ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 18 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C‑182/15. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως την οποία απηύθυναν οι ουκρανικές αρχές προς τις γερμανικές αρχές, όσον αφορά τον BY, Ουκρανό και Ρουμάνο υπήκοο, προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως. Ο BY ήταν Ουκρανός και Ρουμάνος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε στην Ουκρανία και έζησε στο κράτος αυτό έως τη μετεγκατάστασή του στη Γερμανία το 2012. Το 2014 απέκτησε, κατόπιν αιτήσεώς του, τη ρουμανική ιθαγένεια ως κατιών Ρουμάνων υπηκόων οι οποίοι ζούσαν παλαιότερα στην πρώην ρουμανική Μπουκοβίνα. Ωστόσο, ουδέποτε διέμεινε στη Ρουμανία. Το έτος 2016 βάσει εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από ουκρανικό δικαστήριο, η γενική εισαγγελία της Ουκρανίας υπέβαλε επίσημη αίτηση εκδόσεως του BY με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως για πράξεις υπεξαιρέσεως χρηματικών ποσών ουκρανικής κρατικής επιχειρήσεως. Η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέσω του ουκρανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Αρχικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι το γεγονός ότι ο ως άνω πολίτης της Ένωσης απέκτησε την ιθαγένεια Κράτους-μέλους και, συνακόλουθα, την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης σε χρονικό σημείο κατά το οποίο διέμενε ήδη σε Κράτος-μέλος άλλο από εκείνο του οποίου την ιθαγένεια απέκτησε μεταγενέστερα δεν αναιρεί την ανωτέρω διαπίστωση. Στην περίπτωση αντίθετης ερμηνείας, η αδυναμία του πολίτη της Ένωσης να επικαλεστεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα της ιδιότητας αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση πολίτη της Ένωσης σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.
3. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-336/19, Centraal Israëlitisch Consistorie van België e.a. κ.λπ. - Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 26, παρ. 2, πρώτο εδάφιο, στοιχ. γʹ, του Κανονισμού 1099/2009 για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή τους. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου (Grondwettelijk Hof) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ των Centraal Israëlitisch Consistorie van België κ.λπ. (CICB κ.λπ.), και της Φλαμανδικής Κυβέρνησης με αντικείμενο το κύρος του διατάγματος περί τροποποιήσεως του νόμου της 14ης Αυγούστου 1986 σχετικά με την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων όσον αφορά τις επιτρεπόμενες μεθόδους σφαγής των ζώων.
4. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-311/19, BONVER WIN, a. s. κατά Ministerstvo financí ČR-Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Τσέχικης Δημοκρατίας (Nejvyšší správní soud) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της BONVER WIN a.s και του Υπουργείου Οικονομικών με αντικείμενο τη νομιμότητα της απόφασης ανάκλησης της άδειας που είχε χορηγηθεί στην πρώτη για την εκμετάλλευση τυχερών παιγνίων στην εδαφική περιφέρεια του Δήμου του Děčín (Τσεχική Δημοκρατία). Ειδικότερα και λόγω του γεγονότος ότι η πόλη Děčín, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 25 χλμ. από τα γερμανικά σύνορα, είναι δημοφιλής προορισμός για τους Γερμανούς υπηκόους η BONVER WIN προσκόμισε στοιχεία για να αποδείξει ότι μέρος της πελατείας της προέρχεται από άλλα Κράτη-μέλη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στην ανωτέρω περίπτωση
5. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-218/19, Adina Onofrei κατά Conseil de l’ordre des avocats au barreau de Paris κ.λπ - Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ, σε σχέση με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του δικηγόρου που προβλέπει εθνική κανονιστική ρύθμιση. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Adina Onofrei και του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Παρισιού κλπ. σχετικά με την αίτηση της A. Onofrei για εγγραφή στον δικηγορικό σύλλογο. Ειδικότερα, η Onofrei, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ζήτησε να γίνει δεκτή στον Δικηγορικό Σύλλογο Παρισιού. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου, αφού διαπίστωσε ότι η A. Onofrei, κάτοχος πτυχίου νομικής, μεταπτυχιακού τίτλου νομικής και διδακτορικού διπλώματος νομικής χορηγηθέντων από γαλλικά πανεπιστήμια, πληρούσε την προϋπόθεση του πτυχίου που προβλέπεται απέρριψε την αίτησή της με την αιτιολογία ότι η A. Onofrei ουδέποτε είχε ασκήσει τα καθήκοντά της σε διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία η οποία υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της γαλλικής δημόσιας διοίκησης ούτε είχε ποτέ αποσπασθεί από γαλλική διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό.
– αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα της απαλλαγής δεν εφαρμόζεται στους μόνιμους, μη μόνιμους ή πρώην υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν ασκήσει καθήκοντα υπό την ιδιότητα αυτή εκτός της γαλλικής επικράτειας
– δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα μιας τέτοιας απαλλαγής εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει ασκήσει ο ενδιαφερόμενος νομικής φύσεως δραστηριότητες στον τομέα του εθνικού δικαίου και αποκλείονται από το ευεργέτημα της απαλλαγής αυτής οι μόνιμοι, μη μόνιμοι ή πρώην υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν ασκήσει υπό την ιδιότητα αυτή νομικής φύσεως δραστηριότητες σε έναν ή περισσότερους τομείς που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση των νομικής φύσεως δραστηριοτήτων που συνεπάγονται την πρακτική ενασχόληση με το εθνικό δίκαιο.
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 15, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού 44/2001: «1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5:
α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή·
β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή·
γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων [...]»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Σλοβενίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των A. B. και B. B., δύο φυσικών προσώπων που κατοικούν στη Σλοβενία, και της Personal Exchange International Limited (PEI), εμπορικής εταιρίας με έδρα τη Μάλτα, σχετικά με ποσό το οποίο η PEI παρακράτησε στο πλαίσιο συμβάσεως συμμετοχής σε παιχνίδι πόκερ συναφθείσας μέσω διαδικτύου.
7. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-416/20 PPU, TR - Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 8 και 9 της Οδηγίας 2016/343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4α της ανωτέρω Αποφάσεως – Πλαίσιο: «1. Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης:
α) εν ευθέτω χρόνω: i) είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης·
και ii) είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Χανσεατικό Περιφερειακό Δικαστήριο του Αμβούργου της Γερμανίας (Hanseatisches Oberlandesgericht Hamburg) στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως, στη Γερμανία, ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων από Πρωτοδικείο Deva της Ρουμανίας και από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Hunedoara της Ρουμανίας με σκοπό την εκτέλεση στερητικών της ελευθερίας ποινών στις οποίες καταδικάσθηκε ο TR ερήμην του από τα ρουμανικά δικαστήρια. Ειδικότερα, o TR διέφυγε τον Οκτώβριο του 2018 στη Γερμανία προκειμένου να αποφύγει τις ποινικές διώξεις που κινήθηκαν εναντίον του στη Ρουμανία και οι οποίες κατέληξαν στις ανωτέρω καταδίκες. Οι ρουμανικές αρχές ενημέρωσαν τη γενική εισαγγελία του Αμβούργου ότι, όσον αφορά τις ποινικές καταδίκες για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως δεν είχε καταστεί δυνατόν να κλητευθεί αυτοπροσώπως ο κατηγορούμενος στη διεύθυνση κατοικίας που ήταν γνωστή στη Ρουμανία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με το ρουμανικό δίκαιο, κλήση προς εμφάνιση κοινοποιείτο κάθε φορά στη διεύθυνση του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι το ρουμανικό δίκαιο προβλέπει ότι, μετά την πάροδο δέκα ημερών, οι κλήσεις θεωρούνται κοινοποιηθείσες. Οι ρουμανικές αρχές προσέθεσαν ότι, στις δύο δίκες στις οποίες εκδόθηκαν οι εν λόγω καταδικαστικές αποφάσεις, ο κατηγορούμενος είχε εκπροσωπηθεί, σε πρώτον βαθμό, από δικηγόρους της επιλογής του και ότι, κατ’ έφεση, είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρους διορισθέντες αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Ωστόσο, οι ρουμανικές αρχές αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στο αίτημα των γερμανικών αρχών για παροχή εγγυήσεων όσον αφορά την επανάληψη των σχετικών ποινικών δικών.
Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 19, παρ. 1, ΣΕΕ, του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το πλημμελειοδικείο του Άμστερνταμ (Rechtbank Amsterdam) στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στις Κάτω Χώρες, δύο ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων, αντιστοίχως, όσον αφορά την υπόθεση C‑354/20 PPU, από το πλημμελειοδικείο περιφέρειας Πόζναν της Πολωνίας με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του L και, όσον αφορά την υπόθεση C‑412/20 PPU, στις 26 Μαΐου 2020, από το πλημμελειοδικείο περιφέρειας Sieradz της Πολωνίας με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής επιβληθείσας στον Ρ.
α) το δικαστήριο που εξέδωσε το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως δεν έχει την ιδιότητα της «δικαστικής αρχής έκδοσης» και
β) δύναται να πιθανολογήσει ότι υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση παραδόσεως στην Πολωνία, το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν δύναται να κρίνει ότι τα ανωτέρω, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένο και ακριβή έλεγχο συνεκτιμώντας την προσωπική του κατάσταση, τη φύση της επίμαχης αξιόποινης πράξεως και του πραγματικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η έκδοση του εντάλματος.
9. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-62/19, Star Taxi App SRL κατά Unitatea Administrativ Teritorială Municipiul Bucureşti prin Primar General και Consiliul General al Municipiului Bucureşti – Προδικαστική
Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παρ. 2 και 4, και του άρθρου 4 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Βουκουρεστίου της Ρουμανίας (Tribunalul Bucureşti) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Star Taxi App SRL, αφενός, και της Τοπικής διοικητικής ενότητας του Δήμου Βουκουρεστίου κλπ. σχετικά με κανονιστική ρύθμιση η οποία εξαρτά από τη χορήγηση προηγούμενης άδειας την άσκηση δραστηριότητας διευκολύνσεως της επικοινωνίας μεταξύ ατόμων που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης και αδειοδοτημένων οδηγών ταξί, μέσω εφαρμογής για έξυπνα τηλέφωνα. Ειδικότερα, η Star Taxi App εκμεταλλεύεται εφαρμογή για έξυπνα τηλέφωνα η οποία φέρει την επωνυμία της και συνδέει απευθείας τους χρήστες υπηρεσιών ταξί με τους οδηγούς ταξί. Όταν ένα άτομο επιθυμεί να μετακινηθεί εντός πόλης, πραγματοποιεί αναζήτηση μέσω της εν λόγω εφαρμογής, η οποία προτείνει κατάλογο διαθέσιμων οδηγών ταξί, με πέντε ή έξι τύπους αυτοκινήτων, που προτείνουν διαφορετικές τιμές. Σημειωτέον, ότι η Star Taxi App δεν διαβιβάζει τα αιτήματα των πελατών στους οδηγούς ταξί και δεν καθορίζει το κόμιστρο, το οποίο καταβάλλεται απευθείας στον οδηγό στο τέλος της διαδρομής. Η Star Taxi App παρέχει την υπηρεσία αυτή συνάπτοντας απευθείας συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με οδηγούς ταξί.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι συνιστά «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά τις διατάξεις αυτές, υπηρεσία διαμεσολάβησης, η οποία φέρνει έναντι αμοιβής σε επαφή, μέσω εφαρμογής για έξυπνα τηλέφωνα, άτομα που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης και αδειοδοτημένους οδηγούς ταξί, για την οποία ο πάροχος της εν λόγω υπηρεσίας:
α) έχει συνάψει προς τούτο συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τους οδηγούς αυτούς έναντι καταβολής μηνιαίας συνδρομής, αλλά δεν τους διαβιβάζει τα αιτήματα των πελατών,
β) δεν καθορίζει το κόμιστρο ούτε το εισπράττει από τα άτομα αυτά, τα οποία το καταβάλλουν απευθείας στον οδηγό ταξί,
γ) δεν ασκεί έλεγχο ως προς την ποιότητα των οχημάτων και των οδηγών τους ή ως προς τη συμπεριφορά των τελευταίων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι συνιστά «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» σύμφωνα με το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο υπηρεσία διαμεσολάβησης με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά.
10. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Σλοβενίας - Παράβαση Κράτους-μέλους
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας και οι σλοβενικές αρχές διεξήγαγαν ανακριτική διαδικασία για ορισμένους υπαλλήλους της εν λόγω Κεντρικής Τράπεζας, μεταξύ των οποίων ο τότε διοικητής της τράπεζας αυτής, σε βάρος των οποίων υπήρχαν υπόνοιες καταχρήσεως εξουσίας και παραβάσεως καθήκοντος στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως μιας σλοβενικής τράπεζας. Στο πλαίσιο των ως άνω επαφών, η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας διαβίβασε στις σλοβενικές αρχές, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, ορισμένες πληροφορίες και ορισμένα έγγραφα, που δεν συνδέονταν με την εκπλήρωση της αποστολής του ΕΣΚΤ και του Ευρωσυστήματος. Οι σλοβενικές αρχές θεώρησαν ότι η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας δεν είχε παράσχει όλες τις πληροφορίες και όλα τα έγγραφα που της είχαν ζητηθεί και έτσι προέβησαν σε έρευνα και σε κατάσχεση εγγράφων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στα γραφεία της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας παρά το γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα υποστήριξε ότι οι σλοβενικές αρχές δεν έπρεπε να έχουν πρόσβαση χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της ΕΚΤ.
Μετά την τήρηση της προδικασίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας, προβαίνοντας μονομερώς στην κατάσχεση εγγράφων της ΕΚΤ και παραλείποντας να συνεργαστεί καλόπιστα με την ΕΚΤ παραβίασε α) τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 343 ΣΛΕΕ, β) το πρωτόκολλο (αριθ. 4) για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, γ) το πρωτόκολλο (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δ) από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 343 ΣΛΕΕ «Η Ένωση απολαύει, στην επικράτεια των κρατών μελών, των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής της, υπό τους όρους που καθορίζονται στο πρωτόκολλο της 8ης Απριλίου 1965 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αυτό ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.»
Η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας παραβίασε την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που υπέχει από το άρθρο 18 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών και από το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ, διότι οι Σλοβενικές Αρχές δεν συνεννοήθηκαν με την ΕΚΤ, είτε πριν είτε μετά την έρευνα και την κατάσχεση εγγράφων που διενήργησαν, προκειμένου να επιτύχουν τον συμβιβασμό μεταξύ της αρχής του απαραβίαστου των αρχείων της ΕΚΤ και της ανακριτικής διαδικασίας.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας, προβαίνοντας μονομερώς στην κατάσχεση εγγράφων σχετικών με την εκπλήρωση της αποστολής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και του Ευρωσυστήματος παραβίασε το επίδικο Δίκαιο της Ένωσης.