Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019


CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1/2019

ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΜΑΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ  2018 
ΕΝΕΡΓΕΙΑ – ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΣΗΜΑ – ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ 
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-632/16, Dyson Ltd και Dyson BV κατά BSH Home Appliances NV– Προδικαστική

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 665/2013 της Επιτροπής, που συμπληρώνει την Οδηγία 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αναφορικά με την επισήμανση της κατανάλωσης ενέργειας από ηλεκτρικές σκούπες. Επίσης, η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Η αίτηση υποβλήθηκε από τον Πρόεδρο του Εμποροδικείου της Αμβέρσας (Βέλγιο). Η ένδικη διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου προέκυψε μεταξύ της Dyson Ltd και της Dyson BV και της BSH Home Appliances NV σχετικά με αθέμιτη εμπορική πρακτική της BSH, η οποία παρέλειψε να δώσει πληροφορίες σχετικές με την ενεργειακή απόδοση των ηλεκτρικών σκουπών που εμπορεύεται και προσέθεσε στη συσκευασία των ηλεκτρικών σκουπών τις οποίες εμπορεύεται, άλλες πληροφορίες πέραν εκείνων που υποχρεωτικά πρέπει να αναγράφονται στο ενεργειακό σήμα των ηλεκτρικών σκουπών. Ας σημειωθεί ότι υπόδειγμα του ενεργειακού σήματος περιλαμβάνεται στο παράρτημα II του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 665/2013.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7 της Οδηγίας 2005/29 έχει την έννοια ότι συνιστά «παραπλανητική παράλειψη» το γεγονός ότι δεν παρέχονται στον καταναλωτή πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες των δοκιμών βάσει των οποίων πραγματοποιείται η ενεργειακή κατάταξη, που εμφαίνεται στο ενεργειακό σήμα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7 της 2005/29 έχει την έννοια ότι δεν αποτελεί παραπλανητική παράλειψη η μη παροχή πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες των δοκιμών βάσει των οποίων πραγματοποιείται η ενεργειακή κατάταξη.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός 665/2013, ερμηνευόμενος υπό το πρίσμα της Οδηγίας 2010/30 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προσθήκη, σε άλλα σημεία πέραν του ενεργειακού σήματος, άλλων ετικετών ή συμβόλων που υπενθυμίζουν τις πληροφορίες οι οποίες μνημονεύονται στο εν λόγω ενεργειακό σήμα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προσθήκη, σε άλλα σημεία πέραν του ενεργειακού σήματος, ετικετών ή συμβόλων αν η προσθήκη αυτή ενδέχεται να παραπλανήσει τον τελικό χρήστη ή να του προκαλέσει σύγχυση όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση της επίμαχης ηλεκτρικής σκούπας που πωλείται στη λιανική αγορά. Σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ τα ανωτέρω θα εκτιμηθούν από το εθνικό δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα σήματα αυτά ο μέσος τελικός χρήστης που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, σε συνάρτηση με τους υφιστάμενους κοινωνικούς, πολιτιστικούς και γλωσσικούς παράγοντες.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-561/16, Saras Energía SA κατά Administración del Estado - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, 4 και 9, καθώς και του άρθρου 20, παράγραφοι 4 και 6, της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας Tribunal Supremo στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Saras Energía SA και του Ισπανικού Δημοσίου σχετικά με τη νομιμότητα της υπουργικής απόφασης IET/289/2015 του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τουρισμού για τη θέσπιση των υποχρεώσεων καταβολής εισφοράς στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης για το έτος 2015. Ειδικότερα, η Saras Energía, ισπανική εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα της ενέργειας, προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου επικαλούμενη ότι η επίδικη υπουργική απόφαση είναι αντίθετη προς την Οδηγία 2012/27, διότι υποχρεώνει την προσφεύγουσα εταιρεία να εκπληρώσει την υποχρέωση εξοικονόμησης ενέργειας μέσω της ετήσιας καταβολής εισφοράς στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, χωρίς να της παρέχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή μέσω της εφαρμογής πραγματικών μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Επιπρόσθετα, η εταιρεία υποστήριξε ότι η υποχρέωση καταβολής εισφοράς επιβάλλεται μόνο στις εταιρίες λιανικής πώλησης ενέργειας και όχι στους διανομείς ενέργειας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1 και 9, και το άρθρο 20, παρ. 4 και 6, της Οδηγίας 2012/27 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία θεσπίζει ως κύριο τρόπο εκπλήρωσης της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης ένα καθεστώς ετήσιας εισφοράς σε εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, χωρίς να προβλέπει τη δυνατότητα των υπόχρεων μερών, αντί να καταβάλλουν την εισφορά αυτή, να επιτυγχάνουν τους στόχους εξοικονόμησης ενέργειας με τρόπο πραγματικό και άμεσο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίδικα άρθρα της Οδηγίας 2012/27 δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1 και 4, της Οδηγίας 2012/27 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει υποχρέωση ενεργειακής απόδοσης σε ορισμένες μόνον επιχειρήσεις του ενεργειακού τομέα, οι οποίες ορίζονται ως υπόχρεα μέρη, και  δεν εκθέτει ρητώς τους λόγους για τους οποίους οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις ορίστηκαν ως υπόχρεα μέρη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα της Οδηγίας 2012/27 δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-103/17, Messer France SAS, venantaux droits de Praxair κατά Premier minister κ.λ.π. – Προδικαστική παραπομπή 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, καθώς και των άρθρων 3 και 18 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 92/12 «Τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να υπόκεινται σε άλλους έμμεσους φόρους που εξυπηρετούν ειδικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι αυτές οι φορολογικές επιβαρύνσεις τηρούν τους κανόνες φορολόγησης που ισχύουν για τις ανάγκες των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του [φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)], για τον καθορισμό της φορολογικής βάσης, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Messer France SAS, πρώην Praxair και του Πρωθυπουργού, της Ρυθμιστικής Επιτροπής Ενέργειας, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Θάλασσας με αντικείμενο την επιστροφή της εισφοράς για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού (CSPE) την οποία κατέβαλε η ως άνω εταιρία για τα έτη 2005 έως 2009. Ας σημειωθεί ότι επίδικη εισφορά σκοπούσε στη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών σκοπών, σκοπών εδαφικής και κοινωνικής συνοχής και στην κάλυψη δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική λειτουργία του Εθνικού Διαμεσολαβητή Ενέργειας και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για τη διαχείριση της εισφοράς CSPE.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 έχει την έννοια ότι φόρος, όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορεί να χαρακτηριστεί ως «άλλος έμμεσος φόρος»
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, σε μια αρχική του σκέψη, ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 προβλέπει ότι τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν άλλο έμμεσο φόρο πλην του ειδικού φόρου καταναλώσεως εφόσον α) υπηρετεί ειδικό σκοπό και β) τηρεί τους κανόνες φορολογήσεως που ισχύουν για τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως ή τον ΦΠΑ ως προς τον καθορισμό της φορολογικής βάσεως, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 έχει την έννοια ότι ο επίδικος φόρος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «άλλος έμμεσος φόρος», δεδομένου του περιβαλλοντικού σκοπού του εξαιρουμένων των σκοπών του εδαφικής και κοινωνικής συνοχής και των δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική λειτουργία  των ανωτέρω δημοσίων αρχών ή φορέων, με την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, της τηρήσεως των κανόνων φορολογήσεως που ισχύουν για τις ανάγκες των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
Επίσης, τέθηκε το νομικό ζήτημα αν κατά το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι φορολογούμενοι μπορούν να αξιώσουν την πλήρη επιστροφή της οικείας εισφοράς ή μόνο μερική επιστροφή της ανάλογα με το ποσοστό των δαπανών, επί του συνόλου των χρηματοδοτούμενων με την εισφορά CSPE δαπανών, που δεν αντιστοιχεί σε ειδικό σκοπό.
Το ΔΕΕ έκρινε, αρχικά, ότι τα Κράτη-μέλη υποχρεούνται να επιστρέφουν τους φόρους που  εισπράττονται από το Κράτος-μέλος κατά παράβαση του δικαίου της ΕΕ. Η μόνη εξαίρεση από το δικαίωμα της επιστροφής των φόρων αφορά την περίπτωση που ο αχρεωστήτως καταβληθείς φόρος μετακυλίσθηκε άμεσα από τον φορολογούμενο στον αγοραστή.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος ότι οι φορολογούμενοι μπορούν να αξιώσουν μερική επιστροφή φόρου ανάλογα με το ποσοστό των εσόδων από τον φόρο, το οποίο διατέθηκε για μη ειδικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι φορολογούμενοι δεν μετακύλυσαν τον φόρο στους δικούς τους πελάτες.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-90/17, Turbogás Produtora Energética SA κατά Autoridade Tributáriae Aduaneira– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 21, παρ. 5, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το ανωτέρω διάταξη «Μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση θεωρείται ως διανομέας. Παρά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν αυτούς τους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας εφόσον φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας.». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 στοιχείο α «[….] τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τα ακόλουθα προϊόντα από τη φορολογία, υπό τις προϋποθέσεις που θα ορίσουν προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και απρόσκοπτη εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή η κατάχρηση:α) ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής, να επιβάλουν στα προϊόντα αυτά φορολογία χωρίς να υποχρεούνται να τηρούν τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία. Στην περίπτωση αυτή, η φορολογία αυτών των προϊόντων δεν λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της τήρησης του ελαχίστου επιπέδου φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας που καθορίζεται στο άρθρο 10». Η αίτηση υποβλήθηκε  από το διαιτητικό δικαστήριο για την επίλυση φορολογικών διαφορών της Πορτογαλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Turbogás – Produtora Energética SA και της Φορολογικής και Τελωνειακής αρχής, της Πορτογαλίας σχετικά με διορθωτική πράξη επιβολής φόρου όσον αφορά τη φορολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας προοριζόμενης για αυτοκατανάλωση από την Turbogás. Ας σημειωθεί ότι η Turbogás ασκούσε δραστηριότητα παραγωγής θερμοηλεκτρικής ενέργειας και στο πλαίσιο της εσωτερικής της λειτουργίας του σταθμού κατανάλωνε ένα μικρό μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 21 παρ. 5, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/96 έχει την έννοια ότι κάθε οντότητα, η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση, ανεξαρτήτως του μεγέθους της και ανεξαρτήτως της οικονομικής δραστηριότητας που ασκεί κατά κύριο λόγο, πρέπει να θεωρηθεί ως διανομέας του οποίου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στην υποχρεωτική απαλλαγή που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 21, παρ. 5, τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 14, παρ. 1, στοιχείο α, της Οδηγίας 2003/96 έχουν την έννοια ότι μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση (ανεξάρτητα από το μέγεθός της και την οικονομική της δραστηριότητα) πρέπει να θεωρηθεί ως «διανομέας», του οποίου η  κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στην ανωτέρω υποχρεωτική απαλλαγή.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου