Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

CES-DUTH ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2/2019
Άννα Εμ. Πλεύρη, Διαιτησία στον τομέα της ενέργειας (Ελληνικό και Ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018

H ενεργειακή αγορά, που είναι ιδιαίτερα σημαντική για την οικονομία κάθε χώρας, απελευθερώνεται σταδιακά, υφίσταται ρυθμιστικές παρεμβάσεις και δημιουργεί διαφορές, οι οποίες παρουσιάζουν κατά κανόνα, υψηλή νομική συνθετότητα, μεγάλο οικονομικό αντικείμενο, πολυμερή δομή και συχνά διασυνοριακό χαρακτήρα. Οι εν λόγω διαφορές επιζητούν επίλυση από δικαιοδοτικό όργανο ουδέτερο, ανεξάρτητο, ταχύ και εξειδικευμένο. Όσες ενεργειακές διαφορές δεν έχουν διοικητικό χαρακτήρα, επιλύονται (κυρίως) από διαιτητικά δικαστήρια συγκροτούμενα είτε ad hoc είτε στο πλαίσιο ορισμένης θεσμικής διαιτησίας. Τα εν λόγω δικαστήρια υπόσχονται διαδικαστική ευελιξία, εμπιστευτικότητα, διαφύλαξη επιχειρησιακών απορρήτων, εξειδικευμένους διαιτητές, ταχεία και οριστική επίλυση της διαφοράς, τελεσιδικία και εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης. 
Αντίθετα προς την πλούσια γενική και ειδική ελληνική βιβλιογραφία στο δίκαιο της ενέργειας, η βιβλιογραφική παραγωγή σε σχέση με τη διαιτητική επίλυση των ενεργειακών διαφορών στην Ελλάδα είναι  μάλλον περιορισμένη. Στο πλαίσιο αυτό, η μονογραφία της κυρίας Πλεύρη σκοπεί στην κάλυψη του βιβλιογραφικού κενού σε σχέση με τη διαιτητική επίλυση των εμπορικών κυρίως ενεργειακών διαφορών. Αναπτύσσεται λοιπόν σε αυτή, τόσο το Ευρωπαϊκό όσο και το μη κωδικοποιημένο ακόμη σήμερα Ελληνικό θεσμικό πλαίσιο. Επιπρόσθετα, στο έργο παρουσιάζονται και βασικά ζητήματα εκ της επενδυτικής ενεργειακής διαιτησίας. Στο σχετικό κεφάλαιο, μάλιστα, συζητείται και η πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Αchmea. 
Περαιτέρω, η μελέτη υπεισέρχεται και στα μετά από εξουσιοδότηση του Έλληνα νομοθέτη εκδοθέντα κανονιστικά κείμενα του τομέα της ενέργειας, δηλαδή στον Κώδικα Διαχείρισης του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, αλλά και στον εκδοθέντα με Υπουργική Απόφαση Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας του οποίου η ερμηνεία υπήρξε αντικείμενο αρκετών διαιτητικών αποφάσεων. Στο έργο επιχειρείται ακόμη η συστηματική προσέγγιση των ερμηνευτικών και δογματικών ζητημάτων που ανακύπτουν με ανάλυση του δικαίου της εσωτερικής και διεθνούς διαιτησίας και εκτενή ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων της ενεργειακής διαιτησίας, ιδίως ως προς τη συμφωνία περί διαιτησίας τις επιμέρους διαδικαστικές πτυχές και το εφαρμοστέο δίκαιο, υπό την επικουρία της νομολογίας όχι μόνον τακτικών, αλλά και διαιτητικών δικαστηρίων επί ενεργειακών διαφορών. Τέλος, στη μελέτη αναλύεται εκτενώς  ο ρόλος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και η συμβολή της στην ρύθμιση της Ελληνικής ενεργειακής αγοράς και στην επίλυση ενεργειακών διαφορών. Στο παράρτημα του βιβλίου παρουσιάζονται οι υποθέσεις «ελληνικού ενδιαφέροντος» ενώπιον του ICSID, ορισμένες εκ των οποίων προέρχονται από τον τομέα της ενέργειας.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 12/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Δεκέμβριος 2018
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ


1. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-621/18, Andy Wightman κ.λ.π. κατά Secretary of State for Exiting the European Union - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 50 ΣΕΕ και υποβλήθηκε από το Εφετείο της Σκωτίας του Ηνωμένου Βασιλείου (Court of Session, Inner House, First Division, Scotland). Η διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εξελίχθηκε μεταξύ των Andy Wightman, Ross Greer, Alyn Smith, David Martin, Catherine Stihler, Jolyon Maugham και Joanna Cherry και του αρμόδιου Υπουργού για την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με αντικείμενο τη δυνατότητα ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα μετά το δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στις 23 Ιουνίου 2016 στο Ηνωμένο Βασίλειο, η πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου με επιστολή της στις 29 Μαρτίου 2017 γνωστοποίησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ένωση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50 ΣΕΕ. Οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή για δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας, με αίτημα την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης, προκειμένου να αποσαφηνιστεί αν, πότε και πώς θα μπορούσε να ανακληθεί μονομερώς η ως άνω γνωστοποίηση.
Επιπροσθέτως, οι εκκαλούντες αναγνώρισαν ότι δεν υπάρχει  στο άρθρο 50 ΣΕΕ ρητός κανόνας περί ανάκλησης της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης από την Ένωση. Επιπροσθέτως, οι εκκαλούντες υποστήριξαν ότι τέτοιο δικαίωμα υφίσταται και είναι μονομερές, ενώ πρέπει να τηρούνται οι συνταγματικοί κανόνες του ενδιαφερόμενου Κράτους-μέλους κατ’ αναλογία προς ό,τι ισχύει για την άσκηση του ίδιου του δικαιώματος αποχώρησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 50, παρ. 1, ΣΕΕ. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι εφόσον δεν έχει τεθεί σε ισχύ η συμφωνία αποχώρησης ή ελλείψει τέτοιας συμφωνίας εφόσον δεν έχει εκπνεύσει η διετής προθεσμία του άρθρου 50 παρ. 3, το υποψήφιο προς αποχώρηση Κράτος-μέλος διατηρεί την ευχέρεια να ανακαλέσει μονομερώς, σύμφωνα με τους συνταγματικούς του κανόνες, τη γνωστοποίηση της πρόθεσής του να αποχωρήσει από την Ένωση. Το ανωτέρω συμπέρασμα, κατά το ΔΕΕ είναι συμβατό και με το Διεθνές Δίκαιο των Συνθηκών και ειδικότερα με τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών του 1969. Με την ανάκληση επιβεβαιώνεται ότι το ενδιαφερόμενο κράτος εξακολουθεί να αποτελεί μέλος της Ένωσης υπό όρους αμετάβλητους όσον αφορά την ιδιότητά του ως κράτους μέλους και ότι περατώνεται η διαδικασία αποχώρησης.


2. ΔΕΕ, απόφασητης 4ηςΔεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-378/17 Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána κατά Workplace Relations Commission - Προδικαστική


Η αίτηση αφορούσε το ζήτημα αν ένα εθνικό όργανο που έχει συσταθεί με νόμο με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένο τομέα πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να αφήσει ανεφάρμοστο κανόνα του εθνικού δικαίου αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας (Supreme Court) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύτου Υπουργού Δικαιοσύνης και Ισότητας της Ιρλανδίας(και του αρχηγού της εθνικής αστυνομίας) και του Δικαστηρίου για θέματα ισότητας (Equality Tribunal) του οποίου τις αρμοδιότητες ανέλαβε, από το 2015, η επιτροπή για τις σχέσεις στον χώρο εργασίας σχετικά με την αρμοδιότητα της τελευταίας να αποφασίσει να αφήσει ανεφάρμοστες διατάξεις του εθνικού δικαίου αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης.
Ειδικότερα, το επίδικο ζήτημα αφορούσε την κατανομή αρμοδιότητας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων σύμφωνα με την Ιρλανδική νομοθεσία. Η αρμοδιότητα εκδικάσεως υποθέσεων που αφορούν την ισότητα στην απασχόληση είναι επιμερισμένη μεταξύτης επιτροπής για τις σχέσεις στον χώρο εργασίας, η οποία είναι αρμόδια στην πλειονότητα των περιπτώσεων, και του High Court (ανώτερου δικαστηρίου), οσάκις η αποδοχή μιας αιτήσεως στον τομέα αυτόν απαιτεί, μεταξύ άλλων, τη μη εφαρμογή κανόνων του εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνοι με το δίκαιο της Ένωσης. 
Έτσι, το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ένα εθνικό όργανο (Επιτροπή για τις σχέσεις στο χώρο εργασίας) το οποίο έχει συσταθεί με νόμο με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένο τομέα δεν έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει να αφήσει ανεφάρμοστο εθνικό κανόνα δικαίου αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση.


3. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018. Υπόθεση C-385/17, Torsten Hein κατά Albert Holzkamm GmbH&Co. – Προδικαστική


Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας καθώς και του άρθρου 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο «1.Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης». Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Torsten Hein και της Albert Holzkamm GmbH& Co. KG σχετικά με τον υπολογισμό των απολαβών αδείας, ήτοι των απολαβών, που ο πρώτος δικαιούται για την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει να ορίζεται με συλλογική σύμβαση ότι για τον υπολογισμό των απολαβών αδείας λαμβάνεται υπόψη η μείωση των αποδοχών του μισθωτού που οφείλεται στην ύπαρξη ημερών κατά τις οποίες, λόγω της εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, δεν παρασχέθηκε εργασία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα του ενωσιακού δικαίου αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε αναφερόταν στη δυνατότητα περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 7, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική νομοθεσία.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν απαιτείται ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως και το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στην εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων προστασίατης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των εργοδοτών προς την πάγια νομολογία των ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων η οποία επιβεβαίωνε τη νομιμότητα των σχετικών με την άδεια μετ’ αποδοχών όρων της συλλογικής συμβάσεως εργασίας για τον κατασκευαστικό τομέα.


4. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-551/18 PPU, IK - Προδικαστική


Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 8, παρ. 1, στοιχείο στʹ, της Απόφασης‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης θα πρέπει να αναφέρει «στ) την επιβληθείσα ποινή, εάν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση, ή την κλίμακα ποινών που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο του Βελγίου (Hof van Cassatie) στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στο Βέλγιο, Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως εκδοθέντος από βελγικό δικαστήριο κατά του IK για την εκτέλεση, στο εν λόγω Κράτος-μέλος, στερητικής της ελευθερίας ποινής σε συνδυασμό με την παρεπόμενη ποινή της θέσεως στη διάθεση του Δικαστηρίου αρμοδίου για την εκτέλεση των ποινών. Ειδικότερα, ο ΙΚ, Βέλγος υπήκοος, καταδικάστηκε σε κύρια ποινή φυλάκισης τριών ετών λόγω προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας ανηλίκου κάτω των δεκαέξι ετών χωρίς τη χρήση βίας ή απειλών. Επιπλέον, με την ίδια απόφαση και για την ίδια αξιόποινη πράξη, τέθηκε στη διάθεση του αρμόδιου για την εκτέλεση των ποινών δικαστηρίου για διάρκεια δέκα ετών (παρεπόμενη ποινή). Κατά το βελγικό δίκαιο, η ποινή αυτή αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της κύριας ποινής και, για την εκτέλεσή της, το αρμόδιο δικαστήριο αποφασίζει, πριν από τη λήξη της κύριας ποινής, είτε τη στέρηση της ελευθερίας είτε την υπό επιτήρηση ελευθέρωση του τεθέντος στη διάθεση του δικαστηρίου αυτού.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 8, παρ. 1, στοιχείο στʹ, της Απόφασης‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η παράλειψη αναγραφής στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης της παρεπόμενης ποινής αποκλείει τη στέρηση της ελευθερίας του ενδιαφερομένου, προς εκτέλεση της παρεπόμενης αυτής ποινής, μετά τη λήξη της κύριας ποινής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η παράλειψη αναγραφής στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης της παρεπόμενης ποινής δεν αποκλείει τη στέρηση της ελευθερίας του ενδιαφερομένου, προς εκτέλεση της παρεπόμενης αυτής ποινής, μετά τη λήξη της κύριας ποινής.


5. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-493/17 - Heinrich Weiss κ.λπ. - Προδικαστική


Η αίτηση αφορούσε το κύρος της απόφασης 2015/774 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σχετικά με πρόγραμμα αγοράς στοιχείων του ενεργητικού του δημόσιου τομέα στις δευτερογενείς αγορές. Με την ανωτέρω απόφαση το Ευρωσύστημα θέσπισε το πρόγραμμα PSPP, βάσει του οποίου οι κεντρικές του τράπεζες, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις,αγοράζουν στις δευτερογενείς αγορές από επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους επιλέξιμα εμπορεύσιμα χρεόγραφα. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας στο πλαίσιο τεσσάρων συνταγματικών προσφυγών τις οποίες άσκησαν οι H. Weiss κ.λπ., B. Lucke κ.λπ., ο P. Gauweiler και οι J. H. von Stein κ.λπ. και οι οποίες αφορούσαν την εφαρμογή, στη Γερμανία, διαφόρων αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), τη συνδρομή που παρέσχε η Γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα για την εφαρμογή των ως άνω αποφάσεων, καθώς και την προβαλλόμενη αδράνεια της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και της Ομοσπονδιακής Βουλής έναντι της εν λόγω συνδρομής και των ίδιων αποφάσεων.
Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι οι επίμαχες αποφάσεις της ΕΚΤ συνιστούν, από κοινού, μια πράξη ultra vires, διότι αντιβαίνουν στην προβλεπόμενη από το άρθρο 119 ΣΛΕΕ κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών -μελών, αφού δεν εμπίπτουν στην αποστολή της ΕΚΤ όπως ορίζεται στο άρθρο 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, καθώς και στα άρθρα 17 έως 24 του Πρωτοκόλλου 4 για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Επίσης, υποστήριξαν ότι εκδόθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 123 ΣΛΕΕ και  αντιβαίνουν στη δημοκρατική αρχή που κατοχυρώνεται στον γερμανικό Θεμελιώδη Νόμο προσβάλλοντας κατά συνέπεια τη γερμανική συνταγματική ταυτότητα. Στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε περίπτωση που η απόφαση 2015/774 υπερβαίνει τα όρια της αποστολής της ΕΚΤ ή εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 123 ΣΛΕΕ, θα πρέπει να κάνει δεκτές τις προαναφερθείσες προσφυγές. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που το καθεστώς επιμερισμού των ζημιών το οποίο απορρέει από την απόφαση αυτή θίγει τη δημοσιονομική εξουσία της Ομοσπονδιακής Βουλής.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν το κύρος της απόφασης 2015/774 και των τροποποιήσεων της, βάσει της ανωτέρω ενωσιακής νομοθεσίας. Ειδικότερα, τέθηκε το ζήτημα εάν αν η έκδοση της απόφασης 2015/774 εμπίπτει στις αρμοδιότητες που ανατίθενται στο ΕΣΚΤ από το πρωτογενές δίκαιο, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του εύρους των αποτελεσμάτων της, τα οποία απορρέουν από τον σημαντικό όγκο των ομολόγων που μπορούν να αγοραστούν στο πλαίσιο του προγράμματος PSPP και από τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος αυτού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η νομισματική πολιτική αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ και ότι με βάση τον σκοπό της απόφασης 2015/774 και τα μέσα που προβλέπονται για την επίτευξή του, η συγκεκριμένη απόφαση εμπίπτει στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της απόφασης 2015/774 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.


6. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-219/17, Silvio Berlusconi και Finanziaria d'investimento Fininvest SpA (Fininvest) κατά Banca d'Italia και Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS) – Προδικαστική


Η αίτηση αφορoούσε την ερμηνεία του άρθρου 256, παρ. 1, και του άρθρου 263, πρώτο, δεύτερο και πέμπτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο Επικρατείας της Ιταλίας (Consiglio di Stato) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, του Silvio Berlusconi, της Finanziaria d’ investimento Fininvest SpA (Fininvest) και της Τράπεζας της Ιταλίας και του Ιδρύματος για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (IVASS) σχετικά με τον έλεγχο της αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα. Ειδικότερα, εξετάστηκε το ζήτημα ποιος πρέπει να ασκεί τον δικαστικό έλεγχο επί των πράξεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τον έλεγχο απόκτησης ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 263 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να ασκούν έλεγχο νομιμότητας επί των πράξεων που έχουν χαρακτήρα κινήσεως της διαδικασίας, προπαρασκευαστικό χαρακτήρα ή χαρακτήρα μη δεσμευτικής προτάσεως και που έχουν εκδοθεί από τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ) στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 22 και 23 της Οδηγίας2013/36 (Οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις CRDIV) για την κοινοποίηση και εκτίμηση προτεινόμενων αποκτήσεων συμμετοχήςκαι των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού 1024/2013 του Συμβουλίου για τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 263 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να ασκούν έλεγχο νομιμότητας επί των πράξεων που έχουν χαρακτήρα κινήσεως της διαδικασίας, προπαρασκευαστικό χαρακτήρα ή χαρακτήρα μη δεσμευτικής προτάσεως.



7. ΔΕΕ, Διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-619/18, Επιτροπή κατά Πολωνίας– Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων


Στις 2 Οκτωβρίου 2018, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά Κράτους-μέλους δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, α) μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών τουΑνωτάτου Δικαστηρίου  β) εφαρμόζοντας το μέτρο αυτό στους εν ενεργεία δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018, και γ) παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου πέραν της προσφάτως καθορισθείσας ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Εν συνεχεία, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου, με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2018, (Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-619/18), δέχθηκε προσωρινά, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 160, παρ. 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων μέχρι να εκδοθεί η διάταξη με την οποία θα περατώνεται η διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2018, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε την αίτηση της Ουγγαρίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Πολωνίας κατά το στάδιο της προφορικής διαδικασίας, ενώ με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 2018,(Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-619/18), η υπόθεση C-619/18 υπήχθη στην ταχεία διαδικασία του άρθρου 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 133 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Με τη διάταξή του (Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), το ΔΕΕ αποφάσισε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας υποχρεούται, αμέσως και έως την έκδοση της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η εκδίκαση της υποθέσεως C-619/18 
- να αναστείλει την εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων καθώς και κάθε άλλου μέτρου λαμβανομένου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών·
–να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πολωνίας τους οποίους αφορούν οι εν λόγω διατάξεις θα έχουν τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους στη θέση που κατείχαν στις 3 Απριλίου 2018, 
– να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο αντί εκείνων τους οποίους αφορούν οι ίδιες διατάξεις, καθώς και οποιουδήποτε μέτρου έχει ως σκοπό τον διορισμό του νέου πρώτου προέδρου του δικαστηρίου αυτού ή τον καθορισμό του προσώπου το οποίο θα επιφορτισθεί με την ευθύνη να προΐσταται του εν λόγω δικαστηρίου αντί του πρώτου προέδρου του έως τον διορισμό του νέου πρώτου προέδρου, και
–   να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, το αργότερο ένα μήνα μετά την κοινοποίηση της παρούσας διατάξεως, εν συνεχεία δε καθ’ έκαστο μήνα, όλα τα μέτρα τα οποία θα έχει λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή.

(Βλ. σχετ. Δελτίο Νομολογίας Οκτώβριος 2018 Υπόθεση αριθμ. 2 ΔΕΕ, Διάταξη της 19 Οκτωβρίου 2018 της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου, Υπόθεση C-619/18 R,  Επιτροπή κατά Πολωνίας)  


8. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-572/17, Imran Syed – Προδικαστική


Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Σουηδίας (Högstadomstolen),στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κίνησε ο εισαγγελέας κατά του Imran Syed για παραποίηση/απομίμηση σημάτων και προσβολή του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων. Σύμφωνα με το επίδικο άρθρο του ενωσιακού δικαίου (άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/29) «Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή μέσω πώλησης ή άλλως». Ειδικότερα, ο Syed εκμεταλλευόταν κατάστημα λιανικής πωλήσεως στη Στοκχόλμη (Σουηδία), στο οποίο πωλούσε ενδύματα και εξαρτήματα που έφεραν σχέδια εμπνευσμένα από τη ροκ μουσική. Επιπροσθέτως, ο Syed αποθήκευε τα ανωτέρω εμπορεύματα που διετίθεντο προς πώληση στο κατάστημα, σε αποθήκη που επικοινωνούσε με το κατάστημα καθώς και σε άλλη αποθήκη, που βρισκόταν σε προάστιο του Δήμου της Στοκχόλμης. Επειδή διαπιστώθηκε ότι η πώληση πολλών από τα εμπορεύματα αυτά προσέβαλε σήματα και δικαιώματα του δημιουργού κινήθηκε κατά του Syed ποινική δίωξη για παραποίηση/απομίμηση σήματος και παράβαση του νόμου ενώπιον του αρμόδιου πλημμελειοδικείου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 4, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι η εκ μέρους εμπόρου αποθήκευση εμπορευμάτων που φέρουν σχέδιο προστατευόμενο από δικαίωμα του δημιουργού μπορεί να συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος του κατόχου, όταν ο έμπορος αυτός προσφέρει προς πώληση σε κατάστημα, χωρίς την άδεια του κατόχου του εν λόγω δικαιώματος του δημιουργού, εμπορεύματα πανομοιότυπα με εκείνα που αποθηκεύει χωρίς την άδεια του κατόχου. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι η εκ μέρους εμπόρου αποθήκευση εμπορευμάτων μπορεί να συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής, όταν ο ως άνω έμπορος προσφέρει προς πώληση σε κατάστημα, χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, εμπορεύματα πανομοιότυπα με εκείνα που αποθηκεύει, υπό την προϋπόθεση ότι τα αποθηκευμένα εμπορεύματα προορίζονται πράγματι προς πώληση στο έδαφος του Κράτους-μέλους όπου προστατεύεται το συγκεκριμένο σχέδιο. 


9. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Südwestrundfunk κατά TiloRittinger κ.λπ.Υπόθεση C-492/17 - Προδικαστική


Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 49, 107 και 108 ΣΛΕΕ, του άρθρου 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.Η αίτηση υποβλήθηκε από το ειρηνοδικείο Tübingen της Γερμανίας (Landgericht Tübingen) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Südwestrundfunk (SWR), ενός περιφερειακού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού δημοσίου δικαίου, και των Tilo Rittinger, Patrick Wolter, Harald Zastera, Marc Schulte καθώς και της Layla Sofan και της Dagmar Fahner σχετικά με εκτελεστούς τίτλους εκδοθέντες από την SWR περί εισπράξεως από τους ανωτέρω της μη καταβληθείσας εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού 659/1999 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η τροποποίηση του καθεστώτος χρηματοδοτήσεως της δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως ενός Κράτους-μέλους η οποία συνίσταται στην αντικατάσταση ενός ραδιοτηλεοπτικού τέλους που οφείλεται λόγω της κατοχής συσκευής οπτικοακουστικής λήψεως, από εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως που οφείλεται ιδίως λόγω της κατοχής οικίας ή επαγγελματικής εγκαταστάσεως, συνιστά τροποποίηση υφιστάμενης ενισχύσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 1, στοιχείο γ, του Κανονισμού 659/1999 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η τροποποίηση του καθεστώτος χρηματοδοτήσεως της δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως δεν συνιστά τροποποίηση υφιστάμενης ενισχύσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και ως εκ τούτου δεν πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, η οποία παρέχει στον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα ορισμένες εξουσίες κατά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο που του επιτρέπουν να διενεργεί ο ίδιος την αναγκαστική εκτέλεση για απαιτήσεις από οφειλόμενες εισφορές υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση.


10. ΔΕΕ, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Υπόθεση C-514/17, Ministèrepublic κατά Marin-SimionSut – Προδικαστική


Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 6, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Kρατών-μελών. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης:[...] 6) εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, όταν ο καταζητούμενος διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, είναι υπήκοος ή κάτοικός του και αυτό το κράτος δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο της Λιέγης του Βελγίου (Cour d’ appel de Liège) στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στο Βέλγιο, Ευρωπαϊκού Έντάλματος Συλλήψεως εκδοθέντος στις 26 Αυγούστου 2011 από τις ρουμανικές αρχές κατά του Marin-Simion Sut. Ειδικότερα,το πρωτοδικείο Carei της Ρουμανίας καταδίκασε τον M.‑S. Sut, ρουμανικής υπηκοότητας, σε στερητική της ελευθερίας ποινή ενός έτους και δύο μηνών για οδήγηση οχήματος χωρίς έγκυρες πινακίδες κυκλοφορίας και ισχύουσα άδεια οδηγήσεως, καθώς και για πρόκληση ατυχήματος. Ο Sut εγκατέλειψε τη Ρουμανία προκειμένου να μεταβεί στη Γαλλία, ενώ οι ρουμανικές αρχές εξέδωσαν Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως. Εν συνεχεία, ο M.‑S. Sut μετέβη στο Βέλγιο όπου ζούσε και ασκούσε με τη σύζυγό του δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία. Ο εισαγγελέας του Πρωτοδικείου Λιέγης ζήτησε την παράδοση του Sut αλλά ο ενδιαφερόμενος αρνήθηκε να συγκατατεθεί στην παράδοση που ζητήθηκε. Αν και ο εισαγγελέας διέταξε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ο Sut άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του αρμόδιου εθνικού εφετείου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 4, σημείο 6, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν, το πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως προς εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι κάτοικος του Κράτους-μέλους εκτελέσεως και έχει, με το τελευταίο αυτό Κράτος-μέλος, οικογενειακούς, κοινωνικούς και επαγγελματικούς δεσμούς, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται, λόγω εκτιμήσεων σχετικών με την κοινωνική επανένταξη του εν λόγω προσώπου, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος αυτού, έστω και αν η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το εν λόγω ένταλμα τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους-μέλους εκτελέσεως, μόνο με πρόστιμο.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος αυτού.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

CES-Duth Working Paper 2/2019

Η αντίδραση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. στην οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη: η απόφαση Associação Sindical dos Juízes Portugueses 

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή Δ.Π.Θ

(H μελέτη δημοσιεύτηκε στις 11/1/2019 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline)


Στα τέλη Φεβρουαρίου του 2018 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως) εξέδωσε μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του τα τελευταία χρόνια, τοποθετούμενο απέναντι στα φαινόμενα παραβιάσεων αρχών, που συγκροτούν την έννοια του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της Ένωσης και υποδεικνύοντας τρόπους αντιμετώπισής τους, εντός του νομικού πλαισίου των Συνθηκών. Η ευκαιρία δόθηκε κατόπιν προδικαστικής παραπομπής εκ μέρους του Πορτογαλικού Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου (Supremo Tribunal Administrativo), που προέκυψε όταν αυτό κλήθηκε να αποφανθεί στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Συνδικαλιστικής Ενώσεως των Πορτογάλων Δικαστών (Associação Sindical dos Juízes Portugueses - ASJP) και του Πορτογαλικού Ελεγκτικού Συνεδρίου (Tribunal de Contas), που είχε ως αντικείμενο την προσωρινή μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών στα μέλη της εν λόγω ενώσεως δικαστών. Οι περικοπές έγιναν κατ’ εφαρμογή του νόμου 75/20141 με τον οποίο ο πορτογάλος νομοθέτης υιοθέτησε μέτρα για τη μείωση του υπερβολικού ελλείμματος του προϋπολογισμού της Πορτογαλίας και σε συμμόρφωση στις σχετικές υποχρεώσεις, που επιβλήθηκαν στην Πορτογαλία με τις αποφάσεις εκείνες της Ένωσης με τις οποίες, μεταξύ άλλων, χορηγήθηκε χρηματοοικονομική συνδρομή στην Πορτογαλία. Με την προσφυγή της η ASJP υποστήριξε ότι τα μέτρα μειώσεως των αποδοχών συνεπάγονται παραβίαση της «αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών», η οποία κατοχυρώνεται όχι μόνο στο Πορτογαλικό Σύνταγμα αλλά και στο ενωσιακό δίκαιο, με το άρθρο 19, παρ, 1, δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ, καθώς και με το άρθρο 47 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (στο εξής ΕΧΘΔΑ).
Το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση C-64/16, Associação Sindical dos Juízes Portugueses κατά Tribunal de Contas (ASJP), αφού αναγνώρισε ότι η καταβολή στους δικαστές «αποδοχών των οποίων το επίπεδο τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν αποτελεί εγγύηση σύμφυτη με την ανεξαρτησία των δικαστών», έκρινε ότι επειδή τα μέτρα μείωσης των αποδοχών εφαρμόστηκαν όχι μόνο στα μέλη του Tribunal de Contas, αλλά, γενικότερα, σε διάφορες κατηγορίες δημοσίων λειτουργών και προσώπων που ασκούν καθήκοντα στον δημόσιο τομέα, μεταξύ των οποίων οι φορείς των οργάνων της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, δηλαδή «προσιδιάζουν σε μέτρα γενικής εφαρμογής» σε μια προσπάθεια περιορισμού των δαπανών και του υπερβολικού ελλείμματος του προϋπολογισμού του Πορτογαλικού Δημοσίου, καθώς και «του προσωρινού τους χαρακτήρα», δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα που θίγουν την ανεξαρτησία των μελών του Tribunal de Contas . 

Ωστόσο, το Δικαστήριο βρήκε την ευκαιρία, αφού τόνισε ότι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας των εθνικών δικαστηρίων από τα Κράτη-μέλη, ως αναγκαία συνθήκη για την εμπέδωση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα του σεβασμού του Κράτους Δικαίου, αποτελεί μέσω μια συνδυασμένης ανάγνωσης των άρθρων 2 (αξίες της Ένωσης), 4 παρ. 3 (καθήκον καλόπιστης συνεργασίας) και 19 παρ. 1 ΣΕΕ (αρχή της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης) εκ της Συνθήκης υποχρέωση των Κρατών-μελών, που η τήρησή της ελέγχεται από το Δικαστήριο. Έτσι, στην ουσία, υπέδειξε τον τρόπο με τον οποίο καλούνται να αντιδράσουν τα Θεσμικά Όργανα της Ένωσης και ιδιαίτερα η Επιτροπή, απέναντι σε φαινόμενα περιορισμού της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης σε Κράτη-μέλη και γενικότερα της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου, που ως αρχή τοποθετείται στον πυρήνα της αξιακής ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ. 

Η μελέτη εν συντομία και με σκοπό την κατανόηση της απόφασης του ΔΕΕ  σκιαγραφεί την τάση οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου (rule of law backsliding) σε Κράτη-μέλη της Ένωσης, καθώς και το ζήτημα της ανεπάρκειας των διαθέσιμων μέσων για την αντιμετώπιση το φαινομένου (2). Κατόπιν, παρουσιάζει την οικοδόμηση του νομικού συλλογισμού του Δικαστηρίου, που παρουσιάζει αρκετά στοιχεία ευπρόσδεκτου νεωτερισμού και επιχειρεί να επισημάνει τα σημαντικότερα σημεία της απόφασης για την εξέλιξη της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3). Τέλος, θα αναφερθούμε στις νεώτερες εξελίξεις ως συνέχεια της απόφασης του Δικαστηρίου (4). Ακολουθούν οι συμπερασματικές παρατηρήσεις 

Η απόφαση του Δικαστηρίου αναμφίβολα αποτελεί μια σημαντική συμβολή του δικαστικού οργάνου της Ένωσης στην αντιμετώπιση της οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της Ένωσης, ερχόμενη, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει τους μηχανισμούς συμμόρφωσης εντός του δοσμένου νομικού πλαισίου των Συνθηκών. Αν δε ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που ακολούθησαν στην περίπτωση της Πολωνίας, φαίνεται να επιβεβαιώνεται η θέση, που είχε διατυπωθεί εξ αρχής, ότι η εν λόγω απόφαση είναι σε ότι αφορά το σεβασμό του Κράτους Δικαίου η σημαντικότερη απόφαση του Δικαστηρίου μετά το 1986 και την απόφαση του στην υπόθεση των Πρασίνων.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 11/2018
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): Νοέμβριος 2018
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-575/17, Sofina SA κ.λπ. κατά Ministre del' Action et des Comptes publics – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 63 και 65 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε  από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Sofina SA, Rebelco SA και Sidro SA, εταιριών βελγικού δικαίου και του Υπουργού Δημοσίας Διοικήσεως και Οικονομικών σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να τους επιστρέψει την παρακράτηση φόρου στην πηγή, που επιβλήθηκε στα μερίσματα που τους καταβλήθηκαν κατά τα έτη 2008 έως 2011. Ειδικότερα, η εθνική κανονιστική ρύθμιση προέβλεπε ότι τα μερίσματα που διανέμονται σε εδρεύουσα στην αλλοδαπή εταιρία υπόκεινται σε άμεση και οριστική φορολόγηση ενώ η φορολόγηση των μερισμάτων που διανέμονται σε εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία εξαρτάται από το αν το καθαρό αποτέλεσμά της είναι κερδοφόρο ή ζημιογόνο. Αυτό είχε ως συνέπεια όταν το αποτέλεσμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας ήταν ζημιογόνο, η φορολόγηση των μερισμάτων να αναβάλλεται για μεταγενέστερη κερδοφόρο χρήση, δημιουργώντας επομένως ταμειακό πλεονέκτημα υπέρ της εδρεύουσας στην ημεδαπή εταιρίας.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν τα άρθρα 63 και 65 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθετική ρύθμιση Κράτους-μέλους, βάσει της οποίας τα μερίσματα που διανέμονται από εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου στην πηγή, όταν εισπράττονται από εδρεύουσα στην αλλοδαπή εταιρία, ενώ, όταν εισπράττονται από εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, φορολογούνται κατά το κοινό καθεστώς του φόρου εταιριών στο τέλος της χρήσεως κατά την οποία εισπράχθηκαν, μόνον εφόσον η τελευταία (εταιρεία εδρεύουσα στην ημεδαπή που λαμβάνει τα μερίσματα)  παρουσίασε κερδοφόρο αποτέλεσμα κατά τη χρήση αυτή.
Το ΔΕΕ έκρινε αρχικά ότι η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη αποτελεσματικότητας της εισπράξεως του φόρου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 63 και 65 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση

2. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-457/17, Heiko Jonny Maniero κατά Studienstiftung des deutschen Volkes eV – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, παρ. 2, στοιχείο β, και του άρθρου 3, παρ. 1, στοιχείο ζ, της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής. Σύμφωνα με το επίμαχο άρθρο της ανωτέρω οδηγίας «συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ομοσπονδιακό δικαστήριο της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Heiko Jonny  Maniero και του Ιδρύματος Ακαδημαϊκών Υποτροφιών της Γερμανίας. Αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου  αποτέλεσε αγωγή του H. J. Maniero με αίτημα να παύσει και να μην επαναληφθεί η διάκριση την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της ηλικίας ή της καταγωγής του.                              Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, παρ. 2, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2000/43 έχει την έννοια ότι το γεγονός ότι ένα ιδιωτικό ίδρυμα Κράτους-μέλους χορηγεί υποτροφίες για την επιδότηση σχεδίων έρευνας ή νομικών σπουδών στην αλλοδαπή μόνον στους υποψηφίους εκείνους, οι οποίοι έχουν επιτύχει σε εξέταση στα νομικά συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2000/43 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση εξέτασης στα νομικά δεν συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.                                                                                                                                                                    
3. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-310/17, Levola Hengelo BV κατά Smilde Foods BV - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της έννοιας του «έργου» στο πλαίσιο της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Arnhem‑Leuvarde των Κάτω Χωρών στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Levola Hengelo BV και της Smilde Foods BV, σχετικά με την υποτιθέμενη προσβολή από τη Smilde των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της Levola όσον αφορά τη γεύση τροφίμου. Ειδικότερα, το «Heksenkaas» είναι τυρί για επάλειψη με κρέμα γάλακτος και αρωματικά χόρτα, το οποίο δημιουργήθηκε από Ολλανδό έμπορο λαχανικών και νωπών προϊόντων το 2007. Βάσει συμβάσεως που συνήφθη το 2011 και με αντάλλαγμα αμοιβή βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται από την πώληση του Heksenkaas, ο δημιουργός του μεταβίβασε στη Levola τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας επί του προϊόντος αυτού. Ωστόσο, από τις αρχές του 2014 η Smilde παρασκευάζει ένα προϊόν με την ονομασία «Witte Wievenkaas» για αλυσίδα υπεραγορών στις Κάτω Χώρες. Η Levola ενήγαγε τη Smilde ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου θεωρώντας ότι η παραγωγή και η πώληση του προϊόντος αυτού προσέβαλε τα δικαιώματα του δημιουργού επί της «γεύσης» του Heksenkaas. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την Οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου.

4. ΔΕΕ,απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-247/17, Oikeusministeriö κατά Denis Raugevicius– Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 18, πρώτο εδάφιο και του άρθρου 21 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Φιλανδίας (Korkeinoikeus) στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως, την οποία απηύθυναν οι ρωσικές προς τις φινλαδικές αρχές. Η αίτηση έκδοσης αφορούσε τον Denis Raugevicius, υπήκοο Λιθουανίας και Ρωσίας, για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής. Ειδικότερα, ο D. Raugevicius κρίθηκε ένοχος το έτος 2001 από ρωσικό δικαστήριο, για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών λόγω της κατοχής ηρωίνης και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως με αναστολή.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση υποβολής από τρίτη χώρα αιτήσεως εκδόσεως πολίτη της Ένωσης (που άσκησε το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας), για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής, το Κράτος-μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως υποχρεούται να εξετάσει αν υφίσταται εναλλακτικό μέτρο σε σχέση με την έκδοση το οποίο να θίγει λιγότερο την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας (δεδομένου ότι η εθνική νομοθεσία απαγορεύει την έκδοση των υπηκόων του εκτός της Ένωσης με σκοπό την εκτέλεση ποινής και προβλέπει τη δυνατότητα εκτίσεως στο έδαφός του της καταγνωσθείσας στην αλλοδαπή ποινή)
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ επιβάλλουν οι υπήκοοι άλλων Κρατών –μελών, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Φινλανδίας καλύπτονται από τον κανόνα που απαγορεύει την έκδοση (που ισχύει για τους Φινλανδούς υπηκόους) και μπορούν, υπό τις ίδιες με αυτούς τους τελευταίους προϋποθέσεις, να εκτίουν την ποινή τους στη φινλανδική επικράτεια. Ωστόσο, στην περίπτωση που ένας πολίτης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μόνιμος κάτοικος του Κράτους-μέλους το ζήτημα της εκδόσεως ρυθμίζεται βάσει του εθνικού δικαίου ή του διεθνούς δικαίου που τυγχάνει εφαρμογής.
Καταληκτικά το ΔΕΕ έκρινε ότι επίδικο ενωσιακό δίκαιο εξασφαλίζει στον εν λόγω πολίτη της Ένωσης, εφόσον είναι μόνιμος κάτοικός του, την ίδια ακριβώς μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσει στους δικούς του υπηκόους όσον αφορά την έκδοση.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-245/17, Pedro Viejobueno Ibáñez και Emilia de la Vara González κατά Consejería de Educación de Castilla-La Mancha - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου αναφορικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Δικαστήριο της Καστίλλης - Λα Μάντσα της Ισπανίας (Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ του Pedro ViejobuenoIbáñez και της Emilia de la Vara González και του Υπουργείου Παιδείας της Αυτόνομης Κοινότητας της Καστίλλης-Λα Μάντσα σχετικά με τον τερματισμό των σχέσεων εργασίας που συνέδεαν τους ενδιαφερομένους με το Υπουργείο Παιδείας της Καστίλλης-Λα Μάντσα.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που επιτρέπει σε εργοδότη να θέσει τέλος, κατά τη λήξη του διδακτικού έτους στη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου των εκπαιδευτικών που διορίζονται για ένα σχολικό έτος ως αναπληρωτές δημόσιοι υπάλληλοι, με το αιτιολογικό ότι κατά την ημερομηνία αυτή έχουν παύσει να συντρέχουν οι λόγοι επιτακτικών και επειγουσών αναγκών που αποτελούσαν προϋπόθεση για τον διορισμό τους, ενώ η σχέση εργασίας αορίστου χρόνου των εκπαιδευτικών που είναι τακτικοί υπάλληλοι διατηρείται.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην επίδικη εθνική νομοθεσία.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-93/17 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας – Προσφυγή για παραβίαση απόφασης του ΔΕΕ (άρθρο 260 ΣΛΕΕ)

Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας μέτρα εκτελέσεως της αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑485/10), παραβίασε τις υποχρεώσεις της ως Κράτος-μέλος που προκύπτουν από το άρθρο 260, παρ. 1 ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο της μη συμμόρφωσης της Ελληνικής Δημοκρατίας στην ανωτέρω απόφαση, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να καταβάλει στην Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 34.974 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεων και κατ’ αποκοπήν ποσό, το ύψος του οποίου θα προκύψει από τον πολλαπλασιασμό ενός ημερησίου ποσού ύψους 3.828 ευρώ επί τον αριθμό των ημερών εξακολουθήσεως της παραβάσεως. 
Η παραβιασθείσα απόφαση του ΔΕΕ αφορούσε κρατικές ενισχύσεις που χορήγησε η Ελληνική Δημοκρατία στην επιχείρηση Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ κατά το άρθρο 16 της αποφάσεως 2009/610, η εγγύηση αποζημιώσεως που χορήγησε η ΕΤΒΑ στην HDW   Ferrostaal και η οποία προέβλεπε την αποζημίωση της δεύτερης για κάθε κρατική ενίσχυση που θα υποχρεωθεί να επιστρέψει η ΕΝΑΕ συνιστά ενίσχυση χορηγηθείσα κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και είναι μη συμβατή με την εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, η εγγύηση αυτή έπρεπε αμέσως να διακοπεί. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την προειδοποιητική επιστολή τα απαιτούμενα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως C‑485/10, παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Επιπροσθέτως, υποχρέωσε την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 7. 294.000 ευρώ ανά εξάμηνο από της δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως έως την ημερομηνία εκτελέσεως της αποφάσεως και κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 10.000.000 ευρώ.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-569/16 και C-570/16 Stadt Wuppertal κατά Maria Elisabeth Bauer και Volker Willmeroth κατά Martina Broßonn - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της  οργάνωσης του χρόνου της εργασίας καθώς και του άρθρου 31 παρ. 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της ανωτέρω Οδηγίας «1.Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.». Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν από το Ομοσπονδιακό δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τη Γερμανίας στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ του Δήμου Wuppertal και της Maria Elisabeth Bauer, (Υπόθεση C‑569/16), και του Volker Willmeroth, ως ιδιοκτήτη της TWI Technische WartungundInstandsetzung Volker Willmeroth Ek και της MartinaBroßonn, (Υπόθεση C‑570/16). Αντικείμενο των διαφορών ενώπιον των εθνικών ήταν η άρνηση του Δήμου Wuppertal και του V. Willmeroth, ως πρώην εργοδοτών των θανόντων συζύγων της M. E. Bauer και της M. Broßonn, αντιστοίχως, να καταβάλουν σε αυτές χρηματική αποζημίωση για την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, την οποία δεν είχαν λάβει οι σύζυγοί τους πριν από τον θάνατό τους.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία αποσβέννυται το δικαίωμα του εργαζομένου (λόγω θανάτου και λύσης της σχέσης εργασίας) στην ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών την οποία δεν είχε λάβει πριν από τον θάνατό του, χωρίς να γεννάται δικαίωμα χρηματικής αποζημιώσεως για την μη ληφθείσα άδεια. Το προδικαστικό ερώτημα τέθηκε υπό το πρίσμα μεταβίβασης αιτία θανάτου του συγκεκριμένου δικαιώματος στους κληρονόμους του εργαζομένου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω άρθρα του Χάρτη αντιτίθενται στην επίμαχη εθνική κανονιστική αρχή.
Το δεύτερο νομικό  ζήτημα ήταν αν, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η ερμηνεία εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως με τρόπο σύμφωνο με το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη, οι εν λόγω διατάξεις του δικαίου της Ένωσης έχουν την έννοια ότι συνεπάγονται τη μη εφαρμογή από το εθνικό δικαστήριο της ως άνω εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και την επιδίκαση στον κληρονόμο του θανόντος εργαζομένου, εις βάρος του πρώην εργοδότη του εργαζομένου αυτού, χρηματικής αποζημιώσεως. Ειδικότερα, με το δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C‑570/16, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί αν, στην περίπτωση αυτή, η ως άνω ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ισχύει και στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του κληρονόμου του εργαζομένου και του πρώην εργοδότη του, όταν ο τελευταίος είναι ιδιώτης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι σε περίπτωση που είναι αδύνατη η ερμηνεία εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως κατά τρόπο ώστε να συνάδει προς το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παρ. 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει την εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση ακόμη και στην περίπτωση που οι διάδικοι είναι ιδιώτες Στην τελευταία αυτή περίπτωση το εθνικό δικαστήριο θα εφαρμόσει το άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη λόγω μη αναγνώρισης οριζοντίου αμέσου ισχύος στις διατάξεις των οδηγιών.
[Στο ίδιο πλαίσιο ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-684/16, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderungder Wissenschaften eV κατά Tetsuji Shimizu– Προδικαστική]

8.ΔΕΕ,απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018 Υπόθεση C-380/17, K, B κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie - Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 12, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της ανωτέρω Οδηγίας «1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τον πρόσφυγα ή/και το μέλος ή τα μέλη της οικογένειάς του/της να προσκομίσει, προκειμένου για αιτήσεις που αφορούν τα μέλη της οικογένειας που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, αποδεικτικά στοιχεία για το ότι ο πρόσφυγας πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 7.[……] Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον πρόσφυγα να πληροί τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, εάν η αίτηση οικογενειακής επανένωσης δεν υποβλήθηκε εντός τριών μηνών από τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα.». Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των K και B, υπηκόων τρίτων χωρών, και του Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης των Κάτω Χωρών σχετικά με την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη αιτήσεως προς χορήγηση προξενικής θεωρήσεως (visa) για διαμονή άνω των τριών μηνών στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 12, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/86 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που παρέχει τη δυνατότητα απορρίψεως αιτήσεως οικογενειακής επανενώσεως την οποία υποβάλλει μέλος της οικογένειας ενός πρόσφυγα με την αιτιολογία ότι η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε σε χρόνο πέραν των τριών μηνών μετά την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα στον συντηρούντα, παρέχοντας παράλληλα τη δυνατότητα υποβολής νέας αιτήσεως στο πλαίσιο άλλου καθεστώτος.
Το ΔΕΕ έκρινε  ότι το άρθρο 12, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/86 δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ρύθμιση:
– προβλέπει ότι ένας τέτοιος λόγος απορρίψεως δεν μπορεί να προβάλλεται σε περιπτώσεις που θεωρείται αντικειμενικά συγγνωστή η εκπρόθεσμη υποβολή της πρώτης αιτήσεως
– προβλέπει ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν πλήρως ενημερωθεί για τις συνέπειες της αποφάσεως περί απορρίψεως της πρώτης αιτήσεώς τους και για τα μέτρα που θα πρέπει να λάβουν για να προβάλουν αποτελεσματικά το δικαίωμά τους οικογενειακής επανενώσεως, και
– εγγυάται ότι οι αναγνωρισμένοι ως πρόσφυγες συντηρούντες εξακολουθούν να απολαύουν των ευνοϊκότερων προϋποθέσεων για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανενώσεως που έχουν εφαρμογή στους πρόσφυγες.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-328/17, Amt Azienda Trasporti e Mobilità SpA κ.λπ. κατά Atpl Liguria - Agenzia regionale per il trasporto pubblico locale SpA και Regione Liguria – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1 έως 3, καθώς και του άρθρου 2, παρ. 1, στοιχείο β, της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων. Σύμφωνα με το επίμαχο άρθρο της ανωτέρω Οδηγίας τα Κράτη -μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που μεταφέρουν την εν λόγω νομοθεσία. Επίσης, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο τα Κράτη-μέλη μεριμνούν ώστε να μην υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία στο πλαίσιο διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεως του δημοσίου. Η αίτηση υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείου  περιφέρειας Λιγουρίας της Ιταλίας (Tribunale amministrativo regionale per la Liguria) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Amt Azienda Trasporti e Mobilità SpA, Atc Esercizio SpA, Atp Esercizio Srl, Riviera Trasporti SpA και Tpl LineaSrl και, αφετέρου, της Περιφερειακής υπηρεσίας τοπικών δημόσιων μεταφορών, σχετικά με την απόφαση της δεύτερης να προκηρύξει ανεπίσημο διαγωνισμό για την ανάθεση της υπηρεσίας δημοσίων μεταφορών  εντός της Περιφέρειας Λιγουρίας. 
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 3, της Οδηγίας 89/665 όσο και το άρθρο 1, παρ. 3, της Οδηγίας 92/13 αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν επιτρέπει σε οικονομικούς φορείς να προσφύγουν κατά των αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής σχετικά με διαδικασία διαγωνισμού στην οποία αποφάσισαν να μη συμμετάσχουν για τον λόγο ότι η εφαρμοστέα στη διαδικασία αυτή νομοθεσία καθιστούσε εξαιρετικά απίθανο να τους ανατεθεί η σχετική δημόσια σύμβαση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η συγκεκριμένη εθνική ρύθμιση δεν αντιτίθεται στο ανωτέρω ενωσιακό δίκαιο 

10. ΔΕΕ, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018, Υπόθεση C-308/17, Hellenische Republik κατά Leo Kuhn - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο α, του ανωτέρω κανονισμού «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α)  ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του L. Kuhn επί αγωγής με αίτημα την τήρηση των όρων δανεισμού όσον αφορά ομόλογα που είχε εκδώσει το εν λόγω Κράτος-μέλος ή την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω της μη τηρήσεως των όρων αυτών. Ειδικότερα, ο L. Kuhn, ο οποίος κατοικεί στην Αυστρία, απέκτησε μέσω τράπεζας-θεματοφύλακα εγκατεστημένης στην Αυστρία, ομόλογα ονομαστικής αξίας 35.000 ευρώ, τα οποία είχαν εκδοθεί από την Ελληνική Δημοκρατία, ρυθμίζονταν από το ελληνικό δίκαιο και ήταν εισηγμένα προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών ως «άυλοι τίτλοι». Οι συγκεκριμένοι άυλοι τίτλοι καταχωρίσθηκαν στο σύστημα παρακολούθησης συναλλαγών της ελληνικής κεντρικής τράπεζας. Ο L. Kuhn άσκησε αγωγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώπιον του αρμοδίου εθνικού δικαστηρίου με αίτημα την τήρηση των όρων δανεισμού σχετικά με τα επίμαχα ομόλογα ή την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω της μη τηρήσεως των όρων αυτών.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν κατά την έννοια του άρθρου 7, σημείο 1, στοιχείο α, του Κανονισμού 1215/2012  ο «τόπος που εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή» προσδιορίζεται από τους όρους δανεισμού κατά την έκδοση των εν λόγω ομολόγων ή από τον τόπο της πραγματικής εκπληρώσεως των εν λόγω όρων, όπως η καταβολή τόκων.
Το ΔΕΕ διαπίστωσε, αρχικά, ότι τα κρατικά ομόλογα αντικαταστάθηκαν με νέα σαφώς μικρότερης ονομαστικής αξίας, κατόπιν της θεσπίσεως του νόμου 4050/2012 από τον Έλληνα νομοθέτη και της αναδρομικής προσθήκης της ρήτρας συλλογικής δράσης (CAC). Η συγκεκριμένη αντικατάσταση δεν προβλεπόταν στους αρχικούς όρους δανεισμού αλλά ούτε και στο ισχύον ελληνικό δίκαιο κατά τον χρόνο εκδόσεως των τίτλων.
Η αναδρομική προσθήκη της ρήτρας συλλογικής δράσης (CAC) και η κατ’ αποτέλεσμα αυτής τροποποίηση των εν λόγω οικονομικών όρων οφείλονταν στις εξαιρετικές περιστάσεις σοβαρής χρηματοοικονομικής κρίσης και εφαρμόστηκε στο πλαίσιο διακυβερνητικού μηχανισμού στήριξης, αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους του ελληνικού κράτους. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επίμαχη διαφορά ανάγεται σε εκδήλωση δημόσιας εξουσίας και προκύπτει από πράξεις του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτει στις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» κατά την έννοια του επίμαχου κανονισμού.




Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

CES-DUTH ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 1/2019
Konstantinos Hazakis, 2018, “European political economy: theory and policy”, 
Lexington books, USA, 353 pages

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ CES-DUTH Blogspot

Εγκαινιάζουμε σήμερα μια νέα στήλη με τίτλο «Νέες Εκδόσεις», στην οποία θα παρουσιάζουμε νέα βιβλία, που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό,  παρουσιάζουν ενδιαφέρον και αξίζουν να διαβαστούν. Αρχή γίνεται με το βιβλίο του αγαπητού συναδέλφου και συνεργάτη στο Δημοκρίτειο Κωνσταντίνου Χαζάκη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Lexington (ΗΠΑ) με τίτλο “European political economy: theory and policy”.  Η επιλογή μας είναι περίπου προφανής  αφενός το βιβλίο του Κ. Χαζάκη αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στην κατανόηση της πολυεπίπεδης  κρίσης της Ε.Ε, χρήσιμη για τον ερευνητική, τον φοιτητή, τον δημοσιογράφο και τον πολιτικό, αφετέρου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξωστρέφειας  της ερευνητικής δουλειάς που γίνεται στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.  

                                                                                                                                  ΜΔΧ

Η εντεινόμενη πολυσχιδής οικονομική, πολιτική και θεσμική κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιστά εξαιρετικά επίκαιρο το εγχείρημα κριτικής αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πολιτικών αλλά και παροχής ολοκληρωμένων και αποτελεσματικών προτάσεων για την αντιμετώπιση των αναφυομένων στρεβλώσεων στην ευρωπαϊκή συσσωμάτωση.

Στο  οικονομικό επίπεδο και παρά την προσπάθεια ονομαστικής οικονομικής σύγκλισης των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχει επιτευχθεί πραγματική σύγκλιση μεταξύ όλων  των ευρωπαϊκών περιφερειών, η διαρθρωτική ανεργία παραμένει υψηλή, ενώ οι ποικίλες αρνητικές εκροές της κρίσης χρέους σε χώρες της Ευρωζώνης υποβαθμίζουν την κοινωνική/εδαφική συνοχή, δημιουργούν συστημικό κίνδυνο στην τραπεζική και χρηματοοικονομική δραστηριότητα, εντείνουν την αβεβαιότητα της ευρωπαϊκής πολιτιναιμα ακής και αυξάνουν το συναλλακτικό κόστος στην λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών. Επιπρόσθετα, οι αρνητικές εξωτερικότητες από την αδράνεια των ευρωπαϊκών θεσμών σε κρίσιμες θεματικές περιοχές της οικονομίας ενισχύουν τον Ευρω-σκεπτικισμό και τις ποικίλες και ετερόκλητες εκφάνσεις του.
Στο πολιτικό επίπεδο δεν υπάρχει ενιαία και ισχυρή ευρωπαϊκή συλλογική προθετικότητα για το περιεχόμενο της διεύρυνσης/εμβάθυνσης αλλά και για την ιεράρχηση προτεραιοτήτων σε επιμέρους θεματικές περιοχές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τέλος, ζητήματα υψηλής πολιτικής όπως κοινή εξωτερική πολιτική, διεθνής τρομοκρατία, μεταναστευτικές ροές, εμπορικός προστατευτισμός, αντιμετωπίζονται βραχυπρόθεσμα και χωρίς ισχυρή πολιτική βούληση.

Το βιβλίο “European political economy: Theory and policy” παρέχει το θεωρητικό, και μεθοδολογικό υπόβαθρο για την κατανόηση των πρωτογενών αιτιών της πολυδιάστατης ευρωπαϊκής κρίσης  υπό το πρίσμα της πολιτικής οικονομίας για τέσσερις λόγους:

Πρώτον, επισημαίνει τους μηχανισμούς διανομής κερδών/κόστους όλων των βασικών ευρωπαϊκών πολιτικών αλλά και τον τρόπο διαμόρφωσης των θέσεων/επιλογών των βασικών δρώντων όσον αφορά την παροχή θεμελιωδών δημόσιων συλλογικών αγαθών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ποιος είναι ο βαθμός εγκόλπωσης αυτών των προτιμήσεων στο υφιστάμενο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και κεκτημένο και ποιοι οι λόγοι διαφοροποίησης των θέσεων διαχρονικά; Πως εσωτερικεύεται και υπό ποιες προϋποθέσεις νομιμοποιείται κάθε φορά η ευρωπαϊκή πολιτική; 

Δεύτερον, η υιοθετούμενη μεθοδολογική προσέγγιση υπογραμμίζει την διάδραση πολιτικής και οικονομίας τόσο στην ιστορία και εξέλιξη της ευρωπαϊκής συσσωμάτωσης όσο και στους μηχανισμούς υλοποίησης συγκεκριμένων ευρωπαϊκών πολιτικών όπως η εμπορική πολιτική, η πολιτική της ενιαίας αγοράς αλλά και η νομισματική πολιτική στην Eυρωζώνη.

Τρίτον, αναδεικνύονται τα όρια και οι αστοχίες των ευρωπαϊκών θεσμών/οργάνων στην μακροπρόθεσμη δυναμική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέταρτον, επισημαίνεται η ανάγκη ενίσχυσης της νομιμοποίησης των ευρωπαϊκών πολιτικών τόσο στην διαδικασία λήψης αποφάσεων όσο και στην υλοποίησή τους καθώς αποτελεσματικότητα και νομιμοποίηση πολιτικής είναι εξίσου σημαντικά για την ενίσχυση των μηχανισμών ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τούτο σημαίνει και την ενδυνάμωση των μηχανισμών εκμάθησης και προσαρμογής των οικονομικών και πολιτικών δρώντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποτελεσματική ενσωμάτωση υφισταμένων στοχοθετήσεων εθνικού και περιφερειακού επιπέδου στην ενιαία-κοινή ευρωπαϊκή οπτική.

Η ανάλυση περιλαμβάνει επτά θεματικές περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρία σοβαρά ζητήματα που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη (μακρο-οικονομική προσαρμογή στην ευρωζώνη, ευρωπαϊκή κρίση χρέους, Brexit) παρέχοντας πολλά παραδείγματα αλλά και εδραζόμενη σε επικαιροποιημένες πηγές.
Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο περιλαμβάνει 13 κεφάλαια διαρθρωμένα σε τέσσερις ενότητες. Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει το περιεχόμενο των θεμελιωδών θεωριών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το τρίτο κεφάλαιο συσχετίζει κρίσιμες συλλογικές αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο με την δυναμική της ευρωπαϊκής συσσωμάτωσης. Το τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του βιβλίου εστιάζει στο σύστημα λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην συνεισφορά των κυριότερων ευρωπαϊκών θεσμών σε αυτό.
Στο δεύτερο μέρος μελετάται το περιεχόμενο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (κεφάλαιο 5), η θεωρία και η υλοποίηση άριστης νομισματικής ζώνης στην Ευρώπη (κεφάλαιο 6) αλλά και οι μηχανισμοί μακροοικονομικής προσαρμογής στην ευρωζώνη ειδικά στις περιπτώσεις χωρών με υψηλά επίπεδα δημοσίου χρέους (κεφάλαιο 7).
Το τρίτο μέρος του βιβλίου μελετά ενδελεχώς το περιεχόμενο, και τις επιπτώσεις  βασικών πολιτικών της ευρωπαϊκής ένωσης (της κοινής αγροτικής πολιτικής στο όγδοο κεφάλαιο, της ενιαίας αγοράς στο ένατο κεφάλαιο, της περιφερειακής πολιτικής στο δέκατο κεφάλαιο, και της κοινής εμπορικής πολιτικής στο ενδέκατο κεφάλαιο). Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο ενδέκατο κεφάλαιο στην κριτική αξιολόγηση της διατλαντικής εταιρικής σχέσης εμπορίου και επενδύσεων αλλά και στην εμπορική συμφωνία Καναδά – Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο δωδέκατο κεφάλαιο αναλύεται η απόφαση αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οικονομικές επιπτώσεις της, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο παρέχει χρήσιμα συμπεράσματα και σκέψεις για την μελλοντική πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Αν. Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
Έδρα Jean Monnet
mchrysom@gmail.com