Οδηγία 2012/27, διότι υποχρεώνει την προσφεύγουσα εταιρεία να εκπληρώσει την υποχρέωση εξοικονόμησης ενέργειας μέσω της ετήσιας καταβολής εισφοράς στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, χωρίς να της παρέχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή μέσω της εφαρμογής πραγματικών μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Επιπρόσθετα, η εταιρεία υποστήριξε ότι η υποχρέωση καταβολής εισφοράς επιβάλλεται μόνο στις εταιρίες λιανικής πώλησης ενέργειας και όχι στους διανομείς ενέργειας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1 και 9, και το άρθρο 20, παρ. 4 και 6, της Οδηγίας 2012/27 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία θεσπίζει ως κύριο τρόπο εκπλήρωσης της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης ένα καθεστώς ετήσιας εισφοράς σε εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, χωρίς να προβλέπει τη δυνατότητα των υπόχρεων μερών, αντί να καταβάλλουν την εισφορά αυτή, να επιτυγχάνουν τους στόχους εξοικονόμησης ενέργειας με τρόπο πραγματικό και άμεσο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίδικα άρθρα της Οδηγίας 2012/27 δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1 και 4, της Οδηγίας 2012/27 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει υποχρέωση ενεργειακής απόδοσης σε ορισμένες μόνον επιχειρήσεις του ενεργειακού τομέα, οι οποίες ορίζονται ως υπόχρεα μέρη, και  δεν εκθέτει ρητώς τους λόγους για τους οποίους οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις ορίστηκαν ως υπόχρεα μέρη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα της Οδηγίας 2012/27 δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-103/17, Messer France SAS, venantaux droits de Praxair κατά Premier minister κ.λ.π. – Προδικαστική παραπομπή 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, καθώς και των άρθρων 3 και 18 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 92/12 «Τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να υπόκεινται σε άλλους έμμεσους φόρους που εξυπηρετούν ειδικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι αυτές οι φορολογικές επιβαρύνσεις τηρούν τους κανόνες φορολόγησης που ισχύουν για τις ανάγκες των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του [φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)], για τον καθορισμό της φορολογικής βάσης, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Messer France SAS, πρώην Praxair και του Πρωθυπουργού, της Ρυθμιστικής Επιτροπής Ενέργειας, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Θάλασσας με αντικείμενο την επιστροφή της εισφοράς για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού (CSPE) την οποία κατέβαλε η ως άνω εταιρία για τα έτη 2005 έως 2009. Ας σημειωθεί ότι επίδικη εισφορά σκοπούσε στη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών σκοπών, σκοπών εδαφικής και κοινωνικής συνοχής και στην κάλυψη δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική λειτουργία του Εθνικού Διαμεσολαβητή Ενέργειας και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για τη διαχείριση της εισφοράς CSPE.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 έχει την έννοια ότι φόρος, όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορεί να χαρακτηριστεί ως «άλλος έμμεσος φόρος»
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, σε μια αρχική του σκέψη, ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 προβλέπει ότι τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν άλλο έμμεσο φόρο πλην του ειδικού φόρου καταναλώσεως εφόσον α) υπηρετεί ειδικό σκοπό και β) τηρεί τους κανόνες φορολογήσεως που ισχύουν για τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως ή τον ΦΠΑ ως προς τον καθορισμό της φορολογικής βάσεως, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 έχει την έννοια ότι ο επίδικος φόρος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «άλλος έμμεσος φόρος», δεδομένου του περιβαλλοντικού σκοπού του εξαιρουμένων των σκοπών του εδαφικής και κοινωνικής συνοχής και των δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική λειτουργία  των ανωτέρω δημοσίων αρχών ή φορέων, με την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, της τηρήσεως των κανόνων φορολογήσεως που ισχύουν για τις ανάγκες των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
Επίσης, τέθηκε το νομικό ζήτημα αν κατά το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι φορολογούμενοι μπορούν να αξιώσουν την πλήρη επιστροφή της οικείας εισφοράς ή μόνο μερική επιστροφή της ανάλογα με το ποσοστό των δαπανών, επί του συνόλου των χρηματοδοτούμενων με την εισφορά CSPE δαπανών, που δεν αντιστοιχεί σε ειδικό σκοπό.
Το ΔΕΕ έκρινε, αρχικά, ότι τα Κράτη-μέλη υποχρεούνται να επιστρέφουν τους φόρους που  εισπράττονται από το Κράτος-μέλος κατά παράβαση του δικαίου της ΕΕ. Η μόνη εξαίρεση από το δικαίωμα της επιστροφής των φόρων αφορά την περίπτωση που ο αχρεωστήτως καταβληθείς φόρος μετακυλίσθηκε άμεσα από τον φορολογούμενο στον αγοραστή.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος ότι οι φορολογούμενοι μπορούν να αξιώσουν μερική επιστροφή φόρου ανάλογα με το ποσοστό των εσόδων από τον φόρο, το οποίο διατέθηκε για μη ειδικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι φορολογούμενοι δεν μετακύλυσαν τον φόρο στους δικούς τους πελάτες.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-90/17, Turbogás Produtora Energética SA κατά Autoridade Tributáriae Aduaneira– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 21, παρ. 5, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το ανωτέρω διάταξη «Μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση θεωρείται ως διανομέας. Παρά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν αυτούς τους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας εφόσον φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας.». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 στοιχείο α «[….] τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τα ακόλουθα προϊόντα από τη φορολογία, υπό τις προϋποθέσεις που θα ορίσουν προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και απρόσκοπτη εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή η κατάχρηση:α) ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής, να επιβάλουν στα προϊόντα αυτά φορολογία χωρίς να υποχρεούνται να τηρούν τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία. Στην περίπτωση αυτή, η φορολογία αυτών των προϊόντων δεν λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της τήρησης του ελαχίστου επιπέδου φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας που καθορίζεται στο άρθρο 10». Η αίτηση υποβλήθηκε  από το διαιτητικό δικαστήριο για την επίλυση φορολογικών διαφορών της Πορτογαλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Turbogás – Produtora Energética SA και της Φορολογικής και Τελωνειακής αρχής, της Πορτογαλίας σχετικά με διορθωτική πράξη επιβολής φόρου όσον αφορά τη φορολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας προοριζόμενης για αυτοκατανάλωση από την Turbogás. Ας σημειωθεί ότι η Turbogás ασκούσε δραστηριότητα παραγωγής θερμοηλεκτρικής ενέργειας και στο πλαίσιο της εσωτερικής της λειτουργίας του σταθμού κατανάλωνε ένα μικρό μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 21 παρ. 5, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/96 έχει την έννοια ότι κάθε οντότητα, η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση, ανεξαρτήτως του μεγέθους της και ανεξαρτήτως της οικονομικής δραστηριότητας που ασκεί κατά κύριο λόγο, πρέπει να θεωρηθεί ως διανομέας του οποίου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στην υποχρεωτική απαλλαγή που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 21, παρ. 5, τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 14, παρ. 1, στοιχείο α, της Οδηγίας 2003/96 έχουν την έννοια ότι μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση (ανεξάρτητα από το μέγεθός της και την οικονομική της δραστηριότητα) πρέπει να θεωρηθεί ως «διανομέας», του οποίου η  κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στην ανωτέρω υποχρεωτική απαλλαγή.








Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018



CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 10/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Οκτώβριος 2018
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-416/17, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας – Προσφυγή για παράβαση 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την εν λόγω προσφυγή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ διατηρώντας μεταχείριση, η οποία δημιουργεί διακρίσεις και είναι δυσανάλογη έναντι των γαλλικών μητρικών εταιριών που λαμβάνουν μερίσματα από αλλοδαπές θυγατρικές όσον αφορά το δικαίωμα επιστροφής του φόρου που εισπράχθηκε. Η συγκεκριμένη προσφυγή για παράβαση αποτελεί συνέχεια της απόφασης του ΔΕΕ της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Υπόθεση C-310/09 (Accor), σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ απαγορεύουν νομοθετική ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία επιτρέπει σε μητρική εταιρία να συμψηφίσει με τον φόρο κινητών αξιών (τον οποίο οφείλει όταν αναδιανέμει στους μετόχους της μερίσματα που της κατέβαλαν θυγατρικές της) την πίστωση φόρου που συνεπάγεται η διανομή των εν λόγω μερισμάτων, εφόσον αυτά προέρχονται από θυγατρική εγκατεστημένη στη Γαλλία ενώ δεν παρέχει την ίδια δυνατότητα εάν τα εν λόγω μερίσματα προέρχονται από θυγατρική εταιρεία εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος-μέλος.
Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην ανωτέρω υπόθεση Accor προέκυψαν οι αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας {(Rhodia (FR:CESSR:2012:317074.20121210), Accor (FR:CESSR:2012:317075.20121210)}, οι οποίες έθεσαν προϋποθέσεις αναφορικά με την επιστροφή των φόρων που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του Δικαίου της Ένωσης. Ωστόσο, οι τεθείσες προϋποθέσεις δεν συνέβαλαν στην αποτελεσματική εφαρμογή της απόφασης του ΔΕΕ. Έτσι, η Επιτροπή μετά από καταγγελίες άσκησε την εν λόγω προσφυγή. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής θα μπορούσαν να διακριθούν σε δύο μέρη, ήτοι την παράβαση των άρθρων 49 και 63 ΣΛΕΕ και την παραβίαση των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας που  αντλούνται από το άρθρο 267 παρ. 3 ΣΛΕΕ (υποχρεωτική αποστολή προδικαστικού ερωτήματος). Συνοπτικά οι αιτιάσεις της Επιτροπής αναφορικά με το πρώτο μέρος ήταν οι ακόλουθες:
α)Η πρώτη αιτίαση αναφέρεται στον περιορισμό του δικαιώματος επιστροφής του φόρου κατά παράβαση των άρθρων 49 και 63 ΣΛΕΕ λόγω του μη συνυπολογισμού της φορολογίας που επιβλήθηκε στις υποθυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο Κράτος-μέλος εκτός της Γαλλικής Δημοκρατίας
β) Η δεύτερη αιτίαση αναφέρεται στο δυσανάλογο χαρακτήρα των απαιτήσεων που προβλέπονται για την απόδειξη της θεμελίωσης του δικαιώματος επιστροφής του παρανόμως εισπραχθέντος φόρου κινητών αξιών
γ) Η τρίτη αιτίαση αναφέρεται στον καθορισμό ανώτατου ορίου του επιστρεπτέου ποσού του παρανόμως εισπραχθέντος φόρου κινητών αξιών ανερχόμενου στο ένα τρίτο του ποσού των διανεμηθέντων μερισμάτων
Αναφορικά με το δεύτερο μέρος η μία και μοναδική αιτίαση της Επιτροπής σχετίζεται με την υποχρέωση του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας να υποβάλλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πριν καθορίσει τις προϋποθέσεις της επιστροφής του φόρου κινητών αξιών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι α) η Γαλλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας υπόψη τον φόρο που κατέβαλε η αλλοδαπή θυγατρική εταιρεία επί των κερδών που αναλογούν στα εν λόγω μερίσματα, σε αντίθεση με τις αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 49 και 63 ΣΛΕΕ και ότι
β)Το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας παραλείποντας να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να καθοριστεί το επίδικο ζήτημα (δεδομένου ότι η ερμηνεία του Δικαίου της Ένωσης δεν ήταν τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία) παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

2. ΔΕΕ, Διάταξη της 19 Οκτωβρίου 2018της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου, Υπόθεση C-619/18 R,  Επιτροπή κατά Πολωνίας  - Ασφαλιστικά μέτρα

Η Επιτροπή άσκησε στις 2 Οκτωβρίου 2018 προσφυγή κατά της Πολωνίας (C-619/18) λόγω παραβάσεως  του ενωσιακού δικαίου. Η αιτίαση της Επιτροπής ήταν ότι η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών που διορίσθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο έως τις 3 Απριλίου 2018 (πρόωρη συνταξιοδότηση) και η παροχή διακριτικής ευχέρειας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου παραβίασε  το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα τα άρθρα 2 ΣΕΕ (Αξίες της ΕΕ) και 19 ΣΕΕ (Δικαστήριο της ΕΕ – Αποτελεσματική δικαστική προστασία). Παράλληλα με την προσφυγή της η Επιτροπή ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ώστε να υποχρεωθεί η Πολωνία να λάβει τα εξής προσωρινά μέτρα: 1) να αναστείλει την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί μειώσεως του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου 2) να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν τα καθήκοντά τους στην ίδια θέση, απολαύοντας ταυτόχρονα του ιδίου καθεστώτος και των ιδίων δικαιωμάτων και συνθηκών απασχολήσεως, όπως και πριν από τη θέση σε ισχύ του νόμου περί του Ανώτατου Δικαστηρίου 3) να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο αντί των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές 4) να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, το αργότερο ένα μήνα μετά την κοινοποίηση της διατάξεως της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου όλα τα μέτρα τα οποία θα έχει λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή.
Η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου Rosario Silva de Lapuerta, με διάταξη της, δέχτηκε προσωρινά όλα τα αιτήματα της Επιτροπής μέχρι να εκδοθεί η διάταξη με την οποία θα περατώνεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 
Συνοπτικά το σκεπτικό της επίμαχης διάταξης διαμορφώνεται υπό την κατωτέρω συλλογιστική:
Πρώτον, τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα της Επιτροπής δεν είναι προδήλως απαράδεκτα στερούμενα ερείσματος (αρχή fumus boni juris – αληθοφάνεια της προβαλλόμενης αξιώσεως).
Δεύτερον, ο επείγων χαρακτήρας δικαιολογείται από το γεγονός ότι εάν η προσφυγή της Επιτροπής γίνει τελικά δεκτή, όλες οι αποφάσεις που θα εκδώσει το Ανώτατο Δικαστήριο μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της προσφυγής αυτής θα πάσχουν λόγω μη τηρήσεως των εγγυήσεων που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα όλων των πολιτών περί προσβάσεως σε ανεξάρτητο δικαστήριο. 
Τρίτον, η Αντιπρόεδρος εξετάζοντας τη στάθμιση υπέρ της λήψεως προσωρινών μέτρων διαπίστωσε ότι εάν δεν γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής η λήψη των προσωρινών μέτρων θα έχει ως αποτέλεσμα μόνον την αναβολή των επίδικων εθνικών ρυθμίσεων. Η Αντιπρόεδρος προσθέτει ότι εάν γίνει τελικά δεκτή η προσφυγή, η άμεση εφαρμογή των εθνικών διατάξεων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στο θεμελιώδες δικαίωμα προσβάσεως σε ανεξάρτητο δικαστήριο και κατά λογική ακολουθία στο Κράτος Δικαίου.

3. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου, Υπόθεση C-234/17,  XC κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 3 ΣΕΕ καθώς και των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (ObersterGerichtshof) στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικής συνδρομής σε ποινική υπόθεση, η οποία διενεργήθηκε από τις αυστριακές δικαστικές αρχές κατόπιν αιτήματος της Εισαγγελίας του καντονίου του St. Gallen, της Ελβετίας, σχετικά με τους XC, YB και ZA, οι οποίοι είναι ύποπτοι, στην Ελβετία, για την τέλεση του αδικήματος της φοροδιαφυγής περί του ΦΠΑ (σύμφωνα με τον ελβετικό νόμο), καθώς και για την τέλεση άλλων ποινικών αδικημάτων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίδικο δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει στις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως στις περιπτώσεις προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη και στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ, την επανάληψη ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με απόφαση εθνικού δικαστηρίου που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το προαναφερθέν δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιβάλει στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει στις περιπτώσεις παραβίασης του Δικαίου της ΕΕ και ειδικότερων διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ την επανάληψη ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με απόφαση εθνικού δικαστηρίου, που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

4. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-207/16,  Διαδικασία που κίνησε το Ministerio Fiscal - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας  «Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα για να περιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 6, στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας, εφόσον ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και ανάλογο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας (δηλαδή της ασφάλειας του κράτους), της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, και για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων ή της άνευ αδείας χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της οδηγίας [95/46]. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη δύνανται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα που θα προβλέπουν τη φύλαξη δεδομένων για ορισμένο χρονικό διάστημα για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Όλα τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο είναι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Εφετείο της Ταραγόνας της Ισπανίας στο πλαίσιο ενδίκου μέσου της Εισαγγελικής αρχής της Ισπανίας κατά του ανακριτή δικαστή της Ταραγόνας με την οποία δεν επιτράπηκε η πρόσβαση της δικαστικής αστυνομίας σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διατηρούν πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ειδικότερα, ο Hernandez Sierra υπέβαλε ενώπιον της αστυνομίας μήνυση για ληστεία τελεσθείσα τον Φεβρουάριο του 2015, κατά την οποία ο ίδιος υπέστη σωματική βλάβη και του αφαιρέθηκαν το πορτοφόλι του και το κινητό του τηλέφωνο. Μετά από αίτημα της δικαστικής αστυνομίας ζητήθηκε να γνωστοποιηθούν τηλεφωνικοί αριθμοί από τους ηλεκτρονικούς πάροχους του κλαπέντος κινητού τηλεφώνου καθώς και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούσαν την ταυτότητα των κατόχων ή των χρηστών των τηλεφωνικών αριθμών που αντιστοιχούσαν στις κάρτες SIM. Ωστόσο, ο αρμόδιος ανακριτής απέρριψε το ανωτέρω αίτημα. Η ratio της διάταξης του ανακριτή ήταν α) ότι το συγκεκριμένο μέτρο δεν  προσφερόταν για την ταυτοποίηση των δραστών και β) ότι το εθνικό πλαίσιο περιόριζε την κοινοποίηση δεδομένων από του ηλεκτρονικούς πάροχους επικοινωνιών στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων (Βάσει του ποινικού κώδικα, τα σοβαρά αδικήματα τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των πέντε ετών, ενώ η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη δεν φαίνεται να στοιχειοθετούσε σοβαρό αδίκημα)
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρωμένα στα άρθρα αυτά του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων, η οποία έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση αυτή να πρέπει να περιορίζεταιστην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των καρτών SIM συνεπάγεται, αφενός, επέμβαση στα αναφερόμενα  άρθρα του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων, η οποία δεν έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα αφετέρου. Με άλλα λόγια το ΔΕΕ έκρινε ότι η πρόσβαση πρέπει να περιορίζεται στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας.

5.ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-260/17, Ανοδική Services ΕΠΕ κατά ΓΝΑ Ο Ευαγγελισμός – Οφθαλμιατρείο Αθηνών – Πολυκλινική και Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς – (ΓΟΝΚ) «Οι Άγιοι Ανάργυροι» - Προδικαστική 

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 10, περ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ελλάδας στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ της Ανοδική Services ΕΠΕ, αφενός, και του ΓΝΑ Ο Ευαγγελισμός – Οφθαλμιατρείο Αθηνών – Πολυκλινική και του Γενικού Ογκολογικού Νοσοκομείου Κηφισιάς –«Οι Άγιοι Ανάργυροι», αφετέρου. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικό δικαστηρίου ήταν η ορθότητα των αποφάσεων που έλαβαν τα διοικητικά συμβούλια των εν λόγω δημόσιων νοσοκομείων περί συνάψεως ατομικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την κάλυψη των αναγκών τους στους τομείς της εστιάσεως, της σιτίσεως και της καθαριότητας.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, περίπτωση ζ, της Οδηγίας 2014/24, η έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», καταλαμβάνει συμβάσεις εργασίας και ειδικότερα συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι ο χρόνος ανεργίας, η προηγούμενη πείρα και ο αριθμός των συντηρούμενων ανηλίκων τέκνων.
Το ΔΕΕ σε μια αρχική του σκέψη διαπιστώνει ότι η επίμαχη έννοια πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση και για την ερμηνεία της θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γράμμα της οικείας διατάξεως, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη καθώς επίσης και ο σκοπός που επιδιώκεται με την σχετική ρύθμιση.
Καταληκτικά το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια  «συμβάσεις απασχόλησης» καταλαμβάνει ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει των ανωτέρω αντικειμενικών κριτηρίων.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν οι διατάξεις της Οδηγίας 2014/24, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της διαφάνειας και της αναλογικότητας, καθώς και τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη αντιτίθενται σε απόφαση δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης προκειμένου να εκπληρώσει καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της δημοσίου συμφέροντος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό πλαίσιο δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αποφάσεως δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης προκειμένου να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της δημοσίου συμφέροντος.

6. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-149/17, Bastei Lübbe GmbH &Co. KG κατά Michael Strotzer – Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε κυρίως την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1 και του άρθρου 8, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παρ. 1 και 2, της ανωτέρω οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας έναντι της προσβολής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. 2. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι δικαιούχοι των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από προσβολές τελεσθείσες στο έδαφός του να μπορούν να ασκούν αγωγή αποζημίωσης ή/και να ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και, κατά περίπτωση, την κατάσχεση του σχετικού υλικού καθώς και των συσκευών, προϊόντων ή συστατικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Πρώτης Περιφέρειας του Μονάχου της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Bastei Lübbe GmbH & Co. KG, εκδοτικού οίκου, και του Michael Strotzer, όσον αφορά αγωγή αποζημιώσεως λόγω προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού μέσω της ανταλλαγής αρχείων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  το άρθρο 8, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2001/29, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παρ. 1, αυτής έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας ο κάτοχος συνδέσεως με το διαδίκτυο, μέσω της οποίας διαπράττεται προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού με την ανταλλαγή αρχείων, μπορεί να απαλλάσσεται από την ευθύνη του εφόσον κατονομάζει τουλάχιστον ένα μέλος της οικογένειάς του, που είχε δυνατότητα να χρησιμοποιεί την ως άνω σύνδεση, χωρίς να δίδει περισσότερες διευκρινίσεις όσον αφορά τη χρονική στιγμή κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε η ως άνω σύνδεση από το εν λόγω μέλος της οικογένειάς του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στο ανωτέρω ενωσιακό πλαίσιο

7. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-105/17, Komisiazazashtitanapotrebitelite κατά Evelina Kamenova - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχεία βʹ και δʹ, της Οδηγίας 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και του κανονισμού 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο της Βάρνας της Βουλγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής προστασίας των καταναλωτών (ΕΠΚ) με αντικείμενο πράξη της ΕΠΚ περί επιβολής διοικητικών προστίμων στην Kamenova με το αιτιολογικό ότι παρέλειψε να παράσχει πληροφορίες στους καταναλωτές σε αγγελίες για την πώληση αγαθών που είχαν δημοσιευθεί σε διαδικτυακό τόπο. Ειδικότερα, καταναλωτής αγόρασε ρολόι στον διαδικτυακό τόπο www.olx.bg με σύμβαση πωλήσεως εξ αποστάσεως. Εκτιμώντας ότι το ρολόι αυτό δεν αντιστοιχούσε στα χαρακτηριστικά που αναγράφονταν στην αγγελία που ήταν αναρτημένη στον σχετικό διαδικτυακό τόπο, υπέβαλε καταγγελία στην ΕΠΚ μετά την άρνηση του προμηθευτή να δεχτεί πίσω το ρολόι έναντι επιστροφής του καταβληθέντος ποσού. Κατόπιν ελέγχων, η ΕΠΚ διαπίστωσε ότι η Ε. Kamenova, η οποία ήταν καταχωρισμένη στον εν λόγω διαδικτυακό τόπο με το ψευδώνυμο «eveto-ZZ», ήταν η πωλήτρια του ρολογιού. Κατά τον διαχειριστή του διαδικτυακού τόπου www.olx.bg, ο χρήστης του ψευδώνυμου αυτού είχε δημοσιεύσει συνολικά οκτώ αγγελίες για την πώληση διαφόρων προϊόντων στον εν λόγω διαδικτυακό τόπο, μεταξύ δε αυτών και το επίμαχο στην κύρια δίκη ρολόι. Με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2015, η ΕΠΚ διαπίστωσε ότι η Ε. Kamenova είχε υποπέσει σε διοικητική παράβαση και της επέβαλε διάφορα διοικητικά πρόστιμα. Ακολούθως η Kamenova άσκησε προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ένα φυσικό πρόσωπο που δημοσιεύει σε διαδικτυακό τόπο, ταυτόχρονα, ορισμένες αγγελίες για την πώληση καινούργιων και μεταχειρισμένων αγαθών μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εμπορευόμενος» και η δραστηριότητά του «εμπορική πρακτική» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β και δ, της Οδηγίας 2005/29.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι ένα φυσικό πρόσωπο που δημοσιεύει σε διαδικτυακό τόπο, ταυτόχρονα, ορισμένες αγγελίες για την πώληση καινούργιων και μεταχειρισμένων αγαθών πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «εμπορευόμενος/έμπορος» και η δραστηριότητα αυτή συνιστά «εμπορική πρακτική». Τα ανωτέρω ισχύουν εάν το πρόσωπο αυτό ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως.

8. Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-571/16 Nikolay Kantarev κατά Balgarska Narodna Banka

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, σημείο 3, στοιχείο i, και του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων. Σύμφωνα με την παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου της Οδηγίας 94/19 «1.Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων πρέπει να είναι σε θέση να καταβάλλουν τις δεόντως αποδεδειγμένες απαιτήσεις καταθετών που αφορούν μη διαθέσιμες καταθέσεις εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στη διαπίστωση που περιγράφεται στο άρθρο 1 σημείο 3) i), ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει την απόφαση που περιγράφεται στο άρθρο 1 σημείο 3) ii). Η προθεσμία αυτή περιλαμβάνει τη συλλογή και διαβίβαση των στοιχείων σχετικά με τους καταθέτες και τις καταθέσεις, που είναι αναγκαία για την επαλήθευση των απαιτήσεων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια αρχή αίτηση για παράταση της προθεσμίας. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τις δέκα εργάσιμες ημέρες». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο της Βάρνας, της Βουλγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Nikolay Kantarev και της Balgarska Narodna Βanka (ΒΝΒ) σχετικά με τη ζημία την οποία ο Ν. Kantarev υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της προβαλλόμενης εκπρόθεσμης καταβολής της εγγυήσεως των καταθέσεων, ήτοι των κεφαλαίων που ήταν κατατεθειμένα σε τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο είχε ανοίξει στην Korporativna Targovska Banka (KTB) και τα οποία δεν ήταν πλέον διαθέσιμα.
Ένα σημαντικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1, σημείο 3, στοιχείο i, και το άρθρο 10, παρ. 1, της Οδηγίας 94/19 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παράγουν άμεση ισχύ και παρέχουν στους καταθέτες δικαίωμα ασκήσεως αποζημιώσεως για την αποκατάσταση ζημίας από εκπρόθεσμη επιστροφή καταθέσεων κατά δημόσιας αρχής (ΒΝΒ, αρμόδια για να διαπιστώσει τη μη διαθεσιμότητα των καταθέσεων ενός πιστωτικού ιδρύματος, αγωγής).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1, σημείο 3, στοιχείο i, της Οδηγίας 94/19 έχει άμεση ισχύ και συνιστά κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες δυνάμει των οποίων οι καταθέτες έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αγωγή με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από την εκπρόθεσμη επιστροφή των καταθέσεων. 
Επίσης, τέθηκε το νομικό ζήτημα εάν το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, ελλείψει ειδικής διαδικασίας στη Βουλγαρία και προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Κράτους-μέλους για τις ζημίες που προκαλούνται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από εθνική αρχή, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει δύο διαφορετικά ένδικα βοηθήματα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα διαφορετικών δικαστηρίων και εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση α) από την ύπαρξη προθέσεως της οικείας εθνικής αρχής προς πρόκληση της ζημίας, β) από την υποχρέωση του ιδιώτη να αποδείξει την ύπαρξη πταίσματος, γ) από την καταβολή πάγιου τέλους ή τέλους αναλογικού προς την αξία του αντικειμένου της διαφοράς ή δ) από την προηγούμενη ακύρωση της διοικητικής πράξεως που αποτέλεσε την αιτία της ζημίας.
Το ΔΕΕ έκρινε αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα ότι το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, ελλείψει ειδικής διαδικασίας στη Βουλγαρία προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη αυτού του Κράτους-μέλους για τις ζημίες που προκαλούνται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από εθνική αρχή:
α) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει δύο διαφορετικά ένδικα βοηθήματα, τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα διαφορετικών δικαστηρίων και υποκείμενα σε διαφορετικές προϋποθέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούν δικαστήριο καθορίζει εάν πρέπει να θεμελιωθεί ευθύνη μιας εθνικής αρχής βάσει του νόμου περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου ή βάσει του νόμου περί ενοχικών σχέσεων και συμβάσεων
β) αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση από την πρόσθετη προϋπόθεση της υπάρξεως προθέσεως εκ μέρους της εθνικής αρχής προς πρόκληση της ζημίας
γ) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση από την υποχρέωση του ιδιώτη να αποδείξει την ύπαρξη πταίσματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έννοια του «πταίσματος» δεν βαίνει πέραν της εννοίας της «κατάφωρης παραβιάσεως»
δ) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την καταβολή ενός πάγιου τέλους ή ενός τέλους αναλογικού προς την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι η καταβολή ενός πάγιου τέλους δεν αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας
ε) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση από την προηγούμενη ακύρωση της διοικητικής πράξεως που αποτέλεσε την αιτία της ζημίας, υπό την προϋπόθεση ότι είναι εύλογη η επιβολή της απαιτήσεως αυτής στον ζημιωθέντα

9. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-393/18 PPU UD κατά XB – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 8 του Κανονισμού 2201/2003 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού «Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής». Η αίτηση υποβλήθηκε από το τμήμα του οικογενειακού δικαίου του High Court of Justice (Ηνωμένο Βασίλειο) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της UD, μητέρας ενός παιδιού που γεννήθηκε στο Μπανγκλαντές στις 2 Φεβρουαρίου 2017 και του ΧΒ, πατέρα του παιδιού αυτού. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν τα αιτήματα της UD να διαταχθεί α) η θέση του εν λόγω παιδιού υπό την προστασία του αιτούντος δικαστηρίου και β) η επιστροφή της μαζί με το παιδί στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να μετάσχουν στη δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 2201/2003 έχει την έννοια ότι ένα παιδί πρέπει να είχε φυσική παρουσία εντός Κράτους-μέλους προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο Κράτος-μέλος, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Το αιτούν δικαστήριο Ζήτησε, επίσης, να διευκρινισθεί αν ασκούν επιρροή ορισμένες περιστάσεις εφόσον αποδειχθούν, ήτοι ο καταναγκασμός που άσκησε ο πατέρας στη μητέρα με συνέπεια να γεννήσει η μητέρα το παιδί τους σε τρίτο κράτος και να διαμένει έκτοτε εκεί με το παιδί αυτό και η προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της μητέρας ή του παιδιού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 2201/2003 έχει την έννοια ότι ένα παιδί πρέπει να είχε φυσική παρουσία σε Κράτος-μέλος προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος αυτό, κατά την έννοια δεν ασκούν επιρροή.

10. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-384/17, Dooel Uvoz-Izvoz Skopje Link Logistic N&N κατά Budapest Rendőrfőkapitánya – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 9α της Οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής. Το άρθρο 9α της ανωτέρω οδηγίας ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη καθιερώνουν κατάλληλους ελέγχους και προσδιορίζουν το σύστημα κυρώσεων το οποίο ισχύει για τις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι καθοριζόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Szombathely, της Ουγγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Dooel Uvoz-Izvoz Skopje Link Logistic N&Nκαι του αστυνομικού διευθυντή της Βουδαπέστης σχετικά με την επιβολή προστίμου στη Link Logistic N&N για τον λόγο ότι χρησιμοποίησε τμήμα αυτοκινητοδρόμου χωρίς να έχει καταβάλει το αντίστοιχο τέλος.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η αρχή της αναλογικότητας, όπως τυποποιείται στο άρθρο 9α της Οδηγίας 1999/62, αναφορικά με την εκτίμηση των κυρώσεων οι οποίες προβλέπονται από τα Κράτη- μέλη για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων οδικής κυκλοφορίας είναι α) διάταξη αμέσου ισχύος και β) σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν τα δικαστήρια και οι διοικητικές αρχές του συγκεκριμένου Κράτους-μέλους έχουν τη δυνατότητα ή την υποχρέωση, για τους σκοπούς μιας σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, να συμπληρώσουν, χωρίς παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη, την επίμαχη εθνική νομοθεσία διά της προσθήκης ουσιαστικών κριτηρίων που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει άμεση ισχύ και ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Επιπροσθέτως, έκρινε ότι αν μια τέτοια σύμφωνη ερμηνεία δεν είναι δυνατή θα πρέπει να αφήσει ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη στο μέτρο που η εφαρμογή της, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης.





Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 9/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Σεπτέμβριος 2018
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-327/18 PPU, R O - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 50 ΣΕΕ και της Απόφασης-Πλαισίο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το High Court της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της εκτέλεσης στην Ιρλανδία δύο ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν από τις δικαστικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου (HB) σε βάρος του RO. Ειδικότερα, ο  RO προβάλλοντας αντιρρήσεις κατά της παράδοσής του επικαλέστηκε την αποχώρηση του ΗB από την Ένωση και το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, υποστηρίζοντας ότι διέτρεχε τον κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή του Maghaberry στη Βόρεια Ιρλανδία. Το αιτούν δικαστήριο της Ιρλανδίας προβληματίστηκε αναφορικά με το γεγονός ότι εάν πραγματοποιηθεί η παράδοση του RO, τότε κατά πάσα πιθανότητα αυτός θα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε φυλακή του ΗB και μετά την ημερομηνία της αποχώρησης του ΗB από την ΕΕ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 50 ΣΕΕ έχει την έννοια ότι η γνωστοποίηση, από Κράτος-μέλος, της πρόθεσής του να αποχωρήσει από την Ένωση έχει ως συνέπεια ότι, σε περίπτωση έκδοσης ΕΕΣ από το εν λόγω Κράτος-μέλος σε βάρος κάποιου προσώπου, το Κράτος-μέλος εκτέλεσης του εντάλματος οφείλει είτε να αρνηθεί να το εκτελέσει είτε να αναβάλει την εκτέλεσή του, έως ότου διευκρινιστεί το νομικό καθεστώς που θα ισχύει στο Κράτος-μέλος έκδοσης του εντάλματος μετά την αποχώρησή του από την Ένωση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ έχει την έννοια ότι μόνη η γνωστοποίηση από Κράτος-μέλος της πρόθεσής του να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει ότι  το Κράτος-μέλος εκτέλεσης του εντάλματος οφείλει είτε να αρνηθεί να το εκτελέσει είτε να αναβάλει την εκτέλεσή του, έως ότου διευκρινιστεί το νομικό καθεστώς που θα ισχύει στο Κράτος-μέλος έκδοσης του εντάλματος μετά την αποχώρησή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπρόσθετα, τόνισε ότι εφόσον δεν υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι μετά την αποχώρηση του Κράτους-μέλους έκδοσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση το πρόσωπο διατρέχει τον κίνδυνο να στερηθεί τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Απόφαση - πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, η Ιρλανδία δεν μπορεί να αρνηθεί να εκτελέσει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ενώ το Κράτος-μέλος έκδοσης εξακολουθεί να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-312/17, Surjit Singh Bedi κατά Bundesrepublik Deutschland και Bundesrepublik Deutschland in Prozessstandschaft für das Vereinigte Königreich von Großbritannien und Nordirland - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2 παρ. 2 της Οδηγίας 2000/78 του Συμβουλίου για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε  από το Περιφερειακό Δικαστήριο των Εργατικών Διαφορών του Hamm της Γερμανίας (Landesarbeitsgericht Hamm) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Surjit Singh Bedi και της ΟΔ της Γερμανίας και της ΟΔ της Γερμανίας ασκούσας, ως εκπρόσωπος, τα δικαιώματα του ΗΒ. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η παύση της καταβολής ενός προσωρινού επιδόματος, που προβλέπεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, από τη στιγμή που συνέτρεξαν στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου οι προϋποθέσεις για τη λήψη πρόωρης συντάξεως, που χορηγείται στα άτομα με αναπηρία δυνάμει του συστήματος υποχρεωτικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας 2000/78 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στις διατάξεις συλλογικής συμβάσεως εργασίας που προβλέπουν την παύση της καταβολής ενός προσωρινού επιδόματος, χορηγούμενου για τη διασφάλιση αξιοπρεπούς εισοδήματος σε εργαζόμενο που απώλεσε την εργασία του και μέχρις ότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος βάσει του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως γήρατος, από τη στιγμή που ο εργαζόμενος πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος που προβλέπεται για τα άτομα με σοβαρή αναπηρία.
Αρχικά, το ΔΕΕ εξέτασε εάν το προσωρινό επίδομα αποτελεί αμοιβή και διαπίστωσε ότι η επίδική παροχή αποτελεί αμοιβή. Αναφορικά με το κύριο προαναφερόμενο ζήτημα το ΔΕΕ παρατήρησε ότι το άρθρο 8 παρ. 1 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που συσχετίζει την παύση του προσωρινού επιδόματος με τις προϋποθέσεις του συστήματος πρόωρης συνταξιοδότησης, δεν εισάγει διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη άμεσα στην αναπηρία, καθόσον το κριτήριο της διακρίσεως δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αναπηρία. Στο ζήτημα της έμμεσης διακρίσεως το ΔΕΕ επισήμανε ότι οι εργαζόμενοι με σοβαρή αναπηρία λαμβάνουν πρόωρη σύνταξη ανάλογα με το έτος γεννήσεώς τους, και ότι, κατά συνέπεια, δικαιούνται κατά κανόνα προσωρινού επιδόματος για διάρκεια μικρότερη από ένα έως τρία έτη σε σχέση με τη διάρκεια του επιδόματος που καταβάλλεται στους εργαζομένους χωρίς αναπηρία της ίδιας ηλικίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, παρ. 2, της Οδηγίας 2000/78 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στις διατάξεις συλλογικής συμβάσεως εργασίας που προβλέπουν την παύση της καταβολής ενός προσωρινού επιδόματος λόγω του γεγονότος ότι ο εργαζόμενος αυτός πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος που προβλέπεται για τα άτομα με σοβαρή αναπηρία.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-244/17, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Προσφυγή ακύρωσης 

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε προσφυγή ακύρωσης της Επιτροπής με την οποία ζητούσε την ακύρωση της Αποφάσεως 2017/477 του Συμβουλίου για τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνεργασίας που συγκροτήθηκε βάσει της ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών-μελών και της Δημοκρατίας του Καζακστάν. Η συγκεκριμένη ενισχυμένη συμφωνία εταιρικής σχέσης αφορούσε τις εργασιακές ρυθμίσεις του Συμβουλίου Συνεργασίας, της Επιτροπής Συνεργασίας, ειδικών υποεπιτροπών ή οποιωνδήποτε άλλων οργάνων. Η Επιτροπή, παραθέτοντας το μοναδικό λόγο ακύρωσης, υποστήριξε ότι το Συμβούλιο προσέθεσε, στη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 31, παρ. 1, ΣΕΕ, το οποίο ορίζει μεταξύ άλλων ότι οι αποφάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης ΕΕ {(Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ)}, λαμβάνονται ομόφωνα, πλην των περιπτώσεων στις οποίες το κεφάλαιο αυτό ορίζει διαφορετικά. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη πράξη θα έπρεπε να ληφθεί δυνάμει των άρθρων 218, παρ. 9, ΣΛΕΕ και 218, παρ. 8, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα το τελευταίο προβλέπει απλοποιημένη διαδικασία η οποία πρέπει να ακολουθείται από το Συμβούλιο όταν αυτό προσδιορίζει τις θέσεις που πρέπει να ληφθούν στο πλαίσιο οργάνου συσταθέντος με συμφωνία, τόσο στα θέματα που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ όσο και σε εκείνα που δεν εμπίπτουν σε αυτήν. Ας σημειωθεί ότι το Συμβούλιο ζήτησε από το Δικαστήριο  να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματά της Απόφασης σε σχέση με εσωτερικούς κανονισμούς του Συμβουλίου Συνεργασίας, της Επιτροπής Συνεργασίας και των ειδικών υποεπιτροπών, που υιοθετήθηκαν και άρχισαν να ισχύουν στις 28 Μαρτίου 2017.
Το Δικαστήριο σε μια αρχική του σκέψη αναγνώρισε ότι όταν μία απόφαση περιλαμβάνει διάφορα συστατικά στοιχεία ή επιδιώκει περισσότερους του ενός σκοπούς, εκ των οποίων ορισμένοι εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ, ο εφαρμοστέος για την έκδοσή της κανόνας ψηφοφορίας πρέπει να προσδιορίζεται υπό το πρίσμα του κύριου ή πρωτεύοντος σκοπού ή συστατικού στοιχείου αυτής. Επιπρόσθετα, τόνισε ότι τα συνδετικά στοιχεία μεταξύ της συμφωνίας εταιρικής σχέσεως και της ΚΕΠΠΑ δεν επαρκούν για να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη πράξη έπρεπε να ληφθεί με τον κανόνα της ομοφωνίας.
Έτσι, το ΔΕΕ ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη και διατήρησε σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2017/477.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-68/17 IR κατά JQ – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 2, της Οδηγίας 2000/78 του Συμβουλίου για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της επίμαχης Οδηγίας «Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν στην ισχύουσα κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας εθνική τους νομοθεσία ή να προβλέψουν σε μελλοντική νομοθεσία η οποία αφορά τις ισχύουσες εθνικές πρακτικές, κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας διατάξεις βάσει των οποίων, στην περίπτωση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των εκκλησιών ή άλλων δημοσίων ή ιδιωτικών ενώσεων η δεοντολογία των οποίων εδράζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, η διαφορετική μεταχείριση που εδράζεται στο θρήσκευμα ή τις πεποιθήσεις ενός προσώπου δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των εν λόγω δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου ασκούνται, η θρησκεία ή οι πεποιθήσεις αποτελούν επαγγελματική απαίτηση ουσιώδη, θεμιτή και δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη τη δεοντολογία της οργάνωσης. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση ασκείται τηρουμένων των συνταγματικών διατάξεων και αρχών των κρατών μελών, καθώς και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και δεν μπορεί να αιτιολογεί διάκριση η οποία βασίζεται σε άλλους λόγους. Εφόσον οι διατάξεις της τηρούνται κατά τα λοιπά, η παρούσα οδηγία δεν θίγει συνεπώς το δικαίωμα των εκκλησιών και των λοιπών δημόσιων ή ιδιωτικών ενώσεων των οποίων η δεοντολογία εδράζεται στο θρήσκευμα ή στις πεποιθήσεις, εφόσον ενεργούν σύμφωνα με τις εθνικές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις, να απαιτούν από τα πρόσωπα που εργάζονται για λογαριασμό τους στάση καλής πίστεως και συμμόρφωσης προς την δεοντολογία τους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών της Γερμανίας (Bundesarbeitsgerich) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του JQ και της εργοδότριάς του, IR, σχετικά με τη νομιμότητα της απολύσεως του JQ λόγω φερόμενης παραβάσεως εκ μέρους του της υποχρεώσεως καλής πίστεως και συμμορφώσεως προς τη δεοντολογία της IR.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι μια εκκλησία ή άλλη οργάνωση, η δεοντολογία της οποίας εδράζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις και η οποία διαχειρίζεται νοσηλευτικό ίδρυμα με μορφή κεφαλαιουχικής εταιρίας ιδιωτικού δικαίου, μπορεί να ορίσει δεσμευτικά για τους εργαζομένους της που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα διαφορετικές απαιτήσεις τηρήσεως στάσεως καλής πίστεως και συμμορφώσεως ανάλογα με το θρήσκευμα ή την απουσία θρησκεύματος των εργαζομένων αυτών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι μια εκκλησία ή άλλη οργάνωση με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά  δεν μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει στους εργαζομένους της, που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα, διαφορετικές απαιτήσεις στάσεως καλής πίστεως και συμμορφώσεως ανάλογα με το θρήσκευμα ή την απουσία θρησκεύματος των εργαζομένων αυτών, χωρίς η απόφασή της να μπορεί να υποβληθεί, εφόσον παρίσταται ανάγκη, σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων, που κατέχουν διευθυντικές θέσεις, ως προς τις απαιτήσεις στάσεως καλής πίστεως και συμμορφώσεως δύναται να δικαιολογηθεί εάν βάσει της φύσεως των σχετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων το θρήσκευμα ή οι πεποιθήσεις αποτελούν επαγγελματική απαίτηση που είναι ουσιώδης, θεμιτή και δικαιολογημένη. Ωστόσο, η ανωτέρω διαφορετική μεταχείριση οφείλει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, ένα εθνικό δικαστήριο υποχρεούται, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, να μην εφαρμόσει εθνική διάταξη, η οποία δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο συνάδοντα προς το άρθρο 4, παρ 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ δύο ιδιωτών υποχρεούται, όταν αδυνατεί να ερμηνεύσει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο κατά τρόπο συνάδοντα προς το άρθρο 4, παρ. 2, της Οδηγίας 2000/78, να παράσχει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που απορρέει για τους πολίτες από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων που κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη εθνική διάταξη.

5. ΔΕΕ, απόφασητης 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-214/17, Alexander Mölk κατά Valentina Mölk – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 3 του Πρωτοκόλλου της Χάγης σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής, που εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την Απόφαση 2009/941/ΕΚ του Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του Πρωτοκόλλου της Χάγης «Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή εφαρμόζεται όταν ο δικαιούχος διατροφής έχει προσφύγει στην αρμόδια αρχή του κράτους στο οποίο ο υπόχρεος έχει τη συνήθη διαμονή του. Εντούτοις, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του δικαιούχου, όταν ο δικαιούχος δεν μπορεί να επιτύχει διατροφή από τον υπόχρεο δυνάμει του δικαίου του δικάζοντος δικαστή[…]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Alexander Mölk και της θυγατέρας του Valentina Mölk, με αντικείμενο απαιτήσεις διατροφής. Ειδικότερα, ο Alexander Mölk έχει συνήθη διαμονή στην Αυστρία ενώ η συνήθης διαμονή της θυγατέρας του Valentina Mölk βρίσκεται στην Ιταλία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Innsbruck, της Αυστρίας αποφάσισε με διάταξή του ότι ο Α. Mölk υποχρεούται να καταβάλλει μηνιαία διατροφή στη V. Mölk. Ωστόσο, ο Α. Mölk ζήτησε από το ανωτέρω εθνικό δικαστήριο να μειώσει το ποσό της εν λόγω διατροφής λόγω μειώσεως του καθαρού εισοδήματός του και η θυγατέρα του ζήτησε να απορριφθεί αυτό το αίτημα μειώσεως της διατροφής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του Α. Mölk κατ’ εφαρμογή του ιταλικού δικαίου. Το περιφερειακό δικαστήριο του Innsbruck μετά από έφεση του πατέρα επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στηριζόμενο στο αυστριακό δίκαιο. Ο Α. Mölk άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας να κριθεί η απαίτηση διατροφής βάσει του ιταλικού δικαίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, παρ. 3, του Πρωτοκόλλου της Χάγης έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η καταβλητέα διατροφή επιδικάσθηκε με απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου, κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου σύμφωνα με το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή το οποίο ορίζει η διάταξη αυτή, το δίκαιο αυτό διέπει και μεταγενέστερο αίτημα του υπόχρεου, ενώπιον της αρμόδιας αρχής του κράτους της συνήθους διαμονής του, σε βάρος του δικαιούχου περί μειώσεως της διατροφής αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4 παρ. 3 του Πρωτοκόλλου της Χάγης δεν διέπει μεταγενέστερο αίτημα περί μειώσεως της διατροφής του υπόχρεου, ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους της συνήθους διαμονής του.

6. ΔΕΕ απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-180/17, X και Y κατά Staatssecretarisvan Veiligheiden Justitie – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και του άρθρου 13 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών σε συνδυασμό με το άρθρο 18, το άρθρο 19, παρ. 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χωρών στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των X και Y και του Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης στις Κάτω Χώρες, με αντικείμενο την απόρριψη των αιτήσεων διεθνούς προστασίας τις οποίες είχαν υποβάλει, και την έκδοση αποφάσεων περί επιστροφής τους. Ειδικότερα, κατά των X και Y, Ρώσων υπηκόων, εκδόθηκαν αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις τους για παροχή διεθνούς προστασίας και τους επιβλήθηκε υποχρέωση επιστροφής. Κατόπιν της απόρριψης των προσφυγών εφεσίβαλαν τις πρωτόδικες αποφάσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεδομένου ότι η έφεση δεν είχε αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα, ζήτησαν από το αιτούν δικαστήριο να λάβει ασφαλιστικά μέτρα εν αναμονή της έκδοσης απόφασης επί της ουσίας. Το δικαστήριο αυτό δέχθηκε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και αποφάσισε ότι δεν επιτρεπόταν να απελαθούν ο X και Y πριν περατωθεί η κατ’ έφεση διαδικασία επί της ουσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική νομοθεσία που, ενώ προβλέπει ότι χωρεί έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης με την οποία επικυρώνεται απορριπτική διοικητική απόφαση επί αίτησης διεθνούς προστασίας και επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής, δεν προσδίδει αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα στο ένδικο αυτό μέσο, ακόμη και σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επικαλείται σοβαρό κίνδυνο παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια  δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική ρύθμιση.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-176/17, Profi Credit Polska S.A. w Bielsku Białej κατά Mariusz Wawrzosek - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε κυρίως την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/EOK του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 της ανωτέρω οδηγίας «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Siemianowice Śląskie της Πολωνίας (Sąd Rejonowy w Siemianowicach Śląskich I Wydział Cywilny) στο πλαίσιο διαδικασίας μεταξύ της Profi Credit Polska και του Mariusz Wawrzosek σχετικά με αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει γραμματίου σε διαταγή που εξέδωσε ο δεύτερος για την καταβολή ποσών φερόμενων ως οφειλόμενων σε εκτέλεση σύμβασης καταναλωτικού δανείου που του χορήγησε η εταιρία αυτή.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει γραμματίου σε διαταγή το οποίο εξασφαλίζει απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση καταναλωτικής πίστης, όταν ο δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της σύμβασης αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση στο μέτρο που οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ανακοπής κατά της οικείας διαταγής πληρωμής δεν διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από την οδηγία αυτή.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-546/16, Montte SL κατά Musikene - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό όργανο της Αυτόνομης Κοινότητας της Χώρας των Βάσκων για τις προσφυγές κατά διοικητικών αποφάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων της Ισπανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Montte SL και της Musikene, σχετικά με διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2014/24 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να επιβάλλουν, με τη συγγραφή υποχρεώσεων δημόσιας σύμβασης με ανοιχτή διαδικασία, ελάχιστες απαιτήσεις ως προς την τεχνική αξιολόγηση, κατά τρόπο ώστε οι υποβαλλόμενες προσφορές που δεν υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο κατώτατο όριο βαθμολογίας να αποκλείονται από τη μεταγενέστερη αξιολόγηση η οποία στηρίζεται τόσο στα τεχνικά κριτήρια όσο και στην τιμή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2014/24 δεν αντιτίθεται στην προαναφερόμενη εθνική νομοθεσία.

9. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-358/16, UBS Europe SE και Alain Hondequinetconsorts κατά DV κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 54, παρ. 1 και 3, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, σε συνδυασμό με τα άρθρα 41, 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1και 2 της ανωτέρω Οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών ή των φορέων στους οποίους έχουν μεταβιβαστεί καθήκοντα βάσει του άρθρου 48 παράγραφος 2, καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Καμία πληροφορία που περιέρχεται στα πρόσωπα αυτά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο υπό συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή που δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας μεμονωμένων επιχειρήσεων, διαχειριστών αγοράς, ρυθμιζόμενων αγορών ή άλλου προσώπου, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο ή σε άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας. 2. Όταν πρόκειται για επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς ή ρυθμιζόμενη αγορά που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να κοινολογούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαδικασίας». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό εφετείο του Λουξεμβούργου (Couradministrative) στο πλαίσιο διαδικασιών τριτανακοπής που κίνησε η εταιρία UBS Europe SE, καθώς και οι Alain Hondequin κ.λπ. (υπό την ιδιότητα των πρώην μελών του διοικητικού συμβουλίου της Luxalpha) κατά της αποφάσεως του διοικητικού εφετείου, το οποίο αποφάνθηκε επί της εφέσεως που άσκησαν οι DV και EU σχετικά με την άρνηση της χρηματοπιστωτικής εποπτικής αρχής να γνωστοποιήσει ορισμένα έγγραφα στο πλαίσιο των διαφορών μεταξύ DV και CSSF (Εποπτική αρχή) κατόπιν της αποφάσεως της τελευταίας με την οποία αυτή έκρινε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε πλέον τα εχέγγυα επαγγελματικής εντιμότητας. Ας σημειωθεί ότι η εποπτική χρηματοπιστωτική αρχή διέταξε τον DV να παραιτηθεί από κάθε θέση που κατείχε το συντομότερο δυνατό, για τον λόγο ότι δεν ήταν πλέον άξιος εμπιστοσύνης και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν πλέον ικανός να ασκεί στο πλαίσιο επιβλεπόμενης επιχειρήσεως καθήκοντα διευθύνοντος ή άλλα καθήκοντα των οποίων η άσκηση εξαρτάται από σχετική άδεια. Η CSSF αιτιολόγησε την απόφασή της, μεταξύ άλλων, με τον ρόλο που είχε διαδραματίσει ο DV στη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρίας Luxalpha Sicav. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 54, παρ. 1 και 3, της Οδηγίας 2004/39, σε συνδυασμό με το άρθρο 41 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η εξαίρεση από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου, η οποία προβλέπεται στη διάταξη αυτή σχετικά με τις «περιπτώσεις που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο», έχει εφαρμογή σε κατάσταση στην οποία οι αρχές τις οποίες ορίζουν τα Κράτη-μέλη προς άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται από την Οδηγία αυτή λαμβάνουν μέτρο, ή ακόμη επιβάλλουν κύρωση, που εμπίπτει στο εθνικό διοικητικό δίκαιο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο όρος «περιπτώσεις που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο», που περιλαμβάνεται άρθρου 54, παρ. 1 και 3, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, δεν καταλαμβάνει την περίπτωση στην οποία οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν μέτρο που συνίσταται στην επιβαλλόμενη σε ορισμένο πρόσωπο απαγόρευση να ασκεί σε μια εποπτευόμενη επιχείρηση διευθυντικά καθήκοντα ή άλλα καθήκοντα για την άσκηση των οποίων απαιτείται άδεια. Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ τόνισε ότι η υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπεται στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να διασφαλίζεται και να εφαρμόζεται στην πράξη κατά τρόπον ώστε να συμβιβάζεται με τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας.

10. ΔΕΕ,  απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Υπόθεση C-41/17, Isabel González Castro κατά Mutua Umivale κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε κυρίως την ερμηνεία του άρθρου 19, παρ. 1, της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 της ανωτέρω οδηγίας  «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα, ώστε να επιβάλλεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Δικαστήριο της Γαλικίας Tribunal (Superior de Justicia de Galicia) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Isabel González Castro και του Ταμείο αλληλασφαλίσεως Umivale, της εργοδότριάς της, Prosegur España SL  και του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφαλίσεως, Ισπανία σχετικά με την άρνηση των τελευταίων να αναστείλουν τη σύμβαση εργασίας της πρώτης και να της χορηγήσουν επίδομα λόγω κινδύνου κατά τη γαλουχία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 19, παρ. 1, της Οδηγίας 2006/54 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται σε περίπτωση στο πλαίσιο της οποίας εργαζομένη στην οποία δεν χορηγήθηκε ιατρικό πιστοποιητικό που βεβαιώνει την ύπαρξη κινδύνου για τον θηλασμό τον οποίο ενέχει η θέση εργασίας της και στην οποία κατά συνέπεια δεν χορηγήθηκε το επίδομα λόγω κινδύνου κατά τη γαλουχία αμφισβητεί, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής του οικείου Κράτους-μέλους, την αξιολόγηση των κινδύνων της θέσεως εργασίας της 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο του ενωσιακού δικαίου εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση εφόσον η εργαζομένη αυτή επικαλείται πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται ότι η αξιολόγηση αυτή δεν συμπεριέλαβε ειδικό έλεγχο που να λαμβάνει υπόψη την ατομική κατάστασή της και από τα οποία μπορεί έτσι να συναχθεί τεκμήριο περί υπάρξεως άμεσης διακρίσεως λόγω φύλου.




Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 4/2018
Πόσο V. Orbán είσαι; 
Ο "οδικός χάρτης" για την εγκαθίδρυση ανελευθερων καθεστώτων
Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Αν. Καθηγητή, Νομική Σχολή ΔΠΘ

                                                  «We are parting ways with western European dogmas,
                                                   making ourselves independent from them … We have
                                                   to abandon liberal methods and principles of organising
                                                   a society. The new state that we are building is an
                                                   illiberal state, a non-liberal state»
                                                                                                                 Viktor Orbán, 29/10/2014

1. Το τελευταίο διάστημα και στο πλαίσιο της μακρόσυρτης προεκλογικής περιόδου, που διάγει η χώρα  μας, ακούσαμε αρκετές φορές να παρομοιάζουν οι βασικοί «παίκτες» της εγχώριας πολιτικής σκηνής ό ένας τον άλλον με τον Πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Viktor Orbán. Εξάλλου, οι ασχολούμενοι με τα ζητήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είχαν την ευκαιρία τα τελευταία χρόνια να παρακολουθήσουν διάφορα «επεισόδια» έντασης στις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της υπό τον Orbán Ουγγρικής Κυβέρνησης σχετικά με τις πολιτικές επιλογές της. Η περίπτωση της Ουγγαρίας απασχόλησε δε και το Δικαστήριο της ΕΕ. Σε τι συνίσταται λοιπόν το φαινόμενο Orbán; 
 Στο ερώτημα αυτό θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο παρόν, λαμβάνοντας υπόψη ότι η περίπτωση Orbán εντάσσεται σε ένα γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, μιας γενιάς εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών (Τσάβες, Πούτιν, Ερντογάν, Ούρμπαν, Κατσίνσκι και Σίντλο), που παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, παρουσιάζουν κοινά στοιχεία, αφού πολιτεύονται εγκαθιδρύοντας καθεστώτα, που χαρακτηρίζονται από τη σοβαρή οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου. Τα κοινά αυτά στοιχεία, θα αναδείξουμε παρακάτω, αφού προηγουμένως οριοθετήσουμε εννοιολογικά την «οπισθοδρόμηση του Κράτους δικαίου» και τους κινδύνους που εγκυμονεί για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.    

2. Από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας παράλληλα με την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, που μονοπώλησε σχεδόν το πολιτικό και επιστημονικό ενδιαφέρον, παρουσιάστηκαν σε Κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως  στην Ουγγαρία (2011), στην Ρουμανία (2012) και τελευταία στην Πολωνία (2016) σοβαρές αποκλίσεις από τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη η Ένωση βασίζεται «στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες». Μεταξύ των παραπάνω «συνταγματικών θεμελίων», που συγκροτούν την φιλελεύθερη αξιακή ταυτότητα της Ένωσης, κεντρική θέση κατέχει η αρχή του Κράτους Δικαίου, που υποχρεώνει σε σεβασμό της τόσο τα θεσμικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και τα Κράτη-μέλη. Έτσι, γίνεται λόγος για «οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου» (rule of law backsliding), με σκοπό να περιγράψει το γενικότερο φαινόμενο, με παγκόσμιο χαρακτήρα, της συστηματικής αποδυνάμωσης των συνταγματικών μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης (checks and balances) από μια νέα γενιά εκλεγμένων αλλά αυταρχικών ηγετών. Εξάλλου, ο όρος αποτυπώνει, ιδιαίτερα για το χώρο της ΕΕ, μια κατάσταση διολίσθησης χωρών, όπως η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Πολωνία, από το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο ίσχυε σε αυτές και αποτέλεσε προϋπόθεση για την προσχώρησή τους στην Ένωση σε αντιφιλελεύθερες μορφές διακυβέρνησης (illiberalism). Οι  L. Pech και K. L. Scheppele ορίζουν την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου ως «τη διαδικασία μέσω της οποίας εκλεγμένες δημόσιες αρχές εσκεμμένα εφαρμόζουν κυβερνητικά σχέδια, που αποσκοπούν στη συστηματική αποδυνάμωση, εκμηδένιση ή έλεγχο των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας, με στόχο την απογύμνωση του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους και την εδραίωση της μακροχρόνιας κυριαρχίας του επικρατούντος κόμματος». 
Η οπισθοδρόμηση αυτή του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μελή της Ένωσης εγκυμονεί σοβαρούς πολιτικούς και νομικούς κινδύνους για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της ενωσιακής έννομης τάξης ειδικότερα. Οι πολιτικοί κίνδυνοι συνδέονται με την αποδυνάμωση της νομιμοποίησης του συστήματος λήψης αποφάσεων της Ένωσης από τη συμμετοχή σε αυτό κυβερνήσεων που δεν σέβονται τις φιλελεύθερες αξίες της. Σήμερα που η ΕΕ και τα Θεσμικά της Όργανα καθορίζουν μέσω του ενωσιακού δικαίου τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η τύχη τους εξαρτάται από αντιδημοκρατικές κυβερνήσεις, όταν αυτές καλούνται να συμπράξουν στην ενωσιακή διαδικασία λήψης αποφάσεων. Εξάλλου, ο σεβασμός της αρχής του Κράτους Δικαίου ιδιαίτερα από τα Κράτη-μέλη είναι κομβικής σημασίας, αφού «παράγει» την αναγκαία αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών και μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, στην οποία εδράζεται το νομικό ενωσιακό οικοδόμημα μετά και την εγκαθίδρυση ενός Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, που θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων. 

3. Για την εγκαθίδρυση ανελεύθερων καθεστώτων (illiberal states) από ηγέτες «τύπου  Orbán» ακολουθείται ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, που παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις, τα στοιχεία του συνοψίζονται στον παρακάτω «οδικό χάρτη»

(α) Η οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου τείνει να αρχίσει με σημαντικό αριθμό πολιτών να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας  για λόγους που ποικίλλουν: από την αυξανόμενη ανισότητα, την υψηλή και επίμονη ανεργία ή τις αρπακτικές πρακτικές της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Συχνά αυτό συνοδεύεται από μια κρίση στο κομματικό σύστημα, στο οποίο τουλάχιστον ένα από τα κυρίαρχα κόμματα είτε συγκλονίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις είτε παίρνει μια απότομη στροφή προς ένα πολιτικό άκρο, γεγονός που στη συνέχεια και στις επόμενες εκλογές παρουσιάζεται ως επιλογή κανονικότητας.

(β) Οι δυσαρεστημένοι πολίτες ψηφίζουν για να σπάσουν το «παλιό σύστημα» εκλέγοντας έναν ηγέτη, ο οποίος υπόσχεται ριζική αλλαγή, συχνά αναφερόμενος στη «βούληση του λαού», επιτιθέμενος στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο με έξυπνα σχεδιασμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες (συνταγματικός λαϊκισμός), συνήθως δανεισμένες από άλλους «επιτυχημένους» αυταρχικούς ηγέτες.

(γ) Οι νέοι ολιγαρχικοί ηγέτες δρουν γρήγορα για να απενεργοποιήσουν, να περιορίσουν ή να ελέγξουν πλήρως  εξουσίες «κλειδιά», που μπορούν να αντισταθούν στην εδραίωση της εξουσίας τους. Στις εξουσίες αυτές περιλαμβάνονται πρωτίστως η ανεξάρτητη δικαιοσύνη, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους (υπηρεσίες ασφαλείας, αστυνομία, εισαγγελική αρχή). Βασική τους στόχευση είναι συστηματική υπονόμευση των βασικών συνιστωσών του Κράτους Δικαίου γνωστών ως checks and balances. 

(δ) Για να παραμείνουν δημοφιλείς, οι νέοι κυβερνώντες σχεδιάζουν, προσφέρουν και προβάλλουν παροχές σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν να ελέγξουν τον δημόσιο διάλογο και να εξαλείψουν τις εναλλακτικές απόψεις μέσω του εκφοβισμού κοινωνικών και πολιτικών ομάδων και την ανάπτυξη κατά των αντιπάλων τους φορολογικών, αστυνομικών και εισαγγελικών διώξεων από τις ελεγχείσες σύμφωνα με τα παραπάνω εκ μέρους τους εξουσίες, που θεωρούνται «κλειδιά» για την εδραίωση της εξουσίας τους.

(ε) Στη συνέχεια, αλλάζουν τον εκλογικό σύστημα και το εκλογικό σώμα (σπρώχνοντας όπου αυτό είναι δυνατόν την αντιπολίτευση εκτός της χώρας ή καταπιέζοντας τους ψηφοφόρους της) ή και τα δύο. 

(στ) Όταν οι ψηφοφόροι τελικά αντιληφθούν («ξυπνήσουν») τη ζημία που έχει γίνει, κάτι που συμβαίνει συνήθως πολύ αργά, καθώς ο νέος αυταρχικός ηγέτης κατά το διάστημα που διέρρευσε κατέστρεψε κάθε δίαυλο μέσω του οποίου μπορούν να εκφραστούν εναλλακτικές απόψεις, έχουν λίγες επιλογές αντίστασης, αφού το συνταγματικό πλαίσιο «βρίσκεται σε αιχμαλωσία» (captured), όρος που προτάθηκε από τον Jan-Werner Müller, και δεν παραμένει κάποια συνταγματική οδός για να αμφισβητήσει αποτελεσματικά το κυβερνών κόμμα. 

(ζ) Στην σπάνια περίπτωση που εκδηλωθεί αντίσταση είτε στο Κοινοβούλιο είτε στους δρόμους (διαδηλώσεις κα), τα προκατειλημμένα ή μεροληπτικά  δημοψηφίσματα (μέσω της κατάλληλης θέσης των ερωτημάτων) μπορούν πάντοτε να οργανωθούν για να επιβεβαιώσουν τη βούληση του ηγέτη με το πρόσχημα της «θέλησης του λαού», μια έκφραση που οι κυβερνώντες λαϊκιστές θεωρούν χρήσιμη  να επικαλούνται για να θέσουν τους εαυτούς τους «πάνω από τους δημοκρατικούς θεσμούς και να ξεπεράσουν τα εμπόδια», που μπορεί να σταθούν στο δρόμο τους.

(η) Έχοντας περιορίσει τις αντίθετες φωνές και αλλάξει το εκλογικό σύστημα, οι νέοι ηγέτες μπορούν στη συνέχεια να περιμένουν να πάρουν τις ψήφους που χρειάζονται για να κερδίσουν επόμενες εκλογές, επιστρατεύοντας φανταστικούς εχθρούς και εμφανιζόμενοι  ψηφοθηρικά γενναιόδωροι με παροχές σε τμήματα του λαού. Με αυτόν τον τρόπο η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία «αποτελεί χαρακτηριστικό του παρελθόντος».

Συνοπτικά, όπως σημειώνουν οι Kim Lane Scheppele και Laurent Pech, η  σύγχρονη εκδοχή της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου «μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της χειραγώγησης των δημοκρατικών κανόνων και θεσμών. Τα συντάγματα και οι εκλογικοί κανόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ευνοήσουν ένα κυβερνών κόμμα και να περιορίσουν την ανεξαρτησία και την εξουσία της δικαστικής εξουσίας και των μέσων ενημέρωσης». Τελικός στόχος σε κάθε περίπτωση είναι η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος που θα κινείται «σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας». 

4. Παρά την αυξανόμενη σημασία της αρχής του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης ο έλεγχος του σεβασμού της αρχής τόσο πολιτικά όσο και δικαστικά, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζονται «συστημικές απειλές» σ’ ένα Κράτος-μέλος, παρουσιάστηκε αρκετά ανεπαρκής. Κατ’ ουσία η Ένωση εμφανίστηκε εξαιρετικά αδύναμη να προστατεύσει τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως αυτές αποτυπώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, όταν αυτές παραβιάζονται συστηματικά από τα Κράτη-μέλη (βλ. Μιχ. Χρυσομάλλη (επιμέλεια), Η αρχή του Κράτους Δικαίου στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 80 επ).

Ωστόσο, από τις αρχές του τρέχοντος έτους φαίνεται ότι «η τιμή της Ευρώπης» διασώζεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που με διαδοχικές του αποφάσεις, επιχειρεί να ορθώσει νομικούς φραγμούς στην  οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη. Ενθαρρυντικό είναι ότι στα μηνύματα της νομολογίας ανταποκρίθηκε άμεσα η Επιτροπή, που προσέφυγε στο Δικαστήριο κατά της Πολωνίας σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή για παράβαση) επικαλούμενη αυτοτελώς την παραβίαση του άρθρου 2 ΣΕΕ (Αξίες της Ένωσης – Κράτος Δικαίου) και ειδικότερα τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, που αποτελεί δομικό στοιχείο του Κράτους Δικαίου. Στις εξελίξεις αυτές θα αναφερθούμε διεξοδικά σε προσεχές μας άρθρο. 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com