Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2019
Δημοκρατία και κράτος δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Αστέρη Πλιάκου, καθηγητή Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

(δημοσιεύτηκε στις 9/7/2019 στο Capital.gr)

Η δυστοκία στον ορισμό Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως και επιβολής κυρώσεων στην Πολωνία για την παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών, αναδεικνύει την ελλειπτική θεσμογένεση της Ένωσης, η οποία, παρ’ όλη την εντυπωσιακή πορεία οικοδόμησής της, ως μιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας, εξακολουθεί να είναι δέσμια των κρατών - μελών της. 

Αποτελεί αναμφισβήτητη πραγματικότητα ότι, καίτοι η Συνθήκη της Λισαβόνας, σε συνέχεια της Συνθήκης για την εκπόνηση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος, έθεσε σαφέστερα τις βάσεις μετατροπής της Ένωσης σε μια δημοκρατική Ένωση δικαίου, με την  υιοθέτηση σπουδαίων μεταρρυθμιστικών αλλαγών, όπως της καθιέρωσης ευρωπαϊκών αξιών και δεσμευτικότητας του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, η λογική της Ευρώπης των κρατών αντιστέκεται, θέτει εμπόδια, εκμεταλλεύεται τα ρυθμιστικά κενά, επιχειρεί να αλλοιώσει το ενωσιακό πνεύμα. 

Το παράδειγμα αδυναμίας ορισμού Προέδρου της Επιτροπής, το οποίο και κατά τον ορισμό του νυν Προέδρου κ. Γιούνκερ είχε εκδηλωθεί με το Ηνωμένο Βασίλειο να εκδηλώνει την απροθυμία του λόγω των υπερβολικών ομοσπονδιακών απόψεων του, εμφανίστηκε και πάλι προ ημερών, αυτή τη φορά με αντίστροφη επιχειρηματολογία, όσον αφορά τον νέο πρόεδρο της Επιτροπής. Ωστόσο, η Συνθήκη είναι σαφής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει να λάβει υπόψη του τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Διαφορετικά, η οικοδόμηση μιας υπερεθνικής δημοκρατίας πλήττεται δεινώς, αφού στέλνεται ένα απογοητευτικό μήνυμα στους πολίτες της Ένωσης, η θέληση των οποίων αγνοείται με καταλυτικές συνέπειες για τη συμμετοχή τους στα ενωσιακά δρώμενα και επομένως για τη νομιμοποίηση των θεσμών.  

Αυτή η θεσμική διελκυστίνδα εκδηλώνεται και στην αδυναμία του Συμβουλίου να αποφασίσει για την παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών από την Πολωνία και την Ουγγαρία, λόγω ελλείψεως της πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων των μελών του. Ωστόσο, με όλα τα κοινώς αποδεκτά κριτήρια αξιολόγησης των μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται στις χώρες αυτές, το συμπέρασμα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας: πρόκειται για μια επιχείρηση άλωσης του κράτους δικαίου και υπαγωγής ιδίως της δικαστικής εξουσίας στη σκοπιμότητα των κρατικών οργάνων. Όσο και να επικαλούνται οι δύο αυτές χώρες την εθνική δημοκρατική αρχή, υπό την έννοια ότι οι εθνικές εκλογές δεν αποδοκίμασαν τους "μεταρρυθμιστές" του δικαιοδοτικού συστήματος, η αλήθεια όπως πάντα είναι απλή και τους τη θύμισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην πρόσφατη απόφασή του της 24.6.2019. 

Πράγματι, το σύνολο των κρατών-μελών, διαχρονικά, διάφανα και δημοκρατικά αποφάσισαν, όχι άπαξ αλλά σε βάθος πολλών δεκαετιών, να δημιουργήσουν μια νέα υπερεθνική συνταγματική τάξη, όχι μόνο "κατ’ εικόνα και ομοίωση" των εθνικών, αλλά και εμπλουτισμένη με τις καλύτερες ευρωπαϊκές παραδόσεις, στο επίκεντρο της οποίας θα είναι ο σεβασμός και η προαγωγή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της αρχής του κράτους δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Μάλιστα, τόνισαν ότι οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη-μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. 

Επομένως, μεταρρυθμίσεις που αποβλέπουν στην αποβολή από το δικαστικό σώμα δικαστών μη αρεστών στην εκάστοτε εκτελεστική εξουσία, όπως και η θεσμική δυνατότητα της τελευταίας να επηρεάζει την ανεξάρτητη λειτουργία των Εισαγγελέων, είναι ασυμβίβαστες με την αρχή του κράτους δικαίου και εκείνης της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της πρώτης. Η κατάργηση των επίμαχων μεταρρυθμίσεων στην Πολωνία αποτελεί νίκη των ευρωπαϊκών αξιών και των ενωσιακών θεσμών. 

Απολογιστικά, δεν μπορούμε παρά να ευγνωμονούμε τη θεσμική ιδιοφυΐα των αρχικών ιδρυτών των ευρωπαϊκών συνθηκών, οι οποίοι φρόντισαν, ήδη από το 1952, να εντάξουν στο πολιτικό κοινοτικό σύστημα το δικαστήριο, κατανοώντας ότι μόνο έτσι οι διακρατικές διενέξεις δεν θα μπορέσουν να δηλητηριάζουν τους λαούς και να χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα άλλων σκοπιμοτήτων των κρατούντων. Δυστυχώς, η Ιστορία έχει αποδείξει ότι η Ευρώπη των κρατών είναι επιρρεπής σε συγκρούσεις και πολέμους, τις περισσότερες φορές με την επίκληση της προστασίας των λαών τους. 

Στην Ευρώπη αυτή, πρέπει να αντιταχθεί η Ευρώπη των πολιτών και των κρατών που σέβονται τις αξίες τους. Αποτελεί ευτύχημα ότι οι πρόσφατες ευρωεκλογές περιόρισαν τους κινδύνους από την αναβίωση και επέκταση του ακραίων ιδεολογιών που μόνο δεινά προκάλεσαν στους λαούς της Ευρώπης. Θα ήταν επομένως εκκωφαντικά παράταιρο να αγνοηθεί η βούληση που εκδηλώθηκε με τις Ευρωεκλογές, όπως βέβαια και να επιτραπεί σε ορισμένα κράτη μέλη να ενεργούν πρόδηλα και κυνικά σε βάρος των ευρωπαϊκών αξιών.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

CES-Duth Working Paper 4/2019
Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΧΡΕΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Μιχάλης Δ Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ

Η αντιμετώπιση της κρίσης χρέους Κρατών-μελών της Ευρωζώνης, η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης αλλά και η απάντηση της Ένωσης στα τρομοκρατικά κτυπήματα στην καρδιά της Ευρώπης έφεραν στο επίκεντρο του πολιτικού και νομικού διαλόγου την αρχή της αλληλεγγύης και την θέση, που αυτή κατέχει στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης γενικότερα και στην ενωσιακή έννομη τάξη ειδικότερα. Η έναρξη της συζήτησης αυτής, πάντως, συνέπεσε με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας που κάνει για πρώτη φορά στο ρυθμιστικό επίπεδο των Συνθηκών μια εκτεταμένη χρήση του όρου αλληλεγγύη τόσο στο πλαίσιο των αρχών, των αξιών και των στόχων όσο και στο πλαίσιο επιμέρους τομέων πολιτικής της Ένωσης. Ωστόσο, η μαζική αυτή εισαγωγή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ένωσης δεν είναι χωρίς προβλήματα, αφού αφορά μια έννοια, «που σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους (και σε κυβερνήσεις)». Για ορισμένους, η αλληλεγγύη μετριέται από το μέγεθος της συνδρομής που χορηγείται σε μια χώρα που έχει ανάγκη. Για άλλους, η αλληλεγγύη σημαίνει ότι ο καθένας εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ώστε να αποφύγει να βρεθεί σε κατάσταση ανάγκης συνδρομής. Υπάρχουν και αυτοί που πιστεύουν ότι η αλληλεγγύη ως απάντηση στις σημερινές προκλήσεις, κινδύνους και απειλές επιδιώκεται καλύτερα και αποτελεσματικότερα στο επίπεδο των Κρατών-μελών και όχι στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης. 
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής της οικονομικής αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών και της «αναδιανεμητικής Ένωσης» (Πολιτική Συνοχής) την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), την οποία εγκαθίδρυσε. Προς τούτο η διάταξη του άρθρου 103 Συνθ.ΕΚ (και σήμερα 125 ΣΛΕΕ) και η περίφημη «ρήτρα μη διάσωσης» (no bail – out clause), που αυτό καθιέρωσε, απέκλειε κάθε δυνατότητα χρηματοδοτικής συνδρομής, ως έκφραση αλληλεγγύης, προς ένα Κράτος-μέλος, που αντιμετώπιζε χρηματοδοτικά προβλήματα από τα υπόλοιπα Κράτη-μέλη ή από την ίδια την  Ένωση. 
Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (2009), παρά τη μαζική εισαγωγή της αρχής της αλληλεγγύης στο ρυθμιστικό επίπεδο των Συνθηκών, η βασική αρχιτεκτονική της ΟΝΕ, που ήθελε την επιβολή της αναγκαίας δημοσιονομικής πειθαρχίας «δια των αγορών» σε συνδυασμό με ένα χαλαρό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών και αντιμετώπιση του «ηθικού κινδύνου» μέσω της «ρήτρας μη διάσωσης», που εξαιρούσε, όπως κυρίαρχα υποστηρίζονταν, την ΟΝΕ από το πεδίο εφαρμογής της αρχής της αλληλεγγύης, δεν άλλαξε. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά τη θέση σε ισχύ της ισχύουσας Συνθήκης η Ευρώπη βρέθηκε ενώπιον της κρίσης χρέους Κρατών-μελών της Ευρωζώνης, στερούμενη μηχανισμών και εργαλείων συνδρομής στα Κράτη-μέλη, που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης. Όταν έγινε αντιληπτό ότι η κρίση δεν μπορούσε να περιορισθεί στο πλαίσιο ενός Κράτους-μέλους λόγω της οικονομικής αλληλεξάρτησης και ότι κινδύνευε με κατάρρευση το εγχείρημα του κοινού νομίσματος, τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης αποφάσισαν την χρηματοδοτική συνδρομή των χωρών που είχαν ανάγκη και είχαν ουσιαστικά αποκοπή από τις αγορές. Μετά από λύσεις ανάγκης (διμερής δανεισμός, EFSM, EFSF), που αντιμετώπισαν σοβαρά νομικά προβλήματα, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ οδηγήθηκαν στη ίδρυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), ως μόνιμου, διακυβερνητικού μηχανισμού χρηματοδοτικής συνδρομής της Ευρωζώνης. Σε όλη αυτή την περίοδο διαχείρισης της κρίσης χρέους κεντρικό νομικό και πολιτικό ζήτημα αποτέλεσε ο τρόπος παράκαμψης της «ρήτρας μη διάσωσης», σε ένα πρώτο επίπεδο, ώστε να εκφρασθεί η αλληλεγγύη προς τα δοκιμαζόμενα Κράτη-μέλη και,  σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα εκφρασθεί αυτή η αλληλεγγύη. Η δυσκολία στην υπερπήδηση του εμποδίου αυτού είχε ως αιτία την κρατούσα άποψη σε νομικούς, οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους, κυρίως της Γερμανίας, σύμφωνα με την οποία η Συνθήκη απαγορεύει απολύτως τη διάσωση Κράτους-μέλους και την εκδήλωση αλληλεγγύης από την ίδια την Ένωση ή τα άλλα Κράτη-μέλη. Απέναντι σε αυτήν την σχεδόν παγιωμένη αντίληψη υπήρχαν και αντίθετες φωνές, όπως αυτή του J. Pisani-Ferry, ο οποίος υποστήριζε ότι «δεν υπήρχε ποτέ στη Συνθήκη μια «αρχή μη - συνδρομής» παρά μόνο η «αρχή της μη – συνυπευθυνότητας» για το δημόσιο χρέος».  Τελικά,  το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Pringle δέχτηκε ότι η διάταξη του άρθρου 125 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει οποιαδήποτε χρηματοδοτική συνδρομή, ιδιαίτερα αν αυτή γίνεται με τους προβλεπόμενους από τη Συνθήκη ΕΜΣ, δηλαδή υπό «αυστηρούς όρους πολιτικής» και για «τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της Ζώνης του Ευρώ στο σύνολό της». Ωστόσο, αρνήθηκε, αν και προκλήθηκε, να θεμελιώσει τη θέση του στην αρχή της αλληλεγγύης.
Το ερώτημα που επιχειρεί να απαντήσει η μελέτη είναι: η χορηγούμενη από τον ΕΜΣ χρηματοδοτική συνδρομή σε Κράτος-μέλος της Ευρωζώνης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μορφή οικονομικής αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών, παρά τη διατήρηση της ρήτρας μη διάσωσης, που εκ πρώτης όψεως την αποκλείει ή όχι; Θα πρέπει να σημειώσουμε τη διάσταση των απόψεων της κοινής γνώμης στα Κράτη-μέλη, που από τον προϋπολογισμό τους αναλαμβάνουν τη χρηματοδοτική συνδρομή και αυτών που τη λαμβάνουν. Η κοινή γνώμη στα πρώτα θεωρεί ότι η κυβέρνησή τους εξάντλησε την οικονομική αλληλεγγύη προς ένα «ασυνεπή εταίρο», ενώ στα δεύτερα, ενόψει των σκληρών όρων πολιτικής, που επιβάλλονται για τη χορήγηση της συνδρομής, επικρατεί η άποψη η Ένωση δεν επέδειξε αλληλεγγύη αλλά αντίθετα μια τιμωρητική διάθεση απέναντί τους. 
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τις ποικίλες ενστάσεις που μπορούν να υποστηριχθούν για την οικοδόμηση των μηχανισμών χρηματοδοτικής συνδρομής στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, η χρηματοδότηση από τον ΕΜΣ, που συνιστά «διάσωση υπό όρους», αποτελεί ουσιαστικά εκδήλωση αλληλεγγύης έστω και αν αυτή εξαντλείται στη διάσωση από την χρεοκοπία, που  όμως συνδυάζεται με την απαίτηση επίδειξης υπευθυνότητας από το ωφελούμενο Κράτος-μέλος και κινητοποιείται από έναν υπέρτατο σκοπό (πεφωτισμένη ιδιοτέλεια), που δεν είναι άλλος από «τη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της Ζώνης του Ευρώ στο σύνολό της».

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com


Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Μάρτιος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-129/18, SM κατά Entry Clearance Officer, UK Visa Section – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο γʹ, καθώς και των άρθρων 27 και 35 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο γ «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: […] 2.“μέλος της οικογένειας”: […] γ) οι απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνοι του (της) συζύγου ή του (της) συντρόφου, όπως ορίζεται στο στοιχείο β) […]». Επιπρόσθετα και σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/38 «Με την επιφύλαξη τυχόν ατομικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των ενδιαφερομένων και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, το κράτος μέλος υποδοχής διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή των ακόλουθων προσώπων: α) κάθε άλλου μέλους της οικογένειας, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του, που δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 2 εφόσον συντηρείται από τον πολίτη της Ένωσης που έχει ίδιον δικαίωμα διαμονής ή ζει υπό τη στέγη του στη χώρα προέλευσης, ή εφόσον σοβαροί λόγοι υγείας καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του εν λόγω μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου (Supreme Court of the United Kingdom) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της SΜ, Αλγερινής υπηκόου, και της αρμόδιας υπηρεσίας για τη χορήγηση αδειών εισόδου. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η άρνηση της ανωτέρω υπηρεσίας να χορηγήσει στην SΜ άδεια εισόδου στο ΗΒ υπό την ιδιότητα του θετού τέκνου πολίτη Κράτους-μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Ειδικότερα, ο κύριος και η κυρία Μ. ήταν Γάλλοι υπήκοοι που τέλεσαν γάμο στο ΗΒ το 2001. Εν συνέχεια, μετέβησαν στην Αλγερία κατά τη διάρκεια του 2009, προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητά τους για να καταστούν κηδεμόνες ενός παιδιού στο πλαίσιο του Αλγερινού συστήματος kafala. Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής, κρίθηκαν κατάλληλοι να αναλάβουν την επιμέλεια παιδιού υπό το εν λόγω σύστημα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ο όρος «απευθείας κατιών» πολίτη της Ένωσης κατά το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει παιδί το οποίο τελεί υπό τη νόμιμη κηδεμονία πολίτη ή πολιτών της Ένωσης δυνάμει του Αλγερινού συστήματος kafala.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι λόγω του γεγονότος ότι το Αλγερινό σύστημα kafala δεν δημιουργεί σχέση γονέα-τέκνου μεταξύ του παιδιού και του κηδεμόνα του, παιδί όπως η SM, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «απευθείας κατιών» πολίτη της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2004/38.
Ωστόσο, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να διευκολύνουν την είσοδο και τη διαμονή του παιδιού αυτού ως άλλου μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παρ. 2, του Χάρτη, προβαίνοντας σε ισόρροπη και εύλογη εκτίμηση όλων των τρεχουσών και κρίσιμων περιστάσεων, η οποία λαμβάνει υπόψη οπωσδήποτε το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού. Ειδικότερα, το ΔΕΕ έκρινε ότι εάν  διαπιστωθεί ότι το παιδί και ο κηδεμόνας του (ο οποίος είναι πολίτης της Ένωσης) πρόκειται πραγματικά να συμβιώσουν ως οικογένεια και ότι το παιδί αυτό εξαρτάται από τον κηδεμόνα του, οι απαιτήσεις που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής και το υπέρτερο συμφέρον του τέκνου επιβάλλουννα χορηγηθεί στο παιδί δικαίωμα εισόδου και διαμονής ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να ζήσει με τον κηδεμόνα του στο Κράτος-μέλος υποδοχής του τελευταίου.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-681/17, slewo - schlafen leben wohnen GmbH κατά Sascha Ledowski-Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, στοιχείο ιαʹκαι του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/83 «Τα κράτη μέλη δεν παρέχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται στα άρθρα 9 έως 15 για τις εξ αποστάσεως […] συναπτόμενες συμβάσεις, όσον αφορά τα ακόλουθα: […] ε) την προμήθεια σφραγισμένων αγαθών τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Ακυρωτικό Δικαστήριοτης Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της slewo – schlafen leben wohnen GmbH και του Sascha Ledowski, με αντικείμενο την εκ μέρους του τελευταίου άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως όσον αφορά στρώμα που αγόρασε από τον ιστότοπο της slewo. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 16, στοιχείο εʹ της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι η περιλαμβανόμενη στη διάταξη αυτή φράση «σφραγισμένα αγαθά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση» καταλαμβάνει αγαθό, όπως ένα στρώμα, του οποίου το προστατευτικό περιτύλιγμα αφαιρέθηκε από τον καταναλωτή μετά την παράδοσή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 16, στοιχείο ε, της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι η επίδικη φράση δεν καταλαμβάνει αγαθό, όπως ένα στρώμα, του οποίου το προστατευτικό περιτύλιγμα αφαιρέθηκε από τον καταναλωτή μετά την παράδοσή του.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-590/17, Henri Pouvin και Marie Dijoux, épouse Pouvin κατά Electricité deFrance (EDF) – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχεία βʹ και γʹ, της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχεία β και γ «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: […] β) “καταναλωτής”: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, γ) “επαγγελματίας”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de Cassation) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύτου Henri Pouvain και της Marie Dijoux, συζύγου H. Pouvin και της Électricité de France (EDF) σχετικά με αγωγή με αίτημα την καταβολή του υπολοίπου οφειλής από στεγαστικό δάνειο χορηγηθέν στους πρώτους από την εν λόγω εταιρία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, στοιχ. β και γ, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι, αφενός, ο υπάλληλος επιχείρησης και ο/η σύζυγός του, οι οποίοι συνάπτουν με την επιχείρηση αυτή σύμβαση πίστωσης απευθυνόμενη, κατά κύριο λόγο, μόνο στα μέλη του προσωπικού της εν λόγω επιχείρησης και προοριζόμενη να χρηματοδοτήσει την αγορά ακινήτου για ιδιωτικούς σκοπούς, πρέπει να θεωρηθούν «καταναλωτές» και αφετέρου, αν, όσον αφορά τη χορήγηση της εν λόγω πίστωσης, η ίδια αυτή επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί «επαγγελματίας».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο υπάλληλος επιχείρησης και ο/η σύζυγός τουπρέπει να θεωρηθούν «καταναλωτές». 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί «επαγγελματίας», όταν συνάπτει τέτοια σύμβαση πίστωσης στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η χορήγηση πιστώσεων δεν αποτελεί την κύρια δραστηριότητά της.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-221/17, M.G. Tjebbes κ.λπ. κατά Minister van Buitenlandse Zaken - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χωρών (Raad van State) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Μ. G. Tjebbes, G. J. Μ. Koopman, E. Saleh Abady και L. Duboux και του Υπουργού Εξωτερικών σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να εξετάσει τις αιτήσεις τους για έκδοση εθνικού διαβατηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία Κράτους- μέλους, η οποία προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αυτοδίκαιη απώλεια της ιθαγένειας του εν λόγω Κράτους-μέλους (Ολλανδία) η οποία επιφέρει, όσον αφορά τα πρόσωπα εκείνα που δεν έχουν την ιθαγένεια και άλλου Κράτους-μέλους, απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, χωρίς να διενεργείται ατομική εξέταση. Το ζήτημα εξετάστηεκ στο πλάισο της αρχής της αναλογικότητας και ειδικότερα σε σχέση με τις συνέπειεςτης απώλειας της ιθαγένειας στους προσφεύγοντες από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης.
Το ΔΕΕ, αρχικά, υπενθύμισε ότι εάν και ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσεως και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα κάθε Κράτους-μέλους, το γεγονός ότι ένας τομέας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των Κρατών-μελών δεν σημαίνειότι οι σχετικοί κανόνες της εθνικής νομοθεσίας δεν πρέπει, στις περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, να συνάδουν προς το ενωσιακό δίκαιο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕέχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική ρύθμιση, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι σε θέση να εξετάζουντις συνέπειες της εν λόγω απώλειας της ιθαγένειας και, ενδεχομένως, να αποδίδουν εκ νέου την ιθαγένεια στους ενδιαφερομένους. 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ τόνισε ότι οι ανωτέρω αρχές και τα ανωτέρω δικαστήρια οφείλουν να ελέγχουν αν η απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση κάθε ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης.

5. ΔΕΕ, απόφασητης 26ης Μαρτίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-70/17 και C-179/17, Abanca Corporación Bancaria SA και Bankia SA κατά Alberto García Salamanca Santos κ.λπ. – Προδικαστική

Οι αιτήσεις  αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές και ειδικότερα των άρθρων 6 και 7 της Οδηγίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Επιπρόσθετα, δυνάμει του άρθρου 7 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές». Η αίτηση στην υπόθεση C-70/17 υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Supremo) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Abanca Corporación Bancaria SA και του Alberto Garcia Salamanca Santos με αντικείμενο τις συνέπειες που έχει η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας πρόωρης λύσεως, η οποία περιέχεται στη συναφθείσα μεταξύ των δύο αυτών μερών σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. Η αίτηση στην υπόθεση C-179/17 υποβλήθηκε από το ίδιο εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Bankia SA και, αφετέρου, του Alfonso Antonio Lau Mendoza και της Verónica Yuliana Rodríguez Ramírez, με αντικείμενο την εκκρεμούσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποθηκική αγωγή με αντικείμενο αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτου επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη προς εξασφάλιση της αποπληρωμής δανείου. Ας σημειωθεί ότι η ρήτρα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως προέβλεπε εκτός από άλλες περιπτώσεις καταγγελίας της συμβάσεως λόγω μη καταβολής πλειόνων δόσεων, την καταγγελία λόγω μη καταβολής μίας και μόνο δόσεως, Οι επίμαχες ρήτρες προέβλεπαν ότι το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δύναται να κηρύξει την πρόωρη λύση της συμβάσεως και να απαιτήσει την αποπληρωμή του δανείου, άπαξ και ο οφειλέτης δεν καταβάλει μια μηνιαία δόση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια, αφενός, ότι από τη στιγμή που ρήτρα περί πρόωρης λύσεως συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου κρίνεται καταχρηστική, είναι δυνατόν η ρήτρα αυτή, παρά ταύτα, να διατηρηθεί εν μέρει εν ισχύ, με την εξάλειψη των στοιχείων που την καθιστούν καταχρηστική.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοιαότι αντιτίθενται στο να διατηρείται εν μέρει σε ισχύ μια ρήτρα περί πρόωρης λύσεως συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου η οποία κρίθηκε καταχρηστική, διά της απαλοιφής των στοιχείων που την καθιστούν καταχρηστική, όταν μια τέτοια απαλοιφή θα κατέληγε σε αναθεώρηση του περιεχομένου της εν λόγω ρήτρας επηρεάζοντας την ουσία της.

6.ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-297/17, Bashar Ibrahim κ.λπ. κατά Bundesrepublik Deutschland – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 33, παρ. 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 52, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και των άρθρων 4 και 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. στοιχ. α «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αίτηση για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη μόνο εάν:α)η διεθνής προστασία έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος». Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο τεσσάρων ενδίκων διαφορών μεταξύ του Bashar Ibrahim (υπόθεση C-297/17), του Mahmud Ibrahim, της FadwaIbrahim, του Bushra Ibrahim, καθώς και των ανηλίκων Mohammad και Ahmad Ibrahim (υπόθεση C-318/17), και της Nisreen Sharqawi, καθώς και των ανήλικων τέκνων της, Yazan και HosamFattayrji (υπόθεση C-319/17), και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), καθώς και μεταξύ αυτού του Κράτους-μέλους και του Taus Magamadov (υπόθεση C-438/17), σχετικά με αποφάσεις με τις οποίες  η Ομοσπονδιακή υπηρεσία μεταναστεύσεως και προσφύγων, Γερμανία) αρνήθηκε να χορηγήσει άσυλο στους ενδιαφερομένους. Οι περισσότεροι από τους προσφεύγοντες μετέβησαν από τη Συρία στη Βουλγαρία και μετά από παραμονή σε άλλα Κράτη-μέλη εισήλθαν στη Γερμανία και υπέβαλαν αίτηση παροχής ασύλου. Ας σημειωθεί ότι στην υπόθεση C-438/17, ο προσφεύγων εισήλθε στην Πολωνία και μετά κατέληξε στη Γερμανία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 33 της Οδηγίας περί διαδικασιών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα Κράτη-μέλη να απορρίπτουν αίτηση ασύλου ως απαράδεκτη βάσει της παραγράφου 2, στοιχείο α, του άρθρου 33, χωρίς να πρέπει να προσφύγουν κατά προτεραιότητα στις διαδικασίες αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως που προβλέπονται από τους κανονισμούς Δουβλίνο ΙΙ ή Δουβλίνο ΙΙΙ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 33 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα Κράτη-μέλη να απορρίπτουν αίτηση ασύλου ως απαράδεκτη χωρίς να πρέπει ή να μπορούν να προσφύγουν κατά προτεραιότητα στις διαδικασίες αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως που προβλέπει ο κανονισμός Δουβλίνο III.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 33, παρ. 2, στοιχ. α, της Οδηγίας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκ μέρους Κράτους-μέλους (Γερμανία) απόρριψης ως απαράδεκτης μιας αιτήσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα για τον λόγο ότι έχει ήδη χορηγηθεί στον αιτούντα επικουρική προστασία σε άλλο Κράτος-μέλος (Βουλγαρία, Πολωνία-C-438/17) εάν οι συνθήκες διαβιώσεως των δικαιούχων επικουρικής προστασίας σε αυτό το άλλο Κράτος-μέλος είτε αντιβαίνουν στο άρθρο 4 του Χάρτη είτε δεν ανταποκρίνονται στις διατάξεις του κεφαλαίου VII της Οδηγίας 2013/32 χωρίς εντούτοις να συνιστούν παράβαση του εν άρθρου 4 του Χάρτη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 33, παρ. 2, στοιχείο αʹ, δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους Κράτους-μέλους απόρριψη ως απαράδεκτης αίτησης ασύλου λόγω του γεγονότος ότι έχει ήδη χορηγηθεί στον αιτούντα επικουρική προστασία από άλλο Κράτος-μέλος, όταν οι προβλέψιμες συνθήκες διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ο αιτών ως δικαιούχος επικουρικής προστασίας στο άλλο Κράτος-μέλος δεν θα τον εκθέσουν σε σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη. Το γεγονός ότι οι δικαιούχοι μιας τέτοιας επικουρικής προστασίας δεν λαμβάνουν, στο εν λόγω Κράτος-μέλος(Βουλγαρία, Πολωνία), παροχές προς εξασφάλιση της στοιχειώδους διαβιώσεως ή λαμβάνουν αισθητά πιο περιορισμένες παροχές τέτοιου είδους σε σύγκριση με τις παροχές άλλων Κρατών-μελών, ενώ η μεταχείρισή τους δεν διαφέρει από εκείνη που επιφυλάσσεται στους υπηκόους του Κράτους-μέλους αυτού δεν μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι ο αιτών αυτός θα εκτεθεί σε κίνδυνο. Το ΔΕΕ εκτίμησε ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι προσφεύγοντες τίθενται σε κίνδυνο εάν η περίσταση αυτή έχει ως συνέπεια να περιέλθει ο αιτών, λόγω της ιδιαιτέρως ευάλωτης θέσεως του, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-163/17, Abubacarr Jawo κατά Bundesrepublik Deutschland– Προδικαστική

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 2, και του άρθρου 29, παρ. 1 και 2, του Κανονισμού 604/2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του Κράτους-μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε Κράτος-μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα καθώς και του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του ανωτέρω Κανονισμού «1. Η μεταφορά του αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα προς το υπεύθυνο κράτος μέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου από άλλο κράτος μέλος ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου [βοηθήματος] ή επανεξέτασης εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν οι μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος εκτελούνται με ελεγχόμενη αναχώρηση ή με συνοδεία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι εκτελούνται λαμβάνοντας υπόψη τον ανθρώπινο παράγοντα και με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. [...] 2.      Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, το υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου και η ευθύνη μεταβιβάζεται τότε στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται σε ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω φυλάκισης του ενδιαφερομένου ή σε 18 μήνες κατ’ ανώτατο όριο αν ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει. [...] Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει ενιαίους όρους για τη διαβούλευση και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση αναβολής ή καθυστέρησης μεταφορών, μεταφορών κατόπιν αυτόματης αποδοχής, μεταφορών ανήλικου ή εξαρτώμενων προσώπων και ελεγχόμενων μεταφορών. [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Εφετείο του Ομόσπονδου κράτους της Βάδης - Βιρτεμβέργης της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Abubacarr Jawo και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με απόφαση περί μεταφοράς του ενδιαφερομένου στην Ιταλία.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 29, παρ. 2, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει διαφύγειείναι απαραίτητο αυτό να αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά του, ή αν, αντίθετα, αρκεί, συναφώς, ότι το πρόσωπο αυτό έχει εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί, χωρίς οι εν λόγω αρχές να έχουν ενημερωθεί για την απουσία του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκτέλεση της μεταφοράς αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι επίδικο άρθρο του ενωσιακού δικαίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο αιτών «διαφεύγει» όταν αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες για τη μεταφορά του εθνικές αρχές προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά αυτή. Μπορεί να θεωρηθεί ότι τούτο συμβαίνει, όταν η μεταφορά αυτή δεν μπορεί να εκτελεσθεί λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί χωρίς να έχει ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για την απουσία του, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν ενήμερος για τις υποχρεώσεις του συναφώς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στη μεταφορά αιτούντος διεθνή προστασία, προς το Κράτος-μέλος το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία, εάν ο αιτών διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας στο εν λόγω Κράτος-μέλος. Το δικαστήριο αυτό διερωτήθηκε εάν το εν λόγω ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, ζητεί να διευκρινιστεί ποια είναι, στην περίπτωση αυτή, τα κριτήρια βάσει των οποίων το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εκτιμά τις συνθήκες διαβιώσεως ενός προσώπου στο οποίο έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια μεταφορά του αιτούντος διεθνή προστασία, εκτός αν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί προσφυγής κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς διαπιστώσει, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων και υπό το πρίσμα του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, ότι όντως υφίσταται ο κίνδυνος σε περίπτωση μεταφοράς του.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-118/17, Zsuzsanna Dunai κατά ERSTE Bank Hungary Zrt – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του σημείου 3 του διατακτικού της αποφάσεως της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και KáslernéRábai (C-26/13, EU:C:2014:282) και της αρμοδιότητας που έχει παρασχεθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να διασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, καθώς και των θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Ένωσης περί ισότητας ενώπιον του νόμου, περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και περί δίκαιης δίκης.
Η αίτηση υποβλήθηκεαπό το Κεντρικό Δικαστήριο της Βούδας της Ουγγαρίας (Budai Központi Kerületi Bíróság) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Zsuzsanna Dunai και της τράπεζας ERSTE Bank Hungary Zrt., με αντικείμενο τον φερόμενο ως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας προβλέπουσας ότι η συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει κατά τον χρόνο εκταμιεύσεως δανείου συνομολογηθέντος σε ξένο νόμισμα καθορίζεται με βάση την τιμή αγοράς που εφαρμόζει η τράπεζα, ενώ η συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει κατά την εξόφληση του δανείου καθορίζεται με βάση την τιμή πωλήσεως.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να δεχθεί αίτημα για την ακύρωση συμβάσεως δανείου συνομολογηθείσας σε ξένο νόμισμα λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας της συμβάσεως αυτής, κατά την οποία ο καταναλωτής φέρει τις δαπάνες που συνδέονται με τη διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας (η οποία υφίσταται μεταξύ της τιμής πωλήσεως και της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος), ακόμη και στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως θα ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του καταναλωτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι:
α) δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση που εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να δεχθεί αίτημα για την ακύρωση συμβάσεως δανείου λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της προαναφερθείσας ρήτρας σχετικής με τη διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας, υπό την προϋπόθεση η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας αυτής να καθιστά δυνατή την επαναφορά του καταναλωτή στη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα τελούσε ελλείψει της εν λόγω καταχρηστικής ρήτρας, και
β) αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση που εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να δεχθεί αίτημα για την ακύρωση συμβάσεως δανείου λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου, στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική και ότι η σύμβαση δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την εν λόγω ρήτρα.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 93/13, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, αντιτίθεται στη δυνατότητα ανωτάτου δικαστηρίου Κράτους-μέλους να εκδίδει, προς εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας των κανόνων δικαίου, δεσμευτικές αποφάσεις με αντικείμενο τους λεπτομερείς κανόνες για τη θέση σε εφαρμογή της Οδηγίας αυτής.
Το ΔΕΕ αναγνώρισε τη δυνατότητα ανωτάτου δικαστηρίου Κράτους-μέλους να εκδίδει, προς εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας των κανόνων δικαίου, δεσμευτικές αποφάσεις με αντικείμενο τους λεπτομερείς κανόνες για τη θέση σε εφαρμογή της επίμαχης Οδηγίας, υπό την προϋπόθεση οι αποφάσεις αυτές να μην εμποδίζουν το αρμόδιο δικαστήριο να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Οδηγίας και να παρέχει στον καταναλωτή δυνατότητα ασκήσεως αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος.


9. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-557/17, Staatssecretaris van Veiligheiden Justitie κατά Y. Z. κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 16, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2003/86 σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης. Σύμφωνα με το επίδικο άρθρο του ενωσιακού δικαίου «Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απορρίπτουν αίτηση εισόδου και διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, να ανακαλούν ή να αρνούνται να ανανεώσουν την άδεια διαμονής των μελών της οικογένειας, εφόσον καταδεικνύεται: α) ότι χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα, ότι διαπράχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο απάτη ή χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα». Η αίτηση υποβλήθηκεαπό το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χώρων (Raadvan State) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύτου Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης των Κάτω Χωρών και αφετέρου, των Y. Z.(πατέρας), Z. Z.(μητέρα) και Y. Y.(γιος) σχετικά με αποφάσεις του Υφυπουργού με τις οποίες ανακάλεσε τις άδειες διαμονής που είχαν χορηγηθεί στους Y. Z., Y. Y. και Z. Z., διατάσσοντάς τους να εγκαταλείψουν αμέσως την επικράτεια των Κάτω Χωρών και απαγορεύοντας την επιστροφή τους.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 16, παρ. 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκ μέρους Κράτους- μέλους ανάκληση των αδειών διαμονής που χορηγήθηκαν στα μέλη της οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας (Κινέζος) με την αιτιολογία ότι προσκομίσθηκαν παραποιημένα έγγραφα για τη λήψη αυτών των αδειών διαμονής, σε περίπτωση που τα εν λόγω μέλη της οικογένειας (μητέρα και γιος) αγνοούσαν τον απατηλό χαρακτήρα των εγγράφων αυτών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο 16, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι Κράτος-μέλος μπορεί να προβεί στην ανάκληση των ως άνω αδειών διαμονής. Ωστόσο, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να διενεργούν προηγουμένως εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασης των μελών αυτών, προβαίνοντας σε ισόρροπη και εύλογη εκτίμηση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων.

10. ΔΕΕ, απόφασητης 27ης Μαρτίου 2019, ΥπόθεσηC-545/17, Mariusz Pawlak κατά Prezes Kasy Rolniczego Ubezpieczenia Społecznego - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, πρώτη περίοδος, της Οδηγίας 97/67 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο του ενωσιακού δικαίου «Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας, οι υπηρεσίες που μπορούν να ανατίθενται αποκλειστικά από κάθε κράτος μέλος στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας είναι η συλλογή, η διαλογή, η μεταφορά και η διανομή των αντικειμένων αλληλογραφίας εσωτερικού, είτε με ταχύτερη διανομή είτε όχι, των οποίων η τιμή είναι μικρότερη από το πενταπλάσιο του δημοσίου τέλους ενός αντικειμένου αλληλογραφίας της πρώτης βαθμίδας βάρους της ταχύτερης τυποποιημένης κατηγορίας, αν υπάρχει, εφόσον το βάρος τους δεν υπερβαίνει τα 350 g. Εξαιρέσεις ως προς τους περιορισμούς βάρους και τιμής είναι δυνατόν να επιτρέπονται στην περίπτωση που παρέχονται δωρεάν ταχυδρομικές υπηρεσίες σε άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας (Sąd Najwyższy) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Mariusz Pawlak και του Προέδρου του ταμείου κοινωνικής ασφαλίσεως των γεωργών σχετικά με την επιδίκαση αποζημιώσεως στον M. Pawlak λόγω ατυχήματος που αυτός υπέστη κατά την εκτέλεση γεωργικών εργασιών. Ο M. Pawlak, δεν ικανοποιήθηκε από την απόφαση του προέδρου του KRUS επί της αιτήσεώς του και προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του KRUS άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι περιήλθε στο δικαστήριο αυτό στις 22 Ιουνίου 2016, ενώ η προβλεπόμενη προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως αυτής είχε λήξει στις 20 Ιουνίου 2016. Το εφετείο έκρινε ότι δεν ασκούσε επιρροή το γεγονός ότι στη σφραγίδα του ταχυδρομικού αντικειμένου, το οποίο είχε παραδοθεί σε φορέα παροχής υπηρεσιών διαφορετικό από τον καθορισμένο φορέα παροχής υπηρεσιών, αναφέρεται η ημερομηνία της 20ής Ιουνίου 2016, η οποία είναι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 165, παράγραφος 2, του kpc, μόνον η παράδοση δικογράφου σε καθορισμένο φορέα παροχής υπηρεσιών, έστω και αν η παράδοση αυτή γίνεται με απλό ταχυδρομείο, επέχει θέση καταθέσεως του δικογράφου αυτού ενώπιον του οικείου δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 7, παρ. 1, πρώτη περίοδος της επίμαχης Οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανόνα του εθνικού δικαίου, ο οποίος αναγνωρίζει την παράδοση δικογράφου σε ταχυδρομικό γραφείο του καθορισμένου για την παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας φορέα ως επέχουσα θέση καταθέσεως ενώπιον του οικείου δικαστηρίου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η εθνική διάταξη έχει ως αποτέλεσμα η εν λόγω υπηρεσία να τίθεται εκτός του ελεύθερου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά των ταχυδρομικών υπηρεσιών και παρέχει ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα για την εγκαθίδρυση και την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 7, παρ. 1 της επίμαχης Οδηγίας.

11. ΔΕΕ, απόφασητης 13ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-437/17, Gemeinsamer Betriebsrat Eurothermen Resort Bad Schallerbach GmbH κατά Eurothermen Resort Bad Schallerbach GmbH –Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Συμβουλίου εργαζομένων της Eurothermen και της Eurothermen Resort Bad Schallerbach GmbH σχετικά με τη μερική μόνο προσμέτρηση, για τον καθορισμό των δικαιωμάτων σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών των εργαζομένων της εταιρίας αυτής, περιόδων προϋπηρεσίας των εργαζομένων αυτών σε άλλους εργοδότες.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, η οποία, προκειμένου να καθορίσει αν εργαζόμενος που έχει συμπληρώσει συνολικά 25 έτη επαγγελματικής δραστηριότητας δικαιούται αύξηση της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών από 5 σε 6 εβδομάδες, προβλέπει ότι τα έτη τα οποία αυτός συμπλήρωσε στο πλαίσιο μιας ή περισσοτέρων σχέσεων εργασίας προγενέστερων της σχέσεως με τον νυν εργοδότη του προσμετρώνται μόνο μέχρι του ανωτάτου ορίου των 5 ετών επαγγελματικής δραστηριότητας έστω και αν ο πραγματικός αριθμός τους υπερβαίνει τα 5 έτη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο δεν αντιτίθεται στην επίμαχη εθνική νομοθεσία.







Τρίτη 14 Μαΐου 2019

CES-Duth Working Paper 3/2019
Προς την οικοδόμηση ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου
Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή Δ.Π.Θ

Ι. Εισαγωγικά 

Οι εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Ευρ.Κοινβ) φέρνουν εκ νέου στο προσκήνιο της πολιτικής και επιστημονικής συζήτηση, δυστυχώς όχι στην χώρα μας, το ζήτημα της εμβάθυνσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης της δράσης Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο του προβληματισμού κατά την περίοδο της διαχείρισης της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη, όταν τα Κράτη-μέλη επέλεξαν διακυβερνητικά εργαλεία αντιμετώπισης της κρίσης αλλά και ενίσχυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης, που ως τέτοια ήταν ελάχιστα δημοκρατικά νομιμοποιημένα και διακρίνονταν για έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην αναζήτηση λύσεων έχουν κατατεθεί στη σχετική συζήτηση διάφορες απόψεις, που όλες - λιγότερο ή περισσότερο η κάθε μία - συνδέονται με το ρόλο του Ευρ.Κοινβ στην κρίσιμη αυτή καμπή της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι βασικές «σχολές σκέψεις» είναι οι εξής: 
(α) Η ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αποτελεί μια κλασσική και παραδοσιακή προσέγγιση, αφού εξ αρχής η συρρίκνωση του κοινοτικού δημοκρατικού ελλείμματος συνδέθηκε με την αύξηση των αρμοδιοτήτων του Ευρ.Κοινβ, τόσο στη λήψη των αποφάσεων όσο και στο πολιτικό έλεγχο.
(β) Η ενίσχυση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων, που ως εναλλακτική λύση αναδείχθηκε κατά τη λήψη των αποφάσεων, που συνδέθηκαν με την διαχείριση της κρίσης χρέους. Η φύση των μεθόδων που επιλέχθηκαν και ο διακυβερνητικός τους χαρακτήρας είχε ως αποτέλεσμα την δραστηριοποίηση των εθνικών κοινοβουλίων μέσω των επικυρωτικών διαδικασιών, που ακολούθησαν ενώ η διεκδίκηση ενός ουσιαστικού ρόλου ενισχύθηκε από τις αλλεπάλληλες αποφάσεις του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η εναλλακτική αυτή λύση μπορεί να λειτουργήσει είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ανάλογα με το επίπεδο λήψης των αποφάσεων.  
(γ) Η ενίσχυση της διακοινοβουλευτικής συνεργασίας Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών Κοινοβουλίων, που φαντάζει ως ο «τρίτος δρόμος» με σημείο αναφοράς τη Συνθήκη της Λισαβόνας, που στο Πρωτόκολλο 1 σχετικά με το ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων στη Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι «Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια καθορίζουν από κοινού την οργάνωση και την προώθηση αποτελεσματικής και τακτικής διακοινοβουλευτικής συνεργασίας στο εσωτερικό της Ένωσης».

II. Η ανάγκη οικοδόμησης ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου: λόγος και αντίλογος 

Από σημαντική μερίδα της θεωρίας υποστηρίζεται ότι η αντιμετώπιση του ελλείμματος δημοκρατίας της Ένωσης γενικότερα και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης ειδικότερα απαιτεί την οικοδόμηση ενός «Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου» (European Political Space), η έλλειψη του οποίου παρουσιάστηκε ανάγλυφα κατά τη διάρκεια της διαχείρισης της κρίσης, όταν κυριάρχησαν οι διακυβερνητικού χαρακτήρα διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε συνδυασμό με μια φανερή ενίσχυση της ενωσιακής τεχνοκρατίας. 
Στο πλαίσιο αυτό τονίζεται ότι «η Ένωση είναι μια δημοκρατία χωρίς λαό (demos)», όπου «δεν υπάρχει πραγματική εκπροσώπηση και λογοδοσία» στο βαθμό που όταν αποτύχει μια πολιτική της Ένωσης οι ευρωπαϊκοί λαοί καλούμενοι στις ευρωπαϊκές εκλογές δεν έχουν την εξουσία να καταψηφίσουν τους υπευθύνους της αποτυχίας και να επιλέξουν καταλληλότερους ηγέτες. Η κατάσταση αυτή ισοδυναμεί με «πολιτικό έλλειμμα», που αποτελεί τον πυρήνα του δημοκρατικού ελλείμματος της Ένωσης. Το πολιτικό αυτό έλλειμμα επί δεκαετίες καλύπτονταν από την νομιμοποίηση που προσέδιδε στην Κοινότητα και στην Ένωση  ένας κατ’ εξοχήν πολιτικός «μεσσιανισμός» (messianism), που μπορούσε να κινητοποιεί δυνάμεις και να εξασφαλίζει αποδοχή «στο κυνήγι της Γης της Επαγγελίας που περιμένει στο τέλος του δρόμου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Σήμερα όμως, που λόγω της κρίσης, κάθε απόθεμα νομιμοποίησης έχει εξαντληθεί «η πολιτικοποίηση της Ένωσης είναι το κλειδί για την κατάκτηση μιας πειστικής πολιτικής νομιμοποίησης» (J.H.H. Weiler  2013, 115 επ).  
Από την πλευρά του ο Miguel Poiares Maduro, κρίνοντας ότι είναι αναγκαία η πολιτική ενοποίηση, που θα υποστηρίξει την ολοένα και μεγαλύτερη εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων καθώς και την οικονομική αλληλεγγύη προς τα μέλη της Ένωσης, υποστηρίζει ότι «το σημείο εκκίνησης της διαδικασίας εγκαθίδρυσης της πολιτικής ενοποίησης πρέπει να είναι η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου (space)». Τονίζει, εξάλλου, ότι η πολιτική ενοποίηση δεν μπορεί να βασισθεί μόνο στους εθνικούς πολιτικούς χώρους, αφού κάτι τέτοιο «θα έπασχε τόσο από την έλλειψή μιας ξεκάθαρης πολιτικής εξουσίας που θα αναλάβει να ασκήσει τις παραχωρημένες εξουσίες όσο και από την αδυναμία εσωτερίκευσης των δημοκρατικών συνεπειών της αλληλεξάρτησης μεταξύ των Κρατών-μελών της Ένωσης» (M. P Maduro 2012).
Ακόμη, ο Mattias Kumm, τονίζει ότι κατά τη διαχείριση της κρίσης τα Κράτη-μέλη και κυρίως οι κυβερνήσεις τους (εκτελεστική εξουσία) «αιχμαλώτισαν» την ευρωπαϊκή πολιτική διαδικασία και εμπόδισαν την κινητοποίηση των αυτόνομων ευρωπαϊκών δυνάμεων νομιμοποίησης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι συγκρούσεις να είναι διακρατικού χαρακτήρα (οι Γερμανοί και οι Γάλλοι κατά των Ελλήνων και Ισπανών ή οι χώρες που παρείχαν χρηματοδοτική στήριξη εναντίον των χωρών που την έλαβαν κα), οι λύσεις παρουσιάστηκαν χωρίς την ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών και όχι ως αποτέλεσμα ενός ευρωπαϊκού πολιτικού διαλόγου και της συνακόλουθης υποχρέωσης λογοδοσίας στην περίπτωση της αποτυχίας τους. Στην ουσία οι ευρωπαίοι  πολίτες, όταν καλούνται να ψηφίσουν στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν έχουν να επιλέξουν μεταξύ πολιτικών - κυβερνητικών προγραμμάτων και των ηγετών, που εγγυώνται την εφαρμογή τους, στο βαθμό που «η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση δεν έχει κυβέρνηση» (J.H.H. Weiler  2013, 115 επ). Έτσι, αυτοί είτε απέχουν είτε στρέφονται στον εθνικιστικό λαϊκισμό ή στον ευρωσκεπτικισμό (M. Kumm, 2013, 135 επ). 
Τέλος, προτείνεται η πολιτικοποίηση της Ένωσης ως μέσο για την ενίσχυση της νομιμοποίησης των θεσμών της. Η θέση αυτή στηρίζεται στη σημασία ενός ευρωπαϊκού πολιτικού διαλόγου, που θα ξεκαθαρίζει τα ζητήματα και θα νομιμοποιεί τις λύσεις που επιλέγονται στα μάτια των πολιτών καθώς και στα μειονεκτήματα της διακυβερνητικής διαπραγμάτευσης, που διεξάγεται πίσω από κλειστές πόρτες. Η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πολιτικού χώρου θα περιορίσει, εξάλλου, «τον τεχνοκρατικό αυτοματισμό», που τείνει να αποτελέσει τον κανόνα κατά την διαχείριση της κρίσης και περιορίζει το ρόλο της Επιτροπής «στον εφαρμοστή ανέφικτων οικονομικών κανόνων, που συνεπάγονται δυστυχία σε όλο και περισσότερο εξαθλιωμένους ευρωπαίους πολίτες» (Viv. Schmidt  2013, 167 – 169). 
Ανεξάρτητα από την επιμέρους επιχειρηματολογία όλες οι παραπάνω προσεγγίσεις συντείνουν σε ένα κοινό τόπο: Η αναγκαία, για την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης, δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου περνά μέσα από την μετατροπή των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε εκλογές για την ανάδειξη της κυβέρνησης της Ένωσης. Οι υποστηριχτές της ανωτέρω θέσης προβάλλουν τα εξής επιχειρήματα υπέρ των απόψεών τους: 

Πρώτον, θα ενισχυθεί σημαντικά η δημοκρατική νομιμοποίηση του Προέδρου και της Επιτροπής και θα διασφαλισθεί η διαφάνεια κατά τη συγκρότηση και η λογοδοσία κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Η αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση θα επιτρέψει στην Επιτροπή να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία κατά την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και να απεμπλακεί από «το ρόλο της γραμματείας, του εφαρμοστή διακυβερνητικών αποφάσεων και ελεγκτή» (J.H.H. Weiler  2013, 117), που της επιφύλαξαν τα Κράτη-μέλη (ή ορισμένα μόνο από αυτά) κατά τη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, η Επιτροπή θα αυξήσει την αποτελεσματικότητά της, αφού θα γίνει περισσότερο συμπαγής πολιτικά και η σύνθεσή της θα διαμορφώνεται με βάση την ικανότητα εφαρμογής μιας συγκεκριμένης πολιτικής πλατφόρμας την οποία επέλεξαν οι ευρωπαίοι πολίτες στις εκλογές. Το αυξημένο πολιτικό κύρος της Επιτροπής θα της επιτρέψει να ασκήσει αποτελεσματικά τις νέες εξουσίες της επί των εθνικών προϋπολογισμών, προσεγγίζοντας αυτές με περισσότερο πολιτικό τρόπο από το σημερινό τεχνοκρατικό αυτοματισμό και το διαρκές κυνήγι αριθμητικών στόχων και της αντίληψης one-size-fits-all. 

Δεύτερον, ο Ευρωπαϊκός Πολιτικός Χώρος θα ενισχύσει περαιτέρω τη δημοκρατική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που είναι ο θεσμός εκείνος που εθίγη περισσότερο από τις διακυβερνητικού χαρακτήρα λύσεις που προτιμήθηκαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Το Ευρ.Κοινβ, έτσι, θα καταστεί το επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου και της παραγωγής ιδεών και πολιτικής. Παράλληλα, θα αποτελέσει το θεσμό εκείνο ενώπιον του οποίου λογοδοτεί καθημερινά η Επιτροπή, η δε κατά το άρθρο 17 παρ. 8 ΣΕΕ εξουσία αποπομπής της Επιτροπής μετά την υιοθέτηση πρότασης μομφής θα αποκτήσει ουσιαστικότερο περιεχόμενο.

Τρίτον, μέσω της επεξεργασίας και προβολής των πολιτικών προγραμμάτων των ευρωπαϊκών κομμάτων, που θα ενσωματώνουν υπερεθνικές πολιτικές, θα ενισχυθεί ο πολιτικός διάλογος και η σύγκρουση των πολιτικών ιδεών  (δεξιάς – αριστεράς) σχετικά με την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και την επεξεργασία και εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης. Άλλωστε, όπως παρατηρείται «δημοκρατία χωρίς πολιτική είναι ένα σχήμα οξύμωρο» (J.H.H. Weiler  2013, 117).  Η επαναφορά του πολιτικού διαλόγου στις διαδικασίες παραγωγής πολιτικής της Ένωσης θα επιτρέψει, εξάλλου, την ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων μεταξύ των οποίων οι ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να επιλέξουν.  

Τέταρτον, η ύπαρξη εναλλακτικών προτάσεων, που τίθενται ενώπιον των πολιτών για να επιλέξουν, θα ενισχύσει το ενδιαφέρον τους για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την κινητοποίηση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων και θα αποτελέσει φραγμό στον ευρωσκεπτικισμό (M. Kumm, 2013, 136). Το γεγονός ότι οι ευρωπαίοι πολίτες ολοένα και περισσότερο στρέφουν την πλάτη τους, προτιμώντας να απέχουν, στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παρά τη σημαντικότατη αύξηση των εξουσιών του καταδεικνύει την ανάγκη δημιουργίας ενός πολιτικού χώρου στο πλαίσιο του οποίου αυτές θα μπορέσουν αυτές οι εξουσίες να ασκηθούν ουσιαστικά. 

Πέμπτον, η  δημιουργία του Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου θα βοηθήσει, εξάλλου, στην οικοδόμηση πραγματικών ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, που κατά το άρθρο 10 παρ. 4 ΣΕΕ «συμβάλλουν στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής συνείδησης και στην έκφραση της βούλησης των πολιτών της Ένωσης». 

Απέναντι σε αυτή την επιχειρηματολογία ο αντίλογος φαντάζει πτωχός και παρωχημένος. Υποστηρίζεται ότι ο ρόλος αλλά και ο τρόπος ανάδειξης της Επιτροπής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου είναι αντίθετος με την κατά το άρθρο 17 παρ. 3 εδαφ. γ ΣΕΕ ανεξαρτησία της Επιτροπής. Στο επιχείρημα αυτό αντιτάσσεται ότι η ανεξαρτησία της Επιτροπής και των μελών της αφορά τις σχέσεις της με τις κυβερνήσεις των Κρατών-μελών και τα ιδιωτικά συμφέροντα. Αντίθετα, η Επιτροπή πάντα ήταν πολιτικά υπεύθυνη απέναντι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Άλλωστε και η ίδια η Συνθήκη με τη νέα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 ΣΕΕ προτρέπει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να λάβει υπόψη του κατά την επιλογή του Προέδρου της Επιτροπής τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εξάλλου, υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή «διασφαλίζει το κοινό συμφέρον», κάτι που τίθεται σε αμφιβολία από το προτεινόμενο μοντέλο για τη συγκρότησή της. Αυτό, όμως, είναι ικανό να εμποδίσει κατά τη διαμόρφωσή εκ μέρους της Επιτροπής του «κοινού συμφέροντος» την εμπλοκή πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών; Τέλος, προβάλλεται ότι ο ρόλος που επιφύλαξαν οι πατέρες των Συνθηκών στην Επιτροπή είναι διαχειριστικός των πολιτικών της Ένωσης, δηλαδή κατά βάση τεχνοκρατικός και όχι πολιτικός, όπως αυτός που θα κληθεί να διαδραματίσει στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι νέες εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης και ιδιαίτερα αυτές που αφορούν ευαίσθητους πολιτικά τομείς, όπως οι εθνικοί προϋπολογισμοί, απαιτούν ευρύτατη δημοκρατική νομιμοποίηση και μια περισσότερο πολιτική προσέγγιση παρά την κατά παράδοση τεχνοκρατική. 

III. Βήματα προς την κατεύθυνση δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου

Η υλοποίηση του στόχου της δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου αυτού απαιτεί τα εξής:

Κάθε ευρωπαϊκή πολιτική ομάδα (κόμμα), που συμμετέχει στις εκλογές του Ευρ.Κοινβ, επιλέγει και προτείνει τον υποψήφιό του για την κατάληψη της θέσης του Προέδρου της Επιτροπής σε περίπτωση νίκης στις εκλογές. Παράλληλα, επεξεργάζεται και προβάλλει την πολιτική – κυβερνητική του πλατφόρμα (πρόγραμμα), που ο υποψήφιος του προτίθεται να εφαρμόσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι ευρωπαίοι πολίτες θα έχουν να κάνουν μια πραγματική πολιτική επιλογή στις εκλογές μεταξύ των πολλών που θα παρουσιασθούν. 

Σε κάθε Κράτος-μέλος τα πολιτικά κόμματα, που συμμετέχουν στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρ.Κοινβ, θα πρέπει να παρουσιάσουν τον υποψήφιο, που συγκεντρώνει την προτίμησή τους για την κατάληψη της θέσης του μέλους της Επιτροπής. Οι κυβερνήσεις των Κρατών-μελών θα πρέπει να προτείνουν ως μέλη της Επιτροπής κατά το άρθρο 17 παρ. 7 εδαφ. β ΣΕΕ  τους υποδειχθέντες υποψήφιους των κομμάτων που νίκησαν στις εκλογές.  Η διαδικασία αυτή θα αυξήσει τη διαφάνεια, θα επιτρέψει στους εκλογείς επιλογή προσώπων και προγραμμάτων, θα ενισχύσει τη νομιμοποίηση  και θα επιβάλλει τη λογοδοσία στις επόμενες εκλογές (Ing. Pernice, 2013, 4 – 26).                  
Αναμφίβολα η εγκαθίδρυση της Πολιτικής Ένωσης απαιτεί την τροποποίηση των Συνθηκών, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι η οι υποστηριχτές της δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου, όπως αυτός σκιαγραφήθηκε παραπάνω, που θα αποτελέσει σημείο εκκίνησης της πορείας προς την Πολιτική Ένωση και θα επιχειρήσει να συνδέσει την διακυβέρνηση με την πολιτική, τονίζουν ότι ο Χώρος αυτός έχει ως προαπαιτούμενο περισσότερο την «αλλαγή της πολιτικής κουλτούρας της Ευρώπης» και λιγότερο την τροποποίηση των Συνθηκών (M. P. Maduro, 2012, 34 – 35). Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 ΣΕΕ μπορούν σε μεγάλο βαθμό να υποστηρίξουν τη δημιουργία του Χώρου, αν υπάρξει η σχετική πολιτική βούληση προς τούτο. Η ανάγκη αλλαγής της πολιτικής κουλτούρας τονίζεται από τη  V. A. Schmidt, που σημειώνει ότι η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου δεν αποτελεί πανάκεια αλλά στοίχημα, που μπορεί και να χαθεί όσο η οικονομική κρίση δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά και η ζωή εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών επιδεινώνεται συνεχώς, όσο οι εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παραμένουν ένα δεύτερης τάξης ζήτημα για τα πολιτικά κόμματα και τους ευρωπαίους πολίτες και όσο οι υποψήφιοι και τα κόμματά τους δεν εφευρίσκουν πληρέστερες αφηγήσεις και επεξεργασμένα οράματα για το τι είναι και προς τα πού οδεύει η Ευρώπη. Στους παραπάνω κινδύνους θα προσθέταμε και τον κλονισμό της εμπιστοσύνης μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών. Ένα τέτοιο όμως πολιτικό πλαίσιο ευνοεί τις ακραίες αντιλήψεις για το ενωσιακό φαινόμενο και μπορεί να φαλκιδεύσει, ευκαιριακά έστω, την αντιπροσωπευτικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής (Viv. Schmidt  2013, 168 – 169). Οι κίνδυνοι αυτοί, πάντως, δεν θα πρέπει να εμποδίσουν το εγχείρημα.

IV. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

(α) Οι νέες εξουσίες που ανατίθενται στα όργανα της Ένωσης και κυρίως στην Επιτροπή, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν τους εθνικούς προϋπολογισμούς, απαιτούν ενισχυμένη δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία. Οι λύσεις που θα επιλεγούν προς την κατεύθυνση αυτή δεν θα πρέπει να αποτελούν απλή αντιγραφή εθνικών θεσμών και διαδικασιών, που κατά κανόνα μεταφερόμενες αυτούσιες στο επίπεδο της Ένωσης χάνουν τη λειτουργικότητά τους, αυξάνουν την πολυπλοκότητά της και φαλκιδεύουν την αποτελεσματικότητα των θεσμών της. Η σταδιακή εγκαθίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Πολιτικού Χώρου, αν και δεν αποτελεί πανάκεια μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης της πορείας προς την Πολιτική Ένωση και σε κάθε περίπτωση βήμα προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης των ευρωπαϊκών θεσμών.

(β) Η συρρίκνωση του δημοκρατικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα και της ΟΝΕ ειδικότερα μέσα από την επιλογή διαδικασιών που θα αυξήσουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία των θεσμών της απαιτεί την αλλαγή της πολιτικής κουλτούρας, που διέπει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στην παρούσα φάση, ως απαρχή της πορείας προς την πολιτική Ένωση, που θα εξασφαλίσει οριστικά δημοκρατία και αποτελεσματικότητα. Η πορεία αυτή, όμως, «απαιτεί σε κάθε περίπτωση ένα σοβαρό πολιτικό διάλογο και αποφάσεις από εκλεγμένα όργανα. Στην παρούσα οικονομική και κοινωνική κατάσταση, που απαιτεί μείζονές και δύσκολες αλλαγές σε όλα τα Κράτη-μέλη, κανένα μέτρο, ανεξάρτητα από τον τεχνοκρατικό ή μη χαρακτήρα του, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απλά ως «απαίτηση των Βρυξελλών» (ή της Φραγκφούρτης)» (Rol. Bieber,  2011, σελ. 11). Ένας τέτοιος διάλογος, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, κατά την περίοδο της κρίσης δεν υπήρξε.     

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Rol. Bieber,  Observer - Policeman - Pilot? On Lacunae of Legitimacy and the Contradictions of Financial Crisis Management in the European Union, EUI LAW Working Papers, No. 2011/16 (2011), διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://hdl.handle.net/1814/19696.

2. M.Kumm, Democratic Challenges Arising from the Eurocrisis: What kind of a constitutional crisis is Europe in and what should be done about it?, στο European Parliament, Challenges of multi-tier governance in the European Union, Effectiveness, efficiency and legitimacy (Compendium of Notes), Μάρτιος 2013, σελ. 124 – 137, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://www.europarl.europa.eu/activities/committees/studies.do?language=EN               

3. M. P. Maduro, A new governance for the European Union and the Euro: Democracy and Justice, RSCAS Policy Papers 2012/11, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://cadmus.eui.eu/bitstream/handle/1814/24295/RSCAS_PP_2012_11rev.pdf?sequence=1

4. Viv. Schmidt, EU Differentiated Integration and the Role of the EU Political Economy, στο European Parliament, Challenges of multi-tier governance in the European Union, Effectiveness, efficiency and legitimacy (Compendium of Notes), Μάρτιος 2013, σελ.  161 – 175, οπ. παρ.                            

5. Ing. Pernice, What future(s) of democratic governance in Europe: learning from the crisis, στο European Parliament, Challenges of multi-tier governance in the European Union, Effectiveness, efficiency and legitimacy (Compendium of Notes), Μάρτιος 2013, σελ. 4 – 26, οπ. παρ.                             

6. J.H.H. Weiler, Democracy without the People: The Crisis of European Legitimacy “own resources”, στο European Parliament, Challenges of multi-tier governance in the European Union, Effectiveness, efficiency and legitimacy (Compendium of Notes), Μάρτιος 2013, σελ. 111 - 123, οπ. παρ.

7. Μιχ. Δ. Χρυσομάλλη, Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση: Οικοδόμηση, Εμβάθυνση, Ζητήματα Δημοκρατίας και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018
                            

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com





Σάββατο 11 Μαΐου 2019


CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Φεβρουάριος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ


1. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-492/18 PPU, Openbaar Ministerie κατά TC- Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια. Επιπροσθέτως, το άρθρο 17 της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 ορίζει ότι «1. Για την εξέταση και εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ακολουθείται διαδικασία επείγοντος. […] 3. Στις λοιπές περιπτώσεις, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος   σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός 60 ημερών από τη σύλληψη του καταζητούμενου. 4. Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προβλεπόμενων στις παραγράφους 2 ή 3 προθεσμιών, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Σε αυτή την περίπτωση, οι προθεσμίες μπορούν να παρατείνονται κατά τριάντα ημέρες.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ των Κάτω χωρών (Rechtbank Amsterdam) στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στις Κάτω Χώρες, ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως το οποίο εξέδωσαν οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις 12 Ιουνίου 2017 εις βάρος του TC. Ειδικότερα, ο TC ήταν Βρετανός υπήκοος που κατοικούσε στην Ισπανία και θεωρούνταν ως εγκέφαλος εγκληματικής οργανώσεως, που διενεργούσε διακίνηση και πώληση σκληρών ναρκωτικών. Οι επίδικες εθνικές ρυθμίσεις προέβλεπαν γενική και άνευ όρων υποχρέωση απολύσεως μετά την πάροδο των 90 ημερών από τη σύλληψη του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία προβλέπει γενική και άνευ όρων υποχρέωση απολύσεως ενός προσώπου που καταζητείται και συλλαμβάνεται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μόλις παρέλθει προθεσμία 90 ημερών από τη σύλληψή του, στην περίπτωση που υφίσταται πολύ σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του, ο οποίος δεν μπορεί να μειωθεί σε αποδεκτό επίπεδο διά της επιβολής καταλλήλων μέτρων. Επιπροσθέτως, τέθηκε το ζήτημα αν το άρθρο 6 του Χάρτη έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία η οποία επιτρέπει να συνεχίζεται η κράτηση του καταζητούμενου και μετά την προθεσμία των 90 ημερών, βάσει μιας ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας, κατά την οποία η συγκεκριμένη προθεσμία αναστέλλεται όταν η δικαστική αρχή εκτελέσεως αποφασίζει είτε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είτε να αναμείνει την απάντηση επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε άλλη δικαστική αρχή εκτελέσεως είτε, ακόμη, να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως περί παραδόσεως, επειδή στο Κράτος-μέλος που εξέδωσε το ένταλμα υφίσταται ενδεχομένως πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο καταζητούμενος απάνθρωπες ή εξευτελιστικές συνθήκες κρατήσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Απόφαση – Πλαίσιο 2002/584 αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομοθεσία ενώ το άρθρο 6 του Χάρτη αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική νομολογία.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-630/17, Anica Milivojević κατά Raiffeisenbank St. Stefan-Jagerberg-Wolfsberg eGen– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 56 και 63 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 4, παρ. 1, του άρθρου 17, του άρθρου 24, σημείο 1, και του άρθρου 25 του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ειρηνοδικείο Ριέκα της Κροατίας (Općinskisud u Rijeci – Stalnaslužba u Rabu) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Anica Milivojević, κατοίκου Κροατίας, και της Raiffeisenbank St. Stefan-Jagerberg-Wolfsberg eGen, εταιρίας αυστριακού δικαίου, με αντικείμενο αγωγή, ασκηθείσα από την Α. Milivojević, με την οποία ζητείται η ακύρωση της συναφθείσας με τη Raiffeisenbank συμβάσεως πιστώσεως και της συμβολαιογραφικής πράξεως περί συστάσεως υποθήκης προς εξασφάλιση της απαιτήσεως, καθώς και η εξάλειψη της εγγραφείσας στο κτηματολόγιο εμπράγματης ασφάλειας.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 56 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία Κράτους-μέλους, που έχει ως συνέπεια οι συμβάσεις πιστώσεως και οι ερειδόμενες επ’ αυτών δικαιοπραξίες, που συνάπτονται στο έδαφος αυτού του Κράτους-μέλους μεταξύ των οφειλετών και των πιστωτών, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο Κράτος-μέλος και δεν είναι κάτοχοι αδείας εκδοθείσας από τις αρμόδιες αρχές του πρώτου Κράτους-μέλους, προκειμένου να ασκούν τη δραστηριότητά τους στο έδαφός του, να είναι άκυρες από της συνάψεώς τους, έστω και εάν συνήφθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος της εν λόγω νομοθεσίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ αντιτίθεται στην επίδικη εθνική νομοθεσία.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-581/17, Martin Wächtler κατά Finanzamt  Konstanz - Προδικαστική.

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Κρατών-μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999. Η αίτηση υποβλήθηκε από το φορολογικό δικαστήριο Βάδης - Βυρτεμβέργης της Γερμανίας (Finanzgericht Baden-Württemberg) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του M. Wächtler και της φορολογικής αρχής της Κωνσταντίας (Γερμανία), με αντικείμενο την απόφαση της εν λόγω αρχής να φορολογήσει, συνεπεία της μεταφοράς της κατοικίας του M. Wächtler από τη Γερμανία στην Ελβετία, τη λανθάνουσα υπεραξία των μεριδίων συμμετοχής του σε εταιρία εγκατεστημένη στη Ελβετία, της οποίας είναι ο διαχειριστής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν οι διατάξεις της Συμφωνίας ΕΚ-Ελβετίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε φορολογική ρύθμιση Κράτους-μέλους (Γερμανία) η οποία, σε περίπτωση που ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι υπήκοος Κράτους-μέλους και ασκεί οικονομική δραστηριότητα εντός της Ελβετικής Συνομοσπονδίας μεταφέρει την κατοικία του από το Κράτος-μέλος (Γερμανία) προς την Ελβετία, προβλέπει την είσπραξη, κατά τον χρόνο της μεταφοράς αυτής, του φόρου που οφείλεται επί των υπεραξιών των εταιρικών μεριδίων του εν λόγω υπηκόου, ενώ, αντιθέτως, σε περίπτωση διατήρησης της κατοικίας στο ίδιο Κράτος-μέλος, η είσπραξη του φόρου διενεργείται μόνον όταν πραγματοποιηθούν οι υπεραξίες, δηλαδή κατά τη μεταβίβαση των οικείων εταιρικών μεριδίων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις της Συμφωνίας ΕΚ-Ελβετίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στην ανωτέρω φορολογική ρύθμιση.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-345/17, Διαδικασία που κίνησε ο Sergejs Buivids – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 95/46 και ειδικότερα το άρθρο 9 της Οδηγίας αναφορικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας 95/46 «Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή στο πλαίσιο καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, τα κράτη μέλη προβλέπουν τις εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, του κεφαλαίου IV και του κεφαλαίου VI μόνο στο βαθμό που είναι αναγκαίες ώστε το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής να συμβιβάζεται με τους κανόνες που διέπουν την ελευθερία λόγου.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Λετονίας  στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Buivids και της εθνικής αρχής προστασίας δεδομένων, με αντικείμενο προσφυγή με αίτημα να κηρυχθεί παράνομη απόφαση της αρχής αυτής κατά την οποία ο S. Buivids παραβίασε την εθνική νομοθεσία δημοσιοποιώντας στον δικτυακό τόπο www.youtube.com βίντεο το οποίο μαγνητοσκοπήθηκε από τον ίδιο κατά τη λήψη της καταθέσεώς του στα γραφεία του αστυνομικού τμήματος του Εθνικού Αστυνομικού Σώματος στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω διοικητικής παραβάσεως.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3 της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της η βιντεοσκόπηση αστυνομικών υπαλλήλων εντός αστυνομικού τμήματος, κατά τη λήψη καταθέσεως και η δημοσιοποίηση του μαγνητοσκοπηθέντος βίντεο σε δικτυακό τόπο αναρτήσεως βίντεο στον οποίον οι χρήστες μπορούν να στέλνουν, να παρακολουθούν και να μοιράζονται βίντεο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω βιντεοσκόπηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης Οδηγίας και ειδικότερα στο άρθρο 3 αυτής.
Το δεύτερο ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 9 της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι οι επίδικες πραγματικές περιστάσεις συνιστούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για δημοσιογραφικούς σκοπούς.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 9 της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι η επίδικη πραγματική κατάσταση μπορεί να συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς εφόσον από το εν λόγω βίντεο συνάγεται ότι η εν λόγω μαγνητοσκόπηση και η εν λόγω δημοσιοποίηση έχουν ως μόνο σκοπό την ανακοίνωση στο κοινό πληροφοριών, γνωμών ή ιδεών, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-322/17, Eugen Bogatu κατά Minister for Social Protection - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 11, παρ. 2, και του άρθρου 67 του Κανονισμού 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 67 του ανωτέρω Κανονισμού «Ένα πρόσωπο δικαιούται οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους-μέλους και για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, ως εάν κατοικούσαν στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους. [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Ιρλανδίας (High Court) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Eugen Bogatu και του Υπουργού Κοινωνικής Προστασίας, σχετικά με την απόφαση του δεύτερου να αρνηθεί να καταβάλει στον πρώτο οικογενειακές παροχές για τμήμα της περιόδου την οποία αφορούσε η αίτησή του. Ειδικότερα, ο Bogatu κατοικούσε στην Ιρλανδία και είχε ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα αλλά αργότερα έπαυσε να ασκεί την εν λόγω δραστηριότητα. Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω ενδιαφερόμενος ήταν γονέας δύο τέκνων που κατοικούσαν σε άλλο Κράτος-μέλος (Ρουμανία). Ο Bogatu ζήτησε να του αναγνωριστεί δικαίωμα σε οικογενειακές παροχές για περίοδο κατά την οποία η Ιρλανδία του είχε χορηγήσει παροχή σε χρήμα χαρακτηριζόμενη από την εσωτερική της νομοθεσία ως «μη ανταποδοτική παροχή». Ο υπουργός ενημέρωσε τον Bogatu ότι δέχεται την ανωτέρω αίτηση με εξαίρεση το διάστημα από 01/04/2010 - 31/01/2013 διότι δεν πληρούσε κατά το εν λόγω διάστημα καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε να έχει δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών για τα τέκνα του που κατοικούσαν στη Ρουμανία, καθόσον δεν ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στην Ιρλανδία αλλά ούτε και ελάμβανε στην Ιρλανδία παροχή ανταποδοτικού χαρακτήρα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ο Κανονισμός 883/2004, και ιδίως το άρθρο 67 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι για να είναι ένα πρόσωπο επιλέξιμο για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών στο αρμόδιο Κράτος-μέλος (Ιρλανδία) απαιτείται το πρόσωπο αυτό να ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο ως άνω Κράτος-μέλος ή να λαμβάνει από το Κράτος-μέλος αυτό παροχή σε χρήμα λόγω ή συνεπεία τέτοιας δραστηριότητας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι για να αναγνωριστεί σε ένα πρόσωπο δικαίωμα στη χορήγηση οικογενειακών παροχών δεν απαιτείται να ασκεί μισθωτή δραστηριότητα αλλά ούτε και να λαμβάνει από το Κράτος-μέλος παροχή σε χρήμα λόγω ή συνεπεία τέτοιας δραστηριότητας.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2019, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-202/18 και C-238/18, Ilmārs Rimšēvičs κατά Δημοκρατία της Λεττονίας (C-202/18), Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά Δημοκρατία της Λεττονίας (C-238/18)  – Προσφυγές ακύρωσης 

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης ο Ilmārs Rimšēvičs, διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Λεττονίας και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της προσέβαλαν την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2018, με την οποία το Γραφείο Πρόληψης και Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Λεττονίας  απαγόρευσε προσωρινώς στον I. Rimšēvičs να ασκεί τα καθήκοντά του ως διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Λεττονίας. Ειδικότερα, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας θεωρήθηκε ύποπτος δωροδοκίας και ειδικότερα ότι ζήτησε και δέχθηκε, το 2013, να δωροδοκηθεί υπό την ιδιότητα του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Λεττονίας, προκειμένου να ασκήσει επιρροή προς όφελος λεττονικής ιδιωτικής τράπεζας. Οι ανωτέρω προσφυγές ασκήθηκαν δυνάμει του άρθρου 14.2, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σύμφωνα με το άρθρο 14.2 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου «Τα καταστατικά των εθνικών κεντρικών τραπεζών προβλέπουν ειδικότερα ότι η θητεία του διοικητή εθνικής κεντρικής τράπεζας δεν είναι μικρότερη από πέντε έτη. Ο διοικητής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο εάν δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή εάν διαπράξει βαρύ παράπτωμα. Σχετική απόφαση μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διοικητή ή από το Διοικητικό Συμβούλιο, λόγω παράβασης των Συνθηκών ή κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους. Η διαδικασία κινείται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης ή από την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα, ή ελλείψει των ανωτέρω, από την ημέρα που ο προσφεύγων έλαβε γνώση, ανάλογα με την περίπτωση.»
Το Δικαστήριο μετά την εξέταση των όρων του παραδεκτού των προσφυγών ακύρωσης και εμμένοντας στα ζητήματα ουσίας έκρινε ότι είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου  14.2, δεύτερο εδάφιο, του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, να εξακριβώσει ότι τυχόν προσωρινή απαγόρευση άσκησης καθηκόντων επιβάλλεται στον ενδιαφερόμενο διοικητή μόνον εφόσον υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ότι έχει διαπράξει βαρύ παράπτωμα ικανό να δικαιολογήσει ένα τέτοιο μέτρο.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν απέδειξε ότι η απαλλαγή του Ι. Rimšēvičs στηρίζεται στην ύπαρξη επαρκών ενδείξεων περί διάπραξης βαρέος παραπτώματος, έκανε δεκτές τις αιτήσεις ακύρωσης και ακύρωσε την ανωτέρω επίδικη απόφαση περί απαγόρευσης των καθηκόντων του Διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-49/18, Carlos Escribano Vindel κατά Ministerio de Justicia – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και του άρθρου 2, παρ. 1 και παρ. 2, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Δικαστήριο της Καταλονίας της Ισπανίας (Tribunal Superior de Justicia de Catalunya) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Carlos Escribano Vindel και του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ισπανίας σχετικά με τη μείωση του ποσού των αποδοχών του πρώτου στο πλαίσιο των κατευθυντηρίων γραμμών της δημοσιονομικής πολιτικής του Ισπανικού Κράτους.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 21 του Χάρτη καθώς και το άρθρο 2, παρ. 1 και παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, η οποία έχει καθορίσει, στο πλαίσιο γενικών μέτρων μειώσεως των μισθών (τα οποία υπαγορεύονται από επιταγές περί εξαλείψεως υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος), διαφορετικά ποσοστά μισθολογικής μειώσεως για τις βασικές και τις πρόσθετες αποδοχές των μελών του δικαστικού σώματος, γεγονός το οποίο, κατά το αιτούν δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ποσοστιαίες περικοπές μισθών για εκείνους που υπάγονται σε δύο μισθολογικά κλιμάκια των χαμηλότερων βαθμίδων του δικαστικού σώματος από ό,τι για εκείνους που υπάγονται σε μισθολογικό κλιμάκιο ανώτερης βαθμίδας. Το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, ότι οι πρώτοι λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές, είναι συνήθως νεότερης ηλικίας και έχουν κατά κανόνα μικρότερη αρχαιότητα από τους δεύτερους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανωτέρω ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών αποκλείει την εφαρμογή εθνικής ρύθμισης, η οποία έχει καθορίσει, ανεξάρτητα από τη φύση των ασκούμενων καθηκόντων, την αρχαιότητα ή τη σπουδαιότητα του επιτελούμενου λειτουργήματος, διαφορετικά ποσοστά μισθολογικής μειώσεως για τις βασικές και τις πρόσθετες αποδοχές των μελών του δικαστικού σώματος, γεγονός το οποίο, κατά το αιτούν δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ποσοστιαίες περικοπές μισθών για εκείνους που υπάγονται σε δύο μισθολογικά κλιμάκια των χαμηλότερων βαθμίδων του δικαστικού σώματος.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών δεν αποκλείει την εφαρμογή της επίδικης εθνικής ρυθμίσεως.

8. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-563/17 Associação Peçoa a Palavra κ.λπ. κατά Conselho de Ministros–Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 49, 54, 56 και 57 ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 2, 16 και 17 της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας (Supremo Tribunal Administrativo) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Associação Peçoa a Palavra, μιας μη κερδοσκοπικής ένωσης πορτογαλικού δικαίου, και τεσσάρων φυσικών προσώπων πορτογαλικής ιθαγένειας και, αφετέρου, του Υπουργικού Συμβουλίου με αντικείμενο το κύρος απόφασης με την οποία εισάγονται σε συγγραφή υποχρεώσεων συγκεκριμένοι όροι εφαρμοζόμενοι στη διαδικασία έμμεσης επανιδιωτικοποίησης της TAP – Transportes Aéreos Portugueses SA. Ειδικότερα, Οι APP κ.λπ. άσκησαν προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ζητώντας να διαπιστωθεί η ακυρότητα ή να ακυρωθεί η απόφαση 4‑A/2015 του Υπουργικού Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2015, κατά το μέρος που περιέχει τη συγγραφή υποχρεώσεων η οποία ρυθμίζει την απευθείας πώληση αναφοράς μετοχών που αντιπροσωπεύουν έως και το 61% του εταιρικού κεφαλαίου της TAP SGPS. Οι APP κ.λπ. υποστηρίζουν, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 5, στοιχείο c, της συγγραφής υποχρεώσεων είναι αντίθετο προς τα άρθρα 49 και 54 ΣΛΕΕ, καθόσον επιβάλλει τη διατήρηση της έδρας και της πραγματικής διοίκησης του ομίλου TAP στην Πορτογαλία, στη συνέχεια ότι το άρθρο 5, στοιχείο d, της συγγραφής υποχρεώσεων είναι αντίθετο προς τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ, καθώς και προς τα άρθρα 16 και 17 της Οδηγίας 2006/123, καθόσον υποχρεώνει τον αγοραστή των μετοχών να συμμορφωθεί προς υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν είναι συμβατά με τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τις Συνθήκες ορισμένα «κριτήρια» που προβλέπει η συγγραφή υποχρεώσεων για την επιλογή του αγοραστή συμμετοχής που αντιπροσωπεύει έως και το 61% του κεφαλαίου μιας εταιρίας συμμετοχών, στο πλαίσιο της διαδικασίας επανιδιωτικοποίησης της θυγατρικής της που δραστηριοποιείται στον τομέα των αερομεταφορών και ιδίως οι απαιτήσεις που συνδέονται με τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας τις οποίες υπέχει η θυγατρική αυτή, με τη διατήρηση της έδρας και της πραγματικής διοίκησης του ομίλου στον οποίον ανήκουν οι εταιρίες αυτές στο οικείο κράτος μέλος, καθώς και με τη διατήρηση και την ανάπτυξη του υφιστάμενου εθνικού επιχειρησιακού κόμβου (hub).
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο να περιλαμβάνονται στη συγγραφή υποχρεώσεων:
- απαίτηση με την οποία επιβάλλεται στον αγοραστή της συμμετοχής να είναι σε θέση να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που υπέχει η εν λόγω εταιρία αερομεταφορών και
–  απαίτηση με την οποία επιβάλλεται στον εν λόγω αγοραστή να διατηρήσει την έδρα και την πραγματική διοίκηση της εν λόγω εταιρίας αερομεταφορών στο οικείο Κράτος- μέλος, εφόσον η μεταφορά της κύριας εγκατάστασης της εταιρίας εκτός του Κράτους- μέλους θα συνεπαγόταν για την εταιρία την απώλεια των δικαιωμάτων μεταφοράς που της παρέχουν διμερείς συμφωνίες μεταξύ του εν λόγω Κράτους-μέλους και τρίτων χωρών με τις οποίες αυτό διατηρεί ιδιαίτερους ιστορικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς δεσμούς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να περιλαμβάνεται στη συγγραφή υποχρεώσεων η απαίτηση να εξασφαλίσει ο αγοραστής της εν λόγω συμμετοχής τη διατήρηση και την ανάπτυξη του υφιστάμενου εθνικού επιχειρησιακού κόμβου.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-531/17, Vetsch Int. Transporte GmbH κατά Zollamt Feldkirch Wolfurt - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 143, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2006/112 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και του άρθρου 143, παρ. 1, στοιχείο δ. Σύμφωνα με το άρθρο 143 στοιχ. δ της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις: [...] δ) τις εισαγωγές αγαθών που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από τρίτο έδαφος ή τρίτη χώρα σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος άφιξης της αποστολής ή της μεταφοράς, στην περίπτωση που η παράδοση των αγαθών αυτών, εάν διενεργηθεί από τον εισαγωγέα που αναγνωρίζεται ως υπόχρεος του φόρου με βάση το άρθρο 201, απαλλάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 138».
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας (Verwaltungsgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Vetsch Int. Transporte GmbH και της τελωνειακής αρχής του Feldkirch Wolfurt της Αυστρίας με αντικείμενο την απαλλαγή εισαγωγών από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), σε περιπτώσεις αγαθών τα οποία προέρχονταν από την Ελβετία και εισήχθησαν στην Αυστρία, προκειμένου να μεταφερθούν από εκεί στη Βουλγαρία. Ειδικότερα, οι Βούλγαροι επιχειρηματίες αγόρασαν στην Ελβετία είδη αρωματοποιίας και τα εισήγαγαν, μέσω τρίτου, στην Αυστρία προς ελεύθερη κυκλοφορία και εν συνεχεία τα μετέφεραν στη Βουλγαρία. Ωστόσο, οι δύο Βούλγαροι επιχειρηματίες Β και Κ μεταπώλησαν τα αγαθά αλλά δεν δήλωσαν την εν λόγω συναλλαγή ως πώληση αλλά ως απαλλασσόμενη ενδοκοινοτική παράδοση στη Vetsch η οποία είχε μεσολαβήσει, προηγουμένως, για την τελωνειακή διασάφηση. Με πράξη της αυστριακής τελωνειακής αρχής, η Vetsch ορίσθηκε ως υπόχρεη για την καταβολή του ΦΠΑ κατά την εισαγωγή, διότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη φοροαπαλλαγή που είχε ζητηθεί με τις εν λόγω διασαφήσεις.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 143, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας ΦΠΑ έχει την έννοια ότι η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις απαλλαγή από τον ΦΠΑ εισαγωγής δεν πρέπει να εφαρμόζεται στην περίπτωση του εισαγωγέα που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως υπόχρεος του φόρου, όταν ο αποδέκτης της ενδοκοινοτικής μεταφοράς η οποία ακολουθεί την εισαγωγή διαπράττει φοροδιαφυγή στο πλαίσιο πράξεως που έπεται της μεταφοράς και δεν συνδέεται με αυτήν.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι ο εισαγωγέας που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως υπόχρεος του φόρου πρέπει να τυγχάνει της προβλεπόμενης απαλλαγής από τον φόρο προστιθέμενης αξίας όταν δεν υφίσταται κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι ο εισαγωγέας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η μεταγενέστερη αυτή πράξη συνδεόταν με φοροδιαφυγή εκ μέρους του αποδέκτη.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-135/17, X-GmbH κατά Finanzamt Stuttgart–Körperschaften

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 63 και 64 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesfinanzhof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της X GmbH, εταιρίας γερμανικού δικαίου, και της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της Στουτγάρδης σχετικά με τον συνυπολογισμό των εισοδημάτων που απέκτησε η Y, εταιρία ελβετικού δικαίου ανήκουσα κατά ποσοστό 30 % στη X, στη φορολογική βάση της X.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 63, παρ. 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία Κράτους-μέλους δυνάμει της οποίας τα εισοδήματα τα οποία αποκτά εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα (Ελβετία) εταιρία και τα οποία δεν προέρχονται από ίδια δραστηριότητα της εταιρίας αυτής περιλαμβάνονται, κατ’ αναλογία του κατεχόμενου μεριδίου, στη φορολογική βάση ενός υποκειμένου στον φόρο το οποίο κατοικεί στο Κράτος- μέλος (Γερμανία), στην περίπτωση που το υποκείμενο στον φόρο συμμετέχει στην εν λόγω εταιρία κατά ποσοστό τουλάχιστον 1 % και τα εισοδήματα αυτά υποβάλλονται, στην Ελβετία, σε φορολόγηση χαμηλότερη από εκείνη που ισχύει στη Γερμανία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία δεν αντιτίθεται στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, εκτός αν υφίσταται νομικό πλαίσιο το οποίο προβλέπει συμβατικές υποχρεώσεις ικανές να παράσχουν τη δυνατότητα στις εθνικές φορολογικές αρχές της Γερμανίας να εξακριβώσουν, εφόσον απαιτείται, την αλήθεια των πληροφοριών σχετικά με την εταιρία αυτή οι οποίες παρέχονται προκειμένου να αποδειχθεί ότι η συμμετοχή του εν λόγω υποκειμένου στον φόρο στην ως άνω εταιρία δεν είναι απόρροια εικονικής δομής.

11. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2019, Υπόθεση C-670/17 P, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής - Αίτηση αναιρέσεως

Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, Ελλάδα κατά ΕπιτροπήςT-327/15, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως C(2015) 1936 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως στη συνδρομή του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Προσανατολισμού, που είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος CCI 2000GR061PO021 (Ελλάδα – Στόχος 1 – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου).
H Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ότι το άρθρο 105 παρ. 1 του Κανονισμού 1083/2006 δεν είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση χρηματοδοτήσεως εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ, Τμήμα Προσανατολισμού, κατά το χρονικό διάστημα των ετών από το 2000 έως και το 2006. Κατά την αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι η επίμαχη απόφαση δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 39 του Κανονισμού 1260/1999, στερούνταν νομικής βάσεως και έπρεπε, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το άρθρο 105, παρ. 1, του Κανονισμού 1083/2006 προβλέπει ρητώς ότι η χρηματοδότηση που έχει εγκριθεί βάσει του κανονισμού 1260/1999 δεν θίγεται από τον κανονισμό 1083/2006, «έως το κλείσιμό της». Κατά την Επιτροπή, η διάταξη αυτή αφορά, επομένως, όλες τις χρηματοδοτήσεις που χορηγήθηκαν βάσει του Κανονισμού 1260/1999.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 105, παρ. 1, του Κανονισμού 1083/2006 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση χρηματοδοτήσεως εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ κατά το χρονικό διάστημα των ετών από το 2000 έως το 2006. Δεδομένου ότι η επίμαχη απόφαση δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 39 του Κανονισμού 1260/1999, στερείται νομικής βάσεως και πρέπει, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της Ελληνικής Δημοκρατίας και να αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.