Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5/2019
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΤΑ ΤΟ 2018
Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή Δ.Π.Θ

(H μελέτη δημοσιεύτηκε στις 11/1/2019 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline)

Στις σελίδες του digestaonline προσεγγίζουμε, όπως κάθε χρόνο από το 2004, την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο και Γενικό Δικαστήριο) κατά το έτος 2018. Πρόκειται για μία καταγραφή των οριστικών αποφάσεων των ενωσιακών Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Η αναφορά μας περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και στο διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως. Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:

1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2018) καταγράφτηκαν δώδεκα (12) μόνο αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός είναι κατά πολύ μειωμένος σε σύγκριση με το 2017, όταν σημειώθηκε σχεδόν διπλάσιος αριθμός υποθέσεων (21) αλλά σε συμφωνία με προηγούμενα έτη (μόλις 11 αποφάσεις το 2011 και το 2013, 13 το 2012 και 17 το 2016). Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τη διαχρονική έρευνα της παρουσίας της Ελλάδας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο ετήσιος αριθμός αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον δεν μπορεί να αυξηθεί θεαματικά όσο ο αριθμός ελληνικών προδικαστικών παραπομπών παραμένει εξαιρετικά χαμηλός και αποκλίνει σημαντικά από τους αριθμούς άλλων Κρατών-μελών. Ενδεικτικοί είναι οι αριθμοί προδικαστικών παραπομπών που περιήλθαν στο Δικαστήριο κατά το 2018: Γερμανία 78, Ιταλία 68, Ισπανία 67, Γαλλία 41 και Βέλγιο 40. 

2. Το 2018 παρουσιάζεται η ίδια βελτιωμένη εικόνα της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται τέσσερις  (4) καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς. Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά σε παλαιότερα σημειώματά μας, οπότε παρέλκει η εκτενής επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: Στη σημασία που φαίνεται να αποδίδει πλέον η χώρα μας στην τήρηση των υποχρεώσεών της έναντι της Ένωσης, στην προσπάθεια να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της ενωσιακών θεσμών και, τέλος, στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί αυτόνομα αν η κατάσταση αυτή οφείλεται και στην πίεση που ασκείται από την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (τρόικα και κουαρτέτο) κατόπιν της προσφυγής της στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς από το Μάιο 2010. Η βελτιωμένη αυτή εικόνα «θαμπώνει» αν ληφθούν υπόψη δύο παράμετροι:
Πρώτον, η Ελλάδα παραμένει η πρώτη χώρα σε εισηγμένες προσφυγές για παράβαση κατά την πενταετία 2013 – 2017, αφού η Επιτροπή προσέφυγε κατά της χώρας μας συνολικά είκοσι τέσσερις (24) φορές για παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας (τις επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν η Πολωνία με 21 προσφυγές και η Γερμανία με 19), ενώ στο ίδιο διάστημα εκδόθηκαν δέκα οκτώ (18) καταδικαστικές αποφάσεις κατά της χώρας μας, που και πάλι την φέρνουν στην πρώτη θέση μεταξύ των 28 Κρατών-μελών (τις επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν η Ισπανία με 17 καταδικαστικές αποφάσεις και η Ιταλία με 16). Θα πρέπει να σημειώσουμε, εξάλλου, ότι κατά μέσο όρο τα τελευταία έτη αντιστοιχεί 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις ανά Κράτος-μέλος (ΕΕ/28). Έτσι το 2018 το Δικαστήριο εξέδωσε τριάντα (30) καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος δέκα επτά (17) Κρατών-μελών.  
Δεύτερον, αναμφίβολα αποτελεί αρνητικό στοιχείο το γεγονός ότι μεταξύ των τεσσάρων (4) καταδικαστικών αποφάσεων του 2018 καταγράφονται δύο (2) με τις οποίες απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ. Οι δύο αποφάσεις αφορούσαν (α) την παράλειψη της Ελλάδας να ανακτήσει τις κηρυχθείσες με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C 485/10, Επιτροπή κατά Ελλάδας, παράνομες κρατικές ενισχύσεις, που χορηγήθηκαν προς τα Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ στο διάστημα 1996 – 2003 και (β) τη μη συμμόρφωση στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C 119/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας, με την οποία κρίθηκε ότι η Ελλάδα μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εγκατάσταση αποχετευτικού δικτύου των αστικών λυμάτων της περιοχής του Θριασίου Πεδίου και μη υποβάλλοντας σε επεξεργασία αυστηρότερη της δευτεροβάθμιας τα αστικά λύματα της περιοχής αυτής πριν από την απόρριψή τους στην ευαίσθητη περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τι διατάξεις της Οδηγίας 91/271. Σε μια περίοδο οικονομικής στενότητας της χώρας μας η υποχρέωση καταβολής κατ’ συνολικού αποκοπή ποσού 15 εκατομμυρίων ευρώ (10 εκατ. για την πρώτη των παραπάνω περιπτώσεων και 5 εκατ. για την δεύτερη) αλλά και απειλή καταβολής χρηματικών ποινών ύψους 7.294.000 και 3.276.00 ευρώ αντίστοιχα ανά εξάμηνο μη συμμόρφωσης στις αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν αμελητέες.
Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι μεταξύ των τεσσάρων (4) καταδικαστικών αποφάσεων οι δύο (2) αφορούν τον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, μια (1) τη φορολογία (ειδικοί φόροι κατανάλωσης) και μια (1) την προστασία του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη.   

3. Το 2018 εντοπίζεται μόλις μια (1) απόφαση του ΔΕΕ επί προδικαστικής παραπομπής κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που προήλθε από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ). Η σταθερά μικρή έως ελάχιστη συνεργασία των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ μέσω της προδικαστικής διαδικασίας και το 2018 επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 
Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων  κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. Είναι ενδεικτικό ότι το 2018 το Δικαστήριο εξέδωσε πεντακόσιες είκοσι (520) αποφάσεις επί προδικαστικών παραπομπών, που ισοδυναμεί κατά μέσο όρο σε 18,5 προδικαστικές παραπομπές ανά Κράτος-μέλος (ΕΕ 28). Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιμετώπισης τόσο από τις Νομικές Σχολές όσο και από τα αρμόδια διοικητικά και εκπαιδευτικά όργανα της δικαιοσύνης. 
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 15,7 μήνες), η καθιέρωση ταχείας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής (στην εν λόγω διαδικασία η απόφαση εκδίδεται κατά μέσο όρο σε 3,1 μήνες), καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικέ Υποθέσεις). 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 4/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Απρίλιος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-254/18, Syndicat des cadres dela sécurité intérieure κατά Premier Ministre κ.λπ. – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, στοιχ. β, του άρθρου 16, στοιχ. β, του άρθρου 17, παρ. 3, και του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο Επικρατείας της Γαλλίας (Conseil d’ État) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Συνδικαλιστικής οργανώσεως προσωπικού ασφαλείας ανωτέρας βαθμίδας (SCSI) και του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Εσωτερικών και του Υπουργού Δημόσιας Διοικήσεως και Οικονομικών. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας του επιχειρησιακού προσωπικού που υπηρετεί στην εθνική αστυνομία. Ειδικότερα, η επίδικη εθνική ρύθμιση προέβλεπε ότι η καταγραφόμενη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, ανά επταήμερο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ ώρες κατά μέσο όρο για περίοδο ενός εξαμήνου του ημερολογιακού έτους. Η SCSI προσέφυγε ενώπιον του Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση της διατάξεως αυτής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 6, στοιχείο β, το άρθρο 16, στοιχείο β, και το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι περίοδοι αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας δεν είναι κυλιόμενες, αλλά αρχίζουν και λήγουν σε καθορισμένες ημερομηνίες.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση δεν αντιτίθεται τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/88 υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία αυτή περιλαμβάνει μηχανισμούς που καθιστούν δυνατό να διασφαλιστεί η τήρηση της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας 48 ωρών σε κάθε εξάμηνη περίοδο που επιμερίζεται μεταξύ δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-617/17 Powszechny Zakład Ubezpieczeńna Życie S.A. w Warszawie κατά Prezes Urzędu Ochrony Konkurencji i Konsumentów – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της αρχής nebis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 3, παρ. 1, του Κανονισμού 1/2003 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας (Sąd Najwyższy) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Powszechny Zakład Ubezpieczeńna Życie S.A. και του προϊσταμένου της υπηρεσίας προστασίας του ανταγωνισμού και των καταναλωτών σχετικά με απόφαση του τελευταίου με την οποία επιβλήθηκε στην ανωτέρω εταιρεία, λόγω καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως, πρόστιμο για παραβίαση του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και πρόστιμο για παραβίαση του ενωσιακού δικαίου ανταγωνισμού. Η ανωτέρω εταιρεία είχε καταχραστεί δεσπόζουσα θέση στην αγορά ομαδικής ασφαλίσεως για εργαζόμενους στην Πολωνία και ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας προστασίας ανταγωνισμού και καταναλωτών επέβαλε χρηματική κύρωση αποτελούμενη από πρόστιμο περίπου 7.664.000 ευρώ για την παράβαση των διατάξεων του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και από πρόστιμο 4.033.000 ευρώ για την παράβαση του άρθρου 82 Συνθ.ΕΚ κατά την περίοδο από την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Ένωση, έως τις 25 Οκτωβρίου 2007.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η αρχή nebis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκ μέρους εθνικής αρχής ανταγωνισμού επιβολή σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της ίδιας αποφάσεως, προστίμου για παραβίαση του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και προστίμου για παράβαση του άρθρου 82 Συνθ.ΕΚ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή nebis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους εθνικής αρχής ανταγωνισμού επιβολή σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της ίδιας αποφάσεως, προστίμου για παραβίαση του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και προστίμου για παράβαση του άρθρου 82 Συνθ.ΕΚ. Ωστόσο, η εθνική αρχή ανταγωνισμού οφείλει να βεβαιωθεί ότι τα πρόστιμα είναι αναλογικά προς τη φύση της παραβάσεως.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-603/17, Peter Bosworth και Colin Hurley κατά Arcadia Petroleum Limited and others – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των διατάξεων του τίτλου II, τμήμα 5 (άρθρα 18 έως 21), της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Σύμβαση του Λουγκάνο II). Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου (Supreme Court of the United Kingdom) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Peter Bosworth και Colin Hurley (οι οποίοι τυγχάνουν κάτοικοι Ελβετίας) και της Arcadia Petroleum Limited και άλλων εταιριών, με αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημίας που οι δεύτερες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν λόγω δολίων ενεργειών των πρώτων. Ειδικότερα, οι αγωγές της εταιρείας στηρίζονταν στην τέλεση από τους Peter Bosworth και Colin Hurley των αδικημάτων της οργανωμένης συμφωνίας με χρήση παράνομων μέσων, της παράβασης της υποχρεώσεως πίστεως και της παράβασης ρητών ή σιωπηρών υποχρεώσεων από τις συμβάσεις εργασίας των εναγομένων.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν οι διατάξεις του τίτλου II, τμήμα 5 (άρθρα 18 έως 21), της Συμβάσεως του Λουγκάνο II έχουν την έννοια ότι μια σύμβαση που συνδέει εταιρία με φυσικό πρόσωπο μπορεί να χαρακτηριστεί «ατομική σύμβαση εργασίας» στην περίπτωση που το πρόσωπο αυτό είναι σε θέση να καθορίσει ή πραγματικά καθορίζει τους όρους της συμβάσεως και έχει αυτονομία ως προς την εκπλήρωση των καθηκόντων του αλλά ο μέτοχος ή οι μέτοχοι της εν λόγω εταιρίας έχουν την εξουσία να καταγγείλουν την εν λόγω σύμβαση.
Το ΔΕΕ έκρινε, αρχικά ότι η έννοια του εργαζομένου δεν δύναται να προσδιοριστεί από το εθνικό δίκαιο αλλά θα πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς στο πλαίσιο των συμβαλλομένων μερών της Σύμβασης Λουγκάνο. Επίσης, η σχέση εργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη προϋποθέτει σχέση εξαρτήσεως, η οποία πρέπει να εκτιμάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις του τίτλου II, τμήμα 5 (άρθρα 18 έως 21), της Συμβάσεως του Λουγκάνο II έχουν την έννοια ότι μια σύμβαση με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά δεν ιδρύει σχέση εξαρτήσεως και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ατομική σύμβαση εργασίας»ακόμη και αν ο μέτοχος ή οι μέτοχοι της εν λόγω εταιρίας έχουν την εξουσία να καταγγείλουν την ως άνω σύμβαση.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2019, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-582/17 και C-583/17, Staatssecretaris van Veiligheiden Justitie κατά H. (C-582/17)και R. (C‑583/17) – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του Κανονισμού 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του Κράτους-μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε Κράτος-μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ). Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χωρών  (Raad van State) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ του Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης και των H. και R., υπηκόων Συρίας, σχετικά με την άρνηση εξέτασης των αιτήσεών τους διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, οι δύο ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν αιτήσεις διεθνούς προστασίας στις αρμόδιες αρχές των Κάτω Χωρών. Ο υφυπουργός έχοντας λάβει υπόψη ότι οι ενδιαφερόμενοι είχαν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στη Γερμανία υπέβαλε στις γερμανικές αρχές αίτημα εκ νέου ανάληψής της κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 18, παρ. 1, στοιχ. β του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ. Στην πρώτη περίπτωση οι γερμανικές αρχές δεν απάντησαν καθόλου ενώ στη δεύτερη περίπτωση απέρριψαν το αίτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι η R. ήταν σύζυγος δικαιούχου διεθνούς προστασίας στις Κάτω Χώρες.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος υπέβαλε αρχικώς αίτηση διεθνούς προστασίας σε ένα Κράτος-μέλος (Γερμανία), εν συνεχεία εγκατέλειψε το Κράτος-μέλος αυτό και, ακολούθως, υπέβαλε νέα αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο Κράτος-μέλος (Κάτω Χώρες), μπορεί να επικαλεσθεί, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 27, παρ. 1, του Κανονισμού αυτού στο δεύτερο Κράτος-μέλος κατά της απόφασης περί μεταφοράς του, το σχετικό με τον προσδιορισμό της ευθύνης κριτήριο που προβλέπεται στο άρθρο 9 του εν λόγω Κανονισμού. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο του Κανονισμού «Εάν ένα μέλος της οικογένειας του αιτούντος, ανεξαρτήτως του αν οι οικογενειακοί δεσμοί είχαν δημιουργηθεί προηγουμένως στη χώρα καταγωγής, έλαβε άδεια διαμονής σε κράτος μέλος ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας, το εν λόγω κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, υπό τον όρο ότι οι ενδιαφερόμενοι εξέφρασαν την επιθυμία τους γραπτώς.»
Το ΔΕΕ θεώρησε ότι στο πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων θα πρέπει να προσδιοριστεί αν οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να προβούν στον προσδιορισμό του Κράτους-μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης λαμβάνοντας υπόψη το κριτήριο του άρθρου 9 του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ (Μέλη της οικογένειας που είναι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας) πριν να είναι σε θέση να υποβάλουν εγκύρως αίτημα εκ νέου ανάληψης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο Κανονισμός 604/2013 έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτης χώρας σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά:
– δεν μπορεί να επικαλεστεί στις Κάτω Χώρες κατά της απόφασης περί μεταφοράς του, το σχετικό με τον προσδιορισμό της ευθύνης κριτήριο που προβλέπεται στο άρθρο 9 του  Κανονισμού
– μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να επικαλεστεί αυτό το κριτήριο περί προσδιορισμού της ευθύνης, όταν συντρέχει περίπτωση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20, παρ. 5, του ίδιου Κανονισμού, υπό τον όρο ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει προσκομίσει στην αρμόδια αρχή του αιτούντος Κράτους-μέλους στοιχεία που αποδεικνύουν κατά τρόπο πρόδηλο ότι αυτό το Κράτος-μέλος θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι είναι το υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης του.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-501/17, Germanwings GmbH κατά Wolfgang Pauels – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3  του ανωτέρω Κανονισμού «Ο πραγματικός αερομεταφορέας δεν υποχρεούται να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 7 αν μπορεί να αποδείξει ότι η ματαίωση έχει προκληθεί από έκτακτες περιστάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο της Κολωνίας  Landgericht Köln στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Wolfgang Pauels και της αεροπορικής εταιρίας Germanwings GmbH σχετικά με την άρνηση της τελευταίας να καταβάλει αποζημίωση στον επιβάτη αυτόν συνεπεία της μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεώς του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 14 του Κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι η βλάβη που προκαλείται σε ελαστικό αεροσκάφους από ξένο αντικείμενο, όπως είναι ένα εγκαταλελειμμένο θραύσμα, ευρισκόμενο στον διάδρομο αποπροσγειώσεως εμπίπτει στην έννοια των «έκτακτων περιστάσεων» της διατάξεως αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε αρχικά ότι ως έκτακτα γεγονότα νοούνται αυτά τα οποία δεν συνδέονται με την άσκηση της κανονικής δραστηριότητας του αερομεταφορέα και επί των οποίων ο αερομεταφορέας δεν έχει πραγματικό  έλεγχο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, παρ. 3, του Κανονισμού 261/2004, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η βλάβη σε ελαστικό αεροσκάφους η οποία προκλήθηκε από ξένο αντικείμενο, όπως είναι ένα εγκαταλελειμμένο θραύσμα, ευρισκόμενο στον διάδρομο αποπροσγειώσεως ενός αεροδρομίου εμπίπτει στην έννοια των «έκτακτων περιστάσεων».
Ωστόσο, ο αερομεταφορέας για να απαλλαγεί από  την υποχρέωση αποζημιώσεως οφείλει να αποδείξει ότι χρησιμοποίησε όλες τις δυνατότητες που διέθετε σε προσωπικό ή υλικά μέσα, καθώς και τις χρηματοοικονομικές του δυνατότητες, προκειμένου να αποτρέψει την εν λόγω σημαντική καθυστέρηση της συγκεκριμένης πτήσεως εξαιτίας του συγκεκριμένου έκτακτου γεγονότος.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-483/17, Neculai Tarola κατά Minister for Social Protection – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 7, παρ. 1, στοιχείο α, και παρ. 3, στοιχείο γ, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1, στοιχείο α, και παρ. 3, στοιχείο γτης ανωτέρω Οδηγίας, «1. Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής [...][...]3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στοιχείο α), η ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού διατηρείται για τον πολίτη της Ένωσης που δεν είναι πλέον μισθωτός ή μη μισθωτός στις ακόλουθες περιπτώσεις:γ) αν ο ενδιαφερόμενος έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος μετά τη λήξη ισχύος της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια μικρότερη του ενός έτους ή αφού κατέστη ακουσίως άνεργος κατά τη διάρκεια των πρώτων δώδεκα μηνών και έχει καταγραφεί στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία. Στην περίπτωση αυτή, η ιδιότητα του εργαζομένου διατηρείται επί χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του εξαμήνου». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο της Ιρλανδίας (Court of Αppeal) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Neculai Tarola (Ρουμάνος υπήκοος) και του Υπουργού Κοινωνικής Προστασίας, Ιρλανδία), με αντικείμενο την εκ μέρους του δεύτερου απόρριψη της αιτήσεως του πρώτου για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας (job seeker’ sallowance).
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 1, στοιχείο α, και παρ. 3, στοιχείο γ, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι υπήκοος Κράτους-μέλους ο οποίος εργάσθηκε σε άλλο Κράτος-μέλος (Ιρλανδία) επί δύο εβδομάδες, βάσει εργασιακής σχέσεως μη στηριζόμενης σε σύμβαση ορισμένου χρόνου, και ακολούθως κατέστη ακουσίως άνεργος διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένουγια επιπλέον χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του εξαμήνου και, συνακόλουθα, έχει το δικαίωμα να λαμβάνει επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας ή, ενδεχομένως, παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ως εάν ήταν υπήκοος του Κράτους-μέλους υποδοχής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υπήκοος Κράτους-μέλους σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου για επιπλέον χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του εξαμήνου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταγραφεί στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία

7.ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-699/17, Διαδικασία που κίνησε ο/η Allianz Vorsorgekasse AG –  Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ και των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ, των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθώς και της υποχρεώσεως διαφάνειας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας  στο πλαίσιο διαδικασίας που κινήθηκε από την Allianz Vorsorgekasse AG σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη σύναψη μεταξύ, αφενός, των Bundestheater-Holding GmbH, Burgtheater GmbH, Wiener Staatsoper GmbH, Volksoper Wien GmbH, και ART for ART Theaterservice GmbH και, αφετέρου, της fair-finance Vorsorgekasse AG συμβάσεων σχετικών με τη διαχείριση και επένδυση εισφορών που προορίζονται για τη χρηματοδότηση αποζημιώσεων λόγω αποχωρήσεως οι οποίες καταβάλλονται στους μισθωτούς των επίμαχων εταιριών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, καθώς και η υποχρέωση διαφάνειας έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στη σύναψη σύμβασης ασφάλισης μεταξύ εργοδότη, που είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, και επαγγελματικού ασφαλιστικού ταμείου, με σκοπό τη διαχείριση και την επένδυση των ασφαλιστικών εισφορών που προορίζονται για τη χρηματοδότηση των αποζημιώσεων λόγω αποχωρήσεως που καταβάλλονται στους μισθωτούς του εργοδότη, μολονότι για τη σύναψη μιας τέτοιας σύμβασης δεν αρκεί μόνη η βούληση του εργοδότη, αλλά απαιτείται η συναίνεση είτε του προσωπικού είτε του συμβουλίου εργαζομένων.
Το Δικαστήριο έκρινε, αρχικά, ότι η συγκεκριμένη σύμβαση δεν εμπίπτει στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 2014/24 διότι η εκτιμώμενη αξία της σύμβασης είναι κατώτερη από τα όρια που θέτει η επίμαχη Οδηγία. Ωστόσο, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο θεμελιώδης χαρακτήρας του δικαιώματος συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορείνα συνεπάγεται αυτοδικαίως την εξαίρεση ενός εργοδότη από την τήρηση των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις οι οποίοι απορρέουν από τη Συνθήκη. 
Έτσι, το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ και οι επίδικες αρχές της ΕΕ έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στην ανωτέρω σύναψη σύμβασης ασφάλισης.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-464/18, ZX κατά Ryanair DAC – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 5, και του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το άρθρο 7 παρ. 5 του ανωτέρω Κανονισμού ορίζει ότι «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το πρώτο Εμποροδικείο Gerona της Ισπανίας  (Juzgado de lo Mercantil n° 1 de Gerona) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της επιβάτιδος ZX και της αεροπορικής εταιρίας Ryanair DAC. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η ZX λόγω καθυστερήσεως της πτήσεως. Η ενδιαφερομένη - ενάγουσα άσκησε ενώπιον του αιτούντος εθνικού δικαστηρίου αγωγή δυνάμει του άρθρου 7 του Κανονισμού 261/2004 προκειμένου να της καταβληθεί αποζημίωση ύψους 250 ευρώ λόγω της καθυστερήσεως της πτήσεως. Ας σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν κατοικεί ούτε διαμένει στην Ισπανία και επιπροσθέτως η εναγόμενη αεροπορική εταιρεία εδρεύει στην Ιρλανδία και διαθέτει υποκατάστημα στην Gerona.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, σημείο 5, του Κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι δικαστήριο Κράτους-μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει διαφορά σχετική με αγωγή αποζημιώσεως, η οποία ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 7 του Κανονισμού 261/2004 και στρέφεται κατά αεροπορικής εταιρίας εδρεύουσας στο έδαφος άλλου Κράτους-μέλους, για τον λόγο ότι η εταιρία αυτή διαθέτει υποκατάστημα εντός της περιφέρειας του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, σημείο 5, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 έχει την έννοια ότι δικαστήριο Κράτους-μέλους δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει διαφορά σχετική με αγωγή αποζημιώσεωςγια τον λόγο ότι η εταιρία αυτή διαθέτει εντός της περιφέρειας του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου υποκατάστημα, εφόσον αυτό δεν αποτελούσε μέρος της έννομης σχέσεως μεταξύ της εταιρίας και του συγκεκριμένου επιβάτη.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Απριλίου 2019, Υπόθεση C-266/18, Aqua Medsp. z o.o. z siedzibą w Opalenicy κατά Irena Skóra-Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 1, της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο Poznań της Πολωνίας (Sąd Okręgowy w Poznaniu) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Aqua Medsp. z o.o. και της Irena Skóra σχετικά με την κατά τόπον αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση αγωγής ασκηθείσας από τον επαγγελματία κατά του καταναλωτή με αίτημα την καταβολή του τιμήματος της πώλησης. Ειδικότερα, η Aqua Med ήταν επαγγελματίας με έδρα το Opalenica (Πολωνία) και συνήψε σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος με την καταναλώτρια Ι. Skóra, κάτοικο Legnica (Πολωνία). Στο πλαίσιο της σύναψη της συμβάσεως τέθηκε συμβατική ρήτρα σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η εφαρμογή εθνικής διάταξης κατά την οποία ο επαγγελματίας δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του καταναλωτή ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του εν λόγω επαγγελματία.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 2, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Οδηγίας συμβατική ρήτρα η οποία, όσον αφορά τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των διαφορών μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, παραπέμπει στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1, παρ. 2, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Οδηγίας δεν αποκλείεται συμβατική ρήτρα, η οποία παραπέμπει γενικώς στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο όσον αφορά τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των διαφορών μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε δικονομικούς κανόνες στους οποίους παραπέμπει ορισμένη συμβατική ρήτρα και οι οποίοι επιτρέπουν στον επαγγελματία να επιλέξει μεταξύ του αρμόδιου δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγόμενου και του δικαστηρίου του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε δικονομικούς κανόνες στους οποίους παραπέμπει η επίδικη συμβατική ρήτρα. 

10. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-29/18, C-30/18 και C-44/18, Cobra Servicios Auxiliares SA κατά José David Sánchez Iglesias (C-29/18), José Ramón Fiuza Asorey (C-30/18), Jesús Valiño Lopez (C-44/18), FOGASA (C-29/18 και C-44/18)  - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP καθώς και των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα την ανωτέρω ρήτρα 4 «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.». Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ανώτερο Δικαστήριο της Γαλικίας της Ισπανίας (Tribunal Superior de Justicia de Galicia) στο πλαίσιο τριών ενδίκων διαφορών μεταξύ της εταιρίας Cobra Servicios Auxiliares SA και του José David Sánchez Iglesias (C-29/18), του José Ramón Fiuza Asorey (C-30/18) και του Jesus Valiño Lopez (C-44/18) καθώς και της FOGASA (C-29/18 και C-44/18), σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεως κατόπιν της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας για εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα που είχαν συναφθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων και της Cobra. Ειδικότερα, η Cobra συνήψε με την εταιρία διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου Unión Fenosa σύμβαση με την οποία η τελευταία της ανέθεσε την καταγραφή των στοιχείων καταναλώσεως από τους μετρητές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, την εγκατάσταση και την αντικατάσταση μετρητών, τη διενέργεια περιοδικών ελέγχων, την πραγματοποίηση μονίμων ή μη διακοπών παροχής, καθώς και την καταγραφή σε μηνιαία βάση των στοιχείων καταναλώσεως από τους μετρητές παροχής φυσικού αερίου στην επαρχία Λα Κορούνια (Ισπανία). Στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης παροχής υπηρεσιών η Cobra προσέλαβε τους ενδιαφερομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η διάρκεια των οποίων τελούσε σε συνάρτηση προς τη διάρκεια της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, τον Φεβρουάριο του 2015, η Unión Fenosa ενημέρωσε την Cobra για την επικείμενη καταγγελία της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών. Η Cobra επικαλούμενη λόγους που αφορούσαν την παραγωγή κίνησε διαδικασία ομαδικής απολύσεως και ενημέρωσε τους ενδιαφερομένους ότι θα ελάμβαναν την αποζημίωση που προβλέπεται στην εθνική εργατική νομοθεσία. Η εταιρεία θεώρησε ότι εργαζόμενοι θα έπρεπε να λάβουν αποζημίωση ίση με το ποσό που αντιστοιχεί σε δώδεκα ημερομίσθια ανά έτος προϋπηρεσίας ή την αποζημίωση που προβλέπεται ενδεχομένως από την εφαρμοστέα ειδική νομοθεσία, ενώ οι εργαζόμενοι θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να εφαρμοστεί διαφορετική διάταξη της εργατικής νομοθεσίας σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να λαμβάνουν αποζημίωση ίσης προς 20 ημερομίσθια ανά έτος προϋπηρεσίας.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία βάσει της οποίας, η αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως που καταβάλλεται στους ενδιαφερομένους εργαζόμενους είναι χαμηλότερη από εκείνη που καταβάλλεται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, το νομικό ζήτημα ήταν εάν συντρέχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί το γεγονός ότι η λήξη των συμβάσεων για εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η οποία είναι άμεσο αποτέλεσμα της καταγγελίας της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, συνεπάγεται την καταβολή στους οικείους εργαζομένους ορισμένου χρόνου χαμηλότερης αποζημιώσεως από εκείνη που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου όταν απολύονται, κατόπιν καταγγελίας της ίδιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική νομοθεσία

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

CES-DUTH SPOT στην Επικαιρότητα 1/2019
Δημοκρατία και κράτος δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Αστέρη Πλιάκου, καθηγητή Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

(δημοσιεύτηκε στις 9/7/2019 στο Capital.gr)

Η δυστοκία στον ορισμό Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως και επιβολής κυρώσεων στην Πολωνία για την παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών, αναδεικνύει την ελλειπτική θεσμογένεση της Ένωσης, η οποία, παρ’ όλη την εντυπωσιακή πορεία οικοδόμησής της, ως μιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας, εξακολουθεί να είναι δέσμια των κρατών - μελών της. 

Αποτελεί αναμφισβήτητη πραγματικότητα ότι, καίτοι η Συνθήκη της Λισαβόνας, σε συνέχεια της Συνθήκης για την εκπόνηση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος, έθεσε σαφέστερα τις βάσεις μετατροπής της Ένωσης σε μια δημοκρατική Ένωση δικαίου, με την  υιοθέτηση σπουδαίων μεταρρυθμιστικών αλλαγών, όπως της καθιέρωσης ευρωπαϊκών αξιών και δεσμευτικότητας του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, η λογική της Ευρώπης των κρατών αντιστέκεται, θέτει εμπόδια, εκμεταλλεύεται τα ρυθμιστικά κενά, επιχειρεί να αλλοιώσει το ενωσιακό πνεύμα. 

Το παράδειγμα αδυναμίας ορισμού Προέδρου της Επιτροπής, το οποίο και κατά τον ορισμό του νυν Προέδρου κ. Γιούνκερ είχε εκδηλωθεί με το Ηνωμένο Βασίλειο να εκδηλώνει την απροθυμία του λόγω των υπερβολικών ομοσπονδιακών απόψεων του, εμφανίστηκε και πάλι προ ημερών, αυτή τη φορά με αντίστροφη επιχειρηματολογία, όσον αφορά τον νέο πρόεδρο της Επιτροπής. Ωστόσο, η Συνθήκη είναι σαφής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει να λάβει υπόψη του τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Διαφορετικά, η οικοδόμηση μιας υπερεθνικής δημοκρατίας πλήττεται δεινώς, αφού στέλνεται ένα απογοητευτικό μήνυμα στους πολίτες της Ένωσης, η θέληση των οποίων αγνοείται με καταλυτικές συνέπειες για τη συμμετοχή τους στα ενωσιακά δρώμενα και επομένως για τη νομιμοποίηση των θεσμών.  

Αυτή η θεσμική διελκυστίνδα εκδηλώνεται και στην αδυναμία του Συμβουλίου να αποφασίσει για την παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών από την Πολωνία και την Ουγγαρία, λόγω ελλείψεως της πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων των μελών του. Ωστόσο, με όλα τα κοινώς αποδεκτά κριτήρια αξιολόγησης των μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται στις χώρες αυτές, το συμπέρασμα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας: πρόκειται για μια επιχείρηση άλωσης του κράτους δικαίου και υπαγωγής ιδίως της δικαστικής εξουσίας στη σκοπιμότητα των κρατικών οργάνων. Όσο και να επικαλούνται οι δύο αυτές χώρες την εθνική δημοκρατική αρχή, υπό την έννοια ότι οι εθνικές εκλογές δεν αποδοκίμασαν τους "μεταρρυθμιστές" του δικαιοδοτικού συστήματος, η αλήθεια όπως πάντα είναι απλή και τους τη θύμισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην πρόσφατη απόφασή του της 24.6.2019. 

Πράγματι, το σύνολο των κρατών-μελών, διαχρονικά, διάφανα και δημοκρατικά αποφάσισαν, όχι άπαξ αλλά σε βάθος πολλών δεκαετιών, να δημιουργήσουν μια νέα υπερεθνική συνταγματική τάξη, όχι μόνο "κατ’ εικόνα και ομοίωση" των εθνικών, αλλά και εμπλουτισμένη με τις καλύτερες ευρωπαϊκές παραδόσεις, στο επίκεντρο της οποίας θα είναι ο σεβασμός και η προαγωγή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της αρχής του κράτους δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Μάλιστα, τόνισαν ότι οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη-μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. 

Επομένως, μεταρρυθμίσεις που αποβλέπουν στην αποβολή από το δικαστικό σώμα δικαστών μη αρεστών στην εκάστοτε εκτελεστική εξουσία, όπως και η θεσμική δυνατότητα της τελευταίας να επηρεάζει την ανεξάρτητη λειτουργία των Εισαγγελέων, είναι ασυμβίβαστες με την αρχή του κράτους δικαίου και εκείνης της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της πρώτης. Η κατάργηση των επίμαχων μεταρρυθμίσεων στην Πολωνία αποτελεί νίκη των ευρωπαϊκών αξιών και των ενωσιακών θεσμών. 

Απολογιστικά, δεν μπορούμε παρά να ευγνωμονούμε τη θεσμική ιδιοφυΐα των αρχικών ιδρυτών των ευρωπαϊκών συνθηκών, οι οποίοι φρόντισαν, ήδη από το 1952, να εντάξουν στο πολιτικό κοινοτικό σύστημα το δικαστήριο, κατανοώντας ότι μόνο έτσι οι διακρατικές διενέξεις δεν θα μπορέσουν να δηλητηριάζουν τους λαούς και να χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα άλλων σκοπιμοτήτων των κρατούντων. Δυστυχώς, η Ιστορία έχει αποδείξει ότι η Ευρώπη των κρατών είναι επιρρεπής σε συγκρούσεις και πολέμους, τις περισσότερες φορές με την επίκληση της προστασίας των λαών τους. 

Στην Ευρώπη αυτή, πρέπει να αντιταχθεί η Ευρώπη των πολιτών και των κρατών που σέβονται τις αξίες τους. Αποτελεί ευτύχημα ότι οι πρόσφατες ευρωεκλογές περιόρισαν τους κινδύνους από την αναβίωση και επέκταση του ακραίων ιδεολογιών που μόνο δεινά προκάλεσαν στους λαούς της Ευρώπης. Θα ήταν επομένως εκκωφαντικά παράταιρο να αγνοηθεί η βούληση που εκδηλώθηκε με τις Ευρωεκλογές, όπως βέβαια και να επιτραπεί σε ορισμένα κράτη μέλη να ενεργούν πρόδηλα και κυνικά σε βάρος των ευρωπαϊκών αξιών.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

CES-Duth Working Paper 4/2019
Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΧΡΕΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Μιχάλης Δ Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ

Η αντιμετώπιση της κρίσης χρέους Κρατών-μελών της Ευρωζώνης, η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης αλλά και η απάντηση της Ένωσης στα τρομοκρατικά κτυπήματα στην καρδιά της Ευρώπης έφεραν στο επίκεντρο του πολιτικού και νομικού διαλόγου την αρχή της αλληλεγγύης και την θέση, που αυτή κατέχει στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης γενικότερα και στην ενωσιακή έννομη τάξη ειδικότερα. Η έναρξη της συζήτησης αυτής, πάντως, συνέπεσε με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας που κάνει για πρώτη φορά στο ρυθμιστικό επίπεδο των Συνθηκών μια εκτεταμένη χρήση του όρου αλληλεγγύη τόσο στο πλαίσιο των αρχών, των αξιών και των στόχων όσο και στο πλαίσιο επιμέρους τομέων πολιτικής της Ένωσης. Ωστόσο, η μαζική αυτή εισαγωγή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ένωσης δεν είναι χωρίς προβλήματα, αφού αφορά μια έννοια, «που σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους (και σε κυβερνήσεις)». Για ορισμένους, η αλληλεγγύη μετριέται από το μέγεθος της συνδρομής που χορηγείται σε μια χώρα που έχει ανάγκη. Για άλλους, η αλληλεγγύη σημαίνει ότι ο καθένας εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ώστε να αποφύγει να βρεθεί σε κατάσταση ανάγκης συνδρομής. Υπάρχουν και αυτοί που πιστεύουν ότι η αλληλεγγύη ως απάντηση στις σημερινές προκλήσεις, κινδύνους και απειλές επιδιώκεται καλύτερα και αποτελεσματικότερα στο επίπεδο των Κρατών-μελών και όχι στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης. 
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής της οικονομικής αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών και της «αναδιανεμητικής Ένωσης» (Πολιτική Συνοχής) την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), την οποία εγκαθίδρυσε. Προς τούτο η διάταξη του άρθρου 103 Συνθ.ΕΚ (και σήμερα 125 ΣΛΕΕ) και η περίφημη «ρήτρα μη διάσωσης» (no bail – out clause), που αυτό καθιέρωσε, απέκλειε κάθε δυνατότητα χρηματοδοτικής συνδρομής, ως έκφραση αλληλεγγύης, προς ένα Κράτος-μέλος, που αντιμετώπιζε χρηματοδοτικά προβλήματα από τα υπόλοιπα Κράτη-μέλη ή από την ίδια την  Ένωση. 
Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (2009), παρά τη μαζική εισαγωγή της αρχής της αλληλεγγύης στο ρυθμιστικό επίπεδο των Συνθηκών, η βασική αρχιτεκτονική της ΟΝΕ, που ήθελε την επιβολή της αναγκαίας δημοσιονομικής πειθαρχίας «δια των αγορών» σε συνδυασμό με ένα χαλαρό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των Κρατών-μελών και αντιμετώπιση του «ηθικού κινδύνου» μέσω της «ρήτρας μη διάσωσης», που εξαιρούσε, όπως κυρίαρχα υποστηρίζονταν, την ΟΝΕ από το πεδίο εφαρμογής της αρχής της αλληλεγγύης, δεν άλλαξε. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά τη θέση σε ισχύ της ισχύουσας Συνθήκης η Ευρώπη βρέθηκε ενώπιον της κρίσης χρέους Κρατών-μελών της Ευρωζώνης, στερούμενη μηχανισμών και εργαλείων συνδρομής στα Κράτη-μέλη, που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης. Όταν έγινε αντιληπτό ότι η κρίση δεν μπορούσε να περιορισθεί στο πλαίσιο ενός Κράτους-μέλους λόγω της οικονομικής αλληλεξάρτησης και ότι κινδύνευε με κατάρρευση το εγχείρημα του κοινού νομίσματος, τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης αποφάσισαν την χρηματοδοτική συνδρομή των χωρών που είχαν ανάγκη και είχαν ουσιαστικά αποκοπή από τις αγορές. Μετά από λύσεις ανάγκης (διμερής δανεισμός, EFSM, EFSF), που αντιμετώπισαν σοβαρά νομικά προβλήματα, τα Κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ οδηγήθηκαν στη ίδρυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), ως μόνιμου, διακυβερνητικού μηχανισμού χρηματοδοτικής συνδρομής της Ευρωζώνης. Σε όλη αυτή την περίοδο διαχείρισης της κρίσης χρέους κεντρικό νομικό και πολιτικό ζήτημα αποτέλεσε ο τρόπος παράκαμψης της «ρήτρας μη διάσωσης», σε ένα πρώτο επίπεδο, ώστε να εκφρασθεί η αλληλεγγύη προς τα δοκιμαζόμενα Κράτη-μέλη και,  σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα εκφρασθεί αυτή η αλληλεγγύη. Η δυσκολία στην υπερπήδηση του εμποδίου αυτού είχε ως αιτία την κρατούσα άποψη σε νομικούς, οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους, κυρίως της Γερμανίας, σύμφωνα με την οποία η Συνθήκη απαγορεύει απολύτως τη διάσωση Κράτους-μέλους και την εκδήλωση αλληλεγγύης από την ίδια την Ένωση ή τα άλλα Κράτη-μέλη. Απέναντι σε αυτήν την σχεδόν παγιωμένη αντίληψη υπήρχαν και αντίθετες φωνές, όπως αυτή του J. Pisani-Ferry, ο οποίος υποστήριζε ότι «δεν υπήρχε ποτέ στη Συνθήκη μια «αρχή μη - συνδρομής» παρά μόνο η «αρχή της μη – συνυπευθυνότητας» για το δημόσιο χρέος».  Τελικά,  το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Pringle δέχτηκε ότι η διάταξη του άρθρου 125 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει οποιαδήποτε χρηματοδοτική συνδρομή, ιδιαίτερα αν αυτή γίνεται με τους προβλεπόμενους από τη Συνθήκη ΕΜΣ, δηλαδή υπό «αυστηρούς όρους πολιτικής» και για «τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της Ζώνης του Ευρώ στο σύνολό της». Ωστόσο, αρνήθηκε, αν και προκλήθηκε, να θεμελιώσει τη θέση του στην αρχή της αλληλεγγύης.
Το ερώτημα που επιχειρεί να απαντήσει η μελέτη είναι: η χορηγούμενη από τον ΕΜΣ χρηματοδοτική συνδρομή σε Κράτος-μέλος της Ευρωζώνης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μορφή οικονομικής αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών, παρά τη διατήρηση της ρήτρας μη διάσωσης, που εκ πρώτης όψεως την αποκλείει ή όχι; Θα πρέπει να σημειώσουμε τη διάσταση των απόψεων της κοινής γνώμης στα Κράτη-μέλη, που από τον προϋπολογισμό τους αναλαμβάνουν τη χρηματοδοτική συνδρομή και αυτών που τη λαμβάνουν. Η κοινή γνώμη στα πρώτα θεωρεί ότι η κυβέρνησή τους εξάντλησε την οικονομική αλληλεγγύη προς ένα «ασυνεπή εταίρο», ενώ στα δεύτερα, ενόψει των σκληρών όρων πολιτικής, που επιβάλλονται για τη χορήγηση της συνδρομής, επικρατεί η άποψη η Ένωση δεν επέδειξε αλληλεγγύη αλλά αντίθετα μια τιμωρητική διάθεση απέναντί τους. 
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τις ποικίλες ενστάσεις που μπορούν να υποστηριχθούν για την οικοδόμηση των μηχανισμών χρηματοδοτικής συνδρομής στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, η χρηματοδότηση από τον ΕΜΣ, που συνιστά «διάσωση υπό όρους», αποτελεί ουσιαστικά εκδήλωση αλληλεγγύης έστω και αν αυτή εξαντλείται στη διάσωση από την χρεοκοπία, που  όμως συνδυάζεται με την απαίτηση επίδειξης υπευθυνότητας από το ωφελούμενο Κράτος-μέλος και κινητοποιείται από έναν υπέρτατο σκοπό (πεφωτισμένη ιδιοτέλεια), που δεν είναι άλλος από «τη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της Ζώνης του Ευρώ στο σύνολό της».

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com


Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3/2019
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Μάρτιος 2019
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-129/18, SM κατά Entry Clearance Officer, UK Visa Section – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο γʹ, καθώς και των άρθρων 27 και 35 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο γ «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: […] 2.“μέλος της οικογένειας”: […] γ) οι απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνοι του (της) συζύγου ή του (της) συντρόφου, όπως ορίζεται στο στοιχείο β) […]». Επιπρόσθετα και σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/38 «Με την επιφύλαξη τυχόν ατομικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των ενδιαφερομένων και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, το κράτος μέλος υποδοχής διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή των ακόλουθων προσώπων: α) κάθε άλλου μέλους της οικογένειας, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του, που δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 2 εφόσον συντηρείται από τον πολίτη της Ένωσης που έχει ίδιον δικαίωμα διαμονής ή ζει υπό τη στέγη του στη χώρα προέλευσης, ή εφόσον σοβαροί λόγοι υγείας καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του εν λόγω μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου (Supreme Court of the United Kingdom) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της SΜ, Αλγερινής υπηκόου, και της αρμόδιας υπηρεσίας για τη χορήγηση αδειών εισόδου. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν η άρνηση της ανωτέρω υπηρεσίας να χορηγήσει στην SΜ άδεια εισόδου στο ΗΒ υπό την ιδιότητα του θετού τέκνου πολίτη Κράτους-μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Ειδικότερα, ο κύριος και η κυρία Μ. ήταν Γάλλοι υπήκοοι που τέλεσαν γάμο στο ΗΒ το 2001. Εν συνέχεια, μετέβησαν στην Αλγερία κατά τη διάρκεια του 2009, προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητά τους για να καταστούν κηδεμόνες ενός παιδιού στο πλαίσιο του Αλγερινού συστήματος kafala. Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής, κρίθηκαν κατάλληλοι να αναλάβουν την επιμέλεια παιδιού υπό το εν λόγω σύστημα.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν ο όρος «απευθείας κατιών» πολίτη της Ένωσης κατά το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει παιδί το οποίο τελεί υπό τη νόμιμη κηδεμονία πολίτη ή πολιτών της Ένωσης δυνάμει του Αλγερινού συστήματος kafala.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι λόγω του γεγονότος ότι το Αλγερινό σύστημα kafala δεν δημιουργεί σχέση γονέα-τέκνου μεταξύ του παιδιού και του κηδεμόνα του, παιδί όπως η SM, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «απευθείας κατιών» πολίτη της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο γʹ, της Οδηγίας 2004/38.
Ωστόσο, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να διευκολύνουν την είσοδο και τη διαμονή του παιδιού αυτού ως άλλου μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παρ. 2, του Χάρτη, προβαίνοντας σε ισόρροπη και εύλογη εκτίμηση όλων των τρεχουσών και κρίσιμων περιστάσεων, η οποία λαμβάνει υπόψη οπωσδήποτε το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού. Ειδικότερα, το ΔΕΕ έκρινε ότι εάν  διαπιστωθεί ότι το παιδί και ο κηδεμόνας του (ο οποίος είναι πολίτης της Ένωσης) πρόκειται πραγματικά να συμβιώσουν ως οικογένεια και ότι το παιδί αυτό εξαρτάται από τον κηδεμόνα του, οι απαιτήσεις που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής και το υπέρτερο συμφέρον του τέκνου επιβάλλουννα χορηγηθεί στο παιδί δικαίωμα εισόδου και διαμονής ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να ζήσει με τον κηδεμόνα του στο Κράτος-μέλος υποδοχής του τελευταίου.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 27ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-681/17, slewo - schlafen leben wohnen GmbH κατά Sascha Ledowski-Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 1, στοιχείο ιαʹκαι του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/83 «Τα κράτη μέλη δεν παρέχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται στα άρθρα 9 έως 15 για τις εξ αποστάσεως […] συναπτόμενες συμβάσεις, όσον αφορά τα ακόλουθα: […] ε) την προμήθεια σφραγισμένων αγαθών τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Ακυρωτικό Δικαστήριοτης Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της slewo – schlafen leben wohnen GmbH και του Sascha Ledowski, με αντικείμενο την εκ μέρους του τελευταίου άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως όσον αφορά στρώμα που αγόρασε από τον ιστότοπο της slewo. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 16, στοιχείο εʹ της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι η περιλαμβανόμενη στη διάταξη αυτή φράση «σφραγισμένα αγαθά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση» καταλαμβάνει αγαθό, όπως ένα στρώμα, του οποίου το προστατευτικό περιτύλιγμα αφαιρέθηκε από τον καταναλωτή μετά την παράδοσή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 16, στοιχείο ε, της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι η επίδικη φράση δεν καταλαμβάνει αγαθό, όπως ένα στρώμα, του οποίου το προστατευτικό περιτύλιγμα αφαιρέθηκε από τον καταναλωτή μετά την παράδοσή του.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-590/17, Henri Pouvin και Marie Dijoux, épouse Pouvin κατά Electricité deFrance (EDF) – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχεία βʹ και γʹ, της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχεία β και γ «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: […] β) “καταναλωτής”: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, γ) “επαγγελματίας”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de Cassation) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύτου Henri Pouvain και της Marie Dijoux, συζύγου H. Pouvin και της Électricité de France (EDF) σχετικά με αγωγή με αίτημα την καταβολή του υπολοίπου οφειλής από στεγαστικό δάνειο χορηγηθέν στους πρώτους από την εν λόγω εταιρία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, στοιχ. β και γ, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι, αφενός, ο υπάλληλος επιχείρησης και ο/η σύζυγός του, οι οποίοι συνάπτουν με την επιχείρηση αυτή σύμβαση πίστωσης απευθυνόμενη, κατά κύριο λόγο, μόνο στα μέλη του προσωπικού της εν λόγω επιχείρησης και προοριζόμενη να χρηματοδοτήσει την αγορά ακινήτου για ιδιωτικούς σκοπούς, πρέπει να θεωρηθούν «καταναλωτές» και αφετέρου, αν, όσον αφορά τη χορήγηση της εν λόγω πίστωσης, η ίδια αυτή επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί «επαγγελματίας».
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο υπάλληλος επιχείρησης και ο/η σύζυγός τουπρέπει να θεωρηθούν «καταναλωτές». 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί «επαγγελματίας», όταν συνάπτει τέτοια σύμβαση πίστωσης στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η χορήγηση πιστώσεων δεν αποτελεί την κύρια δραστηριότητά της.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-221/17, M.G. Tjebbes κ.λπ. κατά Minister van Buitenlandse Zaken - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χωρών (Raad van State) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Μ. G. Tjebbes, G. J. Μ. Koopman, E. Saleh Abady και L. Duboux και του Υπουργού Εξωτερικών σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να εξετάσει τις αιτήσεις τους για έκδοση εθνικού διαβατηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία Κράτους- μέλους, η οποία προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αυτοδίκαιη απώλεια της ιθαγένειας του εν λόγω Κράτους-μέλους (Ολλανδία) η οποία επιφέρει, όσον αφορά τα πρόσωπα εκείνα που δεν έχουν την ιθαγένεια και άλλου Κράτους-μέλους, απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, χωρίς να διενεργείται ατομική εξέταση. Το ζήτημα εξετάστηεκ στο πλάισο της αρχής της αναλογικότητας και ειδικότερα σε σχέση με τις συνέπειεςτης απώλειας της ιθαγένειας στους προσφεύγοντες από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης.
Το ΔΕΕ, αρχικά, υπενθύμισε ότι εάν και ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσεως και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα κάθε Κράτους-μέλους, το γεγονός ότι ένας τομέας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των Κρατών-μελών δεν σημαίνειότι οι σχετικοί κανόνες της εθνικής νομοθεσίας δεν πρέπει, στις περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, να συνάδουν προς το ενωσιακό δίκαιο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕέχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική ρύθμιση, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι σε θέση να εξετάζουντις συνέπειες της εν λόγω απώλειας της ιθαγένειας και, ενδεχομένως, να αποδίδουν εκ νέου την ιθαγένεια στους ενδιαφερομένους. 
Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ τόνισε ότι οι ανωτέρω αρχές και τα ανωτέρω δικαστήρια οφείλουν να ελέγχουν αν η απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση κάθε ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης.

5. ΔΕΕ, απόφασητης 26ης Μαρτίου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-70/17 και C-179/17, Abanca Corporación Bancaria SA και Bankia SA κατά Alberto García Salamanca Santos κ.λπ. – Προδικαστική

Οι αιτήσεις  αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές και ειδικότερα των άρθρων 6 και 7 της Οδηγίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Επιπρόσθετα, δυνάμει του άρθρου 7 της ανωτέρω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές». Η αίτηση στην υπόθεση C-70/17 υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Supremo) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Abanca Corporación Bancaria SA και του Alberto Garcia Salamanca Santos με αντικείμενο τις συνέπειες που έχει η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας πρόωρης λύσεως, η οποία περιέχεται στη συναφθείσα μεταξύ των δύο αυτών μερών σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. Η αίτηση στην υπόθεση C-179/17 υποβλήθηκε από το ίδιο εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Bankia SA και, αφετέρου, του Alfonso Antonio Lau Mendoza και της Verónica Yuliana Rodríguez Ramírez, με αντικείμενο την εκκρεμούσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποθηκική αγωγή με αντικείμενο αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτου επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη προς εξασφάλιση της αποπληρωμής δανείου. Ας σημειωθεί ότι η ρήτρα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως προέβλεπε εκτός από άλλες περιπτώσεις καταγγελίας της συμβάσεως λόγω μη καταβολής πλειόνων δόσεων, την καταγγελία λόγω μη καταβολής μίας και μόνο δόσεως, Οι επίμαχες ρήτρες προέβλεπαν ότι το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δύναται να κηρύξει την πρόωρη λύση της συμβάσεως και να απαιτήσει την αποπληρωμή του δανείου, άπαξ και ο οφειλέτης δεν καταβάλει μια μηνιαία δόση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια, αφενός, ότι από τη στιγμή που ρήτρα περί πρόωρης λύσεως συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου κρίνεται καταχρηστική, είναι δυνατόν η ρήτρα αυτή, παρά ταύτα, να διατηρηθεί εν μέρει εν ισχύ, με την εξάλειψη των στοιχείων που την καθιστούν καταχρηστική.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 6 και 7 της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοιαότι αντιτίθενται στο να διατηρείται εν μέρει σε ισχύ μια ρήτρα περί πρόωρης λύσεως συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου η οποία κρίθηκε καταχρηστική, διά της απαλοιφής των στοιχείων που την καθιστούν καταχρηστική, όταν μια τέτοια απαλοιφή θα κατέληγε σε αναθεώρηση του περιεχομένου της εν λόγω ρήτρας επηρεάζοντας την ουσία της.

6.ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-297/17, Bashar Ibrahim κ.λπ. κατά Bundesrepublik Deutschland – Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 33, παρ. 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 52, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και των άρθρων 4 και 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. στοιχ. α «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αίτηση για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη μόνο εάν:α)η διεθνής προστασία έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος». Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) στο πλαίσιο τεσσάρων ενδίκων διαφορών μεταξύ του Bashar Ibrahim (υπόθεση C-297/17), του Mahmud Ibrahim, της FadwaIbrahim, του Bushra Ibrahim, καθώς και των ανηλίκων Mohammad και Ahmad Ibrahim (υπόθεση C-318/17), και της Nisreen Sharqawi, καθώς και των ανήλικων τέκνων της, Yazan και HosamFattayrji (υπόθεση C-319/17), και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), καθώς και μεταξύ αυτού του Κράτους-μέλους και του Taus Magamadov (υπόθεση C-438/17), σχετικά με αποφάσεις με τις οποίες  η Ομοσπονδιακή υπηρεσία μεταναστεύσεως και προσφύγων, Γερμανία) αρνήθηκε να χορηγήσει άσυλο στους ενδιαφερομένους. Οι περισσότεροι από τους προσφεύγοντες μετέβησαν από τη Συρία στη Βουλγαρία και μετά από παραμονή σε άλλα Κράτη-μέλη εισήλθαν στη Γερμανία και υπέβαλαν αίτηση παροχής ασύλου. Ας σημειωθεί ότι στην υπόθεση C-438/17, ο προσφεύγων εισήλθε στην Πολωνία και μετά κατέληξε στη Γερμανία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 33 της Οδηγίας περί διαδικασιών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα Κράτη-μέλη να απορρίπτουν αίτηση ασύλου ως απαράδεκτη βάσει της παραγράφου 2, στοιχείο α, του άρθρου 33, χωρίς να πρέπει να προσφύγουν κατά προτεραιότητα στις διαδικασίες αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως που προβλέπονται από τους κανονισμούς Δουβλίνο ΙΙ ή Δουβλίνο ΙΙΙ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 33 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα Κράτη-μέλη να απορρίπτουν αίτηση ασύλου ως απαράδεκτη χωρίς να πρέπει ή να μπορούν να προσφύγουν κατά προτεραιότητα στις διαδικασίες αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως που προβλέπει ο κανονισμός Δουβλίνο III.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 33, παρ. 2, στοιχ. α, της Οδηγίας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκ μέρους Κράτους-μέλους (Γερμανία) απόρριψης ως απαράδεκτης μιας αιτήσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα για τον λόγο ότι έχει ήδη χορηγηθεί στον αιτούντα επικουρική προστασία σε άλλο Κράτος-μέλος (Βουλγαρία, Πολωνία-C-438/17) εάν οι συνθήκες διαβιώσεως των δικαιούχων επικουρικής προστασίας σε αυτό το άλλο Κράτος-μέλος είτε αντιβαίνουν στο άρθρο 4 του Χάρτη είτε δεν ανταποκρίνονται στις διατάξεις του κεφαλαίου VII της Οδηγίας 2013/32 χωρίς εντούτοις να συνιστούν παράβαση του εν άρθρου 4 του Χάρτη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 33, παρ. 2, στοιχείο αʹ, δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους Κράτους-μέλους απόρριψη ως απαράδεκτης αίτησης ασύλου λόγω του γεγονότος ότι έχει ήδη χορηγηθεί στον αιτούντα επικουρική προστασία από άλλο Κράτος-μέλος, όταν οι προβλέψιμες συνθήκες διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ο αιτών ως δικαιούχος επικουρικής προστασίας στο άλλο Κράτος-μέλος δεν θα τον εκθέσουν σε σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη. Το γεγονός ότι οι δικαιούχοι μιας τέτοιας επικουρικής προστασίας δεν λαμβάνουν, στο εν λόγω Κράτος-μέλος(Βουλγαρία, Πολωνία), παροχές προς εξασφάλιση της στοιχειώδους διαβιώσεως ή λαμβάνουν αισθητά πιο περιορισμένες παροχές τέτοιου είδους σε σύγκριση με τις παροχές άλλων Κρατών-μελών, ενώ η μεταχείρισή τους δεν διαφέρει από εκείνη που επιφυλάσσεται στους υπηκόους του Κράτους-μέλους αυτού δεν μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι ο αιτών αυτός θα εκτεθεί σε κίνδυνο. Το ΔΕΕ εκτίμησε ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι προσφεύγοντες τίθενται σε κίνδυνο εάν η περίσταση αυτή έχει ως συνέπεια να περιέλθει ο αιτών, λόγω της ιδιαιτέρως ευάλωτης θέσεως του, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-163/17, Abubacarr Jawo κατά Bundesrepublik Deutschland– Προδικαστική

H αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 2, και του άρθρου 29, παρ. 1 και 2, του Κανονισμού 604/2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του Κράτους-μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε Κράτος-μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα καθώς και του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του ανωτέρω Κανονισμού «1. Η μεταφορά του αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα προς το υπεύθυνο κράτος μέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου από άλλο κράτος μέλος ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου [βοηθήματος] ή επανεξέτασης εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν οι μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος εκτελούνται με ελεγχόμενη αναχώρηση ή με συνοδεία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι εκτελούνται λαμβάνοντας υπόψη τον ανθρώπινο παράγοντα και με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. [...] 2.      Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, το υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου και η ευθύνη μεταβιβάζεται τότε στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται σε ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω φυλάκισης του ενδιαφερομένου ή σε 18 μήνες κατ’ ανώτατο όριο αν ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει. [...] Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει ενιαίους όρους για τη διαβούλευση και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση αναβολής ή καθυστέρησης μεταφορών, μεταφορών κατόπιν αυτόματης αποδοχής, μεταφορών ανήλικου ή εξαρτώμενων προσώπων και ελεγχόμενων μεταφορών. [...]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Διοικητικό Εφετείο του Ομόσπονδου κράτους της Βάδης - Βιρτεμβέργης της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Abubacarr Jawo και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με απόφαση περί μεταφοράς του ενδιαφερομένου στην Ιταλία.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 29, παρ. 2, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει διαφύγειείναι απαραίτητο αυτό να αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά του, ή αν, αντίθετα, αρκεί, συναφώς, ότι το πρόσωπο αυτό έχει εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί, χωρίς οι εν λόγω αρχές να έχουν ενημερωθεί για την απουσία του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκτέλεση της μεταφοράς αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι επίδικο άρθρο του ενωσιακού δικαίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο αιτών «διαφεύγει» όταν αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες για τη μεταφορά του εθνικές αρχές προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά αυτή. Μπορεί να θεωρηθεί ότι τούτο συμβαίνει, όταν η μεταφορά αυτή δεν μπορεί να εκτελεσθεί λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί χωρίς να έχει ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για την απουσία του, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν ενήμερος για τις υποχρεώσεις του συναφώς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. 
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν  το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στη μεταφορά αιτούντος διεθνή προστασία, προς το Κράτος-μέλος το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία, εάν ο αιτών διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας στο εν λόγω Κράτος-μέλος. Το δικαστήριο αυτό διερωτήθηκε εάν το εν λόγω ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, ζητεί να διευκρινιστεί ποια είναι, στην περίπτωση αυτή, τα κριτήρια βάσει των οποίων το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εκτιμά τις συνθήκες διαβιώσεως ενός προσώπου στο οποίο έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια μεταφορά του αιτούντος διεθνή προστασία, εκτός αν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί προσφυγής κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς διαπιστώσει, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων και υπό το πρίσμα του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, ότι όντως υφίσταται ο κίνδυνος σε περίπτωση μεταφοράς του.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-118/17, Zsuzsanna Dunai κατά ERSTE Bank Hungary Zrt – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του σημείου 3 του διατακτικού της αποφάσεως της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και KáslernéRábai (C-26/13, EU:C:2014:282) και της αρμοδιότητας που έχει παρασχεθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να διασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, καθώς και των θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Ένωσης περί ισότητας ενώπιον του νόμου, περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και περί δίκαιης δίκης.
Η αίτηση υποβλήθηκεαπό το Κεντρικό Δικαστήριο της Βούδας της Ουγγαρίας (Budai Központi Kerületi Bíróság) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Zsuzsanna Dunai και της τράπεζας ERSTE Bank Hungary Zrt., με αντικείμενο τον φερόμενο ως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας προβλέπουσας ότι η συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει κατά τον χρόνο εκταμιεύσεως δανείου συνομολογηθέντος σε ξένο νόμισμα καθορίζεται με βάση την τιμή αγοράς που εφαρμόζει η τράπεζα, ενώ η συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει κατά την εξόφληση του δανείου καθορίζεται με βάση την τιμή πωλήσεως.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν το άρθρο 6, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να δεχθεί αίτημα για την ακύρωση συμβάσεως δανείου συνομολογηθείσας σε ξένο νόμισμα λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας της συμβάσεως αυτής, κατά την οποία ο καταναλωτής φέρει τις δαπάνες που συνδέονται με τη διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας (η οποία υφίσταται μεταξύ της τιμής πωλήσεως και της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος), ακόμη και στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως θα ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του καταναλωτή.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 6, παρ. 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι:
α) δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση που εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να δεχθεί αίτημα για την ακύρωση συμβάσεως δανείου λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της προαναφερθείσας ρήτρας σχετικής με τη διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας, υπό την προϋπόθεση η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας αυτής να καθιστά δυνατή την επαναφορά του καταναλωτή στη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα τελούσε ελλείψει της εν λόγω καταχρηστικής ρήτρας, και
β) αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση που εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να δεχθεί αίτημα για την ακύρωση συμβάσεως δανείου λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου, στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική και ότι η σύμβαση δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την εν λόγω ρήτρα.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 93/13, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, αντιτίθεται στη δυνατότητα ανωτάτου δικαστηρίου Κράτους-μέλους να εκδίδει, προς εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας των κανόνων δικαίου, δεσμευτικές αποφάσεις με αντικείμενο τους λεπτομερείς κανόνες για τη θέση σε εφαρμογή της Οδηγίας αυτής.
Το ΔΕΕ αναγνώρισε τη δυνατότητα ανωτάτου δικαστηρίου Κράτους-μέλους να εκδίδει, προς εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας των κανόνων δικαίου, δεσμευτικές αποφάσεις με αντικείμενο τους λεπτομερείς κανόνες για τη θέση σε εφαρμογή της επίμαχης Οδηγίας, υπό την προϋπόθεση οι αποφάσεις αυτές να μην εμποδίζουν το αρμόδιο δικαστήριο να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Οδηγίας και να παρέχει στον καταναλωτή δυνατότητα ασκήσεως αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος.


9. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-557/17, Staatssecretaris van Veiligheiden Justitie κατά Y. Z. κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 16, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2003/86 σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης. Σύμφωνα με το επίδικο άρθρο του ενωσιακού δικαίου «Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απορρίπτουν αίτηση εισόδου και διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, να ανακαλούν ή να αρνούνται να ανανεώσουν την άδεια διαμονής των μελών της οικογένειας, εφόσον καταδεικνύεται: α) ότι χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα, ότι διαπράχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο απάτη ή χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα». Η αίτηση υποβλήθηκεαπό το Συμβούλιο της Επικρατείας των Κάτω Χώρων (Raadvan State) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύτου Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης των Κάτω Χωρών και αφετέρου, των Y. Z.(πατέρας), Z. Z.(μητέρα) και Y. Y.(γιος) σχετικά με αποφάσεις του Υφυπουργού με τις οποίες ανακάλεσε τις άδειες διαμονής που είχαν χορηγηθεί στους Y. Z., Y. Y. και Z. Z., διατάσσοντάς τους να εγκαταλείψουν αμέσως την επικράτεια των Κάτω Χωρών και απαγορεύοντας την επιστροφή τους.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 16, παρ. 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκ μέρους Κράτους- μέλους ανάκληση των αδειών διαμονής που χορηγήθηκαν στα μέλη της οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας (Κινέζος) με την αιτιολογία ότι προσκομίσθηκαν παραποιημένα έγγραφα για τη λήψη αυτών των αδειών διαμονής, σε περίπτωση που τα εν λόγω μέλη της οικογένειας (μητέρα και γιος) αγνοούσαν τον απατηλό χαρακτήρα των εγγράφων αυτών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι  το άρθρο 16, παρ. 2, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι Κράτος-μέλος μπορεί να προβεί στην ανάκληση των ως άνω αδειών διαμονής. Ωστόσο, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να διενεργούν προηγουμένως εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασης των μελών αυτών, προβαίνοντας σε ισόρροπη και εύλογη εκτίμηση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων.

10. ΔΕΕ, απόφασητης 27ης Μαρτίου 2019, ΥπόθεσηC-545/17, Mariusz Pawlak κατά Prezes Kasy Rolniczego Ubezpieczenia Społecznego - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, πρώτη περίοδος, της Οδηγίας 97/67 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο του ενωσιακού δικαίου «Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας, οι υπηρεσίες που μπορούν να ανατίθενται αποκλειστικά από κάθε κράτος μέλος στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας είναι η συλλογή, η διαλογή, η μεταφορά και η διανομή των αντικειμένων αλληλογραφίας εσωτερικού, είτε με ταχύτερη διανομή είτε όχι, των οποίων η τιμή είναι μικρότερη από το πενταπλάσιο του δημοσίου τέλους ενός αντικειμένου αλληλογραφίας της πρώτης βαθμίδας βάρους της ταχύτερης τυποποιημένης κατηγορίας, αν υπάρχει, εφόσον το βάρος τους δεν υπερβαίνει τα 350 g. Εξαιρέσεις ως προς τους περιορισμούς βάρους και τιμής είναι δυνατόν να επιτρέπονται στην περίπτωση που παρέχονται δωρεάν ταχυδρομικές υπηρεσίες σε άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας (Sąd Najwyższy) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Mariusz Pawlak και του Προέδρου του ταμείου κοινωνικής ασφαλίσεως των γεωργών σχετικά με την επιδίκαση αποζημιώσεως στον M. Pawlak λόγω ατυχήματος που αυτός υπέστη κατά την εκτέλεση γεωργικών εργασιών. Ο M. Pawlak, δεν ικανοποιήθηκε από την απόφαση του προέδρου του KRUS επί της αιτήσεώς του και προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του KRUS άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι περιήλθε στο δικαστήριο αυτό στις 22 Ιουνίου 2016, ενώ η προβλεπόμενη προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως αυτής είχε λήξει στις 20 Ιουνίου 2016. Το εφετείο έκρινε ότι δεν ασκούσε επιρροή το γεγονός ότι στη σφραγίδα του ταχυδρομικού αντικειμένου, το οποίο είχε παραδοθεί σε φορέα παροχής υπηρεσιών διαφορετικό από τον καθορισμένο φορέα παροχής υπηρεσιών, αναφέρεται η ημερομηνία της 20ής Ιουνίου 2016, η οποία είναι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 165, παράγραφος 2, του kpc, μόνον η παράδοση δικογράφου σε καθορισμένο φορέα παροχής υπηρεσιών, έστω και αν η παράδοση αυτή γίνεται με απλό ταχυδρομείο, επέχει θέση καταθέσεως του δικογράφου αυτού ενώπιον του οικείου δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 7, παρ. 1, πρώτη περίοδος της επίμαχης Οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανόνα του εθνικού δικαίου, ο οποίος αναγνωρίζει την παράδοση δικογράφου σε ταχυδρομικό γραφείο του καθορισμένου για την παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας φορέα ως επέχουσα θέση καταθέσεως ενώπιον του οικείου δικαστηρίου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η εθνική διάταξη έχει ως αποτέλεσμα η εν λόγω υπηρεσία να τίθεται εκτός του ελεύθερου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά των ταχυδρομικών υπηρεσιών και παρέχει ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα για την εγκαθίδρυση και την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 7, παρ. 1 της επίμαχης Οδηγίας.

11. ΔΕΕ, απόφασητης 13ης Μαρτίου 2019, Υπόθεση C-437/17, Gemeinsamer Betriebsrat Eurothermen Resort Bad Schallerbach GmbH κατά Eurothermen Resort Bad Schallerbach GmbH –Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Συμβουλίου εργαζομένων της Eurothermen και της Eurothermen Resort Bad Schallerbach GmbH σχετικά με τη μερική μόνο προσμέτρηση, για τον καθορισμό των δικαιωμάτων σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών των εργαζομένων της εταιρίας αυτής, περιόδων προϋπηρεσίας των εργαζομένων αυτών σε άλλους εργοδότες.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παρ. 1, του Κανονισμού 492/2011 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, η οποία, προκειμένου να καθορίσει αν εργαζόμενος που έχει συμπληρώσει συνολικά 25 έτη επαγγελματικής δραστηριότητας δικαιούται αύξηση της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών από 5 σε 6 εβδομάδες, προβλέπει ότι τα έτη τα οποία αυτός συμπλήρωσε στο πλαίσιο μιας ή περισσοτέρων σχέσεων εργασίας προγενέστερων της σχέσεως με τον νυν εργοδότη του προσμετρώνται μόνο μέχρι του ανωτάτου ορίου των 5 ετών επαγγελματικής δραστηριότητας έστω και αν ο πραγματικός αριθμός τους υπερβαίνει τα 5 έτη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο δεν αντιτίθεται στην επίμαχη εθνική νομοθεσία.