Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

CES-DUTH ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 1/2019
Konstantinos Hazakis, 2018, “European political economy: theory and policy”, 
Lexington books, USA, 353 pages

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Εγκαινιάζουμε σήμερα μια νέα στήλη με τίτλο «Νέες Εκδόσεις», στην οποία θα παρουσιάζουμε νέα βιβλία, που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό,  παρουσιάζουν ενδιαφέρον και αξίζουν να διαβαστούν. Αρχή γίνεται με το βιβλίο του αγαπητού συναδέλφου και συνεργάτη στο Δημοκρίτειο Κωνσταντίνου Χαζάκη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Lexington (ΗΠΑ) με τίτλο “European political economy: theory and policy”.  Η επιλογή μας είναι περίπου προφανής  αφενός το βιβλίο του Κ. Χαζάκη αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στην κατανόηση της πολυεπίπεδης  κρίσης της Ε.Ε, χρήσιμη για τον ερευνητική, τον φοιτητή, τον δημοσιογράφο και τον πολιτικό, αφετέρου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξωστρέφειας  της ερευνητικής δουλειάς που γίνεται στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.  

                                                                                                                                  ΜΔΧ

Η εντεινόμενη πολυσχιδής οικονομική, πολιτική και θεσμική κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιστά εξαιρετικά επίκαιρο το εγχείρημα κριτικής αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πολιτικών αλλά και παροχής ολοκληρωμένων και αποτελεσματικών προτάσεων για την αντιμετώπιση των αναφυομένων στρεβλώσεων στην ευρωπαϊκή συσσωμάτωση.

Στο  οικονομικό επίπεδο και παρά την προσπάθεια ονομαστικής οικονομικής σύγκλισης των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχει επιτευχθεί πραγματική σύγκλιση μεταξύ όλων  των ευρωπαϊκών περιφερειών, η διαρθρωτική ανεργία παραμένει υψηλή, ενώ οι ποικίλες αρνητικές εκροές της κρίσης χρέους σε χώρες της Ευρωζώνης υποβαθμίζουν την κοινωνική/εδαφική συνοχή, δημιουργούν συστημικό κίνδυνο στην τραπεζική και χρηματοοικονομική δραστηριότητα, εντείνουν την αβεβαιότητα της ευρωπαϊκής πολιτιναιμα ακής και αυξάνουν το συναλλακτικό κόστος στην λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών. Επιπρόσθετα, οι αρνητικές εξωτερικότητες από την αδράνεια των ευρωπαϊκών θεσμών σε κρίσιμες θεματικές περιοχές της οικονομίας ενισχύουν τον Ευρω-σκεπτικισμό και τις ποικίλες και ετερόκλητες εκφάνσεις του.
Στο πολιτικό επίπεδο δεν υπάρχει ενιαία και ισχυρή ευρωπαϊκή συλλογική προθετικότητα για το περιεχόμενο της διεύρυνσης/εμβάθυνσης αλλά και για την ιεράρχηση προτεραιοτήτων σε επιμέρους θεματικές περιοχές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τέλος, ζητήματα υψηλής πολιτικής όπως κοινή εξωτερική πολιτική, διεθνής τρομοκρατία, μεταναστευτικές ροές, εμπορικός προστατευτισμός, αντιμετωπίζονται βραχυπρόθεσμα και χωρίς ισχυρή πολιτική βούληση.

Το βιβλίο “European political economy: Theory and policy” παρέχει το θεωρητικό, και μεθοδολογικό υπόβαθρο για την κατανόηση των πρωτογενών αιτιών της πολυδιάστατης ευρωπαϊκής κρίσης  υπό το πρίσμα της πολιτικής οικονομίας για τέσσερις λόγους:

Πρώτον, επισημαίνει τους μηχανισμούς διανομής κερδών/κόστους όλων των βασικών ευρωπαϊκών πολιτικών αλλά και τον τρόπο διαμόρφωσης των θέσεων/επιλογών των βασικών δρώντων όσον αφορά την παροχή θεμελιωδών δημόσιων συλλογικών αγαθών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ποιος είναι ο βαθμός εγκόλπωσης αυτών των προτιμήσεων στο υφιστάμενο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και κεκτημένο και ποιοι οι λόγοι διαφοροποίησης των θέσεων διαχρονικά; Πως εσωτερικεύεται και υπό ποιες προϋποθέσεις νομιμοποιείται κάθε φορά η ευρωπαϊκή πολιτική; 

Δεύτερον, η υιοθετούμενη μεθοδολογική προσέγγιση υπογραμμίζει την διάδραση πολιτικής και οικονομίας τόσο στην ιστορία και εξέλιξη της ευρωπαϊκής συσσωμάτωσης όσο και στους μηχανισμούς υλοποίησης συγκεκριμένων ευρωπαϊκών πολιτικών όπως η εμπορική πολιτική, η πολιτική της ενιαίας αγοράς αλλά και η νομισματική πολιτική στην Eυρωζώνη.

Τρίτον, αναδεικνύονται τα όρια και οι αστοχίες των ευρωπαϊκών θεσμών/οργάνων στην μακροπρόθεσμη δυναμική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέταρτον, επισημαίνεται η ανάγκη ενίσχυσης της νομιμοποίησης των ευρωπαϊκών πολιτικών τόσο στην διαδικασία λήψης αποφάσεων όσο και στην υλοποίησή τους καθώς αποτελεσματικότητα και νομιμοποίηση πολιτικής είναι εξίσου σημαντικά για την ενίσχυση των μηχανισμών ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τούτο σημαίνει και την ενδυνάμωση των μηχανισμών εκμάθησης και προσαρμογής των οικονομικών και πολιτικών δρώντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποτελεσματική ενσωμάτωση υφισταμένων στοχοθετήσεων εθνικού και περιφερειακού επιπέδου στην ενιαία-κοινή ευρωπαϊκή οπτική.

Η ανάλυση περιλαμβάνει επτά θεματικές περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρία σοβαρά ζητήματα που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη (μακρο-οικονομική προσαρμογή στην ευρωζώνη, ευρωπαϊκή κρίση χρέους, Brexit) παρέχοντας πολλά παραδείγματα αλλά και εδραζόμενη σε επικαιροποιημένες πηγές.
Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο περιλαμβάνει 13 κεφάλαια διαρθρωμένα σε τέσσερις ενότητες. Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει το περιεχόμενο των θεμελιωδών θεωριών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το τρίτο κεφάλαιο συσχετίζει κρίσιμες συλλογικές αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο με την δυναμική της ευρωπαϊκής συσσωμάτωσης. Το τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του βιβλίου εστιάζει στο σύστημα λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην συνεισφορά των κυριότερων ευρωπαϊκών θεσμών σε αυτό.
Στο δεύτερο μέρος μελετάται το περιεχόμενο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (κεφάλαιο 5), η θεωρία και η υλοποίηση άριστης νομισματικής ζώνης στην Ευρώπη (κεφάλαιο 6) αλλά και οι μηχανισμοί μακροοικονομικής προσαρμογής στην ευρωζώνη ειδικά στις περιπτώσεις χωρών με υψηλά επίπεδα δημοσίου χρέους (κεφάλαιο 7).
Το τρίτο μέρος του βιβλίου μελετά ενδελεχώς το περιεχόμενο, και τις επιπτώσεις  βασικών πολιτικών της ευρωπαϊκής ένωσης (της κοινής αγροτικής πολιτικής στο όγδοο κεφάλαιο, της ενιαίας αγοράς στο ένατο κεφάλαιο, της περιφερειακής πολιτικής στο δέκατο κεφάλαιο, και της κοινής εμπορικής πολιτικής στο ενδέκατο κεφάλαιο). Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο ενδέκατο κεφάλαιο στην κριτική αξιολόγηση της διατλαντικής εταιρικής σχέσης εμπορίου και επενδύσεων αλλά και στην εμπορική συμφωνία Καναδά – Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο δωδέκατο κεφάλαιο αναλύεται η απόφαση αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οικονομικές επιπτώσεις της, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο παρέχει χρήσιμα συμπεράσματα και σκέψεις για την μελλοντική πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com






Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2019

Πρόσβαση Τρίτων στο Ηλεκτρικό Δίκτυο: Ευρωπαϊκό και Εθνικό Δίκαιο 
Ρουμπιές Κωνσταντίνος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη του κου Ρουμπιέ Κωνσταντίνου με θέμα: Πρόσβαση Τρίτων στο Ηλεκτρικό Δίκτυο: Ευρωπαϊκό και Εθνικό Δίκαιο, που αποτέλεσε τη Διπλωματική του Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου, κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με υψηλότατη βαθμολογία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                  ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε εθνικό επίπεδο συνιστά έναν κλάδο, ο οποίος παρόλο που εκκίνησε με την μορφή του μονοπωλίου, εντούτοις,  έχει οδηγηθεί, μέσω των νομοθετημάτων που έχουν θεσπιστεί, στην πλήρη απελευθέρωσή του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σταδιακή, εξελικτική απελευθέρωση της ηλεκτρικής αγοράς ενέργειας στο πέρασμα των χρόνων, η οποία επιτεύχθηκε με την έκδοση των Οδηγιών (και κατά συνέπεια των εθνικών κανόνων ενσωμάτωσής τους στις έννομες τάξεις των Κρατών-μελών). Ξεκινώντας, από τη σκοπιά του κοινοτικού νομοθέτη, σε επίπεδο Συνθηκών καθιερώνεται για πρώτη φορά μια πολιτική για την ενέργεια με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ το Δεκέμβριο του 2009, κάτι το οποίο καταδεικνύει την έως τότε ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο τομέας της ενέργειας με κανόνες παράγωγου δικαίου. Ειδικότερα, η Οδηγία  96/92/ΕΚ αποτέλεσε την πρώτη Οδηγία για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μεταξύ των άλλων ρυθμίσεων προβλέπει την πλήρη απελευθέρωση του μονοπωλίου στον τομέα της παραγωγής ενώ παραχωρεί στα Κράτη-μέλη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών εναλλακτικών μοντέλων πρόσβασης στο δίκτυο, ήτοι της πρόσβασης στο δίκτυο κατόπιν διαπραγματεύσεων, της ρυθμιζόμενης πρόσβασης και της πρόσβασης στο δίκτυο με βάση το σύστημα του μοναδικού αγοραστή, με μεγαλύτερη απήχηση να βρίσκει το δεύτερο μοντέλο, το οποίο υιοθέτησαν δεκατρία από τα τότε δεκαπέντε Κράτη-μέλη. Επιπλέον, οι διατάξεις της Οδηγίας ρυθμίζουν τέσσερις συνολικά λόγους άρνησης της πρόσβασης, δύο υποχρεωτικούς και δύο προαιρετικούς, δηλαδή την έλλειψη επαρκούς δυναμικού και την εκπλήρωση υποχρεώσεων κοινής ωφέλειας αφενός και την άρνηση καταβολής ανταλλάγματος και τη ρήτρα αμοιβαιότητας αφετέρου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε Κράτος-μέλος με το δίκαιό του δεν έχει τη δυνατότητα  να ρυθμίζει επιπλέον λόγους, η βασιμότητα των οποίων όμως να στηρίζεται στις διατάξεις της Οδηγίας. Εν συνεχεία, εκδόθηκε η  Οδηγία 2003/54/ΕΚ «σχετικά µε τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ», η οποία εν αντιθέσει με την προηγούμενη Οδηγία, περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τη διακριτική ευχέρεια των Κρατών-μελών και επιδιώκει την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας τόσο στο επίπεδο του βιομηχανικού όσο και του οικιακού καταναλωτή, ορίζοντας μάλιστα, ότι από 1.7.2007 όλοι οι πελάτες, συμπεριλαμβανομένων και των οικιακών πελατών πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμοι. Θεσπίζεται υποχρεωτικά η ρυθμιζόμενη πρόσβαση ως το μοναδικό πλέον σύστημα πρόσβασης στο δίκτυο, πραγματοποιούμενη βάσει δημοσιευμένων και εκ των προτέρων εγκεκριμένων τιμολογίων (σύστημα «προληπτικού ελέγχου»), τα οποία υπόκεινται σε κανονιστικές ρυθμίσεις, εφαρμόζονται υπό ισότιμους όρους εφόσον έχουν προηγουμένως λάβει την έγκριση της ρυθμιστικής αρχής. Αν και μοναδικός λόγος άρνησης πρόσβασης στο δίκτυο  μνημονεύεται η έλλειψη χωρητικότητας, εντούτοις μπορεί να θεμελιωθεί και σε άλλους λόγους, οι οποίοι προκύπτουν από το γενικότερο πνεύμα της Οδηγίας.. Σύμφωνα με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ «σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ» η ρυθμιζόμενη πρόσβαση (Regulated Third Party Access) παραμένει ως το μοναδικό σύστημα πρόσβασης στο δίκτυο καθοριζόμενη από ένα σύστημα με δημοσιευμένα τιμολόγια, εκ των προτέρων εγκεκριμένων ενώ υπάρχει και πληθώρα νέων διατάξεων, οι οποίες σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις για την πρόσβαση των τρίτων το ηλεκτρικό δίκτυο, οδηγούν σε μια αρτιότερη και ενισχυμένη απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ως λόγος εξαίρεσης από την πρόσβαση προβλέπεται και πάλι μόνο «η έλλειψη χωρητικότητας» αν και γίνονται δεκτοί και άλλοι λόγοι, ενώ να αναφερθεί ότι και στις τρείς οδηγίες επειδή η πρόσβαση συνιστά τον κανόνα και η άρνησή της την εξαίρεση, η τελευταία πρέπει να αιτιολογείται δεόντως, να εφαρμόζεται με αντικειμενικά κριτήρια και  να μη χρησιμοποιείται αυθαίρετα. Αναφορικά με το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο, ο Νόμος 2773/1999 «Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας-Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπών θεμάτων» ρυθμίζει την παραγωγή (ρυθμίζεται η απελευθέρωσή της), τη μεταφορά, τη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος στην ελληνική επικράτεια κατά το σύστημα της κοινής ωφέλειας. Η Δ.Ε.Η. εξακολουθεί να παραμένει κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση ηλεκτρικής ενέργειας, με εξαίρεση τη διαχείριση του δικτύου μεταφοράς, έχει όμως υποχρέωση τήρησης ξεχωριστών λογαριασμών. Ο έλληνας νομοθέτης ρυθμίζει με τις διατάξεις του την «πρόσβαση του τρίτου», επιλέγοντας ως σύστημα πρόσβασης αυτό της «ρυθμιζόμενης πρόσβασης», δηλαδή της ex ante ρυθμιστικής παρέμβασης στα  ηλεκτρικά δίκτυα, θεσπίζοντας εντούτοις Κώδικες για να επιτευχθεί η συγκεκριμενοποίηση των διατάξεων και να υπάρξει αρτιότερη και σχολαστικότερη ρύθμιση (όπως ο Κώδικας Διαχείρισης Του Συστήματος, ο Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας και ο Κώδικας Προμήθειας σε Πελάτες). Αναφορικά με την άρνηση πρόσβασης στο δίκτυο, δεν αποτυπώνονται ρητώς λόγοι, εντούτοις, λόγοι  προκύπτουν έμμεσα από το νόμο και τους προαναφερόμενους Κώδικες (έλλειψη διαθέσιμου δυναμικού, εκπλήρωση υποχρεώσεων κοινής ωφέλειας, άρνηση καταβολής του ευλόγου ανταλλάγματος, τεχνικοί λόγοι). Ο Νόμος 3426/2005 αναφορικά με την «Επιτάχυνση της διαδικασίας για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας», περιέχει πληθώρα νέων διατάξεων που αφορούν την πρόσβαση των τρίτων επιχειρήσεων στο ηλεκτρικό δίκτυο, ώστε να λαμβάνει υπόψη δυο παραμέτρους: καθορίζει τους δικαιούχους οι οποίοι συνεχώς αυξάνονται και παράλληλα οριοθετείται ένα κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο  για την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό εκδόθηκε ο «Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας», ενώ αν και προβλεπόταν η θέσπιση Κώδικα και για το Δίκτυο Διανομής και για το Δίκτυο Μη Διασυνδεδεμένων Νήσων, εντούτοις οι εν λόγω Κώδικες δεν εκδόθηκαν στο τότε προβλεπόμενο χρονικό διάστημα. Ο Διαχειριστής του Συστήματος μπορεί να αρνείται την πρόσβαση των δικαιουμένων στο Σύστημα, µόνο για λόγους εξάντλησης της ικανότητας φόρτισης του Δικτύου. Η άρνηση πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ενώ μπορούν να θεμελιωθούν από το γενικότερο πνεύμα και γράμμα του νόμου και οι προαναφερόμενοι λόγοι, ως λόγοι άρνησης. Τέλος, ο Νόμος 4001/2011 «Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις», ο οποίος ισχύει έως και σήμερα, αποτελεί τον βασικό νόμο για την οργάνωση, λειτουργία και πλήρη επίτευξη μιας απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και στην Ελλάδα, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2009/72/ΕΚ. Η χώρα μας επέλεξε το σύστημα της ex ante ρυθμιστικής παρέμβασης στα ηλεκτρικά της δίκτυα, μοντέλο πρόσβασης το οποίο συνυπάρχει με ένα καθεστώς κλαδικής ρύθμισης που σήμερα διασφαλίζεται από τη ΡΑΕ. Η εκ των προτέρων αυτή ρύθμιση έχει ανατεθεί στη ΡΑΕ και η πρόσβαση πραγματοποιείται με δημοσιευμένα τιμολόγια τα οποία εγκρίνει η εν λόγω Ανεξάρτητη Αρχή. Αναφορικά με την πρόσβαση στο Σύστημα Μεταφοράς, εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο νέος «Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας», ενώ δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά «Κώδικας διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ)» και «Κώδικας Διαχείρισης Μη Διασυνδεδεμένων Νήσων». Οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση, οι οποίες πρέπει να αιτιολογούνται πλήρως και να ερμηνεύονται στενά αναφέρονται στους αντίστοιχους Κώδικες και δε διαφοροποιούνται ιδιαιτέρως από όσους αναφέρθηκαν ανωτέρω. Πάντως, παρά το αναλυτικό, σαφές και ώριμο θεσπισμένο νομοθετικό πλαίσιο, πρέπει να αναφερθεί ότι στη χώρα μας, αν και υφίσταται τυπική απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, εντούτοις η είσοδος νέων επιχειρήσεων στον κλάδο δεν έχει αποσπάσει σημαντικά μερίδια αγοράς, εξελίσσεται αργά, συναντώντας ουσιαστικά σημαντικά προβλήματα, κάτι το οποίο αποδεικνύεται από το υψηλότατο ποσοστό της ΔΕΗ στην «πίτα» της ενεργειακής αγοράς, η οποία συνεχίζει να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά. 
Δες τη μελέτη εδώ

Ρουμπιές Κωνσταντίνος, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας
kwstasroumpies@yahoo.gr





CES-Duth Working Paper 1/2019

Η Επεξεργασία των Ενεργειακών Δεδομένων στα Πλαίσια της Επιστημονικής Έρευνας μετά την θέση σε ισχύ του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων
Αγγελική Ζησιού, Δικηγόρος, LLM., υποψήφια διδάκτωρ, Νομική Σχολή, Δ.Π.Θ.


(H μελέτη δημοσιεύτηκε στις 22/12/2018 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline)

Η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με τη μεταρρύθμιση της προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μετουσιώθηκε σε πράξη στις 14 Απριλίου 2016 με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων να καλύπτουν πια όλες τις εκφάνσεις της ζωής των ευρωπαίων πολιτών. Το νομοθετικό πακέτο που υιοθετήθηκε περιλαμβάνει δύο επιμέρους νομοθετικές πράξεις: (i) αφενός τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας των Δεδομένων (General Data Protection Regulation, GDPR), που αντικαθιστά την Οδηγία 95/46/ΕΚ, και (ii) αφετέρου την Οδηγία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομίας και της ποινικής δικαιοσύνης, που αντικαθιστά την Απόφαση-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου. Ως προς τα χρονικά πλαίσια εφαρμογής σημειώνεται ότι ο Κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 24 Μαΐου 2016, και εφαρμόζεται από τις 25 Μαΐου 2018, ενώ η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 5 Μαΐου 2016 και τα Κράτη-μέλη της ΕΕ έπρεπε να την έχουν ενσωματώσει στην εθνική τους νομοθεσία έως τις 6 Μαΐου 2018.
Ο Κανονισμός αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την ενίσχυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών στην ψηφιακή εποχή ενώ παράλληλα διευκολύνει τις επιχειρήσεις με την απλοποίηση των κανόνων που αυτές θα πρέπει να τηρούν στα πλαίσια της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Από την πλευρά της η Οδηγία προασπίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα των φυσικών προσώπων όταν γίνεται επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους εντός της Ένωσης.
Η ενοποίηση των προϋποθέσεων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι ο μόνος τομέας στον οποίο η ΕΕ επιχειρεί να εναρμονίσει τις επιμέρους εθνικές νομοθεσίες. Ομοίως, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2016, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή κατέληξαν σε συμφωνία για την ασφάλεια των δικτύων και των συστημάτων πληροφοριών (Security of Network and Information Systems, NIS Directive, Οδηγία (EE) 2016/1148. Οι διατάξεις της Οδηγίας (EE) 016/1148 αποσκοπούν στο να καταστήσουν το διαδικτυακό περιβάλλον πιο αξιόπιστο και κατά συνέπεια, να υποστηρίξουν την ομαλή λειτουργία της ψηφιακής ενιαίας αγοράς της ΕΕ.
Στην μελέτη αναλύεται η συμβολή των έξυπνων δικτύων και συνακόλουθα των ενεργειακών δεδομένων για τη μετάβαση σε ένα σύστημα χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Μετά την εννοιολογική προσέγγιση των έξυπνων δικτύων και την σε αδρές γραμμές περιγραφή του νέου νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καταδεικνύονται οι προκλήσεις, που η χρήση των ενεργειακών δεδομένων ενέχει από πλευράς προστασίας των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. 
Επιπλέον, εξετάζεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για λόγους επιστημονικής έρευνας, θέμα που θα απασχολήσει ιδιαίτερα τους συμμετέχοντες στην αγορά ενέργειας και όχι μόνο, καθώς η επεξεργασία των ενεργειακών δεδομένων μέσω της επιστημονικής έρευνας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη συλλογή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς την κατανάλωση ενέργειας στον ευρωπαϊκό χώρο για την επίτευξη των στόχων που η ΕΕ θέτει, αλλά και σημαντικό εργαλείο για τους καταναλωτές στην προσπάθεια τους να ενδυναμώσουν τη θέση τους και να συμμετέχουν ενεργά στην αγορά ενέργειας.
Βλέπε το σύνολο της μελέτης εδώ

Αγγελική Ζησιού, Δικηγόρος, LLM., υποψήφια διδάκτωρ, Νομική Σχολή Δ.Π.Θ.
a.zisiou@gmail.com

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019


CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1/2019

ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΜΑΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ  2018 
ΕΝΕΡΓΕΙΑ – ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΣΗΜΑ – ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ 
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-632/16, Dyson Ltd και Dyson BV κατά BSH Home Appliances NV– Προδικαστική

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 665/2013 της Επιτροπής, που συμπληρώνει την Οδηγία 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αναφορικά με την επισήμανση της κατανάλωσης ενέργειας από ηλεκτρικές σκούπες. Επίσης, η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Η αίτηση υποβλήθηκε από τον Πρόεδρο του Εμποροδικείου της Αμβέρσας (Βέλγιο). Η ένδικη διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου προέκυψε μεταξύ της Dyson Ltd και της Dyson BV και της BSH Home Appliances NV σχετικά με αθέμιτη εμπορική πρακτική της BSH, η οποία παρέλειψε να δώσει πληροφορίες σχετικές με την ενεργειακή απόδοση των ηλεκτρικών σκουπών που εμπορεύεται και προσέθεσε στη συσκευασία των ηλεκτρικών σκουπών τις οποίες εμπορεύεται, άλλες πληροφορίες πέραν εκείνων που υποχρεωτικά πρέπει να αναγράφονται στο ενεργειακό σήμα των ηλεκτρικών σκουπών. Ας σημειωθεί ότι υπόδειγμα του ενεργειακού σήματος περιλαμβάνεται στο παράρτημα II του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 665/2013.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7 της Οδηγίας 2005/29 έχει την έννοια ότι συνιστά «παραπλανητική παράλειψη» το γεγονός ότι δεν παρέχονται στον καταναλωτή πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες των δοκιμών βάσει των οποίων πραγματοποιείται η ενεργειακή κατάταξη, που εμφαίνεται στο ενεργειακό σήμα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7 της 2005/29 έχει την έννοια ότι δεν αποτελεί παραπλανητική παράλειψη η μη παροχή πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες των δοκιμών βάσει των οποίων πραγματοποιείται η ενεργειακή κατάταξη.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός 665/2013, ερμηνευόμενος υπό το πρίσμα της Οδηγίας 2010/30 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προσθήκη, σε άλλα σημεία πέραν του ενεργειακού σήματος, άλλων ετικετών ή συμβόλων που υπενθυμίζουν τις πληροφορίες οι οποίες μνημονεύονται στο εν λόγω ενεργειακό σήμα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προσθήκη, σε άλλα σημεία πέραν του ενεργειακού σήματος, ετικετών ή συμβόλων αν η προσθήκη αυτή ενδέχεται να παραπλανήσει τον τελικό χρήστη ή να του προκαλέσει σύγχυση όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση της επίμαχης ηλεκτρικής σκούπας που πωλείται στη λιανική αγορά. Σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ τα ανωτέρω θα εκτιμηθούν από το εθνικό δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα σήματα αυτά ο μέσος τελικός χρήστης που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, σε συνάρτηση με τους υφιστάμενους κοινωνικούς, πολιτιστικούς και γλωσσικούς παράγοντες.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Υπόθεση C-561/16, Saras Energía SA κατά Administración del Estado - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, 4 και 9, καθώς και του άρθρου 20, παράγραφοι 4 και 6, της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας Tribunal Supremo στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Saras Energía SA και του Ισπανικού Δημοσίου σχετικά με τη νομιμότητα της υπουργικής απόφασης IET/289/2015 του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τουρισμού για τη θέσπιση των υποχρεώσεων καταβολής εισφοράς στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης για το έτος 2015. Ειδικότερα, η Saras Energía, ισπανική εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα της ενέργειας, προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου επικαλούμενη ότι η επίδικη υπουργική απόφαση είναι αντίθετη προς την Οδηγία 2012/27, διότι υποχρεώνει την προσφεύγουσα εταιρεία να εκπληρώσει την υποχρέωση εξοικονόμησης ενέργειας μέσω της ετήσιας καταβολής εισφοράς στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, χωρίς να της παρέχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή μέσω της εφαρμογής πραγματικών μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Επιπρόσθετα, η εταιρεία υποστήριξε ότι η υποχρέωση καταβολής εισφοράς επιβάλλεται μόνο στις εταιρίες λιανικής πώλησης ενέργειας και όχι στους διανομείς ενέργειας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1 και 9, και το άρθρο 20, παρ. 4 και 6, της Οδηγίας 2012/27 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία θεσπίζει ως κύριο τρόπο εκπλήρωσης της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης ένα καθεστώς ετήσιας εισφοράς σε εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, χωρίς να προβλέπει τη δυνατότητα των υπόχρεων μερών, αντί να καταβάλλουν την εισφορά αυτή, να επιτυγχάνουν τους στόχους εξοικονόμησης ενέργειας με τρόπο πραγματικό και άμεσο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίδικα άρθρα της Οδηγίας 2012/27 δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1 και 4, της Οδηγίας 2012/27 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει υποχρέωση ενεργειακής απόδοσης σε ορισμένες μόνον επιχειρήσεις του ενεργειακού τομέα, οι οποίες ορίζονται ως υπόχρεα μέρη, και  δεν εκθέτει ρητώς τους λόγους για τους οποίους οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις ορίστηκαν ως υπόχρεα μέρη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα της Οδηγίας 2012/27 δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Υπόθεση C-103/17, Messer France SAS, venantaux droits de Praxair κατά Premier minister κ.λ.π. – Προδικαστική παραπομπή 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, καθώς και των άρθρων 3 και 18 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 92/12 «Τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να υπόκεινται σε άλλους έμμεσους φόρους που εξυπηρετούν ειδικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι αυτές οι φορολογικές επιβαρύνσεις τηρούν τους κανόνες φορολόγησης που ισχύουν για τις ανάγκες των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του [φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)], για τον καθορισμό της φορολογικής βάσης, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Messer France SAS, πρώην Praxair και του Πρωθυπουργού, της Ρυθμιστικής Επιτροπής Ενέργειας, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Θάλασσας με αντικείμενο την επιστροφή της εισφοράς για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού (CSPE) την οποία κατέβαλε η ως άνω εταιρία για τα έτη 2005 έως 2009. Ας σημειωθεί ότι επίδικη εισφορά σκοπούσε στη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών σκοπών, σκοπών εδαφικής και κοινωνικής συνοχής και στην κάλυψη δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική λειτουργία του Εθνικού Διαμεσολαβητή Ενέργειας και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για τη διαχείριση της εισφοράς CSPE.
Το κύριο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 έχει την έννοια ότι φόρος, όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορεί να χαρακτηριστεί ως «άλλος έμμεσος φόρος»
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, σε μια αρχική του σκέψη, ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 προβλέπει ότι τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν άλλο έμμεσο φόρο πλην του ειδικού φόρου καταναλώσεως εφόσον α) υπηρετεί ειδικό σκοπό και β) τηρεί τους κανόνες φορολογήσεως που ισχύουν για τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως ή τον ΦΠΑ ως προς τον καθορισμό της φορολογικής βάσεως, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12 έχει την έννοια ότι ο επίδικος φόρος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «άλλος έμμεσος φόρος», δεδομένου του περιβαλλοντικού σκοπού του εξαιρουμένων των σκοπών του εδαφικής και κοινωνικής συνοχής και των δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική λειτουργία  των ανωτέρω δημοσίων αρχών ή φορέων, με την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, της τηρήσεως των κανόνων φορολογήσεως που ισχύουν για τις ανάγκες των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
Επίσης, τέθηκε το νομικό ζήτημα αν κατά το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 92/12, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι φορολογούμενοι μπορούν να αξιώσουν την πλήρη επιστροφή της οικείας εισφοράς ή μόνο μερική επιστροφή της ανάλογα με το ποσοστό των δαπανών, επί του συνόλου των χρηματοδοτούμενων με την εισφορά CSPE δαπανών, που δεν αντιστοιχεί σε ειδικό σκοπό.
Το ΔΕΕ έκρινε, αρχικά, ότι τα Κράτη-μέλη υποχρεούνται να επιστρέφουν τους φόρους που  εισπράττονται από το Κράτος-μέλος κατά παράβαση του δικαίου της ΕΕ. Η μόνη εξαίρεση από το δικαίωμα της επιστροφής των φόρων αφορά την περίπτωση που ο αχρεωστήτως καταβληθείς φόρος μετακυλίσθηκε άμεσα από τον φορολογούμενο στον αγοραστή.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος ότι οι φορολογούμενοι μπορούν να αξιώσουν μερική επιστροφή φόρου ανάλογα με το ποσοστό των εσόδων από τον φόρο, το οποίο διατέθηκε για μη ειδικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι φορολογούμενοι δεν μετακύλυσαν τον φόρο στους δικούς τους πελάτες.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C-90/17, Turbogás Produtora Energética SA κατά Autoridade Tributáriae Aduaneira– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 21, παρ. 5, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το ανωτέρω διάταξη «Μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση θεωρείται ως διανομέας. Παρά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν αυτούς τους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας εφόσον φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας.». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 στοιχείο α «[….] τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τα ακόλουθα προϊόντα από τη φορολογία, υπό τις προϋποθέσεις που θα ορίσουν προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και απρόσκοπτη εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή η κατάχρηση:α) ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής, να επιβάλουν στα προϊόντα αυτά φορολογία χωρίς να υποχρεούνται να τηρούν τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία. Στην περίπτωση αυτή, η φορολογία αυτών των προϊόντων δεν λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της τήρησης του ελαχίστου επιπέδου φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας που καθορίζεται στο άρθρο 10». Η αίτηση υποβλήθηκε  από το διαιτητικό δικαστήριο για την επίλυση φορολογικών διαφορών της Πορτογαλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Turbogás – Produtora Energética SA και της Φορολογικής και Τελωνειακής αρχής, της Πορτογαλίας σχετικά με διορθωτική πράξη επιβολής φόρου όσον αφορά τη φορολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας προοριζόμενης για αυτοκατανάλωση από την Turbogás. Ας σημειωθεί ότι η Turbogás ασκούσε δραστηριότητα παραγωγής θερμοηλεκτρικής ενέργειας και στο πλαίσιο της εσωτερικής της λειτουργίας του σταθμού κατανάλωνε ένα μικρό μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 21 παρ. 5, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/96 έχει την έννοια ότι κάθε οντότητα, η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση, ανεξαρτήτως του μεγέθους της και ανεξαρτήτως της οικονομικής δραστηριότητας που ασκεί κατά κύριο λόγο, πρέπει να θεωρηθεί ως διανομέας του οποίου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στην υποχρεωτική απαλλαγή που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 21, παρ. 5, τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 14, παρ. 1, στοιχείο α, της Οδηγίας 2003/96 έχουν την έννοια ότι μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση (ανεξάρτητα από το μέγεθός της και την οικονομική της δραστηριότητα) πρέπει να θεωρηθεί ως «διανομέας», του οποίου η  κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στην ανωτέρω υποχρεωτική απαλλαγή.








Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018



CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 10/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Οκτώβριος 2018
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-416/17, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας – Προσφυγή για παράβαση 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την εν λόγω προσφυγή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ διατηρώντας μεταχείριση, η οποία δημιουργεί διακρίσεις και είναι δυσανάλογη έναντι των γαλλικών μητρικών εταιριών που λαμβάνουν μερίσματα από αλλοδαπές θυγατρικές όσον αφορά το δικαίωμα επιστροφής του φόρου που εισπράχθηκε. Η συγκεκριμένη προσφυγή για παράβαση αποτελεί συνέχεια της απόφασης του ΔΕΕ της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Υπόθεση C-310/09 (Accor), σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ απαγορεύουν νομοθετική ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία επιτρέπει σε μητρική εταιρία να συμψηφίσει με τον φόρο κινητών αξιών (τον οποίο οφείλει όταν αναδιανέμει στους μετόχους της μερίσματα που της κατέβαλαν θυγατρικές της) την πίστωση φόρου που συνεπάγεται η διανομή των εν λόγω μερισμάτων, εφόσον αυτά προέρχονται από θυγατρική εγκατεστημένη στη Γαλλία ενώ δεν παρέχει την ίδια δυνατότητα εάν τα εν λόγω μερίσματα προέρχονται από θυγατρική εταιρεία εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος-μέλος.
Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην ανωτέρω υπόθεση Accor προέκυψαν οι αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας {(Rhodia (FR:CESSR:2012:317074.20121210), Accor (FR:CESSR:2012:317075.20121210)}, οι οποίες έθεσαν προϋποθέσεις αναφορικά με την επιστροφή των φόρων που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του Δικαίου της Ένωσης. Ωστόσο, οι τεθείσες προϋποθέσεις δεν συνέβαλαν στην αποτελεσματική εφαρμογή της απόφασης του ΔΕΕ. Έτσι, η Επιτροπή μετά από καταγγελίες άσκησε την εν λόγω προσφυγή. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής θα μπορούσαν να διακριθούν σε δύο μέρη, ήτοι την παράβαση των άρθρων 49 και 63 ΣΛΕΕ και την παραβίαση των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας που  αντλούνται από το άρθρο 267 παρ. 3 ΣΛΕΕ (υποχρεωτική αποστολή προδικαστικού ερωτήματος). Συνοπτικά οι αιτιάσεις της Επιτροπής αναφορικά με το πρώτο μέρος ήταν οι ακόλουθες:
α)Η πρώτη αιτίαση αναφέρεται στον περιορισμό του δικαιώματος επιστροφής του φόρου κατά παράβαση των άρθρων 49 και 63 ΣΛΕΕ λόγω του μη συνυπολογισμού της φορολογίας που επιβλήθηκε στις υποθυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο Κράτος-μέλος εκτός της Γαλλικής Δημοκρατίας
β) Η δεύτερη αιτίαση αναφέρεται στο δυσανάλογο χαρακτήρα των απαιτήσεων που προβλέπονται για την απόδειξη της θεμελίωσης του δικαιώματος επιστροφής του παρανόμως εισπραχθέντος φόρου κινητών αξιών
γ) Η τρίτη αιτίαση αναφέρεται στον καθορισμό ανώτατου ορίου του επιστρεπτέου ποσού του παρανόμως εισπραχθέντος φόρου κινητών αξιών ανερχόμενου στο ένα τρίτο του ποσού των διανεμηθέντων μερισμάτων
Αναφορικά με το δεύτερο μέρος η μία και μοναδική αιτίαση της Επιτροπής σχετίζεται με την υποχρέωση του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας να υποβάλλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πριν καθορίσει τις προϋποθέσεις της επιστροφής του φόρου κινητών αξιών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι α) η Γαλλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας υπόψη τον φόρο που κατέβαλε η αλλοδαπή θυγατρική εταιρεία επί των κερδών που αναλογούν στα εν λόγω μερίσματα, σε αντίθεση με τις αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 49 και 63 ΣΛΕΕ και ότι
β)Το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας παραλείποντας να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να καθοριστεί το επίδικο ζήτημα (δεδομένου ότι η ερμηνεία του Δικαίου της Ένωσης δεν ήταν τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία) παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

2. ΔΕΕ, Διάταξη της 19 Οκτωβρίου 2018της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου, Υπόθεση C-619/18 R,  Επιτροπή κατά Πολωνίας  - Ασφαλιστικά μέτρα

Η Επιτροπή άσκησε στις 2 Οκτωβρίου 2018 προσφυγή κατά της Πολωνίας (C-619/18) λόγω παραβάσεως  του ενωσιακού δικαίου. Η αιτίαση της Επιτροπής ήταν ότι η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών που διορίσθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο έως τις 3 Απριλίου 2018 (πρόωρη συνταξιοδότηση) και η παροχή διακριτικής ευχέρειας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου παραβίασε  το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα τα άρθρα 2 ΣΕΕ (Αξίες της ΕΕ) και 19 ΣΕΕ (Δικαστήριο της ΕΕ – Αποτελεσματική δικαστική προστασία). Παράλληλα με την προσφυγή της η Επιτροπή ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ώστε να υποχρεωθεί η Πολωνία να λάβει τα εξής προσωρινά μέτρα: 1) να αναστείλει την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί μειώσεως του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου 2) να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν τα καθήκοντά τους στην ίδια θέση, απολαύοντας ταυτόχρονα του ιδίου καθεστώτος και των ιδίων δικαιωμάτων και συνθηκών απασχολήσεως, όπως και πριν από τη θέση σε ισχύ του νόμου περί του Ανώτατου Δικαστηρίου 3) να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο αντί των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές 4) να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, το αργότερο ένα μήνα μετά την κοινοποίηση της διατάξεως της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου όλα τα μέτρα τα οποία θα έχει λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή.
Η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου Rosario Silva de Lapuerta, με διάταξη της, δέχτηκε προσωρινά όλα τα αιτήματα της Επιτροπής μέχρι να εκδοθεί η διάταξη με την οποία θα περατώνεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 
Συνοπτικά το σκεπτικό της επίμαχης διάταξης διαμορφώνεται υπό την κατωτέρω συλλογιστική:
Πρώτον, τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα της Επιτροπής δεν είναι προδήλως απαράδεκτα στερούμενα ερείσματος (αρχή fumus boni juris – αληθοφάνεια της προβαλλόμενης αξιώσεως).
Δεύτερον, ο επείγων χαρακτήρας δικαιολογείται από το γεγονός ότι εάν η προσφυγή της Επιτροπής γίνει τελικά δεκτή, όλες οι αποφάσεις που θα εκδώσει το Ανώτατο Δικαστήριο μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της προσφυγής αυτής θα πάσχουν λόγω μη τηρήσεως των εγγυήσεων που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα όλων των πολιτών περί προσβάσεως σε ανεξάρτητο δικαστήριο. 
Τρίτον, η Αντιπρόεδρος εξετάζοντας τη στάθμιση υπέρ της λήψεως προσωρινών μέτρων διαπίστωσε ότι εάν δεν γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής η λήψη των προσωρινών μέτρων θα έχει ως αποτέλεσμα μόνον την αναβολή των επίδικων εθνικών ρυθμίσεων. Η Αντιπρόεδρος προσθέτει ότι εάν γίνει τελικά δεκτή η προσφυγή, η άμεση εφαρμογή των εθνικών διατάξεων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στο θεμελιώδες δικαίωμα προσβάσεως σε ανεξάρτητο δικαστήριο και κατά λογική ακολουθία στο Κράτος Δικαίου.

3. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου, Υπόθεση C-234/17,  XC κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 3 ΣΕΕ καθώς και των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (ObersterGerichtshof) στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικής συνδρομής σε ποινική υπόθεση, η οποία διενεργήθηκε από τις αυστριακές δικαστικές αρχές κατόπιν αιτήματος της Εισαγγελίας του καντονίου του St. Gallen, της Ελβετίας, σχετικά με τους XC, YB και ZA, οι οποίοι είναι ύποπτοι, στην Ελβετία, για την τέλεση του αδικήματος της φοροδιαφυγής περί του ΦΠΑ (σύμφωνα με τον ελβετικό νόμο), καθώς και για την τέλεση άλλων ποινικών αδικημάτων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίδικο δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει στις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως στις περιπτώσεις προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη και στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ, την επανάληψη ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με απόφαση εθνικού δικαστηρίου που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το προαναφερθέν δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιβάλει στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει στις περιπτώσεις παραβίασης του Δικαίου της ΕΕ και ειδικότερων διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ την επανάληψη ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με απόφαση εθνικού δικαστηρίου, που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

4. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-207/16,  Διαδικασία που κίνησε το Ministerio Fiscal - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας  «Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα για να περιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 6, στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας, εφόσον ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και ανάλογο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας (δηλαδή της ασφάλειας του κράτους), της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, και για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων ή της άνευ αδείας χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της οδηγίας [95/46]. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη δύνανται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα που θα προβλέπουν τη φύλαξη δεδομένων για ορισμένο χρονικό διάστημα για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Όλα τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο είναι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Εφετείο της Ταραγόνας της Ισπανίας στο πλαίσιο ενδίκου μέσου της Εισαγγελικής αρχής της Ισπανίας κατά του ανακριτή δικαστή της Ταραγόνας με την οποία δεν επιτράπηκε η πρόσβαση της δικαστικής αστυνομίας σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διατηρούν πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ειδικότερα, ο Hernandez Sierra υπέβαλε ενώπιον της αστυνομίας μήνυση για ληστεία τελεσθείσα τον Φεβρουάριο του 2015, κατά την οποία ο ίδιος υπέστη σωματική βλάβη και του αφαιρέθηκαν το πορτοφόλι του και το κινητό του τηλέφωνο. Μετά από αίτημα της δικαστικής αστυνομίας ζητήθηκε να γνωστοποιηθούν τηλεφωνικοί αριθμοί από τους ηλεκτρονικούς πάροχους του κλαπέντος κινητού τηλεφώνου καθώς και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούσαν την ταυτότητα των κατόχων ή των χρηστών των τηλεφωνικών αριθμών που αντιστοιχούσαν στις κάρτες SIM. Ωστόσο, ο αρμόδιος ανακριτής απέρριψε το ανωτέρω αίτημα. Η ratio της διάταξης του ανακριτή ήταν α) ότι το συγκεκριμένο μέτρο δεν  προσφερόταν για την ταυτοποίηση των δραστών και β) ότι το εθνικό πλαίσιο περιόριζε την κοινοποίηση δεδομένων από του ηλεκτρονικούς πάροχους επικοινωνιών στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων (Βάσει του ποινικού κώδικα, τα σοβαρά αδικήματα τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των πέντε ετών, ενώ η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη δεν φαίνεται να στοιχειοθετούσε σοβαρό αδίκημα)
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρωμένα στα άρθρα αυτά του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων, η οποία έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση αυτή να πρέπει να περιορίζεταιστην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των καρτών SIM συνεπάγεται, αφενός, επέμβαση στα αναφερόμενα  άρθρα του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων, η οποία δεν έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα αφετέρου. Με άλλα λόγια το ΔΕΕ έκρινε ότι η πρόσβαση πρέπει να περιορίζεται στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας.

5.ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-260/17, Ανοδική Services ΕΠΕ κατά ΓΝΑ Ο Ευαγγελισμός – Οφθαλμιατρείο Αθηνών – Πολυκλινική και Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς – (ΓΟΝΚ) «Οι Άγιοι Ανάργυροι» - Προδικαστική 

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 10, περ. ζʹ, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ελλάδας στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ της Ανοδική Services ΕΠΕ, αφενός, και του ΓΝΑ Ο Ευαγγελισμός – Οφθαλμιατρείο Αθηνών – Πολυκλινική και του Γενικού Ογκολογικού Νοσοκομείου Κηφισιάς –«Οι Άγιοι Ανάργυροι», αφετέρου. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικό δικαστηρίου ήταν η ορθότητα των αποφάσεων που έλαβαν τα διοικητικά συμβούλια των εν λόγω δημόσιων νοσοκομείων περί συνάψεως ατομικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την κάλυψη των αναγκών τους στους τομείς της εστιάσεως, της σιτίσεως και της καθαριότητας.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, περίπτωση ζ, της Οδηγίας 2014/24, η έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», καταλαμβάνει συμβάσεις εργασίας και ειδικότερα συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι ο χρόνος ανεργίας, η προηγούμενη πείρα και ο αριθμός των συντηρούμενων ανηλίκων τέκνων.
Το ΔΕΕ σε μια αρχική του σκέψη διαπιστώνει ότι η επίμαχη έννοια πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση και για την ερμηνεία της θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γράμμα της οικείας διατάξεως, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη καθώς επίσης και ο σκοπός που επιδιώκεται με την σχετική ρύθμιση.
Καταληκτικά το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια  «συμβάσεις απασχόλησης» καταλαμβάνει ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει των ανωτέρω αντικειμενικών κριτηρίων.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν οι διατάξεις της Οδηγίας 2014/24, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της διαφάνειας και της αναλογικότητας, καθώς και τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη αντιτίθενται σε απόφαση δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης προκειμένου να εκπληρώσει καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της δημοσίου συμφέροντος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό πλαίσιο δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αποφάσεως δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης προκειμένου να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της δημοσίου συμφέροντος.

6. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-149/17, Bastei Lübbe GmbH &Co. KG κατά Michael Strotzer – Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε κυρίως την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1 και του άρθρου 8, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παρ. 1 και 2, της ανωτέρω οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας έναντι της προσβολής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. 2. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι δικαιούχοι των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από προσβολές τελεσθείσες στο έδαφός του να μπορούν να ασκούν αγωγή αποζημίωσης ή/και να ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και, κατά περίπτωση, την κατάσχεση του σχετικού υλικού καθώς και των συσκευών, προϊόντων ή συστατικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Πρώτης Περιφέρειας του Μονάχου της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Bastei Lübbe GmbH & Co. KG, εκδοτικού οίκου, και του Michael Strotzer, όσον αφορά αγωγή αποζημιώσεως λόγω προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού μέσω της ανταλλαγής αρχείων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  το άρθρο 8, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2001/29, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παρ. 1, αυτής έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας ο κάτοχος συνδέσεως με το διαδίκτυο, μέσω της οποίας διαπράττεται προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού με την ανταλλαγή αρχείων, μπορεί να απαλλάσσεται από την ευθύνη του εφόσον κατονομάζει τουλάχιστον ένα μέλος της οικογένειάς του, που είχε δυνατότητα να χρησιμοποιεί την ως άνω σύνδεση, χωρίς να δίδει περισσότερες διευκρινίσεις όσον αφορά τη χρονική στιγμή κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε η ως άνω σύνδεση από το εν λόγω μέλος της οικογένειάς του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στο ανωτέρω ενωσιακό πλαίσιο

7. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-105/17, Komisiazazashtitanapotrebitelite κατά Evelina Kamenova - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχεία βʹ και δʹ, της Οδηγίας 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και του κανονισμού 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο της Βάρνας της Βουλγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής προστασίας των καταναλωτών (ΕΠΚ) με αντικείμενο πράξη της ΕΠΚ περί επιβολής διοικητικών προστίμων στην Kamenova με το αιτιολογικό ότι παρέλειψε να παράσχει πληροφορίες στους καταναλωτές σε αγγελίες για την πώληση αγαθών που είχαν δημοσιευθεί σε διαδικτυακό τόπο. Ειδικότερα, καταναλωτής αγόρασε ρολόι στον διαδικτυακό τόπο www.olx.bg με σύμβαση πωλήσεως εξ αποστάσεως. Εκτιμώντας ότι το ρολόι αυτό δεν αντιστοιχούσε στα χαρακτηριστικά που αναγράφονταν στην αγγελία που ήταν αναρτημένη στον σχετικό διαδικτυακό τόπο, υπέβαλε καταγγελία στην ΕΠΚ μετά την άρνηση του προμηθευτή να δεχτεί πίσω το ρολόι έναντι επιστροφής του καταβληθέντος ποσού. Κατόπιν ελέγχων, η ΕΠΚ διαπίστωσε ότι η Ε. Kamenova, η οποία ήταν καταχωρισμένη στον εν λόγω διαδικτυακό τόπο με το ψευδώνυμο «eveto-ZZ», ήταν η πωλήτρια του ρολογιού. Κατά τον διαχειριστή του διαδικτυακού τόπου www.olx.bg, ο χρήστης του ψευδώνυμου αυτού είχε δημοσιεύσει συνολικά οκτώ αγγελίες για την πώληση διαφόρων προϊόντων στον εν λόγω διαδικτυακό τόπο, μεταξύ δε αυτών και το επίμαχο στην κύρια δίκη ρολόι. Με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2015, η ΕΠΚ διαπίστωσε ότι η Ε. Kamenova είχε υποπέσει σε διοικητική παράβαση και της επέβαλε διάφορα διοικητικά πρόστιμα. Ακολούθως η Kamenova άσκησε προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ένα φυσικό πρόσωπο που δημοσιεύει σε διαδικτυακό τόπο, ταυτόχρονα, ορισμένες αγγελίες για την πώληση καινούργιων και μεταχειρισμένων αγαθών μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εμπορευόμενος» και η δραστηριότητά του «εμπορική πρακτική» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β και δ, της Οδηγίας 2005/29.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι ένα φυσικό πρόσωπο που δημοσιεύει σε διαδικτυακό τόπο, ταυτόχρονα, ορισμένες αγγελίες για την πώληση καινούργιων και μεταχειρισμένων αγαθών πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «εμπορευόμενος/έμπορος» και η δραστηριότητα αυτή συνιστά «εμπορική πρακτική». Τα ανωτέρω ισχύουν εάν το πρόσωπο αυτό ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως.

8. Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-571/16 Nikolay Kantarev κατά Balgarska Narodna Banka

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, σημείο 3, στοιχείο i, και του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων. Σύμφωνα με την παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου της Οδηγίας 94/19 «1.Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων πρέπει να είναι σε θέση να καταβάλλουν τις δεόντως αποδεδειγμένες απαιτήσεις καταθετών που αφορούν μη διαθέσιμες καταθέσεις εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στη διαπίστωση που περιγράφεται στο άρθρο 1 σημείο 3) i), ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει την απόφαση που περιγράφεται στο άρθρο 1 σημείο 3) ii). Η προθεσμία αυτή περιλαμβάνει τη συλλογή και διαβίβαση των στοιχείων σχετικά με τους καταθέτες και τις καταθέσεις, που είναι αναγκαία για την επαλήθευση των απαιτήσεων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια αρχή αίτηση για παράταση της προθεσμίας. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τις δέκα εργάσιμες ημέρες». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο της Βάρνας, της Βουλγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Nikolay Kantarev και της Balgarska Narodna Βanka (ΒΝΒ) σχετικά με τη ζημία την οποία ο Ν. Kantarev υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της προβαλλόμενης εκπρόθεσμης καταβολής της εγγυήσεως των καταθέσεων, ήτοι των κεφαλαίων που ήταν κατατεθειμένα σε τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο είχε ανοίξει στην Korporativna Targovska Banka (KTB) και τα οποία δεν ήταν πλέον διαθέσιμα.
Ένα σημαντικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1, σημείο 3, στοιχείο i, και το άρθρο 10, παρ. 1, της Οδηγίας 94/19 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παράγουν άμεση ισχύ και παρέχουν στους καταθέτες δικαίωμα ασκήσεως αποζημιώσεως για την αποκατάσταση ζημίας από εκπρόθεσμη επιστροφή καταθέσεων κατά δημόσιας αρχής (ΒΝΒ, αρμόδια για να διαπιστώσει τη μη διαθεσιμότητα των καταθέσεων ενός πιστωτικού ιδρύματος, αγωγής).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1, σημείο 3, στοιχείο i, της Οδηγίας 94/19 έχει άμεση ισχύ και συνιστά κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες δυνάμει των οποίων οι καταθέτες έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αγωγή με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από την εκπρόθεσμη επιστροφή των καταθέσεων. 
Επίσης, τέθηκε το νομικό ζήτημα εάν το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, ελλείψει ειδικής διαδικασίας στη Βουλγαρία και προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Κράτους-μέλους για τις ζημίες που προκαλούνται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από εθνική αρχή, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει δύο διαφορετικά ένδικα βοηθήματα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα διαφορετικών δικαστηρίων και εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση α) από την ύπαρξη προθέσεως της οικείας εθνικής αρχής προς πρόκληση της ζημίας, β) από την υποχρέωση του ιδιώτη να αποδείξει την ύπαρξη πταίσματος, γ) από την καταβολή πάγιου τέλους ή τέλους αναλογικού προς την αξία του αντικειμένου της διαφοράς ή δ) από την προηγούμενη ακύρωση της διοικητικής πράξεως που αποτέλεσε την αιτία της ζημίας.
Το ΔΕΕ έκρινε αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα ότι το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, ελλείψει ειδικής διαδικασίας στη Βουλγαρία προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη αυτού του Κράτους-μέλους για τις ζημίες που προκαλούνται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από εθνική αρχή:
α) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει δύο διαφορετικά ένδικα βοηθήματα, τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα διαφορετικών δικαστηρίων και υποκείμενα σε διαφορετικές προϋποθέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούν δικαστήριο καθορίζει εάν πρέπει να θεμελιωθεί ευθύνη μιας εθνικής αρχής βάσει του νόμου περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου ή βάσει του νόμου περί ενοχικών σχέσεων και συμβάσεων
β) αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση από την πρόσθετη προϋπόθεση της υπάρξεως προθέσεως εκ μέρους της εθνικής αρχής προς πρόκληση της ζημίας
γ) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση από την υποχρέωση του ιδιώτη να αποδείξει την ύπαρξη πταίσματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έννοια του «πταίσματος» δεν βαίνει πέραν της εννοίας της «κατάφωρης παραβιάσεως»
δ) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την καταβολή ενός πάγιου τέλους ή ενός τέλους αναλογικού προς την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι η καταβολή ενός πάγιου τέλους δεν αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας
ε) δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των ιδιωτών να ζητήσουν αποζημίωση από την προηγούμενη ακύρωση της διοικητικής πράξεως που αποτέλεσε την αιτία της ζημίας, υπό την προϋπόθεση ότι είναι εύλογη η επιβολή της απαιτήσεως αυτής στον ζημιωθέντα

9. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-393/18 PPU UD κατά XB – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 8 του Κανονισμού 2201/2003 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού «Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής». Η αίτηση υποβλήθηκε από το τμήμα του οικογενειακού δικαίου του High Court of Justice (Ηνωμένο Βασίλειο) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της UD, μητέρας ενός παιδιού που γεννήθηκε στο Μπανγκλαντές στις 2 Φεβρουαρίου 2017 και του ΧΒ, πατέρα του παιδιού αυτού. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν τα αιτήματα της UD να διαταχθεί α) η θέση του εν λόγω παιδιού υπό την προστασία του αιτούντος δικαστηρίου και β) η επιστροφή της μαζί με το παιδί στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να μετάσχουν στη δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 2201/2003 έχει την έννοια ότι ένα παιδί πρέπει να είχε φυσική παρουσία εντός Κράτους-μέλους προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο Κράτος-μέλος, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Το αιτούν δικαστήριο Ζήτησε, επίσης, να διευκρινισθεί αν ασκούν επιρροή ορισμένες περιστάσεις εφόσον αποδειχθούν, ήτοι ο καταναγκασμός που άσκησε ο πατέρας στη μητέρα με συνέπεια να γεννήσει η μητέρα το παιδί τους σε τρίτο κράτος και να διαμένει έκτοτε εκεί με το παιδί αυτό και η προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της μητέρας ή του παιδιού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 2201/2003 έχει την έννοια ότι ένα παιδί πρέπει να είχε φυσική παρουσία σε Κράτος-μέλος προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος αυτό, κατά την έννοια δεν ασκούν επιρροή.

10. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 2018, Υπόθεση C-384/17, Dooel Uvoz-Izvoz Skopje Link Logistic N&N κατά Budapest Rendőrfőkapitánya – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 9α της Οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής. Το άρθρο 9α της ανωτέρω οδηγίας ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη καθιερώνουν κατάλληλους ελέγχους και προσδιορίζουν το σύστημα κυρώσεων το οποίο ισχύει για τις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι καθοριζόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Szombathely, της Ουγγαρίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Dooel Uvoz-Izvoz Skopje Link Logistic N&Nκαι του αστυνομικού διευθυντή της Βουδαπέστης σχετικά με την επιβολή προστίμου στη Link Logistic N&N για τον λόγο ότι χρησιμοποίησε τμήμα αυτοκινητοδρόμου χωρίς να έχει καταβάλει το αντίστοιχο τέλος.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η αρχή της αναλογικότητας, όπως τυποποιείται στο άρθρο 9α της Οδηγίας 1999/62, αναφορικά με την εκτίμηση των κυρώσεων οι οποίες προβλέπονται από τα Κράτη- μέλη για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων οδικής κυκλοφορίας είναι α) διάταξη αμέσου ισχύος και β) σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν τα δικαστήρια και οι διοικητικές αρχές του συγκεκριμένου Κράτους-μέλους έχουν τη δυνατότητα ή την υποχρέωση, για τους σκοπούς μιας σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, να συμπληρώσουν, χωρίς παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη, την επίμαχη εθνική νομοθεσία διά της προσθήκης ουσιαστικών κριτηρίων που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει άμεση ισχύ και ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Επιπροσθέτως, έκρινε ότι αν μια τέτοια σύμφωνη ερμηνεία δεν είναι δυνατή θα πρέπει να αφήσει ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη στο μέτρο που η εφαρμογή της, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης.