Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Δεκέμβριος 2017 
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-42/17, Ποινική δίκη κατά M.A.S. και Μ.Β. (Taricco ΙΙ)- Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 325, παρ. 1 και 2, ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο «1. Η Ένωση και τα κράτη μέλη καταπολεμούν την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, λαμβάνοντας σύμφωνα με το παρόν άρθρο μέτρα τα οποία θα έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα και θα προσφέρουν αποτελεσματική προστασία στα κράτη μέλη καθώς και στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης. 2  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ιδίων οικονομικών συμφερόντων.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte Costituzionale) στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά των M.A.S. και M.B. που αφορoύσε εγκλήματα σχετικά με τον ΦΠΑ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 325, παρ. 1 και 2, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να μην εφαρμόσει, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, η οποία αφορά εγκλήματα σχετικά με τον ΦΠΑ, εθνικές διατάξεις που αναφέρονται σε δύο κατηγορίες. Πρώτον, να μην εφαρμόσει διατάξεις εθνικού ουσιαστικού δικαίου περί παραγραφής, οι οποίες εμποδίζουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων αποτελεσματικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Δεύτερον, να μην εφαρμόσει εθνικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν βραχύτερες προθεσμίες παραγραφής για τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε σχέση  με τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του οικείου Κράτους-μέλους, ακόμη και όταν η εκτέλεση της υποχρεώσεως αυτής συνεπάγεται παραβίαση της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», επειδή ο εφαρμοστέος νόμος στερείται ακρίβειας ή εφαρμόζεται αναδρομικώς.
Το ΔΕΕ, σε μια αρχική του σκέψη,  διαπίστωσε ότι τα Κράτη-μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε, στις περιπτώσεις σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης στον τομέα του ΦΠΑ, να επιβάλλονται ποινικές κυρώσεις αποτελεσματικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα. Σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ, παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το άρθρο 325, παρ. 1, ΣΛΕΕ.
Στο ζήτημα των κυρώσεων, τα Κράτη-μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής με την έννοια ότι οι επιβληθείσες κυρώσεις είναι δυνατόν να προσλαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή συνδυασμό των δύο. 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι δυνάμει του άρθρου 325, παρ. 2, ΣΛΕΕ, τα Κράτη-μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολεμήσεως της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των δικών τους οικονομικών συμφερόντων.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 325, παρ. 1 και 2, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να μην εφαρμόσει  τις ανωτέρω εθνικές διατάξεις, εκτός εάν μια τέτοια μη εφαρμογή συνεπάγεται παραβίαση της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», λόγω ελλείψεως σαφήνειας του εφαρμοστέου νόμου, ή λόγω αναδρομικής εφαρμογής νομοθεσίας που επιβάλλει αυστηρότερες προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης σε σχέση με αυτές που ίσχυαν κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-189/16, Boguslawa Zaniewicz-Dybeck κατά Pensionsmyndigheten - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 46, παρ. 2, και του άρθρου 47, παρ. 1, στοιχείο δ, του Κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Σουηδίας  (Högsta förvaltningsdomstolen) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Boguslawa Zaniewicz-Dybeck και της Αρχής Χορηγήσεως Συντάξεων σχετικά με τη χορήγηση εγγυημένης συντάξεως, όπως αυτή προβλέπεται από το σουηδικό γενικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με την συγκεκριμένη απόφαση  ήταν κατά πόσον ο Κανονισμός 1408/71 έχει την έννοια ότι, κατά τον υπολογισμό από τον αρμόδιο φορέα Κράτους-μέλους εγγυημένης σύνταξης πρέπει να εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 46, παρ. 2 του Κανονισμού μέθοδος αναλογικού υπολογισμού και να αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 47, παρ. 1, στοιχείο δʹ, στις περιόδους ασφαλίσεως που έχει πραγματοποιήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο Κράτος-μέλος πλασματική μέση αξία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι κατά τον υπολογισμό της εγγυημένης σύνταξης από τον αρμόδιο φορέα Κράτους-μέλους δεν πρέπει να εφαρμόζονται τα επίμαχα άρθρα του Κανονισμού. Αντιθέτως, η εγγυημένη σύνταξη πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 50 του Κανονισμού και της εθνικής νομοθεσίας, χωρίς ωστόσο να εφαρμόζονται εθνικές διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται σε αναλογικό υπολογισμό.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-442/16, Florea Gusa κατά Minister for Social Protection κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 7 και 14 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών, καθώς και του άρθρου 4 του Κανονισμού 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας.  Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 στοιχ. α  της Οδηγίας 2004/38 «Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον: α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής». Επιπροσθέτως, το άρθρο 7 παρ. 3 στοιχ. β της ανωτέρω Οδηγίας ορίζει «Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στοιχείο α), η ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού διατηρείται για τον πολίτη της Ένωσης που δεν είναι πλέον μισθωτός ή μη μισθωτός στις ακόλουθες περιπτώσεις: [...] β)  αν ο ενδιαφερόμενος έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος, έχοντας ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα άνω του ενός έτους, και έχει καταγραφεί ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο της Ιρλανδίας (Court of appeal) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Florea Gusa και, αφετέρου, του Υπουργού Κοινωνικής Προστασίας της Ιρλανδίας και του Attorney General, με αντικείμενο την άρνηση χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας στον F. Gusa. Ειδικότερα, ο F. Gusa, Ρουμάνος υπήκοος, εισήλθε στην ιρλανδική επικράτεια τον Οκτώβριο του 2007 και για το πρώτος έτος διαμονής του στην Ιρλανδία υποστηρίχθηκε οικονομικά για τη συντήρησή του από τα ενήλικα τέκνα του που διέμεναν, επίσης, στο εν λόγω Κράτος – μέλος. Από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι τον Οκτώβριο του 2012, ήταν αυτοαπασχολούμενος ως τεχνίτης επιχρισμάτων και, υπό την ιδιότητα αυτή, κατέβαλε στο εν λόγω Κράτος-μέλος φόρους, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και λοιπούς φόρους επί του εισοδήματος. Στη διάρκεια του Οκτωβρίου 2012 έπαυσε τη δραστηριότητα και εγγράφηκε ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία στη σχετική ιρλανδική αρχή. Δεδομένου ότι τα τέκνα του είχαν εγκαταλείψει την Ιρλανδία και δεν του παρείχαν οικονομική βοήθεια, δεν είχε πλέον κανένα εισόδημα. Στη διάρκεια του Νοεμβρίου 2012, ο F. Gusa υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας. Εντούτοις, η αίτηση του απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι αυτός δεν είχε αποδείξει ότι εξακολουθούσε να έχει, κατά την ημερομηνία αυτή, δικαίωμα διαμονής στην Ιρλανδία. Η συγκεκριμένη απόφαση εξετάζει το ζήτημα εάν Κράτος-μέλος μπορεί να αποκλείσει τον ανωτέρω ενδιαφερόμενο από το πλεονέκτημα των μη ανταποδοτικού τύπου παροχών διαβιώσεως κατά την έννοια του Κανονισμού 883/2004/ΕΚ. 
Ειδικότερα, το ζήτημα που εξετάστηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 3, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι υπήκοος Κράτους-μέλους, ο οποίος έχει απασχοληθεί επί τέσσερα έτη στην Ιρλανδία, έχει καταγραφεί στην αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως του τελευταίου αυτού Κράτους--μέλους ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία διατηρεί την ιδιότητα του μη μισθωτού δυνάμει του άρθρου 7, παρ. 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, παρ. 3, στοιχείο β, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ έχει την έννοια ότι πολίτης Κράτους-μέλους διατηρεί την ιδιότητα του μη μισθωτού σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/38. 

4. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-434/16, Peter Nowak κατά Data Protection Commissioner – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Ειδικότερα, ερμηνεύεται στη συγκεκριμένη απόφαση η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας ως «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα)· ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας (Supreme Court) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Peter Nowak και του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων σχετικά με την άρνηση του δευτέρου να επιτρέψει στον P. Nowak την πρόσβαση στο διορθωμένο γραπτό του σε εξέταση στην οποία αυτός είχε μετάσχει, με το αιτιολογικό ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονταν σε αυτό δεν αποτελούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα,  Ο P. Nowak, ως μαθητευόμενος λογιστής, απέτυχε στις εξετάσεις με αντικείμενο τη «Στρατηγική λογιστική στην οικονομία και τη διαχείριση», στο πλαίσιο της οποίας οι υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν διάφορα βοηθήματα (εξέταση με ανοιχτά βιβλία). Ο P. Nowak, μετά την τέταρτη αποτυχία του,  υπέβαλε ένσταση, αμφισβητώντας τα αποτελέσματα της εξετάσεως αυτής καθώς επίσης και αίτημα προσβάσεως, στο σύνολο των σχετικών με τον ίδιο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία κατείχε ο σύλλογος λογιστών. Ο σύλλογος λογιστών γνωστοποίησε στον P. Nowak 17 έγγραφα, αρνήθηκε όμως να του διαβιβάσει το γραπτό του, με την αιτιολογία ότι αυτό δεν περιελάμβανε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Την ίδια απάντηση έλαβε και από τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με τη συγκεκριμένη απόφαση ήταν αν το άρθρο 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι οι γραπτές απαντήσεις υποψηφίου σε επαγγελματικές εξετάσεις και οι ενδεχόμενες σχετικές διορθώσεις του εξεταστή συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο της Οδηγίας έχει την έννοια ότι τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι οι γραπτές απαντήσεις υποψηφίου και οι διορθώσεις του εξεταστή συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-419/16, Sabine Simma Federspiel κατά Provincia autonoma di Bolzano και Equitalia Nord SpA – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 1, στοιχ. γʹ, της Οδηγίας 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών και του άρθρου 45 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 1, της Οδηγίας 75/363 «Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε η εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτηση διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου ιατρικής ειδικότητος να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στους ακόλουθους όρους: [….] γ)      πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση και υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών ή οργανισμών.[…..]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Bolzano της Ιταλίας (Tribunale di Bolzano) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Sabine Simma Federspiel, αφενός, και της Αυτόνομης Επαρχίας του Bolzano, και της Equitalia Nord SpA, αφετέρου, όσον αφορά πράξεις με τις οποίες η αυτόνομη επαρχία του Bolzano αξίωσε από την S. Simma Federspiel να της επιστρέψει νομιμοτόκως μέρος του ποσού της υποτροφίας σπουδών την οποία αυτή έλαβε για την πραγματοποίηση ιατρικής ειδικότητας πλήρους απασχολήσεως στη νευρολογία και την ψυχιατρική σε άλλο Κράτος-μέλος (Αυστρία) εκτός από την Ιταλική Δημοκρατία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν αν το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. γʹ, της Οδηγίας 75/363 και το παράρτημα της Οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν ρύθμιση Κράτους-μέλους, δυνάμει της οποίας η χορήγηση εθνικής υποτροφίας για τη χρηματοδότηση εκπαιδεύσεως, η οποία παρέχεται σε άλλο Κράτος-μέλος και καταλήγει στην απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος ιατρός θα ασκήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα στο πρώτο Κράτος-μέλος (Ιταλία) για πέντε έτη εντός της δεκαετίας μετά την ολοκλήρωση της ειδικότητας, ειδάλλως επιστρέφει έως το 70 % του ποσού της ληφθείσας υποτροφίας, νομιμοτόκως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, παρ. 1, στοιχ. γʹ, της Οδηγίας 75/363/ΕΟΚ και το άρθρο 24, παρ. 1, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω ρύθμιση Κράτους-μέλους, εκτός εάν τα προβλεπόμενα με τη ρύθμιση αυτή μέτρα δεν συμβάλλουν πράγματι στην επίτευξη των σκοπών προστασίας της δημόσιας υγείας και δημοσιονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και βαίνουν πέραν αυτού που είναι συναφώς αναγκαίο, το οποίο  εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-372/16, Soha Sahyouni κατά Raja Mamisch  – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 1 και 10 του Κανονισμού 1259/2010/ΕΕ του Συμβουλίου για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό, σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει σύγκρουση δικαίων». Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο Περιφερειακό δικαστήριο του Μονάχου (Oberlandesgericht München) της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Soha Sahyouni και του Raja Mamisch σχετικά με την αναγνώριση αποφάσεως διαζυγίου εκδοθείσας από θρησκευτική αρχή σε τρίτο κράτος (Συρία). Ειδικότερα, τον Μάιο του 2013, ο R. Mamisch εξέφρασε τη βούλησή του να διαζευχθεί τη σύζυγό του, δι’ απαγγελίας του διαζυγίου από τον εκπρόσωπό του ενώπιον του θρησκευτικού δικαστηρίου της Σαρία στη Λαττάκεια (Συρία). 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1 του Κανονισμού 1259/2010 έχει την έννοια ότι διαζύγιο το οποίο απορρέει από μονομερή δήλωση βουλήσεως ενός από τους συζύγους ενώπιον θρησκευτικού δικαστηρίου εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι ο Κανονισμός 1259/2010 διέπει μόνον τα διαζύγια που απαγγέλλονται είτε από κρατικό δικαστήριο είτε από δημόσια αρχή ή υπό τον έλεγχό της.
Καταληκτικά το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1 του Κανονισμού 1259/2010 έχει την έννοια ότι διαζύγιο το οποίο απορρέει από μονομερή δήλωση βουλήσεως ενός από τους συζύγους ενώπιον θρησκευτικού δικαστηρίου δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-322/16, Global Starnet Ltd κατά Ministero dell'Economia e delle Finanze και Amministrazione Autonoma Monopoli di Stato – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 26, 49, 56, 63 και 267 ΣΛΕΕ, του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της γενικής αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας (Consiglio di Stato) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Global Starnet Ltd και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και της Ανεξάρτητης Αρχής Κρατικών Μονοπωλίων. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η  θέσπιση των προϋποθέσεων για τη διεξαγωγή παιγνίων μέσω διαδικτύου σε μηχανές ψυχαγωγίας.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 267, παρ. 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, δεν υποχρεούται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, όταν, στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως, το Συνταγματικό Δικαστήριο του Κράτους-μέλους εκτίμησε τη συνταγματικότητα των εθνικών ρυθμίσεων υπό το πρίσμα κανόνων αναφοράς που έχουν περιεχόμενο ανάλογο με εκείνο των κανόνων του δικαίου της Ένωσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανώτατο εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης υπό τις ανωτέρω συνθήκες. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 26, 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ, το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθώς και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στους υφιστάμενους παραχωρησιούχους στον τομέα της διεξαγωγής νόμιμων παιγνίων μέσω διαδικτύου νέες απαιτήσεις και προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητάς τους μέσω πράξεως τροποποιητικής της υφιστάμενης συμβάσεως.
Το ΔΕΕ, αρχικά, έκρινε ότι ο τομέας ρύθμισης των τυχερών παιγνίων  αποτελεί τομέα που τα Κράτη-μέλη έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια, διότι υπάρχουν μεταξύ των Κρατών-μελών σημαντικές διαφορές ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσης. Οι περιορισμοί, τους οποίους επιβάλλουν τα Κράτη-μέλη, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις, οι οποίες απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως ως προς τη δικαιολόγησή τους από υπέρτερους λόγους γενικού συμφέροντος και ως προς την αναλογικότητά τους. Κατά το ΔΕΕ, σκοπός των ρυθμίσεων είναι η  αύξηση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας των παραχωρησιούχων, η ενίσχυση του κύρους και της αξιοπιστίας τους καθώς και η καταπολέμηση της εγκληματικότητας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ καθώς και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στους παραχωρησιούχους νέες απαιτήσεις για την άσκηση της δραστηριότητάς τους μέσω πράξεως τροποποιητικής της υφιστάμενης συμβάσεως. Ωστόσο, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ότι η ρύθμιση αυτή δύναται να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, είναι πρόσφορη για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου, για την επίτευξη τους, μέτρου.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-158/16, Margarita Isabel Vega González κατά Consejería de Hacienda y Sector Público del gobierno del Principado de Asturias – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και έχει προσαρτηθεί στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη Συμφωνία-Πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της ανωτέρω Συμφωνίας-Πλαισίου  προβλέπεται ότι: «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο του Oviedo της Ισπανίας (Juzgado de lo Contencioso-Administrativo de Oviedo) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Margarita Isabel Vega González και του Υπουργείου Οικονομίας και Δημοσίου Τομέα της Κυβερνήσεως του Πριγκιπάτου της Αστούριας με αντικείμενο την απόρριψη αιτήσεως της ως άνω ενδιαφερόμενης για να της χορηγηθεί έκτακτη άδεια με σκοπό την ανάληψη δημοσίου αξιώματος κατόπιν εκλογής της ως βουλευτή.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν  εάν η ρήτρα 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου έχει την έννοια ότι ο όρος «συνθήκες απασχόλησης» περιλαμβάνει το δικαίωμα εργαζομένου, ο οποίος εξελέγη σε κοινοβουλευτικό αξίωμα, να λάβει έκτακτη άδεια, προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία, δυνάμει της οποίας αναστέλλεται η σχέση εργασίας, έτσι ώστε να διασφαλίζονται η διατήρηση της θέσεως εργασίας του και το δικαίωμά του προαγωγής έως τη λήξη της κοινοβουλευτικής θητείας του.
Το  ΔΕΕ έκρινε ότι  η ρήτρα 4, σημείο 1, έχει την έννοια ότι στον όρο «συνθήκες απασχόλησης» εμπίπτει το ανωτέρω δικαίωμα του εργαζομένου, που εξελέγη σε κοινοβουλευτικό αξίωμα, να λάβει έκτακτη άδεια.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η ρήτρα 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει απολύτως τη χορήγηση σε εργαζόμενο, με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, άδειας για την ανάληψη πολιτικού αξιώματος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4 της Συμφωνίας   Πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση, 

9. ΔΕΕ, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-521/15, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Προσφυγή ακύρωσης

Με την προσφυγή του, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως 2015/1289 του Συμβουλίου για την επιβολή προστίμου στην Ισπανία για την παραποίηση των στοιχείων του ελλείμματος στην Αυτόνομη Κοινότητα της Βαλένθια. Ειδικότερα, το Βασίλειο της Ισπανίας, τον Μάρτιο του 2012  γνωστοποίησε στη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat) το ύψος των πραγματικών και των προϋπολογισθέντων δημοσίων ελλειμμάτων για τα έτη 2008 έως 2012. Τον Μάιο του 2012, το Βασίλειο της Ισπανίας ενημέρωσε τη Eurostat ότι έπρεπε να αναθεωρήσει το ποσό των ελλειμμάτων αυτών προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ορισμένες αυτόνομες κοινότητες είχαν πραγματοποιήσει, κατά τα έτη 2008 έως 2011, μεγαλύτερες δαπάνες από εκείνες που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό των ποσών που κοινοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 2012.  Η Eurostat πραγματοποίησε σειρά επισκέψεων στην Ισπανία από το χρονικό διάστημα Μαΐου 2012 – Σεπτεμβρίου 2013. Στις 7 Μαΐου 2015, η Επιτροπή δημοσίευσε έκθεση στην οποία διαπίστωσε ότι το Βασίλειο της είχε προβεί σε ανακριβείς δηλώσεις για τα στοιχεία σχετικά με το έλλειμμά του, κατά την έννοια του άρθρου 8, παρ. 1, του Κανονισμού 1173/2011. Ας σημειωθεί ότι το άρθρο 8 παρ. 1 ορίζει «Το Συμβούλιο ενεργώντας βάσει σύστασης της Επιτροπής μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει πρόστιμο σε ένα κράτος μέλος το οποίο εκ προθέσεως ή βαρείας αμέλειας παρουσιάζει ανακριβή στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος σ’ ό, τι αφορά την εφαρμογή των άρθρων 121 ή 126 [ΣΛΕΕ] ή την εφαρμογή του πρωτοκόλλου [υπ’ αριθ. 12] για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που επισυνάπτεται στην ΣΕΕ και στην ΣΛΕΕ.». Στις 13 Ιουλίου 2015, το Συμβούλιο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία διαπίστωσε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας είχε, από βαριά αμέλεια, παράσχει στην Eurostat ανακριβείς δηλώσεις τον Μάρτιο του 2012 και επέβαλε πρόστιμο ύψους  18,93 εκατ.
Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε, μεταξύ άλλων,  ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει το δικαίωμα χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παρ. 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη διότι η Επιτροπή δεν τήρησε την επιταγή αντικειμενικής αμεροληψίας, καθόσον ανέθεσε τη διεξαγωγή της διαδικασίας έρευνας σε ομάδα αποτελούμενη, σε μεγάλο βαθμό, από υπαλλήλους της Eurostat οι οποίοι είχαν ήδη συμμετάσχει σε επισκέψεις που διοργανώθηκαν στην Ισπανία από την υπηρεσία αυτή πριν από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι μόνο το γεγονός της ανάθεσης  της διεξαγωγής διαδικασίας έρευνας σε ομάδα αποτελούμενη, σε μεγάλο βαθμό, από υπαλλήλους της Eurostat οι οποίοι είχαν ήδη συμμετάσχει σε επισκέψεις που διοργάνωσε η υπηρεσία αυτή στο Κράτος-μέλος, πριν από την έναρξη της διαδικασίας, δεν αρκεί για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση που εκδόθηκε μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας είναι παράνομη λόγω παράβασης της επιταγής αντικειμενικής αμεροληψίας που βαραίνει την Επιτροπή.
Επίσης, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε ότι τα πραγματικά περιστατικά που του προσήφθησαν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ανακριβής δήλωση» σύμφωνα με το 8 παρ.1 του Κανονισμού 1173/2011. 
Σύμφωνα με την κρίση του ΔΕΕ για να είναι το Συμβούλιο σε θέση να διαπιστώσει την ύπαρξη παράβασης πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, το Κράτος-μέλος πρέπει να έχει προβεί σε ανακριβείς δηλώσεις, δεύτερον, οι ανακριβείς αυτές δηλώσεις πρέπει να αφορούν στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 121 και 126 ΣΛΕΕ ή του πρωτοκόλλου 12 και, τρίτον, το εν λόγω Κράτος-μέλος πρέπει να έχει ενεργήσει από πρόθεση ή βαριά αμέλεια.
Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, η Ισπανία υποστήριξε ότι το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 1173/2011 έχει την έννοια ότι οι ανακριβείς δηλώσεις σε σχέση με προσωρινά στοιχεία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 1 περιλαμβάνει κάθε ανακριβή δήλωση στην οποία προβαίνουν τα Κράτη-μέλη για στοιχεία σε σχέση με το έλλειμμα και το χρέος τους, 
Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, η Ισπανία υποστήριξε ότι το άρθρο 8, παρ. 1, του Κανονισμού 1173/2011 επιτρέπει μόνον στο Συμβούλιο να επιβάλλει κυρώσεις για ανακριβείς δηλώσεις που είχαν ως αποτέλεσμα την υπονόμευση του οικονομικού και δημοσιονομικού συντονισμού και της εποπτείας που διασφαλίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 121 και 126 ΣΛΕΕ, καθώς και του πρωτοκόλλου 12.
Το ΔΕΕ έκρινε το άρθρο 8 παρ. 1 προσδιορίζει τις δηλώσεις αυτές με παραπομπή στο αντικείμενο των οικείων στοιχείων, δηλαδή το έλλειμμα και το χρέος του επίμαχου Κράτους-μέλους. Αντιθέτως, δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να αναφέρεται στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα που αναμένεται ότι θα έχουν οι εν λόγω δηλώσεις, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται το Βασίλειο της Ισπανίας.
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστήριξε ότι οι ανακριβείς δηλώσεις δεν αφορούν παρά μόνον το έλλειμμα μιας μόνον αυτόνομης κοινότητας, στο πλαίσιο του συνολικού δημοσίου ελλείμματος και ότι η Ισπανία συνεργάστηκε στην έρευνα που διεξήχθη από την Επιτροπή, αφού επισήμανε με δική του πρωτοβουλία τις επίμαχες παρατυπίες στο θεσμικό όργανο.
Το ΔΕΕ υποστήριξε ότι η ανωτέρω επιχειρηματολογία δεν είναι ικανή να θέσει σε αμφισβήτηση τη βαριά αμέλεια που διαπίστωσε το Συμβούλιο.
Καταληκτικά το ΔΕΕ απέρριψε την προσφυγή του Βασιλείου της Ισπανίας.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Υπόθεση C-598/15 Banco Santander, SA κατά Cristobalina Sánchez López - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 3, 6 και 7 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Επιπρόσθετα, το άρθρο 7, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας προβλέπει ότι «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο της  Jerez de la Frontera της Ισπανίας  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Banco Santander SA και της Cristobalina Sánchez López σχετικά με τη διαδικασία αναγνωρίσεως των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που απορρέουν από την απόκτηση εκ μέρους της Banco Santander της κατοικίας της δεύτερης στο πλαίσιο κατακυρωτικής διαδικασίας. Ειδικότερα, συνήφθη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων με αντικείμενο την αγορά κατοικίας.  Στη σύμβαση τέθηκε όρος περί εξωδικαστικής εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως από την δανείστρια τράπεζα ακόμη και χωρίς την συμμετοχή του οφειλέτη με την έννοια ότι ο οφειλέτης  εξουσιοδοτεί την τράπεζα να υπογράψει, αντ’ αυτού, δια των νομίμων αντιπροσώπων της, την πράξη πωλήσεως της ενυπόθηκης κατοικίας. Έτσι, πραγματοποιήθηκε πράξη πώλησης κατοικίας υπέρ της Banco Santander, χωρίς σύμπραξη της C. Sánchez López. Η δανείστρια τράπεζα, επίσης,  άσκησε αγωγή με αίτημα την έκδοση δικαστικής αποφάσεως διατάσσουσας την αποβολή της C. Sánchez López,  
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν εάν τα άρθρο 6, παρ. 1 και το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία σύμφωνα με την οποία το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διατάξει την πλήρη απόδοση ενός ακινήτου στον υπερθεματιστή, χωρίς ούτε η εξωδικαστική διαδικασία εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως την οποία αποδέχθηκε ο αρχικός ιδιοκτήτης του περιουσιακού αυτού στοιχείου ούτε η διαδικασία που διέπει την αίτηση του υπερθεματιστή ενώπιον του δικαστηρίου αυτού να επιτρέπουν στον εν λόγω αρχικό ιδιοκτήτη, ως καταναλωτή, να επικαλεστεί την ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου και αν, ενδεχομένως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει αυτή την εθνική νομοθεσία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασία εξωδικαστικής εκτελέσεως απαίτησης η οποία κινήθηκε από τον υπερθεματιστή στο μέτρο που, αφενός, η διαδικασία αυτή είναι ανεξάρτητη της έννομης σχέσης που συνδέει τον επαγγελματία πιστωτή με τον καταναλωτή και, αφετέρου, η διαδικασία εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως ολοκληρώθηκε, το ακίνητο πωλήθηκε και τα σχετικά με αυτό εμπράγματα δικαιώματα μεταβιβάστηκαν χωρίς ο καταναλωτής να κάνει χρήση των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπονται στο πλαίσιο αυτό.









Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

CES-DUTH Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη 1/2018
Ενεργειακή Ασφάλεια στη Διάρκεια Ενόπλων Συρράξεων 
Γιολάνδα Πετρίδου, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Παρουσιάζουμε σήμερα στη σειρά Νέα Ελληνική Νομική Σκέψη τη μελέτη της κας Γιολάνδας Πετρίδου με θέμα: Ενεργειακή Ασφάλεια στη Διάρκεια Ενόπλων Συρράξεων, που αποτέλεσε τη Διπλωματική της Εργασία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ «Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας». Η Διπλωματική Εργασία, που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του Αν. Καθηγητή κου Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου, κατά την υποστήριξή της αξιολογήθηκε με το βαθμό Άριστα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής δουλειάς, που γίνεται τόσο από τους διδάσκοντες όσο και, κυρίως, από τους σπουδαστές του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος, την ευθύνη του οποίου έχει ο Τομέας Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, που έχω την τιμή να διευθύνω. 
                                                                                                                                           ΜΔΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η ενεργειακή ασφάλεια, δηλαδή ο συνεχής εφοδιασμός της οικονομίας με επαρκείς ποσότητες ενέργειας, σε λογικές τιμές,  είναι ύψιστης σημασίας για την υπόσταση του κράτους. Πρώτον, διότι η ενέργεια τροφοδοτεί την παραγωγική διαδικασία, καθιστώντας έτσι την οικονομία διεθνώς ανταγωνιστική. Δεύτερον, διότι συνιστά δημόσιο συμφέρον, καθώς μέσω της κατανάλωσης ενέργειας όχι μόνο λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες (νοσοκομεία, δυνάμεις ασφαλείας κα), αλλά και εξασφαλίζεται η ίδια η επιβίωση του ατόμου και κυρίως των ευπαθών ομάδων. Τρίτον, το μέγεθος της εξάρτησης σε εισαγωγές ενέργειας κατευθύνει το κράτος στη λήψη αποφάσεων στην εξωτερική του πολιτική και το κάνει επιρρεπές σε πιέσεις. Η εξάρτηση αυτή είναι δείκτης του επιπέδου ασφάλειας ενός κράτους, αφού σε μία διακοπή εφοδιασμού θα επηρεαστεί η ομαλή λειτουργία της οικονομίας του, αν δεν έχει προνοήσει να τηρεί αποθέματα ή δεν έχει διαφοροποιήσει τους προμηθευτές του.
Η έρευνα γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια ξεκίνησε μετά τον πόλεμο του Γιόμ Κιπούρ (1973), όταν τα πετρελαιοπαραγωγά κράτη της Μέσης Ανατολής μείωσαν την παραγωγή πετρελαίου, αύξησαν τις τιμές του και κήρυξαν εμπάργκο στα κράτη που στήριξαν το Ισραήλ στον πόλεμο. Η διεθνής κοινότητα τότε διαπίστωσε το μέγεθος της ενεργειακής της εξάρτησης από τον αραβικό κόσμο.
Η στόχευση της παρούσας μελέτης είναι να εξακριβώσει τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας στη διάρκεια των διεθνών ενόπλων συρράξεων (ΔΕΣ), αφού ερευνήσει την εξέλιξή της στο χρόνο. Η εξέλιξη ξεκινά από τον πόλεμο που προαναφέρθηκε και καταλήγει έως τις σημερινές πτυχές της ενεργειακής ασφάλειας. Στη συνέχεια, επιχειρείται αφενός ο εντοπισμός και η αποτύπωση των πηγών του διεθνούς δικαίου σχετικά με την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας κατά τη διάρκεια των ΔΕΣ και αφετέρου ο έλεγχος του βαθμού συμμόρφωσης των κρατών σε αυτούς τους κανόνες δικαίου μέχρι τώρα. Τέλος, μέσα από τη σχετική διερεύνηση γίνεται απόπειρα κατανόησης των επιλογών ορισμένων κρατών, για την εξασφάλιση του ενεργειακού τους εφοδιασμού.
Η εργασία δομείται σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο προσδιορίζεται εννοιολογικά η ενεργειακή ασφάλεια και σκιαγραφούνται  οι διαστάσεις της, ενώ επιχειρείται μία γενική περιγραφή του δικαιϊκού και διακυβερνητικού πλαισίου, που ρυθμίζει την ενέργεια. Το δίκαιο της ενέργειας εν γένει επιχειρεί να ρυθμίσει τη ροή αυτής από πλούσιες σε ενεργειακούς πόρους χώρες προς τις εξαρτημένες ενεργειακά χώρες.
Το δεύτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στην εύρεση του νομικού πλαισίου που δύναται να ρυθμίσει την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας κατά τη διάρκεια των διεθνών ένοπλων συρράξεων. Διερευνάται το πώς οι ενεργειακές εγκαταστάσεις αναδείχθηκαν σε μεγάλης σημασίας πολεμικοί στόχοι κατά τη διάρκεια των ΔΕΣ, παρόλο που δεν είναι επιτρεπτός στόχος κατά το δίκαιο του πολέμου, για ανθρωπιστικούς και περιβαλλοντικούς λόγους. Επίσης, παρουσιάζονται οι ρυθμίσεις του δικαίου της κατοχής, δηλαδή οι υποχρεώσεις της κατέχουσας δύναμης, ως προς την ενεργειακή ασφάλεια της κατεχόμενης περιοχής. Η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών μιας κατεχόμενης χώρας δεν είναι νόμιμη. Αυτό προβλέπουν τα νομικά κείμενα που αναλύονται, αλλά και η αρχή της κρατικής κυριαρχίας. Κάθε τμήμα της θεωρίας πλαισιώνεται από αντίστοιχα παράδειγματα ένοπλων συρράξεων, έτσι ώστε να γίνει σφαιρικά αντιληπτή η υπάρχουσα κατάσταση και οι ιδιαιτερότητές της.
Το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην ανάλυση δύο περιπτώσεων ΔΕΣ: τον Πόλεμο του Ιράν με το Ιράκ (1980-1988) και τον Πόλεμο μεταξύ του Λίβανου με το Ισραήλ (2006). Το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί πρακτικά το πώς τα κράτη χειρίστηκαν τα ζητήματα της ενεργειακής τους ασφάλειας, το πόσο βρίσκουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις, που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο και το πόσο η διεθνής κοινότητα ευαισθητοποιήθηκε και αντέδρασε στις υπό εξέταση περιπτώσεις. 
Παράλληλα, δίνεται βαρύτητα στο ρόλο του περιβάλλοντος στην ενεργειακή ασφάλεια. Αρχικά, η κλιματική αλλαγή συνιστά απειλή για τις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Κατόπιν, η ίδια η καύση της ενέργειας προκαλεί τα αέρια του θερμοκηπίου, άρα αυτή πρέπει να γίνεται με μέτρο και με τη χρήση τεχνολογίας εξοικονόμησης ή απόδοσης ενέργειας. Τέλος, η ανυπολόγιστη κατανάλωση ενεργειακών πόρων αντίκειται στην αρχή της αειφόρου ανάπτυξης και απειλεί τον ενεργειακό εφοδιασμό των μελλοντικών γενεών, γιατί οδηγεί στην εξάντληση των πόρων. Όσον αφορά το ρόλο του περιβάλλοντος στις ένοπλες συρράξεις, περιγράφεται το πώς αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο διεξαγωγής πολέμου. Δεν παραλείπεται η αναφορά στο γεγονός ότι με την καταστροφή ενεργειακών στόχων και με τη χρήση συγκεκριμένων όπλων, υποβαθμίζεται υπερβολικά το περιβάλλον. Η μελέτη αυτή αναφέρει τους τρόπους προστασίας του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια των διεθνών ένοπλων συρράξεων.
Κάποια επιπρόσθετα ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας που πραγματεύεται η μελέτη είναι ο κυβερνοπόλεμος, η πολεμική και η ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, οι προβλέψεις του ΠΟΕ και της Συνθήκη του Χάρτη Ενέργειας (ECT) για την περίπτωση πολέμου, τα αντίποινα όσον αφορά τη διαμετακόμιση ενέργειας και το ερώτημα αν η ενέργεια αποτελεί τελικά δικαίωμα.
Το βασικό συμπέρασμα της παρούσας μελέτης είναι ότι επειδή τα κράτη καταρχήν δεν προωθούν το συλλογικό συμφέρον της διεθνούς κοινότητας αλλά φέρονται εγωιστικά, η ενεργειακή ασφάλεια είναι πρωτίστως ζήτημα μέριμνας του ίδιου του κράτους. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι υποτιμούνται τα όποια εγχειρήματα για διεθνή και διακρατική συνεργασία.
Δες τη μελέτη 

Γιολάνδα Πετρίδου, ΜΔΕ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας.
g.i.petridou@gmail.com

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

CES-DUTH ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1/2018
Ο νέος ενωσιακός κατάλογος ενεργειακών Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (ΕΚΕ) 
και η Ελλάδα
Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ, Ειδικός Συνεργάτης Νομικής Σχολής ΔΠΘ


Η Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Πολιτική σύμφωνα με το άρθρο 194 παρ. 1 ΣΛΕΕ στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην προώθηση της διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων. Η επίτευξη της διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων συνδέεται με τη διενέργεια επενδύσεων για η δημιουργία νέων διασυνδέσεων μεταξύ των Κρατών-μελών αλλά και για τη  βελτίωση των υφιστάμενων και του υπάρχοντος δικτύου. Ειδικότερα, η στόχευση της μεταφοράς της ενέργειας είτε για τη βελτίωση του διασυνοριακού εμπορίου είτε για την κάλυψη αναγκών των Κρατών-μελών συνδέεται νομοτελειακά με την δημιουργία και λειτουργία αποτελεσματικού δικτύου σε όλα τα Κράτη-μέλη της ΕΕ. Επιπρόσθετα, η ανάγκη εκσυγχρονισμού και επέκτασης των ενεργειακών υποδομών  συναρτάται με την ενεργειακή αλληλεγγύη των Κρατών-μελών, τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας καθώς επίσης και με τη στόχευση της ΕΕ να μην υπάρχει Κράτος-μέλος απομονωμένο από τα ευρωπαϊκά δίκτυα αερίου και ηλεκτρισμού (Κανονισμός 347/2013). Ωστόσο, η διασυνδεσιμότητα μεταξύ των Κρατών-μελών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ικανοποιητική εδώ και πολλά χρόνια. 
Η διαπίστωση του ανωτέρω ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής οδήγησε στην υιοθέτηση του Κανονισμού 347/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές. Ο Κανονισμός 347/2013:
προβλέπει τον προσδιορισμό των απαραίτητων Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (ΕΚΕ) για την υλοποίηση των διαδρόμων και ζωνών προτεραιότητας, τα οποία εμπίπτουν στις κατηγορίες ενεργειακών υποδομών ηλεκτρισμού, αερίου, πετρελαίου και διοξειδίου του άνθρακα ·
διευκολύνει την έγκαιρη υλοποίηση των έργων κοινού ενδιαφέροντος με τον εξορθολογισμό, τον στενότερο συντονισμό και την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης και με την αύξηση της συμμετοχής των πολιτών·
προβλέπει κανόνες και καθοδήγηση για τον διασυνοριακό επιμερισμό του κόστους και κίνητρα σχετικά με τον κίνδυνο σε ότι αφορά τα ΕΚΕ·
καθορίζει τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των ΕΚΕ για χρηματοδοτική τους στήριξη από την Ένωση.
Ως «έργο κοινού ενδιαφέροντος» νοείται έργο απαραίτητο για την υλοποίηση των διαδρόμων και ζωνών ενεργειακών υποδομών προτεραιότητας, που καθορίζονται στο παράρτημα Ι του Κανονισμού το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο έργων κοινού ενδιαφέροντος που ισχύει για όλη την Ένωση, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού. Για την ένταξη ενός Έργου στον κατάλογο των ΕΚΕ αυτό πρέπει να εκπληρώνει τα εξής κριτήρια: το έργο είναι απαραίτητο για τουλάχιστον έναν από τους διαδρόμους και ζώνες προτεραιότητας των ενεργειακών υποδομών, τα συνολικά δυνητικά οφέλη του έργου υπερτερούν του κόστους του, μεταξύ άλλων μακροπρόθεσμα, και τέλος το έργο εκπληρώνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια: αφορά τουλάχιστον δύο Κράτη-μέλη διασχίζοντας απευθείας τα σύνορα δύο ή περισσότερων Κρατών-μελών, βρίσκεται στην επικράτεια ενός Κράτους-μέλους και έχει σημαντικό διασυνοριακό αντίκτυπο, διασχίζει τα σύνορα τουλάχιστον ενός Κράτους-μέλους και μιας χώρας του ΕΟΧ. Η ένταξη ενός έργου στο ενωσιακό κατάλογο ΕΚΕ διευκολύνει την υλοποίησή του, αφού προσδίδει σε αυτό προτεραιότητα στις διαδικασίες αδειοδότησης, διευκολύνει τον επιμερισμό του κόστους και των κινδύνων μεταξύ των ενδιαφερομένων Κρατών-μελών και, υπό προϋποθέσεις, καθιστά το έργο επιλέξιμο για την χρηματοδότηση του από τους ενωσιακούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς

Με τον Κανονισμό 347/2013 (άρθρα 3 και 16) παρέχεται η εξουσιοδότηση στην Επιτροπή να καταρτίζει και να επικαιροποιεί ανά διετία τον ενωσιακό κατάλογο ΕΚΕ εκδίδοντας κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμούς. Ο ενωσιακός κατάλογος έχει τη μορφή παραρτήματος που επισυνάπτεται στον Κανονισμό 347/2013. Ο πρώτος κατάλογος ΕΚΕ καταρτίσθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό 1391/2013 και επικαιροποιήθηκε το 2015 με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό 89/2016. Στις 23.11.2017 η Επιτροπή δημοσίευσε το κείμενο ενός νέου κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (C(2017) 7834 final), που δεν έχει αριθμηθεί ακόμη, ο οποίος τροποποιεί εκ νέου τον ενωσιακό κατάλογο ΕΚΕ. 

Παρακάτω παρατίθενται τα ΕΚΕ ελληνικού ενδιαφέροντος σύμφωνα με τις νέες τροποποιήσεις του τελευταίου κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού.

Α/Α
ΕΡΓΑ ΚΟΙΝΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
1
Διάδρομος προτεραιότητας «Διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νότια Ευρώπη» (NSI East Electricity)
Δέσμη Βουλγαρίας — Ελλάδας μεταξύ Maritsa East 1 και Νέας Σάντας


ΕΚΕ
3.7.1.  Διασύνδεση του Maritsa East 1 (BG) με τη Νέα Σάντα (EL)

Διάδρομος προτεραιότητας «Διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νότια Ευρώπη» (NSI East Electricity)
Δέσμη Ισραήλ — Κύπρου — Ελλάδας μεταξύ της πόλης Hadera και της περιφέρειας Αττικής [έργο επί του παρόντος γνωστό ως EUROASIA Interconnector (ευρασιατικός διασυνδετήριος αγωγός)


ΕΚΕ
3.10.1.  Διασύνδεση της πόλης Hadera (IL) με την Κοφινού (CY)
3.10.2.  Διασύνδεση της Κοφινού (CY) με την Κορακιά στην Κρήτη (EL)
3.10.3.  Εσωτερική γραμμή μεταξύ Κορακιάς στην Κρήτη και περιφέρειας Αττικής (EL)

Διάδρομος προτεραιότητας “Διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νότια Ευρώπη” (“NSI East Electricity”)
Υδροηλεκτρικά με άντληση-ταμίευση στην   Ελλάδα:
EKE
3.24.Υδροηλεκτρικό με άντληση-ταμίευση στην Ελλάδα — Αμφιλοχία

2
 Διάδρομος προτεραιότητας «Διασυνδέσεις αερίου Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη» (NSI East Gas)
Δέσμη διασύνδεσης Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας




EKE
6.8.1.     Διασύνδεση Ελλάδας — Βουλγαρίας [έργο επί του παρόντος γνωστό ως IGB] μεταξύ Κομοτηνής (EL) και Stara Zagora (BG), Σταθμός συμπίεσης αερίου στους Κήπους

Διάδρομος προτεραιότητας “Διασυνδέσεις αερίου Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη” (“NSI East Gas”)
Δέσμη τερματικού σταθμού ΥΦΑ στη Βόρεια Ελλάδα



EKE
6.9          Τερματικός σταθμός ΥΦΑ στη Βόρεια Ελλάδα


Διάδρομος προτεραιότητας “Διασυνδέσεις αερίου Βορρά — Νότου στην κεντροανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη” (“NSI East Gas”)
Δέσμη αύξησης της αποθηκευτικής ικανότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη
EKE
6.20.3. Εγκατάσταση αποθήκευσης “Νότια Καβάλα” στην Ελλάδα

3.
Διάδρομος Προτεραιότητας Νότιος Διάδρομος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου SGG
Δέσμη ενοποιημένων, ειδικών και επιδεχόμενων κλιμάκωση υποδομών μεταφοράς, με τον σχετικό εξοπλισμό, για τη μεταφορά τουλάχιστον 10 bcm/a (δισεκατ. κυβικά μέτρα ετησίως) φυσικού αερίου από νέες πηγές της περιοχής της Κασπίας, μέσω Αζερμπαϊτζάν, Γεωργίας και Τουρκίας, με προορισμό τις αγορές της ΕΕ στην Ελλάδα και την Ιταλία

ΕΚΕ
7.1.3 Αγωγός αερίου μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας μέσω της Αλβανίας και της Αδριατικής [έργο επί του παρόντος γνωστό ως “Αδριατικός αγωγός φυσικού αερίου” (TAP)] και σταθμός συμπίεσης στη Νέα Μεσημβρίας


Διάδρομος Προτεραιότητας Νότιος Διάδρομος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου SGG
Δέσμη υποδομών για τη μεταφορά αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο 

EKE
7.3.1  Αγωγός από την  Ανατολική Μεσόγειο προς την ηπειρωτική Ελλάδα μέσω Κρήτης (έργο επί του παρόντος γνωστό ως “Αγωγός Ανατολικής Μεσογείου), σταθμός στη Μεγαλόπολη
7.3.3 Αγωγός φυσικού αερίου μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας (έργο επί του παρόντος γνωστό ως “Αγωγός Ποσειδών)

Ο κατάλογος περιλαμβάνει 11 ΕΚΕ ελληνικού ενδιαφέροντος. Από αυτά 5 αφορούν την Ηλεκτρική Ενέργεια (ΗΕ) και 6 το Φυσικό Αέριο (ΦΑ).
Στον κατάλογο περιλαμβάνονται 3 αυτοτελή ΕΚΕ και 8 σε δέσμες (Βουλγαρία, Ισραήλ, Κύπρος και Ιταλία).
Η Βουλγαρία παραμένει στρατηγικός εταίρος για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας. 
Ο κατάλογος περιλαμβάνει ΕΚΕ, που πέρα από την ικανοποίηση προφανών ενεργειακών στόχων (διασύνδεση δικτύων, ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας κα), έχουν και ευρύτερη γεωστρατηγική  σημασία, όπως η διασύνδεση Hadera (IL) -  Κοφινούς (CY) -  εσωτερική γραμμή Κορακιάς (Κρήτη) -  Αττικής (EL)
Από την μελέτη του καταλόγου συνάγεται ότι η Ελλάδα θα αποτελέσει την επόμενη δεκαετία περιοχή στην οποία θα υλοποιηθούν σημαντικά ΕΚΕ, τα οποία και θα καταστήσουν τη χώρα μας σημαντικό ενεργειακό κόμβο της Μεσογείου στον τομέα του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας.

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 9/2017
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Νοέμβριος 2017 
Επιμέλεια Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-481/16, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας - Παράβαση Κράτους-μέλους

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Αποφάσεως 2014/539/ΕΕ της Επιτροπής, η κρατική ενίσχυση ύψους 135.820,35 ευρώ προς τη Λάρκο Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική ΑΕ το 2008, το 2010 και το 2011 και συμμετοχής του Δημοσίου στην αύξηση κεφαλαίου της εταιρείας το 2009 χορηγήθηκε παρανόμως από την Ελληνική Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 108 παρ. 3 της ΣΛΕΕ και ήταν μη συμβατή με την εσωτερική αγορά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την προσφυγή της, υποστήριξε ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εφαρμόσει την Απόφαση 2014/539/ΕΕ και να ανακτήσει εμπρόθεσμα την ενίσχυση ενώ δεν ενημέρωσε επαρκώς την Επιτροπή αναφορικά με τα μέτρα που έλαβε για την εφαρμογή της ανωτέρω Αποφάσεως. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το Κράτος-μέλος που είναι αποδέκτης Αποφάσεως σύμφωνα με την οποία υποχρεούται να ανακτήσει παράνομες ενισχύσεις οφείλει να λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα για την εφαρμογή της Αποφάσεως. Ο μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός τον οποίο δύναται να προβάλει Κράτος-μέλος στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, που έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 108, παρ. 2 ΣΛΕΕ, είναι αυτός με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη αδυναμία προσήκουσας εκτελέσεως της εκδοθείσας από το θεσμικό όργανο αυτό αποφάσεως περί ανακτήσεως της επίμαχης ενισχύσεως. Ωστόσο, υπενθύμισε ότι η προϋπόθεση περί υπάρξεως απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται οσάκις το καθού Κράτος-μέλος απλώς επικαλείται δυσχέρειες νομικής, πολιτικής ή πρακτικής φύσεως τις οποίες αντιμετώπισε κατά την εκτέλεση της σχετικής αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ουσιαστική ενέργεια έναντι των οικείων επιχειρήσεων προς ανάκτηση της ενισχύσεως και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, οι οποίοι θα καθιστούσαν δυνατή την υπέρβαση των δυσχερειών αυτών, και, αφετέρου, ότι προβαλλόμενα εσωτερικά προβλήματα που τυχόν ανέκυψαν κατά την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση από το εν λόγω κράτος μέλος των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις διατάξεις της Αποφάσεως (Άρθρα 3 και 5) και τις σχετικές διατάξεις της ΣΛΕΕ καθόσον δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, για την εκτέλεση της Αποφάσεως 2014/539 και δεν ενημέρωσε την Επιτροπή για τα μέτρα που ελήφθησαν. 

2. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-217/16, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δήμου Ζαγορίου – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 299 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Αθηνών στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Δήμου Ζαγορίου. Η υπόθεση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αφορούσε απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (η οποία αποτελούσε εκτελεστό τίτλο βάσει του άρθρου 299 ΣΛΕΕ) περί επιστροφής ενισχύσεως που είχε χορηγήσει το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ). Ειδικότερα, η Επιτροπή, με την Απόφαση C (2006) 4798, προσδιόρισε σε 284.739,20 το ποσό το οποίο όφειλε η Δημοτική Επιχείρηση Τουριστικής Ανάπτυξης της Κοινότητας Αρίστης Ζαγορίου Ιωαννίνων. Ο Δήμος Κεντρικού Ζαγορίου άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ελλάδα) κατά της επιταγής προς πληρωμή που του είχε κοινοποιηθεί βάσει της ανωτέρω Αποφάσεως της Επιτροπής. Η Επιτροπή ασκώντας έφεση επί της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποστήριξε  ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον η διαφορά αυτή, ως έχουσα διοικητικό χαρακτήρα, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και ότι η αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να επισπευσθεί κατά του Δήμου Ζαγορίου.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν αν το άρθρο 299 ΣΛΕΕ, που ορίζει ότι «Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύει στο κράτος, στην επικράτεια του οποίου γίνεται»,  έχει την έννοια ότι βάσει του άρθρου αυτού καθορίζεται  η επιλογή των εθνικών δικαστηρίων, που έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν ενδίκων βοηθημάτων απτομένων της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεων της Επιτροπής οι οποίες επιβάλλουν, σε βάρος προσώπων εκτός των Κρατών-μελών, χρηματική υποχρέωση και οι οποίες αποτελούν εκτελεστό τίτλο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει αν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται επί των ενδίκων βοηθημάτων που άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως στο πλαίσιο των πράξεων του άρθρου 299 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, ο καθορισμός των εθνικών δικονομικών κανόνων θα πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καθίσταται η ανάκτηση των ποσών-ενισχύσεων δυσχερέστερη σε σχέση με παρεμφερείς περιπτώσεις που αφορούν την εφαρμογή αντίστοιχων εθνικών διατάξεων.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-214/16, Conley King κατά The Sash Window Workshop Ltd και Richard Dollar – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της ανωτέρω Οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πολιτικό τμήμα του Εφετείου του Ηνωμένου Βασιλείου (Court of Appeal, England & Wales, Civil Division) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Conley King και του πρώην εργοδότη του, ήτοι της εταιρείας «The Sash Window Workshop Ltd» και του R. Dollar. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε το αίτημα του εργαζομένου να του καταβληθεί χρηματική αποζημίωση έναντι της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών την οποία δεν έλαβε κατά τα έτη 1999 έως 2012. Η Οδηγία 2003/38 ενσωματώθηκε στην έννομη τάξη του  Ηνωμένου Βασιλείου με τους Working Time Regulations του 1988 σχετικά με το χρόνο εργασίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν εάν το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88, καθώς και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, σε περίπτωση ένδικης διαφοράς μεταξύ εργαζομένου και του εργοδότη του σχετικά με το εάν ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία υποχρεώνεται ο εργαζόμενος να λαμβάνει την άδειά του χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων εάν δικαιούται τις αντίστοιχες αποδοχές.
Το ΔΕΕ, σε μια αρχική του σκέψη, διαπίστωσε ότι κάθε πράξη ή παράλειψη του εργοδότη,  η οποία ενδέχεται να αποτρέψει τον εργαζόμενο από το να κάνει χρήση της ετήσιας άδειάς του είναι αντίθετη στον σκοπό του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εθνική κανονιστική ρύθμιση, που υποχρεώνει τον εργαζόμενο να λαμβάνει την άδειά του χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων εάν δικαιούται τις αντίστοιχες αποδοχές.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-165/16, Toufik Lounes κατά Secretary of State for the Home Department – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το High Court του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Toufik Lounes και του Υπουργού Εσωτερικών. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η άρνηση χορήγησης στον ανωτέρω ενδιαφερόμενο άδειας διαμονής. Ειδικότερα, η P. N. García Ormazabal, Ισπανίδα υπήκοος, μετέβη για σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο και το 2009 απέκτησε τη βρετανική ιθαγένεια. Το έτος 2014, η P. N. García Ormazabal και ο T. Lounes συνήψαν θρησκευτικό και πολιτικό γάμο. Την ίδια περίοδο, ο Τ. Lounes, ως μέλος της οικογένειας υπηκόου του ΕΟΧ, ζήτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών να του χορηγηθεί άδεια διαμονής. Ο Υπουργός απέρριψε το αίτημα του ενδιαφερομένου περί χορηγήσεως τίτλου διαμονής, με την αιτιολογία ότι η σύζυγός του, υπήκοος της Ένωσης, απέκτησε, με πολιτογράφηση, τη βρετανική ιθαγένεια, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτει πλέον στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2004/38. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το γεγονός ότι ένας πολίτης της Ένωσης αποκτά την ιθαγένεια του Κράτους-μέλους στο οποίο μετέβη και διέμενε δυνάμει της Οδηγίας 2004/38 μπορεί να στερήσει τον ίδιο, όπως και τον σύζυγό του, υπήκοο τρίτου κράτους, από δικαιώματα τα οποία είχε αποκτήσει προηγουμένως βάσει της Οδηγίας και τα οποία ασκούσε πλήρως μέχρι τότε.
Ειδικότερα, το νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν εάν η Οδηγία 2004/38 και το άρθρο 21 παρ.1 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι στην περίπτωση που πολίτης της Ένωσης μεταβαίνει σε άλλο Κράτος-μέλος (Ηνωμένο Βασίλειο) διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς του, αποκτά την ιθαγένεια του Κράτους-μέλους στο οποίο διαμένει (Ηνωμένο Βασίλειο) διατηρώντας παράλληλα την αρχική του ιθαγένεια και συνάπτει γάμο με υπήκοο τρίτου κράτους έχει δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2004/38 και του άρθρου 21 παρ. 1 ΣΛΕΕ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο υπήκοος του τρίτου κράτους δεν έχει δευτερογενές δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2004/38. Ωστόσο, έχει δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 21 παρ.1 ΣΛΕΕ υπό προϋποθέσεις οι οποίες δεν μπορεί να είναι αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην Οδηγία 2004/38 για την παροχή του δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτου κράτους, ο οποίος είναι μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και εγκαταστάθηκε σε Κράτος-μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς του.   

5. ΔΕΕ, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2017, C-547/16, Gasorba SL κ.λπ. κατά Repsol Comercial de Productos Petrolíferos SA – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 16 του Κανονισμού 1/2003/ΕΚ του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του ανωτέρω Κανονισμού «Όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή. Πρέπει επίσης να αποφεύγουν να λαμβάνουν αποφάσεις που ενδέχεται να συγκρούονται με απόφαση την οποία σκοπεύει να λάβει η Επιτροπή κατά διαδικασία που έχει κινήσει. Προς το σκοπό αυτό, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει μήπως πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία του. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.» Επιπρόσθετα, το άρθρο 9 του ανωτέρω Κανονισμού ορίζει ότι «Όταν η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί την παύση μιας παράβασης και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσφέρονται να αναλάβουν ορισμένες δεσμεύσεις για να ανταποκριθούν στις αντιρρήσεις της Επιτροπής κατά την προκαταρκτική της εκτίμηση, τότε η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να καταστήσει αυτές τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δύναται να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πρέπει να συμπεραίνει ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι να αναλάβει δράση η Επιτροπή». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Supremo) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Gasorba SL, Josefa Rico Gil και Antonio Ferrándiz González και της Repsol Comercial de Productos Petrolíferos SA και έχει ως αντικείμενο το κύρος, βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, συμβάσεως εκμισθώσεως πρατηρίου υγρών καυσίμων με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεως αποκλειστικής προμήθειας καυσίμων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν εάν το άρθρο 16, παρ. 1, του Κανονισμού 1/2003 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει την ακυρότητα συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων βάσει του άρθρου 101, παρ, 2 ΣΛΕΕ, όταν η Επιτροπή έχει προηγουμένως αποδεχθεί αναλήψεις δεσμεύσεων που αφορούν την ίδια συμφωνία, τις οποίες και κατέστησε υποχρεωτικές με απόφασή της.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 16, παρ. 1 έχει την έννοια ότι η απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εκδίδει η Επιτροπή δεν εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αν οι εν λόγω συμφωνίες συνάδουν προς τους κανόνες του ανταγωνισμού και να διαπιστώνουν, ενδεχομένως, την ακυρότητά τους σύμφωνα με το άρθρο 101, παρ. 2 ΣΛΕΕ.

6. ΔΕΕ, απόφαση  της 9ης Νοεμβρίου 2017 C 306/16, António Fernando Maio Marques da Rosa κατά Varzim Sol – Turismo, Jogo e Animação SA – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, την ερμηνεία του άρθρου 5 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά περίοδο επτά ημερών, μια ελάχιστη περίοδο συνεχούς αναπαύσεως είκοσι τεσσάρων ωρών, στις οποίες προστίθενται οι ένδεκα ώρες ημερήσιας αναπαύσεως οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 3». Επιπρόσθετα σύμφωνα με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2003/88 «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά περίοδο επτά ημερών, μια ελάχιστη περίοδο συνεχούς αναπαύσεως είκοσι τεσσάρων ωρών, στις οποίες προστίθενται οι ένδεκα ώρες ημερήσιας αναπαύσεως οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 3. Αν δικαιολογείται για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή από τις συνθήκες οργάνωσης της εργασίας, μπορεί να ορίζεται ελάχιστη περίοδος ανάπαυσης 24 ωρών». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο του Πόρτο της Πορτογαλίας (Tribunal da Relação do Porto) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του A. F. Maio Marques de Rosa και της Varzim Sol – Turismo, Jogo e Animação SA  σχετικά με τη χορήγηση στον πρώτο, υπό την ιδιότητά του ως εργαζομένου, μίας ημέρας υποχρεωτικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως ανά περίοδο επτά ημερών. Ειδικότερα,  ο A. F. Maio Marques da Rosa, υπήρξε, από το 1991 έως το 2014, εργαζόμενος της Varzim Sol, εταιρίας η οποία έχει στην ιδιοκτησία της ένα καζίνο. Ο ανωτέρω άσκησε αγωγή, ζητώντας να υποχρεωθεί η Varzim Sol να του καταβάλει το ποσό των 18.602 ευρώ ως αποζημίωση, δεδομένου ότι οι έβδομες ημέρες που εργάστηκε θα έπρεπε να είχαν αμειφθεί ως πρόσθετες ώρες και ότι δεν έλαβε ημέρες αντισταθμιστικής αναπαύσεως. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε με την εν λόγω προδικαστική παραπομπή ήταν  εάν το άρθρα του Χάρτη και των ανωτέρω Οδηγιών έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν να χορηγείται η ελάχιστη περίοδος συνεχούς αναπαύσεως εικοσιτεσσάρων ωρών, την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος, το αργότερο την ημέρα που έπεται της περιόδου έξι συνεχόμενων ημερών εργασίας.
Το ΔΕΕ ερμηνεύοντας το άρθρο 5 της Οδηγίας 2003/88, διαπίστωσε ότι το εν λόγω άρθρο δεν προσδιορίζει το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να χορηγείται αυτή η ελάχιστη περίοδος αναπαύσεως των εικοσιτεσσάρων ωρών, παρέχοντας, συνεπώς, στα Κράτη-μέλη διαθέτουν ορισμένη ευελιξία όσον αφορά την επιλογή του εν λόγω χρονικού σημείου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα δεν επιβάλλουν να χορηγείται η ελάχιστη περίοδος εβδομαδιαίας συνεχούς αναπαύσεως εικοσιτεσσάρων ωρών το αργότερο την ημέρα που έπεται μιας περιόδου έξι συνεχόμενων ημερών εργασίας, αλλά ότι επιβάλλουν να χορηγείται αυτή εντός κάθε περιόδου επτά ημερών.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-298/16, Teodor Ispas και Anduţa Ispas κατά Direcţia Generală a Finanţelor Publice Cluj

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της γενικής αρχής του δικαίου της ΕΕ περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και υποβλήθηκε από το Εφετείο του Cluj, της Ρουμανίας (Curtea de Apel Cluj)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Teodor Ispas και της συζύγου του Anduţa Ispas (ζεύγος Ispas) και, αφετέρου, της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίων Οικονομικών του Cluj με αντικείμενο πράξη βεβαιώσεως ΦΠΑ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν εάν η αρχή του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει στο πλαίσιο εθνικών διοικητικών διαδικασιών για τον έλεγχο και τον καθορισμό της βάσης επιβολής ΦΠΑ να έχουν οι ιδιώτες πρόσβαση στο σύνολο των στοιχείων και των εγγράφων τα οποία περιέχονται στον διοικητικό φάκελο και τα οποία έλαβε υπόψη του η δημόσια αρχή κατά την έκδοση της αποφάσεως. 
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, σε μια αρχική του σκέψη, ότι η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα αλλά μπορεί να περιέχει περιορισμούς  υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει το επίμαχο μέτρο και δεν αποτελούν υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία των δικαιωμάτων. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας οι ιδιώτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν να τους γνωστοποιηθούν τα στοιχεία και έγγραφα τα οποία περιέχονται στον διοικητικό φάκελο και τα οποία έλαβε υπόψη η δημόσια αρχή προκειμένου να εκδώσει την απόφασή της. Εξαίρεση στο ανωτέρω δικαίωμα των πολιτών μπορεί να δικαιολογηθεί στην περίπτωση σκοπών γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν τον περιορισμό της προσβάσεως στα εν λόγω στοιχεία και έγγραφα.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-292/16, A Oy κατά Veronsaajien oikeudenvalvontayksikkö και Verohallinto – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 10 παρ. 2, της Οδηγίας 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο του Ελσίνκι (Helsingin hallinto oikeus). Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ανωτέρω Οδηγίας «Όταν το κράτος μέλος στο δίκαιο του οποίου υπάγεται η εισφέρουσα εταιρία εφαρμόζει καθεστώς φορολόγησης των κερδών σε διεθνή κλίμακα, το εν λόγω κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να φορολογεί τα κέρδη ή τις υπεραξίες της μόνιμης εγκατάστασης που προκύπτουν κατά τη συγχώνευση, τη διάσπαση ή την εισφορά ενεργητικού με την προϋπόθεση ότι δέχεται την έκπτωση του φόρου ο οποίος σε περίπτωση που δεν υπήρχαν οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα είχε επιβληθεί στα εν λόγω κέρδη ή υπεραξίες στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση και, επίσης, ότι δέχεται αυτήν την έκπτωση φόρου με τον ίδιο τρόπο και για το ίδιο ποσό που θα εδέχετο αν ο φόρος είχε βεβαιωθεί και καταβληθεί στην πραγματικότητα». Το άρθρο 52 e, τρίτο εδάφιο, του φινλανδικού νόμου περί φορολογίας εισοδημάτων από οικονομικές δραστηριότητες  (EVL) ορίζει ότι «Αν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού συνδέονται με μόνιμη εγκατάσταση ημεδαπού νομικού προσώπου ευρισκόμενη σε άλλο Κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πιθανολογούμενη αξία μεταβιβάσεως των στοιχείων ενεργητικού και οι προμήθειες που έχουν αφαιρεθεί κατά τη φορολόγηση της μόνιμης εγκαταστάσεως ενσωματώνονται στα φορολογητέα κέρδη της εισφέρουσας εταιρίας. Από τον οφειλόμενο στη Φινλανδία φόρο επί των κερδών αυτών αφαιρείται ο φόρος που θα είχε βαρύνει τα ίδια κέρδη εντός του κράτους στο οποίο βρίσκεται η ως άνω μόνιμη εγκατάσταση αν δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της [οδηγίας περί συγχωνεύσεων] που μνημονεύονται στο άρθρο 52.». Το 2006, η εταιρία A μεταβίβασε σε αυστριακή εταιρία, στο πλαίσιο εισφοράς ενεργητικού, μια μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη στην Αυστρία και έλαβε ως αντιπαροχή μετοχές της τελευταίας αυτής εταιρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 52 e, τρίτο εδάφιο, του EVL, επιβλήθηκε στην A φόρος επί της υπεραξίας που πραγματοποιήθηκε, λόγω της εισφοράς αυτής, εντός του φορολογικού έτους 2006, ο δε φόρος εισπράχθηκε κατά το ίδιο φορολογικό έτος. Ας σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη απόφαση εξετάζεται  η περίπτωση κατά την οποία ημεδαπή εταιρία εισφέρει αλλοδαπή μόνιμη εγκατάσταση σε εταιρία εγκατεστημένη στην αλλοδαπή, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα όχι χρήματα, αλλά μετοχές. Τέτοιες εισφορές φορολογούνται στη Φινλανδία άμεσα, σε αντίθεση προς τις περιπτώσεις εισφοράς ημεδαπής μόνιμης εγκαταστάσεως σε ημεδαπή επιχείρηση. Ωστόσο, εκπίπτει πλασματικός αλλοδαπός φόρος της χώρας στην οποία βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση.
Ειδικότερα, το νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν αν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία, σε περίπτωση που ημεδαπή εταιρία μεταβιβάζει, στο πλαίσιο εισφοράς ενεργητικού, αλλοδαπή μόνιμη εγκατάσταση σε επίσης αλλοδαπή εταιρία, αφενός, προβλέπει την άμεση φορολόγηση της υπεραξίας που πραγματοποιείται λόγω της ως άνω πράξεως και, αφετέρου, δεν επιτρέπει την ετεροχρονισμένη είσπραξη του οφειλόμενου φόρου, ενώ, σε ανάλογη περίπτωση χωρίς στοιχεία αλλοδαπότητας, τέτοιες υπεραξίες φορολογούνται μόνον κατά τη μεταβίβαση των εισφερόμενων στοιχείων ενεργητικού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση. 
  
9. ΔΕΕ,  απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-98/15, María Begoña  Espadas Recio κατά Servicio Público de Empleo Estatal (SPE,E) – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997, η οποία προσαρτάται στην Οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη Συμφωνία-Πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES και του άρθρου 4 της Οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.  Σύμφωνα με τη ρήτρα 4, παρ. 1 και 2, της συμφωνίας-πλαισίου «1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για το λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. 2. Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis.» Επιπρόσθετα, το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 79/7/ΕΟΚ ορίζει ότι «Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά: –  το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά –  την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών –        τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.».  Ας σημειωθεί ότι το άρθρο 3, παρ. 4, του ΒΔ 625/1985 (Εθνική κανονιστική ρύθμιση) ορίζει ότι, όταν οι καταβληθείσες εισφορές αντιστοιχούν σε εργασία μερικής απασχολήσεως ή σε εργασία πραγματοποιηθείσα στις περιπτώσεις μειώσεως του ωραρίου, κάθε δεδουλευμένη ημέρα υπολογίζεται ως ημέρα ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως της διάρκειας του ωραρίου εργασίας. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από  το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών της Βαρκελώνης της Ισπανίας (Juzgado de lo Social n° 33 de Barcelona)  στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της María Begoña Espadas Recio και της δημόσιας υπηρεσίας απασχολήσεως σχετικά με τον καθορισμό της βάσεως υπολογισμού της περιόδου καταβολής του επιδόματος ανεργίας στους εργαζομένους κάθετης μερικής απασχολήσεως. (κάθετης κατανομής του χρόνου εργασίας που παρέχεται σε συγκεκριμένες μόνον ημέρες της εβδομάδας).
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν εάν η ρήτρα 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου έχει εφαρμογή σε ανταποδοτικό επίδομα ανεργίας. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4 της Συμφωνίας Πλαισίου δεν έχει εφαρμογή σε ανταποδοτικό επίδομα ανεργίας. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, παρ. 1, της Οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία Κράτους-μέλους η οποία, στην περίπτωση εργασίας που παρέχεται υπό μορφή κάθετης μερικής απασχολήσεως, αποκλείει τις μη δεδουλευμένες ημέρες από τον υπολογισμό των ημερών για τις οποίες έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα τη συνακόλουθη μείωση της περιόδου καταβολής του επιδόματος ανεργίας, όταν διαπιστώνεται ότι η πλειονότητα των εργαζομένων υπό καθεστώς κάθετης μερικής απασχολήσεως αποτελείται από γυναίκες οι οποίες επηρεάζονται αρνητικώς από τα εθνικά αυτά μέτρα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, παρ. 1, της Οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση. 

10. ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2017, Υπόθεση C-374/16, Rochus Geissel, ενεργών ως εκκαθαριστής της RGEX GmbH i.L. κατά Finanzamt Neuss, Υπόθεση C-375/16 Finanzamt Bergisch Gladbach κατά Igor Butin - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 168, στοιχείο α, του άρθρου 178, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 226, σημείο 5, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα ΦΠΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 178 της ανωτέρω Οδηγίας: «Για να έχει τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος έκπτωσης, ο υποκείμενος στον φόρο οφείλει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) για την προβλεπόμενη στο άρθρο 168, στοιχείο α), έκπτωση, όσον αφορά τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών, να κατέχει τιμολόγιο, το οποίο έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 220 έως 236 και τα άρθρα 238, 239 και 240». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 226 σημείο 5 «Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, μόνον οι ακόλουθες ενδείξεις είναι υποχρεωτικές για τους σκοπούς του ΦΠΑ, όσον αφορά τα τιμολόγια που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 220 και 221: 5) το πλήρες όνομα και η πλήρης διεύθυνση του υποκειμένου στον φόρο και του αποκτώντος τα αγαθά ή του λήπτη των υπηρεσιών». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο  της Γερμανίας (Bundesfinanzhof) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών, αφενός, μεταξύ του Rochus Geissel, ενεργούντος ως εκκαθαριστή της RGEX GmbH i.L., και της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας του Neuss, και, αφετέρου, μεταξύ της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας του Bergisch Gladbach και του Igor Butin. Αντικείμενο ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η άρνηση των ως άνω υπηρεσιών να χορηγήσουν την έκπτωση του καταβληθέντος ΦΠΑ επί των εισροών δυνάμει τιμολογίων επί των οποίων αναγραφόταν η διεύθυνση του εκδότη τους, στην οποία είναι μεν εφικτή η ταχυδρομική επικοινωνία, αλλά δεν ασκείται καμία οικονομική δραστηριότητα. Ας σημειωθεί ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση απαιτούσε να αναγράφεται στο τιμολόγιο η πλήρης επωνυμία και η πλήρης διεύθυνση του παρέχοντος επιχειρηματία και του λήπτη της παροχής για την ενεργοποίηση του δικαιώματος έκπτωσης από το ΦΠΑ. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε στη συγκεκριμένη υπ΄θεση ήταν  εάν τα ανωτέρω άρθρα της Οδηγίας περί ΦΠΑ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία εξαρτά την άσκηση του δικαιώματος εκπτώσεως του ΦΠΑ επί των εισροών από την αναγραφή στο τιμολόγιο της διευθύνσεως του τόπου στον οποίο ο εκδότης του ασκεί την οικονομική του δραστηριότητα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα αντίκεινται στην επίδικη εθνική κανονιστική ρύθμιση.