Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 02/2020
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Ιανουάριος 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-32/19, AT κατά Pensionsversicherungsanstalt -Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 17, παρ. 1, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2004/38 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 στοιχ. α «Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 16, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής πριν από τη συμπλήρωση συνεχούς χρονικού διαστήματος πέντε ετών διαμονής απολαύουν: α) οι μισθωτοί ή οι μη μισθωτοί, οι οποίοι, κατά το χρόνο παύσης της εργασίας τους, έχουν φθάσει στην ηλικία που ορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής για την απόκτηση δικαιωμάτων σε σύνταξη γήρατος, ή μισθωτοί οι οποίοι έχουν παύσει να ασκούν μισθωτή δραστηριότητα λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης, υπό την προϋπόθεση ότι εργάσθηκαν στο εν λόγω κράτος μέλος τουλάχιστον τους προηγούμενους δώδεκα μήνες και ότι έχουν διαμείνει εκεί συνεχώς για περισσότερα από τρία έτη. […]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του AT και του Οργανισμού Συντάξεων της Αυστρίας, σχετικά με την άρνηση του οργανισμού να χορηγήσει στον AT, ως συμπλήρωμα της σύνταξης γήρατος που λαμβάνει, το προβλεπόμενο από την αυστριακή νομοθεσία αντισταθμιστικό επίδομα. Ειδικότερα, ο AT ζήτησε να λάβει αντισταθμιστικό επίδομα της εθνικής νομοθεσίας ισχυριζόμενος ότι είχε δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην Αυστρία δυνάμει του άρθρου 17, παρ. 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2004/38. Ωστόσο, ο οργανισμός συντάξεων απέρριψε το αίτημα του, με την αιτιολογία ότι ο AT δεν διέμενε νομίμως στην Αυστρία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 17, παρ. 1, στοιχείο α, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι, για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής στο Κράτος-μέλος υποδοχής πριν από την παρέλευση συνεχούς περιόδου πέντε ετών διαμονής, οι προϋποθέσεις περί εργασίας στο κράτος αυτό τουλάχιστον τους προηγούμενους δώδεκα μήνες και περί συνεχούς διαμονής για περισσότερα από τρία έτη έχουν εφαρμογή σε πρόσωπο το οποίο κατά τον χρόνο παύσης της εργασίας του έχει φθάσει στην ηλικία που ορίζεται από το δίκαιο του Κράτους-μέλους υποδοχής για την απόκτηση δικαιωμάτων σε σύνταξη γήρατος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο του ενωσιακού δικαίου έχει την έννοια ότι, για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής στο Κράτος-μέλος υποδοχής πριν από την παρέλευση συνεχούς χρονικού διαστήματος πέντε ετών διαμονής, οι προϋποθέσεις περί εργασίας στο Κράτος-μέλος τουλάχιστον τους προηγούμενους δώδεκα μήνες και περί συνεχούς διαμονής σε αυτό για περισσότερα από τρία έτη έχουν εφαρμογή σε πρόσωπο σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά. 

2. ΔΕΕ, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-725/18, Anton van Zantbeek VOF κατά Ministerraad – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 56 και 63 ΣΛΕΕ και των άρθρων 36 και 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου (Grondwettelijk Hof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Anton van Zantbeek VOF και του Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με προσφυγή ακυρώσεως κατά διατάξεων του εθνικού δικαίου οι οποίες επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής ενός φόρου χρηματιστηριακών συναλλαγών. Ειδικότερα, η εθνική ρύθμιση διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του φόρου επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών, στον οποίο υπόκεινται οι πράξεις που συνάπτονται ή εκτελούνται στο Βέλγιο και αφορούν βελγικά ή αλλοδαπά δημόσια αξιόγραφα, στο μέτρο που η πράξη πραγματοποιείται μέσω επαγγελματία μεσάζοντος. Με την εθνική ρύθμιση ο φόρος χρηματιστηριακών συναλλαγών δεν αφορούσε  μόνο τις ανωτέρω πράξεις, αλλά επίσης και πράξεις που θεωρείται ότι έχουν συναφθεί ή εκτελεσθεί στο Βέλγιο, με αποτέλεσμα ο εν λόγω φόρος να οφείλεται επίσης όταν η εντολή αγοράς ή πώλησης δίνεται σε επαγγελματία μεσάζοντα κάτοικο αλλοδαπής από εντολέα κάτοικο ημεδαπής, ήτοι από φυσικό πρόσωπο με συνήθη διαμονή στο Βέλγιο. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν τα άρθρα 56 και 63 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 36 και 40 της Συμφωνίας ΕΟΧ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους η οποία θεσπίζει φόρο επί των χρηματιστηριακών πράξεων που συνάπτονται ή εκτελούνται κατόπιν εντολής κατοίκου του Κράτους-μέλους (Βέλγιο) από επαγγελματία μεσάζοντα κάτοικο αλλοδαπής και η οποία έχει ως συνέπεια ο εντολέας να είναι υπόχρεος για την καταβολή του φόρου και να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις υποβολής δηλώσεων που συνδέονται με τον εν λόγω φόρο. Ας σημειωθεί ότι η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω εθνική ρύθμιση στοχεύει στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της είσπραξης του φόρου καθώς και των φορολογικών ελέγχων και στην καταπολέμηση της φοροαποφυγής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και το άρθρο 36 της Συμφωνίας ΕΟΧ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην επίδικη εθνική ρύθμιση στο μέτρο που η ρύθμιση αυτή παρέχει στους  εντολείς και επαγγελματίες μεσάζοντες διευκολύνσεις σχετικά με τις υποχρεώσεις υποβολής δηλώσεων που συνδέονται με τον φόρο όσο και την καταβολή του φόρου, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να μην υπερβαίνει ο εν λόγω περιορισμός το μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να επιτευχθούν οι νόμιμοι σκοποί της εν λόγω ρύθμισης.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-457/18, Δημοκρατία της Σλοβενίας κατά Δημοκρατίας της Κροατίας – Προσφυγή του άρθρου 259 ΣΛΕΕ

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης η Δημοκρατία της Σλοβενίας ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την απόρριψη από την Κροατία διαιτητικής αποφάσεως που εξέδωσε το Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο (υπόθεση αριθ. 2012-04) στο πλαίσιο της διαδικασίας διαιτησίας για την εδαφική και θαλάσσια διαφορά μεταξύ της Σλοβενίας και της Κροατίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Αντικείμενο της διαιτητικής απόφασης αποτέλεσε η οριοθέτηση των θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Η Δημοκρατία της Σλοβενίας υποστήριξε ότι η άρνηση της Κροατίας να εφαρμόσει τη διαιτητική απόφαση είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η εκ μέρους της Δημοκρατίας της Σλοβενίας άσκηση της κυριαρχίας της επί των θαλασσίων και των χερσαίων ζωνών που αποτελούν, βάσει του διεθνούς δικαίου, τμήμα της επικράτειάς της. H Δημοκρατία της Σλοβενίας επισήμανε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να τηρήσει ούτε την υποχρέωση που υπέχει από το διεθνές δίκαιο να εφαρμόσει τη διαιτητική απόφαση ούτε την υποχρέωση που υπέχει από τις Συνθήκες να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης στην επικράτειά της. Δεδομένης της απειλής που η κατάσταση αυτή αντιπροσώπευε για τις αξίες της Ένωσης και την τήρηση του δικαίου της Ένωσης, η Δημοκρατία της Σλοβενίας κάλεσε την Επιτροπή να ενεργήσει προκειμένου να παύσει η εκ μέρους της Δημοκρατίας της Κροατίας παράβαση της συμβάσεως διαιτησίας και της διαιτητικής αποφάσεως, καθόσον η παράβαση αυτή έπρεπε να θεωρηθεί ως μη τήρηση από το εν λόγω Κράτος-μέλος των υποχρεώσεων που υπείχε από τις Συνθήκες.
Κατόπιν διαφόρων θαλάσσιων συμβάντων στα ύδατα τα οποία η διαιτητική απόφαση είχε ορίσει ότι ανήκαν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, το Κράτος-μέλος αυτό, κίνησε διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κατά της Δημοκρατίας της Κροατίας φέροντας το οικείο ζήτημα ενώπιον της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 259, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Εν συνεχεία, η Δημοκρατία της Κροατίας υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις στην Επιτροπή. Η Επιτροπή δεν διατύπωσε Αιτιολογημένη Γνώμη εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 259, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατόπιν τούτου η Σλοβενία άσκησε την προσφυγή υπό το άρθρο 259 ΣΛΕΕ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η διαιτητική απόφαση, που εκδόθηκε από διεθνές δικαστήριο συσταθέν δυνάμει διμερούς συμβάσεως διαιτησίας διεπόμενης από το διεθνές δίκαιο, ρυθμίζει αντικείμενο που δεν εμπίπτει στους τομείς αρμοδιοτήτων της Ένωσης που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 6 ΣΛΕΕ. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ έκρινε ότι η σύμβαση διαιτησίας και η διαιτητική απόφαση δεν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το ΔΕΕ έκρινε ότι είναι αναρμόδιο να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-395/18 Tim SpA - Direzione e coordinamento Vivendi SA κατά Consip SpA και Ministero dell'Economia e delle Finanze – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 57, παρ. 4, και του άρθρου 71, παρ. 6, της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 4 στοιχείο α της Οδηγίας 2014/24, «4. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αποκλείουν ή μπορούν να υποχρεώνονται από τα κράτη μέλη να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης οποιονδήποτε οικονομικό φορέα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις: α) εάν η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποδείξει με κατάλληλα μέσα αθέτηση των ισχυουσών υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 2». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο της περιφέρειας του Λατίου της Ιταλίας (Tribunale amministrativo regionale per il Lazio) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Tim SpA – Direzione e coordinamento Vivendi SA και, αφετέρου, της Consip SpA και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών με αντικείμενο τον αποκλεισμό της Tim από ανοιχτή διαδικασία υποβολής προσφορών την οποία προκήρυξε η Consip. Ειδικότερα και κατόπιν πρόσκλησης υποβολής προσφορών, η οποία δημοσιεύθηκε το έτος 2016 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Consip ως κεντρική αρχή αγορών της ιταλικής δημόσιας διοίκησης, προκήρυξε ανοιχτή διαδικασία για την ανάθεση σύμβασης για την προμήθεια συστήματος οπτικής επικοινωνίας, το οποίο καλείται «σύστημα Wavelength Division Multiplexing (WDM)», για τη διασύνδεση του κέντρου επεξεργασίας δεδομένων από διάφορα τμήματα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η Tim υπέβαλε προσφορά στην οποία μνημόνευε τρεις υπεργολάβους τους οποίους είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει σε περίπτωση ανάθεσης σε αυτήν της σύμβασης. Ωστόσο, η αναθέτουσα αρχή διαπίστωσε ότι ένας από τους μνημονευόμενους στην προσφορά της Tim υπεργολάβους δεν συμμορφωνόταν προς τους κανόνες σχετικά με το δικαίωμα προς εργασία των ατόμων με αναπηρία. Ως εκ τούτου, η Consip απέκλεισε την Tim από τη διαδικασία δυνάμει του κώδικα δημοσίων συμβάσεων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2014/24 και η αρχή της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να αποκλείει αυτομάτως οικονομικό φορέα από τη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης εφόσον ο λόγος αποκλεισμού που προβλέπει το άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας διαπιστώνεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο ενός από τους υπεργολάβους που μνημονεύονται στην προσφορά του οικονομικού φορέα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο άρθρο του Δικαίου της ΕΕ δεν αντιτίθεται στην εθνική ρύθμιση. Αντιθέτως, το επίμαχο άρθρο του Δικαίου της ΕΕ σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι ένας τέτοιος αποκλεισμός έχει αυτόματο χαρακτήρα.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-177/18, Almudena Baldonedo Martín κατά Ayuntamiento de Madrid – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 151 και 153 ΣΛΕΕ, των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και των ρητρών 4 και 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο της Μαδρίτης (Juzgado de lo Contencioso‑Administrativo no 14 de Madrid) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Almudena Baldonedo Martín και του Δήμου Μαδρίτης σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεως λόγω της λύσεως της σχέσεως εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 151 και 153 ΣΛΕΕ, τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη καθώς και η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει την καταβολή αποζημιώσεως στους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που απασχολούνται ως έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι, κατά τη λήξη των καθηκόντων τους, ενώ στους συμβασιούχους υπαλλήλους ορισμένου χρόνου καταβάλλεται αποζημίωση κατά τη λήξη της συμβάσεως εργασίας τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο Δίκαιο της ΕΕ δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-274/14, Διαδικασία που κίνησε η Banco de Santander SA - Προδικαστική

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Κεντρικό Οικονομικό-Διοικητικό δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Económico-Administrativo Central(TEAC) στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε η Banco de Santander SA κατά πράξης εκκαθάρισης φόρου την οποία εξέδωσε η οικονομική επιθεώρηση σχετικά με την έκπτωση της υπεραξίας που προέκυψε από την απόκτηση από την τράπεζα αυτή του συνόλου των εταιρικών μεριδίων μιας εταιρίας χαρτοφυλακίου (holding) γερμανικού δικαίου, κάτοχο μετοχικού κεφαλαίου εταιριών εγκατεστημένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το ανωτέρω δικαστήριο εμπίπτει στην έννοια του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.
Το ΔΕΕ, σε μια αρχική του σκέψη, επανέλαβε την πάγια νομολογία του σχετικά με την έννοια του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, χαρακτηριστικά που πρέπει να εφαρμόζονται σωρευτικά είναι η ίδρυση του οργάνου  με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλίαν χαρακτήρας της ενώπιον του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του.
Αναφορικά με το αιτούν όργανο (TEAC), το ΔΕΕ έκρινε ότι αν και πληροί αρκετά από τα προαναφερόμενα στοιχεία δεν αποτελούσε ανεξάρτητο όργανο. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι, κατά την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία (βασιλικό διάταγμα 520/2005), ο πρόεδρος και τα μέλη του TEAC διορίζονται για αόριστο χρόνο και παύονται με βασιλικό διάταγμα του οποίου η έκδοση προκαλείται από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Όσον αφορά τα μέλη των περιφερειακών σχηματισμών του αιτούντος οργάνου  επισημάνθηκε ότι διορίζονται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων περιλαμβανόμενων σε κατάλογο, μπορούν δε να παυθούν από τον ίδιο αυτόν Υπουργό. Ως εκ τούτου, το ανωτέρω όργανο δεν θεωρήθηκε δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και η αίτηση κρίθηκε απαράδεκτη.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-394/18, I.G.I. Srl κατά Maria Grazia Cicenia κ.λ.π. – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 12 και 19 της έκτης Οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τη διάσπαση των ανωνύμων εταιριών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Νάπολης της Ιταλίας (Corte d’appello di Napoli) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της I.G.I. Srl, αφενός, και της Maria Grazia Cicenia και των Mario Di Pierro, Salvatore de Vito και Antonio Raffaele, αφετέρου, όσον αφορά τη δυνατότητα των τελευταίων, ως πιστωτών διασπώμενης εταιρίας της οποίας μέρος της περιουσίας μεταβιβάστηκε στην I.G.I., να ασκήσουν παυλιανή αγωγή με αίτημα να κηρυχθεί ανίσχυρη η πράξη διάσπασης έναντι των εν λόγω πιστωτών και να κινήσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης ή να υποβάλουν αιτήσεις συντηρητικής κατάσχεσης για τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν στην I.G.I.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 19 της έκτης Οδηγίας, το οποίο προβλέπει το καθεστώς των ακυροτήτων της διάσπασης, έχει την έννοια ότι αποκλείει την άσκηση, μετά την πραγματοποίηση διάσπασης, από πιστωτές της διασπασθείσας εταιρίας, παυλιανής αγωγής η οποία δεν θίγει το κύρος της διάσπασης, αλλά έχει ως μόνο αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντιταχθεί η διάσπαση έναντι των πιστωτών αυτών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο άρθρο έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει την άσκηση, παυλιανής αγωγής υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-29/19, ZP κατά Bundesagentur für Arbeit - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 62, παρ. 1 και 2, του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 62, παρ. 1 και 2, του ανωτέρω Κανονισμού «1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται επί του ποσού του προηγούμενου μισθού ή επαγγελματικού εισοδήματος, λαμβάνει υπόψη του αποκλειστικά τον μισθό ή το επαγγελματικό εισόδημα που εισέπραξε ο ενδιαφερόμενος για την τελευταία μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα που άσκησε δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας. 2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης εφόσον η νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα προβλέπει συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς για τον καθορισμό του μισθού που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό των παροχών και εφόσον ο ενδιαφερόμενος υπαγόταν, κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους αυτής της περιόδου, στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, της Γερμανίας (Bundessozialgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του ZP και του Ομοσπονδιακού Οργανισμού Απασχολήσεως σχετικά με το ύψος των παροχών ανεργίας που ο τελευταίος αυτός οργανισμός χορήγησε στον ΖΡ κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικαίου.
Το κρίσιμο ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 62, παρ. 1 και 2, του Κανονισμού 883/2004 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία Κράτους-μέλους η οποία, ενώ προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών ανεργίας βασίζεται επί του ποσού του προηγούμενου μισθού, δεν επιτρέπει, όταν ο μισθός που εισέπραξε ο ενδιαφερόμενος για την τελευταία μισθωτή δραστηριότητα την οποία άσκησε δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας εκκαθαρίστηκε και καταβλήθηκε το πρώτον μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας του, να λαμβάνεται υπόψη ο μισθός που εισέπραξε ο ενδιαφερόμενος για τη δραστηριότητα αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο Δίκαιο της ΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εθνική ρύθμιση του Κράτους-μέλους. 

9. ΔΕΕ, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-524/18, Dr. Willmar Schwabe GmbH & Co.KG κατά Queisser Pharma GmbH & Co. KG - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 10, παρ. 3, του Κανονισμού 1924/2006 σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα. Σύμφωνα με την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου «Η αναφορά σε γενικά, μη προσδιοριζόμενα, ευεργετικά αποτελέσματα της θρεπτικής ουσίας ή του τροφίμου στο σύνολο της υγείας ή στην ευεξία ως αποτέλεσμα μίας καλής κατάστασης υγείας επιτρέπεται να γίνεται μόνον εάν συνοδεύεται από ένα συγκεκριμένο ισχυρισμό υγείας ο οποίος περιλαμβάνεται στους καταλόγους που προβλέπονται στο άρθρο 13 ή 14». 
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Dr. Willmar Schwabe GmbH & Co. KG και της Queisser Pharma GmbH & Co. KG σχετικά με τον παραπλανητικό ή μη χαρακτήρα της συσκευασίας ενός συμπληρώματος διατροφής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 10, παρ. 3, του Κανονισμού 1924/2006 έχει την έννοια ότι πληρούται η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό απαίτηση όταν στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας ενός συμπληρώματος διατροφής γίνεται μνεία στα γενικά και μη προσδιοριζόμενα ευεργετικά για την υγεία αποτελέσματα της θρεπτικής ουσίας ή του τροφίμου και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας που πρέπει να συνοδεύει τη μνεία αυτή αναγράφεται μόνο στην οπίσθια όψη της συσκευασίας αυτής χωρίς να συνδέονται με κάποια ρητή παραπομπή μεταξύ τους, π.χ. με αστερίσκο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν πληρούται η προβλεπόμενη από το επίμαχο άρθρο του Δικαίου της ΕΕ απαίτηση, ήτοι όταν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας που πρέπει να συνοδεύει τη μνεία αυτή αναγράφεται μόνο στην οπίσθια όψη της συσκευασίας

10. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2020, Υπόθεση C-371/18, Sky plc κ.λ.π. κατά Skykick UK Limited και Skykick Inc – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της προσέγγισης των νομοθεσιών των Κρατών-μελών περί σημάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα «Δεν γίνονται δεκτά για καταχώρηση: α) τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4. β) τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, γ) τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών, δ) τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου, […..]». Επιπροσθέτως το άρθρο 51 του ανωτέρω Κανονισμού «1.Ένα κοινοτικό σήμα κηρύσσεται άκυρο, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο [Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)] ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση: α) εάν το κοινοτικό σήμα καταχωρίσθηκε [κατά παράβαση] του άρθρου 7, β) εάν ο καταθέτης ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης σήματος. […] 3. Όταν ο λόγος ακυρότητας αφορά μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το κοινοτικό σήμα, η ακυρότητα του σήματος κηρύσσεται μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Δικαστήριο Αγγλίας-Ουαλίας (High Court of Justice (England & Wales)) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Sky plc, Sky International AG και Sky UK Ltd και των SkyKick UK Ltd και SkyKick Inc με αντικείμενο προβαλλόμενη προσβολή, εκ μέρους των εταιριών Skykick, σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εθνικού σήματος του Ηνωμένου Βασιλείου που ανήκουν στις Sky κ.λπ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 7 και 51 του Κανονισμού 40/94, καθώς και το άρθρο 3 της πρώτης Οδηγίας 89/104 έχουν την έννοια ότι ένα κοινοτικό ή εθνικό σήμα μπορεί να κηρυχθεί εν όλω ή εν μέρει άκυρο με την αιτιολογία ότι οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό των προϊόντων και των υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα αυτό στερούνται σαφήνειας και ακρίβειας. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο όρος «λογισμικό για ηλεκτρονικούς υπολογιστές» ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή περί σαφήνειας και ακρίβειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 7 και 51 του κανονισμού 40/94, καθώς και το άρθρο 3 της πρώτης οδηγίας 89/104 έχουν την έννοια ότι ένα κοινοτικό ή εθνικό σήμα δεν μπορεί να κηρυχθεί εν όλω ή εν μέρει άκυρο για τον λόγο ότι οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό των προϊόντων και των υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα αυτό στερούνται σαφήνειας και ακρίβειας.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 12/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Δεκέμβριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-708/18, TK κατά Asociaţia de Proprietari bloc M5A-ScaraA – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, στοιχείο εʹ, και του άρθρου 7, στοιχείο στʹ, της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, καθώς και των άρθρων 8 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 στοιχ. στ της Οδηγίας 95/46 «Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να γίνεται μόνον εάν: στ)  είναι απαραίτητη για την επίτευξη του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, υπό τον όρο ότι δεν προέχει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα που χρήζουν προστασίας δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Βουκουρεστίου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του TK και της ενώσεως συνιδιοκτητών του κτιρίου M5A, με αντικείμενο αίτημα του TK να διαταχθεί η εν λόγω συνέλευση να θέσει εκτός λειτουργίας το σύστημα βιντεοπαρακολούθησης του κτιρίου και να αφαιρέσει τις κάμερες που είναι εγκατεστημένες εντός των κοινόχρηστων χώρων του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 6, παρ. 1, στοιχ. γ, και το άρθρο 7, στοιχ. στ, της Οδηγίας 95/46, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικές διατάξεις που επιτρέπουν την εγκατάσταση συστήματος βιντεοπαρακολούθησης, το οποίο έχει τοποθετηθεί στους κοινόχρηστους χώρους κτιρίου διαμερισμάτων, για την προστασία εννόμων συμφερόντων που συνίστανται στη φύλαξη και την προστασία των προσώπων και των περιουσιακών στοιχείων, χωρίς τη συγκατάθεση των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνικές διατάξεις που επιτρέπουν την εγκατάσταση συστήματος βιντεοπαρακολούθησης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις εφόσον η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται μέσω του επίμαχου συστήματος βιντεοπαρακολούθησης πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 7, στοιχείο στ, πράγμα το οποίο στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-666/18, IT Development SAS κατά Free Mobile SAS - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας καθώς και του άρθρου 4 της Οδηγίας 2009/24/ΕΚ για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Παρισιού της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της IT Development SAS και της Free Mobile SAS σχετικά με προβαλλόμενη παραποίηση λογισμικού και με τη ζημία που προκλήθηκε εξ αυτής. Ειδικότερα, η IT Development χορήγησε με σύμβαση στη Free Mobile, πάροχο υπηρεσιών τηλεφωνίας, που προσφέρει πακέτα κινητής τηλεφωνίας στη γαλλική αγορά, άδεια εκμετάλλευσης και σύμβαση συντήρησης πακέτου λογισμικού το οποίο ονομάζεται ClickOnSite και αποτελεί κεντρικό λογισμικό διαχείρισης έργου σχεδιασμένο ώστε να επιτρέπει στη Free Mobile να οργανώνει και να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο την εξέλιξη της εγκατάστασης του συνόλου των ραδιοτηλεφωνικών κεραιών της από τις ομάδες της και από τους εξωτερικούς της παρόχους τεχνικών υπηρεσιών. Εν συνεχεία η IT Development άσκησε αγωγή κατά της Free Mobile ενώπιον του Πρωτοδικείου Παρισιού λόγω παραποίησης του λογισμικού ClickOnSite, ζητώντας αποκατάσταση της ζημίας της.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν οι Οδηγίες 2004/48 και 2009/24 έχουν την έννοια ότι η παράβαση ρήτρας σύμβασης παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή η οποία αφορά δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας του δικαιούχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί του εν λόγω προγράμματος εμπίπτει στην έννοια της «προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας», όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2004/48. Επιπροσθέτως τέθηκε το ζήτημα σχετικά με τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται στον δικαιούχο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι Οδηγίες 2004/48 και 2009/24 έχουν την έννοια ότι η παράβαση ρήτρας σύμβασης παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις εμπίπτει στην έννοια της «προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας» όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2004/48, και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να παρέχονται στον δικαιούχο οι εγγυήσεις που προβλέπει η τελευταία αυτή οδηγία, ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου κατά το εθνικό δίκαιο καθεστώτος ευθύνης.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-465/18, AV και BU κατά Comune di Bernareggio - Προδικαστική

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 45, 49 έως 56 και 106, ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 15 και 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικράτειας της Ιταλίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του AV και του BU και του Δήμου Bernareggio με αντικείμενο την απόφαση περί μεταβίβασης μέσω διαγωνισμού της κυριότητας δημοτικού φαρμακείου σε φαρμακοποιό, εργαζόμενο στο εν λόγω φαρμακείο, κατόπιν άσκησης από αυτόν του δικαιώματος προαίρεσης που προβλέπει το εθνικό δίκαιο.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο παρέχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα προαίρεσης υπέρ των φαρμακοποιών που εργάζονται σε δημοτικό φαρμακείο σε περίπτωση μεταβίβασης του φαρμακείου αυτού μέσω διαγωνισμού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-453/18 και C-494/18, Bondora AS κατά Carlos V. C. και XY - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, και του άρθρου 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, του άρθρου 7, παρ. 2, στοιχεία δʹ και εʹ, του Κανονισμού 1896/2006 για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, του άρθρου 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Πρωτοδικείο του Vigo της Ισπανίας στο πλαίσιο δύο διαδικασιών ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής μεταξύ της εταιρίας Bondora AS και, αφετέρου, των Carlos V. C. και XY σχετικά με την είσπραξη από την πρώτη αξιώσεων που απορρέουν από συμβάσεις δανείου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 2, στοιχεία δʹ και εʹ, του Κανονισμού 1896/2006 καθώς και το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο και υπό το πρίσμα του άρθρου 38 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν σε επιληφθέν στο πλαίσιο διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής «δικαστήριο», να ζητήσει από τον δανειστή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις ρήτρες της συμβάσεως τις οποίες επικαλείται προς θεμελίωση της οικείας αξιώσεως, προκειμένου να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έλεγχο του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών αυτών και αν έχουν, κατά συνέπεια, την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία που κηρύσσει απαράδεκτα τα προσκομιζόμενα προς τον σκοπό αυτό συμπληρωματικά έγγραφα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα επίμαχα άρθρα έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία που κηρύσσει απαράδεκτα τα προσκομιζόμενα προς τον σκοπό αυτό συμπληρωματικά έγγραφα.

5. ΔΕΕ, απόφαση 12ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-450/18, WA κατά Instituto Nacional de la Seguridad Social - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 157 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών Ζιρόνας της Ισπανίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του WA, πατέρα δύο τέκνων, και του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης της Ισπανίας σχετικά με την άρνηση να χορηγηθεί στον WA προσαύξηση σύνταξης η οποία χορηγείται σε γυναίκες που έχουν αποκτήσει τουλάχιστον δύο φυσικά ή θετά τέκνα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης (που απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 157 ΣΛΕΕ και στην Οδηγία 76/207) εθνική διάταξη η οποία αναγνωρίζει δικαίωμα προσαύξησης σύνταξης, λόγω της δημογραφικής τους συνεισφοράς στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, στις γυναίκες που έχουν αποκτήσει φυσικά ή θετά τέκνα και δικαιούνται στο πλαίσιο καθεστώτος του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ανταποδοτική σύνταξη λόγω γήρατος, χηρείας ή μόνιμης ανικανότητας προς εργασία και, αντιθέτως, δεν αναγνωρίζει τέτοιο δικαίωμα στους άνδρες που τελούν σε πανομοιότυπη κατάσταση
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 79/7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-447/18 UB κατά Generálny riaditeľ Sociálnej poisťovne Bratislava- Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, καθώς και του άρθρου 34, παρ. 1 και 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω Κανονισμού «1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στο έδαφος των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος. 2.    Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Σλοβακικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του UB και του Γενικού διευθυντή κοινωνικής ασφαλίσεως Μπρατισλάβας της Σλοβακίας σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως περί αρνήσεως χορηγήσεως στον πρώτο συμπληρωματικής παροχής που καταβάλλεται σε ορισμένους αθλητές υψηλού επιπέδου. Ειδικότερα, Ο UB, Τσέχος υπήκοος που είχε την κατοικία του εδώ και 52 έτη στο έδαφος που αποτελεί σήμερα σλοβακική επικράτεια, κατέκτησε, κατά το έτος 1971, χρυσό μετάλλιο στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα χόκεϊ επί πάγου και αργυρό μετάλλιο στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του ίδιου αθλήματος, ως μέλος της εθνικής ομάδας της Τσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Κατά τη διάλυση της Τσεχικής και Σλοβακικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ο UB επέλεξε την τσεχική ιθαγένεια, συνέχισε όμως να ζει στην επικράτεια της Σλοβακίας. Το έτος 2015 ο UB ζήτησε να λάβει τη συμπληρωματική παροχή για τους αθλητές των εθνικών ομάδων που προβλέπεται από τον νόμο 112/2015. Ο Γενικός Διευθυντής αφού διαπίστωσε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν πληρούσε την προβλεπόμενη από την εθνική ρύθμιση προϋπόθεση σχετικά με την κατοχή της σλοβακικής ιθαγένειας, απέρριψε τη σχετική αίτηση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1, στοιχείο κγʹ, και τα άρθρα 4 και 5 του Κανονισμού 883/2004, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 34, παρ. 1 και 2, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους η οποία εξαρτά τη χορήγηση συμπληρωματικής παροχής θεσπισθείσας υπέρ ορισμένων αθλητών υψηλού επιπέδου που έχουν εκπροσωπήσει το εν λόγω Κράτος-μέλος, ή τα προκάτοχα αυτού κράτη, στο πλαίσιο διεθνών αθλητικών διοργανώσεων, από την προϋπόθεση ιδίως ότι ο αιτών έχει την ιθαγένεια του εν λόγω Κράτους-μέλους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η δυνατότητα ενός διακινούμενου εργαζομένου να ανταμειφθεί, καθ’ όμοιο τρόπο με τους εργαζομένους που είναι υπήκοοι του Κράτους-μέλους υποδοχής, για τις εξαιρετικές αθλητικές επιδόσεις που επέτυχε εκπροσωπώντας το εν λόγω Κράτος-μέλος ή τα προκάτοχα αυτού κράτη μπορεί να συμβάλει στην ενσωμάτωση του ως άνω εργαζομένου στο εν λόγω Κράτος-μέλος και, επομένως, στην επίτευξη του σκοπού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο 7, παρ. 2, του Κανονισμού 492/2011 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση Κράτους-μέλους (Σλοβακία) 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-421/18, Ordre des avocats du barreau de Dinant κατά JN - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το άρθρο 7 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπει ότι «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·[…]». Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το πρωτοδικείο της Namur στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του δικηγορικού συλλόγου του Dinant του Βελγίου και του JN σχετικά με τη μη καταβολή από τον τελευταίο των οφειλόμενων στον εν λόγω δικηγορικό σύλλογο ετησίων επαγγελματικών εισφορών. Ειδικότερα, ο JN έγινε δεκτός στον δικηγορικό σύλλογο του Dinant και ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο δικηγόρων του. Ο JN δήλωσε ότι εγκαταστάθηκε στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1990, παραμένοντας, όμως, εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο του Dinant, στον οποίο κατέβαλλε ετήσιες εισφορές έως το 2012. Ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου του Dinant ζήτησε από τον JN να καταβάλει τις οφειλόμενες για τα έτη 2013 έως 2015 εισφορές, προτείνοντάς του μείωση του ποσού τους μέχρι του ύψους των ασφαλίστρων που είχαν καταβληθεί από τον δικηγορικό σύλλογο, καθώς και καταβολή των πληρωμών σε δόσεις. Ο εν λόγω δικηγόρος δεν πλήρωσε τις εισφορές του και ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου  αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία του στηριζόμενος στις διατάξεις του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και του Κανονισμού 1215/2012.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι η αγωγή με την οποία δικηγορικός σύλλογος ζητεί να υποχρεωθεί μέλος του να καταβάλει τις οφειλόμενες ετήσιες επαγγελματικές εισφορές του που έχουν ουσιαστικά ως αντικείμενο τη χρηματοδότηση ασφαλιστικών υπηρεσιών, συνιστά αγωγή σε «διαφορά εκ συμβάσεως».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του επίμαχου Κανονισμού έχει την έννοια ότι αγωγή με την οποία δικηγορικός σύλλογος ζητεί να υποχρεωθεί μέλος του να καταβάλει τις οφειλόμενες ετήσιες επαγγελματικές εισφορές του, που έχουν ουσιαστικά ως αντικείμενο τη χρηματοδότηση υπηρεσιών, όπως ασφαλιστικών, πρέπει να θεωρείται αγωγή σε «διαφορά εκ συμβάσεως», εφόσον οι εισφορές αυτές αποτελούν το αντάλλαγμα παροχών του συλλόγου αυτού προς τα μέλη του και εφόσον συμφωνήθηκαν ελευθέρως από το οικείο μέλος, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

8. ΔΕΕ απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-398/18, Antonio Bocero Torrico κατά Instituto Nacional de la Seguridad Social και Tesorería General de la Seguridad Social = Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 48 ΣΛΕΕ, καθώς και του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 5α του ανωτέρω Κανονισμού «Εκτός αν προβλέπει άλλως ο παρών κανονισμός και υπό το πρίσμα των ειδικών διατάξεων εφαρμογής που θεσπίζονται, ισχύουν τα ακόλουθα: α) εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους, η λήψη παροχών κοινωνικής ασφάλειας και άλλων εισοδημάτων παράγει ορισμένα έννομα αποτελέσματα, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της εν λόγω νομοθεσίας και στη λήψη ισοδύναμων παροχών οι οποίες αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή σε εισοδήματα τα οποία έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτερο Δικαστήριο της Γαλικίας της Ισπανίας στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, του Antonio Bocero Torrico και του Jörg Paul Konrad Fritz Bode και του εθνικού ιδρύματος κοινωνικής ασφαλίσεως, (INSS) και του Γενικού Ταμείου Κοινωνικής Ασφαλίσεως σχετικά με την απόρριψη των αιτήσεών τους για την καταβολή πρόωρης συντάξεως γήρατος.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν οι διατάξεις του Κανονισμού 883/2004 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στη νομοθεσία Κράτους-μέλους η οποία επιτάσσει, ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος εργαζομένου σε πρόωρη σύνταξη γήρατος, το ποσό της καταβλητέας συντάξεως να υπερβαίνει το ποσό της κατώτατης συντάξεως την οποία ο εργαζόμενος θα δικαιούνταν να λάβει κατά τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, έχοντας υπόψη ότι «καταβλητέα σύνταξη» νοείται η σύνταξη που καταβάλλεται μόνον από αυτό το Κράτος-μέλος, χωρίς να συνυπολογίζεται η σύνταξη την οποία ο εργαζόμενος θα μπορούσε να λάβει ως ισοδύναμες παροχές από ένα ή περισσότερα άλλα Κράτη -μέλη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 883/2004 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στη ανωτέρω επίδικη εθνική νομοθεσία σχετικά με τις προϋποθέσεις πρόωρης σύνταξης εργαζομένου 

9. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019,Υπόθεση C-390/18, Χ - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παρ. 2 και 4 έως 6 «2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, για λόγους που αφορούν το συντονισμένο τομέα, να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.[...] 4. Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 σε σχέση με συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι [….]». Η αίτηση υποβλήθηκε από τον ανακριτή του Πολυμελούς Πλημμελειοδικείου Παρισίων της Γαλλίας  στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του προσώπου Χ, για πράξεις, μεταξύ άλλων, διαχείρισης χρηματικών ποσών προς άσκηση δραστηριοτήτων διαμεσολάβησης και διαχείρισης ακινήτων και εμπορικών επιχειρήσεων από πρόσωπο στερούμενο επαγγελματικής ταυτότητας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι μια υπηρεσία διαμεσολάβησης η οποία έχει ως αντικείμενο την έναντι αμοιβής διευκόλυνση της επικοινωνίας, μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, μεταξύ, αφενός, δυνητικών μισθωτών και, αφετέρου, επαγγελματιών ή μη επαγγελματιών εκμισθωτών που προσφέρουν υπηρεσίες παροχής καταλύματος βραχείας διάρκειας, καθώς και την ταυτόχρονη παροχή ορισμένων άλλων υπηρεσιών, όπως, για παράδειγμα, υποδείγματος για την οργανωμένη παρουσίαση του περιεχομένου της προσφοράς τους, δυνατότητας ανάρτησης φωτογραφιών, ασφάλισης αστικής ευθύνης και εγγύησης για ζημίες, εργαλείου υπολογισμού του μισθώματος ή ακόμη υπηρεσιών πληρωμών σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες παροχής καταλύματος, πρέπει να χαρακτηριστεί ως «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31.
Το ΔΕΕ έκρινε   ότι η ανωτέρω υπηρεσία διαμεσολάβησης πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» εμπίπτουσα στην Οδηγία 2000/31.

10 ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Υπόθεση C-385/18, Arriva Italia Srl κ.λπ. κατά Ministero delle Infrastrutture e dei Trasporti – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και του άρθρου 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Arriva Italia Srl, της Ferrotramviaria SpA και της Consorzio Trasporti Aziende Pugliesi (CO.TRA.P) και, αφετέρου, του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών της Ιταλίας, με αντικείμενο τη μεταβίβαση, από το Υπουργείο, της κατά 100 % συμμετοχής του στο κεφάλαιο της Ferrovie del Sud Est e Servizi Automobilistici Srl a socio unico (FSE) προς τη Ferrovie dello Stato Italiane SpA (FSI). Οι προσφεύγοντες (Arriva Italia κ.λπ) υποστήριξαν ότι το κονδύλι των 70 εκατομμυρίων ευρώ και η μεταβίβαση στην FSI του συνόλου της συμμετοχής του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών στο κεφάλαιο της FSE συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, καθώς και ότι το Ιταλικό Δημόσιο παραβίασε το άρθρο 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ, παραλείποντας να κοινοποιήσει τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή και εφαρμόζοντάς τα.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 107 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, α) η χορήγηση χρηματικού ποσού σε δημόσια σιδηροδρομική επιχείρηση η οποία αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες και, β) η μεταβίβαση του συνόλου της συμμετοχής που κατέχει ένα Κράτος-μέλος στο κεφάλαιο της επιχείρησης αυτής προς άλλη δημόσια επιχείρηση, χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού και χωρίς αντιπαροχή, αλλά υπό τον όρο η τελευταία να αναλάβει την υποχρέωση να θεραπεύσει την ελλειμματική κατάσταση της πρώτης επιχείρησης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι και οι δυο ανωτέρω επίδικες πραγματικές καταστάσεις συνιστούν κρατικές ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ.






Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

CES-Duth Working Paper 1/2020

Η ενωσιακή αλληλεγγύη σε αμφισβήτηση: το σύστημα μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα και την Ιταλία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Μιχάλη Δ. Χρυσομάλλη, Καθηγητή, Νομική Σχολή ΔΠΘ

(H μελέτη δημοσιεύτηκε στις 23/4/2020 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline)

Στις 2 Απριλίου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) εξέδωσε την απόφασή του επί των προσφυγών για παράβαση, που σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ είχε ασκήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας (υποθέσεις C-715/17, C-718/17 και C-719/17 αντίστοιχα), που αρνούμενες να συμμορφωθούν με τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης (relocation) αιτούντων διεθνή προστασία, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και ειδικά από την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας  με σκοπό τη μετεγκατάσταση, σε υποχρεωτική βάση, 120.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία προς τα λοιπά Κράτη-μέλη της Ένωσης. Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Πολωνία και η Τσεχία παρέβησαν επίσης τις υποχρεώσεις τους από την προγενέστερη Απόφαση (ΕΕ) 2015/1523 του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας  με σκοπό τη μετεγκατάσταση, σε υποχρεωτική βάση, 40.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία προς τα λοιπά κράτη μέλη της Ένωσης. Η Ουγγαρία δεν δεσμευόταν από τα μέτρα μετεγκατάστασης που προέβλεπε η τελευταία αυτή Απόφαση.
Δεν ήταν η πρώτη φορά του που το Δικαστήριο αντιμετώπισε διαφορά σχετική με την πρώτη από τις παραπάνω Αποφάσεις του Συμβουλίου, αφού κατόπιν των προσφυγών ακυρώσεων, που άσκησαν σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, η Σλοβακία και η Ουγγαρία (υποθέσεις C-643/15 και C-647/15 αντίστοιχα) το 2017 έκρινε, απορρίπτοντας τις προσφυγές, ότι η Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου είναι νόμιμη. 
Οι ανωτέρω αποφάσεις του ΔΕΕ πέρα από την προφανή πολιτική τους σημασία λόγω της σύνδεσής τους με την πρόσφατη προσφυγική κρίση και την αντιμετώπιση σημαντικών νομικών και θεσμικών ζητημάτων, αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήματος της κρίσης αξιών που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό η μελέτη αρχικά συζητά την απόφαση του ΔΕΕ επί των προσφυγών ακυρώσεως και κατόπιν την πρόσφατη απόφαση για τις προσφυγές για παράβαση. Η μελέτη καταλήγει με τα εξής συμπεράσματα:

(α) Οι απαντήσεις του Δικαστηρίου στα κλασικά ζητήματα, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει,  ήταν κλασικές, και λίγο ή πολύ αναμενόμενες, ωστόσο  ήταν πειστικές και ως τέτοιες παρουσιάζουν εξαιρετική παιδευτική αξία για να κατανοήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σήμερα αυτό δεν είναι αυτονόητο, αφού τουλάχιστον μια ομάδα Κρατών-μελών διαρκώς προωθεί μια άλλη ανάγνωση της αρχής της θεσμικής (συνταγματικής) αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών, που εδράζεται στο άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ  (αρχή της καλόπιστης συνεργασίας) και τοποθετείται στον πυρήνα της ιδιότητας του Κράτους-μέλους της Ένωσης.

(β) Είναι γεγονός ότι το Κοινό Σύστημα Ασύλου, όπως οικοδομήθηκε με τους Κανονισμούς Δουβλίνο ΙΙ και ΙΙΙ, έχει καταρρεύσει. Οι παραπάνω υποθέσεις, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο, καταδεικνύουν ότι στο υπό διαμόρφωση «Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο», που επεξεργάζεται σήμερα η Επιτροπή, θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα δεσμευτικό μηχανισμό για τον διαμοιρασμό των προσφύγων από τις χώρες πρώτης εισόδου σε περισσότερες χώρες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον σεβασμό και την αποτελεσματική λειτουργία του οποίου η Ένωση θα πρέπει να μπορεί να εγγυηθεί. Εξάλλου, το φτωχό αποτέλεσμα της εφαρμογής του συστήματος μετεγκατάστασης το οποίο υιοθετήθηκε με την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601, αφού τον Σεπτέμβριο 2017 όταν και έληξε η ισχύς της αποφάσεως είχαν μετεγκατασταθεί μόνο 28.000 αιτούντες από την Ελλάδα και την Ιταλία σε άλλα Κράτη-μέλη, καταδεικνύει ότι τέτοιες αμφιλεγόμενες αποφάσεις δεν μπορεί παρά να λαμβάνονται με συναίνεση όλων των Κρατών-μελών. Στην αντίθετη περίπτωση, φαίνεται ότι υπάρχουν Κράτη-μέλη που είναι έτοιμα να καταβάλλουν οικονομικές κυρώσεις κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ παρά να συμμορφωθούν. 

(γ) Μια εικοσαετία σχεδόν μετά την τελευταία ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών συμμόρφωσης (enforcement) του ενωσιακού δικαίου αυτοί δείχνουν να έχουν φτάσει στα όρια τους, στο βαθμό που με δυσκολία μπορούν να επιβάλλουν την τήρηση των κανόνων, ιδιαίτερα όταν απέναντι τους βρίσκονται Κράτη-μέλη, που είναι έτοιμα κάθε φορά να αμφισβητήσουν την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των νομικών πράξεών της. Μηχανισμοί που αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς σήμερα μοιάζουν αδύναμοι, όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τη διολίσθηση από τα νομικά και αξιακά θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωση, που με τη σειρά της υπονομεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών.

(ε) Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ανωτέρω υποθέσεις έρχονται να προστεθούν στις πρόσφατες περιπτώσεις οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου, που αντιμετώπισε το Δικαστήριο, προερχόμενες από τα ίδια Κράτη-μέλη κάθε φορά, δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά για το αν ο «αυταρχικός νομικισμός» (autocratic legalism) μπορεί να αντιμετωπισθεί με αμιγώς νομικά μέσα ή η αντιμετώπιση αυτή μπορεί να καταλήξει μόνο σε μια «πύρρειο νίκη». Παρά την ομολογουμένως επιτυχή έως επαναστατική σε κάποιες περιπτώσεις νομολογία του Δικαστηρίου αργά ή γρήγορα θα ανοίξει η συζήτηση για την αναγκαία επαναδιατύπωση των αξιών της Ένωσης αλλά και την επανατοποθέτηση των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν την ιδιότητα του Κράτους-μέλους.  Η συζήτηση αυτή, όμως, είναι καθήκον των Κρατών-μελών και όχι του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι η νομολογία του για το περιεχόμενο των θεμελιωδών αρχών της πίστης προς την Ένωση και της αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο εκκίνησης της συζήτησης αυτής.
Δες το σύνολο της μελέτης εδώ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 1/2020
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΤΑ ΤΟ 2019
Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή Δ.Π.Θ

(H μελέτη δημοσιεύτηκε το Μάρτιο 2020 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline.gr)

Στις σελίδες του digestaonline προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το έτος 2019. Πρόκειται για μία καταγραφή, που γίνεται εκ μέρους μας από το 2004, των αποφάσεων των ενωσιακών Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας/προσφυγής. Τέτοιες θεωρούμε, κυρίως, τις αποφάσεις επί προσφυγών για παράβαση που ασκήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, τις αποφάσεις επί προσφυγών ακυρώσεως, κατά παραλείψεων και αποζημιώσεως που ασκήθηκαν από την ελληνική Κυβέρνηση ή από Έλληνες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) κατά των κοινοτικών οργάνων, τις προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, τις παραπομπές στο Δικαστήριο εκ μέρους δικαστηρίων άλλων Κρατών-μελών, στις οποίες εμπλέκεται Έλληνας ως διάδικος στην κύρια δίκη και, τέλος, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου (ΔΕΕ) επί αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου (ΓΔΕΕ). 
Στην παρακάτω καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο οι υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των ενωσιακών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.
Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:

1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2019) καταγράφτηκαν  δώδεκα (12) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός, που είναι ίδιος με τον αριθμό των αποφάσεων του 2018 και κινείται σε συμφωνία με τον αριθμούς που παρατηρούνται κατά κανόνα την τρέχουσα δεκαετία (μόλις 11 αποφάσεις το 2011 και το 2013, 13 το 2012 και 17 το 2016, 12 το 2018). Στο ίδιο διάστημα, βέβαια, παρατηρήθηκαν και αρκετά υψηλότεροι αριθμοί (40 το 2014 και 21 το 2017), ωστόσο, όπως είχαμε παρατηρήσει, ο ιδιαίτερα υψηλοί αυτοί αριθμοί οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα) το 2014 και σε αποφάσεις επί  υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων το 2017. Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τη διαχρονική έρευνα της παρουσίας της Ελλάδας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο ετήσιος αριθμός αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον δεν μπορεί να αυξηθεί θεαματικά όσο ο αριθμός ελληνικών προδικαστικών παραπομπών παραμένει εξαιρετικά χαμηλός και αποκλίνει σημαντικά από τους αριθμούς άλλων Κρατών-μελών (βλ. παρακάτω). Ενδεικτικοί είναι οι αριθμοί προδικαστικών παραπομπών που περιήλθαν στο Δικαστήριο κατά το 2018: Γερμανία 78, Ιταλία 68, Ισπανία 67, Γαλλία 41 και Βέλγιο 40 (τα στοιχεία για το 2029 δεν είναι ακόμη διαθέσιμα). 

2. Το 2019 παρουσιάζεται η ίδια βελτιωμένη εικόνα της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται δύο (2) μόνο καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς. Ο αριθμός αυτός αποτελεί την καλύτερη επίδοση της χώρας μας σε σχέση με τη συμμόρφωση στις υποχρεώσεις της και κινείται κοντά στο μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις.  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στο αντίστοιχο σημείωμά μας για το 2014, οπότε παρέλκει η εκτενής επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: Στη σημασία που φαίνεται να αποδίδει πλέον η χώρα μας στην τήρηση των υποχρεώσεών της έναντι της Ένωσης, στην προσπάθεια να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της ενωσιακών θεσμών και, τέλος, στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Η βελτιωμένη αυτή εικόνα «θαμπώνει» αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει η πρώτη χώρα σε εισηγμένες προσφυγές για παράβαση κατά την πενταετία 2014 – 2018, αφού η Επιτροπή προσέφυγε κατά της χώρας μας συνολικά είκοσι τέσσερις (22) φορές για παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας (στην επόμενη θέση βρίσκεται η Γερμανία με 17 ενώ ακολουθούν η Πολωνία και η Ισπανία με 16 προσφυγές). Στο ίδιο διάστημα εκδόθηκαν είκοσι (20) καταδικαστικές αποφάσεις κατά της χώρας μας, που και πάλι την φέρνουν στην πρώτη θέση μεταξύ των 28 Κρατών-μελών (τις επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν η Ισπανία με 14, η Πολωνία και η Γερμανία με 13 καταδικαστικές αποφάσεις). Θα πρέπει να σημειώσουμε, εξάλλου, ότι κατά μέσο όρο τα τελευταία έτη αντιστοιχεί 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις ανά Κράτος-μέλος (ΕΕ/28). 
Ωστόσο, θα πρέπει να τονισθεί ως θετικό το γεγονός ότι μεταξύ των δύο (2) καταδικαστικών αποφάσεων του 2019 δεν καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δύο (2) καταδικαστικές αποφάσεις αφορούν η μία την ελευθερία εγκαταστάσεως και η άλλη τη φορολογία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι δεν παρουσιάζονται για πρώτη χρόνια καταδικαστικές αποφάσεις στον τομέα του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη. Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε το 2019 με υποθέσεις  επεξεργασίας των  αστικών λυμάτων και διαχείρισης των αποβλήτων, που έχουν αναδειχθεί στα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση.   

3. Το 2019 εντοπίζονται μόλις δύο (2) αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που προήλθαν από Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο. Η σταθερά μικρή έως ελάχιστη συνεργασία των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ μέσω της προδικαστικής διαδικασίας και το 2019 επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 
Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων  κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιμετώπισης τόσο από τις Νομικές Σχολές όσο και από τα αρμόδια διοικητικά και εκπαιδευτικά όργανα της δικαιοσύνης. 
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες), η καθιέρωση ταχείας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικέ Υποθέσεις). 

4. Στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος θα πρέπει να επισημάνουμε, ως έχουσες ιδιαίτερη σημασία τις παρακάτω αποφάσεις του Δικαστηρίου:
(α) Υπόθεση C 729/17, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες, που πρέπει να αποτελούνται από έναν τουλάχιστον Δικηγορικό Σύλλογο και ένα τουλάχιστον Επιμελητήριο στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 15, παρ. 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παρ. 3, της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, υποβάλλοντας τη διαδικασία αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων σε προϋποθέσεις επιβολής πρόσθετων απαιτήσεων σχετικά με το περιεχόμενο των πιστοποιητικών και επιβολής αντισταθμιστικών μέτρων χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των ουσιωδών διαφορών και διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, υποχρεώνοντας τους αιτούντες διαπίστευσης της ιδιότητας του διαμεσολαβητή, που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης, κατόπιν εκπαίδευσης παρασχεθείσας στην Ελλάδα, να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, καθώς και από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παρ. 1, και από το παράρτημα VII της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013 (στο εξής: Οδηγία 2005/36). Σε αντίκρουση της προσφυγής της Επιτροπής η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε προκαταρκτικά ότι η επίδικη νομοθεσία είχε καταργηθεί από τις 17 Ιανουαρίου 2018, ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου 4512/2018, με αποτέλεσμα οι αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με την προσφυγή της να έχουν πλέον καταστεί κενές περιεχομένου. Σε απάντηση στην ως άνω επιχειρηματολογία η Επιτροπή υποστήριξε ότι η κρινόμενη προσφυγή αφορά και την κατάσταση που προέκυψε από τις εν λόγω νομοθετικές τροποποιήσεις, που εισήχθησαν με τον νόμο 4512/2018, στο μέτρο που με τα νέα μέτρα που έλαβε η Ελλάδα μετά την αιτιολογημένη γνώμη διατηρήθηκε στο σύνολό του το σύστημα που είχε θεσπιστεί με τη νομοθεσία που αποτέλεσε το αντικείμενο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της Ελληνικής Κυβέρνησης, υπενθυμίζοντας την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την όποια  η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους ως είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ ενδεχόμενες μεταγενέστερες μεταβολές δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Απέρριψε, εξάλλου, και τον ισχυρισμό της Επιτροπής τονίζοντας ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να καλύπτει υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της επίμαχης πράξης, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως. Επί της ουσίας και σε ότι αφορά την πρώτη αιτίαση η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίστηκε στην επισήμανση ότι, μετά τη θέσπιση του νόμου 4512/2018, αυτή αιτίαση έχει καταστεί κενή περιεχομένου. Το Δικαστήριο έκρινε τελικά ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες τις οποίες πρέπει να συνιστούν από κοινού ένας τουλάχιστον δικηγορικός σύλλογος και ένα τουλάχιστον επιμελητήριο της Ελλάδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παρ. 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παρ. 3, της Οδηγίας 2006/123. Σχετικά με την δεύτερη αιτίαση η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίστηκε στην επισήμανση ότι η υπουργική απόφαση 109088, όπως έχει τροποποιηθεί, καταργήθηκε με τη θέση σε ισχύ του νόμου 4512/2018 και, ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η εξεταζόμενη αιτίαση έχει καταστεί κενή περιεχομένου. Το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή αυτήν επιχειρηματολογία και έκρινε  ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιβάλλοντας, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων, πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο των απαιτούμενων πιστοποιητικών και αντισταθμιστικά μέτρα χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση της ύπαρξης πιθανών ουσιωδών διαφορών με την εθνική εκπαίδευση, καθώς και διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, καθόσον υποχρεώνουν τους αιτούντες διαπίστευση της ιδιότητας του διαμεσολαβητή που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης, κατόπιν εκπαίδευσης παρασχεθείσας στην Ελλάδα, να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παράγραφος 1, καθώς και από το παράρτημα VII της οδηγίας 2005/36.

(β) Υπόθεση C-91/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Με προσφυγή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά καθώς και βάσει του άρθρου 110 ΣΛΕΕ, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία υποβάλλει σε συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μειωμένο κατά 50 % σε σχέση με τον κανονικό εθνικό συντελεστή (α) το παραγόμενο από τους «συστηματικούς αποσταγματοποιούς» προϊόν τσίπουρο/τσικουδιά και (β) το παραγόμενο από τους αποκαλούμενους μικρούς, «διήμερους» αποσταγματοποιούς προϊόν τσίπουρο/τσικουδιά σε σημαντικά μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, ενώ τα αλκοολούχα ποτά που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη υπόκεινται στον κανονικό συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης. Προς στήριξη της προσφυγής της η Επιτροπή ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ελληνικό φορολογικό καθεστώς οδήγησε στη μείωση των πωλήσεων από το 2010 των εισαγόμενων στην Ελλάδα αλκοολούχων ποτών, όπως το ουίσκι, το τζιν και η βότκα, σε σύγκριση με την πώληση των εγχωρίως παραγόμενων, γεγονός που αποδεικνύει το προστατευτικό αποτέλεσμα της ελληνικής νομοθεσίας περί ειδικών φόρων κατανάλωσης. Η Ελληνική Δημοκρατία αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της Επιτροπής υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι (α) το ούζο, αφενός, και το τσίπουρο και η τσικουδιά, αφετέρου, ανήκουν, σύμφωνα με τον Κανονισμό 110/2008, σε διαφορετικές κατηγορίες αλκοολούχων ποτών, δηλαδή το ούζο στην κατηγορία «αποσταγμένο anis» και το τσίπουρο καθώς και η τσικουδιά στην κατηγορία «απόσταγμα στεμφύλων σταφυλής». Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα εν λόγω αλκοολούχα ποτά έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του ίδιου, μειωμένου κατά 50 %, συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης τόσο στο τσίπουρο και την τσικουδιά όσο και στο ούζο μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 23, παράγραφος 2, της Οδηγίας 92/83, παρά το γεγονός ότι η τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά, (β) η επίμαχη ελληνική νομοθεσία περί ειδικών φόρων κατανάλωσης δεν αντιβαίνει στο άρθρο 110, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στα προϊόντα άλλων κρατών μελών υψηλότερους φόρους από εκείνους που βαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Συγκεκριμένα το τσίπουρο και η τσικουδιά, είτε είναι αρωματισμένα είτε όχι, διαφοροποιούνται από άλλα εισαγόμενα αλκοολούχα ποτά, όχι μόνον όπως το ουίσκι, το τζιν ή η βότκα, αλλά και όπως η grappa ή η ζιβανία και, γενικά, από τα αλκοολούχα ποτά της κατηγορίας του αποστάγματος στεμφύλων σταφυλής, (γ) τα έτη 2010 έως 2012 αποτέλεσαν περίοδο κρίσης και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή ασφαλών και αξιόπιστων συμπερασμάτων σχετικά με την κατανάλωση των διαφόρων κατηγοριών αλκοολούχων ποτών. Έτσι, δεν αποδεικνύεται ο προβαλλόμενος από την Επιτροπή προστατευτικός χαρακτήρας της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας προς όφελος του τσίπουρου και της τσικουδιάς, (δ)  οι μικροί αποσταγματοποιοί του τσίπουρου και της τσικουδιάς, οι αποκαλούμενοι «διήμεροι», λειτουργούν εντός συγκεκριμένου εθνικού πλαισίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη μια μακροχρόνια παραδοσιακή πρακτική. Η πώληση του τσίπουρου και της τσικουδιάς, προϊόντων παραγόμενων σε εξαιρετικά απλά μηχανήματα, πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο χύμα, από ιδιώτη σε ιδιώτη, τα προϊόντα δε αυτά δεν έχουν ποτέ αποτελέσει αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών. 
Το Δικαστήριο τελικά δεν έκανε δεκτή την ανωτέρω επιχειρηματολογία και κάνοντας δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει: 
(1) από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 23, παρ. 2, της εν λόγω Οδηγίας, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει την εφαρμογή συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μειωμένου κατά 50 % σε σχέση με τον κανονικό εθνικό συντελεστή στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τις επιχειρήσεις απόσταξης, τους αποκαλούμενους «συστηματικούς αποσταγματοποιούς», και
(2) από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας και με το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 92/84/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των συντελεστών των ειδικών φόρων κατανάλωσης για την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις που η ίδια καθορίζει, την εφαρμογή σημαντικά μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τους μικρούς αποσταγματοποιούς, τους αποκαλούμενους «διήμερους».

(γ) Υπόθεση C-431/17, Μοναχός Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης του Εμμανουήλ κατά Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η διαφορά στην κύρια δίκη προέκυψε όταν ο Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης, μοναχός στην Ιερά Μονή Πέτρας (Καρδίτσα) με αίτησή του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ) ζήτησε να εγγραφεί στο ειδικό μητρώο του Συλλόγου αυτού ως δικηγόρος, που απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα σε άλλο κράτος μέλος, και ειδικότερα στην Κύπρο. Ο ΔΣΑ απέρριψε την αίτηση αυτή, βάσει των εθνικών διατάξεων σχετικά με το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, εκτιμώντας ότι οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τους δικηγόρους που επιθυμούν να ασκήσουν δικηγορία στην Ελλάδα υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής. Κατόπιν τούτου ο Μοναχός Ειρηναίος κατέθεσε αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως, προέβαλλε ιδίως ότι η εθνική νομοθεσία δεν συνάδει με τις διατάξεις της Οδηγίας 98/5, διότι επιβάλλει προϋπόθεση η οποία δεν προβλέπεται στην Οδηγία αυτή. Πλην όμως, κατά την άποψή του, η εν λόγω Οδηγία εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής των δικηγόρων που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά τους προσόντα σε άλλο κράτος μέλος. Ο ΔΣΑ υποστήριξε ότι η εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι μοναχοί κωλύονται να αποκτήσουν τη δικηγορική ιδιότητα δικαιολογείται από θεμελιώδεις αρχές και κανόνες που διέπουν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Ως προς το ζήτημα αυτό, η ως άνω αρχή προβάλλει ότι οι μοναχοί, εξαιτίας της ιδιότητάς τους, δεν μπορούν να παρέχουν, σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες και αρχές, εχέγγυα, μεταξύ άλλων, ανεξαρτησίας έναντι των εκκλησιαστικών αρχών στις οποίες υπόκεινται, δυνατότητας πλήρους απασχολήσεως με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, ικανότητας χειρισμού υποθέσεων υπό συνθήκες αντιδικίας, πραγματικής εγκαταστάσεως στην περιφέρεια του πρωτοδικείου όπου είναι διορισμένοι και συμμορφώσεως προς την απαγόρευση παροχής υπηρεσιών άνευ αμοιβής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Το άρθρο 3 της οδηγίας [98/5] έχει την έννοια ότι η εγγραφή ενός μοναχού της Εκκλησίας της Ελλάδος ως δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, μπορεί να απαγορεύεται από τον εθνικό νομοθέτη, για τον λόγο ότι οι μοναχοί της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν δύνανται, κατά το εθνικό δίκαιο, να εγγράφονται στα μητρώα των δικηγορικών συλλόγων, επειδή δεν παρέχουν, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, ορισμένα απαραίτητα για την άσκηση της δικηγορίας εχέγγυα;».
Το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, λόγω του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία αυτή ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορίας.
Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα  Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα,  συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που επισυνάπτεται.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com


           


Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 11/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Νοέμβριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-585/18, C-624/18 και C-625/18, A. K. κ.λπ. κατά Sąd Najwyższy – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 2 και του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και του άρθρου 9, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο (Τμήμα Εργατικών Διαφορών και Διαφορών Κοινωνικής Ασφαλίσεως της Πολωνίας στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, πρώτον, του A. K., δικαστή στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, και του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (υπόθεση C‑585/18) και, δεύτερον, των CP και DO, δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο, (υποθέσεις C‑624/18 και C‑625/18), σχετικά με την πρόωρη συνταξιοδότηση των δικαστών αυτών κατόπιν της θέσεως σε ισχύ νέας εθνικής νομοθεσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν, ανεξαρτήτως των ισχυόντων στο οικείο Κράτος-μέλος (Πολωνία) εθνικών κανόνων περί κατανομής δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων, δικαστήριο, όπως το αιτούν, υποχρεούται να μην εφαρμόσει τους εν λόγω εθνικούς κανόνες και να αναλάβει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, δικαιοδοτική αρμοδιότητα για να επιληφθεί των διαφορών των κύριων δικών, που σχετίζονται με το δίκαιο της Ένωσης. Η αρμοδιότητα σύμφωνα με τους εθνικούς δικαιοδοτικούς κανόνες είχε απονεμηθεί στο πειθαρχικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο όμως δεν είχε συσταθεί. Επιπρόσθετα, το αιτούν εθνικό δικαστήριο εκτίμησε ότι, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες έπρεπε να πραγματοποιηθεί ο διορισμός των νέων δικαστών του πειθαρχικού τμήματος, υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν το τμήμα αυτό και τα μέλη του θα παρείχαν επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 47 του Χάρτη και το άρθρο 9, παρ. 1, της Οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπεται διαφορές σχετικές με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου που δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Τούτο συμβαίνει όταν οι αντικειμενικές συνθήκες της συστάσεως του οικείου οργάνου και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, καθώς και ο τρόπος διορισμού των μελών του, δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του οργάνου αυτού έναντι εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων και, ως εκ τούτου, δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα να μη δίδει το εν λόγω όργανο εντύπωση ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας, στοιχείο. Ωστόσο, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αν τούτο συμβαίνει στην περίπτωση οργάνου όπως είναι το πειθαρχικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ εκτίμησε ότι σε τέτοια περίπτωση, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει τη διάταξη του εθνικού δικαίου βάσει της οποίας αποκλειστικώς αρμόδιο να επιληφθεί των διαφορών των κύριων δικών είναι το εν λόγω όργανο, ώστε οι διαφορές αυτές να μπορούν να εξετασθούν από δικαιοδοτικό όργανο το οποίο πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και το οποίο θα ήταν αρμόδιο στον οικείο τομέα εάν η αρμοδιότητά του δεν αποκλειόταν βάσει της εν λόγω διατάξεως.

2.ΔΕΕ, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-192/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας – Προσφυγή για παράβαση

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκώντας προσφυγή για παράβαση του Δικαίου της ΕΕ ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας:
Αφενός μεν, καθορίζοντας, βάσει του άρθρου 13, σημεία 1 έως 3, του νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων της 12ης Ιουλίου 2017 διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί, παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, καθώς και από το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο στʹ, της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης,
Αφετέρου δε, μειώνοντας, βάσει του άρθρου 13, σημείο 1, του τροποποιητικού νόμου της 12ης Ιουλίου 2017, το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών που υπηρετούν στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και εξουσιοδοτώντας τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Πολωνία) να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού δικαστικής υπηρεσίας παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επί της αιτιάσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της Δίκης κατόπιν της θέσεως σε ισχύ, στις 23 Μαΐου 2018, του νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (Τροποποιητικός νόμος της 12ης Απριλίου 2018) το ΔΕΕ έκρινε ότι κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής.
Επί των αιτιάσεων-ισχυρισμών της Επιτροπής, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, καθορίζοντας βάσει του επίδικου νομοθετικού πλαισίου που όριζε διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές στα πολωνικά τακτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί, παραβίασε τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις επίμαχες διατάξεις. 
Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας εξουσιοδοτώντας, τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Πολωνία) να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού υπηρεσίας των δικαστών των πολωνικών τακτικών δικαστηρίων πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εν λόγω δικαστών παραβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019., Υπόθεση C-555/18, K.H.K. κατά B.A.C. και E.E.K. – Προδικαστική 

Η αίτηση  αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 655/2014 περί διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού που στοχεύει στη διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 4 σημείο 10 του ανωτέρω Κανονισμού «δημόσιο έγγραφο” […], το έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωριστεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο σε ένα κράτος μέλος, η γνησιότητα του οποίου: α) συνδέεται με την υπογραφή και το περιεχόμενο του εγγράφου, και β)  πιστοποιείται από δημόσια ή άλλη εξουσιοδοτημένη αυτής τούτο αρχή». H αίτηση υποβλήθηκε από το  Περιφερειακό Δικαστήριο της Σόφιας (Βουλγαρία) (Sofiyski rayonen sad) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, K.H.K και, αφετέρου, B.A.C. και E.E.K. (οφειλέτες) σχετικά με την ικανοποίηση με αναγκαστική εκτέλεση, κινηθείσα με πρωτοβουλία του K.H.K., απαιτήσεως την οποία υποστηρίζει ότι έχει έναντι των B.A.C. και E.E.K. μέσω ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, σημείο 10, του Κανονισμού 655/2014 έχει την έννοια ότι μια διαταγή πληρωμής που στερείται εκτελεστότητας, συνιστά «δημόσιο έγγραφο», κατά την έννοια αυτής διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, σημείο 10, του Κανονισμού 655/2014 έχει την έννοια ότι διαταγή πληρωμής, που δεν είναι εκτελεστή δεν συνιστά «δημόσιο έγγραφο», κατά την έννοια αυτής διατάξεως αυτής.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-484/18, Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (Spedidam) κ.λπ. κατά Institut national de l’audiovisuel – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, του άρθρου 3, παρ. 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation)  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (Spedidam) και των PG και GF, και, αφετέρου, του Institut national de l’audiovisuel (εθνικού ραδιοτηλεοπτικού ινστιτούτου, ΙΝΑ), με αντικείμενο τη φερόμενη προσβολή, από το INA, των δικαιωμάτων ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη  των οποίων είναι δικαιούχοι οι PG και GF. Ειδικότερα, οι PG και GF διαπίστωσαν ότι το INA εκμεταλλευόταν εμπορικώς, μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος στον ιστότοπό του και χωρίς την άδειά τους, βιντεογραφήματα και φωνογραφήματα στα οποία αναπαράγονταν ερμηνείες του ZV που χρονολογούνταν από το 1959 έως το 1978.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 2, στοιχ. βʹ, και το άρθρο 3, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2001/29 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν εθνική νομοθεσία που καθιερώνει, όσον αφορά την εκμετάλλευση οπτικοακουστικών αρχείων από τον φορέα ο οποίος έχει οριστεί ως αρμόδιος προς τούτο, μαχητό τεκμήριο συγκατάθεσης εκ μέρους του ερμηνευτή καλλιτέχνη για την εγγραφή και την εκμετάλλευση της ερμηνείας του, σε περίπτωση που ο ερμηνευτής καλλιτέχνης συμμετέχει στην ηχογράφηση-βιντεοσκόπηση οπτικοακουστικού έργου με σκοπό τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοσή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν την ανωτέρω εθνική νομοθεσία που καθιερώνει όσον αφορά την εκμετάλλευση οπτικοακουστικών αρχείων από τον φορέα ο οποίος έχει οριστεί ως αρμόδιος προς τούτο, μαχητό τεκμήριο συγκατάθεσης εκ μέρους του ερμηνευτή καλλιτέχνη για την εγγραφή και την εκμετάλλευση της ερμηνείας του, σε περίπτωση που ο ερμηνευτής καλλιτέχνης συμμετέχει στην ηχογράφηση-βιντεοσκόπηση οπτικοακουστικού έργου με σκοπό τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοσή του.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-396/18, Gennaro Cafaro κατά DQ – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του σημείου FCL.065 του παραρτήματος I του Κανονισμού 1178/2011 για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων και διοικητικών διαδικασιών όσον αφορά το ιπτάμενο προσωπικό πολιτικής αεροπορίας και της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 της ανωτέρω Οδηγίας   «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που προβλέπει ο εθνικός νόμος και τα οποία σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαία για την ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.». Επιπρόσθετα, το άρθρο 4, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας προβλέπει «Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι [αναλογική].». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte suprema di cassazione) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Gennaro Cafaro και του πρώην εργοδότη του, της DQ, σχετικά με την αυτόματη λύση της σχέσεως εργασίας του για τον λόγο ότι είχε συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2000/78 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την αυτόματη λύση της σχέσεως εργασίας των χειριστών που απασχολεί εταιρία, η οποία εκμεταλλεύεται αεροσκάφη στο πλαίσιο δραστηριοτήτων συνδεόμενων με την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας Κράτους-μέλους όταν αυτοί συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, παρ. 5, της Οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική ρύθμιση, υπό τον όρο ότι η ρύθμιση αυτή είναι αναγκαία για τη δημόσια ασφάλεια και είναι αναλογική, πράγμα το οποίο στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει 

6. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-379/18, Deutsche Lufthansa AG κατά Land Berlin – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, του άρθρου 6, παρ. 3 έως 5, καθώς και του άρθρου 11, παρ. 1 και 7, της Οδηγίας 2009/12/ΕΚ για τα αερολιμενικά τέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγίας 2009/12 «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αερολιμενικά τέλη να μην εισάγουν διακρίσεις μεταξύ χρηστών αερολιμένων, σύμφωνα με το [δίκαιο της Ένωσης]. Αυτό δεν αποκλείει τη διαφοροποίηση των αερολιμενικών τελών για λόγους δημόσιου και γενικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών. Τα κριτήρια για τη διαφοροποίηση αυτήν πρέπει να είναι συναφή, αντικειμενικά και διαφανή.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της της Deutsche Lufthansa AG και του Ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου, σχετικά με την έγκριση από το τελευταίο του νέου συστήματος χρέωσης αερολιμενικών τελών που κατάρτισε, για το αεροδρόμιο Berlin-Tegel (Γερμανία). Ας σημειωθεί ότι η Berliner Flughafen GmbH ήταν φορέας διαχείρισης του αερολιμένα. Ειδικότερα, η Deutsche Lufthansa, εταιρία αερομεταφορών, υπό την ιδιότητά της ως χρήστη αερολιμένα, κινήθηκε εναντίον της έγκρισης ενός νέου συστήματος αερολιμενικών τελών για τον αερολιμένα Berlin-Tegel, ο οποίος βρίσκεται υπό τη διαχείριση του ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου.
Το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου, υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνου για την ανεξάρτητη εποπτική αρχή φορέα, ενέκρινε, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015, το νέο σύστημα αερολιμενικών τελών που κατάρτισε η BFG. Η Deutsche Lufthansa άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω έγκρισης.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2009/12, και ιδίως το άρθρο 3, το άρθρο 6, παρ. 5, στοιχείο αʹ, καθώς και το άρθρο 11, παρ. 1 και 7, έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική διάταξη η οποία επιτρέπει σε φορέα διαχείρισης αερολιμένα να καθορίζει μαζί με χρήστη αερολιμένα αερολιμενικά τέλη διαφορετικά από εκείνα που έχουν καθοριστεί από τον εν λόγω φορέα και εγκριθεί από την ανεξάρτητη εποπτική αρχή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η οδηγία 2009/12 και οι επίμαχες διατάξεις του Δικαίου της ΕΕ έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική διάταξη η οποία επιτρέπει σε φορέα διαχείρισης αερολιμένα να καθορίζει μαζί με χρήστη αερολιμένα αερολιμενικά τέλη διαφορετικά από εκείνα που έχουν καθοριστεί από τον φορέα αυτό και εγκριθεί από την ανεξάρτητη εποπτική αρχή, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2009/12 έχει την έννοια ότι αποκλείει ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία χρήστης αερολιμένα δεν μπορεί να προσβάλει ευθέως την απόφαση της ανεξάρτητης εποπτικής αρχής περί έγκρισης του συστήματος αερολιμενικών τελών, ενώ μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου και να προβάλει με αυτή αποκλειστικώς και μόνον ότι το τέλος το οποίο καθορίστηκε στο πλαίσιο του συστήματος αερολιμενικών τελών και το οποίο πρέπει να καταβάλει δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο της δίκαιης κρίσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2009/12 έχει την έννοια ότι αποκλείει την ανωτέρω ερμηνεία του εθνικού δικαίου. 

7. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-363/18, Organisation juive européenne και Vignoble Psagot Ltd κατά Ministre de l'Économie et des Finances – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του Κανονισμού 1169/2011 σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 στοιχ. θ «1. Σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 35 και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, είναι υποχρεωτική η αναγραφή των ακόλουθων ενδείξεων: […] θ) η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 26·[…]». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ανωτέρω Κανονισμού «Η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης αναγράφονται υποχρεωτικά: α) όταν η μη αναγραφή τους ενδέχεται να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική χώρα καταγωγής ή τον πραγματικό τόπο προέλευσης του τροφίμου, ιδίως αν οι πληροφορίες που συνοδεύουν το τρόφιμο ή η ετικέτα στο σύνολό της υπονοούν ότι το τρόφιμο έχει διαφορετική χώρα καταγωγής ή τόπο προέλευσης· […]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας (Conseil d’État) στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Organisation juive européenne και της Vignoble Psagot Ltd και, αφετέρου, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αφετέρου, σχετικά με τη νομιμότητα ανακοίνωσης του Υπουργού, η οποία αφορούσε την ένδειξη της καταγωγής των προϊόντων που προέρχονται από τα εδάφη τα οποία κατέχει το κράτος του Ισραήλ από τον Ιούνιο του 1967.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο θʹ, του Κανονισμού 1169/2011 έχει την έννοια ότι τα τρόφιμα που κατάγονται από έδαφος κατεχόμενο από το κράτος του Ισραήλ, πέραν της ένδειξης του εν λόγω εδάφους, πρέπει, όταν προέρχονται από τοποθεσία ή σύνολο τοποθεσιών που αποτελεί ισραηλινό οικισμό στο εσωτερικό του εν λόγω εδάφους, να φέρουν και την ένδειξη αυτής της προέλευσής τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχ. θʹ, του Κανονισμού 1169/2011 έχει την έννοια ότι τα τρόφιμα που κατάγονται από έδαφος κατεχόμενο από το κράτος του Ισραήλ, πέραν της ένδειξης του εν λόγω εδάφους, πρέπει, όταν προέρχονται από τοποθεσία ή σύνολο τοποθεσιών που αποτελεί ισραηλινό οικισμό στο εσωτερικό του εν λόγω εδάφους, να φέρουν και την ένδειξη αυτής της προέλευσής τους.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-349/18 έως C-351/18, Nationale Maatschappij der Belgische Spoorwegen (NMBS) κατά Mbutuku Kanyeba κ.λπ. - Προδικαστική 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου του Κανονισμού 1371/2007 σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιβατών σιδηροδρομικών γραμμών καθώς και του άρθρου 6 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 3 σημείο 8 του Κανονισμού 1371/2007  «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι εξής ορισμοί: 8) ως “σύμβαση μεταφοράς” νοείται η σύμβαση μεταφοράς, επ’ αμοιβή ή δωρεάν, μεταξύ σιδηροδρομικής επιχείρησης ή πωλητή εισιτηρίων και του επιβάτη για την παροχή μιας ή περισσοτέρων υπηρεσιών μεταφοράς».  Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ειρηνοδικείο Αμβέρσας του Βελγίου (vredegerecht te Antwerpen) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Nationale Maatschappij der Belgische Spoorwegen (NMBS) (εθνικής εταιρίας βελγικών σιδηροδρόμων, SNCB) και, αφετέρου, του Mbutuku Kanyeba (υπόθεση C-349/18), της Larissa Nijs (υπόθεση C‑350/18) και του Jean-Louis Anita Dedroog (υπόθεση C-351/18), με αντικείμενο πρόσθετα ποσά που αξίωσε η εταιρία από τους δεύτερους επειδή είχαν ταξιδέψει με αμαξοστοιχία χωρίς να διαθέτουν τίτλο μεταφοράς.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, σημείο 8, του Κανονισμού 1371/2007 έχει την έννοια ότι η περίπτωση κατά την οποία ένας επιβάτης επιβιβάζεται σε αμαξοστοιχία για την πραγματοποίηση διαδρομής χωρίς να έχει αγοράσει εισιτήριο εμπίπτει στην έννοια της «σύμβασης μεταφοράς», κατά τη διάταξη αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, σημείο 8, του Κανονισμού 1371/2007 έχει την έννοια ότι η περίπτωση κατά την οποία ένας επιβάτης επιβιβάζεται σε ελεύθερα προσβάσιμη αμαξοστοιχία για την πραγματοποίηση διαδρομής χωρίς να έχει αγοράσει εισιτήριο εμπίπτει στην έννοια της «σύμβασης μεταφοράς».

9. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2019, Υπόθεση C-255/18, State Street Bank International GmbH κατά Banca d'Italia – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2014/59 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63 για τη συμπλήρωση της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τις εκ των προτέρων συνεισφορές σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63, το οποίο φέρει τον τίτλο «Νεοεποπτευόμενα ιδρύματα ή αλλαγή καθεστώτος» «1. Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα είναι νεοεποπτευόμενο ίδρυμα μόνο για ένα μέρος της περιόδου συνεισφοράς, η μερική συνεισφορά καθορίζεται με εφαρμογή της μεθοδολογίας που παρατίθεται στο τμήμα 3 για το ποσό της ετήσιας συνεισφοράς του, που υπολογίζεται κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου συνεισφοράς με παραπομπή στον αριθμό των πλήρων μηνών της περιόδου συνεισφοράς για τους οποίους εποπτεύεται το ίδρυμα. 2. Μια αλλαγή του καθεστώτος ενός ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου ενός μικρού ιδρύματος, κατά τη διάρκεια της περιόδου συνεισφοράς δεν επηρεάζει την ετήσια καταβλητέα συνεισφορά κατά το συγκεκριμένο έτος.» Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Διοικητικό Πρωτοδικείο Λατίου της Ιταλίας (Tribunale amministrativo regionale per il Lazio) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της State Street Bank International GmbH και της Banca d’Italia, με αντικείμενο την καταβολή συνεισφορών στο εθνικό ταμείο εξυγίανσης στην Ιταλία. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της State Street Bank International GmbH και της Banca d’Italia, με αντικείμενο την καταβολή συνεισφορών στο εθνικό ταμείο εξυγίανσης στην Ιταλία.
Ένα από τα νομικά ζητήματα που προέκυψε ήταν εάν το άρθρο 12, παρ. 2, του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού 2015/63 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία η διασυνοριακή συγχώνευση με απορρόφηση ιδρύματος, το οποίο ευρίσκεται σε ένα Κράτος μέλος (Ιταλία), από τη μητρική του εταιρία, η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος μέλος(Γερμανία), και η συνακόλουθη εξαφάνιση του απορροφηθέντος αυτού ιδρύματος έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του 2015, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ούτε η εθνική αρχή εξυγίανσης ούτε το εθνικό ταμείο είχαν ακόμη επισήμως συσταθεί από το πρώτο Κράτος μέλος (Ιταλία), οι δε συνεισφορές δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 12, παρ. 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση διότι η επίμαχη διασυνοριακή συγχώνευση έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του 2015, όταν ο ανωτέρω κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός ήταν σε ισχύ. Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν επηρεάζει το γεγονός, αναφορικά με την ισχύ του Κανονισμού ότι ούτε η εθνική αρχή εξυγίανσης ούτε το εθνικό ταμείο είχαν ακόμη επισήμως συσταθεί από το πρώτο Κράτος μέλος (Ιταλία), οι δε συνεισφορές δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-609/17 και C-610/17, Terveys-ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) ry και Auto-ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT ry κατά Hyvinvointialan liitto ry και Satamaoperaattorit ry - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και του άρθρου 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το δικαστήριο εργατικών διαφορών  της Φιλανδίας (työtuomioistuin), στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, α) στην υπόθεση C-609/17, μεταξύ της Terveys-ja sosiaalialan neuvottelujärjestö (TSN) και της Hyvinvointialan liitto και β) στην υπόθεση C-610/17, μεταξύ της Auto-ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT και της Satamaoperaattorit, με αντικείμενο την απόρριψη των αιτημάτων δύο εργαζομένων που βρέθηκαν σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας κατά τη διάρκεια περιόδου ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών και ζήτησαν τη μεταφορά ημερών ετήσιας άδειας αντίστοιχων με τον συνολικό αριθμό ή μέρος των ημερών αναρρωτικής άδειας που έλαβαν.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 αντιτίθεται σε εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή σε συλλογικές συμβάσεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιπλέον ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πέραν της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή ελάχιστης περιόδου τεσσάρων εβδομάδων, αλλά ταυτόχρονα αποκλείουν το ενδεχόμενο μεταφοράς των ημερών αυτών στην περίπτωση ασθένειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη αντιτίθεται σε εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή σε συλλογικές συμβάσεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιπλέον ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παρ. 1, της οδηγίας 2003/88 ελάχιστης περιόδου τεσσάρων εβδομάδων, αλλά ταυτόχρονα αποκλείουν το ενδεχόμενο μεταφοράς των ημερών αυτών στην περίπτωση ασθένειας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο του 51, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί όσον αφορά τέτοιες εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή συλλογικές συμβάσεις.