Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 8/2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-710/19, G. M. A. κατά Βελγικού Δημοσίου - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, και του άρθρου 14 παρ. 4 στοιχ. β της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών, καθώς και την ερμηνεία των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 στοιχ. β της ανωτέρω Οδηγίας ορίζεται ότι  «4. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου VI, δεν λαμβάνεται επ’ ουδενί μέτρο απέλασης κατά πολιτών της Ένωσης ή μελών της οικογένειάς τους, εφόσον: […] β) οι πολίτες της Ένωσης εισήλθαν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να αναζητήσουν εργασία. Σε αυτή την περίπτωση, οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, δεν μπορούν να απελαθούν ενόσω οι πολίτες της Ένωσης δύνανται να παρέχουν αποδείξεις ότι εξακολουθούν να αναζητούν εργασία και ότι έχουν πραγματικές πιθανότητες να προσληφθούν.»

H αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας του Βελγίου (Conseil d’État) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ G. M. A. και État belge (Βελγικού Δημοσίου) σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να αναγνωρίσει στον G. M. A., ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία, δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών στη βελγική επικράτεια. Ειδικότερα, ο G. M. A., Έλληνας υπήκοος, υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση βεβαιώσεως εγγραφής στα μητρώα των αρμόδιων αρχών στο Βέλγιο προκειμένου να αποκτήσει δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία, σύμφωνα με σχετική νομοθεσία του Βελγίου. Ωστόσο, η αίτησή του απορρίφθηκε με απόφαση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών του Βελγίου με την αιτιολογία ότι ο G. M. A. δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από τη βελγική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής άνω των τριών μηνών. Ειδικότερα, κατά την Υπηρεσία Αλλοδαπών, από τα έγγραφα που προσκόμισε ο G. M. A. δεν προέκυπτε ότι αυτός είχε πραγματικές πιθανότητες να προσληφθεί στη βελγική επικράτεια. Κατά συνέπεια, οι αρχές επέβαλαν στον G. M. A. να εγκαταλείψει τη χώρα εντός 30 ημερών από την εν λόγω απόφαση.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήτα εάν το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 14, παρ. 4, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχουν την έννοια ότι το Κράτος-μέλος υποδοχής υποχρεούται να χορηγεί εύλογη προθεσμία σε αναζητούντα εργασία προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση των προσφερομένων θέσεων εργασίας που είναι κατάλληλες για αυτόν και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να προσληφθεί, ότι η προθεσμία αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερη των έξι μηνών και ότι, κατά το διάστημα αυτό, το Κράτος-μέλος υποδοχής μπορεί να επιβάλει στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να αποδείξει ότι αναζητεί εργασία και ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να προσληφθεί.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 14, παρ. 4, στοιχ. βʹ, της Οδηγίας 2004/38 έχουν την έννοια ότι ένα Κράτος-μέλος υποδοχής υποχρεούται να χορηγεί εύλογη προθεσμία σε πολίτη της Ένωσης, η οποία αρχίζει να τρέχει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης εγγράφηκε στην αρμόδια υπηρεσία ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, το Κράτος-μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι αναζητεί εργασία. Μόνο μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας μπορεί το Κράτος-μέλος να απαιτεί από τον αναζητούντα εργασία να αποδείξει όχι μόνον ότι εξακολουθεί να αναζητεί εργασία, αλλά και ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να προσληφθεί.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-398/19, BY κατά Generalstaatsanwaltschaft Berlin – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 18 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C‑182/15. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως την οποία απηύθυναν οι ουκρανικές αρχές προς τις γερμανικές αρχές, όσον αφορά τον BY, Ουκρανό και Ρουμάνο υπήκοο, προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως. Ο BY ήταν Ουκρανός και Ρουμάνος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε στην Ουκρανία και έζησε στο κράτος αυτό έως τη μετεγκατάστασή του στη Γερμανία το 2012. Το 2014 απέκτησε, κατόπιν αιτήσεώς του, τη ρουμανική ιθαγένεια ως κατιών Ρουμάνων υπηκόων οι οποίοι ζούσαν παλαιότερα στην πρώην ρουμανική Μπουκοβίνα. Ωστόσο, ουδέποτε διέμεινε στη Ρουμανία. Το έτος 2016 βάσει εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από ουκρανικό δικαστήριο, η γενική εισαγγελία της Ουκρανίας υπέβαλε επίσημη αίτηση εκδόσεως του BY με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως για πράξεις υπεξαιρέσεως χρηματικών ποσών ουκρανικής κρατικής επιχειρήσεως. Η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέσω του ουκρανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση πολίτη της Ένωσης, υπηκόου Κράτους -μέλους (Ρουμανία), ο οποίος διαμένει στο έδαφος άλλου Κράτους-μέλους (Γερμανία) και για τον οποίον έχει υποβληθεί αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος (Ουκρανία), ακόμη και όταν ο ως άνω πολίτης της Ένωσης μετέφερε το κέντρο των συμφερόντων του στο άλλο αυτό Κράτος-μέλος (Γερμανία) σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν είχε ακόμη την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

Αρχικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι  το γεγονός ότι ο ως άνω πολίτης της Ένωσης απέκτησε την ιθαγένεια Κράτους-μέλους και, συνακόλουθα, την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης σε χρονικό σημείο κατά το οποίο διέμενε ήδη σε Κράτος-μέλος άλλο από εκείνο του οποίου την ιθαγένεια απέκτησε μεταγενέστερα δεν αναιρεί την ανωτέρω διαπίστωση. Στην περίπτωση αντίθετης ερμηνείας, η αδυναμία του πολίτη της Ένωσης να επικαλεστεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα της ιδιότητας αυτής.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση πολίτη της Ένωσης σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.


3. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-336/19, Centraal Israëlitisch Consistorie van België e.a. κ.λπ. - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 26, παρ. 2, πρώτο εδάφιο, στοιχ. γʹ, του Κανονισμού 1099/2009 για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή τους. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου (Grondwettelijk Hof) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ των Centraal Israëlitisch Consistorie van België κ.λπ. (CICB κ.λπ.), και της Φλαμανδικής Κυβέρνησης με αντικείμενο το κύρος του διατάγματος περί τροποποιήσεως του νόμου της 14ης Αυγούστου 1986 σχετικά με την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων όσον αφορά τις επιτρεπόμενες μεθόδους σφαγής των ζώων.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 26, παρ.  2, πρώτο εδάφιο, στοιχ. γʹ, του Κανονισμού 1099/2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 13 ΣΛΕΕ και του άρθρου 10, παρ. 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους- μέλους η οποία επιβάλλει, στο πλαίσιο της λατρευτικού τύπου σφαγής, αναστρέψιμη διαδικασία αναισθητοποίησης που δεν επιφέρει τον θάνατο του ζώου.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους, η οποία επιβάλλει, στο πλαίσιο της λατρευτικού τύπου σφαγής, αναστρέψιμη διαδικασία αναισθητοποίησης που δεν επιφέρει τον θάνατο του ζώου.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-311/19, BONVER WIN, a. s. κατά Ministerstvo financí ČR-Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Τσέχικης Δημοκρατίας (Nejvyšší správní soud) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της BONVER WIN a.s και του Υπουργείου Οικονομικών με αντικείμενο τη νομιμότητα της απόφασης ανάκλησης της άδειας που είχε χορηγηθεί στην πρώτη για την εκμετάλλευση τυχερών παιγνίων στην εδαφική περιφέρεια του Δήμου του Děčín (Τσεχική Δημοκρατία). Ειδικότερα και λόγω του γεγονότος ότι η πόλη Děčín, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 25 χλμ. από τα γερμανικά σύνορα, είναι δημοφιλής προορισμός για τους Γερμανούς υπηκόους η BONVER WIN προσκόμισε στοιχεία για να αποδείξει ότι μέρος της πελατείας της προέρχεται από άλλα Κράτη-μέλη.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στην περίπτωση εγκατεστημένης σε Κράτος-μέλος (Τσέχικη Δημοκρατία) εταιρίας, που απώλεσε την άδειά της για εκμετάλλευση τυχερών παιγνίων λόγω εθνικής ρύθμισης, η οποία καθορίζει τους τόπους όπου επιτρέπεται η διοργάνωση τέτοιων παιγνίων και η οποία εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους παρέχοντες υπηρεσίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο έδαφος του συγκεκριμένου Κράτους-μέλους, ανεξαρτήτως του αν αυτοί παρέχουν υπηρεσίες σε ημεδαπούς ή σε υπηκόους των λοιπών Κρατών-μελών, στην περίπτωση που μέρος της πελατείας της προέρχεται από άλλο Κράτος-μέλος (Γερμανία) και όχι από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στην ανωτέρω περίπτωση 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-218/19, Adina Onofrei κατά Conseil de l’ordre des avocats au barreau de Paris κ.λπ - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ, σε σχέση με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του δικηγόρου που προβλέπει εθνική κανονιστική ρύθμιση. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας (Cour de cassation) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Adina Onofrei και του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Παρισιού κλπ. σχετικά με την αίτηση της A. Onofrei για εγγραφή στον δικηγορικό σύλλογο. Ειδικότερα, η Onofrei, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ζήτησε να γίνει δεκτή στον Δικηγορικό Σύλλογο Παρισιού. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου, αφού διαπίστωσε ότι η A. Onofrei, κάτοχος πτυχίου νομικής, μεταπτυχιακού τίτλου νομικής και διδακτορικού διπλώματος νομικής χορηγηθέντων από γαλλικά πανεπιστήμια, πληρούσε την προϋπόθεση του πτυχίου που προβλέπεται απέρριψε την αίτησή της με την αιτιολογία ότι  η A. Onofrei ουδέποτε είχε ασκήσει τα καθήκοντά της σε διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία η οποία υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της γαλλικής δημόσιας διοίκησης ούτε είχε ποτέ αποσπασθεί από γαλλική διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν προσκρούει στα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα της απαλλαγής από τις προϋποθέσεις επαγγελματικής καταρτίσεως και αποκτήσεως σχετικού τίτλου, οι οποίες προβλέπονται κατ’ αρχήν για την πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα, χορηγείται μόνο σε ορισμένους δημοσίους υπαλλήλους Κράτους-μέλους, οι οποίοι έχουν ασκήσει υπό την ιδιότητα αυτή, εντός του εν λόγω Κράτους-μέλους, νομικής φύσεως δραστηριότητες στον τομέα του εθνικού δικαίου σε διοικητική αρχή ή δημόσια υπηρεσία ή διεθνή οργανισμό, και αποκλείονται από το ευεργέτημα της εν λόγω απαλλαγής οι υπάλληλοι ή πρώην υπάλληλοι της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης που έχουν ασκήσει υπό την ιδιότητα αυτή νομικής φύσεως δραστηριότητες σε έναν ή περισσότερους τομείς του δικαίου της Ένωσης.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 45 ΣΛΕΕ και 49 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι:
–  αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα της απαλλαγής δεν εφαρμόζεται στους μόνιμους, μη μόνιμους ή πρώην υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν ασκήσει καθήκοντα υπό την ιδιότητα αυτή εκτός της γαλλικής επικράτειας
–  δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας το ευεργέτημα μιας τέτοιας απαλλαγής εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει ασκήσει ο ενδιαφερόμενος νομικής φύσεως δραστηριότητες στον τομέα του εθνικού δικαίου και αποκλείονται από το ευεργέτημα της απαλλαγής αυτής οι μόνιμοι, μη μόνιμοι ή πρώην υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν ασκήσει υπό την ιδιότητα αυτή νομικής φύσεως δραστηριότητες σε έναν ή περισσότερους τομείς που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση των νομικής φύσεως δραστηριοτήτων που συνεπάγονται την πρακτική ενασχόληση με το εθνικό δίκαιο.


6.  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-774/19, A. B. και B. B. κατά Personal Exchange International Limited – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 15, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού 44/2001: «1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5:
α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή·
β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή·
γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων [...]»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Σλοβενίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των A. B. και B. B., δύο φυσικών προσώπων που κατοικούν στη Σλοβενία, και της Personal Exchange International Limited (PEI), εμπορικής εταιρίας με έδρα τη Μάλτα, σχετικά με ποσό το οποίο η PEI παρακράτησε στο πλαίσιο συμβάσεως συμμετοχής σε παιχνίδι πόκερ συναφθείσας μέσω διαδικτύου.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 15, παρ.  1, του Κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι φυσικό πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε Κράτος-μέλος (Σλοβενία) το οποίο, αφενός, συνήψε με εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο Κράτος-μέλος (Μάλτα) σύμβαση συμμετοχής σε παιχνίδι πόκερ μέσω διαδικτύου, η οποία περιέχει γενικούς όρους τους οποίους καθορίζει η εν λόγω εταιρία και, αφετέρου, δεν έχει δηλώσει επισήμως τη δραστηριότητα αυτή ούτε την παρέχει σε τρίτους ως υπηρεσία επί πληρωμή, χάνει την ιδιότητα του «καταναλωτή», όταν αφιερώνει στο παιχνίδι αυτό πολλές ώρες ημερησίως κερδίζοντας σημαντικά ποσά.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 15, παρ. 1, του Κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι φυσικό πρόσωπο υπό το πρίσμα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών δεν χάνει την ιδιότητα του «καταναλωτή», ακόμη και αν αφιερώνει πολλές ώρες ημερησίως στο παιχνίδι αυτό, διαθέτει ευρύτατες γνώσεις και κερδίζει σημαντικά ποσά.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-416/20 PPU, TR - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 8 και 9 της Οδηγίας 2016/343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4α της ανωτέρω Αποφάσεως – Πλαίσιο: «1. Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης:
α) εν ευθέτω χρόνω: i) είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης·
και ii)  είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη»

Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτερο Χανσεατικό Περιφερειακό Δικαστήριο του Αμβούργου της Γερμανίας (Hanseatisches Oberlandesgericht Hamburg) στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως, στη Γερμανία, ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων από Πρωτοδικείο Deva της Ρουμανίας και από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Hunedoara της Ρουμανίας με σκοπό την εκτέλεση στερητικών της ελευθερίας ποινών στις οποίες καταδικάσθηκε ο TR ερήμην του από τα ρουμανικά δικαστήρια. Ειδικότερα, o TR διέφυγε τον Οκτώβριο του 2018 στη Γερμανία προκειμένου να αποφύγει τις ποινικές διώξεις που κινήθηκαν εναντίον του στη Ρουμανία και οι οποίες κατέληξαν στις ανωτέρω καταδίκες. Οι ρουμανικές αρχές ενημέρωσαν τη γενική εισαγγελία του Αμβούργου ότι, όσον αφορά τις ποινικές καταδίκες για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως δεν είχε καταστεί δυνατόν να κλητευθεί αυτοπροσώπως ο κατηγορούμενος στη διεύθυνση κατοικίας που ήταν γνωστή στη Ρουμανία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με το ρουμανικό δίκαιο, κλήση προς εμφάνιση κοινοποιείτο κάθε φορά στη διεύθυνση του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι το ρουμανικό δίκαιο προβλέπει ότι, μετά την πάροδο δέκα ημερών, οι κλήσεις θεωρούνται κοινοποιηθείσες. Οι ρουμανικές αρχές προσέθεσαν ότι, στις δύο δίκες στις οποίες εκδόθηκαν οι εν λόγω καταδικαστικές αποφάσεις, ο κατηγορούμενος είχε εκπροσωπηθεί, σε πρώτον βαθμό, από δικηγόρους της επιλογής του και ότι, κατ’ έφεση, είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρους διορισθέντες αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Ωστόσο, οι ρουμανικές αρχές αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στο αίτημα των γερμανικών αρχών για παροχή εγγυήσεων όσον αφορά την επανάληψη των σχετικών ποινικών δικών.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν ένα αν το άρθρο 4α της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που, λόγω της διαφυγής του στο Κράτος-μέλος εκτελέσεως, ο ενδιαφερόμενος εμπόδισε την αυτοπρόσωπη κλήτευσή του και δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για τον λόγο και μόνον ότι στο πρόσωπο αυτό δεν παρέχεται η διασφάλιση ότι, σε περίπτωση παραδόσεως στο Κράτος-μέλος εκδόσεως του εντάλματος, θα γίνει σεβαστό το δικαίωμα σε νέα δίκη..

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4α της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-354/20 PPU, L και P – Προδικαστική 

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 19, παρ. 1, ΣΕΕ, του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών-μελών. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το πλημμελειοδικείο του Άμστερνταμ (Rechtbank Amsterdam) στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στις Κάτω Χώρες, δύο ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων, αντιστοίχως, όσον αφορά την υπόθεση C‑354/20 PPU, από το πλημμελειοδικείο περιφέρειας Πόζναν της Πολωνίας με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του L και, όσον αφορά την υπόθεση C‑412/20 PPU, στις 26 Μαΐου 2020, από το πλημμελειοδικείο περιφέρειας Sieradz της Πολωνίας με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής επιβληθείσας στον Ρ.

Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 1, παρ. 3, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η δικαστική αρχή εκτελέσεως (Κάτω Χώρες) που καλείται να αποφασίσει για την παράδοση προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως έχει στη διάθεσή της στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν την ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στο Κράτος-μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως (Πολωνία), η εν λόγω αρχή δύναται να κρίνει ότι: 
α) το δικαστήριο που εξέδωσε το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως δεν έχει την ιδιότητα της «δικαστικής αρχής έκδοσης» και 
β) δύναται να πιθανολογήσει ότι υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση παραδόσεως στην Πολωνία, το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν δύναται να κρίνει ότι τα ανωτέρω, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένο και ακριβή έλεγχο συνεκτιμώντας την προσωπική του κατάσταση, τη φύση της επίμαχης αξιόποινης πράξεως και του πραγματικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η έκδοση του εντάλματος.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Υπόθεση C-62/19, Star Taxi App SRL κατά Unitatea Administrativ Teritorială Municipiul Bucureşti prin Primar General και Consiliul General al Municipiului Bucureşti – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου 3, παρ. 2 και 4, και του άρθρου 4 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Βουκουρεστίου της Ρουμανίας (Tribunalul Bucureşti) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Star Taxi App SRL, αφενός, και της Τοπικής διοικητικής ενότητας του Δήμου Βουκουρεστίου κλπ. σχετικά με κανονιστική ρύθμιση η οποία εξαρτά από τη χορήγηση προηγούμενης άδειας την άσκηση δραστηριότητας διευκολύνσεως της επικοινωνίας μεταξύ ατόμων που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης και αδειοδοτημένων οδηγών ταξί, μέσω εφαρμογής για έξυπνα τηλέφωνα. Ειδικότερα, η Star Taxi App εκμεταλλεύεται εφαρμογή για έξυπνα τηλέφωνα η οποία φέρει την επωνυμία της και συνδέει απευθείας τους χρήστες υπηρεσιών ταξί με τους οδηγούς ταξί.  Όταν ένα άτομο επιθυμεί να μετακινηθεί εντός πόλης, πραγματοποιεί αναζήτηση μέσω της εν λόγω εφαρμογής, η οποία προτείνει κατάλογο διαθέσιμων οδηγών ταξί, με πέντε ή έξι τύπους αυτοκινήτων, που προτείνουν διαφορετικές τιμές. Σημειωτέον, ότι η Star Taxi App δεν διαβιβάζει τα αιτήματα των πελατών στους οδηγούς ταξί και δεν καθορίζει το κόμιστρο, το οποίο καταβάλλεται απευθείας στον οδηγό στο τέλος της διαδρομής. Η Star Taxi App παρέχει την υπηρεσία αυτή συνάπτοντας απευθείας συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με οδηγούς ταξί.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 2, στοιχ. αʹ, της Οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι συνιστά «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά τις διατάξεις αυτές, υπηρεσία διαμεσολάβησης, η οποία φέρνει έναντι αμοιβής σε επαφή, μέσω εφαρμογής για έξυπνα τηλέφωνα, άτομα που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης και αδειοδοτημένους οδηγούς ταξί, για την οποία ο πάροχος της εν λόγω υπηρεσίας: 
α) έχει συνάψει προς τούτο συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τους οδηγούς αυτούς έναντι καταβολής μηνιαίας συνδρομής, αλλά δεν τους διαβιβάζει τα αιτήματα των πελατών, 
β) δεν καθορίζει το κόμιστρο ούτε το εισπράττει από τα άτομα αυτά, τα οποία το καταβάλλουν απευθείας στον οδηγό ταξί,
γ) δεν ασκεί έλεγχο ως προς την ποιότητα των οχημάτων και των οδηγών τους ή ως προς τη συμπεριφορά των τελευταίων.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι συνιστά «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» σύμφωνα με το επίμαχο ενωσιακό δίκαιο υπηρεσία διαμεσολάβησης με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά.

10. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Σλοβενίας - Παράβαση Κράτους-μέλους 

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας και οι σλοβενικές αρχές διεξήγαγαν ανακριτική διαδικασία για ορισμένους υπαλλήλους της εν λόγω Κεντρικής Τράπεζας, μεταξύ των οποίων ο τότε διοικητής της τράπεζας αυτής, σε βάρος των οποίων υπήρχαν υπόνοιες καταχρήσεως εξουσίας και παραβάσεως καθήκοντος στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως μιας σλοβενικής τράπεζας. Στο πλαίσιο των ως άνω επαφών, η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας διαβίβασε στις σλοβενικές αρχές, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, ορισμένες πληροφορίες και ορισμένα έγγραφα, που δεν συνδέονταν με την εκπλήρωση της αποστολής του ΕΣΚΤ και του Ευρωσυστήματος. Οι σλοβενικές αρχές θεώρησαν ότι η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας δεν είχε παράσχει όλες τις πληροφορίες και όλα τα έγγραφα που της είχαν ζητηθεί και έτσι προέβησαν σε έρευνα και σε κατάσχεση εγγράφων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στα γραφεία της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας παρά το γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα υποστήριξε ότι οι σλοβενικές αρχές δεν έπρεπε να έχουν πρόσβαση χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της ΕΚΤ.
Μετά την τήρηση της προδικασίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας, προβαίνοντας μονομερώς στην κατάσχεση εγγράφων της ΕΚΤ και παραλείποντας να συνεργαστεί καλόπιστα με την ΕΚΤ παραβίασε α) τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 343 ΣΛΕΕ, β) το πρωτόκολλο (αριθ. 4) για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, γ) το πρωτόκολλο (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δ) από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 343 ΣΛΕΕ «Η Ένωση απολαύει, στην επικράτεια των κρατών μελών, των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής της, υπό τους όρους που καθορίζονται στο πρωτόκολλο της 8ης Απριλίου 1965 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αυτό ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.»
Η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας παραβίασε την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που υπέχει από το άρθρο 18 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών και από το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ, διότι οι Σλοβενικές Αρχές δεν συνεννοήθηκαν με την ΕΚΤ, είτε πριν είτε μετά την έρευνα και την κατάσχεση εγγράφων που διενήργησαν, προκειμένου να επιτύχουν τον συμβιβασμό μεταξύ της αρχής του απαραβίαστου των αρχείων της ΕΚΤ και της ανακριτικής διαδικασίας.

Το ΔΕΕ, επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έκρινε ότι οι σλοβενικές αρχές παραβίασαν την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας με την ΕΚΤ.
Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας, προβαίνοντας μονομερώς στην κατάσχεση εγγράφων σχετικών με την εκπλήρωση της αποστολής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και του Ευρωσυστήματος παραβίασε το επίδικο Δίκαιο της Ένωσης. 


Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 7/2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-519/19, Ryanair DAC κατά DelayFix – Προδικαστική

 Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 25, παρ. 1, του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012 «1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ […] βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίζεται: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, β) είτε υπό μορφή ανταποκρινόμενη στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις· ή γ) είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό μορφή ανταποκρινόμενη στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ’ αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα. […]»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο Βαρσοβίας (Sąd Okręgowy w Warszawie XXIII Wydział Gospodarczy Odwoławczy) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Passenger Rights sp. z o.o., νυν DelayFix, με έδρα τη Βαρσοβία (Πολωνία), εταιρίας που ειδικεύεται στην είσπραξη οφειλών και στην οποία ένας επιβάτης αεροπορικών μεταφορών εκχώρησε τα δικαιώματά του, και αφετέρου της αεροπορικής εταιρίας Ryanair DAC, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία), σχετικά με την καταβολή ποσού ύψους 250 ευρώ ως αποζημιώσεως για τη ματαίωση πτήσεως. Ειδικότερα, η Ryanair προέβαλε ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των πολωνικών δικαστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η ρήτρα 2.4 των γενικών όρων μεταφοράς τους οποίους είχε συνομολογήσει ο εν λόγω επιβάτης κατά την αγορά του εισιτηρίου του στο διαδίκτυο απονέμει διεθνή δικαιοδοσία στα ιρλανδικά δικαστήρια. Κατά τη Ryanair, η DelayFix, ως εκδοχέας της απαιτήσεως του εν λόγω επιβάτη, δεσμεύεται από τη ρήτρα αυτή.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012, καθώς και το άρθρο 3, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 93/13, έχουν την έννοια ότι είναι δυνατόν, προκειμένου να αμφισβητηθεί η διεθνής δικαιοδοσία δικαστηρίου να αντιταχθεί από την εν λόγω αεροπορική εταιρία ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, περιλαμβανόμενη σε σύμβαση μεταφοράς μεταξύ επιβάτη και της ιδίας, έναντι εταιρίας εισπράξεως οφειλών στην οποία ο επιβάτης έχει εκχωρήσει την απαίτησή του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να αντιταχθεί η ανωτέρω ρήτρα έναντι εταιρίας εισπράξεως οφειλών στην οποία ο επιβάτης έχει εκχωρήσει την απαίτησή του, εκτός εάν, κατά τη νομοθεσία του κράτους του οποίου τα δικαστήρια ορίζονται ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία με την ως άνω ρήτρα, η εν λόγω εταιρία εισπράξεως οφειλών έχει υπεισέλθει σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού συμβαλλομένου. 
Ωστόσο, εφόσον συντρέχει η ανωτέρω περίπτωση, η ανωτέρω ρήτρα η οποία περιελήφθη, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ ενός καταναλωτή, ήτοι του επιβάτη αεροπορικών μεταφορών, και ενός επαγγελματία, ήτοι της οικείας αεροπορικής εταιρίας, και η οποία απονέμει αποκλειστική δικαιοδοσία στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της εταιρίας αυτής, πρέπει να θεωρηθεί καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 3, παρ. 1, της Οδηγίας 93/13.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-510/19, Ποινική δίκη κατά AZ – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 6, παρ. 2, και των άρθρων 14, 19 και 27 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Βρυξελλών του Βελγίου (hof van beroep te Brussel) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας στο Βέλγιο κατά του AZ, Βέλγου υπηκόου, κατηγορούμενου για πλαστογραφία, χρήση πλαστού και απάτη, ο οποίος παραδόθηκε από τις ολλανδικές αρχές σε εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η έννοια της «δικαστικής αρχής εκτέλεσης», στο άρθρο 6, παρ. 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, ποια είναι τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του περιεχομένου της έννοιας αυτής.
Το ΔΕΕ  έκρινε ότι η έννοια της «δικαστικής αρχής εκτέλεσης» συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να ερμηνεύεται ως περιλαμβάνουσα τις αρχές Κράτους-μέλους οι οποίες, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη δικαστές ή δικαστήρια, μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός του Κράτους μέλους αυτού, ενεργούν κατά τρόπο ανεξάρτητο κατά την άσκηση των καθηκόντων που είναι συμφυή με την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο διαδικασίας που ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν το άρθρο 6, παρ. 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, έχει την έννοια ότι ο εισαγγελέας Κράτους-μέλους αποτελεί «δικαστική αρχή εκτέλεσης» στην περίπτωση που δυνάμει του άρθρου 127 του νόμου περί οργανώσεως των δικαστηρίων, ο ως άνω εισαγγελέας μπορεί να λαμβάνει οδηγίες για συγκεκριμένη υπόθεση από τον Ολλανδό Υπουργό Δικαιοσύνης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο εισαγγελέας κράτους μέλους ο οποίος μπορεί, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας του προς λήψη αποφάσεως, να λάβει από την εκτελεστική εξουσία οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση δεν συνιστά «δικαστική αρχή εκτέλεσης».

3. ΔΕΕ. απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-463/19, Syndicat CFTC du personnel de la Caisse primaire d’assurance maladie de la Moselle κατά Caisse primaire d’assurance maladie de Moselle – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2006/54 για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το δικαστήριο εργατικών διαφορών Μετς, της Γαλλίας (conseil de prud’hommes de Metz) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Συνδικαλιστικής οργάνωσης CFTC του προσωπικού του Πρωτοβάθμιου Ταμείου Ασφαλίσεως Υγείας του Διοικητικού Διαμερίσματος του Μοζέλα, (συνδικαλιστική οργάνωση CFTC) και του Πρωτοβάθμιου Ταμείου Ασφαλίσεως Υγείας του Διοικητικού Διαμερίσματος του Μοζέλα, (CPAM) σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στον CY, πατέρα ενός τέκνου, την άδεια για τις εργαζόμενες που ασχολούνται οι ίδιες με την ανατροφή του τέκνου τους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 46 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας του προσωπικού των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2006/54 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε διάταξη εθνικής συλλογικής συμβάσεως, η οποία επιφυλάσσει στις εργαζόμενες που ασχολούνται οι ίδιες με την ανατροφή των τέκνων τους το δικαίωμα αδείας μετά τη λήξη της νόμιμης άδειας μητρότητας ενώ οι άνδρες εργαζόμενοι στερούνται του δικαιώματος τέτοιας αδείας. 
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 14 και 28 της Οδηγίας 2006/54, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της Οδηγίας 92/85, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην ανωτέρω διάταξη εθνικής συλλογικής συμβάσεως υπό την προϋπόθεση ότι η πρόσθετη αυτή άδεια αποσκοπεί στην προστασία των γυναικών εργαζομένων σε σχέση με τα επακόλουθα τόσο της εγκυμοσύνης όσο και της μητρότητας.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-454/19, Staatsanwaltschaft Heilbronn κατά ZW – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2004/38 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Κρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το  Πρωτοβάθμιο δικαστήριο Heilbronn της Γερμανίας (Amtsgericht Heilbronn) στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά της ZW για το αδίκημα της απαγωγής ανηλίκου. Ειδικότερα, η ZW, Ρουμάνα υπήκοος, ήταν μητέρα του AW, ανήλικου παιδιού το οποίο γεννήθηκε στη Ρουμανία. Η ZW είχε χωρίσει από τον πατέρα του παιδιού, Ρουμάνο υπήκοο, ο οποίος ζούσε στη Ρουμανία. Κατά το ρουμανικό δίκαιο, αμφότεροι οι γονείς ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα του παιδιού. Το 2009, η ZW μαζί με το παιδί της εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία.  Τον Μάρτιο του 2013, λόγω διαταραχών συμπεριφοράς, το παιδί τοποθετήθηκε σε ίδρυμα αρωγής εφήβων με τη συγκατάθεση των γονέων του. Εν συνεχεία, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Heilbronn της Γερμανίας αφαίρεσε από τους γονείς του παιδιού, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του και ανέθεσε το δικαίωμα αυτό σε κηδεμόνα, στο πλαίσιο μερικής αναθέσεως της γονικής μέριμνας. Κατόπιν σειράς αποτυχημένων τοποθετήσεων σε διάφορα κέντρα αρωγής, το παιδί επέστρεψε στην κατοικία της ZW με την άδεια του εν λόγω κηδεμόνα. Εν τέλει, ο πατέρας μετέβη με το παιδί στη Ρουμανία, με την συναίνεση της μητέρας, όπου ζούσαν πλέον αμφότεροι. Κατόπιν έγκλησης που υπέβαλε ο κηδεμόνας κατά των γονέων του παιδιού λόγω της μετακίνησης αυτής, ασκήθηκε δίωξη κατά της ZW για την αξιόποινη πράξη της από κοινού αρπαγής ανηλίκου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή νομοθεσίας Κράτους-μέλους (Γερμανία), δυνάμει της οποίας το γεγονός ότι γονέας δεν παραδίδει το παιδί του που βρίσκεται σε άλλο Κράτος-μέλος στον ορισθέντα κηδεμόνα επισύρει ποινικές κυρώσεις, ακόμη και όταν η πράξη δεν τελέσtηκε με άσκηση βίας, απειλή πρόκλησης σοβαρής βλάβης ή με δόλιες ενέργειες, ενώ, σε περίπτωση κατά την οποία το παιδί βρίσκεται εντός του πρώτου Κράτους μέλους (Γερμανία), η ίδια πράξη τιμωρείται μόνον εφόσον τελέσθηκε με άσκηση βίας, απειλή πρόκλησης σοβαρής βλάβης ή με δόλιες ενέργειες.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 21 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση. 


5. ΔΕΕ, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-300/19, UQ κατά Marclean Technologies SLU – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 98/59/ΕΚ για προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών-μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας «Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας: α) Ως “ομαδικές απολύσεις” νοούνται οι απολύσεις που πραγματοποιούνται από έναν εργοδότη για ένα ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εφ’ όσον ο αριθμός των απολύσεων ανέρχεται, ανάλογα με την επιλογή των κρατών μελών: i) είτε για περίοδο 30 ημερών: – τουλάχιστον σε 10, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως περισσότερους από 20 και λιγότερους από 100 εργαζόμενους, – τουλάχιστον σε 10 % του αριθμού των εργαζομένων, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως τουλάχιστον 100 και λιγότερους από 300 εργαζόμενους, – τουλάχιστον σε 30, σε επιχειρήσεις που απασχολούν συνήθως τουλάχιστον 300 εργαζομένους, ii) είτε για περίοδο 90 ημερών, τουλάχιστον σε 20, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων στις επιχειρήσεις αυτές»
Η αίτηση υποβλήθηκε Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών της Βαρκελώνης (Ισπανία) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ UQ και Marclean Technologies SLU με αντικείμενο τη νομιμότητα της ατομικής της απόλυσης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 1, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 98/59 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ατομική απόλυση της οποίας αμφισβητείται το κύρος αποτελεί μέρος ομαδικής απόλυσης, η κατά τη διάταξη αυτή περίοδος αναφοράς των 30 ή 90 ημερών πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένης υπόψη είτε αποκλειστικώς μιας περιόδου πριν από την ατομική αυτή απόλυση είτε και μιας περιόδου που έπεται της εν λόγω απόλυσης, όχι μόνο σε περίπτωση δόλιας ενέργειας αλλά και χωρίς τέτοια ενέργεια, είτε οποιασδήποτε περιόδου 30 ή 90 ημερών κατά τη διάρκεια της οποίας έχει λάβει χώρα η εν λόγω ατομική απόλυση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η περίοδος αναφοράς πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένης υπόψη οποιασδήποτε περιόδου 30 ή 90 συναπτών ημερών κατά τη διάρκεια της οποίας, αφενός, έχει λάβει χώρα η ως άνω ατομική απόλυση και, αφετέρου, έχει σημειωθεί ο μεγαλύτερος αριθμός απολύσεων στις οποίες προέβη ο εργοδότης για έναν ή περισσότερους λόγους μη συνδεόμενους με το πρόσωπο του εργαζομένου.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-59/19, Wikingerhof GmbH & Co. KG κατά Booking.com BV- Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 7, σημείο 2, του Κανονισμού 1215/2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού 1215/2012 «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: [...] 1)  α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· [...] 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός [...]».
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesgerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Wikingerhof GmbH & Co. KG (Wikingerhof), εταιρίας που έχει συσταθεί κατά το γερμανικό δίκαιο και εκμεταλλεύεται ξενοδοχείο στο ομόσπονδο κράτος Σλέσβιχ-Χόλσταϊν (Γερμανία), και της Booking.com BV (Booking.com), εταιρίας που έχει συσταθεί κατά το ολλανδικό δίκαιο, εδρεύει στις Κάτω Χώρες και εκμεταλλεύεται πλατφόρμα κρατήσεων καταλύματος, με αντικείμενο ορισμένες πρακτικές της Booking.com οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της Wikingerhof, στοιχειοθετούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 7, σημείο 2, του Κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση αγωγής με την οποία η ενάγουσα ζητεί να παύσουν ορισμένες ενέργειες πραγματοποιούμενες στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης της με την εναγομένη, προβάλλοντας ως βάση της αγωγής τον ισχυρισμό ότι η εναγομένη προβαίνει σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, κατά παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 7, σημείο 2, του Κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη περίπτωση σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-445/19, Viasat Broadcasting UK Ltd κατά TV2/Danmark A/S και Βασιλείου της Δανίας – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 106, παρ. 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε  από το Εφετείο ανατολικής περιφέρειας της Δανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Viasat Broadcasting UK Ltd και, αφετέρου, της TV2/Danmark A/S (TV2) και του Βασιλείου της Δανίας, σχετικά με την υποχρέωση της TV2 να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα μέτρα ενίσχυσης στα οποία υπήχθη τέθηκαν σε εφαρμογή παρανόμως, πριν από την έκδοση της τελικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία τα μέτρα αυτά κρίθηκαν συμβατά με την εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, η Επιτροπή, με την απόφαση 2011/839/ΕΕ,  σχετικά με τα μέτρα που εφάρμοσε η Δανία υπέρ της TV2/Danmark έκρινε ότι τα μέτρα αυτά, τα οποία εφαρμόστηκαν μεταξύ των ετών 1995 και 2002 υπέρ της TV2 υπό μορφή εσόδων από τα ραδιοτηλεοπτικά τέλη και από τα άλλα μέτρα συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, οι οποίες χορηγήθηκαν μεν παρανόμως, κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, πλην όμως ήταν συμβατές με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Εν συνεχεία, η Viasat άσκησε αγωγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου με αίτημα την εκ μέρους της TV2 καταβολή των τόκων για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι οικείες ενισχύσεις ήταν παράνομες, ήτοι μεταξύ των ετών 1995 και 2011, τους οποίους η TV2 θα είχε καταβάλει επί του επίμαχου ποσού των ενισχύσεων αν είχε αναγκαστεί να δανειστεί αντίστοιχο ποσό στην αγορά εν αναμονή της έκδοσης της τελικής απόφασης της Επιτροπής, κατά το άρθρο 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να επιβάλουν στον αποδέκτη κρατικής ενίσχυσης χορηγηθείσας κατά παράβαση της διάταξης αυτής την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενίσχυση αυτή ήταν παράνομη, ακόμη και όταν η Επιτροπή κρίνει, με την τελική απόφασή της, ότι η ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παρ. 2 ΣΛΕΕ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να επιβάλουν στον αποδέκτη κρατικής ενίσχυσης χορηγηθείσας κατά παράβαση της διάταξης αυτής την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενίσχυση ήταν παράνομη, ακόμη και όταν η Επιτροπή κρίνει, με την τελική απόφασή της, ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-427/19, Bulstrad Vienna Insurance Group“ АD κατά Olympic Insurance Company Ltd – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 274 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II). Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο της Σόφιας της Βουλγαρίας (Sofiyski rayonen sad) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας Bulstrad Vienna Insurance Group AD (Bulstrad) και της ασφαλιστικής εταιρίας Olympic Insurance Company Ltd (Olympic), σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως. Ειδικότερα, η Bulstrad, ασφαλιστική εταιρία καταχωρισμένη στη Βουλγαρία, άσκησε αγωγή ενώπιον αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας να υποχρεωθεί η Olympic, ασφαλιστική εταιρία καταχωρισμένη στα μητρώα της Κύπρου, να της καταβάλει ποσό ύψους 7603,63 βουλγαρικών λέβα (BGN) (περίπου 3 887 ευρώ) για ασφαλιστική αποζημίωση που κατέβαλε, σύμφωνα με ασφαλιστήριο για την κάλυψη «ζημιών λόγω συγκρούσεως» το οποίο είχε συνάψει με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία ο CD, οδηγός οχήματος το οποίο υπέστη ζημίες λόγω τροχαίου ατυχήματος. Η Bulstrad υποστήριξε ότι, στις 5 Ιανουαρίου 2018 και στην πόλη Μπάνσκο (Βουλγαρία), ο AB, ανοίγοντας απότομα την αριστερή έμπροσθεν πόρτα του αυτοκινήτου οχήματός του, το οποίο ήταν σταθμευμένο επί του οδοστρώματος, προκάλεσε υπαιτίως ζημίες στο όχημα του CD, που κινούνταν στον δρόμο διερχόμενο κοντά του. Κατά την Bulstrad, κατά τον χρόνο επελεύσεως της ζημίας, η ευθύνη του AB καλυπτόταν από ασφαλιστήριο «αστικής ευθύνης», που είχε συναφθεί με την Olympic. Θεωρώντας ότι, κατόπιν της καταβολής της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στον CD, είχε υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της έναντι του AB και της ασφαλιστικής εταιρίας του, η Bulstrad στράφηκε αναγωγικώς κατά της Olympic, με έγγραφη όχληση. Ωστόσο, η Olympic αμφισβήτησε την αξίωση της Bulstrad τόσο ως προς τον τύπο όσο και επί της ουσίας.  Στο πλαίσιο της δίκης η οποία κινήθηκε, το αιτούν δικαστήριο ενημερώθηκε ότι οι αρμόδιες κυπριακές αρχές είχαν ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της Olympic λόγω μη τηρήσεως των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας και ότι είχε διορισθεί προσωρινός εκκαθαριστής, ο οποίος αναλαμβάνει και ελέγχει το σύνολο των περιουσιακών και νομικών δικαιωμάτων της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας.
Το πρώτο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 274 της Οδηγίας 2009/138 έχει την έννοια ότι συνιστά «απόφαση για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης», η απόφαση αρχής του Κράτους-μέλους καταγωγής ασφαλιστικής επιχειρήσεως με την οποία ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και διορίζεται σε αυτήν προσωρινός εκκαθαριστής, χωρίς να έχει τυπικώς εκδοθεί δικαστική απόφαση για την έναρξη διαδικασίας εκκαθαρίσεως.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω απόφαση αρμόδιας αρχής δύναται  να συνιστά απόφαση σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 274 της Οδηγίας 2009/138
Το δεύτερο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 274 της Οδηγίας 2009/138 έχει την έννοια ότι το δίκαιο του Κράτους-μέλους καταγωγής ασφαλιστικής επιχειρήσεως, το οποίο προβλέπει την αναστολή κάθε δικαστικής διαδικασίας κατά της ασφαλιστικής επιχειρήσεως σε περίπτωση ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της και διορισμού σε αυτήν προσωρινού εκκαθαριστή, πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια των λοιπών Κρατών-μελών, ακόμη και αν το δίκαιό τους δεν προβλέπει τέτοιον κανόνα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 274 της Οδηγίας 2009/138 έχει την έννοια ότι, εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται προκειμένου απόφαση περί ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχειρήσεως και περί διορισμού σε αυτήν προσωρινού εκκαθαριστή να συνιστά «απόφαση για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης», το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει υποχρέωση των δικαστηρίων των λοιπών Κρατών-μελών να εφαρμόζουν το δίκαιο του Κράτους-μέλους καταγωγής της οικείας ασφαλιστικής επιχειρήσεως.

9. ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-303/19, Istituto nazionale della previdenza sociale κατά VR – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 11, παρ. 1, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 στοιχ. δ της ανωτέρω Οδηγίας «1. Ο επί μακρόν διαμένων απολαύει ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς όσον αφορά: […] δ)      την κοινωνική ασφάλιση, την κοινωνική αρωγή και την κοινωνική προστασία, όπως ορίζονται από το εθνικό δίκαιο…»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte suprema di cassazione) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφαλίσεως και του VR σχετικά με την απόρριψη αίτησης για τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος για χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύζυγος και τα τέκνα του ενδιαφερομένου διέμεναν στην τρίτη χώρα από την οποία κατάγονται.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους βάσει της οποίας, για τον καθορισμό των δικαιωμάτων σε παροχή κοινωνικής ασφάλισης, δεν λαμβάνονται υπόψη τα μέλη της οικογένειας του επί μακρόν διαμένοντος, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της Οδηγίας αυτής, τα οποία δεν διαμένουν εντός του Κράτους-μέλους, αλλά σε τρίτη χώρα, ενώ λαμβάνονται υπόψη τα μέλη της οικογένειας του υπηκόου του εν λόγω Κράτους-μέλους τα οποία διαμένουν σε τρίτη χώρα.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της Οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση όταν το εν λόγω Κράτος – μέλος δεν δήλωσε την πρόθεσή του να κάνει χρήση της επιτρεπόμενης από το άρθρο 11, παρ. 2, της Οδηγίας παρέκκλισης από την ίση μεταχείριση, κατά τη μεταφορά της Οδηγίας αυτής στο εσωτερικό του δίκαιο.

10. Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 11ης Νοεμβρίου 2020, Υπόθεση C-61/19, Orange Romania SA κατά Autoritatea Naţională de Supraveghere a Prelucrării Datelor cu Caracter Personal (ANSPDCP) - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο ηʹ, της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31), και του άρθρου 4, σημείο 11, του Κανονισμού 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων). Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο Βουκουρεστίου της Ρουμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Orange România SA και της εθνικής εποπτικής αρχής της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ANSPDCP), με αντικείμενο προσφυγή με αίτημα την ακύρωση απόφασης με την οποία η δεύτερη, αφενός, επέβαλε στην Orange România πρόστιμο λόγω της εκ μέρους της συλλογής και αποθήκευσης αντιγράφων των εγγράφων ταυτότητας των πελατών της, χωρίς την έγκυρη συγκατάθεσή τους, και, αφετέρου, την υποχρέωσε να καταστρέψει τα αντίγραφα αυτά. Ως προς το ζήτημα αυτό, από τα στοιχεία που εκτίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προέκυψε ότι, μολονότι οι εν λόγω συμβάσεις περιέχουν ρήτρα κατά την οποία ο πελάτης ενημερώθηκε και συγκατατέθηκε στη συλλογή και αποθήκευση αντιγράφου του εγγράφου ταυτότητάς του για λόγους ταυτοποίησης, εντούτοις το τετραγωνίδιο που αντιστοιχούσε στη ρήτρα αυτή είχε ήδη συμπληρωθεί από τους πωλητές της Orange România πριν ο πελάτης αποδεχθεί, υπογράφοντας, όλες τις συμβατικές ρήτρες, ήτοι τόσο την εν λόγω ρήτρα όσο και τις λοιπές ρήτρες που δεν σχετίζονται με την προστασία των δεδομένων. Στην εν λόγω αίτηση εκτίθεται επίσης ότι η Orange România δεχόταν να συμβληθεί με πελάτες οι οποίοι αρνούνταν να παράσχουν τη συγκατάθεσή τους για την αποθήκευση αντιγράφου του εγγράφου ταυτότητάς τους, απαιτώντας, στην περίπτωση αυτή, την εκ μέρους τους υπογραφή ειδικού εντύπου στο οποίο δήλωναν την άρνησή τους.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το επίδικο ενωσιακό πλαίσιο έχει την έννοια ότι μπορεί να αποδειχθεί από σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών τηλεφωνίας η οποία περιέχει ρήτρα κατά την οποία το υποκείμενο των δεδομένων ενημερώθηκε και συγκατατέθηκε για τη συλλογή και αποθήκευση αντιγράφου του εγγράφου ταυτότητάς του, για λόγους ταυτοποίησης, ότι το υποκείμενο των δεδομένων παρέσχε εγκύρως τη συγκατάθεσή του, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, για την ως άνω συλλογή και αποθήκευση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων οφείλει να αποδείξει ότι το υποκείμενο των δεδομένων εκδήλωσε, με ενεργή συμπεριφορά, τη συγκατάθεσή του για την επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του και ότι ο ίδιος του παρέσχε προηγουμένως ενημέρωση για τις συνθήκες της επεξεργασίας στο σύνολό τους, σε κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή και με τη χρήση σαφούς και απλής διατύπωσης, Δεν μπορεί να αποδειχθεί από σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών τηλεφωνίας η οποία περιέχει ρήτρα κατά την οποία το υποκείμενο των δεδομένων ενημερώθηκε και συγκατατέθηκε στη συλλογή και αποθήκευση αντιγράφου του εγγράφου ταυτότητάς του, για λόγους ταυτοποίησης, ότι το υποκείμενο των δεδομένων παρέσχε εγκύρως τη συγκατάθεσή του, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για τη συλλογή και την αποθήκευση, όταν
–  το τετραγωνίδιο που αντιστοιχεί στη ρήτρα αυτή έχει συμπληρωθεί από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων πριν από την υπογραφή της σύμβασης, ή όταν
– οι συμβατικοί όροι της εν λόγω σύμβασης ενδέχεται να παραπλανήσουν το υποκείμενο των δεδομένων ως προς τη δυνατότητα σύναψης της επίμαχης σύμβασης στην περίπτωση που αρνηθεί να συγκατατεθεί στην επεξεργασία των δεδομένων του, ή όταν
–  ο υπεύθυνος επεξεργασίας θίγει αδικαιολόγητα την ελευθερία του υποκειμένου των δεδομένων να επιλέξει αν θα εναντιωθεί στη συλλογή και αποθήκευση, απαιτώντας, στην περίπτωση άρνησης παροχής της συγκατάθεσης, τη συμπλήρωση πρόσθετου εντύπου στο οποίο δηλώνεται η άρνηση αυτή.

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 6/2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ (ΔΕΕ): ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2020, FT κατά Universitatea, Υπόθεση C-644/19, Lucian Blaga” Sibiu κ.λπ. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, του άρθρου 2, παρ. 2, στοιχ. βʹ, και του άρθρου 3 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, καθώς και της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, (συμφωνία-πλαίσιο) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τη ρήτρα 4 σημείο 1 της Συμφωνίας Πλαισίου «Αρχή της μη διάκρισης» ορίζεται ότι «Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Alba Iulia της Ρουμανίας  (Curtea de Apel Alba Iulia) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της FT και, αφετέρου, του Universitatea «Lucian Blaga» Sibiu (Πανεπιστήμιο), των GS κ.λπ., του HS, καθώς και του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, σχετικά με τους όρους εργασίας της στο πανεπιστήμιο μετά τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικής ρύθμισης δυνάμει της οποίας οι διδάσκοντες ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος που συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμά τους μετά τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης μπορούν να διατηρήσουν το καθεστώς του μόνιμου διδάσκοντος μόνον εφόσον έχουν την ιδιότητα του επιβλέποντος διδακτορική διατριβή, ενώ οι διδάσκοντες που δεν έχουν την εν λόγω ιδιότητα μπορούν να συνάψουν με το ως άνω ίδρυμα μόνον συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες προβλέπουν αμοιβή κατώτερη από αυτή των μελών του μόνιμου διδακτικού προσωπικού.
Ειδικότερα εξετάστηκε αν οι συνθήκες απασχόλησης όπως αυτές που προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε η FT, ειδικότερα δε το συνδεόμενο με αυτήν καθεστώς κατώτερης αμοιβής, συνιστούν διαφορετική μεταχείριση αντίθετη προς τη ρήτρα 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της Συμφωνίας-Πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή της ανωτέρω εθνικής ρύθμισης υπό την προϋπόθεση ότι η πρώτη κατηγορία διδασκόντων (που έχουν την ιδιότητα του επιβλέποντος διδακτορική διατριβή) αποτελείται από εργαζομένους αορίστου χρόνου αντίστοιχους με εκείνους που εμπίπτουν στη δεύτερη κατηγορία και ότι η διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά, ιδίως, το εν λόγω καθεστώς αμοιβών δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2020, Υπόθεση C-641/19,  EU κατά PE Digital GmbH – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 11, του άρθρου 14, παρ. 3, και του άρθρου 16, στοιχείο ιγʹ, της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 3 της Οδηγίας 2011/83  «[…] 3.   Εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης αφού έχει κάνει αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 ή το άρθρο 8 παράγραφος 8, οφείλει ο καταναλωτής να καταβάλει στον έμπορο, σε σύγκριση με την πλήρη κάλυψη της σύμβασης, ένα ποσό ανάλογο προς τα παρασχεθέντα μέχρι τη στιγμή που ο καταναλωτής ενημέρωσε τον έμπορο ότι θα ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης. Το αναλογούν ποσό που ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει στον έμπορο υπολογίζεται βάσει της συνολικής τιμής που είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση. Εάν η συνολική τιμή είναι υπερβολική, το αναλογούν ποσό θα πρέπει να υπολογιστεί βάσει της αγοραίας αξίας των παρασχεθέντων.»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ειρηνοδικείο του Αμβούργου (Amtsgericht Hamburg) της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της EU, ως καταναλώτριας, και της PE Digital GmbH, σχετικά με το ποσό που οφείλεται στην ως άνω εταιρία κατόπιν της ασκήσεως από την EU του δικαιώματος υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση. Ειδικότερα, η PE Digital, εταιρία εδρεύουσα στη Γερμανία, εκμεταλλεύεται τον ιστότοπο συναντήσεων «Parship» (www.parship.de). Πρότεινε στους χρήστες της δύο τύπους συνδρομής, ήτοι τη δωρεάν συνδρομή, η οποία καθιστά δυνατή την πολύ περιορισμένη επαφή με άλλους χρήστες και τη λεγόμενη «premium» συνδρομή για χρονικό διάστημα 6, 12 ή 24 μηνών. Η EU, ως καταναλώτρια, συνήψε με την PE Digital σύμβαση για δωδεκάμηνη συνδρομή «premium» έναντι 523,95 ευρώ (επίμαχη σύμβαση). Η PE Digital ενημέρωσε την EU για το δικαίωμά της υπαναχωρήσεως και η τελευταία επιβεβαίωσε στην PE Digital ότι έπρεπε να αρχίσει να εκπληρώνει την προβλεπόμενη από την εν λόγω σύμβαση παροχή πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχωρήσεως. Ωστόσο, η EU υπαναχώρησε από την επίμαχη σύμβαση και η PE Digital της χρέωσε συνολικό ποσό ύψους 392,96 ευρώ ως αποζημίωση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν το άρθρο 14, παρ. 3, της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι, για τον καθορισμό του αναλογούντος ποσού που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής στον έμπορο, όταν ο καταναλωτής αυτός έχει ρητώς ζητήσει να αρχίσει η εκτέλεση της συναφθείσας συμβάσεως κατά τη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχωρήσεως και υπαναχωρεί από τη σύμβαση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συμπεφωνημένο στην εν λόγω σύμβαση τίμημα για το σύνολο των παροχών που προβλέπει η σύμβαση ή εάν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι μία από τις παροχές προς τον καταναλωτή που αποτελούν αντικείμενο της συμβάσεως πραγματοποιήθηκε στο σύνολό της πριν από την υπαναχώρηση του τελευταίου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 14, παρ. 3, της Οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι, για τον καθορισμό του αναλογούντος ποσού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συμπεφωνημένο στην εν λόγω σύμβαση τίμημα για το σύνολο των παροχών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως. Μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η συναφθείσα σύμβαση προβλέπει ρητώς ότι μία ή περισσότερες από τις παροχές πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου από την έναρξη της εκτελέσεως της συμβάσεως, αυτοτελώς, έναντι τιμήματος που πρέπει να καταβληθεί χωριστά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του τιμήματος που προβλέπεται για μια τέτοια παροχή κατά τον υπολογισμό του ποσού που οφείλεται στον έμπορο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παρ. 3, της Οδηγίας αυτής.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2020. υπόθεση C‑637/19, BY κατά CX – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, παρ. 1, και του άρθρου 4, παρ. 1, της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/29 «Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο Στοκχόλμης δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο διανοητικής ιδιοκτησίας και εμπορικών διαφορών (Svea hovrätt – Patent- och marknadsöverdomstolen) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ του εκκαλούντος (BY) της κύριας δίκης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι κάτοχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί μιας φωτογραφίας, και του εφεσίβλητου (CX), χρήστη της συγκεκριμένης φωτογραφίας, ο οποίος διαβίβασε αντίγραφο ιστοσελίδας από τον ιστότοπο του εκκαλούντος, όπου περιεχόταν η επίδικη φωτογραφία, ως αποδεικτικού στοιχείου σε μεταξύ τους δίκη ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 3, παρ. 1 της Οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι ο όρος «παρουσίαση στο κοινό» καλύπτει την ηλεκτρονική διαβίβαση σε δικαστήριο προστατευόμενου έργου ως αποδεικτικού στοιχείου στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας μεταξύ ιδιωτών.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ η έννοια της «παρουσίασης στο κοινό» απαρτίζεται από δύο σωρευτικά στοιχεία, ήτοι από μια πράξη παρουσίασης έργου και από την παρουσίαση του έργου αυτού σε κοινό.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 1 της Οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι ο όρος «παρουσίαση στο κοινό» δεν καλύπτει την ηλεκτρονική διαβίβαση σε δικαστήριο προστατευόμενου έργου ως αποδεικτικού στοιχείου στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας μεταξύ ιδιωτών.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2020,  Υπόθεση C-649/18, A κατά Daniel B κ.λπ. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 34 ΣΛΕΕ, του άρθρου 85γ της Οδηγίας 2001/83/ΕΚ περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση.
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Εφετείο των Παρισίων (cour d’appel de Paris) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της A, εταιρίας ολλανδικού δικαίου η οποία εκμεταλλεύεται φαρμακείο εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες καθώς και ιστότοπο που απευθύνεται ειδικά σε πελάτες στη Γαλλία, και, αφετέρου, των Daniel B, UD, AFP, B και L, οι οποίοι είναι φορείς εκμετάλλευσης φαρμακείων και ενώσεις που εκπροσωπούν τα επαγγελματικά συμφέροντα των εγκατεστημένων στη Γαλλία φαρμακοποιών. Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η προώθηση,  εκ μέρους της A, ιστοτόπου σε πελάτες στη Γαλλία μέσω πολύμορφης διαφημιστικής εκστρατείας ευρείας εμβέλειας. Ειδικότερα, η A διεξήγαγε διαφημιστική εκστρατεία για τη δραστηριότητα διαδικτυακής πώλησης φαρμάκων που απευθύνεται, στους Γάλλους καταναλωτές (αποστολή διαφημιστικών φυλλαδίων μέσα σε δέματα που αποστέλλονται από άλλους φορείς δραστηριοποιούμενους στην εξ αποστάσεως πώληση καθώς και την ταχυδρομική αποστολή διαφημιστικών επιστολών. Οι Daniel B κ.λπ. ενήγαγαν την Α ενώπιον του Εμποροδικείου των Παρισίων στη Γαλλία (tribunal de commerce de Paris) ζητώντας, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση της ζημίας την οποία θεώρησαν ότι υπέστησαν λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού που άσκησε η A αντλώντας αθέμιτο πλεονέκτημα από τη μη τήρηση των γαλλικών ρυθμίσεων στον τομέα της διαφήμισης και της πώλησης φαρμάκων μέσω διαδικτύου.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η Οδηγία 2000/31 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή, από το Κράτος-μέλος (εντός του οποίου παρέχεται υπηρεσία διαδικτυακής πώλησης φαρμάκων χορηγούμενων χωρίς ιατρική συνταγή επί του εγκατεστημένου σε άλλο Κράτος-μέλος παρόχου της υπηρεσίας αυτής), εθνικής ρύθμισης η οποία απαγορεύει σε φαρμακεία να προσελκύουν πελάτες με ορισμένες διαδικασίες και μέσα, ιδίως δε με μαζική διανομή διαφημιστικών ταχυδρομικών επιστολών και φυλλαδίων εκτός του φαρμακείου τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω εθνική ρύθμιση δεν αντιτίθεται στο επίδικο Δίκαιο της ΕΕ. 

5. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2020, Υπόθεση C-556/19, Eco TLC κατά Ministre de la Transition écologique et solidaire και Ministre de l’Économie et des Finances – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 107 ΣΛΕΕ. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Συμβούλιο Επικρατείας της Γαλλίας Conseil d’ Etat) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Eco TLC και, αφετέρου, του Υπουργού Επικρατείας, Υπουργού Οικολογικής και Αλληλέγγυας Μετάβασης, και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών σχετικά με τη νομιμότητα υπουργικής απόφασης με την οποία προβλέφθηκε η αναπροσαρμογή οικονομικής ενίσχυσης που καταβάλλεται από την Eco TLC στους συμβεβλημένους φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την επεξεργασία των αποβλήτων από τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα ένδυσης, τα λευκά είδη οικιακής χρήσης και τα υποδήματα. Ειδικότερα, η υπουργική απόφαση είχε ορίσει στα 65 ευρώ ανά τόνο τον συντελεστή για τον υπολογισμό της ενίσχυσης για τη βιωσιμότητα που αφορούσε την ανάκτηση υλικών. Ωστόσο, με νεότερη απόφαση αναπροσαρμόστηκε η ενίσχυση και ο εν λόγω συντελεστής αυξήθηκε στα 82,5 ευρώ ανά τόνο για τα ποσά που καταβάλλονται από 1ης Ιανουαρίου 2018. Η Eco TLC προσέφυγε κατά της υπουργικής απόφασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση συνιστούσε κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107, παρ. 1 ΣΛΕΕ.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν το άρθρο 107, παρ. 1, ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι συνιστά κρατική παρέμβαση ή παρέμβαση με κρατικούς πόρους, μηχανισμός με τον οποίο ιδιωτικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός οικολογικής διαχείρισης εισπράττει από επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν στην αγορά συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων και οι οποίες συνάπτουν με αυτόν σχετική σύμβαση, εισφορές ως αντάλλαγμα για υπηρεσία συνιστάμενη στο να μεριμνά για λογαριασμό τους για την επεξεργασία των αποβλήτων των προϊόντων αυτών και καταβάλλει σε φορείς επιφορτισμένους με τη διαλογή και την ανάκτηση των εν λόγω αποβλήτων επιδοτήσεις των οποίων το ύψος καθορίζεται στην εκδιδόμενη έγκριση βάσει περιβαλλοντικών και κοινωνικών στόχων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο ανωτέρω μηχανισμός με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα δεν συνιστά παρέμβαση με κρατικούς πόρους, εφόσον οι ως άνω επιδοτήσεις δεν παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο.

6. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Υπόθεση C-181/19, Jobcenter Krefeld - Widerspruchsstelle κατά JD - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 18 ΣΛΕΕ, των άρθρων 7 και 10 του Κανονισμού 492/2011 που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης, του άρθρου 24, παρ. 2, της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των Kρατών-μελών. Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο δικαστήριο υποθέσεων κοινωνικής ασφαλίσεως της Βόρειας Ρηνανίας‑Βεστφαλίας, της Γερμανίας (Landessozialgericht Nordrhein-Westfalen) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Οργανισμού απασχόλησης του Krefeld – Επιτροπή προσφυγών (Jobcenter) και του JD (Πολωνός), σχετικά με την άρνηση του εν λόγω οργανισμού να χορηγήσει στον JD και στις δύο του θυγατέρες βασικές παροχές κοινωνικής προστασίας που προβλέπονται από τη γερμανική νομοθεσία.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ καθώς και το άρθρο 7, παρ. 2, και το άρθρο 10 του Κανονισμού 492/2011 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση Κράτους-μέλους δυνάμει της οποίας υπήκοος άλλου Κράτους-μέλους και τα ανήλικα τέκνα του που έχουν, τόσο ο μεν όσο και τα δε, εντός του πρώτου Κράτους-μέλους δικαίωμα διαμονής το οποίο θεμελιώνεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 492/2011, λόγω της φοίτησης των τέκνων σε σχολείο του εν λόγω κράτους, αποκλείονται υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις και αυτομάτως από το δικαίωμα να λαμβάνουν τις παροχές για την κάλυψη των εξόδων της διαβίωσής τους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι αντιτίθενται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση

7. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Υπόθεση C-66/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας – Προσφυγή επί παραβάσει

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της Ουγγαρίας με αιτήματα α) να διαπιστώσει ότι η Ουγγαρία, απαιτώντας, στην περίπτωση των αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), να έχει συναφθεί διεθνής σύμβαση ως προϋπόθεση για να μπορούν να παρέχουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο XVII της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 B της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ),  β) να διαπιστώσει ότι η Ουγγαρία, επιβάλλοντας στα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να παρέχουν υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα προέλευσής τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 16 της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, γ ) να διαπιστώσει ότι η Ουγγαρία, επιβάλλοντας τα προαναφερθέντα μέτρα παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 13, το άρθρο 14, παρ. 3, και το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ουγγαρία προέβαλε ένσταση αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της υπό κρίση προσφυγής λόγω παραβάσεως, όσον αφορά τις αιτιάσεις της Επιτροπής σχετικά με παραβάσεις διατάξεων της GATS. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο τομέας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΕΕ και ότι, κατά συνέπεια, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη είναι εκείνα που, στον συγκεκριμένα τομέα, λογοδοτούν ατομικώς για την ενδεχόμενη μη τήρηση των υποχρεώσεών τους στο πλαίσιο της GATS.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις της GATS, που αναλήφθηκαν αρχικώς από την Ουγγαρία, μεταβιβάστηκαν εν συνεχεία στην Ένωση, το αργότερο, με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και συνιστούν, ως εκ τούτου, υποχρέωση δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, η παράβαση της οποίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
Υπέρ της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να διαπιστώνει, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, παραβιάσεις της GATS από τα Κράτη-μέλη, συνηγορεί το γεγονός ότι τρίτο κράτος μπορεί να κινήσει διαδικασία κατά της Ένωσης ενώπιον των οργάνων επιλύσεως διαφορών του ΠΟΕ λόγω τέτοιας παραβιάσεως.
Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ έκρινε ότι η ιδιαιτερότητα που έγκειται στην ύπαρξη του συστήματος επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ όχι μόνον δεν επηρεάζει την αρμοδιότητα η οποία ανατίθεται στο Δικαστήριο με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αλλά η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας συνάδει πλήρως με την υποχρέωση κάθε μέλους του ΠΟΕ να διασφαλίζει την τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει από το δίκαιο του οργανισμού αυτού.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ανωτέρω επίδικα μέτρα ήτοι α) η απαίτηση τα αλλοδαπά εκπαιδευτικά ιδρύματα, που είναι εγκατεστημένα εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), να έχουν δικαίωμα παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών βάσει διεθνούς σύμβασης,  β) η απαίτηση τα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να μπορούν να ασκήσουν δραστηριότητα στην Ουγγαρία, μόνο εάν παρέχουν ήδη υπηρεσίες διδασκαλίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εντός του κράτους της έδρας τους, παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που υπέχει η Ουγγαρία από το άρθρο XVII της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς και, στον βαθμό που η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τα οποία έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 16 της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2020, Υπόθεση C-243/19, A κατά Veselības ministrija - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 20, παρ. 2, του Κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, του άρθρου 8, παρ. 5, της Οδηγίας 2011/24/ΕΕ περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης, του άρθρου 56 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε από το  Ανώτατο Δικαστήριο της Λεττονίας (Augstākās tiesa (Senāts)) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του A και του Υπουργείου Υγείας σχετικά με την άρνηση χορηγήσεως εγκρίσεως όσον αφορά την παροχή στον υιό του A, σε άλλο Κράτος-μέλος, υγειονομικής περιθάλψεως καλυπτόμενης από τον κρατικό προϋπολογισμό της Λεττονίας.
Ειδικότερα, ο υιός του αναιρεσείοντος, ανήλικος που πάσχει από συγγενή καρδιακή διαμαρτία, έπρεπε να υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, ασφαλισμένος στο λεττονικό σύστημα υγείας, αντιτάχθηκε στη μετάγγιση αίματος κατά την εγχείρηση αυτή, με την αιτιολογία ότι ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά. Δεδομένου ότι η εγχείρηση αυτή δεν ήταν δυνατή στη Λεττονία χωρίς να πραγματοποιηθεί μετάγγιση αίματος, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης ζήτησε από το Nacionālais Veselības dienests (εθνικό σύστημα υγείας, Λεττονία) να χορηγήσει για τον υιό του το έντυπο S2, το οποίο επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να τύχει ορισμένης προγραμματισμένης υγειονομικής περιθάλψεως, μεταξύ άλλων, σε Κράτος-μέλος της Ένωσης διαφορετικό από το κράτος ασφαλίσεώς του, προκειμένου ο υιός του να υποβληθεί στην εν λόγω εγχείρηση στην Πολωνία. Το σύστημα υγείας αρνήθηκε να χορηγήσει το έντυπο αυτό. Το Υπουργείο Υγείας επικύρωσε την απόφαση του συστήματος υγείας με την αιτιολογία ότι η επίμαχη εγχείρηση μπορούσε να πραγματοποιηθεί στη Λεττονία και ότι μόνον η κατάσταση της υγείας καθώς και οι φυσικοί περιορισμοί ενός προσώπου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση του εν λόγω εντύπου. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή ενώπιον του περιφερειακού διοικητικού πρωτοδικείου ζητώντας την έκδοση, υπέρ του υιού του, ευμενούς διοικητικής πράξεως αναγνωρίζουσας το δικαίωμά του να τύχει προγραμματισμένης υγειονομικής περιθάλψεως. Ωστόσο, το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 20, παρ. 2, του Κανονισμού 883/2004, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 21 παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι απαγορεύει στο κράτος μέλος κατοικίας του ασφαλισμένου να αρνηθεί να του χορηγήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού έγκριση, όταν είναι διαθέσιμη στο Κράτος-μέλος κατοικίας νοσοκομειακή περίθαλψη της οποίας η αποτελεσματικότητα από ιατρική άποψη είναι αναμφισβήτητη, πλην όμως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου αυτού εναντιώνονται στη χρησιμοποιούμενη μέθοδο θεραπείας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στο Κράτος-μέλος κατοικίας του ασφαλισμένου να αρνηθεί να του χορηγήσει την έγκριση συνεκτιμώντας τα επίδικα πραγματικά περιστατικά.
 
9. . ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-511/18, C-512/18 και C-520/18, La Quadrature du Net κ.λπ. κατά Premier ministre κ.λπ. – Προδικαστική

Οι αιτήσεις προδικαστικής απόφασης αφορούσαν την ερμηνεία αφενός, του άρθρου 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των άρθρων 12 έως 15 της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά. 
Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.1 της Οδηγίας 2002/58 «1.Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα για να περιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 6, στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας, εφόσον ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και ανάλογο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας (δηλαδή της ασφάλειας του κράτους), της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, και για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων ή της άνευ αδείας χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της οδηγίας [95/46]. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη δύνανται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα που θα προβλέπουν τη [διατήρηση] δεδομένων για ορισμένο χρονικό διάστημα για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Όλα τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο είναι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»
Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το Συμβούλιο Επικρατείας της Γαλλίας (Conseil d’ État) (C‑511/18 και C‑512/18), και το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου (Cour constitutionnelle) (C‑520/18) σχετικά με τη νομιμότητα κανονιστικών μέτρων.
Ένα από τα νομικά ζητήματα που τέθηκαν ήταν αν το άρθρο 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58  αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών την υποχρέωση να εφαρμόζουν στα δίκτυά τους μέτρα τα οποία καθιστούν δυνατή, α) την αυτοματοποιημένη ανάλυση καθώς και τη συλλογή, σε πραγματικό χρόνο, των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης και β) τη συλλογή, σε πραγματικό χρόνο, των τεχνικών δεδομένων σχετικά με τον γεωγραφικό εντοπισμό του χρησιμοποιούμενου τερματικού εξοπλισμού, χωρίς να προβλέπεται σχετική ενημέρωση των προσώπων τα οποία αφορούν οι εν λόγω επεξεργασίες και συλλογές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση όταν:
– η χρήση της μεθόδου αυτοματοποιημένης ανάλυσης περιορίζεται σε περιπτώσεις στις οποίες ένα Κράτος-μέλος αντιμετωπίζει σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια, η οποία είναι πραγματική και ενεστώσα ή προβλέψιμη, και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού ελέγχου είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή, της οποίας η απόφαση έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα, προκειμένου να εξακριβωθεί αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που δικαιολογούν το εν λόγω μέτρο καθώς και αν τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις που πρέπει να έχουν θεσπιστεί, και
–        η χρήση της μεθόδου συλλογής δεδομένων κίνησης και δεδομένων θέσης σε πραγματικό χρόνο περιορίζεται στα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, και υπόκειται σε προηγούμενο έλεγχο είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή, η απόφαση της οποίας έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω συλλογή σε πραγματικό χρόνο επιτρέπεται μόνον εντός των ορίων του απολύτως αναγκαίου. 

10. ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Υπόθεση C-623/17, Privacy International κατά Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs κ.λπ. – Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 3, και του άρθρου 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ καθώς και των άρθρων 7 και 8 και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η αίτηση υποβλήθηκε από το  Ειδικό Δικαιοδοτικό Όργανο προστασίας των δεδομένων ιδιωτικής ζωής  του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Privacy International και, αφετέρου, του Υπουργού Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, του Υπουργού Εσωτερικών, του Κυβερνητικού Αρχηγείου Επικοινωνιών, της Υπηρεσίας ασφαλείας, και της Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τη νομιμότητα κανονιστικής ρύθμισης που επιτρέπει την απόκτηση και χρήση μαζικών δεδομένων επικοινωνίας από τις υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών.
Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν αν το άρθρο 15, παρ. 1, της Οδηγίας 2002/58 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει σε κρατική αρχή να επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για τους σκοπούς της διαφύλαξης της εθνικής ασφάλειας, την υποχρέωση γενικής και χωρίς διάκριση διαβίβασης των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης στις υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο αντιτίθεται στην ανωτέρω κρατική ρύθμιση. 

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5/2021 
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ, ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2020
Επιμέλεια, Πρόλογος: Μ. Δ. Χρυσομάλλης
Καθηγητής Νομικής Σχολής, ΔΠΘ 

(H μελέτη δημοσιεύτηκε στις 27/7/2021 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Digestaonline)

Προλογικό σημείωμα

Παρακάτω προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδας ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο) κατά το έτος 2020. Πρόκειται για μία καταγραφή, που γίνεται εκ μέρους μας από το 2004, των αποφάσεων των ενωσιακών Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Τέτοιες θεωρούμε, κυρίως, τις αποφάσεις επί προσφυγών για παράβαση που ασκήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, τις αποφάσεις επί προσφυγών ακυρώσεως, κατά παραλείψεων και αποζημιώσεως που ασκήθηκαν από την ελληνική Κυβέρνηση ή από Έλληνες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) κατά των ενωσιακών οργάνων, τις προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, τις παραπομπές στο Δικαστήριο εκ μέρους δικαστηρίων άλλων Κρατών-μελών, στις οποίες εμπλέκεται Έλληνας ως διάδικος στην κύρια δίκη και, τέλος, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου (ΔΕΕ) επί αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου (ΓΔΕΕ). Καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, παραλείπονται οι υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων υπαλλήλων κατά των ενωσιακών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως, που τους ενδιαφέρει.

Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ θα πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: 

1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2020) καταγράφτηκαν  μόλις έξι (6) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός είναι εξαιρετικά μικρός, πολύ μικρότερος του αριθμού των τελευταίων ετών (το 2018 και το 2019 κατεγράφησαν 12 αποφάσεις ελληνικού ενδιαφέροντος). Ως ένα βαθμό αυτό οφείλεται στην επιβράδυνση που παρουσιάστηκε στις εργασίες του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα το πρώτο εξάμηνο του 2020, λόγω της πανδημίας, που είχε ως αποτέλεσμα  την πτώση του αριθμού των αποφάσεων που περατώθηκαν από το Δικαστήριο (1540 περατωθείσες υποθέσεις το 2020 έναντι 1739 το 2019 και 1769 το 2018). Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τη διαχρονική έρευνα της παρουσίας της Ελλάδας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο ετήσιος αριθμός αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον δεν μπορεί να αυξηθεί θεαματικά όσο ο αριθμός ελληνικών προδικαστικών παραπομπών παραμένει εξαιρετικά χαμηλός και αποκλίνει σημαντικά από τους αριθμούς άλλων Κρατών-μελών. 

2. Το 2020 παρουσιάζεται η ίδια βελτιωμένη εικόνα της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο  (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται δύο (2) μόνο καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς. Ο αριθμός ισοφαρίζει την καλύτερη επίδοση της χώρας μας, που παρατηρήθηκε το 2019,  σε σχέση με τη συμμόρφωση στις υποχρεώσεις της και κινείται κοντά στο μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις.  Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στο αντίστοιχο σημείωμά μας για το 2014, οπότε παρέλκει η εκτενής επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: στη σημασία που φαίνεται να αποδίδει πλέον η χώρα μας στην τήρηση των υποχρεώσεών της έναντι της Ένωσης, στην προσπάθεια να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της ενωσιακών θεσμών και, τέλος, στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο. Η βελτιωμένη αυτή εικόνα «θαμπώνει» αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στην τρίτη θέση σε εισηγμένες προσφυγές για παράβαση κατά την πενταετία 2016 – 2020, αφού η Επιτροπή προσέφυγε κατά της χώρας μας συνολικά δεκαπέντε (15) φορές για παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας (στην πρώτη θέση βρίσκεται η Ισπανία με 19 προσφυγές σε βάρος της και στη δεύτερη θέση η Ιταλία με 16). Η στατιστική αυτή εικόνα, πάντως, οφείλεται εν πολλοίς στο 2017 που καταγράφηκαν επτά (7) προσφυγές της Επιτροπής για παράβαση κατά της χώρας μας. Στο ίδιο διάστημα εκδόθηκαν δεκαεπτά (17) καταδικαστικές αποφάσεις κατά της χώρας μας, που την φέρνουν στην πρώτη θέση μεταξύ των 28 Κρατών-μελών (τις επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν η Ισπανία και η Ιταλία με 11 καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος τους). Εξάλλου, θα πρέπει να τονισθεί ως αρνητικό στοιχείο το γεγονός ότι μια από τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις του 2020 είναι από αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ. Η συγκεκριμένη παραβίαση για την οποία επιβλήθηκε στην χώρα ως χρηματική ποινή κατ’ αποκοπήν ποσό 3,5 εκατ. Ευρώ, αφορούσε τη μη συμμόρφωση της χώρας μας στις διατάξεις της Οδηγίας 91/676/ΕΟΚ σχετικά με την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προελεύσεως για την οποία η χώρα μας είχε καταδικαστεί από του ΔΕΕ το 2015. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δύο (2) καταδικαστικές αποφάσεις του 2020 αφορούν η τον τομέα του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα  Κράτη-μέλη.   

3. Το 2020 δεν εντοπίζονται αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Η σταθερά μικρή έως ελάχιστη συνεργασία των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε: 

Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων  κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιμετώπισης τόσο από τις Νομικές Σχολές όσο και από τα αρμόδια διοικητικά και εκπαιδευτικά όργανα της δικαιοσύνης. Κατά τη γνώμη μας δεν περιποιεί τιμή για το δικαστικό σύστημα της χώρας η 23η θέση μεταξύ 28 Κρατών-μελών με βάση των αριθμό προδικαστικών παραπομπών στο ΔΕΕ στο διάστημα 2016 – 2020. 

Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler, της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες), η καθιέρωση ταχείας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικέ Υποθέσεις). Στα γεγονότα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και την πρόσφατη καταδίκη Κράτους-μέλους (Γαλλίας) κατόπιν προσφυγής της Επιτροπής για παράβαση της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής από ανώτατο δικαστήριό του (ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, υπόθεση C 416/17, Επιτροπή κατά Γαλλίας, ECLI:EU:C:2018:811)

Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα  Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα, συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που ακολουθεί.

Οι αποφάσεις ελληνικού ενδιαφέροντος εδώ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης, Καθηγητής, Νομική Σχολή ΔΠΘ
mchrysom@gmail.com

 CES-DUTH FOCUS ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5/2021
ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΕ: ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2020
Επιμέλεια: Παναγιώτης Αργαλιάς, Δικηγόρος, ΔΝ

1. ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου, Υπόθεση C-738/19, 2020 A κατά B και C - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του παραρτήματος, σημείο 1, στοιχείο εʹ, της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση του παραρτήματος  «Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα: […] ε)  να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του, δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση […]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ των Κάτω Χωρών (Rechtbank Amsterdam) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του A, ως εκμισθωτή μιας κοινωνικής κατοικίας, της μισθώτριας B και της υπομισθώτριας C, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την καταβολή, αφενός, της ποινής για την παράβαση της υποχρέωσης χρήσης του μισθίου ως κατοικίας και της απαγόρευσης υπεκμίσθωσής του και, αφετέρου, ποσού το οποίο αντιστοιχεί στο αθέμιτο όφελος που αποκόμισε η Β από την υπεκμίσθωση.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν αν το άρθρο 3, παρ. 1 και 3, καθώς και το άρθρο 4, παρ.1, της Οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο, όταν εξετάζει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας σύμβασης, που έχει συναφθεί με καταναλωτή, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις ρήτρες της σύμβασης αυτής ή μόνον ορισμένες από αυτές και ότι, για να εκτιμηθεί ειδικότερα αν το ποσό της αποζημίωσης που υποχρεούται να καταβάλει ο καταναλωτής είναι δυσανάλογα υψηλό, πρέπει να εξετάζονται μόνον οι ρήτρες που αφορούν την ίδια συμβατική παράβαση.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο θα πρέπει να ερμηνευθεί με την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη μεταξύ των ρητρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, τον βαθμό αλληλεπίδρασης του επίμαχου όρου της σύμβασης με άλλες ρήτρες, με βάση μεταξύ άλλων και το αντίστοιχο περιεχόμενό τους. Για να εκτιμηθεί αν το ποσό της αποζημίωσης που υποχρεούται να καταβάλει ο καταναλωτής είναι δυσανάλογα υψηλό κατά την έννοια του σημείου 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στις ρήτρες που αφορούν την ίδια παράβαση.

2. ΔΕΕ, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, Υπόθεση C-651/19, JP κατά Commissaire Général aux Réfugiés et aux Apatrides – Προδικαστική  

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Σύμφωνα με το άρθρο 46 της ανωτέρω Οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων: α)  απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων των αποφάσεων: […] ii) με τις οποίες η αίτηση κρίνεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2. […] […] 4. Τα κράτη μέλη ορίζουν εύλογες προθεσμίες και θεσπίζουν τις λοιπές απαιτούμενες διατάξεις για την άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής από τον αιτούντα σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι προθεσμίες δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος». Η αίτηση υποβλήθηκε από Συμβούλιο της Επικρατείας του Βελγίου στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του JP και του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Απάτριδες σχετικά με την απόφαση του Γενικού Επιτρόπου να απορρίψει ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο JP.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση Κράτους-μέλους που προβλέπει ότι η προσφυγή κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ασκηθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερών, περιλαμβανομένων των αργιών, από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής, ακόμη και όταν, ελλείψει ορισμού τόπου επιδόσεων εντός του εν λόγω Κράτους-μέλους από τον ενδιαφερόμενο αιτούντα, η ως άνω κοινοποίηση πραγματοποιείται στην έδρα της εθνικής αρχής που είναι αρμόδια για την εξέταση των σχετικών αιτήσεων.
Σχετικά με την κοινοποίηση στη δημόσια αρχή, το ΔΕΕ έκρινε ότι η κοινοποίηση των αποφάσεων επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας στους ενδιαφερόμενους αιτούντες είναι ουσιώδης για τη διασφάλιση του δικαιώματός τους πραγματικής προσφυγής. Ωστόσο, η Οδηγία 2013/32 δεν προβλέπει συγκεκριμένους τρόπους κοινοποίησης των σχετικών αποφάσεων.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32 δεν αντιτίθεται στην ανωτέρω εθνική ρύθμιση εφόσον, α) οι αιτούντες ενημερώνονται ότι, αν δεν έχουν ορίσει τόπο επιδόσεων για την κοινοποίηση της απόφασης σχετικά με την αίτησή τους, θα θεωρηθεί ότι έχουν ορίσει ως τόπο επιδόσεων προς τούτο την έδρα της εθνικής αρχής που είναι αρμόδια για την εξέταση των αιτήσεων, β) οι όροι πρόσβασης των αιτούντων στην έδρα αυτή δεν καθιστούν υπερβολικά δυσχερή την από μέρους τους παραλαβή των αποφάσεων που τους αφορούν και γ) τηρείται η αρχή της ισοδυναμίας. 

Το επόμενο νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει αποκλειστική προθεσμία δέκα ημερών, περιλαμβανομένων των αργιών, για την άσκηση προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μια μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που προβλέπει αποκλειστική προθεσμία 10 ημερών περιλαμβανομένων των αργιών για την άσκηση της ανωτέρω προσφυγής.

3. ΔΕΕ, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2020, Υπόθεση C-540/19, WV κατά Landkreis Harburg – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού 4/2009 για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής. Σύμφωνα με το άρθρο 3 στοιχ. β του Κανονισμού 4/2009 «Σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής στα κράτη μέλη, δικαιοδοσία έχει:[…….], β) το δικαστήριο του τόπου της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής [……]». Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του WV, κατοίκου Βιέννης (Αυστρία), και της Περιφέρειας Harburg σχετικά με την καταβολή διατροφής στη μητέρα του WV, η οποία κατοικούσε στη Γερμανία και στα δικαιώματα της οποίας είχε υποκατασταθεί εκ του νόμου ο οργανισμός αυτός. Ειδικότερα, η μητέρα του WV, η οποία φιλοξενούνταν σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στην Κολωνία (Γερμανία), ήταν, δυνάμει του άρθρου 1601 του αστικού κώδικα, δικαιούχος διατροφής ως ανιών σε ευθεία γραμμή, στην καταβολή της οποίας υποχρεούταν ο WV, ο οποίος κατοικούσε στη Βιέννη (Αυστρία). Ωστόσο, η μητέρα του WV ελάμβανε τακτικά από τον ενάγοντα οργανισμό κοινωνικό βοήθημα. Ο οργανισμός αυτός υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του SGB XII, είχε υποκατασταθεί στο δικαίωμα το οποίο έχει η λήπτρια του κοινωνικού βοηθήματος έναντι του WV, όσον αφορά τις παροχές διατροφής τις οποίες ανέλαβε ο ίδιος οργανισμός υπέρ της μητέρας του WV από τον Απρίλιο του 2017.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν δημόσιος οργανισμός, ο οποίος ζητεί αναγωγικώς την επιστροφή ποσών που κατέβαλε αντί διατροφής σε δικαιούχο διατροφής, στα δικαιώματα του οποίου έχει υποκατασταθεί έναντι του υπόχρεου διατροφής, βασίμως επικαλείται τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου της συνήθους διαμονής του εν λόγω δικαιούχου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 4/2009.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι δημόσιος οργανισμός βασίμως επικαλείται τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου της συνήθους διαμονής του εν λόγω δικαιούχου σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση του ενωσιακού δικαίου.

4. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, Υπόθεση C-530/19, NM, en tant que liquidateur de NIKI Luftfahrt GmbH κατά ON – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 9, παρ. 1, στοιχ. βʹ, του Κανονισμού 261/2004 για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης. Σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση του ενωσιακού δικαίου "1. Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, προσφέρονται δωρεάν στους επιβάτες: [….] β) διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο όταν αποβαίνει αναγκαία η παραμονή τους: - επί μία ή περισσότερες νύκτες, ή - επί διάστημα επιπλέον εκείνου που σχεδίαζε ο επιβάτης, […..]". Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της NM, ενεργούσας υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της NIKI Luftfahrt GmbH, η οποία ήταν εταιρία αερομεταφορών, και της ON, σχετικά με αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η τελευταία με αίτημα την αποκατάσταση της βλάβης, που υπέστη εντός του ξενοδοχείου στο οποίο η NIKI Luftfahrt της παρέσχε κατάλυμα μετά τη ματαίωση της πτήσης της. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια διαμονής στο ξενοδοχείο, η ON, η οποία χρησιμοποιούσε αναπηρικό αμαξίδιο, έπεσε και τραυματίστηκε σοβαρά όταν οι εμπρόσθιοι τροχοί του αναπηρικού αμαξιδίου της σφηνώθηκαν σε εγκάρσιο κανάλι απορροής υδάτων του οδοστρώματος. Εν συνεχεία, η ΟΝ άσκησε αγωγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου της Αυστρίας με αίτημα να υποχρεωθεί η NM να της καταβάλει αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη. 
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν ο Κανονισμός 261/2004 έχει την έννοια ότι αερομεταφορέας ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 9, παρ. 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού αυτού, προσέφερε διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο σε επιβάτη ματαιωθείσας πτήσεως μπορεί να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τον επιβάτη για βλάβες προκληθείσες από πταίσμα του προσωπικού του ξενοδοχείου.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το επίδικο ενωσιακό δίκαιο θα πρέπει να ερμηνευθεί  με την έννοια ότι ο αερομεταφορέας  δεν είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τον επιβάτη αυτόν για βλάβες προκληθείσες από πταίσμα του προσωπικού του ξενοδοχείου.

5. ΔΕΕ, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2020, Υπόθεση C-402/19, LM κατά Centre public d'action sociale de Seraing – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία των άρθρων 5 και 13 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα Κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της ανωτέρω Οδηγίας «Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη: […] γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, και τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης». Επιπροσθέτως, το άρθρο 13, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2008/115 ορίζει τα ακόλουθα: «1. Στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας διατίθεται αποτελεσματικό ένδικο μέσο το οποίο του επιτρέπει να προσφεύγει κατά των αποφάσεων που αφορούν την επιστροφή ή να ζητεί την επανεξέτασή τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή αρμόδιου οργάνου που απαρτίζεται από μέλη αμερόληπτα και απολαύοντα εχέγγυα ανεξαρτησίας. 2. Η αρχή ή το όργανο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει την εξουσία να επανεξετάζει αποφάσεις που αφορούν την επιστροφή, όπως αναφέρονται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσωρινής αναστολής της επιβολής της εφαρμογής τους, εκτός εάν ισχύει ήδη προσωρινή αναστολή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.»
Η αίτηση υποβλήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών της Λιέγης του Βελγίου (cour du travail de Liège) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του LM, υπηκόου τρίτης χώρας, και του δημοσίου κέντρου κοινωνικής δράσεως του Seraing (CPAS), σχετικά με αποφάσεις του CPAS με τις οποίες ανακλήθηκε το ευεργέτημα της κοινωνικής αρωγής προς τον LM.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν τα άρθρα 5, 13 και 14 της Οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7, του άρθρου 19 παράγραφος 2, καθώς και των άρθρων 21 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν προβλέπει την κάλυψη, στο μέτρο του δυνατού, των βασικών αναγκών υπηκόου τρίτης χώρας όταν: α) ο τελευταίος άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως επιστροφής που εκδόθηκε σε βάρος του, β) το ενήλικο τέκνο του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας πάσχει από σοβαρή ασθένεια, γ) η παρουσία του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας στο πλευρό του ενήλικου τέκνου είναι απαραίτητη για το τέκνο αυτό, και για λογαριασμό του εν λόγω ενήλικου τέκνου ασκήθηκε προσφυγή κατά της εις βάρος του ληφθείσας αποφάσεως επιστροφής, η εκτέλεση της οποίας θα μπορούσε να εκθέσει το τέκνο αυτό σε σημαντικό κίνδυνο οξείας και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω εθνική ρύθμιση αντιτίθεται στο επίδικο ενωσιακό δίκαιο. 

6. ΔΕΕ, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, Υπόθεση C-223/19, YS κατά NK - Προδικαστική

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης καθώς και των άρθρων 16, 17, 20, 21 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54 ορίζει «Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, εξαλείφεται κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως όσον αφορά: […] γ) τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευόμενου προσώπου, και τις προϋποθέσεις διάρκειας και διατήρησης του δικαιώματος παροχών».
H αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του YS και της εταιρίας NK AG σχετικά με την παρακράτηση ενός ποσού από την επαγγελματική σύνταξη που χορηγείται απευθείας από την εταιρία αυτή στον YS, καθώς και με την κατάργηση της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής που είχε συμφωνηθεί συμβατικώς για την εν λόγω σύνταξη για το έτος 2018.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η Οδηγία 2006/54 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση Κράτους-μέλους δυνάμει της οποίας οι δικαιούχοι συντάξεως την οποία ανέλαβε, με σύμβαση, την υποχρέωση να τους καταβάλλει απευθείας μια επιχείρηση ελεγχόμενη από το κράτος στερούνται, α) ενός ποσού που παρακρατείται από το μέρος της ως άνω συντάξεως το οποίο υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια και, αφετέρου, της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής που είχε συμφωνηθεί συμβατικώς σχετικά με την εν λόγω σύνταξη, όταν η ρύθμιση αυτή θίγει πολύ περισσότερους άνδρες παρά γυναίκες δικαιούχους.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 5, στοιχείο γʹ, σημείο iii, της Οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση Κράτους-μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω συνέπειες δικαιολογούνται από αντικειμενικούς παράγοντες ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

7. ΔΕΕ, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Υπόθεση C-265/19, Recorded Artists Actors Performers Ltd κατά Phonographic Performance (Ireland) Ltd κ.λπ. – Προδικαστική 

Η αίτηση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 8 της Οδηγίας 2006/115/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας. Το άρθρο 8 της Οδηγίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο II με τίτλο «Συγγενικά δικαιώματα», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής: «Τα κράτη μέλη προβλέπουν ένα δικαίωμα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι ο χρήστης καταβάλλει εύλογη και ενιαία αμοιβή σε περίπτωση που ένα φωνογράφημα το οποίο εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς ή μια αναπαραγωγή του φωνογραφήματος αυτού χρησιμοποιείται για ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για οποιαδήποτε παρουσίαση στο κοινό και προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η αμοιβή αυτή κατανέμεται μεταξύ των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών των φωνογραφημάτων. Τα κράτη μέλη, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών και παραγωγών φωνογραφημάτων, μπορούν να θεσπίζουν τους όρους για την κατανομή της αμοιβής αυτής μεταξύ τους». Η αίτηση υποβλήθηκε από το ανώτερο δικαστήριο της Ιρλανδίας (High Court) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Recorded Artists Actors Performers Ltd (RAAP) και, αφετέρου, της Phonographic Performance (Ireland) Ltd (PPI), του Υπουργού Απασχόλησης, Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας και του Attorney General, με αντικείμενο το δικαίωμα εύλογης και ενιαίας αμοιβής των υπηκόων τρίτων χωρών, όταν έχουν συμβάλει στη δημιουργία φωνογραφήματος το οποίο χρησιμοποιείται στην Ιρλανδία.
Το νομικό ζήτημα είναι εάν το άρθρο 8, παρ. 2, της Οδηγίας 2006/115 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε Κράτος-μέλος, κατά τη μεταφορά στην εθνική του νομοθεσία του όρου «ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες» ο οποίος περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη διάταξη και αναφέρεται στους καλλιτέχνες που δικαιούνται μέρος της εκεί προβλεπόμενης ενιαίας και εύλογης αμοιβής, να αποκλείσει από την αμοιβή αυτή τους καλλιτέχνες υπηκόους τρίτης χώρας εκτός του ΕΟΧ, εξαιρώντας μόνον εκείνους που έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους εντός του ΕΟΧ και εκείνους των οποίων η συμβολή στη δημιουργία του φωνογραφήματος ηχογραφήθηκε εντός του ΕΟΧ.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το ανωτέρω άρθρο της Οδηγίας 2006/115 έχει την έννοια ότι δεν είναι συμβατό με την ανωτέρω εθνική ρύθμιση.

8. ΔΕΕ, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-84/19, C-222/19 και C-252/19, Profi Credit Polska S.A. z siedzibą w Bielsku- Białej κ.λπ. κατά QJ κ.λ.π. - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 1, παρ. 2, και του άρθρου 4, παρ. 2, της Οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13 «Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό». Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν από το επαρχιακό δικαστήριο Szczecin, (C 84/19) και το επαρχιακό δικαστήριο Opatów, πρώτο τμήμα αστικών διαφορών, της Πολωνίας (C 222/19, C 252/19) στο πλαίσιο τριών ενδίκων διαφορών μεταξύ τριών πιστωτικών ιδρυμάτων,  των Profi Credit Polska, BW και QL και τριών καταναλωτών, των QJ, DR και CG, αντιστοίχως, με αντικείμενο την είσπραξη από τους καταναλωτές ποσών των οποίων την καταβολή αξιώνουν τα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα βάσει συμβάσεων καταναλωτικής πίστης.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε  ήταν αν το άρθρο 4. παρ. 2, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι εμπίπτουν στην εξαίρεση που προβλέπει η διάταξη αυτή οι ρήτρες σύμβασης καταναλωτικής πίστης, κατά τις οποίες ο καταναλωτής επιβαρύνεται με άλλα έξοδα, πλην της καταβολής των συμβατικών τόκων, στην περίπτωση που στις ως άνω ρήτρες δεν προσδιορίζεται ούτε η φύση των εξόδων αυτών ούτε οι υπηρεσίες που καλύπτονται από αυτά.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 4, παρ. 2, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση που προβλέπει η διάταξη αυτή οι ως άνω ρήτρες εφόσον προκαλείται σύγχυση στον καταναλωτή όσον αφορά τις υποχρεώσεις του και τις οικονομικές συνέπειες των ρητρών αυτών, γεγονός που καλείται το αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

9. Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 15ης Σεπτεμβρίου 2020 Telenor Magyarország Zrt. κατά Nemzeti Média- és Hírközlési Hatóság Elnöke Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-807/18 και C-39/19 - Προδικαστική

Οι αιτήσεις αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 3 του Κανονισμού 2015/2120 για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/22/ΕΚ για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς επίσης και του Κανονισμού αριθ. 531/2012 για την περιαγωγή σε δημόσια δίκτυα κινητών επικοινωνιών εντός της Ένωσης. Το άρθρο 3 του Κανονισμού 2015/2120 ορίζει  «1. Μέσω της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο που διαθέτουν, οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να έχουν πρόσβαση και να διανέμουν πληροφορίες και περιεχόμενο, να χρησιμοποιούν και να παρέχουν εφαρμογές και υπηρεσίες και να χρησιμοποιούν τερματικό εξοπλισμό της επιλογής τους, ανεξαρτήτως του τόπου του τελικού χρήστη ή του παρόχου ή του τόπου, της προέλευσης ή του προορισμού της πληροφορίας, του περιεχομένου, της εφαρμογής ή της υπηρεσίας. […] 2. Οι συμφωνίες μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και των τελικών χρηστών σχετικά με τις εμπορικές και τεχνικές προϋποθέσεις και τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως η τιμή, ο όγκος των δεδομένων ή η ταχύτητα, καθώς και οποιεσδήποτε εμπορικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, δεν περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών όπως προσδιορίζονται στην παράγραφο 1. 3. Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, όταν παρέχουν υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, αντιμετωπίζουν ισότιμα κάθε κίνηση, χωρίς αποκλεισμούς, περιορισμούς ή παρεμβάσεις και ανεξαρτήτως του αποστολέα και του παραλήπτη, του περιεχομένου στο οποίο έχει γίνει πρόσβαση ή του διανεμηθέντος περιεχομένου, των χρησιμοποιούμενων ή παρεχόμενων εφαρμογών ή υπηρεσιών ή του χρησιμοποιούμενου τερματικού εξοπλισμού. Το πρώτο εδάφιο δεν εμποδίζει τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο από το να εφαρμόζουν εύλογα μέτρα διαχείρισης της κίνησης. Για να θεωρηθούν εύλογα, τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι διαφανή και αναλογικά, να μην εισάγουν διακρίσεις και να μη βασίζονται σε εμπορικά κριτήρια, αλλά σε αντικειμενικά διαφορετικές απαιτήσεις τεχνικής ποιότητας των υπηρεσιών για συγκεκριμένες κατηγορίες κίνησης. Τα εν λόγω μέτρα δεν παρακολουθούν το συγκεκριμένο περιεχόμενο και δεν διατηρούνται πέραν του απαιτουμένου. Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν εφαρμόζουν μέτρα διαχείρισης της κίνησης που υπερβαίνουν αυτά που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο και, κυρίως, δεν παρεμποδίζουν, επιβραδύνουν, αλλοιώνουν, περιορίζουν, εισάγουν παρεμβολές, υποβαθμίζουν ή επιβάλλουν διακρίσεις έναντι συγκεκριμένου περιεχομένου, εφαρμογών ή υπηρεσιών ή συγκεκριμένων κατηγοριών αυτών, εκτός αν αυτό είναι αναγκαίο και μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο, ούτως ώστε: α) να συμμορφωθούν με τις ενωσιακές νομοθετικές πράξεις ή την εθνική νομοθεσία που συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, στην οποία υπάγεται ο πάροχος υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, ή με τα μέτρα που συμμορφώνονται με το ενωσιακό δίκαιο που θέτει σε εφαρμογή τις εν λόγω ενωσιακές νομοθετικές πράξεις ή εθνική νομοθεσία, μεταξύ άλλων και με τις αποφάσεις δικαστηρίων ή δημόσιων αρχών που διαθέτουν τις σχετικές αρμοδιότητες, β) να διασφαλίσουν την ακεραιότητα και την ασφάλεια του δικτύου, των υπηρεσιών που παρέχονται μέσω του εν λόγω δικτύου και του τερματικού εξοπλισμού των τελικών χρηστών, γ) να προλάβουν την εμφάνιση εμποδίων λόγω συμφόρησης του δικτύου και να αμβλύνουν τις επιπτώσεις από τυχόν εξαιρετική ή προσωρινή συμφόρηση του δικτύου, υπό την προϋπόθεση ότι ανάλογες κατηγορίες κίνησης αντιμετωπίζονται ισότιμα». Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν από το πρωτοδικείο περιφέρειας πρωτευούσης της Ουγγαρίας στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ της Telenor Magyarország Zrt. (Telenor) και του Προέδρου του Εθνικού Φορέα Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, (Πρόεδρος του ΕΦΜΕΕ) με αντικείμενο δύο αποφάσεις με τις οποίες ο Πρόεδρος του ΕΦΜΕΕ διέταξε την εταιρία αυτή να παύσει να παρέχει ορισμένες υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο. Ειδικότερα, στην Ουγγαρία, ένας φορέας παροχής υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο παρέχει στους πελάτες του πακέτα προνομιακής πρόσβασης (τα καλούμενα «πακέτα μηδενικού τέλους»), η ιδιαιτερότητα των οποίων έγκειται στο ότι η λήψη δεδομένων ορισμένων υπηρεσιών και εφαρμογών δεν συνυπολογίζεται στην κατανάλωση του όγκου δεδομένων για τον οποίον συμβλήθηκε ο τελικός χρήστης. Η ουγγρική διοίκηση έκρινε ότι η προσφορά αυτή αντίκειται στο άρθρο 3, παρ. 3, του Κανονισμού 2015/2120.
Το νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν αν το άρθρο 3 του Κανονισμού 2015/2120 έχει την έννοια ότι πακέτα υπηρεσιών διατιθέμενα από τον πάροχο υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω συμφωνιών συναφθεισών με τελικούς χρήστες, οι οποίες συμφωνίες είχαν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: 
α) οι τελικοί χρήστες μπορούσαν να αγοράζουν πακέτο υπηρεσιών που τους παρέχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν άνευ περιορισμών συγκεκριμένο όγκο δεδομένων, χωρίς να αφαιρείται από αυτούς η χρήση συγκεκριμένων εφαρμογών και υπηρεσιών που υπόκεινται σε «μηδενικό τέλος», 
β) μετά δε την εξάντληση του εν λόγω όγκου δεδομένων οι τελικοί χρήστες μπορούσαν να συνεχίζουν να χρησιμοποιούν άνευ περιορισμών τις συγκεκριμένες αυτές εφαρμογές και υπηρεσίες, ενώ η κίνηση δεδομένων παρεμποδίζονταν και αντιμετώπιζε δυσκολίες όσον αφορά τις λοιπές διαθέσιμες εφαρμογές και υπηρεσίες
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 3 του Κανονισμού 2015/2120 έχει την έννοια ότι τα ανωτέρω πακέτα είναι ασύμβατα προς την παράγραφο 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, δεδομένου ότι τα εν λόγω πακέτα υπηρεσιών, οι εν λόγω συμφωνίες και τα εν λόγω μέτρα παρεμπόδισης ή επιβράδυνσης περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών και βασίζονται σε εμπορικούς λόγους.